ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΦΛΩΡΙΝΑ ΣΑΒΟΥΛΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 7079/2011, 20/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A690 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7079/2011 Μεταξύ: EMPORIKI BANK - CYPRUS LTD Ενάγουσα και
- ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΦΛΩΡΙΝΑ ΣΑΒΟΥΛΑ
- ΙΩΑΝΝΟΥ ΑΝΔΡΕΑ Εναγομένων ΚΑΙ ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 16.06.2015 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LTD Ενάγουσα και
- ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΦΛΩΡΙΝΑ ΣΑΒΟΥΛΑ
- ΙΩΑΝΝΟΥ ΑΝΔΡΕΑ Εναγομένων 20 Δεκεμβρίου 2016 Αίτηση για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες Για την ενάγουσα/αιτήτρια: κος Χαραλάμπους Για τον εναγόμενο 2/καθ' ου η αίτηση: κος Παπάμιχαηλ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η επίδικη αίτηση καταχωρίστηκε από την ενάγουσα (στη συνέχεια η αιτήτρια). Περιπλέον, στρέφεται μόνο εναντίον του εναγομένου 2 (στη συνέχεια ο καθ' ου η αίτηση). Αντικείμενο τούτης είναι η απαίτηση παραχώρησης περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών σε σχέση με συγκεκριμένους ισχυρισμούς της υπεράσπισης. Τι ακριβώς ζητείται και βεβαίως πως τούτο συσχετίζεται με την αιτία αγωγής, εξετάζεται πιο κάτω. Για την ώρα αρμόζει να ειπωθούν λίγα λόγια για τη διαδικασία που εκτυλίχθηκε στο δικαστήριο. Η επίδικη αίτηση καταχωρίστηκε την 17.06.
- Ημερομηνία ορισμού τούτης ορίστηκε η 19.09.
- Καίτοι το δικαστήριο επιλήφθηκε την αίτηση σε δυο περιπτώσεις, συγκεκριμένα την 22.06.2016 - μετά από απαίτηση των μερών και την 21.10.2016 - αφότου είχε οριστεί, και παρ' ότι έδωσε οδηγίες για καταχώριση ένστασης, δεν καταχωρίστηκε τέτοια. Την τελευταία ημερομηνία [21.10.2016] το δικαστήριο όρισε την αίτηση σε νέα ημερομηνία, εν προκειμένω την 23.11.2016, αυτή τη φορά για ακρόαση και έδωσε, εκ νέου, οδηγίες για καταχώριση ένστασης. Εν τούτοις τέτοια ένσταση δεν καταχωρίστηκε και την ημερομηνία που η υπόθεση ήταν ορισμένη, τα μέρη αιτήθηκαν αναβολή. Το αίτημα απορρίφθηκε και το δικαστήριο άκουσε την αίτηση. Αν αναφέρω τούτα είναι για να υποδείξω πως η διερεύνηση του αιτήματος περιορίζεται σε ό,τι αναφέρεται στην αίτηση. Οι δε συνήγοροι περιόρισαν τις αγορεύσεις τους σε νομικά ζητήματα. Προτού αναφερθώ στα στοιχεία της αίτησης είμαι της γνώμης ότι επιβάλλεται να σχολιάσω άλλο ένα ζήτημα. Τούτο έχει να κάνει με την υπεράσπιση σε σχέση με την οποία ζητούνται οι επίδικες λεπτομέρειες. Τούτη η υπεράσπιση είναι ημερομηνίας 06.11.
