← Κύπρος

Λεύκιος Δοράτης ν. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 543/08, 20/12/2016

Λεύκιος Δοράτης ν. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 543/08, 20/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A691 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Α.Ε.Δ. Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διαταγμάτων του Δικαστηρίου ημ. 3.6.09, 18.11.11 & 19.12.14 Αρ. Αγωγής: 543/08 Μεταξύ: Λεύκιος Δοράτης, εκ Λευκωσίας Ενάγοντα και

  1. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ, εκ Λευκωσίας
  2. Γιάννης Παπαδόπουλος, εκ Λευκωσίας
  3. Διονύσης Διονυσίου, εκ Λευκωσίας
  4. Ανδρέας Παράσχος, εκ Λευκωσίας
  5. Σωτήρης Παρούτης, εκ Λευκωσίας
  6. Γιάννης Νεάρχου, εκ Λευκωσίας Εναγομένων Αίτηση ημερ. 6.10.16 υπό εναγομένης 1 - αιτήτριας για αναστολή εκτέλεσης απόφασης εκκρεμούσης εφέσεως. Ημερομηνία: 20 Δεκεμβρίου 2016 Για εναγομένη - αιτήτρια: κος Κωνσταντίνος Μάμαντος Για εναγομένη - καθ' ης η αίτηση: κα Νικολέττα Μιχαήλ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 27.4.16 εκδόθηκε απόφαση μετά από ακροαματική διαδικασία, στην οποία επιδικάσθηκε υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγομένης 1, το ποσόν των €50.000,00 πλέον τόκους και έξοδα. Η εναγομένη 1 κρίθηκε στην πιο πάνω απόφαση ως υπεύθυνη για δυσφημιστικό δημοσίευμα που αφορούσε τον ενάγοντα και το οποίο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Πολίτης" ιδιοκτησίας της. Εναντίον της πιο πάνω απόφασης, η εναγομένη 1 καταχώρησε έφεση στις 3.6.
  7. Με την παρούσα αίτηση της, η εναγομένη 1 - αιτήτρια ζητά την αναστολή της εκτέλεσης της πιο πάνω απόφασης μέχρι πλήρους εκδίκασης και αποπεράτωσης της πιο πάνω έφεσης. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του οικονομικού διευθυντή της αιτήτριας. Αναφέρεται στην πιο πάνω ένορκη δήλωση ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι και πολύ καλές πιθανότητες να πετύχει η έφεση για την ανατροπή των ευρημάτων του Δικαστηρίου ότι τα επίδικα δημοσιεύματα ήταν δυσφημιστικά και ότι δεν αποδείχθηκε η υπεράσπιση της αλήθειας και του εύλογου σχολίου. Επιζητείται επίσης με την έφεση, ανατροπή της επιδίκασης αποζημιώσεων ύψους €50.000,00 ως έκδηλα υπερβολικές υπό τις περιστάσεις. Σε επικοινωνία των δικηγόρων της αιτήτριας με τους συνηγόρους της καθ' ης η αίτηση με την οποία αναζητούσε την αναστολή εκτέλεσης στην απόφαση με την ταυτόχρονη παροχή τραπεζικής εγγύησης, οι συνήγοροι του ενάγοντα απάντησαν αρνητικά. Αναφέρεται τέλος στην ένορκη δήλωση ότι ο ενάγοντας τυγχάνει δημόσιος υπάλληλος με χαμηλά μηνιαία εισοδήματα, γεγονός που παραδέχθηκε τόσο στο δικόγραφο της αγωγής του, όσο και με τη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι εμφανές κατά τον ομνύοντα ότι ο ενάγων θα αδυνατεί να επιστρέψει οποιοδήποτε ποσό του καταβληθεί σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Αντιθέτως, η εκ μέρους της εναγομένης 1 παροχή εγγυητικής επιστολής θα διασφαλίσει το λαβείν του ενάγοντα σε ενδεχόμενη αποτυχία της έφεσης. Ο ενάγοντας-καθ' ου η αίτηση, καταχώρησε ένσταση στην έγκριση του αιτούμενου διατάγματος. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναστολής εκτέλεσης της απόφασης. Συγκεκριμένα δεν αποδείχθηκε η βασιμότητα της έφεσης ή ότι με την εκτέλεση της απόφασης, η έφεση θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και η οποία υπογράφεται από τον ίδιο τον ενάγοντα, γίνεται αναφορά για μεγάλη ακίνητη περιουσία που βρίσκεται επ' ονόματι του. Όλη του η περιουσία πλην της κατοικίας του, δεν είναι υποθηκευμένη και θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς επιστροφής οιωνδήποτε ποσών στην αιτήτρια. Επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της ένστασης πιστοποιητικό αποδοχών του ενάγοντα σύμφωνα με το οποίο τα ετήσια εισοδήματα του για το 2015 υπερβαίνουν το ποσόν των €40.000,00 ετησίως. Επισυνάπτεται επίσης φορολογική του δήλωση για το 2016 όπου καταγράφεται όλη η ακίνητη του περιουσία. Σε αξίες του 1980, σύμφωνα με την πιο πάνω δήλωση, η συνολική αξία της περιουσίας του είναι €125.000,
  8. Με τις σημερινές αξίες, ασφαλώς ανέρχεται σε ποσό πολύ μεγαλύτερο των €50.000,00 που του επιδικάστηκαν ως αποζημιώσεις. Αναφέρει στη συνέχεια, ότι ουδέποτε τέθηκε ζήτημα οικονομικής του αδυναμίας κατά την εκδίκαση της αγωγής και ότι η αιτήτρια παραπλανητικά αναφέρει κάτι τέτοιο στην αίτηση της. Ο ενόρκως δηλών, αναφέρει στη συνέχεια ότι όπως συμβουλεύεται από τον δικηγόρο του, η έφεση της αιτήτριας δεν έχει καμιά πιθανότητα επιτυχίας. Εισηγήθηκε ότι είναι προσφιλής τακτική της αιτήτριας να εφεσιβάλλει κάθε απόφαση που εκδίδεται εναντίον της για αποζημιώσεις λόγω δυσφήμισης και στη συνέχεια να αιτείται αναστολή εκτέλεσης. Ήταν η θέση του ενάγοντα ότι η καταβολή του εξ αποφάσεως χρέους δεν επηρεάζει καθόλου την έφεση της αιτήτριας αφού ο ίδιος είναι σε θέση να επιστρέψει όποιο ποσό του αποδοθεί, σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Αγορεύσεις Ο συνήγορος της αιτήτριας στην αγόρευση του, εισηγήθηκε ότι υπάρχει καλή πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης και ότι θα είναι αμφίβολη η επανείσπραξη από τον ενάγοντα του εξ αποφάσεως ποσού, σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Ακολούθως, ο συνήγορος αναφέρθηκε σε νομολογία που ερμηνεύει την Δ.35 Θ.18, επί της οποίας στηρίζεται η αίτηση και η οποία παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να αναστείλει την εκτέλεση απόφασης εκκρεμούσης εφέσεως. Ο συνήγορος σχολιάζοντας στη συνέχεια τους λόγους ένστασης, ισχυρίστηκε ότι όλοι στηρίζονται στη βάση της κατάχρησης της διαδικασίας από πλευράς της αιτήτριας. Εισηγήθηκε ότι όλοι οι λόγοι ένστασης είναι ανυπόστατοι και ως τέτοιοι θα πρέπει να απορριφθούν από το Δικαστήριο. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι η αιτήτρια σε καμία περίπτωση δεν επιδιώκει να αποστερήσει από τον ενάγοντα τους καρπούς της επιτυχίας του. Αυτό αποδεικνύεται από την αμεσότητα της πρόθεσης της να του προσφέρει το επιδικασθέν ποσόν υπό μορφή τραπεζικής εγγύησης, τα έξοδα της οποίας θα την βαρύνουν. Σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης, ο ενάγοντας θα μπορεί χωρίς καμία προϋπόθεση να εισπράξει αμέσως το λαβείν του από την τράπεζα που θα εκδώσει την εν λόγω εγγύηση. Παράλληλα, η αιτήτρια δεν θα βρεθεί στη δύσκολη θέση διεκδίκησης επιστροφής των χρημάτων της μετά από επιτυχή έκβαση της έφεσης. Όσον αφορά το τεκμήριο 2 της ένστασης το οποίο αναφέρεται στην ακίνητη περιουσία του ενάγοντα, είναι σαφές κατά τον συνήγορο ότι αυτή είναι μηδαμινής αξίας. Σε σχέση με τα εισοδήματα του ενάγοντα (τεκμ.1 της ένστασης), δεν ξεκαθαρίζει κατά πόσον αυτά καλύπτουν τις δικές του προσωπικές ανάγκες ή και της οικογένειας του. Η συνήγορος του ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση στη δική της αγόρευση, αναφέρθηκε στις αρχές που διέπουν την αναστολή εκτέλεσης απόφασης δυνάμει της Δ.35 Θ.18, όπως αυτές καθορίστηκαν από τη νομολογία. Όσον αφορά την εισήγηση της αιτήτριας για αδυναμία επιστροφής οιουδήποτε ποσού από τον ενάγοντα, η συνήγορος ανέφερε ότι ο ενάγοντας αμείβεται στην υψηλή κλίμακα μισθοδοσίας Α11 ενώ διατηρεί και ακίνητη περιουσία αξίας €125.000,00 με βάση τις τιμές του
  9. Είναι σαφές κατά τη συνήγορο ότι η σημερινή αξία της ακίνητης περιουσίας του, είναι πολύ μεγαλύτερη από τις αξίες του 1980 και ασφαλώς πολύ μεγαλύτερη από το ποσόν της εκδοθείσας απόφασης. Πρόσθετα, ο ενάγοντας εργάζεται στο δημόσιο, οπότε είναι αντιληπτό ότι σε περίπτωση που επιτύχει η έφεση, ασφαλώς και η ενάγουσα δύναται να εισπράξει είτε άμεσα είτε διά του εργοδότη του που είναι η Δημοκρατία, το όποιο ποσόν ήθελε διαταχθεί να τους επιστραφεί. Περαιτέρω, ο ενάγοντας ως μόνιμος υπάλληλος στο δημόσιο δεν υφίσταται τον κίνδυνο απώλειας της εργασίας του. Η συνήγορος ανέφερε περαιτέρω ότι δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός περί βασιμότητας της έφεσης αφού η πρωτόδικη απόφαση είναι πλήρως τεκμηριωμένη και υπάρχει λεπτομερής ανάλυση που καταδεικνύει το δυσφημιστικό του δημοσιεύματος. Τυχόν επιτυχία της αίτησης για τους λόγους που προβάλλουν οι εναγόμενοι, στην ουσία θα μετατρέψει τον γενικό κανόνα ότι ο επιτυχών διάδικος δεν στερείται του καρπού της επιτυχίας του σε άλλο κανόνα όπου όλες οι αποφάσεις αναστέλλονται μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Τέτοιος όμως κανόνας, όχι μόνο δεν υπάρχει αλλά αν καθιερωθεί, θα ήταν και επικίνδυνος για το θεσμό της δικαιοσύνης. Τέλος, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η αναστολή εκτέλεσης είναι ένα εξαιρετικό μέτρο, το οποίο παρέχεται μόνο σε ειδικές περιστάσεις και όπου επηρεάζεται με αποτελεσματικό τρόπο, το δικαίωμα της έφεσης. Τέτοιες περιστάσεις δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση. Συνεπώς, δεν επηρεάζονται τα συνταγματικά δικαιώματα των εναγομένων ενώ αντίθετα στέρηση του καρπού της επιτυχίας του ενάγοντος, παραβιάζει τα ατομικά δικαιώματα του. Νομική πτυχή Η Δ.35 Θ.18 επί της οποίας στηρίζεται η αίτηση, έχει ως ακολούθως: «
  10. An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal or a Judge of either Court, may order; and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been directed. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favor the decision under appealed was given.» Στην υπόθεση Παναγιώτα Νεοφύτου ν. Δημητρίου

(1989)1 CLR 592, λέχθηκε ότι άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για αναστολή πρωτόδικης απόφασης, εξαρτάται από το αποτέλεσμα της εξισορρόπησης δύο εξίσου σημαντικών παραγόντων για την απονομή της Δικαιοσύνης. Την διασφάλιση αφ' ενός του τελεσίδικου χαρακτήρα της πρωτόδικης απόφασης και της απόδοσης στον διάδικο που έχει επιτύχει των καρπών της επιτυχίας του, και την εξασφάλιση αφ' ετέρου της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Η πιο πάνω αρχή επαναδιατυπώθηκε στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ
  1. Λέχθηκαν τα πιο κάτω σε σχέση με την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου: «Η Έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της Πρωτόδικης απόφασης. Η αναστολή μπορεί να εγκριθεί στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στο Δικαστήριο από την Δ.35 Θ.
  2. Η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης, αφενός, και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση Έφεσης, αφετέρου, συνιστούν τους κατεξοχήν παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Η εξισορρόπηση των συγκρουομένων δικαιωμάτων επιβάλλει την στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με της επιπτώσεις της αναστολής όσον και την ζωτικότητα του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης, είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις.» Σχετική είναι και η απόφαση The Governor and the Company of the Bank of Scotland v. S.S. Sapphire Seas
(2001)1Β A.A.Δ. 955, στην οποία ειπώθηκαν τα εξής: «Στην περίπτωση των αναστολών γίνεται προσπάθεια εξισορρόπησης δύο παραγόντων: Να δρέψει άμεσα ο νικητής του δικαστικού αγώνα τους καρπούς της επιτυχίας του και να μη μείνει ο άλλος, αν νικήσει, με κενά χέρια. Σ' αυτό το πλαίσιο κινείται η άσκηση της διακριτικής μας εξουσίας.» Όπως έχει όμως νομολογηθεί, μόνον η ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων είναι δυνατό να κλίνει την πλάστιγγα υπέρ της δεύτερης αρχής, σε βάρος της πρώτης (βλ. Χ"Ευαγγέλου ν. Dorami Marine Ltd & Others
(1991)1 A.A.Δ 172). Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι ο αιτητής προκειμένου να πετύχει την αιτούμενη αναστολή θα πρέπει να αποδείξει ότι σε περίπτωση άρνησης του αιτήματος αναστολής, η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης θα χάσει τη σημασία της (Βλ. μεταξύ άλλων Loukos Trad. Co. Ltd κ.ά. ν. Ρέινμποου Πλητσιηγκ και Νταιγκ κο Λτδ
(2000)1Β Α.Α.Δ. 1014). Αναφορικά με τις προοπτικές επιτυχίας της έφεσης, έχει νομολογηθεί ότι ο παράγοντας αυτός είναι μεν σχετικός αλλά οριακής σημασίας. Ως εκ τούτου δεν εξετάζεται από το Δικαστήριο ξεχωριστά μόνον η προοπτική αυτή χωρίς να ληφθούν υπόψη οι υπόλοιποι παράγοντες. Το ίδιο ισχύει και σε τυχόν προβαλλόμενο λόγο ένστασης για απομακρυσμένο ενδεχόμενο ανατροπής της απόφασης από το Εφετείο. Μόνο όπου υπάρχει σαφής βεβαιότητα πρόγνωσης ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος (Βλ. μεταξύ άλλων BP Holdings Ltd v. A. Κιταλίδης
(1994)1 A.A.Δ. 287 & Βογαζιανού ν. Γ. Εισαγγελέα
(1997)1Β Α.Α.Δ., 591). Εφόσον κριθεί ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της απόφασης, το Δικαστήριο έχει καθήκον σύμφωνα με την Δ.18 να επιλέξει τους κατάλληλους για την περίπτωση όρους για να τεθεί σε ισχύ η αναστολή. Εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η επιλογή των όρων που θα τεθούν προκειμένου να επιφέρουν την εξισορρόπηση των συγκρουομένων δικαιωμάτων μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης (Βλ. Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd
(2001)1Α .Α.Δ 78). Συνήθης πρακτική είναι να κατατίθεται τραπεζική εγγύηση εκ μέρους του εναγομένου για το ποσόν της απόφασης ή ακόμα και η πληρωμή στο Δικαστήριο του συνόλου ή μέρους του εξ' αποφάσεως χρέους. Στην πιο πάνω υπόθεση Χαραλάμπους που αφορούσε εργατικό ατύχημα, διατάχθηκε η κατάθεση τραπεζικής εγγύησης από τον αιτητή για μέρος του εξ αποφάσεως χρέους ενώ το υπόλοιπο είχε διαταχθεί να καταβληθεί σε μετρητά. Συμπεράσματα Έχω μελετήσει με προσοχή όλο το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου όπως προκύπτει από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις και τις εκατέρωθεν αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων. Κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση, η αιτήτρια δεν έχει αποδείξει ότι αν δεν εγκριθεί το αίτημα αναστολής, η έφεση της θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Γίνεται μια αόριστη αναφορά στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης της αίτησης ότι αν καταβληθεί το ποσόν της απόφασης, ο ενάγοντας που είναι δημόσιος υπάλληλος με χαμηλά εισοδήματα θα αδυνατεί να το επιστρέψει σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Ο ισχυρισμός όμως αυτός από μόνος του δεν αρκεί για να αποδείξει την προϋπόθεση που απαιτεί η νομολογία για στέρηση της αποτελεσματικότητας του ενδίκου μέσου της έφεσης, λόγω αδυναμίας επιστροφής των ποσών που θα εισπραχθούν. Δεν τέθηκε δηλαδή από την αιτήτρια πέραν της αόριστης αναφοράς για χαμηλόμισθο δημόσιο υπάλληλο, σχετική μαρτυρία για αφερεγγυότητα του ενάγοντα ή πραγματικής αδυναμίας του να επιστρέψει οιονδήποτε ποσόν εισπραχθεί στα πλαίσια εκτέλεσης της απόφασης. Το ύψος του ποσού της απόφασης από μόνο του χωρίς αναφορά στις οικονομικές δυνατότητες του ενάγοντα δεν υποδηλώνει και την αδυναμία επιστροφής του, σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Από την άλλη, ο ενάγοντας παρουσίασε πιστοποιητικό εισοδημάτων (τεκ.1 της ένστασης) που καταδεικνύει ότι όχι μόνο δεν πρόκειται για χαμηλόμισθο δημόσιο υπάλληλο αλλά αντιθέτως, τα ετήσια εισοδήματα του υπερβαίνουν τις €40.000,
  1. Επιπλέον, παρουσίασε κατάσταση φορολογίας ακίνητης περιουσίας που αποτελείται από 8 ακίνητα και η αξία της οποίας υπερβαίνει με αξίες του 1980, τις €125,000,
  2. Η υποθήκευση ενός από τα ακίνητα και συγκεκριμένα της κατοικίας του ενάγοντα δεν αλλάζει την διαπίστωση, ότι δεν αποδείχθηκε η αδυναμία του να επιστέψει οποιοδήποτε ποσόν εισπράξει προς εκτέλεση της απόφασης. Στο συμπέρασμα αυτό συνηγορεί και το γεγονός ότι ο ενάγων ως δημόσιος υπάλληλος θα εξακολουθεί να έχει μόνιμη εργασία με σημαντικά εισοδήματα και στο άμεσο μέλλον. Ήταν στους ώμους της αιτήτριας να αποδείξει ότι υπάρχει πραγματική αδυναμία του ενάγοντα να επιστρέψει οιονδήποτε ποσόν πληρωθεί προς εκτέλεση της απόφασης με αποτέλεσμα να καθίσταται το ένδικο μέσο της έφεσης αναποτελεσματικό. Η αιτήτρια απέτυχε στην υποχρέωση της αυτή με αποτέλεσμα να μην δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος αναστολής. Έχοντας υπόψη την πιο πάνω κατάληξη, θεωρώ ότι δεν θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη σημασία στην πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης, στοιχείο που είναι εξ' άλλου οριακής σημασίας κατά την νομολογία και εξετάζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου αποδεικνύεται ότι η άρνηση αναστολής θα καταστήσει την έφεση άνευ αντικειμένου. Παρόλα αυτά, κρίνω από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ότι δεν υπάρχει μια σαφής βεβαιότητα πρόγνωσης για επιτυχία της αιτήτριας στο Εφετείο. Χωρίς όμως από την άλλη, να αποκλείεται εντελώς η πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και κυρίως το γεγονός ότι δεν έχει αποδειχθεί η αναποτελεσματικότητα του ενδίκου μέσου της έφεσης σε συνδυασμό με την απουσία σαφούς πρόγνωσης για την επιτυχία της αιτήτριας στο Εφετείο, κρίνω ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκηθεί, κατά του αιτήματος αναστολής. Στην παρούσα υπόθεση ενόψει των όσων έχουν τεθεί ενώπιον μου, υπερισχύει το δικαίωμα του ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση για διασφάλιση του τελεσφόρου της δικαστικής απόφασης που πέτυχε. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της εναγομένης 1 - αιτήτριας και υπέρ του καθ' ου η αίτηση - ενάγοντα ως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητείο και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.