C.N.P. ASFALISTIKI LTD ν. FYSAIR LIMITED, Αγωγή: 219/2016, 30/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A706 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αγωγή: 219/2016 Μεταξύ: C.N.P. ASFALISTIKI LTD Εναγόντων και FYSAIR LIMITED Εναγομένων Μονομερής Αίτηση ημ. 11.10.16 υπό Εναγομένων για Άδεια Έκδοσης Ειδοποίησης Τριτοδιαδίκου Ημερ.: 30 Δεκεμβρίου 2016 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους/Αιτητές: κ. Γιαλελής, για Kampouri & Gialeli L.L.C. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την ως άνω αίτηση τους οι Εναγόμενοι αιτούνται άδειας για έκδοση και επίδοση Ειδοποίησης Τριτοδιαδίκου προς την Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.. Η αίτηση βασίζεται στις Δ.10, Δ.48, στα άρθρα 31 και 43 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Διευθυντή των Εναγομένων κ. Αλέξανδρου Φύσα, στην οποίαν μεταξύ άλλων αναφέρει: (α) Ότι η αξίωση των Εναγόντων είναι για €124.000 το οποίο κατέβαλαν ως ασφαλιστική εταιρεία προς πρώην υπάλληλο των Εναγομένων, συν €24.000 συνολικά δικηγορικά έξοδα στα πλαίσια εξώδικης διευθέτησης της παλαιότερης αγωγής υπ' αρ. 5603/09, ισχυριζόμενοι (οι Ενάγοντες) ότι οι Εναγόμενοι είχαν παραβεί τους όρους σχετικού ασφαλιστικού συμβολαίου. (β) Ότι στην αγ. 5603/09 οι Εναγόμενοι, κατ' απαίτησιν των εδώ Εναγόντων, διόρισαν ως δικηγόρους τους και τους Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., οι οποίοι έλαβαν πλήρη στοιχεία και καταχώρισαν σχετική Υπεράσπιση. (γ) Ότι η πάγια θέση των Εναγομένων ήταν πως η συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνιστούσε ατύχημα ή επαγγελματική ασθένεια, ότι οι ίδιοι είχαν λάβει όλα τα απαιτούμενα μέτρα προς αποφυγή πρόκλησης προβλημάτων στον υπάλληλο τους και εν πάση περιπτώσει δεν αποδέχοντο οποιαδήποτε ευθύνη για τα προβλήματα υγείας του. (δ) Ότι το πιο πάνω δικηγορικό γραφείο, κατά παράβαση της επιθυμίας και των θέσεων των Εναγομένων, κατόπιν διαπραγματεύσεων με τους δικηγόρους του υπαλλήλου κατέληξε σε διευθέτηση την οποία κοινοποίησε τόσο στους Εναγόμενους όσο και στους άλλους δικηγόρους τους στην αγ. 5603/09, οπότε οι Εναγόμενοι με επιστολή τους ημ. 22.11.13 απέρριψαν τον συμβιβασμό και με μεταγενέστερη επιστολή τους ημ. 27.11.13 ενημέρωσαν το εν λόγω γραφείο ότι θα τους έπαυαν από δικηγόρους τους. (ε) Ότι στις 28.11.13 η αγωγή 5603/09 αποσύρθηκε ως εξωδίκως διευθετηθείσα, χωρίς ουσιαστικά να αναγνωρίζεται οποιαδήποτε ευθύνη στους Εναγομένους. (στ) Ότι το εν λόγω δικηγορικό γραφείο ενήργησε όχι ως δικηγόρος των Εναγομένων, αλλά ως δικηγόρος της Ασφαλιστικής Εταιρείας (Εναγόντων στην παρούσα) αγνοώντας τις οδηγίες και εντολές των Εναγομένων. (ζ) Ότι το εν λόγω γραφείο ενήργησε κακόβουλα αφού αρχικά καταχώρισε Υπεράσπιση και εκ των υστέρων μεσολάβησε στην εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης. (η) Ότι η απαίτηση των Εναγόντων, θα έπρεπε, εάν οφείλεται, να καταβληθεί από το εν λόγω δικηγορικό γραφείο το οποίο είναι υπεύθυνο για την παρούσα διαφορά (παρ.11 της ένορκης δήλωσης). (θ) Ότι το αντικείμενο της αγωγής είναι ουσιαστικά το ίδιο με το ζήτημα που αναφύεται μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων και έπρεπε κανονικά να εκδικαστεί μεταξύ «των Εναγόντων και του Τριτοδιαδίκου», γεγονός το οποίο δικαιολογεί την προσθήκη του γραφείου (παρ.12 της ένορκης δήλωσης). Νομική πτυχή Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθ. Ιωάννου ν. Κώστας Βιολάρης & Υιοί Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ.1424: « Είναι αυτονόητο πως μπορεί να τίθεται θέμα χορήγησης άδειας για έκδοση και επίδοση κλήσης τριτοδιαδίκου αν η περίπτωση εντάσσεται σε μια από τις τρεις που εξειδικεύει η Δ.10 θ1