- Τότε ήταν που καταχωρίστηκε λόγω τροποποίησης που διατάχθηκε σε σχέση με την έκθεση απαιτήσεως. Δράττομαι της ευκαιρίας να υποδείξω ότι εσφαλμένος είναι ο τίτλος «τροποποιημένη έκθεση υπερασπίσεως εναγομένου No2». Εκεί όπου διατάζεται τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως, το δικόγραφο που δικαιωματικά ακολουθεί είναι υπεράσπιση στην τροποποιημένη έκθεση απαιτήσεως. Με αυτό νοείται ότι οι όποιες τροποποιήσεις της υπεράσπισης που επανακαταχωρείται πρέπει να είναι απολύτως απαραίτητες των τροποποιήσεων που έγιναν στην έκθεση απαιτήσεως που αφορά το διάταγμα τροποποίησης. Εν ολίγοις, δεν νοείται τροποποίηση και της υπεράσπισης άνευ διατάγματος δικαστηρίου, εφόσον κάτι τέτοιο θα ήταν αυθαίρετο και αντινομικό. Μάλιστα όπου διαπιστώνεται τέτοια αυθαιρεσία ορθό είναι το δικόγραφο να παραγνωρίζεται, στην έκταση που είναι αυθαίρετο. Αν χρειάζεται να αιτιολογηθεί η πιο πάνω δικονομική θεώρηση του πράγματος, αρκεί, πιστεύω, να παραπέμψω στα λεχθέντα στην υπόθεση Williams and Glyns Bank v. Ship "Maria"
(1984)1 C.L.R. 821, 827. Tώρα, τα πιο πάνω δεν είναι άνευ σημασίας. Στη δοσμένη περίπτωση παρατηρώ ότι η τροποποιημένη έκθεση απαιτήσεως που καταχωρίστηκε την 25.06.2015 περιοριζόταν στο ότι η αρχική ενάγουσα «EMPORIKI BANK - CYPRUS LTD» συγχωνεύτηκε με τη νυν ενάγουσα, δηλαδή την ALPHA BANK CYPRUS LTD. Εν τούτοις, η υπεράσπιση που καταχωρίστηκε μετά την έκδοση του διατάγματος τροποποίησης διαφοροποίησε ριζικά τη δομή της υπεράσπισης, δηλαδή επεκτάθηκε σε θέματα που δεν αφορούν τη συγχώνευση που ήταν η αιτία τροποποίησης. Παρά τις πιο πάνω διαπιστώσεις κρίνω πως την προκείμενη περίπτωση ισχύει ο λόγος της υπόθεσης Williams and Glyns Bank, δηλαδή πως η συμπεριφορά των μερών παραγνώρισε και περιπλέον υιοθέτησε τη δικονομική πλημμέλεια, εφόσον αν και την 19.11.2015 καταχωρίστηκε αίτηση για διαγραφή των παραγράφων 2, 3 και 5 της υπεράσπισης, εν τούτοις στη συνέχεια αποσύρθηκε [05.04.2016] και ακολούθησε καταχώριση της επίδικης αίτησης. Ως εκ τούτου, κρίνω πως υπό τις περιστάσεις ορθό είναι και αρμόζει να εκληφθεί ότι τα μέρη θεωρούν πως η υπεράσπιση που ενδιαφέρει είναι εκείνη που καταχωρίστηκε την 06.11.2015 και δεν τους επηρεάζει η δικονομική απόκλιση. Κατ' επέκταση το δικαστήριο σε αυτή είναι που θα στρέψει την προσοχή και το ενδιαφέρον του, παραβλέποντας τη δικονομική πλημμέλεια, που ας σημειωθεί είναι ήσσονος σημασίας, εφόσον περιορίζεται σε δομικό ζήτημα, δηλαδή μετάθεση υφιστάμενων ισχυρισμών σε άλλη παράγραφο. Με δεδομένο το ιστορικό της διαδικασίας δέον είναι πριν οτιδήποτε άλλο να συνοψιστούν οι δικανικές αρχές που διέπουν το ζήτημα, εφόσον θα εξυπηρετήσουν στην εξακρίβωση των επίδικων θεμάτων. Αποτελεί βασικό κανόνα του δικαιϊκού μας συστήματος ότι τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες και ουσιώδεις λεπτομέρειες των θεμάτων που επικαλούνται (βλ. Δ.19 κ.4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών). Όπως επεξηγείται στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χρ. Μαρνέρος & Σία Λτδ
(1997)1Β Α.Α.Δ. 718, 721, η συμπερίληψη τέτοιων γεγονότων είναι μείζονος σημασίας εφόσον σκοπεί στον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και αποκαλύπτει την υπόθεση κάθε πλευράς, ώστε· αφενός οι διάδικοι να μην καταλαμβάνονται εξαπίνης και αφετέρου το δικαστήριο να είναι σε θέση να ασκήσει επαρκή έλεγχο της δικαστικής διαδικασίας, αποτρέποντας ενδεχόμενο αυτή να οδηγηθεί σε ατραπούς ξένες των επιδίκων θεμάτων. Όπου όμως διάδικος παραλείπει να συμμορφωθεί με το σχετικό διαδικαστικό κανονισμό, το δικαστήριο κέκτηται εξουσία, είτε κατόπιν αιτήματος είτε ιδία βουλήσει, να διατάξει περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες. Σχετικός εν προκειμένω είναι ο κ.6 της Δ.19 και η ερμηνεία που έλαβε στην υπόθεση Θεμιστοκλέους ν. Χρ. Γεωργιάδη Λτδ
(2000)1Α Α.Α.Δ. 157, 161 όπου αναφέρθηκε ότι· «Από το συνδυασμένο αποτέλεσμα των πιο πάνω ακολουθεί και η αρχή, που εκφράζεται ως βασική αρχή στη νομολογία, ότι περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες μπορούν να δοθούν μόνο αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται το δικόγραφο και όχι αναφορικά με τη μαρτυρία που θα προσκομισθεί προς απόδειξη τους. Δίνονται δε ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει ποια υπόθεση μπορεί να αναμένει να παρουσιασθεί στη δίκη και να μην καταληφθεί εξ απίνης. Οι λεπτομέρειες έχουν σκοπό να διευκρινίσουν και εξειδικεύσουν τα ισχυριζόμενα ουσιαστικά γεγονότα, αλλά κατ' ουδένα λόγο να εκμαιεύσουν ή να αποκαλύψουν την ίδια τη μαρτυρία με την οποία αυτά θα αποδεχθούν.» Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς και συγκεκριμένα Δ.19 κ.κ.4 εως 7, 9, 13, 16 και 26, Δ.27 κ.3, Δ.39 κ.2, Δ.48 κ.κ.1 εως 4, 8 και 9(i) και 12 και Δ.64· στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, άρθρο 30· και στη διακριτική ευχέρεια, τη γενική πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου. Περιπλέον, υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που ομνύει δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους αιτητές. Κρίνω πως δεν είναι πολλά εκείνα που αξίζει να μεταφερθούν από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Αυτό γιατί μεγάλο μέρος της δήλωσης δεν είναι τίποτα άλλο από αγόρευση προς υποστήριξη του αιτήματος. Κατά τα λοιπά στη δήλωση επισυνάπτεται ως τεκμήριο αντίγραφο της επιστολής που οι συνήγοροι των αιτητών απέστειλαν στους συνηγόρους του καθ' ου η αίτηση (βλ. τεκμήρια 1 και 2). Εν πάση περιπτώσει η εν λόγω επιστολή αποτελεί και μέρος του δικαστικού φακέλου ως άλλωστε επιβάλλεται (βλ. Annual Practice 1958, Vol. 1, σελίδα 460, όπου αναφέρεται η αρμόζουσα διαδικασία κάτω από τον τίτλο Form of Particulars. Αναφέρεται εκεί ότι The Particulars so delivered are a part of the pleadings and should be delivered as a formal document in the same way as a pleading, and not in the form of a letter). Σχετικός είναι και ο κ.7 της Δ.19 που ομιλεί για επιστολή που προηγείται της αίτησης (a party may apply for them by letter). Έχοντας αναφέρει όλα τα πιο πάνω επιβάλλεται να εξεταστεί τόσο η ουσία του αιτήματος, εν προκειμένω οι ακριβείς λεπτομέρειες που ζητούνται, όσο και η ουσία των δικογράφων, δηλαδή της αγωγής και της υπεράσπισης. Σε αυτό λοιπόν είναι που στρέφω την προσοχή μου. Οι παράγραφοι της εκθέσεως απαιτήσεως που αφορούν τον καθ' ου η αίτηση, είναι οι 4, 5, 6, 8 και
- Από τα εκεί αναφερόμενα διαπιστώνεται ότι η βάση αγωγής, σε σχέση πάντα με τον καθ' ου η αίτηση, αφορά συμφωνία δανείου που ο τελευταίος φέρεται να ανέλαβε την αποπληρωμή της υπό την ιδιότητα του εγγυητή. Αναφέρεται εκεί ότι η εγγύηση που χορήγησε ο καθ' ου η αίτηση είναι ημερομηνίας 03.05.
- Περαιτέρω, αναφέρεται ότι οι ενάγοντες (αιτητές) μετά τη συνομολόγηση της συμφωνίας άνοιξαν λογαριασμό επ' ονόματι του πρωτοφειλέτη, που ας σημειωθεί είναι η εναγομένη 1, και έμβασαν σε αυτό το ποσό του δανείου, δηλαδή €8543,
- Λόγω του ότι η πρωτοφειλέτιδα παρέλειψε δέουσα καταβολή των δόσεων, οι αιτητές απέστειλαν στους εμπλεκόμενους, μεταξύ αυτών και ο καθ΄ου η αίτηση, ειδοποίηση παράβασης ημερομηνίας 18.03.
- Με αυτή απαιτούσαν εξόφληση των καθυστερημένων δόσεων, σε διαφορετική περίπτωση προειδοποιούσαν ότι θα απαιτήτο ολόκληρο το ποσό το οποίο θα έφερε τόκο 11,25%. Εν τούτοις, αναφέρουν οι αιτητές, οι εμπλεκόμενοι, για σκοπούς της υπό κρίσης αίτησης ο καθ' ου η αίτηση, δεν συμμορφώθηκαν με τις προειδοποιήσεις των αιτητών και γι' αυτό την 08.04.2011 οι τελευταίοι απέστειλαν ειδοποίηση τερματισμού και απαίτησαν το χρεωστικό υπόλοιπο, ήτοι €10.289,21 πλέον τόκους προς 11,25%, δηλαδή βασικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, πλέον 3,25% περιθώριο και 7% τόκος υπερημερίας. Αξίζει να λεχθεί ότι η υπεράσπιση του καθ' ου η αίτηση είναι πολυσχιδής. Το δε έργο του δικαστηρίου δια αναγνώριση των διαφόρων υπερασπίσεων, καθίσταται ακόμα δυσκολότερο λόγω της λακωνικότητας που διέπει τις εκεί προβαλλόμενες υπερασπίσεις. Εν τούτοις προσεχτική ανάγνωση της υπεράσπισης αποκαλύπτει ότι η υπογραφή της συμφωνίας δανείου μεταξύ πρωτοφειλέτιδας και αιτητών, είναι παραδεχτή. Παρ' όλα αυτά ο καθ' ου η αίτηση διατείνεται πως η υπογραφή της εγγύησης από τον ίδιο, έγινε κατόπιν πλάνης (βλ. παράγραφο 4 της υπεράσπισης). Πέραν τούτου διατείνεται ότι δεν έχει γνώση των όρων της συμφωνίας, την ίδια όμως στιγμή ισχυρίζεται πως οι όροι της συμφωνίας είναι γενικοί, αόριστοι, παράνομοι και επαχθείς. Μάλιστα είναι η θέση του πως τούτοι οι όροι δεν αποτελούν προϊόν διαπραγμάτευσης, αλλά επιβλήθηκαν μονομερώς και γι' αυτό είναι καταχρηστικοί και αποτελούν ποινική ρήτρα. Περιπλέον, υποστηρίζει πως το αιτούμενο επιτόκιο είναι πολύ υψηλότερο και πως οι αιτητές δεν είχαν το δικαίωμα να το μεταβάλλουν και τέλος, ότι δεν δικαιούνται τον αιτούμενο τόκο υπερημερίας. Εν κατακλείδι, διατείνεται πως διάφορες χρεώσεις, έξοδα και επιβαρύνσεις του λογαριασμού, υπολογίστηκαν κατά τρόπο αντισυμβατικό και κατ' επέκταση παράνομο. Όλα τα πιο πάνω συμπυκνώνονται στην 3η παράγραφο της υπεράσπισης. Τέλος, στην 5η παράγραφο της υπεράσπισης ο καθ' ου η αίτηση αναφέρει πως ουδέποτε ειδοποιήθηκε για τις χρεώσεις και/ή καθυστερήσεις και/ή τερματισμό του λογαριασμού, καθώς ότι παράτυπα και παράνομα τερματίστηκε η συμφωνία. Τώρα, ας δούμε τι είναι αυτό που αιτούνται οι αιτητές. Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην επίδικη αίτηση, οι αιτητές ζητούν να λάβουν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες ως ακολούθως· Α. Διάταγμα του δικαστηρίου που να διατάζει τον εναγόμενο 2 όπως δώσει περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες της υπεράσπισής του όπως φαίνεται πιο κάτω, εντός 7 ημερών από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή εντός χρόνου που ήθελε το σεβαστό δικαστήριο καθορίσει.
- Ως προς την παράγραφο 3 της τροποποιημένης υπεράσπισης: Ζητούμενες διευκρινίσεις/λεπτομέρειες: α) Σχετικά με την συμφωνία δανείου ημερομηνίας 03.05.2006, την οποία παραδέχεστε ότι υπογράφτηκε από την εναγόμενη 1, παρακαλούμε όπως μας παρέχεται πλήρεις λεπτομέρειες στη βάση ποιών γεγονότων βασίζετε τον ισχυρισμό σας ότι οι όροι που αναφέρονται στις υποπαραγράφους 4 (α) - (ε) της έκθεσης απαίτησης είναι γενικοί, αόριστοι, παράνομοι, και επαχθείς για τους εναγόμενους, β) Ποιες πρόνοιες της νομοθεσίας έχουν παραβιαστεί που να συνιστούν παρανομία των όρων της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 03.05.2016; γ) Ποιες είναι οι διάφορες χρεώσεις, επιβαρύνσεις στις οποίες ισχυρίζεστε ότι προέβη αντισυμβατικά και παράνομα η ενάγουσα; δ) Σε ποιους γενικούς όρους της συμφωνίας δανείου αναφέρεστε;
- Ως προς την 4η παράγραφο της τροποποιημένης υπεράσπισης: Ζητούμενες διευκρινίσεις/λεπτομέρειες: Αναφορικά με τον ισχυρισμό σας ότι η υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης, η οποία αποτελούσε μέρος της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 03.05.2006, έγινε κατόπιν πλάνης παρακαλούμε όπως μας παρέχετε καλύτερες λεπτομέρειες και μας διευκρινίσετε σε ποια γεγονότα στηρίζετε την θέση ότι η υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης έγινε κατόπιν πλάνης, πότε έλαβαν χώρα τα γεγονότα αυτά, από ποιος και με ποιο τρόπο;
- Ως προς την 5η παράγραφο της τροποποιημένης υπεράσπισης:\ Ζητούμενες διευκρινίσεις/λεπτομέρειες: α) Αναφορικά με τον ισχυρισμό σας ότι ο τερματισμός της συμφωνίας δανείου δεν έγινε νομότυπα αλλά παράνομα, παράτυπα και αυθαίρετα, παρακαλούμε διευκρινίστε στη βάση ποιών γεγονότων στηρίζεται τον ισχυρισμό σας ότι ο ισχυριζόμενος τερματισμός έγινε παράνομα; β) Αναφορικά με τον ισχυρισμό σας ότι στα ποσά που αναφέρονται στις παραγράφους 6, 7, 8, 9, 10 και 11 της έκθεσης απαίτησης περιλαμβάνονται διάφορες χρεώσεις και τόκοι πέραν των νομίμων καθώς και τα έξοδα τα οποία σε καμιά περίπτωση δεν νομιμοποιείται να ζητά η ενάγουσα, παρακαλούμε όπως μας υποδείξετε ποια ποσά που έχουν χρεωθεί θεωρείται ότι είναι πέραν από αυτών που δικαιούται η ενάγουσα και σε ποιο συνολικό ποσό συμπος ούνται οι χρεώσεις αυτές. γ) Αναφορικά με τον ισχυρισμό σας ότι τα πραγματικά οφειλόμενα ποσά δεν είναι σε καμιά περίπτωση αυτά που ισχυρίζεται η ενάγουσα, παρακαλούμε όπως μας υποδείξετε το ποσό το οποίο θεωρείται ως το πραγματικό οφειλόμενο ποσό. Β. Διάταγμα του σεβαστού δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η αυτόματη διαγραφή (STRIKE OUT) της υπεράσπισης του εναγομένου 2 στην αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή του μέρους αυτής που σχετίζεται με τις αιτούμενες περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες, εάν ο εναγόμενος 2 δεν συμμορφωθεί με το αιτούμενο πιο πάνω στο αιτητηικό Α της παρούσα Αίτησης Διάταγμα, εντός 7 ημερών από την έκδοση του διατάγματος και/ή εντός του χρόνου που ήθελε καθορίσει το σεβαστό δικαστήριο για συμμόρφωση. Γ. Διαζευκτικά προς το διάταγμα που ζητείται με το πιο πάνω αιτητικό Β. της παρούσας αίτησης, διάταγμα και/ή δήλωση του σεβαστού δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος 2 εμποδίζεται και/ή δεν θα έχει τη δυνατότητα να προσκομίσει μαρτυρία και/ή να προωθήσει και/ή να επικαλεστεί κατά την ακροαματική διαδικασία οποιοδήποτε κατ' ισχυρισμό γεγονότα και/ή οποιουσδήποτε ισχυρισμούς του που περιέχονται στην υπεράσπιση του και σχετίζονται με τις αιτούμενες περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες, εάν ο εναγόμενος 2 δεν συμμορφωθεί με το αιτούμενο πιο πάνω στο αιτητικό Α. της παρούσας αίτησης διάταγμα, εντός 7 ημερών από την έκδοση του διατάγματος και/ή εντός του χρόνου που ήθελε καθορίσει το σεβαστό δικαστήριο. Είμαι της γνώμης ότι η διαδικασία που έχει προηγηθεί και δη η εξονυχιστική παράθεση των δικογράφων, σε συνάρτηση με το αίτημα, ως πιο πάνω παρατίθεται, αποκαλύπτει το δικαιολογημένο και εύλογο της απαίτησης των αιτητών δια περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες. Και εξηγώ· δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι το δικόγραφο του καθ' ου η αίτηση εμπίπτει στις κλασσικές εκείνες περιπτώσεις που η χορήγηση λεπτομερειών όχι μόνο αρμόζει, αλλά και επιβάλλεται. Η πολυσχιδής κατά τα άλλα υπεράσπιση του καθ' ου η αίτηση φείδεται λεπτομερειών και απλώς αναδεικνύει αόριστους και γενικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι όμως κινούνται σε δικανικό μόνο επίπεδο και είναι μετέωροι πραγματικού υποβάθρου. Επί του προκειμένου σχετική είναι η υπόθεση Kapatais v. The London Lancashire Insurance Co Ltd 4 C.L.R. 66 όπου επεξηγήθηκε τι εστί ουσιώδες με παραπομπή στην Ετήσια Πρακτική του
- Αναφέρθηκε εν προκειμένω ότι· «Under the heading "All Material Facts" in the Annual Practice, 1959, p. 447, the following is stated: "The general rule is thus stated by Cotton, L.J., in Philipps v. P., 4 Q.B.D. p. 139 :— 'In my opinion it is absolutely essential that the pleading, not to be embarrassing to the defendants, should state those facts which will put the defendants on their guard, and tell them what they have to meet when the case comes on for trial. Each party must plead all the material facts on which he means to rely at the trial ; otherwise he is not entitled to give any evidence of them at the trial. No averment must be omitted which is essential to success. Those facts must be alleged which must, not may, amount to a cause of action (West Rand Co. v. Rex,
(1905)2 K.B. 399 ; see Ayers v. Hanson,
(1912)W.N. 193)". Again in Odgers, On Pleading and Practice, 16th Edition, p. 86, under the question "What facts are material" the following appears: "The word 'material' means necessary for the purpose of formulating a complete cause of action, and if any one 'material' fact is omitted, the statement of claim is bad". (Per Scott, L.J., in Bruce v. Odhams Press, Ltd.,
(1936)1 K.B. at p. 712). The same principle applies to defenses"». Στην υπό κρίση περίπτωση ο καθ' ου η αίτηση δεν φανερώνει ποιοι όροι της συμφωνίας είναι αόριστοι, όπως ούτε γιατί είναι παράνομοι ή επαχθείς. Εν ολίγοις γενικότητα και ασάφεια σκεπάζει το σύνολο του σχετικού ισχυρισμού. Στο ίδιο πλαίσιο και κατά τον ίδιο τρόπο δεν αιτιολογεί, νοείται σε πραγματικό επίπεδο, ποιος ο λόγος που διατείνεται ότι έχουν παραβιαστεί οι όροι της συμφωνίας και ούτε αποκαλύπτει ποιοι είναι οι όροι που έχουν παραβιαστεί. Έτι περισσότερο φανερώνεται η ασάφεια και αοριστία της υπεράσπισης από το γεγονός ότι αν και προβάλλεται ισχυρισμός παράνομων χρεώσεων και επιβαρύνσεων, εν τούτοις ουδέν ποσό υποδεικνύεται ως τέτοιο, δηλαδή ως παράνομη χρέωση. Περιπλέον, σε ποια γεγονότα εδράζεται η ισχυριζόμενη πλάνη στην 5η παράγραφο της υπεράσπισης. Ούτε και δια αυτό αναφέρθηκαν οποιαδήποτε γεγονότα. Το ίδιο ισχύει και για τον τερματισμό της συμφωνίας που ο καθ' ου η αίτηση χαρακτηρίζει παράνομο. Γιατί όμως είναι παράνομος δεν επεξηγείται στο δικόγραφο της υπεράσπισης. Όλα τα πιο πάνω φανερώνουν τις ελλείψεις του δικογράφου της υπεράσπισης. Όπως έχω προαναφέρει, κατά την ταπεινή μου άποψη η υπό κρίση περίπτωση είναι κλασσική δια έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Στην προκείμενη περίπτωση δεν επιδιώκεται αλίευση μαρτυρίας, αλλά μόνο δέουσα αποκάλυψη των λεπτομερειών που περιβάλλουν τις διάφορες υπερασπίσεις, ώστε διάδικοι και δικαστήριο να γνωρίζουν την πορεία που θα ακολουθήσει η υπόθεση. Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνω ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι δικαιολογημένη για όλες τις λεπτομέρειες που ζητούνται και ως εκ τούτου εκδίδω διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης, με τη διαφορά ότι στον καθ' ου η αίτηση παρέχεται χρόνος 30 ημερών από σήμερα δια συμμόρφωση με το διάταγμα, ήτοι καταχώριση των λεπτομερειών. Για δε τα υπόλοιπα διατάγματα που αιτείται η αιτήτρια, κρίνω ορθό να μην αποφανθώ και να αφήσω το θέμα ανοικτό. Περιττό βεβαίως να ειπωθεί ότι αν δεν υπάρξει συμμόρφωση, η αιτήτρια είναι ελεύθερη να επανέλθει σε σχέση με τα αιτητικά Β και Γ. Τα έξοδα της επίδικης διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν και εγκριθούν επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εις βάρος του καθ΄ ου η αίτηση, καταβλητέα με την ολοκλήρωση της υπόθεσης. (Υπ.)............ Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /Μ.Ε. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο