← Κύπρος

ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ BANK OF MOSCOW (OPEN JOINT STOCK COMPANY) ν. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤAΙΡΕΙΑ CRAZIENO HOLDINGS LTD, Αίτηση Αρ.: 909/2011, 9/12/2016

ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ BANK OF MOSCOW (OPEN JOINT STOCK COMPANY) ν. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤAΙΡΕΙΑ CRAZIENO HOLDINGS LTD, Αίτηση Αρ.: 909/2011, 9/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A669 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αίτηση Αρ.: 909/2011 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤAΙΡΕΙΑ CRAZIENO HOLDINGS LTD, από τη Λευκωσία ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ, ΚΕΦ. 113 ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ BANK OF MOSCOW (OPEN JOINT STOCK COMPANY), από τη Ρωσία. ------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 9.12.2016 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κ. Χρυσόστομος Νικολάου με κα Ελεάνα Χριστοφή, για Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την Καθ' ης η αίτηση: κ. Χρίστος Κληρίδης με κα Μαρία - Άννα Στυλιανού, για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Α.

  1. Το νομικό και πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε στις 2.12.2011 και συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του κ. Gurin Pavel ιδίας ημερομηνίας, η εταιρεία «Bank of Moscow (Open Joint Stock Company)» από τη Ρωσία (στο εξής «η Bank of Moscow») στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 209, 211 και 212 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113 (στο εξής «ο περί Εταιρειών Νόμος») και εξαιτείται꞉ (Α) Διάταγμα διάλυσης της Εταιρείας Crazieno Holdings Limited (στο εξής «η Crazieno»), (Β) οποιοδήποτε άλλο Διάταγμα θεωρήσει το Δικαστήριο δίκαιο σύμφωνα με τις περιστάσεις, και (Γ) τα έξοδα της αίτησης πλέον ΦΠΑ, πλέον έξοδα επίδοσης. Α.1.
  2. Εισαγωγικές παρατηρήσεις αναφορικά με το αιτητικό (Α). Όπως είχα ήδη την ευκαιρία να σημειώσω σε ενδιάμεσες αποφάσεις μου (βλ. τελευταία την ενδιάμεση απόφαση ημερ. 21.5.2015), ο όρος «διάλυση» που χρησιμοποιείται στο αιτητικό «(Α)» δεν είναι κατάλληλος όρος εφόσον η αίτηση εδράζεται στο Άρθρο 211 του περί Εταιρειών Νόμου, το οποίο ρυθμίζει την περίπτωση «εκκαθάρισης» και όχι «διάλυσης» εταιρείας. Η έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης ενεργοποιεί τη διαδικασία συγκέντρωσης και προστασίας των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, ενώ η αίτηση διάλυσης (dissolution) εταιρείας εδράζεται κανονικά στο άρθρο 2601 του ιδίου Νόμου και συνεπάγεται την οριστική διάλυση της εταιρείας (βλ. Genemp Trading Ltd v Marfin Popular Bank Public Co. Ltd., Πολιτική Έφεση 354/2008, απόφαση ημερ. 29.12.2009). Η διάλυση της Καθ' ης εταιρείας, υπό την ορθή έννοια του όρου, δεν είναι το ζητούμενο της αίτησης ως επεξηγείται στο σώμα της, καθώς και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Ό,τι ζητείται είναι ουσιαστικά η εκκαθάριση της εταιρείας για τον λόγο που καλύπτει το άρθρο 211(ε) του περί Εταιρειών Νόμου. Η όλη εκδίκαση της αίτησης, περιλαμβανομένης της ένστασης που καταχωρήθηκε από την Καθ' ης, των θέσεων που αναπτύχθηκαν κατά την ακρόαση και της νομικής επιχειρηματολογίας που προωθήθηκε στις τελικές αγορεύσεις, ανταποκρίνονται στο γεγονός ότι αμφότεροι οι διάδικοι αντιλαμβάνονται πως το ζητούμενο της αίτησης είναι η εκκαθάριση της εταιρείας. Εάν, λοιπόν, το δικαστήριο ικανοποιηθεί, στη βάση της δοθείσας μαρτυρίας ότι είναι κατάλληλο να χορηγήσει αυτή τη θεραπεία, τότε θα διατυπώσει κατάλληλα το διατακτικό για να αναφέρεται σε διάταγμα εκκαθάρισης και όχι σε διάταγμα διάλυσης της Καθ' ης εταιρείας (βλ. αιτητικό «Β» της αίτησης). Παραπέμπω συναφώς και στην απόφαση Ανδρεας Χατζηγιαννης v. C. & J. Kyprianou Promotions Ltd

(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 991, όπου το Εφετείο έλαβε υπόψη του το γεγονός ότι όλοι οι παράγοντες της δίκης είχαν μεταχειριστεί την υπό εξέταση αίτηση ως αίτηση για διάταγμα Εκκαθάρισης και όχι Διάλυσης όπως εσφαλμένα εζητείτο, γι' αυτό και δεν το θεώρησε πρέπον να το απασχολήσει το θέμα τούτο περαιτέρω. Α.1.
  1. Ανάλυση της νομικής βάσης της αίτησης. Το άρθρο 211(ε) του περί Εταιρειών Νόμου προβλέπει για την εξουσία του Δικαστηρίου να εκκαθαρίσει μια εταιρεία, αν η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. Το άρθρο 212 του ιδίου Νόμου, ως ήταν σε ισχύ κατά το χρόνο καταχώρισης της αίτησης εκκαθάρισης, προέβλεπε ότι μια εταιρεία λογίζεται ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της — (α) αν πιστωτής, με εκχώρηση ή διαφορετικά, που του χρωστεί η εταιρεία ποσό που υπερβαίνει τις πεντακόσιες λίρες[1], επέδωσε στην εταιρεία, παραδίνοντας στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, απαίτηση η οποία απαιτεί από την εταιρεία να καταβάλει το ποσό που οφείλεται με τον τρόπο αυτό, και η εταιρεία για τις επόμενες τρεις εβδομάδες αμέλησε να καταβάλει το ποσό ή να εξασφαλίσει ή να το διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή· ή (β) αν εκτέλεση ή άλλη διαδικασία που λήφθηκε με δικαστική απόφαση, εντολή ή διάταγμα οποιουδήποτε Δικαστηρίου προς όφελος πιστωτή της εταιρείας, επιστρέφεται ολικά ή μερικά ανικανοποίητη· ή (γ) αν αποδειχθεί, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της[2] και, για απόφαση κατά πόσο εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της[3], το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τις ενδεχόμενες και μελλοντικές υποχρεώσεις της εταιρείας.[4] Η Bank of Moscow υπέβαλε την ως άνω αίτηση εκκαθάρισης ως ισχυριζόμενος πιστωτής, ενεργώντας στο πλαίσιο του Άρθρου 213 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113.[5] Εφόσον, αποδειχθεί από την Bank of Moscow μία εκ των ανωτέρω περιπτώσεων (α) ή (β) ή (γ) του άρθρου 212 του Κεφ. 113, τότε θα μπορούσε να επιτύχει στην αίτησή της για εκκαθάριση της Crazieno. Η Bank of Moscow επέλεξε κατ' ουσίαν να προωθήσει την αίτηση στη βάση του άρθρου 212(α), ανωτέρω. Όπως ειδικότερα αναφέρεται στην αίτηση, το αίτημα για διάλυση της Καθ' ης η αίτηση Εταιρείας στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι (βλ. την παρα. 11 της αίτησης) αυτή είναι αναξιόχρεη και ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, αφού οφείλει στην Αιτήτρια Εταιρεία δυνάμει Συμφωνίας Δανείου ημερομηνίας 18/12/2009 (βλ. την παρα. 7 της αίτησης) το ποσό των Δολλαρίων Αμερικής 30.000.000 πλέον τόκο προς 8%, το οποίο κατέστη πληρωτέο από τις 17/6/2011 (βλ. την παρα. 8 της αίτησης) και σε σχέση με το οποίο χρέος η Αιτήτρια επέδωσε στο εγγεγραμμένο γραφείο της Καθ'ης η αίτηση Εταιρείας στις 3/10/2011 γραπτή απαίτηση με βάση το Άρθρο 212(α) του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, με την οποία καλούσε την Καθ' ης να εξοφλήσει το χρέος της εντός 21 ημερών, αλλά αυτή εξακολουθούσε μετά την παρέλευση του εν λόγω χρονικού διαστήματος και μέχρι την καταχώριση της υπό κρίση αίτησης να αμελεί ή και να παραλείπει να εξοφλήσει το χρέος της (βλ. την παρα. 9 της αίτησης).[6] Α.1.
  2. Ερμηνεία του άρθρου 212(α) Με βάση το άρθρο 212(α) του περί Εταιρειών Νόμου, το μόνο που απαιτείται για να ικανοποιήσει η Αιτήτρια εταιρεία το Δικαστήριο είναι ότι- • δεν καταβλήθηκε το ποσό της απαίτησης, • ούτε δόθηκε οποιαδήποτε εξασφάλιση, • ούτε έγινε οποιαδήποτε διευθέτηση προς εύλογη ικανοποίηση της ίδιας ως πιστωτή, εντός των τριών εβδομάδων από 3.10.2011 που έγινε κατ΄ισχυρισμόν η επίδοση της ειδοποίησης απαίτησης. Εφόσον αποδειχθεί η εφαρμογή του άρθρου 212(α) από την Bank of Moscow, μετατίθεται στην Crazieno το βάρος να αποδείξει ότι δεν «αμέλησε» να πληρώσει την απαίτηση του πιστωτή, διότι έχει κατά τα άλλα μια ουσιώδη και εύλογη υπεράσπιση. Πιστωτής, ο οποίος έχει λόγο να πιστεύει ότι η εταιρεία θα εγείρει μια εύλογη υπεράσπιση, είναι σοφότερο να εναγάγει την εταιρεία προηγουμένως, ούτως ώστε, εφόσον εξασφαλίσει δικαστική απόφαση υπερ του, τότε η εταιρεία να εμποδίζεται δυνάμει της απόφασης από το να αμφισβητήσει την αίτηση εκκαθάρισης επί της ουσίας της (Pennington꞉ Company Law, 3η έκδοση σελ. 674-675). Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Pennigton's Company Law 4η έκδοση, σελ.679: «if a creditor has reason to expect that the company will raise a plausible defence to his claim, his best course is to sue the company by action and to present a winding up petition when he has obtained judgment against it. The company will then be estopped by the judgment from disputing the petitioner's claim on its merits..» Αντλώ, επίσης, καθοδήγηση για την ερμηνεία και πρέπουσα εφαρμογή των άρθρων 211 και 212 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, από τη σχετικά πρόσφατη απόφαση, ημερ. 20.11.2014, στην Πολιτική Έφεση 368/2009, Δημήτρης Αυξεντίου & Υιός (Γεωργικά Μηχανήματα) ν Hellenic Bank Public Company Limited. Με βάση τις ισχύουσες νομικές αρχές, η παράλειψη εταιρείας να συμμορφωθεί με την ειδοποίηση του άρθρου 212(α) του Κεφ.113 δεν συνιστά αφ' εαυτής αμέλεια, εντός της έννοιας της παρα.(α), όταν υπάρχει εύλογη αιτία για την παράλειψη. Τέτοια εύλογη αιτία αποτελεί η καλόπιστη και ουσιαστική αμφισβήτηση της απαίτησης. Η αίτηση για εκκαθάριση δεν αποτελεί το κατάλληλο πλαίσιο για εκδίκαση αμφισβητούμενης οφειλής, ούτε πρέπει να χρησιμοποιείται καταχρηστικά ως μοχλός πίεσης σε εταιρεία για να καταβάλει χρήματα, τα οποία αμφισβητεί ότι οφείλει. Το Δικαστήριο δεν αναμένεται στα πλαίσια αίτησης εκκαθάρισης να υπεισέλθει στην ουσία της υπεράσπισης που προβάλλει η εταιρεία. Αρκεί να διαπιστώσει ότι υφίσταται καλόπιστη και ουσιαστική υπεράσπιση και σε τέτοια περίπτωση απορρίπτει την αίτηση ως καταχρηστική. Νέα αίτηση χωρεί μόνο μετά την επιτυχή έκβαση σχετικής αγωγής εναντίον της εταιρείας. Στο σύγγραμμα Palmer' s Company Law, 24th Edn. σελ. 1364-1367, αναφέρονται ότι το «καλόπιστο» της αμφισβήτησης του χρέους κρίνεται τόσο υποκειμενικά όσο και αντικειμενικά: "Bona fide dispute over debt We have already seen how, where there is a bona fide dispute as to the debt, the company cannot be said to have neglected to pay on a statutory demand. [.] To fall within the general principle the dispute must be bona fide in both a subjective and an objective sense. Thus it must be honestly believed to exist and must be based on substantial or reasonable grounds. "Substantial" means having substance and not frivolous and which the court should therefore ignore. There must be so much doubt and question about the liability to pay the debt that the court sees that there is a question to be decided. The onus is on the company "to bring forward a prima facie case which satisfies the court that there is something which ought to be tried either before the court itself or in an action, or by some other proceeding.". (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Στο ίδιο Σύγγραμμα αναφέρονται τέσσερις παράγοντες που το Δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη προκειμένου να αποφασίσει για το αν αποδεικνύεται καλόπιστη και ουσιαστική αμφισβήτηση του χρέους, ως εξής: • Πρώτον, αν δόθηκε άδεια στην εταιρεία να υπερασπιστεί μια αγωγή που καταχωρήθηκε σε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο. • Δεύτερον, αν υπάρχει ανταπαίτηση ή συμψηφισμός σε ουσιαστική βάση. • Τρίτον, αν η εταιρεία καταχώρησε έφεση σε δικαστική απόφαση για το εξ αποφάσεως χρέος, όπου η αίτηση εκκαθάρισης εδράζεται. • Τέταρτον, αν υπάρχει ισχυρισμός ότι η δικαστική απόφαση για το εξ αποφάσεως χρέος εξασφαλίστηκε με δόλο. Αυτούσιο το απόσπασμα έχει ως εξής꞉ «In considering the matter the court will take into account the following factors:
(1)the fact that the company has been given leave to defend an action begun by specially indorsed writ;
(2)whether there is a set-off or counter-claim based on a substantial ground;
(3)whether the company has lodged an appeal against the judgment debt on which the petition is based;
(4)an allegation by the company that the judgment was obtained by fraud. However, none of these factors is conclusive.» (Η έμφαση είναι του Δικαστηρίου.) Αριθμός Κυπριακών αποφάσεων τοποθετούν το ζήτημα της διακρίβωσης της ύπαρξης καλόπιστης και ουσιαστικής υπεράσπισης με αναφορά στα γεγονότα αμέσως πριν την καταχώριση της Αίτησης Εκκαθάρισης. Δηλαδή η αμφισβήτηση του χρέους θα πρέπει να ανάγεται στο χρόνο αμέσως πριν την καταχώρηση της αίτησης εκκαθάρισης (βλ. για παράδειγμα την Αίτηση Αρ. 424/12, αναφορικά με την εταιρεία Spectec Group Holdings Ltd, απόφαση ημερομηνίας 14/05/2013 υπό Κ. Σταματίου Π.Ε.Δ, και την Αίτηση Αρ.321/13 επί τοις αφορώσι την εταιρεία Etex Ltd, απόφαση ημερομηνίας 10/03/2014 υπό Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ.). Η Κυπριακή νομολογία φαίνεται να βρίσκεται σε ευθυγράμμιση με την Αγγλική επί του θέματος. Στην In London and Paris Banking Corporation L.R 19 Eq. 444 (ημερ. 21.11.1874) αποφασίστηκαν τα ακόλουθα: «The omission of a joint stock company to comply with a statutory notice requiring payment of a debt, served by a creditor on the company under the Companies Act, 1862, s. 80, sub-s. 1, is not "neglect" within the meaning of that sub-section, unless there is no reasonable cause for the omission. A creditor who has served such a notice is not entitled to a winding-up order if the company bona fide disputed the debt, and there is no evidence of the insolvency of the company (other than the noncompliance with the notice), and insolvency is denied on the part of the company. Where a creditor whose debt was disputed served such a notice, and at the expiration ο f three weeks filed a Petition to wind up the company under circumstances which, in the opinion o f the Court, shοwed that the object o f the Petition was not to obtain a winding-up order, but to put pressure on the company ». Προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα ότι εάν ο πιστωτής επέδωσε ειδοποίηση απαίτησης (Statutory demand) και, ευθύς μετά την παρέλευση των τριών εβδομάδων από την ημερομηνία της επίδοσης της εν λόγω ειδοποίησης απαίτησης, προχώρησε στην καταχώρηση αίτησης εκκαθάρισης στο Δικαστήριο επί τω ότι δεν ικανοποιήθηκε η απαίτηση αυτή, τότε, εάν και εφόσον το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι η εταιρεία καλόπιστα αμφισβητούσε το χρέος και ότι δεν υπάρχει μαρτυρία περί αφερεγγυότητας της εταιρείας, παρά μόνο η μη ικανοποίηση της ειδοποίησης απαίτησης, δύναται να αρνηθεί να διατάξει την εκκαθάριση της εταιρείας, διότι σε τέτοια περίπτωση δεν δύναται να θεωρήσει ότι η εταιρεία «αμέλησε» να καταβάλει το χρέος της σύμφωνα με το άρθρο 212(α), αλλά ότι η αίτηση έχει αθέμιτο σκοπό και συγκεκριμένα να ασκήσει πίεση στην εταιρεία να πληρώσει χρέος που δεν δέχεται ότι οφείλει. Σε διαφορετική περίπτωση, όμως, δηλαδή αν η εταιρεία δεν αμφισβητήσει την οφειλή της προτού παρέλθει η προθεσμία των 21 ημερών από την επίδοση της απαίτησης (ή και πριν να επιδοθεί η απαίτηση), τότε άπαξ και παρέλθει η προθεσμία των 21 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης απαίτησης, θεωρείται ότι η εταιρεία αμελεί να καταβάλει την οφειλή της και δημιουργείται πλέον το νομοθετικό τεκμήριο της αδυναμίας πληρωμής χρεών (Σπανού v. G.I.P. Constructions Ltd
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 315). Ο ρόλος του Δικαστηρίου και το μέτρο κρίσης του κατά πόσον η Καθ' ης η αίτηση επιτυγχάνει να ανατρέψει το κατά Νόμο μαχητό τεκμήριο, αποτέλεσε αντικείμενο ενασχόλησης του Δρ. Ανδρέα Π. Ποιητή στο Σύγγραμμα «Η Εκκαθάριση Εταιρειών», Λάρνακα 2013, σελ. 23, όπου αναφέρονται τα εξής: «(ε) Πάροδος άπρακτης περιόδου τριών εβδομάδων από την ημέρα της επιδόσεως. [.] Αν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου η εταιρεία καταβάλει το ποσό αυτό, ή το εξασφαλίσει, ή το διευθετήσει, προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή, ο λόγος αυτός για εκκαθάριση παύει να ισχύει. Αν υπάρχει διαφορά μεταξύ του πιστωτή και της εταιρείας ως προς το αν πραγματικά το ποσό έχει εξασφαλισθεί ή διευθετηθεί, η απόφαση ανήκει και πάλι στο Δικαστήριο, το οποίο θα λάβει υπόψη τα γεγονότα της υποθέσεως, για να καταλήξει στο αν ικανοποιείται λογικά ο πιστωτής. Το λογικό δεν θα κριθεί με βάση τις επιθυμίες του πιστωτή, αλλά με βάση τα αντικειμενικά δεδομένα, τα οποία αποτελούν τις περιστάσεις της εξασφάλισης. Έτσι μια τραπεζική εγγύηση αποτελεί εξασφάλιση, αν και δεν αποτελεί πληρωμή. Αντίθετα, η παροχή προσωπικής εγγυήσεως δεν αποτελεί εξασφάλιση. Δεν αποτελεί, επίσης, εξασφάλιση η κατοχή οποιασδήποτε εγγυήσεως εκ μέρους του πιστωτή, η οποία όμως δεν είναι εμπορεύσιμη, τουλάχιστον, για το ποσό της απαιτήσεως.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Β. Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΚΡΟΑΣΗΣ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου για προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας. Σχετικές οι δύο ενδιάμεσες αποφάσεις του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, ημερομηνίας 22.11.2012 (εκδοθείσας από τον Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ.) και 26.5.2014 (εκδοθείσας υπό την παρούσα σύνθεση), ως επίσης και το ruling του Δικαστηρίου, ημερ. 26.1.2015, για αποδοχή κατάθεσης της γραπτής δήλωσης του ΜΕ
  1. Αρκεί να θυμίσω ότι, στην απόφαση ημερομηνίας 22.11.2012, ο αδελφός Δικαστής, Θεοδώρου, Δ., ότι επεσήμανε, μεταξύ άλλων, ότι- «στον βαθμό που διάδικος σε αίτηση εκκαθάρισης επιθυμεί να παρουσιάσει προφορική μαρτυρία, θα μπορούσε, τηρουμένων των κανόνων περί αποδεκτότητας μαρτυρίας, να πράξει τούτο. Το γεγονός ότι τόσο η κυρίως αίτηση όσο και η ένσταση που καταχωρήθηκε σε αυτή, συνοδεύονται από ένορκες δηλώσεις, ουδόλως διαφοροποιεί το πιο πάνω δεδομένο και δη το δικαίωμα παρουσίασης προφορικής μαρτυρίας». Προχώρησε ο αδελφός Δικαστής Θεοδώρου, Δ., στη διατύπωση της εκτίμησης ότι - «Στην προκειμένη περίπτωση, τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση στην κυρίως αίτηση αλλά και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, καθιστούν την διαδικασία της κυρίως αίτησης τέτοια, που είναι και δυνατή και επιθυμητή η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας.». Με δεδομένο ότι η απόφαση του Θεοδώρου, Δ., δεν είχε εφεσιβληθεί, την υιοθέτησα και ακολούθησα, εκδίδοντας την απόφαση ημερ. 26.5.
  2. Η Αιτήτρια ουδέποτε αμφισβήτησε την ορθότητα της προδιαγραφείσας διαδικασίας για την απόδειξη της αίτησής της. Αντί τούτου προσήλθε έτοιμη να προσκομίσει προφορική μαρτυρία μέσω του ΜΕ
  3. Θυμίζω επίσης ότι, εκδίδοντας το ruling μου στις 26.1.2015, αναφορικά με τη δεκτότητα της γραπτής δήλωσης του ΜΕ1, είχα την ευκαιρία να σημειώσω ότι: «Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και βεβαιώνει το περιεχόμενο της αίτησης ως αληθές, δεν αποτελεί αυστηρά ομιλούντες την απόδειξη οποιουδήποτε ισχυρισμού γεγονότος. Παρά το ότι αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία, εντούτοις θεωρείται ικανή να λάβει μια απάντηση (δηλ. να προκαλέσει την καταχώριση ένστασης στην αίτηση).». Είχα λάβει καθοδήγηση από το σύγγραμμα του Pennington Company Law, 4η Έκδοση, σελ. 698, όπου αναφέρεται ότι: «The hearing of a winding up petition is held in open court by one of the judges of the Companies Court. The evidence on the hearing consists of the affidavits filed in support of and against the petition, unless the court permits testimony to be given orally. The affidavit verifying the petition is prima facie proof of the facts alleged by it and suffices to prove the petitioner's case unless there are affidavits filed in opposition*8.» Είχα επίσης σημειώσει ότι η υποσημείωση «*8» στη σελ. 698 του Συγγράμματος Pennington Company Law, 4η Έκδοση, παραπέμπει στην Re S.A. Hawken Ltd
(1950)2 All ER. 408, 412 - 413 όπου αναφέρθηκαν τα εξής꞉ [..] «The statutory affidavit strictly is no proof of anything. It is hearsay as to almost everything in it, but it is sufficient to require an answer.». [...] In BUCKLEY ON THE COMPANIES ACTS, 12th ed., p. 1028, it is stated, in the note to r. 30 of the Companies (Winding-up) Rules, 1949: 'In general the petitioner ought not to file any evidence beyond the statutory affidavit, unless evidence is filed in opposition .' [.] Οφείλω να σημειώσω ότι το έναυσμα για την έκδοση των αποφάσεων περί ρύθμισης της διαδικασίας ακρόασης της αίτησης έδωσε η καταχώρηση δύο ενδιάμεσων αιτήσεων από την Καθ' ης η αίτηση, μετά την καταχώρηση της Ένστασής της στην υπό κρίση αίτηση εκκαθάρισης, με τις οποίες ενδιάμεσες αιτήσεις αυτή ζητούσε άδεια του Δικαστηρίου για να καταχωρούσε συμπληρωματική και/ή πρόσθετη ένορκη δήλωση, για να εισάξει ισχυρισμούς νέων γεγονότων, ήτοι ότι το επίδικο χρέος εξοφλήθηκε και/ή ότι δεν οφείλεται το ποσό που διεκδικεί η Bank of Moscow (στο εξής «η Αιτήτρια Τράπεζα»). Αν και δεν δόθηκε άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής και/ή πρόσθετης ένορκης δήλωσης, και τούτο λόγω της άποψης του Δικαστηρίου ότι η αίτηση εκκαθάρισης είναι εναρκτήρια αίτηση και δεν εκδικάζεται κατά τον τρόπο που αρμόζει σε ενδιάμεσες αιτήσεις δυνάμει της Δ.48, θ.2
(4), εντούτοις δεν αποκλείστηκε το δικαίωμα της Καθ' ης η αίτηση να προσφέρει προφορική μαρτυρία για την απόδειξη των συγκεκριμένων ισχυρισμών (βλ. την απόφαση ημερομηνίας 22.11.2012, του αδελφού Δικαστή, Θεοδώρου, Δ.). Κρίνω κατάλληλο να αναφερθώ στο εξής απόσπασμα από την ενδιάμεση απόφασή μου, ημερ. 21.5.2015, το οποίο υιοθετώ και για σκοπούς της παρούσας τελικής απόφασης επί της αίτησης εκκαθάρισης꞉ «Στην ενδιάμεση απόφασή μου, ημερ. 26.1.2015, είχα σημειώσει ότι κρίνω επιτρεπτή την εισαγωγή μαρτυρίας περί επικαιροποίησης της κατάστασης του χρέους κατά το χρόνο εκδίκασης της αίτησης εκκαθάρισης, υπό το φως της βασικής αρχής της νομολογίας ότι σε αίτηση εκκαθάρισης το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τα γεγονότα που υφίστανται κατά το χρόνο εκδίκασης της αίτησης (Re Fildes Bros Ltd
(1970)1 W.L.R. 592). Με αυτό το πνεύμα είναι που αποφάνθηκα ότι δεν θα απέκλεια την προσαγωγή κατά την ακροαματική διαδικασία μαρτυρίας που αναφέρεται σε στοιχεία επ' αυτού του θέματος, ήτοι περί επικαιροποίησης της κατάστασης του χρέους. Παρατηρώ, συναφώς, ότι η προμνησθείσα απόφαση του Παρπαρίνου Δ., στην Πολιτική Έφεση 368/2009, ενισχύει την ορθότητα της προσέγγισης αυτής, αφού δεν θεωρήθηκε εσφαλμένη από μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου η ενέργειά του να προβεί στον καθορισμό του χρέους καθ' ον χρόνο αποφαινόταν επί της αίτησης εκκαθάρισης, λαμβάνοντας υπόψη τη μαρτυρία της Μ.Αιτ.3, περί πληρωμής εν τω μεταξύ και εκκρεμούσης της αίτησης ενώπιον του Δικαστηρίου του ποσού των €5013,30 την 27/4/2009.». Εν τέλει, προφορική μαρτυρία έδωσαν, εκ μέρους της Αιτήτριας, ο κ. Gurin Pavel (ΜΕ1) και ο κ. Anton Asoskov (ΜΕ2), ενώ εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση προσήλθαν ως μάρτυρες ο κ. Γιώργος Φιλιππίδης (ΜΥ1), ο κ. Dennis Chernykh (ΜΥ2) και ο κ. Γιάννης Μαυροκορδάτος (ΜΥ3). Ο κ. Gurin Pavel (ΜΕ1) υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης στη Ρωσική γλώσσα, ημερ. 29.6.2015 (βλ. το Έγγραφο Α), το οποίο έτυχε μετάφρασης στην Ελληνική γλώσσα για τους σκοπούς της παρούσας δικαστικής διαδικασίας (βλ. το Έγγραφο Α1). Όπως δήλωσε ο ΜΕ1, αυτός έχει αποφοιτήσει από το Ural State Law Academy και είναι προσοντούχος δικηγόρος. Είναι ο Επικεφαλής των Υπεύθυνων Προγραµµάτων της LLC VΤΒ DC, η οποία είναι αντιπρόσωπος της Αιτήτριας- Bank of Moscow (Open Joint Stock Company). Κατά το χρόνο της καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης εκκαθάρισης της καθ' ης η αίτηση, ο ΜΕ1 ήταν Υπεύθυνος Προγραµµάτων στη LLC VΤΒ DC. Οι εργασίες της LLC VΤΒ DC περιλαµβάνουν τη διαχείριση και την είσπραξη προβληµατικών χρεών που οφείλονται στην Αιτήτρια από τρίτους. Όπως δήλωσε ο ΜΕ1 η Αιτήτρια είναι µια από τις κορυφαίες Ρωσικές Τράπεζες, εγγραµµένη σύµφωνα µε την νοµοθεσία της Ρωσικής Οµοσπονδίας. Έχει θυγατρικές εταιρείες σε αριθµό ξένων δικαιοδοσιών και είναι µέρος του Διεθνούς Χρηµατοπιστωτικού Οµίλου µε βάση τη Ρωσία, γνωστού ως Οµίλου VTB. Η Αιτήτρια παραχωρεί, µεταξύ άλλων, χρηµατοπιστωτικές διευκολύνσεις. Ο ΜΕ1 δηλώνει προσωπικά υπεύθυνος για την διαχείριση και είσπραξη χρεών από την Καθ' ης η Αίτηση - Crazieno Holdings Ltd. Δηλώνει επίσης ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα, για τα οποία έχει καταθέσει στο Δικαστήριο. Δηλώνει επίσης ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτηµένος από την LLC VΤΒ DC και από την Αιτήτρια, για να προβεί στην γραπτή δήλωση εκ µέρους της και για λογαριασµό της ως νοµικός της εκπρόσωπος. Θα αναφερθώ στο περιεχόμενο της μαρτυρίας του ΜΕ1 στο στάδιο που θα διατυπώνω τη δικαστική μου εκτίμηση αναφορικά με τα επίδικα θέματα. O κ. Anton Asoskov (ΜΕ2) υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο νομικής γνωμάτευσης (βλ. το Έγγραφο Στ) που συνέταξε ο ίδιος στις 10.7.2012 βασιζόμενος στο Ρωσικό Δίκαιο και απαντώντας σε ερωτήματα που του έθεσε η Αιτήτρια σε σχέση με τις αιτήσεις εκκαθάρισης που εκείνη υπέβαλε αναφορικά με την Καθ' ης η αίτηση Crazieno και άλλες εταιρείες. Στο Πρώτο Παράρτημα (Appendix 1) που επισυνάπτεται στην εν λόγω γνωμάτευσή του περιέχεται λεπτομερές βιογραφικό σημείωμά του ΜΕ
  1. Συνοπτικά αναφέρω (βλ. παρα. 1.
  2. του Εγγράφου Στ) ότι ο κ. Asoskov (ΜΕ2) είναι Αναπληρωτής Καθηγητής του Τμήματος Αστικού Δικαίου στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Μόσχας, καθηγητής Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου στο κρατικό εκπαιδευτικό ίδρυμα «Russian School of Private Law», Διαιτητής στο Διεθνές Εμπορικό Διαιτητικό Δικαστήριο του Ρωσικού Ομοσπονδιακού Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου. Είναι επίσης νομικός σύμβουλος στο δικηγορικό γραφείο των Debevoise & Plimpton στη Μόσχα. Στο Δεύτερο Παράρτημα (Appendix 2) της ίδιας γνωμάτευσης απαριθμούνται τα έγγραφα που αυτός μελέτησε προκειμένου να δώσει τη γνωμάτευσή του, περιλαμβανομένης της υπό κρίση αίτησης εκκαθάρισης (βλ. έγγραφο αρ. 6 υπό Appendix 2), της Ένστασης της Καθ' ης η αίτηση (βλ. έγγραφο αρ. 13 υπό Appendix 2), τη νομική γνωμάτευση της κας M.M. Gorbacheva σχετικά με ενέργειες της Τράπεζας της Μόσχας (βλ. έγγραφο αρ. 15 υπό Appendix 2), το Καταστατικό της Αιτήτριας εταιρείαςόπως εγκρίθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Μετόχων στις 29.6.2012 (βλ. έγγραφο 17 υπό Appendix 2), απόσπασμα από το Ενοποιημένο Κρατικό Μητρώο Νομικών Προσώπων (βλ. έγγραφο 17 υπό Appendix 2) και την επίδικη Συμφωνία Δανείου μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ' ης η αίτηση (βλ. έγγραφο αρ. 26 υπό Appendix 2). Στο Τρίτο Παράρτημα (Appendix 3) της ίδιας γνωμάτευσης παρατίθενται οι Ρωσικές νομοθετικές διατάξεις στις οποίες ο ΜΕ2 στηρίζει τη γνωμάτευσή του. Θα αναφερθώ στο περιεχόμενο της νομικής γνωμάτευσης του ΜΕ2 στο στάδιο που θα διατυπώνω τη δικαστική μου εκτίμηση αναφορικά με τα επίδικα θέματα. Ο κ. Γιώργος Φιλιππίδης (ΜΥ1) υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης (βλ. το τεκμήριο με την ένδειξη «Έγγραφο Ζ») και κατέθεσε αριθμό άλλων τεκμηρίων που αναφέρονται σε αυτήν. Είναι απόφοιτος του London SchooI of Economics και είναι Charter Accountant του Ινστιτούτου της Σκωτίας. Ασκεί επαγγελµατικές δραστηριότητες από το 1985, αρχικά σαν ελεγκτής και σύµβουλος επιχειρήσεων και µετά σαν παροχέας υπηρεσιών µέσω της OneWorId Ltd και άλλων εταιρειών. Ήταν ο Πρόεδρος της OneWorId Ltd, εταιρείας που διαχειριζόταν την Καθ'ής η Αίτηση εταιρεία κατά την περίοδο χρόνο 2006 -
  3. Επίσης ενεργούσε για την OneworId Trustees Ltd. O MY1 δήλωσε ότι έχει απευθείας γνώση των γεγονότων της υπόθεσης. Αρνείται το περιεχόµενο της υπό κρίση αίτηση εκκαθάρισης, καθώς και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Υιοθετεί ως ορθά τα όσα αναφέρει στην ένορκη δήλωση του κ. Σάββα Σιάτη που συνοδεύει την ένσταση. Δηλώνει εξουσιοδοτηµένος από την Καθ' ης η Αίτηση για να δώσει μαρτυρία εκ μέρους της. Στο επίκεντρο της μαρτυρίας του ΜΥ1 είναι ο ισχυρισμός του ότι περί το τέλος του 2005 - αρχές του 2006, έλαβε οδηγίες από την Αιτήτρια Τράπεζα, αφού είχε επαφές µε την τότε διεύθυνση της, όπως προχωρήσουν µε την ίδρυση Διεθνούς Εµπιστεύµατος, το οποίο θα διαχειριζόταν διάφορες εταιρείες ιδιοκτησίας του εµπιστεύµατος και οι οποίες θα ελάµβαναν δάνεια από την Αιτήτρια Τράπεζα της Μόσχας, µε στόχο την ανάπτυξη επενδυτικού σχεδίου της Αιτήτριας και διά όφελής της. Ο ΜΥ1 εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να κρίνει την υπό κρίση αίτηση εκκαθάρισης υπό το πρίσμα αυτού του πλέγματος, ήτοι της σύναψης της συμφωνίας δανειοδότησης μεταξύ της Καθ' ης η αίτηση και της Αιτήτριας με σκοπό την επένδυση σε περιουσιακά στοιχεία υπό το σχήμα ενός εμπιστεύματος που θα είχε ως τελικό δικαιούχο την ίδια την Αιτήτρια και της ύπαρξης μιας παράλληλης συμφωνίας ότι το δάνειο θα μπορούσε να αποπληρωθεί με τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων στην Αιτήτρια, κάτι που, εκ των υστέρων, η νέα διοίκηση της Αιτήτριας Τράπεζας δεν ήταν διατεθειμένη να αναγνωρίσει και αποδεχθεί, με αποτέλεσμα να κινήσει την παρούσα αίτηση εκκαθάρισης ως μοχλό πίεσης προς την Καθ' ης η αίτηση και/ή για λόγους πολιτικής εκδίωξης όσων είχαν ανάμειξη και/ή καταχρηστικά. Θα αναφερθώ στο περιεχόμενο της μαρτυρίας του ΜΥ1 εκτενέστερα στο στάδιο που θα διατυπώνω τη δικαστική μου εκτίμηση αναφορικά με τα επίδικα θέματα. Ο κ. Dennis Chernykh (ΜΥ2) υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο δύο επιστολών του, ημερ. 22.4.2016 (βλ. το Έγγραφο ΙΒ) και 5.5.2016 (βλ. το Έγγραφο ΙΓ), οι οποίες περιέχουν τη νομική γνωμάτευση που αυτός έδωσε βάσει του Ρωσικού Δικαίου κατ' εντολή των Κύπριων δικηγόρων της Καθ' ης η αίτηση Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες LLC. Θα αναφερθώ στο περιεχόμενο της μαρτυρίας του ΜΥ2 εκτενέστερα στο στάδιο που θα διατυπώνω τη δικαστική μου εκτίμηση αναφορικά με τα επίδικα θέματα. Ειδικότερα, με το Έγγραφο ΙΒ, ο ΜΥ2 επιβεβαιώνει και /ή δηλώνει τα εξής꞉
  4. Ότι η Αιτήτρια απέτυχε και/ή παρέλειψε να αποταθεί στο αρμόδιο όργανο επίλυσης διαφορών (το Διεθνές Εμπορικό Διαιτητικό Δικαστήριο στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο της Ρωσικής Ομοσπονδίας) για να αποδείξη την ύπαρξη και την έκταση των δανειακών υποχρεώσεων των χρεωστών της δυνάμει των επίμαχων Συμφωνιών Δανειοδότησης.
  5. Ότι σε ποινική διαδικασία που εκκρεμεί ενώπιον Δικαστηρίου της Ρωσίας κατά της πρώην διοίκησης της Αιτήτριας, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι οι Συμφωνίες δανειοδότησης συνήφθησαν στο πλαίσιο εγκληματικής δραστηριότητας, ενώ παράλληλα, στις διαδικασίες εκκαθάρισης ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων ισχυρίζεται ότι οι Συμφωνίες Δανειοδότησης είναι έγκυρες.
  6. Ότι καταλήγει η Αιτήτρια να επιδιώκει αντιμαχόμενες θεραπείες (mutually exclusive remedies).
  7. Ότι η συνέχιση των διαδικασιών εκκαθάρισης στην Κύπρο δύναται να οδηγήσει σε αντιφατικές αποφάσεις μεταξύ των Κυπριακών και των Ρωσικών Δικαστηρίων. Η ποινική διαδικασία που κίνησαν οι Ρωσικές Αρχές στη Ρωσία ια έχουν αναπόφευκτα επίδραση πάνω στις διαδικασίες εκκαθάρισης, αφού αν αποδειχθεί ότι οι Συμφωνίες Δανειοδότησης είναι δόλιες και παράνομες, η Αιτήτρια δεν θα δικαιούται να εισπράξει συμβατικούς τόκους και επιβαρύνσεις δυνάμει των εν λόγω Συμφωνιών, παρά μόνο θα δικαιούται να επανακτήσει το κεφάλαιο στη βάση της αρχής του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
  8. Ότι η OneWorld προσπάθησε αρκετές φορές να μεταβιβάσει περιουσιακά της στοιχεία τα οποία είχε αποκτήσει με τα ποσά των επίμαχων δανείων, αλλά η Αιτήτρια δεν το αποδέκτηκε, αφού αυτό ενδεχομένως να τερμάτιζε τις διαδικασίες εκκαθάρισης στην Κύπρο και ενδεχομένως όλες τις διαδικασίες στη Ρωσία. Αυτή η συμπεριφορά της Αιτήτριας μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική. Με το Έγγραφο ΙΓ, ο ΜΥ2 επιβεβαιώνει και/ή δηλώνει, μεταξύ άλλων, τα εξής꞉
  9. Ότι η ποινική διαδικασία με αρ. 369612 κινήθηκε εναντίον του Πρώην Προέδρου και Αντιπροέδρου της Αιτητριας (κ.κ. Borodin και Akulinin) στις 10.12.
  10. Η Αιτήτρια έλαβε δικαίωμα παρέμβασης στην ποινική διαδικασία στις 29.8.
  11. Περαιτέρω, επανέλαβε το σημείο 5 ανωτέρω υπό το Έγγραφο ΙΒ.
  12. Ότι για την ανάκτηση του ποσού του χρέους ισχύει τριετής περίοδος παραγραφής, η οποία εξέπνευσε με βάση τη Σύμβαση στις 17.6.
  13. Βάσει του Ρωσικού Δικαίου, η Αιτήτρια Τράπεζα της Μόσχας δεν δύναται να προβεί στη λήψη μέτρων ανάκτησης του ισχυριζόμενου χρέους δυνάμει της Συμφωνίας Δανείου ημερ. 19.12.2009 χωρίς να αποταθεί προηγουμένως στο Διεθνές Εμπορικό Διαιτητικό Δικαστήριο στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο της Ρωσικής Ομοσπονδίας για να λάβει απόφαση για το ποσό που δικαιούται να εισπράξει. Τούτο προβλέπεται στην παρα. 12.
  14. της ίδιας της Συμφωνίας Δανείου. Αποτελεί condition precedent η έκδοση τέτοιας διαιτητικής απόφασης προκειμένου να θεωρηθεί οποιοδήποτε υπόλοιπο του χρέους απαιτητό και πληρωτέο δυνάμει του Ρωσικού Δικαίου.
  15. Τα πρόσωπα που μπορούσαν έγκυρα να υπογράψουν την επίδικη Ειδοποίηση Απαίτησης Πληρωμής εκ μέρους της Αιτήτριας Τράπεζας ήταν ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας προσωπικά ή μέσω εξουσιοδοτημένου από αυτόν προσώπου δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου υπογεγραμμένου από τον εν λόγω Πρόεδρο. Η νομιμότητα του πληρεξουσίου διέπεται από τις διατάξεις του Άρθρου 172 του Ρωσικού Αστικού Κώδικα. Ο ΜΥ2 έχει δει την Επίδικη Ειδοποίηση Απαίτησης πληρωμής, η οποία φέρεται να είναι υπογεγραμμένη από τον Αντιπρόεδρο και Βοηθό Διευθυντή του Τμήματος Επενδυτικών Στοιχείων και έχει διατυπώσει τη νομική εκτίμηση ότι, στην απουσία ενός πληρεξουσίου εγγράφου ή ειδικών προνοιών στο Καταστατικό της Αιτήτριας Τράπεζας που να εξουσιοδοτεί λειτουργούς της Τράπεζας να υπογράφουν εκ μέρους της, η Ειδοποίηση Απαίτησης πληρωμής δεν είναι έγκυρα υπογεγραμμένη από τους προαναφερθέντες υπογραφείς για τους σκοπούς του Ρωσικού Δικαίου. Ο κ. Γιάννης Μαυροκορδάτος (ΜΥ3) υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης ημερ. 2.6.2016 (βλ. το τεκμήριο με την ένδειξη Έγγραφο ΙΣτ, και των αναφερόμενων σε αυτό Τεκμηρίων 1 και 2). Ο ΜΥ3 είναι εγκεκριμένος λογιστής (Chartered Accountant). Είναι Γενικός Διευθυντής σε οίκο ελεγκτών και λογιστών ο οποίος είναι εγγεγραμμένο μέλος του Συνδέσμου Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου (ΣΕΛΚ) υπό την επωνυμία Priamus Audit Ltd. Όπως εξήγησε ο ΜΥ3, ο εν λόγω ελεγκτικός οίκος είχε διοριστεί ως ελεγκτής της Καθ' ης η αίτηση εταιρείας από της ημερομηνίας ίδρυσής της. Στη γραπτή του δήλωση Έγγραφο ΙΣτ ο ΜΥ3 ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το θέμα της εξασφάλισης των υποχρεώσεων της Καθ' ης η αίτηση στο δάνειο διά της υποθήκευσης προς όφελος της Αιτήτριας αριθμού μετοχών στη Ρωσική ετιαρεία OJSC Nauchno - Issledovatelskiy traktorniy institute NATI (στο εξής «ΝΑΤΙ»), στην εκτιμημένη αξία της υποθήκευσης αυτής κατά το χρόνο που υπογράφηκε η συμφωνία υποθήκευσης (pledge agreement), ήτοι στις 23.11.2010, και στα γεγονότα που ακολούθησαν μέχρι τις 20.7.2011 ημερομηνία κατά την οποία έγινε αποδεκτή από Ρωσσικό Δικαστήριο αίτηση μη εξασφαλισμένου πιστωτή της ΝΑΤΙ για εκκαθάριση της ΝΑΤΙ. Θα αναφερθώ στο περιεχόμενο της μαρτυρίας του ΜΥ3 εκτενέστερα στο στάδιο που θα διατυπώνω τη δικαστική μου εκτίμηση αναφορικά με τα επίδικα θέματα. Γ. ΜΗ ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΜΕΝΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Γ.
  16. Μη αμφισβητούμενα γεγονότα που αφορούν στη νομική οντότητα της Καθ' ης η αίτηση και τα οποία άπτονται των τυπικών προϋποθέσεων του άρθρου 209 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, για την ανάληψη δικαιοδοσίας εκδίκασης της αίτησης εκκαθάρισης από το παρόν Δικαστήριο. Από πλευράς της Αιτήτριας έχει προσκομισθεί στο Δικαστήριο μέσω του ΜΕ1 Gurin Pavel (παράγραφοι 4-5 της γραπτής του δήλωσης ως το Έγγραφο Α1) μαρτυρία σχετικά με τη σύσταση, το μετοχικό κεφάλαιο, τους αξιωματούχους και το εγγεγραμμένο γραφείο της Καθ' ης η αίτηση εταιρείας. Συγκεκριμένα, έχουν κατατεθεί τα αποτελέσματα της έρευνας στο ηλεκτρονικό αρχείο του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α1 και αντίγραφο του Καταστατικού της Καθ' ης η Αίτηση ως το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α
  17. Η μαρτυρία αυτή δεν έχει αμφισβητηθεί από την πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση και, συνεπώς, έχουν αποδειχθεί τα εξής στοιχεία꞉
  18. Η Εταιρεία CRAZIENO HOLDINGS LIMITED (που θα αναφέρεται στο εξής ως η «Εταιρεία») εγγράφηκε στις 10/09/2009 με αριθμό εγγραφής ΗΕ 254685 σύμφωνα με τον περί Εταιρείων Νόμο Κεφ. 113 ως Ιδιωτική Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης με Μετοχές.
  19. Το Εγγεγραμμένο Γραφείο της Εταιρείας βρίσκεται στην οδό Κέννετυ 8, Όροφος 1, Διαμ/Γραφείο 103, 1087, Λευκωσία, Κύπρος.
  20. Το ονομαστικό Κεφάλαιο της Εταιρείας είναι €1.000,00 διαιρεμένο σε 1.000 μετοχές αξίας €1.00 η κάθε μια.
  21. Το εκδομένο μετοχικό Κεφάλαιο της Εταιρείας ανέρχεται σε €1.000,00 διαιρεμένο σε 1.000 μετοχές αξίας €1.00 η κάθε μια και ο μοναδικός μέτοχος της Εταιρείας είναι η εταιρεία JAIRENE COMPANY LTD.
  22. Ο Διευθυντής (DIRECTOR) της Εταιρείας είναι η Στέλλα Γαβριήλ και ο Γραμματέας της Εταιρείας είναι η DELFORUM SECRETARIAL LIMITED.
  23. Οι σκοποί για τους οποίους συστάθηκε η εταιρεία είναι, μεταξύ άλλων, να ενεργεί ως επενδυτική εταιρεία και για το σκοπό αυτό να κατέχει ακίνητη περιουσία, ομόλογα, χρεόγραφα και να παρέχει εξασφαλίσεις, να παρέχει δάνεια σε άλλες εταιρείες, να διεξάγει γενικό εμπόριο και άλλες συναφείς εργασίες και/ή άλλως πως. Το άρθρο 209 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε, καθορίζει ότι꞉ «209.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 22 του περί Δικαστηρίων Νόμου, το Επαρχιακό Δικαστήριο της επαρχίας όπου βρίσκεται το εγγεγραμμένο γραφείο εταιρείας έχει δικαιοδοσία εκκαθάρισης οποιασδήποτε εταιρείας εγγεγραμμένης στη Δημοκρατία꞉ Νοείται ότι για τον καθορισμό του κατά πόσο δικαιοδοσία εμπίπτει στην αρμοδιότητα Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή ή Επαρχιακού Δικαστή, θα λαμβάνεται υπόψη το ποσό του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας που καταβλήθηκε ή πιστώθηκε ότι καταβλήθηκε꞉ Νοείται περαιτέρω ότι οποιοδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εκκαθάρισης, τηρουμένου του περί Δικαστηρίων Νόμου, δύναται να εκδοθεί από Ανώτερο Επαρχιακό Δικαστή ή Επαρχιακό Δικαστή ανεξάρτητα από το εάν η διαδικασία δεν θα ήταν της αρμοδιότητας Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή ή Επαρχιακού Δικαστή σύμφωνα με τις πρόνοιες του παρόντος εδαφίου.
(2)Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού, η έκφραση «εγγεγραμμένο γραφείο» σημαίνει τον τόπο που ήταν τον περισσότερο καιρό το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας κατά τους έξι μήνες που προηγήθηκαν αμέσως από την υποβολή της αίτησης για εκκαθάριση.». Ενόψει των ανωτέρω στοιχείων αρ. 1 και 3, το παρών Δικαστήριο κέκτηται καθ' ύλην αρμοδιότητας δυνάμει του άρθρου 209 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε, να εκδικάσει την υπό κρίση αίτηση και, ενόψει του ανωτέρω στοιχείου 2, πληρούται η προϋπόθεση περί κατά τόπο αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου να επιληφθεί της υπό κρίση αίτησης. Γ.
  1. Μη αμφισβητούμενα γεγονότα που αφορούν στο περιεχόμενο της επίδικης σύμβασης δανειοδότησης της Καθ' ης η αίτηση από την Αιτήτρια και της συμφωνίας ενεχυρίασης. Από τα δικόγραφα (δηλαδή την κυρίως αίτηση ημερ. 2.12.2011 και την ένσταση ημερ. 18.4.2012), καθώς και από την προσκομισθείσα κατά την ακρόαση προφορική μαρτυρία, συνάγεται ότι δεν αμφισβητείται από την Καθ' ης η αίτηση το γεγονός ότι꞉
  2. Κατά ή περί τις 18.12.2009, η Αιτήτρια και η Καθ' ης η αίτηση εταιρεία συνήψαν Συμφωνία Δανείου («Loan Agreement») με αριθμό 14114/15/747-09-KP (στο εξής «η επίδικη Συμφωνία Δανείου»).
  3. Σε σχέση με τη χορήγηση του ποσού του δανείου, υπέγραψαν έξι αιτήσεις δανείου, οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της επίδικης Συμφωνίας Δανείου, ως εξής꞉ • Αίτηση Δανείου με αριθμό 1, ημερομηνίας 18/12/2009, • Αίτηση Δανείου με αριθμό 2, ημερομηνίας 21/12/2009, • Αίτηση Δανείου με αριθμό 3, ημερομηνίας 29/12/2009, • Αίτηση Δανείου με αριθμό 4, ημερομηνίας 28/12/2009, • Αίτηση Δανείου με αριθμό 5, ημερομηνίας 11/1/2010, και • Αίτηση Δανείου με αριθμό 6, ημερομηνίας 28/6/
  4. Το κείμενο της επίδικης Συμφωνίας Δανείου (αντίγραφο του οποίου επισυναπτόταν ως Exhibit 19 στην Ε/Δ του Gurin Pavel, ημερ. 2.12.2011, που συνόδευε την υπό κρίση αίτηση εκκαθάρισης), κατατέθηκε από τον ΜΕ1 κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου ως κανονικό τεκμήριο, με την ένδειξη Έγγραφο Γ, αφού προηγουμένως χαρτοσημάνθηκε δεόντως κατόπιν διαταγής (ruling) του Δικαστηρίου ημερ. 7.9.2015, σύμφωνα με τον περί Χαρτοσήμων Νόμο του 1963, όπως τελευταία τροποποιήθηκε με το Ν.92(Ι)/
  5. Οι πιο πάνω αναφερόμενες έξι αιτήσεις για τη χορήγηση του ποσού του δανείου κατατέθηκαν από τον ΜΕ1, αφότου χαρτοσημάνθηκαν δεόντως, ως τεκμήρια με την ένδειξη Έγγραφο Γ1 έως Έγγραφο Γ
  6. Δεν αμφισβητείται η αλήθεια του περιεχομένου των Εγγράφων Γ και Γ1 έως Γ
  7. Σημειώνω, λοιπόν, ότι, δεν αμφισβητείται ότι με την επίδικη Συμφωνία Δανείου꞉ (α) Η Αιτήτρια, υπό τους όρους που περιλαμβάνονταν στην εν λόγω Συμφωνία Δανείου, συμφώνησε να δανείσει και/ή παραχωρήσει πίστωση στην Καθ' ης η αίτηση για το ποσό των Δολαρίων Αμερικής 30.000.000 με σκοπό την αναπλήρωση του κυκλοφορούντος ενεργητικού της Καθ' ης η αίτηση εταιρείας. (β) Σε περίπτωση μη αποπληρωμής, το ολικό ποσό θα έφερε τόκο προς 8% από την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέο. (γ) Η καθορισθείσα ημερομηνία αποπληρωμής του χρέους ήταν η 17η Ιουνίου 2011, εκτός εάν η Καθ' ης η αίτηση ζητούσε με γραπτή ειδοποίηση την παράταση της εν λόγω προθεσμίας για περίοδο όχι μεταγενέστερη της 17ης Δεκεμβρίου 2011 (βλ. συναφώς το Άρθρο 1, 1.
  8. της επίδικης Συμφωνίας Δανείου). (δ) Υπήρχε συγκεκριμένη μέθοδος και διαδικασία αποπληρωμής του δανείου, προβλεφθείσα στο άρθρο 7 της εν λόγω Συμφωνίας Δανείου. (ε) Υπήρχε πρόνοια για συγκεκριμένου είδους εξασφαλίσεις του δανείου (βλ. το άρθρο 10 της ίδιας Συμφωνίας). (στ) Υπήρχε πρόνοια ότι οποιαδήποτε διαφωνία, διαμάχη ή διαφορά μεταξύ των συμβαλλομένων μερών αναφορικά με την εκτέλεση, διάρρηξη, τερματισμό ή ακυρότητα της Συμφωνίας δανείου θα επιλύετο από το Διεθνές Εμπορικό Διαιτητικό Δικαστήριο του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου της Ρωσσικής Ομοσπονδίας. (η) Υπήρχε πρόνοια ότι η Συμφωνία Δανείου θα ερμηνεύετο συμφώνως της νομοθεσίας της Ρωσσικής Ομοσπονδίας (βλ. συναφώς το άρθρο 12 της Συμφωνίας Δανείου). Περαιτέρω σημειώνω ότι προκύπτει στην όψη της δικογραφίας αλλά και από την ενώπιον μου δοθείσα μαρτυρία ως μη αμφισβητούμενο το γεγονός ότι, για την εξασφάλιση του επίδικου δανείου είχε συναφθεί συμφωνία ενεχυρίασης προς όφελος της Καθ' ης η Αίτηση. Η συμφωνία ενεχυρίασης (βλ. Τεκμήριο 17 υπό Έγγραφο Α1) έγινε στις 23.11.2010 με αρ. 14-114/18/754-10-.ZCB/
  9. Το αντικείμενο της ενεχυρίασης ήταν 272.485 μετοχές της εταιρείας InzhMontazhKomplekt Closed Joint Stock Company τις οποίες κατείχε στην εταιρεία Nauchno-Issledovatelskiy Traktorniy Institut NATI Open Joint Stock Company προς όφελος της Αιτήτριας. Δηλαδή, σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο η Καθ' ης η Αίτηση δε συμμορφωνόταν με τις συμβατικές υποχρεώσεις της δυνάμει της επίδικης Συμφωνίας Δανείου, η Αιτήτρια θα είχε το δικαίωμα να αποκτήσει τις ενεχυριασθείσες μετοχές χωρίς να χρειαστεί προηγουμένως να προσφύγει στο Δικαστήριο και να τις πωλήσει σε τρίτο μέρος. Δεν αμφισβητείται από την Καθ' ης η αίτηση, στη βάση της δικογραφίας και της προσφερθείσας μαρτυρίας꞉ • Ότι αυτή έλαβε από την Αιτήτρια το ποσό του Δανείου ως αναφέρεται στην επίδικη Συμφωνία Δανείου (Έγγραφο Γ), περιλαμβανομένων των ποσών που αναφέρονται στα Έγγραφα Γ1 έως Γ
  10. Ενώπιον μου έχουν, εν πάση περιπτώσει, κατατεθεί από τον ΜΕ1 Gurin Pavel τα SWIFTs τα οποία αποδεικνύουν την αποστολή από την Αιτήτρια και την λήψη από την Καθ' ης του εν λόγω συνολικού ποσού του δανείου (βλ. τα Τεκμήρια 13 και 14 υπό Έγγραφο Α1). • Ότι, καθ' ον χρόνο καταχωρήθηκε η αίτηση εκκαθάρισης, είχε ήδη παρέλθει η προθεσμία αποπληρωμής του δανείου, ως αυτή καθορίζετο στο Έγγραφο Γ. • Ότι, καθ' ον χρόνο καταχωρήθηκε η αίτηση εκκαθάρισης, δεν είχε αποπληρωθεί το δάνειο με τη μέθοδο και διαδικασία αποπληρωμής που προβλεπόταν στο σώμα της επίδικης Συμφωνίας Δανείου. Δ. ΤΑ ΕΠΙΔΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΩΣ ΔΙΚΟΓΡΑΦΟΥΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ. Εξηγώ, πιο κάτω, που εστιάζεται η ένσταση της Καθ' ης η αίτηση στην υπό κρίση αίτηση. Η Crazieno καταχώρησε Ένσταση στην αίτηση εκκαθάρισης στις 18.4.2012, η οποία συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση του κ. Σιάτη, ιδίας ημερομηνίας. Οι λόγοι ένστασης που δικογραφήθηκαν από την Crazieno δύνανται να κατηγοριοποιηθούν ως εξής꞉ - πρώτον, σε λόγους που αφορούν στο νομότυπο της υπό εκδίκαση αίτησης, - δεύτερον, σε λόγους που αφορούν προδικαστικό ζήτημα περί έλλειψης δικαιοδοσίας για εκδίκαση της υπό κρίση αίτησης, και, - τρίτον, σε λόγους που αφορούν στην ουσία της αίτησης. Τους παραθέτω꞉ Δ.
  11. Λόγοι που άπτονται του νομότυπου της αίτησης. «Α) Η επωνυμία της Αιτήτριας είναι λανθασμένη αφού σύμφωνα με τη συμφωνία δανείου που υπογράφηκε μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ'ής η Αίτηση η πλήρης επωνυμία της Αιτήτριας είναι «Joint-stock commercial bank "Bank of Moscow" (open joint-stock company)» και όχι «BANK OF MOSCOW (Open Joint Stock Company)».[7] Β) Η Αίτηση και η Ένορκος Δήλωση που τη συνοδεύει είναι παράτυπη/ ανεπίτρεπτη και αντίθετη με τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου και των Διαδικαστικών Κανονισμών και των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συγκεκριμένα: 1) Η Ένορκος Δήλωση έχει γίνει στην αγγλική γλώσσα από Ρώσο ο οποίος δεν ορκίζεται ότι έχει γνώση της αγγλικής γλώσσας και εν πάση περιπτώσει ο ενόρκως δηλών οφείλει να επιβεβαιώνει ότι γνωρίζει τη γλώσσα στην οποία προβαίνει στην ένορκο δήλωση. 2) Η Ένορκος Δήλωση έγινε από ακατάλληλο άτομο δηλαδή από πρόσωπο που δεν γνωρίζει τα επίδικα γεγονότα ούτε μπορεί να έχει ιδίαν γνώση των γεγονότων αφού η ένορκος δήλωση δεν έγινε από νόμιμο αντιπρόσωπο της Αιτήτριας που αξιώνει το επίδικο ποσό αλλά ορκίζεται για την Αιτήτρια ο υπεύθυνος προγραμμάτων της VTB Debt Centre το οποίο VTB Debt Centre ενεργεί ως αντιπρόσωπος (ατζέντης) της Αιτήτριας. 3) Τα γεγονότα τα οποία καταθέτει δεν αφορούν μόνο γεγονότα που προκύπτουν από έγγραφα αλλά και άλλα τα οποία δεν είναι δυνατόν να γνωρίζει ο ενόρκως δηλών.». Δ.
  12. Προδικαστικοί λόγοι για έλλειψη δικαιοδοσίας λόγω αποκλειστικής αρμοδιότητας Ρωσσικών Δικαστηρίων για επίλυση διαφορών που άπτονται της εφαρμογής της Συμφωνίας Δανείου. «Δ) Το επίδικο δάνειο και το ισχυριζόμενο υπόλοιπο διέπονται από το Νόμο της Ρωσίας και αποκλειστική δικαιοδοσία δια εκδίκαση οποιωνδήποτε θεμάτων αφορούν το εν λόγω δάνειο και/ή υπόλοιπα παραπέμπονται στην αποκλειστική δικαιοδοσία του International Commercial Arbitration Court. Ως καθορίστηκε μεταξύ των μερών στη συμφωνία δανείου και θα καθοριστούν οι οποιεσδήποτε διαφορές προκύπτουν από τη συμφωνία δανείου θα πρέπει να εξεταστούν από αρμόδιο Ρωσικό Δικαστήριο δυνάμει του Νόμου της Ρωσίας. Σύμφωνα με το ισχύον Ρωσικό Δίκαιο έπρεπε πριν καταχωρηθεί η παρούσα μεταξύ άλλων να εκδοθεί και/ή υπάρχει απόφαση του αρμόδιου Ρωσικού Δικαστηρίου. Συνεπώς η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Ε) Η Αιτήτρια δεν τήρησε τις σχετικές διαδικασίες που προαπαιτούνται από το Ρωσικό Δίκαιο πριν από την καταχώρηση αίτησης εκκαθάρισης εναντίον κάποιου οφειλέτη. Ως εκ τούτου δε νομιμοποιείται στην καταχώρηση αίτησης διάλυσης στην Κύπρο. Συγκεκριμένα: 1) Σύμφωνα με το Ρωσικό Δίκαιο απαραίτητη προυπόθεση πριν τη καταχώρηση αίτησης για εκκαθάριση εναντίον μιας εταιρείας όπως και η παρούσα είναι να εκδοθεί πρώτα δικαστική απόφαση από το Δικαστήριο το οποίο να καθορίζει το τυχόν οφειλόμενο ποσό κι αν οφείλεται οποιοδήποτε ποσό δυνάμει της συμφωνίας δανείου ή άλλωσπως. 2) Θα πρέπει να καθοριστεί από το Διαιτητικό Δικαστήριο στη Ρωσία πρώτα η ανικανότητα του οφειλέτη να εκπληρώσει τις οικονομικές του υποχρεώσεις και ότι ο οφειλέτης δε συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις του. 3) Σύμφωνα με το Ρωσικό Δίκαιο κάποιος πιστωτής μπορεί να προχωρήσει με αίτηση εκκαθάρισης εναντίον κάποιου οφειλέτη όπως και η παρούσα μόνο μετά από την ημερομηνία έκδοσης απόφασης από αρμόδιο Διαιτητικό Δικαστήριο στη Ρωσία η οποία να επιβεβαιώνει το προς ανάκτηση ποσό. Συνεπώς η διαδικασία την οποία επέλεξε η Αιτήτρια για εκκαθάριση της Καθ' ής η Αίτηση δεν είναι η κατάλληλη στην παρούσα υπόθεση χωρίς προηγουμένως την εξασφάλιση δικαστικής απόφασης ως ανωτέρω στη Ρωσία.». Δ.
  13. Λόγοι που άπτονται της ουσίας της αίτησης. «Ζ) Η Γραπτή Ειδοποίηση/ Απαίτηση την οποία έστειλε η Bank of Moscow είναι αντίθετη με τις διατάξεις του Νόμου και/η της Νομολογίας. Συγκεκριμένα: 1) Δεν έχει μεταφραστεί στην ελληνική γλώσσα η απαίτηση της Αιτήτριας. 2) Δεν υπάρχει καμία αναφορά στη γραπτή ειδοποίηση/απαίτηση της Αιτήτριας στη σχετική διάταξη του Κεφ.
  14. 3) Η γραπτή ειδοποίηση/απαίτηση δεν υπογράφεται από Αξιωματούχο της Αιτήτριας Εταιρείας εν τη εννοία του Νόμου αλλά από τμηματάρχες της Αιτήτριας Εταιρείας. 4) Δεν φέρει ημερομηνία. 5) Δεν έγινε ορθή επίδοση της απαίτησης της Αιτήτριας καθότι η επίδοση έπρεπε να γίνει από υπάλληλο της Αιτήτριας Εταιρείας και όχι από συνηθισμένο διακομιστή. 6) Η επίδοση έγινε σε πρόσωπο μη εξουσιοδοτημένο να δέχεται επιδόσεις για την εταιρεία. ΣΤ) Η απαίτηση της Αιτήτριας και οι συμφωνίες δανείων δεν είναι έγκυρες. Συγκεκριμένα: 1) Οι επίδικες συναλλαγές είναι άκυρες επειδή είναι αντίθετες του Ρωσικού Δικαίου. 2) Οι νόμιμοι αντιπροσώποι της Αιτήτριας και συγκεκριμένα οι διευθυντές της στα πλαίσια των συναλλαγών της και στα πλαίσια σύναψης των επίδικων συμφωνιών δανείου εκ μέρους γι'αυτήν ενήργησαν αμελώς, καθ'υπέρβαση των εξουσιών τους και κατά παράβαση του Ρωσικού Δικαίου. 3) Η Αιτήτρια Τράπεζα στα πλαίσια των προσπαθειών της για εκκαθάριση της Καθ'ής η Αίτηση ενήργησε αμελώς, καθ'υπέρβαση των εξουσιών της και κατά παράβαση του Ρωσικού Δικαίου. 4) Η Αιτήτρια Τράπεζα απαιτεί τη διάλυση της Καθ'ής η Αίτηση στηριζόμενη στο ότι υπάρχει έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων για να πληρωθεί το δάνειο που χορηγήθηκε από την Αιτήτρια, το οποίο όμως δάνειο χορηγήθηκε στα πλαίσια μιας συναλλαγής εν γνώσει της Αιτήτριας ότι παράνομα είχαν εγκριθεί από τους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους και/ή διευθυντές της. Η) Το χρέος καλύπτεται από συμφωνίες ενεχυρίασης. Υπάρχουν εγγυήσεις για την εξασφάλιση του δάνειου. Η εταιρεία ZAO Inzmontazhcomplekt παραχώρησε 272 485 μετοχές. Η συμφωνία ενεχυρίασης έγινε στις 23.11.2010 με αρ. 14-114/18/754-10.ZCB/
  15. Η Τράπεζα δέχτηκε σαν ικανή εγγύηση της ενεχυρίαση και δε δικαιούται να το αμφισβητεί. Θ) Δεν έχει αποδειχθεί ούτε έχει προσκομιστεί μαρτυρία στην αίτηση και ένορκο δήλωση περί ανικανότητας/ και/ή αδυναμία της Καθ'ής η Αίτηση για πληρωμή του οφειλόμενου ποσού. Εν πάση περιπτώσει η Καθ'ής η Αίτηση έχει τη δυνατότητα και μπορεί να πληρώσει τα χρέη της όπως προκύπτει από τον ισολογισμό κατά την 31/12/
  16. Ι) Η Καθ΄ής η Αίτηση ήταν συνεπής με τις υποχρεώσεις της από τη σύμβαση δανείου. Περαιτέρω το δάνειο δεν έχει καταστεί πληρωτέο αφού έχει δοθεί στην Καθ'ής η Αίτηση παράταση στην πληρωμή του και υπήρχαν παράλληλες συμφωνίες για την παράταση του από έτος εις έτος για μια δεκαετία. Κ) Η Αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και αποκλειστικό σκοπός είναι η καταπίεση της Καθ'ής. Το Δικαστήριο ενόψει της συμπεριφοράς της Αιτήτριας και/ή της περιρρέουσας ατμόσφαιρας και ιστορικό της υποθέσεως και των πραγματικών κινήτρων της Αιτήτριας δε θα πρέπει να ασκηθεί οποιαδήποτε διακριτική εξουσία του προς όφελος της Αιτήτριας.». Ε. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Ε.
  17. Αναφορικά με τους λόγους ένστασης που άπτονται του νομότυπου της αίτησης. E.1.
  18. Αναφορικά με το όνομα της Αιτήτριας ως αναγράφεται στην αίτηση. Η μαρτυρία που προσφέρθηκε από την Αιτήτρια σε σχέση με το όνομα της είναι ότι τόσο η πλήρης επωνυμία της όσο και η συντετμημένη που αναφέρεται στην Αίτηση, έχουν την ίδια ισχύ και η Αίτηση μπορεί να προωθηθεί με το συντετμημένο όνομα της. Σε αντίθεση με το τι αναφέρει η Καθ' ης η Αίτηση στην αγόρευση της (σελ. 44, παράγραφος 74) κατά την Αιτήτρια και οι δύο τρόποι αναγραφής της επωνυμίας της Αιτήτριας είναι σωστοί. Επίσης, δεν φαίνεται από τα πρακτικά η ερώτηση που υποτίθεται έθεσε ο συνήγορος της Καθ' ης στον κ. Asoskov και η ισχυριζόμενη του απάντηση. Στην Νομική του Γνωμάτευση - Τεκμήριο Έγγραφο ΣΤ, παράγραφοι 3.1-3.6, αναφέρει πως η συντομογραφία της Αιτήτριας αναφέρεται στο Καταστατικό της, σε αντίθεση με το τί αναφέρουν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Καθ' ης η Αίτηση στην αγόρευση της. Ο ΜΕ2 εξήγησε στη γνωμάτευσή του (Έγγραφο Στ) τα εξής (βλ. συναφώς την παρα. 3.1 έως 3.6.)꞉ • Ότι σύμφωνα με το Άρθρο 1473 του Αστικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας, μια νομική οντότητα η οποία δραστηριοποιείται ως εμπορικός οργανισμός ενεργεί υπό την επωνυμία εταιρείας όπως αυτή προσδιορίζεται στο ιδρυτικό της έγγραφο και όπως είναι καταχωρημένη στο Ενοποιημένο Κρατικό Μητρώο Νομικών Προσώπων. Το όνομα εταιρείας είναι υποχρεωτικό να αναφέρει τη νομική μορφή της εταιρείας και το όνομα αυτής. Κάθε εταιρεία υποχρεούται να έχει το πλήρες όνομα, και δικαιούται να έχει συντομογραφία του ονόματός της, στη Ρωσική γλώσσα. Δικαιούται επίσης να έχει το πλήρες όνομα και /ή τη συντομογραφία του σε ξένη γλώσσα. • Σύμφωνα με το άρθρο 4, παρα. 1 του Ομοσπονδιακού Νόμου αρ. 208- FZ, ημερ. 26/12/1995, που αφορά στις νομικές οντότητες με τη μορφή των «Joint-Stock Companies», μια τέτοια εταιρεία πρέπει να έχει πλήρες όνομα, και δύναται να έχει συντομογραφία αυτού, στη Ρωσική γλώσσα. Δύναται επίσης να έχει το πλήρες όνομα και /ή τη συντομογραφία αυτού σε ξένη γλώσσα. • Η συντομογραφία ονόματος νομικής οντότητας πρέπει να περιέχει είτε το πλήρες όνομα είτε συντομογραφία του ονόματος και τις λέξεις που υποδηλούν τον τύπο της εταιρείας, ήτοι «Closed Joint - Stock Company» ή «CJSC» ή Open Joint Stock Company ή «OJSC». • Το Καταστατικό της Αιτήτριας Εταιρείας προσδιορίζει το πλήρες όνομα αυτής τόσο στη Ρωσσική όσο και στην Αγλική γλώσσα, καθώς επίσης τη συντομογραφία του ονόματος. Όσον αφορά την Αγγλική γλώσσα꞉ o Το πλήρες όνομα είναι «joint stock commercial bank - Bank of Moscow (open joint stock company)». o Η συντομογραφία του ονόματος είναι «Bank of Moscow». • Στην επίδικη Συμφωνία Δανείου, χρησιμοποιήθηκε το πλήρες όνομα της Αιτήτριας στη Ρωσική όσον αφορά το κείμενο της Συμφωνίας που συντάχθηκε στη Ρωσική γλώσσα και χρησιμοποιήθηκε το πλήρες όνομα της Αιτήτριας στην Αγγλική γλώσσα όσον αφορά το κείμενο της Συμφωνίας που συντάχθηκε στην Αγγλική γλώσσα. • Στην υπό κρίση αίτηση εκκαθάρισης χρησιμοποιήθηκε η συντομογραφία του ονόματος της Αιτήτριας στην Αγγλική γλώσσα. Με βάση την προαναφερθείσα πρόνοια του άρθρου 4, παρα. 1 του Ομοσπονδιακού Νόμου, ημερ. 26/12/1995, Αρ. 208-FZ, η χρήση του ονόματος «Bank of Moscow» σε συνδυασμό με το νομικό προσδιορισμό του τύπου της εταιρείας «Open Joint Stock Company» είναι επιτρεπτός τρόπος αναφοράς και/ή χρήσης του ονόματος της Αιτήτριας. Με την πιο πάνω νομική ανάλυση ο ΜΕ2 καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο τρόπος με τον οποίο κατονομάζεται η Αιτήτρια στην υπό κρίση αίτηση εκκαθάρισης είναι επιτρεπτός με βάση το Ρωσικό δίκαιο. Είχα την ευκαιρία να επιθεωρήσω τις διατάξεις της πιο πάνω αναφερόμενης Ρωσικής Νομοθεσίας, τις οποίες παρέθεσε ο ΜΕ2 στο Παράρτημα 3 (Appendix 3) της γνωμάτευσής του (σελ. 63 και 64) και είμαι ικανοποιημένη πως όσα ανέφερε στη γνωμάτευσή του ανταποκρίνονται στις εν λόγω διατάξεις. Από πλευράς Υπεράσπισης δεν προσκομίστηκε αντικρουστική μαρτυρία νομικού εμπειρογνώμονα αναφορικά με το όνομα της Αιτήτριας κατά το Ρωσικό Δίκαιο. Οι γνωματεύσεις του ΜΥ2 (Έγγραφα ΙΒ και ΙΓ) δεν ασχολούνται με το θέμα αυτό. Ως εκ τούτου, είμαι ικανοποιημένη ότι είναι νόμιμος και νομότυπος ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται στην υπό κρίση αίτηση το όνομα της Αιτήτριας και ότι δεν πρόκειται για όνομα διαφορετικού νομικού προσώπου. Όπως επσημαίνει ο συνήγορος της Αιτήτριας στην τελική του αγόρευση, το όνομα της Αιτήτριας άλλαξε από τις 10/5/2016 και τούτο δεν επιδρά αναδρομικά στο χρόνο καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης. Συνεπώς, δεν επηρεάζεται το νομότυπο της αίτησης κατά το χρόνο καταχώρησής της. Το νέο όνομα θα ληφθεί υπόψη από το παρόν Δικαστήριο μόνο κατά την διατύπωση τυχόν Διατάγματος Εκκαθάρισης, σε περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελεν κρίνει ορθό και δίκαιο να εκδώσει τέτοιο Διάταγμα. Συνεπώς, ο λόγος ένστασης «Α», απορρίπτεται. Ε.1.
  19. Αναφορικά το ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση έγινε από Ρώσσο στα αγγλικά χωρίς να ορκίζεται ότι κατέχει τη γλώσσα αυτή και χωρίς να είναι νόμιμος αντιπρόσωπος της Αιτήτριας, αλλά και χωρίς να έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης. Ο κ. Gurin (ΜΕ1) ο οποίος υπέγραψε την Ένορκη Δήλωση προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης, αναφέρει μέσα στην Ένορκη του Δήλωση ότι αυτός διάβασε τις αγγλικές μεταφράσεις των ρωσικών εγγράφων και επιβεβαίωσε ότι αυτές είναι ορθές και πιστές μεταφράσεις. Περαιτέρω, κατά τη διάρκεια της ακρόασης, ο ΜΕ1 επιβεβαίωσε μέσω της γραπτής του Δήλωσης (Έγγραφο Α1) ότι γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα πολύ καλά. Ο συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση ο οποίος τον αντεξέτασε του υπέδειξε έγγραφα (αλληλογραφία και τεκμήρια επισυνημμένα σε δικόγραφα) τα οποία ήταν διατυπωμένα στην αγγλική γλώσσα και του ζήτησε να τα διαβάσει για να μπορεί να απαντήσει σε ερωτήσεις. Δεν αμφισβητήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία ότι όντως ο ΜΕ1, ο οποίος είχε ορκιστεί στην Αγγλική γλώσσα, γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα. Ως εκ τούτου, ούτε αυτός ο λόγος ένστασης (βλ. λόγο ένστασης «Β.1.» ανωτέρω) μπορεί να πετύχει. Επίσης ο κ. Gurin, παρουσίασε πληρεξούσια έγγραφα που ίσχυαν τόσο κατά την ημερομηνία καταχώρησης της Ένορκης του Δήλωσης όσο και κατά την ακρόαση, τα οποία εκδόθηκαν από την Αιτήτρια και τα οποία εξουσιοδότησαν τον ίδιο να υπογράψει την Ένορκη του Δήλωση εκ μέρους της και για λογαριασμό της Αιτήτριας και να δώσει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστήριο σε σχέση με την Καθ' ης η Αίτηση. Πρόκειται για τα Τεκμήρια 3 και 4 υπό Έγγραφο Α1 και το Έγγραφο Β. Συγκεκριμένα, το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α, το οποίο αποτελεί πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 10.10.2011 με ισχύ για περίοδο ενός έτους, καλύπτει την ουσιώδη ημερομηνία κατά την οποία αυτός ορκίστηκε την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση εκκαθάρισης ημερ. 2.12.
  20. Το λεκτικό του εν λόγω πληρεξουσίου καλύπτει το δικαίωμα του να δώσει ένορκη μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης της Αιτήτριας για εκκαθάριση ενός χρεώστη της. Το παραθέτω ꞉ "Joint Stock Commercial Bank "Bank of Moscow" (Open Joint Stock Company) [.] represented by its President Mr Mikhail Valerievich Kuzovlev, Chairman of the Board, acting on the basis of the Charter, does hereby appoint Mr Pavel Sergeyevich Gurin [.] hereinafter referred to as the Attorney to represent Bank of Moscow JSC [.] abroad in case of arbitration proceedings and all general jurisdiction courts, including the insolvency (bankruptcy) proceedings, [.] and to perform any other actions to implement these powers. The Attorney may [.] present evidence [.] and sign꞉ claims and other statements꞉ declarations of bankruptcy (insolvency) of the debtors of the Bank of Moscow; [.]". Επομένως το πιο πάνω πληρεξούσιο έγγραφο καθιστούσε τον κ. Gurin ως τον νόμιμο αντιπρόσωπο της Αιτήτριας για σκοπούς της παρούσας Αίτησης. Τα δε Τεκμήρια 3 υπό Έγγραφο Α1 και το Έγγραφο Β, επέκτειναν την ισχύ του πληρεξουσίου κατά τρόπο που κάλυπτε και την παρουσία του ως νομίμου αντιπροσώπου της Αιτήτριας καθά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Συνεπώς ο λόγος ένστασης Β.2 επίσης απορρίπτεται. Τα γεγονότα για τα οποία ορκίστηκε ο κ. Gurin κατά το χρόνο καταχώρισης της αίτησης εκκαθάρισης αφορούσαν στη σύναψη του χρέους και στο γεγονός ότι αυτό δεν είχε εξοφληθεί. Όπως ο ίδιος δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. το Έγγραφο Α1, στο οποίο αναφέρθηκα πιο πάνω περιγράφοντας συνοπτικά τον ΜΕ1), είχε, ως εκ της θέσης του, ανάμειξη στο χειρισμό του λογαριασμού του επίδικου δανείου και, ως εκ τούτου, ήταν πρόσωπο κατάλληλο να ορκιστεί για τα πιο πάνω γεγονότα. Τούτο ήταν αρκετό να αποδειχθεί προκειμένου ο ΜΕ1 να θεωρηθεί πρόσωπο κατάλληλο να ορκιστεί την ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση. Το ότι ο ΜΕ1 δεν είχε προσωπική γνώση των ισχυριζόμενων από την Καθ' ης η αίτηση γεγονότων περί της σύστασης «εμπιστεύματος» ή περί παράλληλης συμφωνίας για άλλο τρόπο εξόφλησης του δανείου, δεν δίστασε να το παραδεχθεί κατά την ακροαματική διαδικασία. Εκείνοι όμως οι ισχυρισμοί γεγονότων ήταν εν πάση περιπτώσει ισχυρισμοί για τους οποίους το βάρος ήταν στους ώμους της Καθ' ης η αίτηση να τους αποδείξει με ικανή και επαρκή μαρτυρία, εφόσον εκείνη τους ήγειρε. Συνεπώς ο λόγος ένστασης Β.3 επίσης απορρίπτεται. Ε.2 Αναφορικά με τους λόγους ένστασης περί αποκλειστικής αρμοδιότητας Ρωσικού Δικαστηρίου για επίλυση διαφοράς που άπτεται της εφαρμογής της Συμφωνίας Δανείου, ως προϋπόθεσης για την ανάληψη αρμοδιότητας εκδίκασης της αίτησης εκκαθάρισης. Είναι κοινώς αποδεκτό από τους διάδικους και τους νομικούς εμπειρογνώμονες που παρουσίασαν ως μάρτυρες ότι η επίδικη Συμφωνία Δανείου προβλέπει ότι αυτή θα ερμηνεύεται σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Σχετική η παρα. 12.
  21. της εν λόγω Συμφωνίας (ως το Έγγραφο Γ). Το σημείο επί του οποίου αντιμάχονται οι εκατέρωθεν γνωματεύσεις του ΜΕ2 και του ΜΥ2, αφορά στην ερμηνεία των συνεπειών της παρα. 12.
  22. Το ζήτημα εξετάστηκε υπό τις εξής δύο πτυχές꞉ πρώτον, πώς επιδρά στο δικαίωμα της Αιτήτριας να λάβει μέτρα για ανάκτηση του αξιούμενου ποσού του δανείου και, δεύτερον, αν το δικαίωμα της Αιτήτριας να προχωρήσει στην υποβολή αίτησης εκκαθάρισης της Καθ' ης η αίτηση υπόκειται στους όρους υπό τους οποίους ένας πιστωτής θα μπορούσε να το πράξει δυνάμει της Ρωσικής νομοθεσίας. Ο ΜΕ2 ανέφερε στη γνώματευσή του (Έγγραφο Στ, παρα. 4.1., σελ. 39) ότι για να μπορέσει να καταχωρηθεί στη Ρωσία αίτηση εκκαθάρισης μιας εταιρείας, σύμφωνα με το άρθρο 6 του Ομοσπονδιακού Νόμου αρ. 127-FZ, ημερ. 26.10.2002, χρειάζεται να πληρούνται τρεις προϋποθέσεις, μία εκ των οποίων είναι το ποσό που αξιώνεται από το χρεώστη να έχει επιβεβαιωθεί με δεσμευτική απόφαση δικαιοδοτικού οργάνου, ήτοι είτε του Δικαστηρίου γενικής δικαιοδοσίας, είτε του εμπορικού δικαστηρίου είτε διαιτητικού. Στη σελίδα 66 της γνωμάτευσής του, ο ΜΕ2 παραθέτει το κείμενο των διατάξεων του άρθρου 6, παρα. 3 του προαναφερθέντος Νόμου, όπου αναφέρονται τα εξής꞉ «
  23. To initiate a bankruptcy case on the application of a bankruptcy creditor and also on the application of an authorised body in respect of monetary obligations, one shall take into account claims confirmed by a decision of a court, court of arbitration, umpire that has become final.». Όπως όμως διευκρινίζει στην παρα. 4.3 της γνωμάτευσής του (βλ. σελ. 40 του Εγγράφου Στ), ο πιο πάνω Ρωσικός Νόμος εφαρμόζεται μόνο αναφορικά με διαδικασίες εκκαθάρισης νομικών οντοτήτων οι οποίες συστάθηκαν δυνάμει Ρωσικού νόμου. Παραπέμπει συναφώς στις πρόνοιες του Άρθρου 1 παρα. 2 του Ομοσπονδιακού Νόμου αρ. 127-FZ, οι οποίες προβλέπουν ότι꞉ «The effect of the present Federal Law shall extend to all legal entities, which may be declared insolvent (bankrupt) in accordance with the Civil code of the Russian Federation.». Εισηγείται ότι η πιο πάνω νομική του εκτίμηση επιβεβαιώνεται και από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρα. 5 του ίδιου Νόμου, όπου αναφέρονται τα εξής꞉ «The relations which are governed by the present Federal Law and involve foreign entities as creditors shall be subject to the provisions of the present Federal law, except as otherwise is envisaged by an international treaty of the Russian Federation.». Δηλαδή, μόνο όπου Ρωσική εταιρεία είναι χρεώστης και κινείται διαδικασία εκκαθάρισης εναντίον της από αλλοδαπό πρόσωπο ως πιστωτή, τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του πιο πάνω Ρωσικού Νόμου. Προχωρεί ο ΜΕ2 και εισηγείται (βλ. την παρα. 4.10, σελ. 42 του Εγγράφου Στ) ότι υπό το φως των πιο πάνω η καθ' ης η αίτηση στην υπό κρίση αίτηση εκκαθάρισης, εφόσον δεν είναι εταιρεία η οποία να συστάθηκε δυνάαμει του Ρωσικού νόμου, δεν υπόκειται στις πιο πάνω διατάξεις της Ρωσικής νομοθεσίας. Η εκκαθάρισή της υπόκειται στην Κυπριακή νομοθεσία, δυνάμει της οποίας συστάθηκε η Καθ' ης η αίτηση, ανεξαρτήτως του ότι τα συμβαλλόμενα μέρη της επίδικης Συμφωνίας Δανείου επέλεξαν να διέπεται η εν λόγω Συμφωνία από το Ρωσικό δίκαιο. Η πιο πάνω νομική θεώρηση είναι ορθή. Δηλαδή ορθά ο ΜΕ2 εντόπισε ότι η Καθ' ης η αίτηση, ως εταιρεία συσταθείσα δυνάμει του Κυπριακού δικαίου, δεν υπάγεται στις διατάξεις του Ρωσικού Ομοσπονδιακού Νόμου αρ. 127-FZ και ότι συνεπακόλουθα δεν εφαρμόζεται στην περίπτωσή της η υποχρεωτική προϋπόθεση που θέτει ο εν λόγω Ρωσικός Νόμος, περί εξασφάλισης δικαστικής ή διαιτητικής απόφασης προς επιβεβαίωση του χρέους προκειμένου να υπάρχει δικαίωμα καταχώρησης αίτησης εκκαθάρισης κατά της χρεώστιδας εταιρείας. Υιοθετώ την πιο πάνω νομική εκτίμηση και απορρίπτω συνεπακόλουθα το λόγο ένστασης «Ε». Ωστόσο, κρίνω ότι η πιο πάνω διαπίστωση δεν απαντά πλήρως στην ένσταση που ήγειρε η Καθ' ης η αίτηση στην υπό κρίση αίτηση εκκαθάρισης, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το λόγο ένστασης «Δ». Εξηγώ πιο κάτω. Αν τα μέρη της Σύμβασης Δανείου επέλεξαν, με ρητό όρο της σύμβασής τους, να καταστήσουν υποχρεωτική την προσφυγή σε Διαιτητικό Δικαστήριο προκειμένου να επιλύσουν οποιαδήποτε μεταξύ τους συμβατική διαφορά προτού λάβουν άλλα δικαστικά μέτρα, τότε είναι αντισυμβατική και πρόωρη η λήψη άλλων δικαστικών μέτρων προτού το θιγόμενο μέρος προσφύγει σε ένα τέτοιο Διαιτητικό Δικαστήριο, το οποίο έχει υποχρεωτική και αποκλειστική αρμοδιότητα να επιλύσει τη μεταξύ τους διαφορά. Είναι με αυτό το πνεύμα που, όπως το αντιλαμβάνομαι, ο ΜΥ2 εντόπισε (βλ. παρα. 3.
  24. του Έγγραφου ΙΒ), ότι η Αιτήτρια απέτυχε και/ή παρέλειψε να αποταθεί στο αρμόδιο όργανο επίλυσης διαφορών (το Διεθνές Εμπορικό Διαιτητικό Δικαστήριο στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο της Ρωσικής Ομοσπονδίας) για να αποδείξει την ύπαρξη και την έκταση των δανειακών υποχρεώσεων των χρεωστών της δυνάμει των επίμαχων Συμφωνιών Δανειοδότησης. Και είναι με το ίδιο πνεύμα, που ο ΜΥ2 διευκρίνισε στην παρα. 3.
  25. της δεύτερης γνωμάτευσής του, ως το Έγγραφο ΙΓ, τη θέση του ότι (σε ελεύθερη μετάφραση) «η Αιτήτρια Τράπεζα της Μόσχας δεν δύναται να προβεί στη λήψη μέτρων ανάκτησης του ισχυριζόμενου χρέους δυνάμει της Συμφωνίας Δανείου ημερ. 19.12.2009 χωρίς να αποταθεί προηγουμένως στο Διεθνές Εμπορικό Διαιτητικό Δικαστήριο στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο της Ρωσικής Ομοσπονδίας για να λάβει απόφαση για το ποσό που δικαιούται να εισπράξει», με ρητή επίκληση της παρα. 12.
  26. της επίδικης Συμφωνίας Δανείου και όχι οποιασδήποτε Ρωσικής νομοθετικής διάταξης περί εκκαθαρίσεων. Η παρα. 12.
  27. της επίδικης Συμφωνίας Δανείου προβλέπει τα εξής (βλ. το τεκμήριο με την ένδειξη Έγγραφο Γ)꞉ «Any dispute, controversy or claim which may arise out of or in connection with this Agreement, or the execution, breach, termination or invalidity thereof, shall be settled by the International Commercial Arbitration court at the chamber of Commerce and Industry of the Russian Federation in accordance with its Rules. Arbitration shall be conducted by three arbitrators in Russian language in Moscow, the Russian Federation.». Υπό το φως της πιο πάνω παρατεθείσας ρήτρας που υπάρχει στην επίδικη Συμφωνία Δανείου, θα συμφωνήσω με τη θέση του ΜΥ2 ότι, εφόσον η Αιτήτρια θεωρούσε ότι η Καθ' ης η αίτηση παρέλειψε να εκπληρώσει τις συμβατικές υποχρεώσεις της για αποπληρωμή του χρέους και ότι ως εκ τούτου παρέβηκε τη σύμβαση (breach), ενώ η Καθ' ης αρνήθηκε την οφειλή (βλ. την επιστολή ως το Έγγραφο Δ), έπρεπε (βλ. τη λέξη «shall») να παραπέμπεψει τη διαφορά αυτή σε διαιτησία ενώπιον του Διεθνούς Εμπορικού Διαιτητικού Δικαστηρίου της Ρωσίας, όπου και να εγείρει τη συναφή αξίωσή της (claim), το Διαιτητικό Δικαστήριο θα αποφάσιζε αν πράγματι η Αιτήτρια είχε δικαίωμα να εισπράξει το ποσό που απαιτεί ή όχι. Η πιο πάνω διαδικαστική υποχρέωση της Αιτήτριας ήταν απόρροια της Συμφωνίας δανείου και όχι απόρροια είτε Ρωσικής είτε Κυπριακής νομοθετικής διάταξης αναφορικά με τους όρους υπό τους οποίους δύναται να προωθηθεί αίτηση για εκκαθάριση μιας εταιρείας. Αποδέχομαι λοιπόν το λόγο ένστασης «Δ» που ήγειρε η καθ' ης η αίτηση. Ε.
  28. Αναφορικά με τους λόγους ένστασης που άπτονται της ουσίας της αίτησης. Με δεδομένο ότι επί της ουσίας της υπόθεσης, η ένσταση άρχεται από το σημείο που συντάχθηκε αυτή η ίδια η Ειδοποίηση Απαίτησης Πληρωμής στην Καθ' ης η αίτηση, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το κείμενο της επίδικης Ειδοποίησης, όπως επιδόθηκε (Έγγραφο ΙΔ)꞉ «Bank of Moscow 15, Kuznetsky Most Str. Moscow 107996 Russia [Tel.[.] Fax. [.] www.[...] info@[...]] CRAZIENO HOLDINGS LIMITED 8, Kennedy 1st florr, Office no. 103 1087, Nicosia, Cyprus. BY HAND Re꞉ USD 30,000,000 Loan Agreement No. 14-114/15/747-09-KP entered into between Joint stock commercial bank - Bank of Moscow (open joint stock company) and CRAZIENO HOLDINGS LIMITED (the "Company") dated 18 December 2009 (the "Loan Agreement") - Your Debt of USD 30,000,000 plus accrued interest. Dear Sirs, As you are aware, on 17 June 2011 the loan term has expired and the sum owed by you under the above mentioned Loan Agreement of USD 30,000,000 plus annual interest 8% from that date became due and payable, but so far you have failed to effect any payment towards your debt. Therefore by the present notice we hereby call upon you to pay all sums owed to us from 17 June 2011 under the above mentioned Loan Agreement, that is the outstanding amount of USD 30,000,000 plus annual interest 8% accrued on the amount of USD 30,000,000 within 21 days following receipt of this notice, take any steps necessary to protect our rights as a creditor of your Company including proceeding with the filing of a petition to wind up your Company, without any further notice to you. Yours faithfully, Svetlana Tolkacheva Vice - President - Director of Department of investment assets Victor Solomin Deputy Director of Department of investment assets». Στο κάτω μέρος της επιστολής αναγράφονται επίσης τα εξής στοιχεία αναφορικά με τη διοίκηση της Τράπεζας της Μόσχας꞉ «Chairman of the Board of Directors - Andrey L. Kostin President and CEO - Mikail V. Kuzovlev Members of Executive Board꞉ Ludmila N Davidova, Sergei V Ermolaev, Vladimir V Fedorov, Andrei A. Gem[.][8], Pavel I Gorbatsevich, Irina R Nikitenko, Gennadiy V. Solo[.][9], Tatiana V Udaitsova, Alexander G Yastrib.». Ε.3.
  29. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι η Ειδοποίηση Απαίτησης Πληρωμής συντάχθηκε στην Αγγλική γλώσσα και όχι στην Ελληνική γλώσσα. Κατ' αρχάς, θα πρέπει να λεχθεί ότι η Ειδοποίηση Απαίτησης Πληρωμής δεν αποτελεί δικόγραφο. Πρόκειται απλώς για έγγραφο το οποίο δέον να επισυνάπτεται ως τεκμήριο στην ένορκη δήλωση που καταχωρείται μαζί με την αίτηση εκκαθάρισης προς απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν τις προϋποθέσεις για την εκκαθάριση μιας εταιρείας. Το ότι η Αιτήτρια επέλεξε να συντάξει την Ειδοποίηση Απαίτησης Πληρωμής στην Αγγλική γλώσσα δεν προσκρούει επομένως σε οποιοδήποτε κανόνα αναφορικά με τη γλώσσα σύνταξης δικογράφων. Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο έχει εξουσία να αποδεχθεί σε ξένη γλώσσα οποιοδήποτε έγγραφο που χρησιμοποιείται σε δικαστική διαδικασία και διατηρεί συγχρόνως την εξουσία, αν το θεωρήσει προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να επιβάλει όπως το εν λόγω έγγραφο μεταφραστεί στην Ελληνική γλώσσα. Τούτο επεξηγείται στο Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Γ. Σάντη, «Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», Hippasus, Λευκωσία 2014, σελ. 76 - 77, όπου αναφέρεται ότι η υιοθέτηση της Ελληνικής στα Δικαστήρια είχε δημιουργήσει σοβαρό πρόβλημα στην αποδοχή γραπτής μαρτυρίας αφού αρκετά έγγραφα που είχαν συνταχθεί στην Αγγλική (όπως φορτωτικές πλοίων, ένορκες δηλώσεις που είχαν υπογραφεί στο εξωτερικό και έγγραφα που ήσαν απαραίτητα σε υποθέσεις ναυτοδικείου) δεν μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά δίχως να είναι μεταφρασμένα στην Ελληνική. Προς επίλυση των δυσκολιών που ανέκυψαν μετά από σχετική τροποποίηση του περί Επισήμων γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμου 67/88, με τον περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας (Τροποποιητικό) Νόμο 154/90, δόθηκε ευχέρεια στα Δικαστήρια με το άρθρο 5
(1)10 να αποδέχονται ως μαρτυρία έγγραφα συνταγμένα σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα. Τα Δικαστήρια περιβλήθηκαν με διακριτική ευχέρεια, όταν το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλει, να διατάζουν μετάφραση εγγράφου ή μέρους εγγράφου σε οποιαδήποτε από τις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας (άρθρο 5
(2)), με τη λέξη έγγραφο να περιλαμβάνει και ένορκες δηλώσεις (Τόσκας ν BNP Paribas (Cyprus) Limited
(2010)1(Γ) ΑΑΔ 1962). Στην παρούσα υπόθεση, δεν ξενίζει το Δικαστήριο το γεγονός ότι η Ειδοποίηση Απαίτησης πληρωμής συντάχθηκε στην Αγγλική γλώσσα, εφόσον 10 Προσαγωγή εγγράφων 5.-
(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του Νόμου αυτού ή οποιουδήποτε άλλου νόμου, σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία γίνεται αποδεκτό ως αποδεικτικό μέσο και έγγραφο συνταγμένο σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα.
(2)Το δικαστήριο μπορεί, όταν το συμφέρον της δικαιοσύνης το επιβάλλει, να διατάξει τη μετάφραση εγγράφου ή μέρους αυτού στις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας ή σ' οποιαδήποτε απ' αυτές.
(3)Δεν απαιτείται η μετάφραση εγγράφου, το οποίο συντάχθηκε στην αγγλική γλώσσα μέχρι τη 15η Αυγούστου 1989.
(4)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, έγγραφο περιλαμβάνει και ένορκη δήλωση. τούτη ήταν και η γλώσσα στην οποία είχε συνταχθεί η επίδικη Συμφωνία Δανείου και ήταν γλώσσα κατανοητή προς την Καθ' ης η αίτηση. Ούτε φάνηκε να δημιουργεί οποιοδήποτε πρόβλημα κατανόησης του περιεχομένου της Ειδοποίησης στην Καθ' ης η αίτηση, αφού αυτή απάντησε στην εν λόγω Ειδοποίηση εμπρόθεσμα μάλιστα. Συνεπώς, ουδεμία παρατυπία υφίσταται ως εκ της σύνταξης της Ειδοποίησης Απαίτησης πληρωμής στην Αγγλική και κανείς κίνδυνος για την απονομή δικαιοσύνης στην υπόθεση δημιουργήθηκε. Απορρίπτεται και αυτός ο λόγος ένστασης. Ε.3.
  1. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι η Ειδοποίηση Απαίτησης Πληρωμής δεν κάνει ρητή αναφορά στο ότι εκδόθηκε βάσει του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και δεν φέρει ημερομηνία έκδοσης. Είναι φανερό ότι στην επίδικη Ειδοποίηση Απαίτηση Πληρωμής, όπως την παρέθεσα πιο πάνω, δεν υπήρχε αναφορά στη σχετική διάταξη του Κεφ. 113 επί της οποίας στηρίχθηκε, ούτε η ημερομηνία έκδοσής της. Επισύναψε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ΄ης η αίτηση στην τελική του αγόρευση αντίγραφο δείγματος απαίτησης πληρωμής (demand letter) από το Atkins Court Forms, 2nd ed., 11 (βλ. Παράρτημα Α1) στο οποίο φαίνεται ότι θα πρέπει οπωσδήποτε να αναγράφεται η σχετική διάταξη του Νόμου και η ημερομηνία. Eπίσης, επισύναψε ως Παράρτημα Α2 απόσπασμα από τα Halsbury's Laws of England, στο οποίο φαίνεται ότι μια απαίτηση πληρωμής πρέπει οπωσδήποτε να αναγράφει την ημερομηνία. Δεν υπάρχει επιτακτική πρόνοια στον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, ή και στους περί Εκκαθαρίσεων κανονισμούς, βάσει της οποίας θα έπρεπε να αναφερθεί ρητώς στην Ειδοποίηση Απαίτησης Πληρωμής το άρθρο του Νόμου στο οποίο θα βασιζόταν η Αιτήτρια για να ζητήσει την εκκαθάριση της Καθ' ης εάν εκείνη δεν συμμορφωνόταν με τις υποχρεώσεις της. Εύστοχες είναι οι ακόλουθες επισημάνσεις του συνηγόρου της Αιτήτριας στην τελική του αγόρευση, τις οποίες υιοθετώ ως ορθές꞉ • Το Παράρτημα Α1, απόσπασμα από το Atkins Court Forms 2nd ed., δεν είναι δείγμα απαίτησης πληρωμής αλλά δείγμα φόρμας για την σύνταξη μιας αίτησης εκκαθάρισης (σελίδα 723 του Παραρτήματος Α1 - Winding Up Petition by creditor who has served statutory demand for payment). • Στο κείμενο του δείγματος της αίτησης εκκαθάρισης αναφέρεται το κείμενο της απαίτησης πληρωμής στην οποία βασίζεται η εν λόγω αίτηση και στο κείμενο αυτής αναφέρεται ημερομηνία. Φανερά ο λόγος για την ημερομηνία είναι γιατί μέσω της απαίτησης ο πιστωτής ζητά αποπληρωμή εντός 21 ημερών «from the date hereof» συνεπώς για να έχει νόημα το «hereof» έπρεπε να αναφέρει ημερομηνία. Απεναντίας στην υπό κρίση περίπτωση η απαίτηση ζητά πληρωμή εντός 21 ημερών «following the receipt of this notice» και συνεπώς δεν χρειάζεται ημερομηνία σύνταξης για να μπορέσει η Καθ' ης να υπολογίσει τις ημέρες της προθεσμίας των 21 ημερών. • Επίσης το Παράρτημα Α2 - απόσπασμα από τα Halsbury's Laws of England του 2013 - αφορά απαίτηση πληρωμής κάτω από το Insolvency Act 1986 της Αγγλίας όχι κάτω από το Companies Act 1948 από το οποίο θα μπορούσε να αντληθεί καθοδήγηση για τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
  2. Όπως αναφέρει το ίδιο το Παράρτημα Α2, στην υποσημείωση 1, υπάρχει καθορισμένος τύπος για απαίτηση πληρωμής (statutory demand) ο οποίος προβλέπεται στους Insolvency Rules 1986, SI 1986/1925, στο Schedule 4, form 6.1, ενώ δεν υπάρχει καθορισμένος τύπος βάσει των κανονισμών που ισχύουν στην Κύπρο. Απορρίπτεται ο πιο πάνω λόγος ένστασης. Ε.3.
  3. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι δεν ήταν κατάλληλα υπογεγραμμένη η Ειδοποίηση Απαίτησης Πληρωμής από τον πιστωτή. Η επίδικη Ειδοποίηση Απαίτησης Πληρωμής (Έγγραφο ΙΔ) είναι υπογεγραμμένη από τα εξής δύο πρόσωπα꞉ • τη Svetlana Tolkacheva (Vice- President, Director of Department of Investment Assets), και • τον Victor Solomin (Director of Department of Investement Assets). Ορθά επισημαίνει ο συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση ότι το λεκτικό του άρθρου 212(α) του περί Εταιρειών Νόμου προνοεί ότι η απαίτηση πληρωμής θα πρέπει να είναι υπογεγραμμένη από τον πιστωτή. Όπως λέχθηκε στην Γεωργίου Νικολάου v Total Properties Ltd κ.α.
(2011)1 Β Α.Α.Δ 1358, 14/07/2011꞉ «[...] η σαφήνεια στη διατύπωση των επίμαχων λέξεων του άρθρου 212(α), δεν επιτρέπει επέκταση του πεδίου εφαρμογής τους έτσι ώστε να καλύπτουν και τις υπογραφές αντιπροσώπων του πιστωτή ή άλλων προσώπων που υπογράφουν εκ μέρους και για λογαριασμό του τελευταίου. Εκεί όπου ο νομοθέτης επιθυμούσε κάτι τέτοιο, μερίμνησε ανάλογα. Ενδεικτικό παράδειγμα συνιστούν οι πρόνοιες του άρθρου 91
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, οι οποίες προνοούν ρητά ότι, «Όταν, δυνάμει του Νόμου αυτού, απαιτείται όπως υπογραφτεί οποιοδήποτε έγγραφο ή γραπτό κείμενο από οποιοδήποτε πρόσωπο, δεν είναι αναγκαίο όπως αυτό υπογράψει τούτο ιδιοχείρως, αλλά είναι αρκετό αν η υπογραφή του τεθεί επ' αυτού από κάποιο άλλο πρόσωπο με ή δυνάμει εξουσιοδότησής του». Στην παρούσα περίπτωση είναι καθαρό ότι τέτοια άδεια ή εξουσιοδότηση δεν δόθηκε από τις πρόνοιες του άρθρου 212(α), ούτε και είναι δυνατό να εισαχθούν στο λεκτικό του συγκεκριμένου άρθρου.». Η εξουσία υπογραφής του εν λόγω εγγράφου από το πρόσωπο του οποίου η υπογραφή απαιτείται όπως στην κρινόμενη περίπτωση (δηλαδή του πιστωτή) δεν μπορεί να εκχωρηθεί σε τρίτο (βλ. Re Prince Blucher, Ex. P. Debtor
(1931)2Ch. 70). Στην μνημονευθείσα απόφαση λέχθηκε επίσης ότι꞉ «Δεν διαφεύγει της προσοχής μας ότι ο αριθμός και η φύση των εμπορικών συναλλαγών, στη σύγχρονη εποχή που ζούμε, έχει διαφοροποιηθεί ουσιαστικά και προϋποθέτει μια πιο ευέλικτη ρύθμιση που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των καιρών και στην αμεσότητα που επιβάλλουν οι συναλλακτικές σχέσεις. Εναπόκειται βέβαια στο νομοθέτη να προβεί στη λήψη των αναγκαίων για σκοπούς θεραπείας μέτρων, τα οποία να σημειωθεί εφαρμόζονται ήδη σε χώρες με παρόμοια νομικά συστήματα όπως και στον τόπο μας (Insolvency Rules
(1986)Statutory Instrument 1986/1925, r. 4.4
(3))». Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση παρέπεμψε το Δικαστήριο και στο εξής απόσπασμα από το Σύγγραμμα του Derek French, «Applications to Wind Up Companies», 2nd ed., Oxford University Press, παρα. 2.3.1.2, σελ. 154, το οποίο αναφέρει ότι: "A petitioner does not have to be a natural person: a company may petition. A petition presented in the name of a company must be authorized by those with power to conduct the company's litigation (normally the company's board of directors)" Κατ' επέκταση, ο συνήγορος της Καθ' ης εισηγήθηκε στην τελική του αγόρευση ότι μια απαίτηση πληρωμής (Statutory Demand) μπορεί να υπογραφεί όσον αφορά ένα νομικό πρόσωπο από τους διοικητικούς της συμβούλους. Επισημαίνει ο συνήγορος Υπεράσπισης στην τελική του αγόρευση ότι όπως εξήχθη από τη μαρτυρία του ΜΕ1 η επίδικη Ειδοποίηση/Απαίτηση πληρωμής δεν υπογράφεται από Αξιωματούχο της Αιτήτριας Εταιρείας, εν τη εννοία του Νόμου, αλλά από τμηματάρχες της Αιτήτριας Εταιρείας. Συγκεκριμένα, ο συνήγορος της Καθ' ης σημειώνει ότι κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 προέκυψε ότι την Ειδοποίηση Απαίτησης πληρωμής δεν υπογράφει κανένα μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Αιτήτριας Τράπεζας. Αντ' αυτού, η ειδοποίηση υπογράφηκε από το Διευθυντή Τμήματος Επενδύσεων και από την Αντιπρόεδρο Διευθύντρια του Τμήματος Επενδυτικών στοιχείων της Αιτήτριας. Από την άλλη, ο συνήγορος της Αιτήτριας εισηγείται ότι από τη μαρτυρία που έδωσε ο ΜΕ1 προκύπτει ότι η Ειδοποίηση Απαίτησης πληρωμής υπογράφτηκε από δεόντως εξουσιοδοτημένα άτομα. Επισημαίνει συναφώς ότι η κα. Tolkacheva Svetlana (Αντιπρόεδρος - Διευθύντρια του Τμήματος Επενδυτικών στοιχείων της Αιτήτριας) ενεργούσε σύμφωνα με το Πληρεξούσιο Έγγραφο Αρ. 887 ημερομηνίας 3 Μαΐου, 2011 - Τεκμήριο 12 υπό Έγγραφο Α1, καθώς επίσης όπως ανέφερε ο ΜΕ1, η θέση της κας. Tolkacheva της επέτρεπε να υπογράφει τέτοιου είδους απαιτήσεις (σχετικά τα πρακτικά της δικασίμου ημερ. 13/10/2015, σελ. 6, γραμμές 12-14, σελ. 9, γραμμές 16-19, σελ. 10 γραμμές 12-24). Επισημαίνει περαιτέρω ο συνήγορος της Αιτήτριας ότι το δεύτερο άτομο που υπογράφει την Ειδοποίηση Απαίτησης πληρωμής, δηλ. ο κ. Solomin Victor (Αναπληρωτής Διευθυντής του Τμήματος Επενδυτικών στοιχείων της Αιτήτριας), ενεργούσε σύμφωνα με τους εσωτερικούς τραπεζικούς κανονισμούς που ήταν σε ισχύ τότε και ο οποίος επίσης λόγω της θέσης του μπορούσε να υπογράφει τέτοιες απαιτήσεις (βλέπε πρακτικά σελ. 6, γραμμές 1820 και 24). Ο συνήγορος της Αιτήτριας παρατηρεί επίσης ότι ενώ ζητήθηκε από τον ΜΕ1 από τον συνήγορο της Καθ' ης η αίτηση να προσκομίσει τους εν λόγω κανονισμούς στο Δικαστήριο κατά την επόμενη δικάσιμο μαζί με μετάφραση (βλέπε πρακτικά ημ. 13/10/2015, δελ. 7, γραμμές 11-18), εντούτοις όταν ο ΜΕ1 έφερε τους κανονισμούς μαζί με μετάφραση, αναφέρθηκε αυτό ενώπιον του Δικαστηρίου (βλέπε πρακτικά ημ. 15/10/2015, σελ. 1-2) και δόθηκε αντίγραφο των Κανονισμών στον συνήγορο της Καθ' ης η Αίτηση. Εντούτοις ο συνήγορος της Καθ' ης επέλεξε να μην ζητήσει να κατατεθούν ως τεκμήριο και δεν έθεσε καμία ερώτηση σε σχέση με αυτούς. Με αυτό το σκεπτικό ο συνήγορος της Αιτήτριας εισηγείται ότι η Καθ' ης απέτυχε να αποδείξει τον ισχυρισμό της πως τα άτομα που υπέγραψαν την απαίτηση δεν ήταν εξουσιοδοτημένα να το πράξουν και σίγουρα δεν το απέδειξε σε σχέση με τον κ. Solomin. Ο μάρτυρας της Αιτήτριας κ. Gurin, ανέφερε πως και ένα άτομο να υπέγραφε την απαίτηση ο οποίος ήταν εξουσιοδοτημένος να το πράξει, τότε η απαίτηση είναι έγκυρη. Δεν αμφισβητήθηκε επί τούτου. Έχω διεξέλθει το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 12 υπό Έγγραφο Α1 και δεν έχω ικανοποιηθεί ότι οι όροι εντολής της πληρεξουσιότητας καλύπτουν την υπογραφή εγγράφου όπως είναι η Ειδοποίηση Απαίτησης πληρωμής, από την κα Tolkacheva Svetlana. Το μόνο που ήταν εξουσιοδοτημένη αυτή να πράττει ήταν꞉ • to take pledge and release from pledge securities and other property subject to the pledge agreements signed by the Bank upon full repayment of the indebtedness by a secured note ore based on the decision of a Bank authority. [.] • jointly with the Chief Accountant or Chief Accountant Deputy of Bank of Moscow, OJSC sign indebtedness reconcilement certificates [.] • sign acceptance certificates for the documents on the operations effected within the framework of the contracts of the Bank [.]. • Sign onerous service contracts, as well as document related to the execution of such contracts (including acceptance certificates), • Sign confidentiality agreements. Δεδομένου ότι δεν επρόκειτο για γενικά διατυπωμένο πληρεξούσιο αλλά για περιορισμένη εξουσιοδότηση, το λεκτικό της θα πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά και όχι διασταλτικά. Δεν προκύπτει από το εν λόγω λεκτικό με βεβαιότητα η εξουσιοδότησή της για υπογραφή της Ειδοποίησης Απαίτησης Πληρωμής. Το λεκτικό που θα ήταν κατάλληλο να καλύψει τέτοια περίπτωση, η Αιτήτρια φαίνεται να το είχε, για παράδειγμα, ενσωματώσει στο Πληρεξούσιο που έδωσε προς τον ΜΕ1 (βλ. παρα. (
  1. ii)στο Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α1), ήτοι «(
  2. ii)To sign and/or send and or serve any letter and/or notice and/or statutory notices and or to initiate or take any steps related to such demand or claim». Όσον αφορά τον κ. Solomin, δεν έχουν τεθεί ενώπιον μου ως τεκμήριο οι εσωτερικοί κανονισμοί της Αιτήτριας και ως εκ τούτου δεν μπορώ να ασκήσω δικαστικό έλεγχο για να αποφανθώ αν πράγματι καλύπτουν την εξουσιοδότησή του για να υπογράψει την Ειδοποίηση Απαίτησης Πληρωμής. Πάντως, θα συμφωνήσω με την επισήμανση του συνηγόρου της Αιτήτριας στην τελική του αγόρευση, ότι σύμφωνα και με τα λεγόμενα του ΜΕ2, η ίδια η Τράπεζα της Μόσχας δεν αμφισβητεί εδώ την εξουσία των πιο πάνω δύο προσώπων να υπογράψουν την Ειδοποίηση και να την αντιπροσωπεύσουν ως πιστωτή. Συνεπώς, το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού ότι ο κ. Solomin δεν είχε τέτοια εξουσιοδότηση βρίσκεται στους ώμους της Καθ' ης η αίτηση, η οποία αμφισβήτησε την κανονικότητα της υπογραφής. Ε.3.2. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι δεν έγινε νομότυπη επίδοση της Ειδοποίησης Απαίτησης Πληρωμής. Είναι η θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι η επίδοση έγινε σε πρόσωπο μη εξουδιοδοτημένο να δέχεται επιδόσεις για την εταιρεία. Αναφέρεται στην ένορκο δήλωση του επιδότη ότι η Ειδοποίηση Απαίτησης πληρωμής επιδόθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο σε κάποια κα Ειρήνη Χριστοφή. Τόσο στους λόγους ένστασης όσο και κατά την ακροαματική διαδικασία προβλήθηκε στο δικαστήριο η θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι δεν επιδόθηκε η απαίτηση πληρωμής σε πρόσωπο εξουσιοδοτημένο να λαμβάνει επιδόσεις. Αμφισβητήθηκε δηλαδή ότι η κυρία Χριστοφή ήταν αρμόδιο πρόσωπο να παραλάβει την επίδοση αφού δεν ήταν αξιωματούχος, διευθυντής ή γραμματέας της Καθ' ης εταιρείας. Ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι δεν γνωρίζει ποια είναι αυτή η κα Χριστοφή και ότι δεν εργοδοτούσαν κάποια Ειρήνη Χριστοφή (πρακτικά ημερομηνίας 23/03/2016, σελ. 36, γραμμές 7-12). Η Ένορκη Δήλωση Επίδοσης φαίνεται στο Τεκμήριο 19 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Εκεί αναφέρει ότι η κα. Ειρήνη Χριστοφή ήταν άτομο αρμόδιο να παραλαμβάνει έγγραφα εκ μέρους της Καθ' ης και βρισκόταν στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Δεν ζητήθηκε να αντεξεταστεί ο επιδότης από το συνήγορο της Καθ' ης η αίτηση. Πέραν αυτού, η Καθ' ης η αίτηση δεν αμισβήτηση ποτέ ότι έλαβε γνώση της Ειδοποίησης Απαίτησης Πληρωμής. Αντ' αυτού παρουσίασε στο Δικαστήριο την επιστολή - απάντησή της, ημερ. 19.10.2011, στην επιδοθείσα Ειδοποίηση Απαίτησης πληρωμής, αναγνωρίζοντας ότι είχε παραλάβει την εν λόγω Ειδοποίηση και ότι είχε μάλιστα την ευκαιρία να ανταποκριθεί σε αυτήν εμπρόθεσμα. Επομένως, δεν αμφισβήτησε η Καθ' ης η αίτηση ότι εκπληρώθηκε ο θεσμοθετημένος σκοπός της επίδοσης, που είναι το να λάβει γνώση ο επηρεαζόμενος για τη νομική πράξη ή το νομικό διάβημα που τον επηρεάζει. Καθίσταται θεωρητικό και ακαδημαϊκό υπό τις πιο πάνω συνθήκες το ζήτημα του νομότυπου της επίδοσης. Ε.3.3. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι έπασχε η Ειδοποίηση Απαίτησης Πληρωμής καθ' ότι, καθ' ον χρόνο αυτή επεδόθη στην Καθ' ης η αίτηση, εδραζόταν επί Συμφωνίας Δανείου που δεν είχε καμία ισχύ στην Κυπριακή Δημοκρατία διότι δεν είχε χαρτοσημανθεί. Στην τελική του αγόρευση ο συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση εισηγείται ότι πάσχει η απαίτηση πληρωμής, αφού στηρίχθηκε σε συμφωνία δανείου, η οποία, κατά τον Οκτώβριο 2011, δεν ήταν χαρτοσημασμένη και όπως προαναφέρθηκε το άρθρο 21[10] του περί Χαρτοσήμου Νόμου του 1963 (Ν.19/63)προνοεί ότι δε θα έχει ισχύ το έγγραφο έως ότου χαρτοσημανθεί. Παρατηρώ ότι τέτοιος λόγος ένστασης δεν είχε δικογραφηθεί και δεν δύναται να εισαχθεί μέσω της αγόρευσης δικηγόρου. Ως εκ τούτου, δεν χρήζει ενασχόλησης από το Δικαστήριο. Στο βαθμό που η μη χαρτοσήμανση του εγγράφου της Συμφωνίας Δανείου επηρέαζε τη δεκτότητα του εγγράφου ως τεκμηρίου κατά την ακροαματική διαδικασία, τούτο το θέμα είχε δικαίωμα να το εγείρει ο συνήγορος της Καθ' ης κατά την ακροαματική διαδικασία και επιλύθηκε με την ενδιάμεση απόφαση του παρόντος δικαστηρίου ημερ. 7.9.2015. Τίποτα περαιτέρω δεν χρειάζεται να λεχθεί. Ε.3.4. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι ήταν πρόωρη η έκδοση Ειδοποίησης Απαίτησης Πληρωμής λόγω μη αποκρυστάλλωσης του χρέους, δεδομένης της μη εξασφάλισης απόφασης από αρμόδιο Ρωσσικό Δικαστήριο το οποίο είχε αποκλειστική αρμοδιότητα να επιλύσει διαφορά που αφορούσε στην εφαρμογή της Συμφωνίας Δανείου. Έχω ήδη καταλήξει να αποδέχομαι πιο πάνω το λόγο ένστασης «Δ» που ήγειρε η Καθ' ης η αίτηση, αποδεχόμενη ουσιαστικά ότι βάσει της παρα. 12.2 της Συμφωνίας Δανείου η Αιτήτρια είχε υποχρέωση να παραπέμψει σε Διαιτησία τη διαφορά που δημιουργήθηκε ως εκ της άρνησης ή/και παράλειψης της Αιτήτριας να αποπληρώσει το χρέος. Έπεται ότι βασική προϋπόθεση αποκρυστάλλωσης του χρέους ως απαιτητού και πληρωτέου ήταν η έκδοση απόφασης από το Διαιτητικό Δικαστήριο ως αυτό καθοριζόταν στην παρα. 12.2. της Συμφωνίας Δανείου. Δεν αμφισβητήθηκε από το ΜΕ1, κ. Gurin Pavel, το γεγονός ότι η Αιτήτρια δεν εκπλήρωσε τον όρο της συμφωνίας δανείου περί παραπομπής της διαφοράς σε Διαιτησία. Συνεπώς, όταν επιδίδετο η Ειδοποίηση Απαίτησης πληρωμής στην Καθ' ης η αίτηση, δεν υπήρχε αποκρυσταλλωμένο (εκκαθαρισμένο και πληρωτέο) χρέος, αλλά χρέος υπό αμφισβήτηση. Για την έννοια της ύπαρξης χρέους, παραπέμπω στο Σύγγραμμα του Δρ. Ανδρέα Ποιητή «Η Εκκαθάριση Εταιρειών» Δεύτερη έκδοση, Λάρνακα 2015, σελ. 22. Είναι σχετικά επί των γεγονότων της υπόθεσης, όσον αφορά την αμφισβήτηση του χρέους από μέρους της Καθ' ης η αίτηση, τα όσα αναλύω πιο κάτω. Ε.3.5. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι η Καθ' ης η αίτηση αμφισβήτησε το χρέος και/ή την οφειλή βάσει της Συμφωνίας Δανείου, εντός της προθεσμίας που της έδιδε η Ειδοποίηση Απαίτησης Πληρωμής, εύλογα και με καλή πίστη, επικαλούμενη τη μη εγκυρότητα της Συμφωνίας Δανείου όπως διατείνετο και η ίδια η Αιτήτρια. Στην ένστασή της στην υπό κρίση αίτηση, η Καθ' ης η αίτηση Crazieno ήγειρε το λόγο ένστασης «ΣΤ» ανωτέρω, με τον οποίο αμφισβήτησε την εγκυρότητα και νομιμότητα της επίδικης Συμφωνίας Δανείου και κατ' επέκταση της Ειδοποίησης Απαίτησης Πληρωμής εφόσον εδραζόταν επί μη έγκυρης Συμφωνίας. Περαιτέρω, με τον λόγο ένστασης «Ι» αμφισβητούσε ότι είχε καταστεί πληρωτέο το όποιο υπόλοιπο του χρέους. Τόσο στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την Ένσταση όσο και κατά την ακροαματική διαδικασία, η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση τόνιζε ότι ήγειρε εμπρόθεσμα την αμφισβήτηση του χρέους και/ή του απαιτητού του χρέους, δηλαδή εντός της προθεσμίας των 21 ημερών που έτασσε η Ειδοποίηση Απαίτησης Πληρωμής, η οποία της επεδόθη στις 3.10.2011, και συγκεκριμένα ήταν η θέση της ότι εξέφρασε την αμφισβήτησή των πιο πάνω με επιστολή ημερ. 17.10.2011 ως είναι το τεκμήριο που κατατέθηκε με ένδειξη Έγγραφο Δ. Κρίνω κατάλληλο να παραθέσω το κείμενο της επιστολής αυτής꞉ «CRAZIENO HOLDINGS L TD 8 Kennedy, 1stfloor, office ,103 1087 Nicosia, CYPRUS 17Ih October 2011. Το : Bank of Moscow 15 Kuznetsky Most str., Moscow 107996 Russia Fax Νο. 00 7 495 7952600 Dear Sirs, Re: Loan Agreement - Bank οf Moscow We refer to your undated recent letter re the above. We consider the said letter, a Purported Notice under the relevant Statutory Provisions Caρ 113 (Cyρrus Comρany Law), as ineffective, since it does not conform with the procedural requirements under the law. Further and in the alternative upon legal and other advice we have been given, the Bank of Moscow and Russian Authorities consider the loan together with other loans, the result of "a fraud" allegedly ρerpetrated against the interests of the Bank of Moscow by its ex Managers namely President of the Bank Andrei Borodin and Vice President Dmitry Akulinin. In the circumstances we can not really understand how, on the one hand you allege "fraud" and the "commission of a crime" and "illegal loans" (see attached publications by way of example) and on the other hand you ρurport to give notice under the relevant Loan Agreement. Υου cannot blow hot and cold at the same time. Until the matter as to the legality and validity of the Loan is clarified by a Court competent to decide the issue, we consider the 'Ίοan" as not due and payable. Further, it has come to our attention that you consider that the Loan is "fraudulent" and "illegal" and contrary to the Memorandum and Articles of Association and procedures of the Bank of Moscow and or the relevant provisions of Russian Law. If this is the case, then the loan cannot be recovered lawfully as due under the loan agreement and therefore the claim you are making is not valid in law to justify the institution of winding υρ procedures, which we therefore consider "malicious" and the result of a "political persecution" (see attached publications by way of further example). We also consider that the loans received as a result of the above described unlawful acts in accordance with your aIIegations οn the basis of the signed Agreements, cannot be recovered as the Agreements also violate the Memorandum and Articles of Association of ουr Company. As we had the chance though ουr lawyer Dr. Clerides to explain to your lawyer, Mr. Stavros Pavlou, a Trust is also involved in the whole matter. Difficult issues therefore arise as to whether the sums claimed can be recovered under the loan agreement which can only be resolved through a competent Court of Law. Further and or in the alternative, the loans are not yet due for another 10 years. Assuming that the Loan and Security Agreements are valid, the claim for the recovery under the Loan Agreement could only be pursued not by way of Winding Up proceedings in Cyprus, but through Court or Arbitration which wiII be called upon to decide issues of validity, the balances if any and whether the loan has become due and payable under its terms and or any collateral supplementary agreement. We also deny the sums claimed irrespective of the above and further wish to remind you that the loans are covered by Security Agreements and therefore if anything the statutory demand giving 21days notice is inappropriate. There is sufficient security to cover the loans. Finally and or subject to the above we are willing to put up sufficient and mutually acceptable security to the extent that any lawful loans remain uncovered. In the absence of a Court judgment resolving the above issues the procedure you opted to follow is not appropriate but abusive. The loans are disputed and will therefore be contested in the appropriate Court. Prior to final decision on the matter no question of inability to pay the loans arises and the purported notices are therefore ineffective for all intents and purposes. With kind regards, Yours faithfuIIy,» (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Σημειώνω ότι κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΕ1 δεν αρνήθηκε ότι παραλήφθηκε η πιο πάνω επιστολή της Καθ' ης η αίτηση από την Αιτήτρια. Ούτε αρνήθηκε ο ΜΕ1 το γεγονός ότι καμία απάντηση δόθηκε εκ μέρους της Αιτήτριας στην εν λόγω επιστολή της Καθ' ης η αίτηση, παρά μόνο προχώρησε η Αιτήτρια στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης εκκαθάρισης. Κατά την κρίση μου τεκμηριώνεται στην όψη του Εγγράφου Δ, η, εξ υπαρχής εκφρασθείσα στην καταχωρηθείσα Ένσταση, θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι αυτή είχε αμφισβητήσει την εγκυρότητα του επίδικου χρέους και του απαιτητού και πληρωτέου αυτού εντός της προθεσμίας των 21 ημερών που έταξε η Αιτήτρια με την Ειδοποίηση Απαίτησης. Όσον αφορά το ζήτημα αν η εκφρασθείσα στο Έγγραφο Δ αμφισβήτηση αναδεικνύει εύλογη και καλόπιστη υπεράσπιση, τούτο είναι ζήτημα ξεχωριστό, το οποίο, όπως εξήγησα με αναφορά στη νομολογία υπό το Τμήμα Α.1.3. της παρούσας απόφασής μου, θα πρέπει να κριθεί με βάση τα γεγονότα ως ίσχυαν κατά το χρόνο αποστολής της Ειδοποίησης Απαίτησης Πληρωμής και το αργότερο κατά το χρόνο που στάληκε το Έγγραφο Δ. Σημειώνω ότι, στο Έγγραφο Δ, η Καθ' ης η αίτηση επισύναψε διάφορα δημοσιεύματα από τον Ρωσικό τύπο που ανέφεραν ότι η VTB Τράπεζα εξαγόρασε την Τράπεζα της Μόσχας, ότι η πρώην διεύθυνση της εν λόγω Τράπεζας κατέφυγε στο Λονδίνο για πολιτικό άσυλο, ότι εκδιώχθηκαν ποινικά για τις ισχυριζόμενες απάτες για τα δάνεια που δόθηκαν στις Κυπριακές Εταιρείες. Στόχος της Καθ' ης η αίτηση ήταν να τεκμηριώσει τα διαλαμβανόμενα στο Έγγραφο Δ περί του ότι η ίδια η Τράπεζα της Μόσχας φερόταν να αναφέρει και να παραδέχεται στα εν λόγω δημοσιεύματα ότι τα δάνεια, περιλαμβανομένου του επίδικου στην παρούσα υπόθεση, δεν ήταν έγκυρα. Επισημαίνω επί τούτου, ότι κατά την αντεξέτασή του ο ΜΕ1 δήλωσε πως δεν γνώριζε για τα δημοσιεύματα αυτά και δεν μπορούσε να αποδεχθεί την αλήθεια του περιεχομένου τους, ενόψει του ότι δεν ήταν ο συντάκτης τους και δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει ότι αντανακλούσαν επίσημες θέσεις της Αιτήτριας. Ωστόσο, εκείνο που η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση υπέβαλε στον ΜΕ1 και πέτυχε, κατά την κρίση μου, με την προσκομισθείσα μαρτυρία να καταδείξει ήταν ότι η Αιτήτρια προώθησε με συνέπεια και συστηματικότητα ακόμη και ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων με ένορκη μαρτυρία που προσέφερε για να υποστηρίξει ενδιάμεσο διάβημά της σε αγωγή, τη θέση της, όπως εκφραζόταν και στα πιο πάνω δημοσιεύματα, περί δανείων που συνήφθηκαν με απάτη και κατά παράβαση του καταστατικού της ίδιας, με αποτέλεσμα αυτή να διατείνεται ότι δεν ήταν έγκυρα δάνεια. Σχετικό είναι το Τεκμήριο 14 υπο Έγγραφο Ζ που είναι αίτηση της Αιτήτριας Τράπεζας, συνοδευόμενη με ένορκη δήλωση, προς εξασφάλιση διατάγματος το οποίο εν τέλει εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 1832/12 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση, ως υποδείχθηκε και δεν αμφισβητήθηκε μέχρι το τέλος της διαδικασίας, η ίδια η Αιτήτρια Τράπεζα αναφέρει και παραδέχεται ότι η VTB Tράπεζα κατέχει το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών της Αιτήτριας Τράπεζας. Παρατίθεται το ιστορικό με τα πρώην στελέχη της ότι είναι κάτοικοι Λονδίνου από τον Απρίλιο 2011 και ότι η Αιτήτρια Τράπεζα πιστεύει ότι διέφυγαν στην Αγγλία για να αποφύγουν τις ποινικές έρευνες και διαδικασίες οι οποίες ξεκίνησαν εναντίον τους σε σχέση με τα δάνεια (μεταξύ άλλων και του επίδικου). Μέσω της εν λόγω ενόρκου δηλώσεως ανάφεραν ότι διώκονται για απάτες σε σχέση με δάνεια από το Κράτος και η ίδια η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι όλα τα δάνεια τα οποία έδωσε στις Κυπριακές Εταιρείες είναι προιόν απάτης και ότι δόθησαν κατά παράβαση του Ρωσικού Δικαίου. Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 8 της εν λόγω ενόρκου δηλώσεως η ίδια η Αιτήτρια Τράπεζα αναφέρει ότι κατήγγειλε ότι όλα τα δάνεια είναι παράνομα (μεταξύ άλλων και του επίδικου). Σύμφωνα με τη δοθείσα μαρτυρία συστάθηκαν οι Κυπριακές Εταιρείες κάτω από το ίδιο πλέγμα. Επίσης, σχετική είναι η μαρτυρία που προσκόμισε η Καθ' ης η αίτηση στην υπό κρίση αίτηση, από την οποία προκύπτει ότι η Κυπριακή «Μονάδα Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης» (Μ.Ο.Κ.Α.Σ.), στις 10/04/2012, εξασφάλισε διάταγμα εναντίον τεσσάρων τραπεζών, ήτοι α) της Τράπεζας Κύπρου, β) της Marfin Popular Bank, γ) της Eurobank EFG Cyprus Ltd και δ) της Alpha Bank Cyprus Ltd), με το οποίο οι τράπεζες αυτές διατάχθηκαν να παραδώσουν στοιχεία σε σχέση με τραπεζικούς λογαριασμούς που αφορούν τις Κυπριακές εταιρείες που σύνηψαν δάνεια με την Τράπεζα της Μόσχας, μεταξύ άλλων και της Crazieno Holdings Ltd που είναι εδώ η Καθ' ης η αίτηση. Στην ένορκο δήλωση που συνόδευσε την αίτηση της ΜΟΚΑΣ γινόταν αναφορά σε παραβίαση καταστατικού της Αιτήτριας Τράπεζας, των διαδικασιών, ότι κλάπηκαν χρήματα διότι τα πρώην στελέχη της Αιτήτριας Τράπεζας, με ιδιοτελή κίνητρα, εκμεταλλευόμενοι την υπηρεσιακή τους θέση με το πρόσχημα συμμόρφωσης τους με τους όρους που προβλέπονται στις συμφωνίες και τα δάνεια, έκαναν κατάχρηση της εμπιστοσύνης των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, των μετόχων και άλλων προσώπων και οργάνωσαν τη μεταφορά κεφαλαίων σε λογαριασμούς εταιρειών που βρίσκονται στην Κύπρο. Η M.O.K.A.Σ. ανέφερε ότι ερευνούσε υπόθεση εναντίον των πρώην στελεχών της Τράπεζας της Μόσχας, Borodin και Akulinin, για απάτη και υπεξαίρεση χρημάτων κατά παράβαση του καταστατικού της Τράπεζας της Μόσχας. Σχετικό το Τεκμήριο 15 υπό Έγγραφο Ζ. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση γινόταν ρητή αναφορά στην Crazieno Holdings Ltd και σε δάνειο που πήρε, το οποίο κατ' ισχυρισμό ήταν παράνομο. Γινόταν αναφορά σε μεταφορά των ποσών που συνδέονται με τις ημερομηνίες που δόθηκε το ποσό του δανείου στην Crazieno, η οποία ήταν η Καθ'ής η Αίτηση αρ. 12 στην εν λόγω αίτηση της Μ.Ο.Κ.Α.Σ. Περαιτέρω, σχετική είναι και η μαρτυρία που προσκόμισε η Καθ' ης η αίτηση στην παρούσα αίτηση εκκαθάριση με την οποία έδειξε ότι η Αιτήτρια Τράπεζα της Μόσχας καταχώρησε και την αγωγή αρ. 6029/12 εναντίον της Oneworld Ltd, η οποία διαχειρίζεται τα περιουσιακά στοιχεία μεταξύ άλλων της Καθ' ης η αίτηση Crazieno και με την οποία αγωγή η Αιτήτρια/Ενάγουσα ζητά, μεταξύ άλλων, διάταγμα αποκάλυψης και/ή πληροφορίες για τα 52 δάνεια που δόθηκαν από την Τράπεζα της Μόσχας σε Κυπριακές Εταιρείες. Στην παράγραφο 35 της Έκθεσης Απαίτησης, η οποία καταχωρήθηκε περί την 06/03/2013 (βλ. το Τεκμήριο 16 υπο Έγγραφο Ζ), η Τράπεζα της Μόσχας ισχυρίζεται ότι, μεταξύ των άλλων δανείων, και το επίδικο χορηγήθηκαν δόλια ή παράνομα για τους εξής λόγους: (α) Ενώ κατά το χρόνο χορήγησης των Κυπριακών Δανείων οι Κύπριοι Δανειολήπτες συνδέονταν με την Τράπεζα (επί τω ότι ανήκαν εμμέσως στο Εμπίστευμα του οποίου η Τράπεζα ήταν δικαιούχος) δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να καταδεικνύει ότι ακολουθήθηκαν οι εσωτερικοί κανονισμοί της Τράπεζας σε σχέση με την παροχή δανείων σε συνδεόμενα πρόσωπα (related parties). (β) Πολλά από τα Κυπριακά Δάνεια ήταν ανεξασφάλιστα. (γ) Δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να καταδεικνύει ότι είχε διεξαχθεί οποιαδήποτε ή οποιαδήποτε επαρκής μελέτη ή διερεύνηση (due diligence) σε σχέση με τους Κύπριους Δανειολήπτες ή τα Κυπριακά Δάνεια. (δ) Οι όροι των Συμφωνιών Δανείων δεν ήταν συνήθεις εμπορικοί όροι ή και ήταν εξαιρετικά επαχθείς για την Τράπεζα καθότι: (
  3. i)δεν απαιτούσαν την παροχή οποιασδήποτε εξασφάλισης σε σχέση με τα Κυπριακά Δάνεια. (
  4. ii)περιείχαν πρόνοιες που επέτρεπαν την παράταση του χρόνου αποπληρωμής του κάθε ενός από τα Κυπριακά Δάνεια κατ' επιλογήν των Κυπρίων Δανειοληπτών και χωρίς περαιτέρω αναφορά στην Πιστωτική Επιτροπή της Τράπεζας, και (iii) παρείχαν στην Τράπεζα το δικαίωμα, σε περίπτωση μη αποπληρωμής του κεφαλαίου ή τόκων, να στραφεί μόνο εναντίον του σχετικού Κύπριου Δανειολήπτη που ήταν εταιρεία κέλυφος χωρίς οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία ή εισοδήματα και δεν παρείχαν στην Τράπεζα το δικαίωμα να στραφεί κατά του Εμπιστεύματος, των Κυπριακών Ιθυνουσών Εταιρειών ή των Ρωσικών Εταιρειών (που, δια της κατ' ισχυρισμό χρήσης των δανειακών κεφαλαίων κατ' ισχυρισμόν απέκτησαν, άμεσα ή έμμεσα, τον έλεγχο των Ακινήτων Περιουσιακών Στοιχείων). (ε) Oυδεμία προγραμματισμένη ή προβλεπόμενη πληρωμή κεφαλαίου ή τόκων σε σχέση με τα Κυπριακά Δάνεια έγινε μετά την απομάκρυνση των κ.κ. Borodin και Akulinin από την Τράπεζα τον Απρίλιο του 2011. Η Καθ' ης η αίτηση Crazieno προσκόμισε κατά την ενώπιον μου διαδικασία αντίγραφο των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρήθηκαν εκ μέρους της Αιτήτριας στα πλαίσια της αγωγής αρ. 6029/12, προς υποστήριξη των όσων αναφέρονταν στην Έκθεση Απαίτησης στην εν λόγω αγωγή (βλ. Τεκμήριο 17 υπό Έγγραφο Ζ). Επιπρόσθετα, ο ΜΥ2, ήτοι ο Ρώσσος Νομικός κ. Dennis Chernyck, κατά την ακροαματική διαδικασία στην υπό κρίση αίτηση εκκαθάρισης ανέφερε ότι εκκρεμούν εναντίον της πρώην διεύθυνσης της Αιτήτριας Τράπεζας της Μόσχας ποινικές υποθέσεις και ότι κατηγορούνται, με παραπονούμενη την Αιτήτρια Τράπεζα, για απάτη σε σχέση με συμφωνίες δανειοδότησης που έχουν συναφθεί στο όνομα της Αιτήτριας Τράπεζας, μεταξύ άλλων με την εδώ Καθ' ης η αίτηση Crazieno. Για να αποδείξει την έγερση και ύπαρξη της ποινικής υπόθεσης, ο ΜΥ2 κατέθεσε στο Δικαστήριο το Έγγραφο ΙΕ, αφού προηγουμένως αναγνώρισε ότι πρόκειται για έγγραφο που υπογράφεται από τη διοικητή της ανακριτικής ομάδας. Η ποινική αυτή υπόθεση, όπως ανέφερε ο ΜΥ2, δεν έχει αποφασιστεί ακόμη από το αρμόδιο Ρωσικό Δικαστήριο. Υπό το φως του συνόλου της προσαχθείσας μαρτυρίας αναδεικνύεται ως καλόπιστη η αμφισβήτηση του δικαιώματος της Αιτήτριας, αφενός, να στηρίζεται στη Συμφωνία Δανείου ως να είναι νόμιμη, για να αξιώνει βάσει αυτής το απαιτητό και πληρωτέο του χρέους (περιλαμβανομένων συμβατικών τόκων) έναντι της Καθ' ης η αίτηση και, αφετέρου, να διακηρύττει ως μη έγκυρη και ακυρώσιμη τη Συμφωνία Δανείου ως προϊόν δόλου και/ή απάτης και/ή παράβασης του καταστατικού της. Ε.3.6. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι η αντιφατικότητα στη συμπεριφορά της Αιτήτριας, αφενός να ισχυρίζεται την ακυρότητα των Συμφωνιών Δανείων, περιλαμβανομένης της επίδικης Συμφωνίας, και αφετέρου να στηρίζεται σε αυτήν για να προωθήσει την αίτηση ακύρωσης, δείχνει ότι η υπό κρίση δικαστική διαδικασία άρχισε καταχρηστικά. Το Δικαστήριο έχει πράγματι εξουσία να παρεμποδίζει κατάχρηση οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας. Όπως εξηγείται στην υπόθεση Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. η δικαιοδοσία είναι σύμφυτη και αποβλέπει σε τελευταία ανάλυση στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Η διαδικασία μπορεί να κατασταλεί όποτε η προσεπίκληση της μολύνεται από αλλότρια κίνητρα (βλ. Βασιλείου v. Μακρίδη
(2000)2 Α.Α.Δ. 133, M & M Loizou Ltd v. Jumbo Investments Ltd
(2000)2 Α.Α.Δ. 717, Χαραλαμπίδης v. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522 και Korkut v. Γεωργίου κ.α.(Αρ.2)
(2007)1 Α.Α.Δ. 1333). Ισχυρίζεται ο συνήγορος της Καθ'ης η αίτηση στην τελική του αγόρευση για την παρούσα υπόθεση ότι, όπως φαίνεται, η Αιτήτρια στην υπό κρίση αίτηση εκκαθάρισης, Τράπεζα της Μόσχας, ενώ γνωρίζει ότι τα δάνεια στα οποία στηρίζει την απαίτησή της είναι άκυρα ως αποτέλεσμα παράνομων ενεργειών, καταχώρησε την αίτηση εκκαθάρισης στηριζόμενη στα επίδικα δάνεια, πράττοντας τούτο εντελώς αντιφατικά και καταχρηστικά, προς εξυπηρέτηση αλλότριων στόχων και σκοπών, όπως θα είναι η αλίευση μαρτυρίας μέσω του διορισμού εκκαθαριστή της επιλογής της. Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα της Τατιανής - Ελένης Συνοδινού «Κυπριακό Ιδιωτικό Δίκαιο. Κατ' άρθρο ερμηνεία - Νομολογία» Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα - Θεσσαλονίκη, 2014, με παραπομπή στην Bryanston Finance Ltd v De Vries (no 2)
(1976)1 All ER 25, CA, ότι «εάν ο σκοπός της αίτησης εκκαθάρισης είναι νόμιμος, είναι αδιάφορο εάν τα κίνητρα του αιτούντος είναι κακόβουλα». Εάν δηλαδή αποδεικνύετο το δικαίωμα της Αιτήτριας να εγείρει και να προωθήσει την αίτηση εκκαθάρισης λόγω απόδειξης ότι η Καθ' ης η αίτηση είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, τότε δεν θα χρειαζόταν να ασκήσει το Δικαστήριο έλεγχο σκοπιμότητας, αφού δεν έχει τέτοιο ρόλο στο πλαίσιο εκδίκασης αίτησης εκκαθάρισης. Συνεπώς, το Δικαστήριο διατηρεί την προσοχή του επί της ουσίας του αιτήματος της Αιτήτριας να θεωρεί τον εαυτό της πιστωτή εν τη εννοία του Κεφ. 113 και την Καθ' ης η αίτηση ως χρεώστη ανίκανο να πληρώσει τα χρέη της. Ε.3.
  1. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι η επίδικη συμφωνία δανείου δεν είναι έγκυρη ή/και παράνομη διότι παραβαίνει το Ρωσικό δίκαιο (βλ. το λόγο ένστασης «Στ»). Η εγκυρότητα και η νομιμότητα ή μη, βάσει του Ρωσικού πάντα δικαίου, της δανειακής σύμβασης είναι ακριβώς ζήτημα για το οποίο τα συμβαλλόμενα μέρη επεφύλαξαν, δυνάμει της ίδιας της σύμβασης, εξουσία αποκλειστικά στο Διεθνές Εμπορικό Διαιτητικό Δικαστήριο της Ρωσίας να το αποφασίσει. Δεν είναι έργο του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο εξετάζει μια αίτηση εκκαθάρισης, να αποφασίσει για το πιο πάνω ζήτημα. Το μόνο που εξετάζεται εδώ είναι αν εύλογα και καλόπιστα εγείρεται ζήτημα αμφισβήτησης της εγκυρότητας της Συμφωνίας Δανείου ως υπεράσπισης στην απαίτηση της Αιτήτριας για αποπληρωμή του δανείου. Στην παρούσα υπόθεση, έχω ήδη αποδεχθεί πιο πάνω ότι η Καθ' ης η αίτηση είχε εγείρει εμπρόθεσμα καλόπιστη αμφισβήτηση του χρέους. Δεν είναι όμως ρόλος του παρόντος Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ουσίας του νομικού ζητήματος της εγκυρότητας ή νομιμότητας της Συμφωνίας Δανείου και άρα δεν χρειάζεται να αντιπαραβάλει τις εκατέρωθεν νομικές γνωματεύσεις του ΜΕ2 και του ΜΥ2 ή/και της κας Gorbacheva, για να διατυπώσει αξιολογική δικαστική κρίση και κατάληξη. Ε.3.
  2. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι δόθηκαν επαρκείς εξασφαλίσεις για το επίδικο χρέος μέσω της ενεχυρίασης μετοχών. Ο ΜΕ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο σχετικές Αποφάσεις των Δικαστηρίων της Ρωσίας (βλ. τα Τεκμήρια 8, 9 και 10 υπό Έγγραφο Α1), καθώς και απόσπασμα από το Ενιαίο Μητρώο Κρατικών Νομικών Προσώπων της Ρωσικής Ομοσπονδίας (βλ. το Τεκμήριο 11 υπό Έγγραφο Α1) για να αποδείξει ότι η εταιρεία Nauchno-Issledovatelskiy Traktorniy Institut NATI Open Joint Stock Company («ΝΑΤΙ»), της οποίας οι μετοχές ενεχυριάστηκαν στη βάση της Συμφωνίας Ενεχυρίασης που υπογράφηκε προς εξασφάλιση της επίδικης Συμφωνίας Δανείου, τέθηκε υπό διάλυση στις 20.7.
  3. Σχετικές είναι οι παράγραφοι 9 και 22 της Γραπτής Δήλωσης του ΜΕ1 - Έγγραφο Α
  4. Είναι η θέση του συνηγόρου της Αιτήτριας στην τελική του αγόρευση ότι η Καθ' ης δεν έχει προβάλει οποιονδήποτε ισχυρισμό ότι οι πιο πάνω αποφάσεις των Ρωσικών δικαστηρίων για τη διάλυση της ΝΑΤΙ έχουν αμφισβητηθεί ή ανατραπεί ή κηρυχθεί ανίσχυρες. Εισηγείται ο ευπαίδευτος συνήγορος ότι, «οι θεωρίες της [Καθ' ης η αίτηση] περί συνομωσίας ή σκοπιμότητας, δεν είναι ικανές για να θέσουν υπό αμφισβήτηση είτε τις αποφάσεις των Ρωσικών Δικαστηρίων είτε την συμπεριφορά της ΝΑΤΙ ή του εκκαθαριστή της.». Αναφέρεται προφανώς ο εν λόγω συνήγορος στα όσα εξέθεσε κατά τη μαρτυρία του ο ΜΥ3, με τα οποία ήγειρε ερωτηματικά για τη σκοπιμότητα που τυχόν να εξυπηρετήθηκε μέσα από τις συνθήκες εκδίκασης της αίτησης εκκαθάρισης της ΝΑΤΙ στη Ρωσία. Είναι πράγματι γεγονός πως δεν αποτελεί ρόλο του παρόντος Δικαστηρίου να διερευνήσει τα γεγονότα υπό τα οποία η ΝΑΤΙ εκκαθαρίστηκε. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι, ακόμη και μετά τη μαρτυρία του ΜΥ3 περί τούτου, παρέμεινε ακλόνητη η μαρτυρία του ΜΕ1 ότι λόγω της εκκαθάρισης της ΝΑΤΙ δεν μπορούσε η Αιτήτρια να θεωρήσει - καθ' ον χρόνο επέδωσε την Ειδοποίηση Απαίτησης Πληρωμής στην Καθ' ης η αίτηση - ότι είχε επαρκή εξασφάλιση ως εκ της ενεχυρίασης των μετοχών. Δεν δόθηκε μαρτυρία από την Καθ' ης η αίτηση ότι η Αιτήτρια έλαβε ή/και ότι μπορούσε να λάβει οποιοδήποτε ποσό από τις ενεχυριασθείσες μετοχές για να το συμψηφίσει με το οφειλόμενο χρέος της Καθ' ης η Αίτηση. Δεν μου διαφεύγει, ωστόσο, το γεγονός ότι στην απαντητική επιστολή της Καθ' ης η αίτηση (Έγγραφο Δ), δήλωνε πρόθυμη να δώσει πρόσθετες εξασφαλίσεις, λύση την οποία προφανώς παρέλειψε να εξετάσει ή να ζητήσει ή να αποδεχθεί η Αιτήτρια, παρά το ότι η εκκαθάριση της ΝΑΤΙ δεν ήταν πράξη εντός του πεδίου ελέγχου της Καθ' ης η αίτηση ώστε να είχε ευθύνη γι' αυτήν. Ε.3.
  5. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι το επίδικο χρέος εξοφλήθηκε μετά την καταχώριση της υπό κρίση αίτησης εκκαθάρισης δυνάμει άλλης, προϋπάρχουσας της σύναψης της Συμφωνίας Δανείου, παράλληλης συμφωνίας για μεταβίβαση στην Αιτήτρια περιουσιακών στοιχείων κατεπιστεύματος στο οποίο μετείχε η Καθ' ης με τελικό δικαιούχο την ίδια την Αιτήτρια και/ή ότι η Αιτήτρια αρνείται να θεωρήσει το επίδικο χρέος εξοφληθέν χωρίς αποχρώντα λόγο. Η πλευρά της Αιτήτριας δεν συμφωνεί ότι το χρέος έχει αποπληρωθεί ούτε ότι δόθηκαν εξασφαλίσεις προς ικανοποίηση της Αιτήτριας καθ' οιονδήποτε χρόνο μετά την καταχώριση της υπό κρίση αίτησης εκκαθάρισης μέχρι και το χρόνο ακρόασης της αίτησης. Ο ΜΕ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο αντίγραφο της Εκτυπωμένης Κατάστασης Λογαριασμού και της Κατάστασης χρέους της Καθ' ης η Αίτηση μέχρι τις 26/09/2014 που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 15 και 16 υπό Έγγραφο Α1, αντίστοιχα. Δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε αντικρουστική κατάσταση λογαριασμού ή κατάστασης χρέους από πλευράς των μαρτύρων για την Καθ' ης η αίτηση. Ωστόσο, είναι σημαντικό να εξεταστεί η εκδοχή της Καθ' ης η αίτηση στην ολότητά της για να φανεί η αξιοπιστία της. Την παρουσιάζω όπως προκύπτει μέσα από τη μαρτυρία του ΜΥ
  6. Όταν έγινε το επίδικο δάνειο από την Τράπεζα της Μόσχας τούτο αποτελούσε μέρος άλλων δάνειων τα οποία έγιναν και σ΄ άλλες κυπριακές εταιρείες (περίπου 52 στον αριθμό), οι οποίες συστάθηκαν από το 2007 και έπειτα, με στόχο τα δάνεια να χρησιμοποιηθούν για επενδύσεις της Τράπεζας στο εξωτερικό μέσα από τις οποίες επενδύσεις θα πληρώνονταν σταδιακά και μακροπρόθεσμα τα δάνεια και τα έσοδα και περιουσιακά στοιχεία θα διετίθεντο δυνάμει διεθνούς καταπιστεύματος προς όφελος δικαιούχων, μεταξύ των οποίων και της Bank of Moscow. Τέλος του 2005 με αρχές του 2006 o ΜΥ1 έλαβε οδηγίες από την Αιτήτρια Τράπεζα, αφού είχε τότε επαφές με την πρώην διευθυνσή της, όπως προχωρήσουν με την ίδρυση Διεθνούς Εμπιστεύματος, το οποίο θα διαχειριζόταν διάφορες εταιρείες ιδιοκτησίας του Εμπιστεύματος και οι οποίες θα ελάμβαναν τα δάνεια από την Αιτήτρια με στόχο την ανάπτυξη επενδυτικού σχεδίου. Όσον αφορά το Διεθνές Εμπίστευμα ο ΜΥ1 κατάθεσε στο Δικαστήριο το Έγγραφο ΙΑ. Η ημερομηνία ίδρυσης του εμπιστεύματος ήταν 26/01/
  7. Ο ΜΥ1 ισχυρίσθηκε ότι συμφωνήθηκε μεταξύ του ιδίου και της πρώην διεύθυνσης της Αιτήτριας, για λογαριασμό της Αιτήτριας, ότι τα δάνεια όπως και το επίδικο θα αποπληρώνονταν από τα έσοδα των επενδύσεων και από πωλήσεις από καιρού εις καιρόν των επενδύσεων που θα εγίνοντο με τα δάνεια και εν πάση περιπτώσει τα δάνεια θα εξοφλούνταν με τη μεταβίβαση στην Τράπεζα της Μόσχας, αν τούτο εκρίνετο απαραίτητο, των κτηθέντων περιουσιακών στοιχείων. Ήταν επίσης ο ισχυρισμός του ΜΥ1 ότι, αυτή η συμφωνία, καίτοι προγενέστερη της ίδρυσης της Καθ' ης η Αίτηση, δεσμεύει την Καθ' ης η Αίτηση εφόσον η ίδια ως εταιρεία συστάθηκε σ΄ αυτή τη βάση και είναι σε αυτή τη βάση που ενήργησε ο ΜΥ1 εκ μέρους της, σαν διαχειριστής της, όταν έπαιρνε το δάνειο από την Αιτήτρια Τράπεζα της Μόσχας. Όπως εξήγησε ο κος Φιλιππίδης, ο ίδιος ενεργούσε εκ μέρους της OneWorld Ltd και OneWorld Trustees Ltd, διαχειριστού της Crazieno και καταπιστευματοδόχου του Διεθνούς Εμπιστεύματος στο οποίο ανήκει η Crazieno. Ήταν περαιτέρω ο ισχυρισμός του ΜΥ1 ότι η Αιτήτρια Τράπεζα της Μόσχας ήταν ο τελικός δικαιούχος των εταιρειών, περιλαμβανομένης και της Καθ' ης η Αίτηση, μέσω του εμπιστεύματος. Απόδειξη τούτου παρέχεται, ως ισχυρίζεται ο ΜΥ1, και από έγγραφο αποκαλυφθέν δυνάμει διατάγματος σε αίτηση τύπου Norwich στο πλαίσιο της αγωγής αρ. 1832/12 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, την οποία καταχώρησε η Αιτήτρια εναντίον της Marfin Popular Bank, της Oneworld Ltd και εναντίον άλλων εναγόμενων. Πρόκειται για μία επιστολή της Marfin Laiki Bank ημερ. 30/3/2012 (Τεκμήριο 9 υπό Έγγραφο Ζ) απευθυνόμενη προς τους τότε δικηγόρους της Αιτήτριας, Σκορδής, Παπαπέτρου & Σία ΔΕΠΕ, στην οποία επιβεβαιώνεται ότι, σε σχέση με κάποιες από τις δανειολήπτριες εταιρείες δικαιούχοι «είναι μεταξύ άλλων ο κύριος τελικός μέτοχος των πιο πάνω Τραπεζών (δηλαδή η OJSC Bank of Moscow)». Στην πραγματικότητα, η Αιτήτρια Τράπεζα της Μόσχας χρησιμοποίησε τη Crazieno σαν το εργαλείο της για επενδύσεις της Αιτήτριας Τράπεζας. Δεν επρόκειτο για παραχώρηση δανείου σε τρίτο ξένο πρόσωπο. Έβγαζε από τη μια τσέπη η Τράπεζα και τα έβαζε στην άλλη τσέπη της. Στην ουσία η μέθοδος αυτή της δανειοδότησης ήταν «τυπική», αφού κατ΄ ουσίαν τα αποκτηθέντα περιουσιακά στοιχεία και όλες οι εταιρείες που συστάθηκαν, μεταξύ αυτών και η Crazieno, ανήκαν στο Διεθνές Εμπίστευμα και άρα στην Τράπεζα σε τελική μορφή. Η Crazieno συστάθηκε μέσα σ' αυτό το πλέγμα και ενήργησε με οδηγίες καλή τη πίστει της Αιτήτριας μέσω του Προέδρου, και Αντιπροέδρου της εταιρείας, Andrei Bοrodin και Dimitri Akulinin. Το σύστημα ως ανωτέρω περιγράφεται λειτούργησε κανονικά και από καιρού εις καιρόν γίνονταν δανειοδοτήσεις μεταξύ των οποίων και η επίδικη. Προσέφερε μαρτυρία ο ΜΥ1, ως το Έγγραφο Η, για να αποδείξει το ιδιοκτησιακό καθεστώς της Crazieno. Από το 2006 - 2010 η Crazieno μαζί με άλλες δανειολήπτριες έλαβαν δάνεια ύψους 2,1 δισεκατομμυρίων Δολλαρίων Αμερικής. Ως Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Ζ ο κος Φιλιππίδης κατάθεσε πίνακα με λεπτομέρειες των δανειοδοτήσεων στον οποίο παρουσιάζεται και η Crazieno. Για να αποδείξει ότι με τα ποσά των δανείων αποκτήθηκαν από τις εταιρείες που συμμετείχαν στο εμπίστευμα τα περιουσιακά στοιχεία, που όπως εκτιμήθηκαν από ανεξάρτητους οίκους εκτιμήσεων που διόρισε η Τράπεζα, ήταν αξίας που ανερχόταν σε 3.3 δισεκατομμύρια δολλάρια Αμερικής, ο ΜΥ1 κατέθεσε σχετικά το Τεκμήριο 2 υπό Εγγραφο Ζ. Ως η εκδοχή του ΜΥ1, αρχές του 2011 άλλαξε το ιδιοκτησιακό καθεστώς της Αιτήτριας Τράπεζας. Έφυγε πλέον από τα χέρια του Δήμου της Μόσχας και περιήλθε στα χέρια της Ρωσικής Ομοσπονδίας, μέσω της VTB Τράπεζας, η οποία ελέγχεται από τη Ρωσική Ομοσπονδία. Για αλλότριους πολιτικούς λόγους μετακινήθηκαν και εκδιώχθηκαν ο Πρόεδρος και Αναπληρωτής Πρόεδρος, Andrei Bοrodin και Dimitri Akulinin αντίστοιχα, από τη διεύθυνση της Αιτήτριας Τράπεζας. Το ιστορικό της αλλαγής αυτής περιγράφεται στο Τεκμήριο A της ένστασης της Καθ' ης η αίτηση και στο Τεκμήριο 3 Α υπό Έγγραφο Ζ που κατέθεσε ο κ. Φιλιππίδης. Επεσήμανε ο ΜΥ1 στο Δικαστήριο ότι σύμφωνα με το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Ζ φαίνεται ότι αναγνωρίστηκε και στην Κύπρο επίσημα το καθεστώς πολιτικού ασύλου στους κ.κ. Borodin και Akulinin. Η Κυπριακή Δημοκρατία αρνείται πλέον να ικανοποιήσει αιτήματα της Ρωσικής Ομοσπονδίας σε σχέση με τη λήψη ενοχοποιητικής κατ' ισχυρισμό μαρτυρίας εναντίον τους σε σχέση με καταγγελίες για υπεξαίρεση. Ως ανέφερε ο ΜΥ1, η νέα διεύθυνση της Αιτήτριας Τράπεζας κατηγόρησε την πρώην διεύθυνση περί τούτου και ενέπλεξε και τις εταιρείες που συστάθηκαν με δικές τους οδηγίες ότι εμπλέκονται σε ένα σχέδιο συνωμοτικό εξαπάτησης της Αιτήτριας. Σχετικό με τις καταγγελίες και ποινικές διώξεις των πρώην στελεχών της Αιτήτριας Τράπεζας είναι το Τεκμήριο 3Β υπό Έγγραφο Ζ. Επέμεινε ο ΜΥ1 ότι η υπό κρίση αίτηση προωθήθηκε σαν απότοκο της πολιτικής δίωξης κατά της πρώην διεύθυνσης. Αποσκοπεί η Αιτήτρια στο να θέσει υπό εκκαθάριση την Καθ' ης και, σαν πιστωτής, να πετύχει το διορισμό, σε πρώτο στάδιο, του Επίσημου Παραλήπτη και στη συνέχεια δικού της εκκαθαριστή, σαν πιστωτή με το μεγαλύτερο ποσό χρέους προς όφελος της, οπόταν θα αποταθεί στις Τράπεζες και στην OneWorld Trustees, για να ζητήσει μαρτυρικό υλικό με απώτερο σκοπό να δοθεί τούτο στις Ρωσικές διωκτικές αρχές σε σχέση με ποινική δίωξη κατά των πρώην διευθυντών της Αιτήτριας και του κου Γ. Φιλιππίδη εκ της Oneworld Ltd που εμπλέκεται στις περισσότερες συμφωνίες. Υποστηρίζει ο κ. Φιλιππίδης ότι το συμπέρασμα αυτό συνάγεται από τα Τεκμήρια 12,13, 14 υπό Έγγραφο Ζ, στα οποία ο ΜΥ1 και η Oneworld κατηγορούνται σαν συνωμότες κατά της πρώην διεύθυνσης. Υποστήριξε ο ΜΥ1 ενώπιον του Δικαστηρίου ότι γύρω στον Ιούλιο και Αύγουστο 2011 έγινε συμφωνία μεταξύ της Καθ' ης η Αίτηση, μέσω του κ. Φιλιππίδη για λογαριασμό της διαχειρίστριας εταιρείας OneWorld Ltd, και της Αιτήτριας Τράπεζας, μέσω των κκ Leonty Cherneko και άλλων στελεχών της Αιτήτριας όπως και του κ. Kuzovlef, όπως όλα τα περιουσιακά στοιχεία που εξασφαλίστηκαν από τις εταιρείες του πλέγματος που αναφέρεται ανωτέρω, με δάνεια από την Αιτήτρια και τα οποία υπερκαλύπτουν σε αξία τις δανειοδοτήσεις Κύπρου συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης, μεταβιβαστούν στην Αιτήτρια για εξόφληση εφόσον το υπόλοιπο του ήταν περίπου 1,5 δισεκ. έναντι των περιουσιακών στοιχείων 3.
  8. δισεκ. Προς απόδειξη των λεγόμενών του, παρέπεμψε ο κ. Φιλιππίδης στα Τεκμήρια 4, 5 και 6 υπό Έγγραφο Ζ τα οποία αποτελούν πρακτικά συνάντησης που ετοίμασε ο κ. Φιλιππίδης μετά από συναντήσεις που είχε με εκπροσώπους της Αιτήτριας Τράπεζας. Στο πλαίσιο της ίδιας εκδοχής, ο ΜΥ1 στην ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία του, έδωσε λεπτομέρειες για τις συναντήσεις που έγιναν με εκπροσώπους της Αιτήτριας Τράπεζας δεδομένου ότι ήταν και ο ίδιος παρών. Ισχυρίστηκε ο ΜΥ1 ότι αυτός έστειλε στις 11/08/2011 περίληψη των περιουσιακών στοιχείων (βλ. Τεκμήριο 7 υπό Έγγραφο Ζ) και στις 31/10/2011 λεπτομερέστερο πίνακα των περιουσιακών στοιχείων (βλ. Τεκμήριο 8 υπό Έγγραφο Ζ). Αυτά προς υλοποίηση των συμφωνηθέντων. Εστίασε την προσοχή του Δικαστηρίου ο ΜΥ1 στον ισχυρισμό του ότι, ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη αυτή η διαδικασία, η Αιτήτρια προέβηκε σε αλλαγή πλεύσης και καταχώρησε την υπό εκδίκαση αίτηση, καθώς και έξι άλλες πανομοιότυπες εναντίον έξι άλλων εταιρειών του ίδιου πλέγματος. Έδωσε, δε, με άλλους δικηγόρους Statutory Demands και για άλλες εταιρείες. Κλήθηκε η Αιτήτρια από την Καθ' ης η Αίτηση να αποσύρει τις εν λόγω αιτήσεις για να συνεχίσουν οι επαφές και η υλοποίηση των συμφωνηθέντων κάτι το οποίο εκείνη δεν έπραξε και έθεσε, ως ισχυρισμός του ΜΥ1, σε τερματισμό τη διαδικασία μεταβίβασης περιουσιακών στοιχειών προς αυτή. Παράλληλα, όπως εξήγησε ο ΜΥ1, η Αιτήτρια έχει πετύχει όπως τα περιουσιακά στοιχεία που εξασφαλίστηκαν με τα πιο πάνω δάνεια και που περιλαμβάνουν ακίνητη περιουσία ή και μετοχές, κυρίως στη Ρωσία, περιέλθουν στον έλεγχο της Τράπεζας μέσα από τα διοικητικά συμβούλια των Ρωσικών εταιρειών που είναι θυγατρικές ή και συγγενικές εταιρείες εν σχέση με την Καθ' ης η Αίτηση και τις άλλες Κυπριακές εταιρείες του ιδίου πλέγματος, στερώντας με αυτό τον τρόπο από τις χρεώστριες εταιρείες πε

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.