(1)(α)(β)(γ). Και είναι σαφές πως, ενώ το θέμα δεν κρίνεται οριστικά σε εκείνο το αρχικό στάδιο, χρειάζεται τουλάχιστον να φαίνεται εκ πρώτης όψεως πως η περίπτωση είναι τέτοια. Χωρίς εκ πρώτης όψεως διαπίστωση τέτοιας φύσης, δε διανοίγεται δυνατότητα άσκησης διακριτικής εξουσίας με αναφορά σε οτιδήποτε άλλο. Αυτά δε, ως είδος δικαιοδοτικής προϋπόθεσης, διαπιστώνονται καθηκόντως .». Η Δ.10 θ.1
(1)προνοεί πως το Δικαστήριο δύναται να δώσει άδεια σε εναγόμενο για την έκδοση και επίδοση Ειδοποίησης Τριτοδιαδίκου όταν ο εναγόμενος απαιτεί εναντίον κάποιου (τρίτου) προσώπου: (α) Ότι δικαιούται σε συνεισφορά ή κάλυψη ή (β) Ότι δικαιούται σε οποιαδήποτε θεραπεία σχετική ή συνδεδεμένη με το αρχικό αντικείμενο αγωγής και ουσιαστικώς την ίδια με κάποια θεραπεία η οποία απαιτείται από τον ενάγοντα ή (γ) Ότι οποιοδήποτε ερώτημα ή ζήτημα σχετικό ή συνδεδεμένο με το εν λόγω αντικείμενο αγωγής είναι ουσιαστικώς το ίδιο με κάποιο ερώτημα ή ζήτημα το οποίο αναφύεται μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου και θα έπρεπε κανονικά να επιλυθεί, όχι μόνο μεταξύ ενάγοντος και εναγομένου, αλλά και μεταξύ αυτών και του τριτοδιαδίκου ή μεταξύ κάποιων εξ αυτών. Αγορεύοντας οι Εναγόμενοι παρέπεμψαν σε σχέση με το θέμα των προϋποθέσεων της Δ.10 θ.1 στην ένορκη τους δήλωση. Σχετικές είναι οι παράγραφοι 11 και 12 αυτής στις οποίες προβάλλουν (ι) αφενός ότι η απαίτηση των Εναγόντων θα έπρεπε να καταβληθεί από το πιο πάνω δικηγορικό γραφείο και (ιι) αφετέρου ότι με την Υπεράσπιση τους αποκαλύπτεται πως το αντικείμενο της αγωγής είναι ουσιαστικά το ίδιο με το ζήτημα που αναφύεται μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων και πρέπει κανονικά να εκδικαστεί μεταξύ των Εναγόντων (sic) και του Τριτοδιαδίκου, γεγονός το οποίο κατά την άποψη τους, δικαιολογεί όπως το εν λόγω γραφείο καταστεί Τριτοδιάδικος στην αγωγή. Στην Έκθεση Απαίτησης τους οι Ενάγοντες δέχονται ότι είναι ασφαλιστική εταιρεία και ότι συνήψαν με τους Εναγομένους ασφαλιστήριο συμβόλαιο παρέχοντας κάλυψη ευθύνης εργοδότη βάσει του περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης της Ευθύνης Εργοδοτών Ν.174/
- Ισχυρίζονται δε, ότι στη βάση αυτού του συμβολαίου και παρότι δεν είχαν ενημερωθεί εγκαίρως από τους Εναγομένους για ατύχημα και ή τραυματισμό υπαλλήλου τους ή για την αγωγή υπ' αρ. 5603/09 που αυτός ήγειρε, εντούτοις προχώρησαν άνευ βλάβης στον χειρισμό της υπεράσπισης στην εν λόγω αγωγή ενημερώνοντας τους Εναγομένους ότι θα απαιτούσαν από αυτούς οποιοδήποτε ποσό αποζημιώσεων ήθελε κληθούν να καταβάλουν. Περαιτέρω δέχονται ότι στα πλαίσια των δικαιωμάτων τους προέβησαν σε διαπραγμάτευση εξώδικου συμβιβασμού της αξίωσης του υπαλλήλου και ενημέρωσαν σχετικά τους Εναγομένους οι οποίοι αρνήθηκαν να συναινέσουν. Εν τέλει οι Ενάγοντες συμφώνησαν σε εξώδικη διευθέτηση αποζημιώνοντας τον υπάλληλο με €124.000 συν €16.000 για δικά του δικηγορικά έξοδα, ενώ κατέβαλαν και €14.000 στους δικηγόρους τους προς υπεράσπιση της αγωγής, (εξ ου και το συνολικό ποσόν των €154.000 το οποίο αξιώνουν από τους Εναγόμενους). Να σημειωθεί πως τα πιο πάνω συνάδουν με τις αναφορές των Εναγομένων ότι εν τέλει η αγωγή υπ' αρ. 5603/09 απεσύρθη στις 28.11.13 ως εξοφληθείσα. Ουσιαστικά οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι δικαιούνται σε ανάκτηση των ποσών τα οποία κατέβαλαν επειδή οι Εναγόμενοι (α) ευθύνονται για τον τραυματισμό του υπαλλήλου τους, (β) παρέλειψαν να ενημερώσουν τους ίδιους ως ασφαλιστές για το συμβάν και (γ) παρέλειψαν να ενημερώσουν εγκαίρως για την έγερση της αγωγής από τον υπάλληλο τους. Η Δ.10 θ.1 είναι πανομιότυπη με την αγγλική Ο.16 Α r.
- Στο Annual Practice 1958, σελ.381 αναφέρεται ότι οι έννοιες «συνεισφορά ή κάλυψη», οι οποίες περιέχονται στη σχετική παρ.(α) της Δ.10 θ.1
(1)ερμηνεύονται με την αυστηρή νομική τους σημασία. Ειδικότερα στη σελ.384 αναφέρονται τα εξής: «Contribution and Indemnity. In effect a claim to contribution is a claim to a partial indemnity. "Contribution is bottomed and fixed on general principles of justice and does not spring from contract, though contract may qualify it" ............................. A right to contribution may be created by statute. A right to indemnity may arise
(1)from express contract;
(2)from some statute ..........................; or
(3)implied from some principle of law. A right to indemnity exists where there is an obligation either at law or in equity upon one party to indemnify the other .». Στην παρούσα περίπτωση αναμφίβολα δεν υπάρχει σύμβαση ή νόμος ή αρχή δικαίου βάσει των οποίων να είναι εκ πρώτης όψεως πιθανή η συνεισφορά ή η κάλυψη των Εναγομένων από τους δικηγόρους. Με άλλα λόγια, ακόμα και αν οι Ενάγοντες επιτύχουν στην απαίτηση τους για ανάκτηση των ποσών από τους ασφαλισθέντες Εναγόμενους, δεν φαίνεται εκ πρώτης όψεως να υφίσταται σύμβαση ή νόμος ή αρχή που θα επέβαλλε τέτοια συνεισφορά ή κάλυψη, δεδομένου ότι αυτά είναι ζητήματα τα οποία ρυθμίζονται από τους όρους και τη σχέση μεταξύ ασφαλιστή - ασφαλισμένου. Η γενική θέση των Εναγομένων στην ένορκη τους δήλωση ότι το αξιούμενο από τους Ενάγοντες ποσό θα πρέπει να καταβληθεί από το δικηγορικό γραφείο «το οποίο είναι υπεύθυνο για την παρούσα διαφορά» διασυνδέεται προφανώς με τον προβληθέντα στην Υπεράσπιση ισχυρισμό ότι το εν λόγω γραφείο ενήργησε κατά παράβαση των οδηγιών τους και ή αμελώς και ή παρανόμως και ως εκ τούτου (κατά την άποψη τους) ευθύνεται κατ' αποκλειστικότητα και ή εν μέρει. Ουσιαστικά δηλαδή οι Εναγόμενοι προβάλλουν αξίωση για αποζημιώσεις είτε στη βάση παράβασης υποχρεώσεων αντιπροσώπου τους είτε στη βάση αστικού αδικήματος. Η διεκδίκηση αποζημιώσεων, παρότι διαφέρει από την αξίωση συνεισφοράς ή κάλυψης, θα μπορούσε γενικά να προωθηθεί μέσω διαδικασίας τριτοδιαδίκου, πλην όμως προϋποτίθεται για κάτι τέτοιο αφενός ότι οι αποζημιώσεις είναι ουσιαστικά οι ίδιες με αυτές που αξιώνουν οι Ενάγοντες και αφετέρου ότι το αντικείμενο της διαφοράς είναι το ίδιο και στις δύο διαδικασίες, στοιχείο που απαιτείται τόσο για την παρ.(b) όσο και για την παρ.(c) της Δ.10 θ.1
(1). Όπως σχετικά αναφέρεται στο Annual Practice 1958, σελ.386, στα σχόλια της αντίστοιχης O.16 A r.1: «Damages - Indemnity. A right to damages is the converse of a right to indemnity, the former being an incident which the law attaches to breach of contract, the latter being a provision, express or implied, of the contract itself. So where there was no express or implied contract to indemnify, a claim for damages was held not to be within the old r.48 of O.16, now replaced by O.16 A, r.1 ....................... But such cases may well fall within the present Rule, at all events where the damages recoverable by the plaintiff against the defendant and by defendant against the third party are substantially the same, though the case is not one of indemnity, either express or implied: but the subject-matter must be the same». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Η εισήγηση των Εναγομένων είναι ότι «. το αντικείμενο της αγωγής είναι ουσιαστικά το ίδιο», πλην όμως δεν θα συμφωνήσω με τη θέση αυτή. Αυτό που εκ πρώτης όψεως διαφαίνεται είναι πως οι ασφαλιστές στην παρούσα περίπτωση προχώρησαν και διαπραγματεύτηκαν κάποιαν απαίτηση και κατέληξαν σε αποζημίωση του υπαλλήλου χωρίς όντως να έχουν εξασφαλίσει τη σύμφωνη γνώμη των ασφαλισμένων - εργοδοτών. Η απόσυρση της παλαιότερης αγωγής από τον εκεί ενάγοντα (υπάλληλο) προφανώς οφείλετο στην αποζημίωση την οποίαν έλαβε, δηλαδή στην ικανοποίηση της αξίωσης του στα πλαίσια εξώδικης διευθέτησης. Την οποία όμως αποζημίωση τη διαπραγματεύτηκαν, τη συμφώνησαν και την κατέβαλαν οι ασφαλιστές (ενάγοντες). Αναμφίβολα χωρίς τη δική τους έγκριση, συμφωνία και πληρωμή αποζημιώσεων καμιά αγωγή δεν θα αποσύρετο. Με άλλα λόγια την τελική απόφαση για την καταβολή ή όχι αποζημιώσεων στον υπάλληλο την έλαβαν οι Ενάγοντες οι οποίοι ισχυρίζονται τώρα ότι δικαιούνται σε ανάκτηση των ποσών τα οποία κατέβαλαν. Οι Εναγόμενοι ουσιαστικά διαφωνούσαν έκτοτε και διαφωνούν μέχρι σήμερα με τη διευθέτηση στην οποία προέβησαν οι Ενάγοντες, πλην όμως αποδίδουν τον χειρισμό αυτό σε αμέλεια και ή παράβαση οδηγιών και ή παράνομες ενέργειες των δικηγόρων τους οποίους είχαν διορίσει και ειδικότερα το πράττουν αποδίδοντας τους κακοβουλία στον τρόπο δράσης τους. Στη βάση των πιο πάνω θεωρώ πως σε καμία περίπτωση η απαίτηση πελάτη εναντίον δικηγόρου για επαγγελματική αμέλεια ή παράβαση οδηγιών είναι δυνατό να κριθεί ότι σχετίζεται ή διασυνδέεται με την απαίτηση ασφαλιστή εναντίον πελάτη - ασφαλισμένου για ανάκτηση ποσών στη βάση της δικής τους συμβατικής σχέσης ασφάλισης. Ιδιαίτερα υπό τις περιστάσεις της παρούσας περίπτωσης όπου την αποζημίωση κατέβαλαν οι ασφαλιστές, δεν εντοπίζεται οποιοδήποτε ερώτημα ή ζήτημα το οποίο θα έπρεπε να επιλυθεί μεταξύ Εναγόντων, Εναγομένων και Τριτοδιαδίκου ή κάποιων εξ αυτών, κατά τρόπον που θα έπρεπε να προστεθεί τριτοδιάδικος στην παρούσα διαδικασία. Στην πραγματικότητα το όποιο παράπονο των Εναγομένων αφορά ενέργειες των Εναγόντων οι οποίοι διευθέτησαν την απόσυρση της αγωγής. Κατάληξη Για τους λόγους οι οποίοι έχουν εξηγηθεί η αίτηση απορρίπτεται. Καμία διαταγή όσον αφορά έξοδα. (Υπ.) ............... Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο