Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λευκωσίας Λτδ ν. Σπύρου Σπύρου, Αρ. Αίτησης: 364/16, 28/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A699 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 364/16 Μεταξύ: Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λευκωσίας Λτδ Αιτήτριας και Σπύρου Σπύρου, από Λακατάμια Καθ' ου η αίτηση Αίτηση ημερ. 29.8.16 υπό αιτήτριας για εγγραφή διαιτητικής απόφασης Ημερομηνία: 28 Δεκεμβρίου 2016 Για αιτήτρια: κα Ελπίδα Κουλλαπή Για - καθ' ου η αίτηση: κα Γιολάντα Ζαχαρίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 19.6.12 εκδόθηκε διαιτητική απόφαση εναντίον του καθ' ου η αίτηση και υπέρ της αιτήτριας για το ποσόν των €176.439,31 πλέον τόκους και έξοδα. Η απόφαση εδράζεται σε υπόλοιπο ενυπόθηκου δανείου, το οποίο ο καθ' ου η αίτηση συνήψε στην αιτήτρια ως πρωτοφειλέτης μαζί με ακόμα ένα πρόσωπο. Με την παρούσα αίτηση της, η αιτήτρια ζητά την εγγραφή της ως άνω διαιτητικής απόφασης, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας για σκοπούς εκτέλεσης της ως απόφαση Δικαστηρίου.
- Η αίτηση Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση υπαλλήλου της αιτήτριας εταιρείας, στην οποία αναφέρεται ότι γνωρίζει καλά τα γεγονότα της υπόθεσης και ότι είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση. Αναφέρει στην συνέχεια ότι η αιτήτρια ειδοποίησε γραπτώς τον καθ' ου η αίτηση να παρουσιαστεί κατά την ακρόαση της διαιτησίας που ήταν ορισμένη στις 19.6.12 στα γραφεία της αιτήτριας. Παρ' όλα αυτά, ο καθ' ου η αίτηση δεν εμφανίστηκε με αποτέλεσμα να εκδοθεί η διαιτητική απόφαση στην απουσία του. Επισυνάπτεται περαιτέρω στην ένορκο δήλωση της αίτησης, ως τεκμήριο Γ, δήλωση του καθ' ου η αίτηση ότι του έχει γνωστοποιηθεί προσωπικά η επίδικη διαιτητική απόφαση στις 14.9.
- Ο καθ' ου η αίτηση στις 10.10.2012, καταχώρησε αίτηση-έφεση με αρ. 1804/12 με σκοπό την ακύρωση της ως άνω διαιτητικής απόφασης. Ταυτόχρονα, η αιτήτρια καταχώρησε την αίτηση με αρ. 1867/12 για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Όμως, η εν λόγω αίτηση αποσύρθηκε στις 27.6.13 άνευ βλάβης μέχρι την εκδίκαση της αίτησης-έφεσης 1804/12 για παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης. Το Δικαστήριο μετά από ακρόαση, απέρριψε την πιο πάνω αίτηση - έφεση για λόγους που αναφέρονται σε απόφαση μου ημερομηνίας 19.12.
- Κρίθηκε συγκεκριμένα ότι η αίτηση - έφεση ήταν εκπρόθεσμη. Ως εκ τούτου, η αιτήτρια καταχώρησε εκ νέου την παρούσα με την οποία αιτείται άδεια εγγραφής της διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης.
- Η ένσταση Ο καθ' ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση στο πιο πάνω αίτημα. Στους λόγους ένστασης, επικαλείται σωρεία παραβάσεων της διαιτητικής διαδικασίας όπως μη νόμιμο διορισμό διαιτητή και παράλειψη συμμόρφωσης με τη δέουσα διαδικασία. Παρατίθενται επίσης, ισχυρισμοί για υπέρβαση των εξουσιών του διαιτητή καθώς και για κώλυμα λόγω δεδικασμένου. Τέλος, γίνεται αναφορά σε παρατυπία της ένορκης δήλωσης της αίτησης λόγω του ότι η ομνύουσα δεν δίνει τις πηγές πληροφόρησης της ούτε αναφέρει ποιος την εξουσιοδότησε να προβεί στην ένορκη δήλωση. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση που υπογράφεται από τον ίδιο τον καθ' ου η αίτηση. Αφού υιοθετεί τους λόγους ένστασης, στην συνέχεια ο ενόρκως δηλών, ισχυρίζεται ότι η ημερομηνία της διαιτητικής διαδικασίας δεν του είχε κοινοποιηθεί. Ως αποτέλεσμα, η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση του συνταγματικού δικαιώματος του να ακουστεί στη διαδικασία. Στη συνέχεια, αποδέχεται ότι του κοινοποιήθηκε από την αιτήτρια, το γεγονός της έκδοσης της διαιτητικής απόφασης στην απουσία του. Προέβηκε σε δικαστικά διαβήματα για ακύρωση της, πλην όμως, το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση-έφεση του χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία αφού αυτή κρίθηκε εκπρόθεσμη. Το γεγονός αυτό, ενδεχομένως κατά τον ενόρκως δηλούντα να δημιουργεί κώλυμα στην εκδίκαση της υπόθεσης από την παρούσα σύνθεση του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, εξ όσων ο ίδιος αντιλαμβάνεται, η απόσυρση της αρχικής αίτησης για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, έχει δημιουργήσει κώλυμα δεδικασμένου για καταχώρηση της παρούσας. Ο ομνύων, ισχυρίζεται στην συνέχεια ότι το υπόλοιπο του δανείου που απαιτεί η αιτήτρια, περιέχει παράνομες χρεώσεις και ανατοκισμούς. Περαιτέρω, δεν δίνεται καμία μαρτυρία ως προς την τύχη της υπόθεσης αναφορικά με την συνοφειλέτιδα του που είναι η πρώην σύζυγος του με την οποία συμφώνησε να αναλάβει η ίδια το χρέος αφού μόνο αυτή το επωφελήθηκε.
- Αγορεύσεις Η συνήγορος της αιτήτριας στην αγόρευση της, ισχυρίστηκε ότι οι λόγοι ένστασης καταπιάνονται με σειρά σημείων που αφορούν τόσο την ουσία, όσο και την διαδικασία έκδοσης της διαιτητικής απόφασης. Παρόλα αυτά, ήταν η θέση της συνηγόρου ότι τέτοια ζητήματα μπορούν να προβληθούν μόνο σε διαδικασία αίτησης-έφεσης και όχι στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης με την οποία επιζητείται απλά η εγγραφή της διαιτητικής απόφασης. Στη συνέχεια αφού εισηγήθηκε ότι η ομνύουσα στην ένορκο δήλωση της αίτησης ήταν πρόσωπο που μπορούσε να ορκιστεί ως προς τα γεγονότα, η συνήγορος προέβηκε σε μια ιστορική ανασκόπηση της υπόθεσης από την υπογραφή της δανειακής σύμβασης μέχρι και την έκδοση της διαιτητικής απόφασης. Ισχυρίστηκε ότι ο καθ' ου η αίτηση παρότι ειδοποιήθηκε για την διαιτητική διαδικασία, για λόγους δικούς του παρέλειψε να εμφανιστεί ενώπιον του διαιτητή στις 4.5.12 που ήταν αρχικά ορισμένη η υπόθεση. Ο διαιτητής αν και δεν όφειλε, για να διευκολύνει τον καθ' ου η αίτηση επαναόρισε τη διαιτησία στις 28.5.12, γνωστοποιώντας του την νέα ημερομηνία. Ο καθ' ου η αίτηση για λόγους δικούς του και πάλι παρέλειψε να εμφανιστεί, στέλνοντας επιστολή στον διαιτητή με την οποία επικαλείτο κώλυμα. Ο διαιτητής για ακόμα μία φορά προκειμένου να διευκολύνει τον καθ' ου η αίτηση, επαναόρισε την διαιτησία στις 19.6.12, ειδοποιώντας τον και πάλι γραπτώς για την νέα ημερομηνία. Ο καθ' ου η αίτηση για τρίτη φορά παρέλειψε να εμφανιστεί στις 19.6.
- Ως αποτέλεσμα, ο διαιτητής προχώρησε στην εκδίκαση της διαιτησίας στην απουσία του. Αφού μελέτησε τα αποδεικτικά στοιχεία που κατατέθηκαν από την αιτήτρια, εξέδωσε την επίδικη διαιτητική απόφαση ερήμην του καθ' ου η αίτηση. Η πιο πάνω διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 19.6.12, γνωστοποιήθηκε στον καθ' ου η αίτηση στις 14.9.
- Ακολούθως, ο καθ' ου η αίτηση καταχώρησε την υπ' αριθμό 1804/12 αίτηση-έφεση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Η εν λόγω αίτηση-έφεση απορρίφθηκε από το Δικαστήριο ως εκπρόθεσμη γιατί καταχωρήθηκε μετά την παρέλευση 21 ημερών από την έκδοση της διαιτητικής απόφασης όπως ρητά προβλέπεται στο άρθρο 52.5 του Περί Συνεργατικών Πιστωτικών Εταιρειών Νόμου 22/
- Είχε αποσυρθεί σε προηγούμενο στάδιο, αίτηση της αιτήτριας με αριθμό 1867/12 για εγγραφή της εν λόγω διαιτητικής απόφασης. Η εν λόγω αίτηση αποσύρθηκε άνευ βλάβης των δικαιωμάτων της αιτήτριας στις 27.6.13, ένεκα του γεγονότος ότι εκκρεμούσε παράλληλα η πιο πάνω αίτηση-έφεση του καθ' ου η αίτηση. Είναι η θέση της συνηγόρου ότι όλη η διαιτητική διαδικασία ήταν νόμιμη και ότι ο διαιτητής έδωσε πολλές ευκαιρίες στον καθ' ου η αίτηση να ακουστεί. Ο συγκεκριμένος διαιτητής που κατά την συνήγορο είναι έμπειρος, ορίζεται από μια ανεξάρτητη αρχή, τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών και δεν έχει καμία σχέση έχει με την αιτήτρια. Στη συνέχεια, η συνήγορος αναφέρθηκε σε νομολογία που ρυθμίζει την εξουσία του Δικαστηρίου για εγγραφή διαιτητικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 52.4 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/
- Ήταν η θέση της ότι σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο σε αιτήσεις εγγραφής διαιτητικής απόφασης, δεν ελέγχει την ορθότητα της απόφασης του διαιτητή ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Είναι περαιτέρω η θέση της συνηγόρου ότι στην παρούσα περίπτωση, πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης. Από την άλλη πλευρά, οι λόγοι ένστασης είναι ασαφείς και αόριστοι χωρίς να παραθέτουν ένα ασφαλές μαρτυρικό υπόβαθρο που να τους υποστηρίζει. Η συνήγορος του καθ' ου η αίτηση στη δική της αγόρευση, εισηγήθηκε ότι η μη προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας από την πλευρά των αιτητών, καθιστά την αίτηση καταδικαστέα σε απόρριψη. Στη συνέχεια, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η αίτηση θα πρέπει επιπλέον να απορριφθεί με βάση τις αρχές περί δεδικασμένου. Αυτό γιατί, προηγούμενη αίτηση με το ίδιο αντικείμενο, είχε αποσυρθεί από τους αιτητές. Αυτή η θέση της ένστασης δεν αντικρούστηκε από τους αιτητές είτε με καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είτε με αίτηση αντεξέτασης ώστε να ριχθεί φως γύρω από τις συνθήκες που περιβάλλουν την απόσυρση της αρχικής αίτησης. Ακολούθως, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για τον επιπρόσθετο λόγο ότι δεν είναι ενώπιον του Δικαστηρίου όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι. Συγκεκριμένα δεν βρίσκεται η συνοφειλέτιδα του καθ' ου η αίτηση για την οποία δεν υπάρχει μαρτυρία σε ποιο στάδιο βρίσκεται η υπόθεση εναντίον της. Είναι φανερό και από την κατάσταση του λογαριασμού ότι το επίδικο χρέος για το οποίο εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση, ήταν στο όνομα δύο προσώπων. Το Δικαστήριο όμως, έχει ενώπιον του μόνο τον καθ' ου η αίτηση και καμία αναφορά δεν γίνεται από την αιτήτρια ως προς το σε ποιο στάδιο βρίσκεται η οποιαδήποτε διαδικασία σε σχέση με την συνοφειλέτιδα του. Ένα επιπλέον στοιχείο κατά την συνήγορο που δικαιολογεί την απόρριψη της αίτησης, είναι το γεγονός ότι η υπό κρίση διαιτητική απόφαση δεν έχει τα αναγκαία χαρακτηριστικά μιας δικαστικής απόφασης ούτως ώστε να μπορεί να εκτελεστεί. Στη συνέχεια, η συνήγορος επανέλαβε τους ισχυρισμούς για παράλειψη ενημέρωσης του καθ' ου η αίτηση για την ημερομηνία της διαιτητικής διαδικασίας. Ως αποτέλεσμα, η εκδοθείσα ερήμην του διαιτητική απόφαση δεν θα πρέπει να εγγραφεί λόγω παράβασης των συνταγματικών του δικαιωμάτων να γνωρίζει την διαδικασία που κινήθηκε εναντίον του. Ακολούθως, ισχυρίστηκε ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, είναι παράτυπη αφού η ενόρκως δηλούσα απλά αναφέρει ότι γνωρίζει τα γεγονότα χωρίς να αποκαλύπτει την πηγή της πληροφόρησης της. Επιπλέον, αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκο δήλωση χωρίς να αναφέρει το όνομα του φυσικού προσώπου που την εξουσιοδότησε.
- Συμπεράσματα Η έκδοση της υπό κρίση διαιτητικής απόφασης δεν αμφισβητείται από τον καθ' ου η αίτηση. Δεν αμφισβητείται επίσης ότι ο ίδιος ενημερώθηκε σχετικά για την έκδοση της απόφασης. Παρά ταύτα, ο καθ' ου η αίτηση προβάλει σειρά λόγων για τους οποίους δεν θα πρέπει να επιτραπεί η εγγραφή της εν λόγω διαιτητικής απόφασης. Οι ως άνω λόγοι, άπτονται τόσον ζητημάτων παρατυπίας στην διαιτητική διαδικασία όσον και θεμάτων δεδικασμένου, καθώς και ακυρότητας της ένορκης δήλωσης της αίτησης. Επικαλείται επίσης, κώλυμα της παρούσας σύνθεσης του Δικαστηρίου να επιληφθεί της υπόθεσης. Θα εξετάσω στην συνέχεια όλους τους λόγους ένστασης με ταυτόχρονη παραπομπή σε σχετική νομολογία, ερμηνευτική του κάθε ζητήματος. i. Η σύνθεση του Δικαστηρίου Στην ένορκη δήλωση της ένστασης, ο καθ' ου η αίτηση αναφέρεται στην απόρριψη της αίτησης- έφεσης 1804/12 που καταχώρησε εναντίον της διαιτητικής απόφασης, με απόφαση μου ημ.19.12.
- Στην συνέχεια, ισχυρίζεται ότι το γεγονός αυτό, ενδεχομένως να δημιουργεί κώλυμα στην εκδίκαση της υπό κρίση αίτησης από την παρούσα σύνθεση του Δικαστηρίου. Παρότι δεν υπάρχει σαφές αίτημα εξαίρεσης μου, εντούτοις κρίνω ότι η πιο πάνω αναφορά, στην ουσία συνιστά ισχυρισμό για προκατάληψη του Δικαστηρίου έναντι του καθ' ου η αίτηση. Κάτι που σημαίνει στην ουσία, αξίωση για εξαίρεση μου από την εκδίκαση της παρούσας. Ως εκ τούτου και ως θέμα αρχής θα πρέπει η πιο πάνω θέση να εξεταστεί καθηκόντως από το Δικαστήριο, το οποίο σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να την αγνοήσει. Η για οποιονδήποτε λόγο αίτηση εξαίρεσης του Δικαστηρίου ποτέ δεν είναι ευχάριστη. Το Δικαστήριο όμως δεν θα κρίνει την αίτηση με βάση προσωπικά συναισθήματα αλλά με αποκλειστικό κριτήριο τις προϋποθέσεις που η Νομολογία έχει καθιερώσει. Το ζήτημα έχει εξετασθεί σε αριθμό υποθέσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τονίστηκε ότι η δικαιοσύνη όχι μόνο πρέπει να απονέμεται αλλά και να φαίνεται ότι απονέμεται (βλ. μεταξύ άλλων, Πίτσιλλος ν. Δημοκρατίας
(1964)1 Α.Α.Δ. 268 & Σπύρου ν. Ξενή Ποιν. Έφεση 223/14 ημ. 1.11.16). Παρόλα αυτά, ο Δικαστής δεν εξαιρείται ανάλογα με τις επιθυμίες των διαδίκων, οι οποίοι σε καμία περίπτωση δεν έχουν δικαίωμα να καθορίζουν τη σύνθεση του Δικαστηρίου. Το κριτήριο για εξαίρεση ενός Δικαστή, είναι η δημιουργία δικαιολογημένης εντύπωσης για ύπαρξη πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης από τον Δικαστή, στο νου του μέσου λογικού πολίτη, ο οποίος γνωρίζει όλα τα γεγονότα. Εικασίες και καχυποψίες μόνο δεν είναι αρκετές. Στην υπόθεση Stejaru ν. Ιωάννου
(2003)1Β Α.Α.Δ 1188, γίνεται αναφορά στην παλαιότερη απόφαση Αποστολίδου ν. Δημοκρατίας
(1988)3 Α.Α.Δ 80, στην οποία εξετάστηκαν οι αρχές που διέπουν την εξαίρεση Δικαστή από την εκδίκαση Δικαστικών υποθέσεων. Υποδείχθηκε ότι η ευαισθησία του Δικαστή που τείνει να αποκλείσει τον εαυτό του από την εκδίκαση της υπόθεσης δεν πρέπει να κυριαρχεί στην προσέγγιση του. Παραπέμποντας επίσης στην υπόθεση Makrides v. Republic
(1984)3 C.L.R 304 το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε τα εξής: « Η ευαισθησία του Δικαστή, ως υποδεικνύεται στην Makrides, δεν αποτελεί τον οδηγό στη διαπίστωση κωλύματος, αλλά οδηγό συνιστά η σωστή εκτίμηση του δικαστικού καθήκοντος και ό,τι αυτό επιβάλλει. Παραίτηση από αυτό το καθήκον ενέχει ορατούς κινδύνους για την απονομή της δικαιοσύνης όπως υποδεικνύεται: «One such danger is that we would be coming close to acknowledging to a litigant a right to choose the judge who will try him. » «Ένας τέτοιος κίνδυνος είναι ότι θα φθάναμε κοντά στην αναγνώριση δικαιώματος στο διάδικο να επιλέγει το δικαστή που θα τον δικάσει.» Στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Αγγλικού Εφετείου (απαρτιζόμενου από τον Αρχιδικαστή, τον Πρόεδρο του Εφετείου και τον Αντικαγκελάριο (V-C)), Locabail Ltd v. Bayfield Properties [2000] 1 All E.R. 65, τονίζεται ότι αποτελεί καθήκον του δικαστή να επιλαμβάνεται των υποθέσεων που του ανατίθενται, αποκλείοντας κάθε ενδεχόμενο ο διάδικος να επιλέγει το δικαστή που θα τον δικάσει. » Στην ίδια υπόθεση, αναφέρονται τα πιο κάτω σε σχέση με το ζήτημα της προκατάληψης Δικαστή που δικαιολογεί την εξαίρεση του από την υπόθεση: «Χρήσιμη καθοδήγηση για τη διαπίστωση προκατάληψης παρέχεται και από την απόφαση Ex p. Pinochet Ugarte (No. 2) [1999] 1 All E.R. 577 (HL). Σκοπός του αποκλεισμού δικαστή από τη σύνθεση δικαστηρίου λόγω προκατάληψης είναι, ως υπογραμμίζεται, η διασφάλιση της καθαρότητας στη διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης. Προκατάληψη (bias) του Δικαστή, με την έννοια που ο όρος ενέχει στο δίκαιο, τον αποκλείει από την εκδίκαση υπόθεσης. Η ύπαρξη προκατάληψης συναρτάται με το εξ αντικειμένου διαφαινόμενο συμφέρον του Δικαστή στην έκβαση της υπόθεσης. Τέτοιο συμφέρον αναφαίνεται οποτεδήποτε η σχέση του Δικαστή με διάδικο ή προς το επίδικο θέμα είναι τέτοια ώστε να στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η ύπαρξή του.» Δεν γεννάται συμφέρον, ούτε ανακύπτει κώλυμα από την απόφαση Δικαστή πρωτοδίκως ή κατ' έφεση, επί νομικού θέματος. Άλλωστε η αρχή του δεσμευτικού προηγούμενου επιβάλλει την υιοθέτηση του λόγου προηγούμενων αποφάσεων, ανεξάρτητα από τη σύνθεση του Δικαστηρίου» Το θέμα της προκατάληψης, πραγματεύεται και η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Tekinder Pal κα ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551. Στην υπόθεση αυτή, το Ανώτατο Δικαστήριο με αναφορά στην Αγγλική υπόθεση Hellow (AP) v. Secretary of State and another
(2008)UKHL 62, τόνισε ότι το παραπονούμενο πρόσωπο θα πρέπει με αντικειμενικό τρόπο να δικαιολογήσει την θέση του για προκατάληψη. Αναφέρθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: «Η ουσία παραμένει ότι η θεώρηση εκ μέρους του παραπονουμένου ατόμου ως προς την ύπαρξη φαινομενικής προκατάληψης, θα πρέπει στο τέλος της ημέρας να είναι δυνατόν να αιτιολογηθεί κατά αντικειμενικό τρόπο.» Στην παρούσα υπόθεση, ο καθ' ου η αίτηση στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, δεν προβαίνει σε αναφορά όσον αφορά το πρόσωπο μου σε άμεση πιθανότητα προκατάληψης. Η επιχειρηματολογία του, εστιάστηκε σε ενδεχόμενο κώλυμα εκδίκασης της αίτησης υπό την παρούσα σύνθεση, λόγω της απόρριψης από το παρόν Δικαστήριο ως εκπρόθεσμης, της αίτησης - έφεσης με αρ. 1804/12 που καταχώρησε εναντίον της υπό κρίση διαιτητικής απόφασης. Βεβαίως, η εν λόγω αναφορά υπονοεί κατά την κρίση μου, έμμεση προκατάληψη. Είναι η θέση του καθ' ου η αίτηση εάν την έχω αντιληφθεί σωστά ότι επειδή απέρριψα ως εκπρόθεσμη την αίτηση - έφεση που καταχώρησε εναντίον της διαιτητικής απόφασης, δημιουργείται προκατάληψη με την πιθανότητα να έχω ήδη αποφανθεί και για τα επίδικα θέματα της παρούσας. Είναι ως εκ τούτου λογικό για τον ίδιο ότι κωλύομαι να εκδικάσω την παρούσα αίτηση για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης. Έχω μελετήσει με πολλή προσοχή την πιο πάνω επιχειρηματολογία και κρίνω ότι δεν ευσταθεί. Το εύρημα του Δικαστηρίου στην αίτηση - έφεση αρ. 1804/12, είναι ότι αυτή ήταν εκπρόθεσμη και δεν μπορούσε να εξεταστεί επί της ουσίας. Τα επίδικα θέματα της παρούσας, είναι εντελώς διαφορετικά και δεν σχετίζονται ούτε ταυτίζονται σε κανένα σημείο με το πιο πάνω εύρημα μου για το εκπρόθεσμο της αίτησης- έφεσης. Είναι σαφές από όλα τα πιο πάνω ότι δεν έχει αιτιολογηθεί με αντικειμενικό τρόπο εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση, ζήτημα προκατάληψης ή κωλύματος του παρόντος Δικαστηρίου στην εκδίκαση της παρούσας αίτησης. Αντιθέτως, κρίνω ότι τυχόν εξαίρεση μου θα ισοδυναμούσε στην ουσία με παραίτηση εκ μέρους μου, του Δικαστικού καθήκοντος να επιληφθώ της υπόθεσης όπως αυτό μου επιβάλει το Σύνταγμα και ο Νόμος αλλά και η Δικαστική μου συνείδηση. Επιπλέον θα δινόταν με αυτό τον τρόπο, δικαίωμα στον καθ' ου η αίτηση για επιλογή της σύνθεσης του Δικαστηρίου, γεγονός που δεν είναι μόνο ανεπίτρεπτο αλλά ενέχει δυνάμει της πιο πάνω νομολογίας, ορατούς κινδύνους για την εν γένει απονομή της δικαιοσύνης. ii. Παρατυπίες στην ένορκη δήλωση της αίτησης Στους λόγους ένστασης γίνεται αναφορά σε παρατυπία της ένορκης δήλωσης της αίτησης λόγω του ότι η ομνύουσα δεν αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση. Ο ισχυρισμός αυτός δεν ευσταθεί. Η ομνύουσα στην ένορκη δήλωση της αίτησης, αναφέρει ρητά ότι βρίσκεται στην υπηρεσία της αιτήτριας και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση. Δεν ισχύει ως εκ τούτου, ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του καθ' ου η αίτηση. Ούτε βέβαια ήταν υποχρέωση της ομνύουσας να αναφέρει από ποιο πρόσωπο έχει εξουσιοδοτηθεί, προκειμένου να προβεί στην ένορκη δήλωση, όπως ισχυρίστηκε η συνήγορος του καθ' ου η αίτηση στην αγόρευση της. Επιπλέον, η συνήγορος του καθ' ου η αίτηση στην αγόρευση της, ισχυρίστηκε ότι η ένορκη δήλωση δεν είναι σύμφωνη με την Δ.39 Θ.2 αφού η ομνύουσα δεν αποκαλύπτει τις πηγές πληροφόρησης της. Σύμφωνα με την Δ.39 Θ.2, το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης θα πρέπει να έχει ως πηγή, την προσωπική γνώση του ομνύοντος. Παρόλα αυτά, σε ενδιάμεσες αιτήσεις, αναφορά σε ένορκη δήλωση μπορεί να γίνει και σε γεγονότα που δεν είναι σε προσωπική του γνώση του ομνύοντος αν αυτός παραπέμπει στην πηγή της γνώσης του (βλ. μεταξύ άλλων Lord Jeans v Orbit Kazoulis Ltd
(2003)1 A.A.Δ. 808). Σκοπός της Δ.39.Θ.2 που αντιστοιχεί στην Or. 41 R.5
(2)των παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών, είναι να δώσει την ευκαιρία σε ενδιάμεσες αιτήσεις που είναι από την φύση τους επείγουσας φύσης να παρατίθεται στην ένορκη δήλωση και εξ' ακοής μαρτυρία. Το αποδεκτό της εξ ακοής μαρτυρίας σε ενδιάμεσες διαδικασίες, βασίζεται στην ανάγκη παροχής σε ένα αιτητή, της ευχέρειας να στοιχειοθετήσει το αίτημα του εύκολα και γρήγορα, χωρίς την αυστηρή προσκόλληση στους κανόνες που εφαρμόζονται στο δίκαιο της απόδειξης (Βλ. μεταξύ άλλων Fashion Box S.P.A. ν Ferro Fashions Ltd
(1999)1Γ Α.Α.Δ 1858 & C.T. Tobacco Limited v. Εταιρείας Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ
(2003)1Β Α.Α.Δ 853). Στις περιπτώσεις που ο ομνύων έχει προσωπική γνώση ως προς τα γεγονότα για τα οποία ορκίζεται, αυτή η γνώση του δεν διαπιστώνεται μόνο από την σχετική διαβεβαίωση που δίνει στην ένορκη δήλωση. Μπορεί επίσης χωρίς την ύπαρξη τέτοιας διαβεβαίωσης, η προσωπική του γνώση για τα γεγονότα να αποδεικνύεται από τα ίδιο το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης και τα έγγραφα τα οποία επισυνάπτει. Σχετική είναι η υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Βασίλη Χαραλάμπους κα
(2010)1Β Α.Α.Δ 829. Στην πιο πάνω υπόθεση, εξετάστηκε ζήτημα επάρκειας της ένορκης δήλωσης που καταχωρήθηκε προς τον σκοπό ερήμην απόδειξης της υπόθεσης λόγω μη εμφάνισης του εναγομένου. Σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση, ο ομνύων παρέλειψε να διευκρινίσει αν τα γεγονότα στην έκθεση απαίτησης με τα οποία και συμφωνούσε, τα γνώριζε προσωπικά ή κατόπιν πληροφόρησης, εάν δε συνέβαινε το δεύτερο, δεν κατονόμασε τις πηγές πληροφόρησής του. Περαιτέρω, τα συνημμένα έγγραφα δεν προέκυπτε να συντάχθηκαν από τον ίδιο, εφόσον σ' αυτά δεν εντοπιζόταν η υπογραφή του. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποδεχόμενο την έφεση, ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση και έκρινε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που είχαν στην προκείμενη περίπτωση τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, είχαν τεθεί με αποδεκτό τρόπο από τον ομνύοντα στην ένορκη του δήλωση και αποδείκνυαν την αξίωση της εφεσείουσας. Λέχθηκε ότι οι πρόνοιες της Δ.39 Θ.2, ικανοποιούνται όπου η πηγή πληροφόρησης του ομνύοντα είναι φανερή και έχει παρουσιαστεί προς έλεγχο του Δικαστηρίου μέσω των επισυναφθέντων σχετικών εγγράφων. Περαιτέρω και εν πάση περιπτώσει, μετά που η εξ ακοής μαρτυρία κατέστη γενικά αποδεκτή δια Νόμου (Περί Αποδείξεως (Τροποποιητικός) Νόμος αρ. 32(Ι)/2004), η σημασία της πιο πάνω προϋπόθεσης που καθορίζει η Δ.39 Θ.2 έχει μειωθεί. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση: « Εκείνο που έχει σημασία σε μια τέτοια περίπτωση δεν είναι αν ο ομνύων είχε ή όχι προσωπική εμπλοκή ή γνώση σε κάθε στάδιο της εξελικτικής πορείας της δικαιοπραξίας, αλλά το σημαντικό είναι το κατά πόσο παρουσιάζει στο Δικαστήριο μαρτυρία η οποία είναι αποδεκτή κατά το δίκαιο της απόδειξης και σχετική, με την έννοια ότι μπορεί, με βάση αυτή, να αποδειχθούν οι διάφορες πτυχές της αξίωσης. Εδώ είναι φανερό ότι η όποια γνώση και πληροφόρηση του ομνύοντα προέρχεται και εκπηγάζει από τα έγγραφα τα οποία προσφέρονται ως δεόντως τηρηθέντα από τον Οργανισμό στον οποίο υπηρετεί και τα οποία συνιστούν αποδεκτή εξ ακοής μαρτυρία. Ο σκοπός στον οποίο φαίνεται να στοχεύουν οι πρόνοιες της Δ.39, θ.2 είναι άλλος. Δεν μπορεί να λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κάτι που ένας ενόρκως δηλών έχει πληροφορηθεί χωρίς να αναφέρει με ποίον τρόπο το πληροφορήθηκε, ούτε και κάτι που ο ομνύων εκφέρει ως άποψη ή πεποίθηση, χωρίς να διευκρινίζει πού την βασίζει. Στην υπό εξέταση περίπτωση, η πηγή πληροφόρησης του ομνύοντα είναι φανερή και έχει παρουσιαστεί προς έλεγχο του Δικαστηρίου μέσω των επισυναφθέντων εγγράφων. Σημειώνουμε περαιτέρω ότι εν πάση περιπτώσει, η σημασία της πιο πάνω προϋπόθεσης έχει μειωθεί, μετά που η εξ ακοής μαρτυρία κατέστη γενικά αποδεκτή δια νόμου [Περί Αποδείξεως (Τροποποιητικός) Νόμος αρ. 32(Ι)/2004].» Στην παρούσα περίπτωση, σημειώνω ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, η ενόρκως δηλούσα Έλενα Ππάλη αναφέρει ότι είναι στην υπηρεσία της αιτήτριας και γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα της υπόθεσης. Στην συνέχεια, προβαίνει σε εκτενή αναφορά στα γεγονότα που στοιχειοθετούν το αίτημα για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, παραθέτοντας το ιστορικό της υπόθεσης από την καταχώρηση της διαιτητικής διαδικασίας και την έκδοση της διαιτητικής απόφασης, μέχρι την απόρριψη της αίτησης - έφεσης και την καταχώρηση της παρούσας. Στην ένορκη δήλωση, επισυνάπτονται επίσης διάφορα έγγραφα όπως η διαιτητική απόφαση, η δήλωση γνωστοποίησης της στον καθ' ου η αίτηση, η απόφαση του Δικαστηρίου για απόρριψη της αίτησης - έφεσης καθώς και η κατάσταση λογαριασμού του επίδικου δανείου. Προκύπτει από προσεκτική μελέτη του συνόλου της πιο πάνω ένορκου δηλώσεως και των εγγράφων που την συνοδεύουν ότι η ομνύουσα ως εκ της θέσης της στον επίδικο πιστωτικό οργανισμό, έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης. Δεν ισχύει ως εκ τούτου η θέση ότι η ένορκη δήλωση είναι αντικανονική γιατί δεν αναφέρει την πηγή της γνώσης της. Αλλά και σε αντίθετη περίπτωση, αν θεωρηθεί ότι οι αναφορές στην ένορκη δήλωση αποτελούν εξ' ακοής μαρτυρία, η προϋπόθεση για αποκάλυψη της πηγής της γνώσης του ομνύοντος έχει με βάση την πιο πάνω απόφαση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Βασίλη Χαραλάμπους κα ατονήσει σε τέτοιο βαθμό μετά την εισαγωγή του Νόμου 32(Ι)/2004 ώστε να μην αποτελεί λόγο για να κριθεί η ένορκη δήλωση ως αντικανονική. iii. Προσαγωγή μαρτυρίας Η συνήγορος του καθ' ου η αίτηση, ανέφερε στην αγόρευση της ότι η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί γιατί δεν προσκομίστηκε προφορική μαρτυρία εκ μέρους της αιτήτριας αλλά στην απόδειξη του αιτήματος εγγραφής, στηρίχθηκε μόνο στην ένορκη δήλωση της αίτησης. Ούτε αυτή η θέση με βρίσκει σύμφωνο. Η αίτηση για εγγραφή διαιτητικής απόφασης είναι σύμφωνα με την νομολογία, διαδικαστικής μορφής (βλ. Σ.Π.Ε Αγίας Νάπας ν. Κυριακίδη κα
(2008)1Α Α.Α.Δ
- Δεν σχετίζεται ως εκ τούτου με τους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Κανονισμούς (Κ.Δ.Π. 142/87) που καθορίζουν μεταξύ άλλων τον τύπο της αίτησης - έφεσης ή την διαδικασία παραπομπής σε διαιτησία σε διαφορές με μέλη Συνεργατικών Εταιρειών. Η παρούσα αφορά εγγραφή διαιτητικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 21 του Περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφ. 4), το οποίο συμπεριλαμβάνει όλες τις διαιτητικές αποφάσεις και όχι μόνο αυτές που εκδίδονται στα πλαίσια του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου. Σύμφωνα δε με το άρθρο 30 του Περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφ. 4), οι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται κατ' αναλογία στις διαδικασίες που προβλέπει το Κεφ.
- Εφόσον λοιπόν η αίτηση για εγγραφή διαιτητικής απόφασης αφορά τυπικής μορφής διαδικασία, είναι σαφές ότι αυτή συνιστά ενδιάμεση αίτηση για την οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις της Δ.48 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Σύμφωνα δε με την Δ.48 Θ.4
(2), η ακρόαση ενδιάμεσης αίτησης διεξάγεται στην βάση των ενόρκων δηλώσεων, τηρουμένων των προνοιών της Δ.39 που καθορίζουν το δικαίωμα αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα. Ενόψει όλων των πιο πάνω δεν ευσταθεί η θέση του καθ' ου η αίτηση ότι θα έπρεπε στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, η αιτήτρια να προσκομίσει προφορική μαρτυρία. iv. Η διαιτητική διαδικασία & απόφαση Σύμφωνα με το άρθρο 52.1(α) του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 όταν προκύπτει διαφορά μεταξύ Συνεργατικής Εταιρείας και μελών, καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους, τότε η διαφορά αυτή θα παραπέμπεται από την εταιρεία ή από οποιοδήποτε από τα πιο πάνω πρόσωπα στον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών. Στο δε εδάφιο 2 του άρθρου 52 αναφέρονται τα πιο κάτω:
(2)Ο Έφορος δύναται, με τη λήψη της δυνάμει του εδαφίου
(1)παραπομπής: (α) να επιχειρήσει συνδιαλλαγή της διαφοράς ή (β) να παραπέμπει τη διαφορά προς επίλυση σε διαιτησία η οποία διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις των Θεσμών που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου
(6). Οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του διαιτητή, δύναται σύμφωνα με το άρθρο 52.4 να υποβάλει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο εντός 21 ημερών από την ημερομηνία που θα του γνωστοποιηθεί η απόφαση. Σε περίπτωση που η απόφαση δεν εφεσιβληθεί σύμφωνα με το εδάφιο 5 του άρθρου 52, καθίσταται τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως οι αποφάσεις του πολιτικού Δικαστηρίου. Τα άρθρα 21, 22 και 23 του Περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφ. 4), παρέχουν την δυνατότητα και καθορίζουν την διαδικασία εγγραφής μετά από άδεια του Δικαστηρίου διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης της κατά τον ίδιο τρόπο όπως εκτελούνται οι αποφάσεις του Δικαστηρίου. Το άρθρο 21 του Περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφ. 4), έχει ως ακολούθως:
- Διαιτητική απόφαση που εκδίδεται με βάση συνυποσχετικό δύναται, με άδεια του Δικαστηρίου, να εκτελεστεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως δικαστική απόφαση ή διάταγμα με την ίδια ισχύ και σε τέτοια περίπτωση δύναται να καταχωρηθεί δικαστική απόφαση με περιεχόμενο εκείνο της διαιτητικής απόφασης. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου καθορίζει ότι η διαδικασία εγγραφής διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης, είναι διαδικαστικής μορφής. Με αυτή την έννοια, το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση των διαδικαστικών προϋποθέσεων για την εγγραφή και δεν υπεισέρχεται σε θέματα ουσίας που σχετίζονται με την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης. Τέτοια ζητήματα θα μπορούσαν να εξεταστούν μόνο στα πλαίσιο έφεσης κατά της διαιτητικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 52.4 του Νόμου 22/
- Από την άλλη, το Δικαστήριο οφείλει καθηκόντως να εξετάσει προτού αποφασίσει την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης ότι αυτή έχει γνωστοποιηθεί στους καθ' ων η αίτηση και επιπλέον ότι έχει όλα τα χαρακτηριστικά έγκυρης διαιτητικής απόφασης. Σχετική είναι η υπόθεση Σ.Π.Ε Αγίας Νάπας ν. Κυριακίδη (ανωτέρω), στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί» δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι' αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλλουν ενώπιον του Δικαστηρίου ο,τιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο στο επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης». Σχετική είναι και η αγγλική απόφαση Middlemiss & Gould (a firm) v Hartlepool Corporation
(1973)1 All ER 172, όπου αποφασίστηκε ότι με την πάροδο της προθεσμίας αμφισβήτησης της απόφασης του διαιτητή, αυτή καθίσταται τελική και μπορεί να εκτελεστεί ως απόφαση Δικαστηρίου. Δεν παρέχεται άδεια για εκτέλεση διαιτητικής απόφασης μόνο στις περιπτώσεις όπου υπάρχει σοβαρός λόγος αμφισβήτησης της εγκυρότητας της απόφασης. Ισχυρισμός για λανθασμένη απόφαση νομικού σημείου από τον διαιτητή δεν καθιστά από μόνος του, άκυρη την διαιτητική απόφαση. Από την στιγμή που δεν έγινε έφεση για να αποφασιστεί το θέμα, η απόφαση είναι έγκυρη και δεσμευτική. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την απόφαση Middlemiss (ανωτέρω): « once an award had been made and the time limit for challenging it had expired the award became final and binding; it should therefore be entered as a judgment and enforced accordingly; leave to enforce an award should only be refused where there was a real ground for doubting the validity of an award; even if it were the case that the arbitrator had wrongly decided a point of law, that did not make the award invalid; the point should have been brought up by way of case stated; as it had not been the award was final and binding.» Στην παρούσα υπόθεση, ο καθ' ου η αίτηση προβάλει ως περαιτέρω λόγους για απόρριψη εγγραφής της διαιτητικής απόφασης, παρατυπίες στην διαιτητική διαδικασία. Αναφέρεται συγκεκριμένα σε μη νομότυπη παραπομπή της διαφοράς στον διαιτητή. Επιπλέον, ο διαιτητής ενήργησε καταχρηστικά ή καθ' υπέρβαση των εξουσιών του και δεν ακολούθησε την νόμιμη διαδικασία στην ακρόαση της διαιτησίας. Προβάλλεται επίσης η θέση ότι το κατ' ισχυρισμό υπόλοιπο, περιέχει παράνομες χρεώσεις και ανατοκισμούς. Τέλος, γίνεται αναφορά σε παράτυπη διαδικασία λόγω του ότι δεν συμπεριλήφθηκε στην διαιτησία και η συνοφειλέτιδα του καθ' ου η αίτηση. Από την άλλη, η συνήγορος για την αιτήτρια αντιτείνει ότι αυτά τα ζητήματα ως ισχυρισμοί ουσίας δεν μπορούν να εξεταστούν στο τυπικό στάδιο εγγραφής της διαιτητικής απόφασης αλλά μόνο στα πλαίσια αίτησης - έφεσης εναντίον της διαιτητικής απόφασης. Η πιο πάνω θέση της συνηγόρου για την αιτήτρια με βρίσκει σύμφωνο. Ως αναφέρεται στην προαναφερθείσα νομολογία, η παρούσα διαδικασία είναι τυπικής μορφής. Το Δικαστήριο διατάσσει την εγγραφή διαιτητικής απόφασης αφού πειστεί ότι γνωστοποιήθηκε στους ενδιαφερομένους και φέρει τα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης που μπορεί να εκτελεστεί (βλ. Σ.Π.Ε Αγίας Νάπας ν. Κυριακίδη ανωτέρω). Με αυτή την έννοια, το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση των διαδικαστικών προϋποθέσεων για την εγγραφή και δεν υπεισέρχεται σε θέματα ουσίας που σχετίζονται με την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης και το νομότυπο της διαιτητικής διαδικασίας. Τέτοια ζητήματα θα μπορούσαν να εξεταστούν μόνο στα πλαίσιο αίτησης - έφεσης κατά της διαιτητικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 52.4 του Νόμου 22/
- Ενόψει των πιο πάνω, ο λόγος ένστασης που σχετίζεται με την εγκυρότητα της διαιτητικής διαδικασίας και απόφασης, απορρίπτεται. v. Η γνώση του καθ' ου η αίτηση για την διαιτητική διαδικασία. Υποστηρίχθηκε από τον καθ' ου η αίτηση ότι δεν ήταν ενήμερος για την διαιτητική διαδικασία, στην οποία εκδόθηκε η υπό κρίση διαιτητική απόφαση εναντίον του. Σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, αναγκαία προϋπόθεση για εγγραφή διαιτητικής απόφασης, είναι η γνωστοποίηση στον καθ' ου η αίτηση της διαιτητικής διαδικασίας που κινήθηκε εναντίον του (βλ. Σ.Π.Ε Αγίας Νάπας ν. Κυριακίδη ανωτέρω). Η αιτήτρια από την πλευρά της, ισχυρίζεται ότι ο καθ' ου η αίτηση όχι μόνον γνώριζε για την διαδικασία που κινήθηκε εναντίον του αλλά σε δύο ημερομηνίες, ζήτησε και πήρε από τον διαιτητή, αναβολή εκδίκασης της υπόθεσης. Κατά την τρίτη δικάσιμο και μετά που δόθηκαν ήδη δύο αναβολές, ο καθ' ου η αίτηση δεν εμφανίστηκε με αποτέλεσμα να εκδοθεί η υπό κρίση διαιτητική απόφαση εναντίον του. Επισυνάπτονται επί του προκειμένου στην ένορκη δήλωση της αίτησης, η διαιτητική απόφαση στην οποία γίνεται αναφορά στις δύο αναβολές που πήρε ο καθ' ου η αίτηση και στην γραπτή ειδοποίηση που στάλθηκε σε αυτόν ότι η διαδικασία αναβλήθηκε για τρίτη φορά στις 19.6.
- Αναφέρεται επίσης στην ίδια απόφαση ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν εμφανίστηκε στις 19.6.12 όπου αναβλήθηκε η υπόθεση μετά από δικό του αίτημα και ως εκ τούτου εκδόθηκε διαιτητική απόφαση ερήμην του. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί της αιτήτριας όπως τεκμηριώνονται με το υλικό που συνοδεύει την ένορκη δήλωση της αίτησης, παρέμειναν αναντίλεκτοι ενώπιον του Δικαστηρίου αφού δεν αμφισβητήθηκαν με σχετικό αίτημα αντεξέτασης. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν είχε λάβει γνώση για την διαιτητική διαδικασία απορρίπτεται. Αντιθέτως, βρίσκω ότι ο καθ' ου η αίτηση γνώριζε πολύ καλά την διαδικασία που κινήθηκε εναντίον του, στην οποία μάλιστα δύο φορές ζήτησε και πήρε αναβολή. vi. Δεδικασμένο Ο καθ' ου η αίτηση επικαλέστηκε επιπλέον, κώλυμα στην προώθηση της αίτησης λόγω δεδικασμένου. Υποστηρίχθηκε ότι η απόσυρση έστω και άνευ βλάβης της προηγούμενης αίτησης 1867/12 που αφορούσε επίσης αίτημα εγγραφής της υπό κρίση διαιτητικής απόφασης, εμποδίζει την αιτήτρια λόγω δεδικασμένου να προωθήσει την παρούσα. Είναι κοινή θέση των διαδίκων ότι η πιο πάνω αίτηση εγγραφής 1867/12, αποσύρθηκε ενόψει της εκκρεμοδικίας της αίτησης - έφεσης με αρ.1804/12 που ο καθ' ου η αίτηση καταχώρησε εναντίον της διαιτητικής απόφασης. Η αιτήτρια μετά την απόρριψη της εν λόγω αίτησης - έφεσης, καταχώρησε την παρούσα με την οποία διεκδικεί εκ νέου την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης αφού πλέον δεν εκκρεμεί καμία διαδικασία αμφισβήτησης της. Οι αρχές περί δεδικασμένου όπως αναλύονται στο σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης. Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», Hippasus Publishing, Λευκωσία 2014, σελ. 914 , 921- 936, συνοψίζονται ως εξής: • Κώλυμα λόγω δεδικασμένου εγείρεται όταν ένα επίδικο γεγονός έχει αποφασισθεί δικαστικώς με τελεσίδικο τρόπο σε δίκη μεταξύ των διαδίκων από Δικαστήριο που είχε αποκλειστική ή συντρέχουσα δικαιοδοσία να το πράξει και το ίδιο γεγονός επανεμφανίζεται σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ίδιων διαδίκων με την ίδια ιδιότητα. • Η εφαρμογή του δεδικασμένου μπορεί να πάρει και τη μορφή κωλύματος λόγω αιτίας αγωγής (cause of action estoppel) και κωλύματος που αφορά σε επίδικο θέμα (cause of issue estoppel). Στην παρούσα όμως περίπτωση δεν έχουμε τελεσίδικη δικαστική απόφαση στην αίτηση 1867/12 ώστε να δικαιολογείται ισχυρισμός για κώλυμα λόγω δεδικασμένου. Αντιθέτως, η αίτηση αποσύρθηκε άνευ βλάβης των δικαιωμάτων της αιτήτριας και χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέλθει και αποφασίσει τελεσίδικα οιονδήποτε ζήτημα αφορά στην εγγραφή της υπό κρίση διαιτητικής απόφασης. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, έχει νομολογηθεί ότι οι αρχές περί δεδικασμένου δεν ισχύουν σε ενδιάμεσες αιτήσεις όπως η παρούσα. Σχετική είναι η υπόθεση Recnex Trading Ltd v. Τράπεζα Πειραιώς Κύπρου Λτδ Πολ. Έφεση 71/11, ημερ. 16.4.14 όπου λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: «Οι ενδιάμεσες αποφάσεις, πλην ειδικών περιπτώσεων, δεν θεωρούνται τελεσίδικες ακόμη και αν αποφασίζεται τελικώς ένα ζήτημα το οποίο κρίνεται δεσμευτικό για την μετέπειτα διαδικασία. Η απόρριψη μιας ενδιάμεσης αίτησης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τελική και ως εκ τούτου η καταχώριση νέας δεν μπορεί να προσκρούσει στην αρχή του δεδικασμένου.» Ενόψει όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι η απόρριψη από το Δικαστήριο της αίτησης 1867/12 λόγω απόσυρσης της άνευ βλάβης από τον συνήγορο του αιτητή δεν δημιουργεί κώλυμα λόγω δεδικασμένου. vii. Το λεκτικό της διαιτητικής απόφασης Ο καθ' ου η αίτηση υποστήριξε περαιτέρω ότι η υπό κρίση διαιτητική απόφαση δεν έχει τα βασικά χαρακτηριστικά δικαστικής απόφασης ώστε να μπορεί να εγγραφεί για σκοπούς εκτέλεσης. Σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, για να εγγραφεί μια διαιτητική απόφαση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για σκοπούς εκτέλεσης, θα πρέπει μεταξύ άλλων να φέρει τα εξωτερικά χαρακτηριστικά δικαστικής απόφασης ώστε να είναι επιδεκτική εκτέλεσης (Βλ. Νικολάου ν. Νέας Σ.Π.Ε Αγλαντζιάς
(2012)1 Α.Α.Δ. 707). Στα πλαίσια αυτά, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον η απόφαση εκδόθηκε από διαιτητή, στον οποίο νομίμως παραπέμφθηκε η διαφορά δυνάμει του άρθρου 52.2 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/
- Δεν αρκεί όμως μόνο αυτό το στοιχείο. Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά την κρίση μου και τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της απόφασης αν δηλαδή η διατύπωση της επιλύει με σαφήνεια τα επίδικα θέματα που τέθηκαν στην διαιτησία ούτως ώστε να είναι δεκτική εκτέλεσης όπως μια κανονική δικαστική απόφαση. Στο σύγγραμμα Russell on Arbitration 16η έκδοση στην σελ. 269, στο κεφάλαιο υπό τον τίτλο «when award will not be enforced as a judgment", γίνεται ερμηνεία του άρθρου 26.1 του Αγγλικού Arbitration Act 1950 που είναι πανομοιότυπο με το δικό μας άρθρο 21 του Κεφ.
- Αναφέρεται ότι δεν δίνεται άδεια για εκτέλεση μεταξύ άλλων σε περιπτώσεις όπου είναι αμφίβολη η εγκυρότητα της διαιτητικής απόφασης ή το δικαίωμα να βασιστούν δικαστικές διαδικασίες σε αυτή. Παραπέμπει περαιτέρω στην σελ. 270, στην υπόθεση Crech v. Board of Trade
(1923)130 L.T 15, όπου δεν δόθηκε άδεια για εκτέλεση διαιτητικής απόφασης γιατί δεν ήταν ξεκάθαρο από ποιόν θα πληρωνόταν το ποσό που επιδικάστηκε. Στο ίδιο σύγγραμμα στην σελ. 232, στο κεφάλαιο με τον τίτλο «Award must be certain» αναφέρονται τα πιο κάτω: «An award ought to be certain, so that no reasonable doubt can arise upon the face of it as to the arbitrator's meaning, or as to the nature and extent of the duties imposed by it on the parties. If the arbitrator directs one party to pay money, or to execute a release to the other, the award is sufficiently certain, though it mentions no time. » Ως προς τον τρόπο διατύπωσης της διαιτητικής απόφασης, σχετικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England 3η έκδοση τόμος 2, παρ. 96 σελ. 43: «No particular form of words is requisite for the validity of an award; it may be expressed in such language as the arbitrator or umpired thinks fit, provided that the meaning is clear. An ambiguous or uncertain award is bad and cannot be enforced» Στην αγγλική υπόθεση Margulies Brothers Ltd v Dafnis Thomaides & Co (UK) Ltd
(1958)1 All ER 777, διαιτητική απόφαση διέτασσε την πληρωμή χρημάτων χωρίς να εξειδικεύει με ακρίβεια το ποσόν, παρά μόνο παρέπεμπε σε συγκεκριμένη μέθοδο υπολογισμού. Παρότι η μέθοδος υπολογισμού δεν ήταν υπό αμφισβήτηση, κρίθηκε ότι η διαιτητική απόφαση δεν μπορούσε να εκτελεστεί ως απόφαση Δικαστηρίου αφού το επιδικασθέν ποσό δεν αναφερόταν με ακρίβεια. Στην περίπτωση αυτή, έγινε δεκτή αίτηση για παραπομπή της απόφασης στον Διαιτητή, προκειμένου να γίνει ακριβής υπολογισμός του ποσού του οποίου διατασσόταν η πληρωμή και να τροποποιηθεί ανάλογα η διαιτητική απόφαση ώστε αυτή να μπορεί να εκτελεστεί ως απόφαση Δικαστηρίου. Παρά τα πιο πάνω, σύμφωνα με την αγγλική νομολογία, τα Δικαστήρια στην Αγγλία τείνουν να ερμηνεύουν τις διαιτητικές αποφάσεις με τέτοιο φιλελεύθερο τρόπο ώστε αυτές να κρίνονται ως σαφείς και ξεκάθαρες. Έτσι συνήθως δεν αμφισβητείται η δυνατότητα εκτέλεσης απόφασης, της οποίας το νόημα μπορεί να μην είναι απόλυτα σαφές, αλλά να συνάγεται από την ίδια την διατύπωση του κειμένου της απόφασης. Στην υπόθεση Middlemiss & Gould (a firm) v Hartlepool Corporation (ανωτέρω), γίνεται αναφορά στην παλιά υπόθεση In Wood v Griffith
(1818)1 Swan 43 at 52, [1814-23] All ER Rep 294 at 298, στην οποία ο Lord Eldon LC ανέφερε τα ακόλουθα: 'It is extremely clear that every award must be certain and final; but it has, particularly in more modern times, been considered the duty of the Court, in construing an award, to find that it is certain and final; and instead of leaning to a construction, which in effect would destroy nine-tenths of the awards made, if possible to put one consistent sense on all the terms.' Επίσης στο σύγγραμμα Russell on Arbitration (ανωτέρω), αναφέρεται ότι υπάρχει κατά το Αγγλικό δίκαιο, τεκμήριο για την εγκυρότητα της διαιτητικής απόφασης. Στο κεφάλαιο υπό τον τίτλο, Presumption in favor of the award στην σελ. 224, παρατίθενται τα πιο κάτω: « It has often been set that the courts are always inclined to support the validity of an award and will make every reasonable intendment and presumption in favor of its being final, certain and sufficient termination of the matters in dispute» Στην παρούσα υπόθεση, ο καθ' ου η αίτηση αναφέρεται γενικά στην διατύπωση της διαιτητικής απόφασης χωρίς να εξειδικεύει γιατί κατά την άποψη του δεν φέρει τα εξωτερικά χαρακτηριστικά έγκυρης απόφασης που θα μπορούσε να εκτελεστεί. Ανεξαρτήτως τούτου, μελετώντας το λεκτικό της υπό κρίση διαιτητικής απόφασης, προκύπτει ξεκάθαρα η πρόθεση του διαιτητή να επιδικάσει υπέρ της αιτήτριας και εναντίον του καθ' ου η αίτηση το ποσόν των €176.439,31 πλέον τόκους και έξοδα. Ως επίσης δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ήταν πρόθεση του διαιτητή όταν διέτασσε την εξόφληση του επίδικου ενυπόθηκου λογαριασμού από τον καθ' ου η αίτηση, να εκδώσει απόφαση εναντίον του για το πιο πάνω ποσόν. Σημειώνω ότι σύμφωνα με την νομολογία που παρέθεσα πιο πάνω, οι διαιτητικές αποφάσεις δεν πρέπει να ερμηνεύονται στενά αλλά να τους δίνεται τέτοια φιλελεύθερη ερμηνεία ώστε να διαπιστώνεται η πραγματική πρόθεση του διαιτητή. Ενόψει όλων των πιο πάνω, οι ισχυρισμοί που τέθηκαν στην ένσταση και στην αγόρευση της συνηγόρου του καθ' ου η αίτηση ότι η διαιτητική απόφαση δεν έχει τα χαρακτηριστικά απόφασης επιδεκτικής εκτέλεσης, δεν ευσταθούν και ως εκ τούτου απορρίπτονται.
- Τελική κατάληξη Ενόψει της απόρριψης των λόγων ένστασης και αφού μελέτησα με προσοχή όλο το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, κρίνω ότι η αιτήτρια έχει αποδείξει όλες τις προϋποθέσεις για την εγγραφή της υπό κρίση διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης αφού αυτή: • Εκδόθηκε νόμιμα από διαιτητή που διορίστηκε δυνάμει του άρθρου 52.2 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 και μετά που ο καθ' ου η αίτηση πληροφορήθηκε για την ημερομηνία διεξαγωγής της διαδικασίας διαιτησίας, στην οποία δεν παρευρέθηκε. • Έχει γνωστοποιηθεί στον καθ' ου η αίτηση, ο οποίος κατεχώρησε την αίτηση - έφεση 1804/12 που όμως απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη από το Δικαστήριο με απόφαση ημερ. 19.12.
- Ως αποτέλεσμα, η επίδικη διαιτητική απόφαση κατέστη τελική δυνάμει του άρθρου 52.5 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 και μπορεί να εκτελεστεί κατά τον ίδιο τρόπο ως να ήταν απόφαση πολιτικού Δικαστηρίου. • Η υπό κρίση απόφαση έχει όλα τα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης. Ως εκ τούτου, η αίτηση εγκρίνεται. Δίδεται άδεια όπως η επίδικη διαιτητική απόφαση καταχωρηθεί και εγγραφεί στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για σκοπούς εκτέλεσης ως απόφαση του Δικαστηρίου. Ο καθ' ου η αίτηση να επιβαρυνθεί επίσης με τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο