← Κύπρος

CNP CYPRIALIFE LTD ν. CHRIS CASH & CARRY LTD, Αρ. Αγωγής: 1341/16, 29/12/2016

CNP CYPRIALIFE LTD ν. CHRIS CASH & CARRY LTD, Αρ. Αγωγής: 1341/16, 29/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A703 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1341/16 . Μεταξύ: CNP CYPRIALIFE LTD, εκ Λευκωσίας Ενάγουσας - και - CHRIS CASH & CARRY LTD, εκ Λεμεσού Εναγόμενης --------------------------------- Αίτηση ημερ. 12/04/16 για έκδοση συνοπτικής απόφασης Ημερομηνία: 29, Δεκεμβρίου 2016 Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κα. Κοζάκου Για την Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση: κ. Κωνσταντινίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αγωγή Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, η ενάγουσα ζητά την έκδοση απόφασης εναντίον της εναγόμενης για το ποσό των €9.569,28 ως οφειλόμενα καθυστερημένα ασφάλιστρα δυνάμει σύμβασης ασφάλισης που συνομολόγησαν οι διάδικοι. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 11/3/16 με κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη Δ.2 θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σημείωμα Εμφάνισης, από την εναγόμενη, καταχωρήθηκε στις 22/3/

  1. Η Αίτηση Με την υπό εξέταση αίτηση, η ενάγουσα (στο εξής «η αιτήτρια»), ζητά την έκδοση συνοπτικής απόφασης για το πιο πάνω απαιτούμενο ποσό, εναντίον της εναγομένης (στο εξής «η καθ' ης η αίτηση»). Η αίτηση βασίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και συγκεκριμένα στη Δ.18 Θ. 1 - 2 και 9(α), Δ.48 Θ.Θ.1 - 4 και
  2. Συνοδεύεται δε από ένορκη δήλωση της Έλενας Μιχαηλίδου, η οποία αναφέρει ότι είναι στην υπηρεσία της αιτήτριας, ως υπεύθυνη λειτουργός ανείσπρακτων ασφαλίστρων. Δηλώνει δε ότι, έχει «θετική γνώση των γεγονότων που αφορούν εις την ως άνω υπόθεση και (είναι) δεόντως εξουσιοδοτημένη» να προβεί εις την εν λόγω ένορκη δήλωση. Αναφέρει ακόμα ότι, «για κάθε σημαντικό για την αγωγή χρόνο (ήταν) στην υπηρεσία της Ενάγουσας σαν μια εκ των υπευθύνων για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης χρεωστικών λογαριασμών των πελατών στον οποίον περιλαμβάνεται και ο λογαριασμός της Εναγόμενης. Στο Τμήμα (της κατέχουν και φυλάττουν) όλα τα σχετικά έγγραφα και (έχουν) την ευθύνη της παρακολούθησης των εν λόγω λογαριασμών». Ειδικότερα, η ομνύουσα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση δηλώνει ότι σε αυτήν «έχει ανατεθεί η παρακολούθηση του λογαριασμού της Eναγόμενης τα έγγραφα τα οποία έχ(ει) στην κατοχή (της) και υπό τον έλεγχο και φύλαξη (της). Ετοιμάζ(ει) τις καταστάσεις προβληματικών λογαριασμών μεταξύ των οποίων και την παρούσα». Ακολούθως, υιοθετεί το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης και προβάλλει τη θέση ότι η καθ' ης η αίτηση οφείλει στην αιτήτρια το απαιτούμενο με την αγωγή ποσό. Σημειώνει ακόμα ότι, γνωρίζει ότι το χρέος της καθ' ης η αίτηση εξακολουθεί να υφίσταται και ότι η τελευταία κλήθηκε επανειλημμένα, τόσο προφορικά, όσο και γραπτώς, να εξοφλήσει τούτο. Τέλος, επικαλούμενη την πεποίθηση της, αλλά και τη σχετική νομική συμβουλή που έλαβε, ισχυρίζεται ότι η καθ' ης η αίτηση δεν έχει καμία απολύτως υπεράσπιση και επομένως ζητά την έκδοση απόφασης υπέρ της αιτήτριας και εναντίον της καθ' ης η αίτηση στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης. Στην ένορκη της δήλωση, με παραπομπή και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, το οποίο και υιοθετεί, η κα Μιχαηλίδου, επισυνάπτει τα ακόλουθα τεκμήρια:
  3. Αντίγραφο ασφαλιστηρίου συμβολαίου με αριθμό GP-
  4. Επιστολή ακύρωσης του πιο πάνω αναφερόμενου ασφαλιστικού συμβολαίου και
  5. Κατάσταση Λογαριασμού οφειλομένων ασφαλίστρων σε σχέση με το μόλις πιο πάνω αναφερόμενο ασφαλιστικό συμβόλαιο. Η Ένσταση Η Καθ' ης η Αίτηση, καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης (στο εξής η «Ένσταση»), η οποία βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.18, Θ.Θ.1(α), 2, 3, 6 και 9, Δ.30 Θ. 1, Δ.39 Θ.Θ. 1 και 2, Δ.48 Θ. 1, 2, 3, 4, 8 και 9, Δ.64, στα αρ. 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 4, 5, 6 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στο Αρ. 30 του Συντάγματος, στη Νομολογία και στις στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης προβάλλονται οι εξής:- «
  6. Δεν τηρείται καμία από τις προϋποθέσεις που θέτει η Διαταγή 18 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας για την έκδοση συνοπτικής απόφασης και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις οι προβλεπόμενες υπό των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και/ή νομολογίας ούτως ώστε οι Αιτητές να δικαιούνται στην έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των καθ' ων η αίτηση.
  7. Οι αιτητές λανθασμένα ενάγουν και/ή στρέφονται εναντίον των καθ' ων η αίτηση και/ή ουδέποτε δημιουργήθηκε μεταξύ των διαδίκων οιαδήποτε συμβατική σχέση και/ή οι ενάγοντες δεν έχουν locus standi και/ή ισχυρίζονται ότι οι Αιτητές συμβλήθηκαν και/ή έκδοσαν ασφαλιστήρια συμβόλαια και/ή διατηρούσαν κατάσταση λογαριασμού στο όνομα και/ή για την εταιρεία CARREFOUR S.A.
  8. Οι καθ' ων η αίτηση έχουν βάσιμη και καλόπιστη υπεράσπιση η οποία προκύπτει από τα επισυναπτόμενα στην αίτηση τεκμήρια στα οποία εμφαίνεται ξεκάθαρα ότι οι ενάγοντες λανθασμένα ενάγουν τους εναγόμενους και/ή ουδεμία ασφαλιστική κάλυψη παρείχαν στους εναγόμενους και/ή δεν έχουν κανένα locus standi έναντι των Εναγομένων για τους σκοπούς της παρούσας αγωγής και/ή δυνάμει της ισχυριζόμενης στην παρούσα αγωγή ασφαλιστική κάλυψης και/ή ασφαλιστηρίων και/ή οι καθ' ων η αίτηση δεν όφειλαν και/ή δεν είχαν καμία υποχρέωση καταβολής των αιτούμενων ποσών στους ενάγοντες.
  9. Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης δεν έγινε καλόπιστα και προσλαμβάνεται τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the court).
  10. Υπάρχουν πολλοί νομικοί και πραγματικοί λόγοι για τους οποίους καθίσταται αμφίβολο το δικαίωμα των αιτητών σε απόφαση στην αγωγή.
  11. Υπάρχουν πολλά εγειρόμενα νομικά σημεία τα οποία πρέπει να εξεταστούν μετά που θα δοθεί η απαιτούμενη μαρτυρία και τα οποία εάν αποδειχθούν βάσιμα καθιστούν παράνομη και/ή ανεφάρμοστη νομικά την επίδικη αξίωση των εναγόντων - αιτητών.
  12. Προσπαθούν να πετύχουν την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής σε ενδιάμεση αίτηση στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης.
  13. Υπάρχει βάση για έγερση ανταπαίτησης της στην αγωγή.
  14. Το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως των αιτητών είναι αναληθές και ανακριβές και/ή ενόρκως δηλούσα δεν γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης.
  15. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση των αιτητών ως επίσης και τα επισυνημμένα τεκμήρια ή το προσκομισθέν μαρτυρικό υλικό δεν είναι νομικά και ουσιαστικά αρκετό για την έκδοση συνοπτικής απόφασης πόσο μάλλον αποτελούν αποτρεπτικό μαρτυρικό υλικό για την καταχώρηση της παρούσας αίτησης και συνακόλουθα από τη μαρτυρία των αιτητών αναδύεται βάσιμη και καλόπιστη υπεράσπιση και/ή λόγοι για απόρριψη όχι μόνο της αίτησης αλλά και της αγωγής.
  16. Οι καθ' ων η αίτηση έχουν καλή και γνήσια υπεράσπιση που πρέπει να την προβάλλουν ως επίσης έχει και βάσιμη ανταπαίτηση την οποία πρέπει να προβάλουν.
  17. Παραβιάζονται Συνταγματικά Δικαιώματα των καθ' ων η αίτηση με το να αιτούνται οι αιτητές συνοπτικής απόφασης.
  18. Οι αιτητές δεν έχουν δικαίωμα και/ή δεν νομιμοποιούνται και/ή εμποδίζονται να προχωρήσουν στην παρούσα διαδικασία.
  19. Οι αιτητές δεν επισύναψαν στην αίτηση τους όλα τα αναγκαία έγγραφα και/ή το μαρτυρικό υλικό και/ή έχουν αποκρύψει ουσιώδη στοιχεία προσπαθώντας να παραπλανήσουν το Δικαστήριο.
  20. Οι αιτητές δεν έχουν καλή και καθαρή υπόθεση.
  21. Η αίτηση είναι καταχρηστική και/ή αντικανονική και/ή παράνομη και/ή εκβιαστική.
  22. Η απαίτηση των αιτητών δεν είναι ξεκαθαρισμένη επομένως δεν δικαιούνται σε συνοπτική απόφαση. Οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής και/ή αίτησης και/η τα επισυναπτόμενα τεκμήρια στην αίτηση τους δεν τους νομιμοποιούν στην καταχώρηση της αγωγής και/ή δεν αποκαλύπτουν αγώγιμο δικαίωμα στους ενάγοντες ως έχουν αναγραφεί στον τίτλο της αγωγής και/ή δεν τους συνδέο7υν με τις αιτούμενες αξιώσεις και/ή τις ισχυριζόμενες από αυτούς συμφωνίες.
  23. Ο Ενόρκως δηλών δεν είναι πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκιστεί θετικά με τα γεγονότα και να επαληθεύσει τη βάση της αγωγής και/ή οι γνώσεις της ενόρκως δηλούντος για τα επίδικα θέματα είναι παντελώς ελλιπείς και όχι από προσωπική γνώση.
  24. Οι αιτητές ουσιαστικά με την καταχώρηση της παρούσας αίτησης προσπαθούν να εκδικάσουν την ουσία της αγωγής στα πλαίσια της παρούσας αίτησης και/ή συνοπτικά.
  25. Σε καμία περίπτωση δεν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο οι ενάγοντες δικαιούνται σε απόφαση.
  26. Η επίδικη αίτηση είναι καταχρηστική και/ή σκοπό έχει να παρεμποδίσει και/ή να στερήσει στους εναγόμενους να προβάλουν την υπεράσπιση τους ως και του καταχυρωμένου συνταγματικού δικαιώματος των εναγομένων να προβάλουν τις θέσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου και να αντικρούσουν και/ή ανταπαιτήσουν εναντίον των εναγόντων. Την ένσταση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του Κώστα Κόμπου, ο οποίος, ούτε λίγο ούτε πολύ, επαναλαμβάνει, πλην όμως με μεγαλύτερη λεπτομέρεια και σχετική επιχειρηματολογία αρκετούς από τους πιο πάνω λόγους ένστασης. Η Ακροαματική διαδικασία Κανένας εκ των ενόρκως δηλούντων δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης του και αμφότερες οι πλευρές ετοίμασαν και παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις στο Δικαστήριο στις 2.11.
  27. Νομική Πτυχή Δυνάμει της Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αποτελεί την αντίστοιχη διαδικασία της Αγγλικής Δ.14 όπως είχε πριν τις τροποποιήσεις του 1962, το Δικαστήριο αντλεί εξουσία να εκδίδει συνοπτική απόφαση σε περιπτώσεις μόνο όπου δεν υπάρχει λογική αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου ως εκ τούτου είναι άσκοπο να επιτραπεί στον εναγόμενο να προβάλει την υπεράσπιση του μόνο για σκοπούς καθυστερήσεως (Jones v. Stones

(1984)A.C.122). Βάση της Δ.18, μπορεί να εκδοθεί απόφαση, χωρίς να καθοριστούν τα δικαιώματα των διαδίκων με πλήρη διεξαγωγή δίκης, στερώντας έτσι τον εναγόμενο από το δικαίωμα του να αντικρούσει εκτενέστερα τους ισχυρισμούς του ενάγοντα. Συνεπώς, απόφαση δυνάμει της Δ.18 πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις που θέτει η διαταγή αυτή και μόνο σε εκείνες τις υποθέσεις τα γεγονότα των οποίων εμφανέστατα δεν αφήνουν περιθώρια οποιασδήποτε νόμιμης υπεράσπισης (Roberts v. Plant
(1985)1 Q.B.597, 603). Η πλήρωση των τριών προϋποθέσεων που θέτει η διαταγή 18, συναρτάται άμεσα με την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Αν ο ενάγων δεν ικανοποιήσει αυτές τις προϋποθέσεις, το θέμα του κατά πόσο ο εναγόμενος έχει το δικαίωμα να υπερασπιστεί την αγωγή δεν εγείρεται. Οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να έχει το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη Δ.18-θ.1(α) την απαραίτητη δικαιοδοσία για να εκδώσει συνοπτική απόφαση είναι οι ακόλουθοι: (I) Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2-θ.6. (II) Ο Εναγόμενος πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση. (III) Πρέπει να υπάρχει ένορκη δήλωση του Ενάγοντα ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και δηλώνει ότι πιστεύει πως δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Αν ο ενάγων ικανοποιήσει τις πιο πάνω αναφερόμενες προϋποθέσεις, το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του εναγόμενου, ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί στην υπόθεση (Kyprianides v. Ioannou
(1961)1 C.L.R.265, CYEMS CO. Ltd. v. Central Co-operative Industries Co. Ltd.
(1982)1 C.L.R.897 και Hermes Insurance Co. Ltd. v. Theodorides
(1983)1 C.L.R.333). Στην παρούσα υπόθεση οι δύο πρώτες προϋποθέσεις της Δ.18-θ.1 πληρούνται, εφόσον το κλητήριο ένταλμα που έχει καταχωρηθεί είναι ειδικά οπισθογραφημένο και ο Καθ' ου η Αίτηση έχει καταχωρήσει εμφάνιση μέσω δικηγόρου. Τρίτη Προϋπόθεση της Δ.18 θ.1 Ως προς την τρίτη προϋπόθεση σχετικές είναι οι ακόλουθες αποφάσεις: Stavrinides v. Ceskolovenska Obschondi Banke AS
(1972)1 C.L.R130,135-7, Symont & Co. v. Palmer's Stores
(1903)Limited
(1912)1 C.L.R.259,266-7, Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(B) A.A.Δ.782 και The Chain Gulf Traders Ltd. κ.α. v. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(1997)1(Δ) Α.Α.Δ.
  1. Η Δ.18-θ.2 προνοεί ότι, μια αίτηση για συνοπτική απόφαση με βάση το θ.1 πρέπει να συνοδεύεται με αντίγραφο της ένορκης δήλωσης και των τεκμηρίων που εκεί αναφέρονται. Μια αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει στην ουσία να συμμορφώνεται μόνο με τις αυστηρές προϋποθέσεις του θ.1(α) της Δ.
  2. Ένας Αιτητής που ζητά συνοπτική απόφαση χρειάζεται μόνο να επιβεβαιώσει ουσιαστικά την απαίτηση του. Όπως αναφέρεται στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1970 στη σελ.124, παρ.14-2-5, στα σχόλια της αντίστοιχης Αγγλικής Δ.
  3. «The verification may be by reference to the facts stated in the statement of claim thus: "the defendants are justly and truly indebted to the plaintiffs in the sum of £../ for .. and were so indebted at the commencement of this action. The particulars of the said claim appear by the statement of claim in this action.» Στην υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ (ανωτέρω), η οποία πραγματεύεται το ζήτημα, το Ανώτατο Δικαστήριο, αντιπαραθέτει την περίπτωση προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, με την περίπτωση του ομνύοντα που καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει και σημειώνει πως, η Δ.39-θ.2, περιορίζεται σε ενδιάμεσες αιτήσεις και δεν εφαρμόζεται σε αιτήσεις ως η υπό εξέταση. Αναγνωρίζεται στην περίπτωση που η Ενάγουσα είναι εταιρεία, πως κάποιο φυσικό πρόσωπο πρέπει να ορκιστεί στη θέση της, για να καταλήξει, πως το ζήτημα του κατά πόσο η Ενάγουσα ικανοποίησε την τρίτη πιο πάνω αναφερόμενη προϋπόθεση, κρίνεται στη βάση των περιστατικών της κάθε υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, ενώ πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης. Πρέπει να σημειωθεί ότι, το ζήτημα της καταλληλόλητας του ομνύοντα στη βάση της Δ.18 θ.1, είναι ζήτημα που αποφασίζεται με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του προσώπου αυτού. Επί του ιδίου θέματος, σχετικά είναι και τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση The Chain Gulf (ανωτέρω), τα οποία κρίνω ορθότερο να παραθέσω αυτούσια λόγω και του άμεσου της συνάφειας τους με την υπό εξέταση Αίτηση: «Απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο όμοιο θέμα πρόσφατα, στην υπόθεση Αθηνούλλα Γ. Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, Πολιτική Έφεση 9670 - 10.7.
  4. Επανατονίστηκε, με αναφορά στην προηγούμενη νομολογία, η ανάγκη αυστηρής προσέγγισης και κρίθηκε πως η γνώση από έγγραφα συνταγμένα ή ετοιμασθέντα χωρίς τη συμμετοχή του υπαλλήλου που υπέγραψε την ένορκη δήλωση δεν ήταν προσωπική, βασιζόταν σε πληροφορίες και δεν ικανοποιούσε την απαίτηση του Κανονισμού παρά το γεγονός ότι, αντίθετα προς ό,τι συνέβη εδώ, τα έγγραφα είχαν επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση και βρίσκονταν ενώπιον του Δικαστηρίου. Πάνω σ' αυτή τη βάση, δεν έχει ικανοποιηθεί ούτε στην προκείμενη περίπτωση η δικαιοδοτικής φύσης προϋπόθεση της υπογραφής της ένορκης δήλωσης από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα.». Για σκοπούς εξέτασης της παρούσας υπόθεσης, κρίνεται κατά τη γνώμη μου αναγκαία η ειδική αναφορά στη νομική βάση επί της οποίας στηρίζεται η παρούσα αγωγή και επιδιώκεται η έκδοση της υπό εξέταση απόφασης. Και τούτο γιατί, ως υποδείχτηκε και ανωτέρω, η καταλληλόλητα ενός ομνύοντα να ορκιστεί προς υποστήριξη αίτησης, ως η υπό εξέταση, συναρτάται και με την φύση της αξίωσης. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, το απαιτούμενο ποσό ζητείται από την αιτήτρια ως ποσό οφειλόμενο, συνεπεία παράβασης, από πλευράς της καθ' ης η αίτηση, της μεταξύ των μερών σύμβασης ασφάλισης. Η ορθότητα του ισχυρισμού της αιτήτριας ότι, μεταξύ της τελευταίας και της καθ' ης η αίτηση υπεγράφη η επίδικη σύμβαση ασφάλισης (τεκμήριο 1 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση), βρίσκεται υπό αμφισβήτηση από την καθ' ης η αίτηση. Με ειδικές αναφορές της στο περιεχόμενο όλων των εγγράφων που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, η καθ' ης η αίτηση, προβάλλει τη θέση ότι, ουδέποτε η αιτήτρια και η καθ' ης η αίτηση συνομολόγησαν οποιαδήποτε σύμβαση ασφάλισης, καθώς επίσης και ότι, τα νομικά πρόσωπα που συνομολόγησαν την επίδικη σύμβαση ασφάλισης, είναι άλλα από τους διαδίκους της παρούσας αγωγής. Με παραπομπή στις διάφορες αναφορές των εν λόγω εγγράφων, η καθ' ης η αίτηση υποδεικνύει ότι, το περιγραφόμενο νομικό πρόσωπο που ανέλαβε με βάση την επίδικη σύμβαση να παρέχει την ασφαλιστική κάλυψη είναι η Laiki Cyprialife Ltd και όχι η αιτήτρια, ενώ ο αναφερόμενος, στα εν λόγω έγγραφα, ιδιοκτήτης του ασφαλιστηρίου και/ή εργοδότης προς τον οποίο παρέχονται οι ασφαλιστικές καλύψεις, είναι η Carrefour, η οποία, δεν παρουσιάζεται να σχετίζεται, καθ' οιονδήποτε τρόπο, με την καθ' ης η αίτηση. Από τη στιγμή που προωθούνται οι πιο πάνω ισχυρισμοί της καθ' ης η αίτηση, και ειδικότερα ότι η αιτήτρια δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος στην επίδικη σύμβαση ασφάλισης, αλλά και ότι, η καθ' ης η αίτηση δεν αποτελεί το πρόσωπο που έλαβε την ασφαλιστική κάλυψη και/ή το πρόσωπο που οφείλει οποιαδήποτε ασφάλιστρα έναντι της επίδικης σύμβασης, η ομνύουσα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, θα έπρεπε να είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για όλα εκείνα τα γεγονότα τα οποία θα επέτρεπαν τον έλεγχο της ορθότητας των ισχυρισμών της, ειδικότερα αναφορικά με το ποια είναι τα συμβαλλόμενα μέρη της επίδικης συμφωνίας ασφάλισης, καθώς επίσης και με το ποιο είναι το πρόσωπο, το οποίο όφειλε και οφείλει να καταβάλει τα οποιαδήποτε τυχόν οφειλόμενα ασφάλιστρα. Δηλαδή να αποδείξει ότι είχε προσωπική γνώση των γεγονότων που σχετίζονται με τη συνομολόγηση της επίδικης σύμβασης και/ή, εν πάση περιπτώσει, των διαφωτιστικών, ως προς την ταυτότητα των συμβαλλομένων, γεγονότων, καθώς επίσης και εκείνων που σχετίζονται με τις ευθύνες ενός εκάστου εξ αυτών και/ή, ενδεχομένως, και της καθ' ης η αίτηση έναντι της αιτήτριας. Και τούτο γιατί, όντως, επί της επίδικης συμφωνίας ασφάλισης (τεκμήριο 1 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση), το νομικό πρόσωπο που παρουσιάζεται ως ο παροχέας των ασφαλιστικών καλύψεων, έχει διαφορετικό όνομα από τη αιτήτρια, αλλά και γιατί, ο παραλήπτης της γραπτής υπενθύμισης (τεκμήριο 2 της ρηθείσας ενόρκου δηλώσεως) και του λογαριασμού που τηρούσε η αιτήτρια (τεκμήριο 3 της ίδιας ένορκης δήλωσης), φέρει όνομα, διαφορετικό από το όνομα της καθ' ης η αίτηση. Στην υπό εξέταση υπόθεση, εκ μέρους της Αιτήτριας, παρουσιάστηκε μαρτυρία μόνο από την Έλενα Μιχαηλίδου, η οποία, δεν φέρεται να σχετίζεται καθ' οιονδήποτε τρόπο, με τη σύνταξη και ετοιμασία της επίδικης σύμβασης ασφάλισης. Σύμφωνα με τα λεγόμενα της Έλενας Μιχαηλίδου, η οποιαδήποτε ανάμειξη της με τα επίδικα, στην παρούσα αγωγή, γεγονότα, συνδέεται με τα καθήκοντα της ως υπεύθυνη λειτουργός ανείσπρακτων ασφαλίστρων. Το πρόσωπο που εκ μέρους της εταιρείας παροχής ασφαλιστικών υπηρεσιών υπέγραψε την επίδικη σύμβαση ασφάλισης, δεν παρουσιάστηκε ως μάρτυρας. Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι, σύμφωνα με τα όσα ισχυρίζεται η ομνύουσα για λογαριασμό της αιτήτριας, το τεκμήριο 1, αποτελεί την σύμβαση ασφάλισης, με βάση τους όρους της οποίας, η αιτήτρια θεωρεί ότι παρείχε τις επίδικες ασφαλιστικές υπηρεσίες για τις οποίες οφείλονται τα απαιτούμενα ασφάλιστρα (υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης). Επομένως, αναμενόμενο είναι ότι, η ομνύουσα για λογαριασμό της αιτήτριας, θα έπρεπε να είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά και να εξηγήσει γιατί η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε και προωθείται από την αιτήτρια και όχι την εταιρεία που υπέγραψε την επίδικη σύμβαση ασφάλισης, καθώς επίσης και γιατί τα ασφάλιστρα απαιτούνται από, την καθ΄ης η αίτηση, και όχι από την Carrefour, προς την οποία απεστάλη η υπενθύμιση οφειλής (τεκμήριο 2) και στο όνομα της οποίας τηρείτο ο λογαριασμός που διατηρούσε η αιτήτρια (τεκμήριο 3). Οι συνθήκες συνομολόγησης της επίδικης σύμβασης, ασφάλισης καθώς επίσης και τα λοιπά γεγονότα που οδήγησαν την αιτήτρια, από τη μια, στο να θεωρεί ότι νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή και να απαιτεί η ίδια τα ισχυριζόμενα οφειλόμενα ασφάλιστρα, και από την άλλη, να θεωρεί ότι ευθύνη για την καταβολή τους έχει η καθ' ης η αίτηση, υπέχουν μεγάλης σημασίας, συνεπεία του περιεχομένου των εγγράφων που η ίδια η αιτήτρια χρησιμοποιεί για σκοπούς απόδειξης της απαίτησης της. Η αιτήτρια, με τη μαρτυρία της ομνύουσας που υποστηρίζει την αίτηση της δεν διαφωτίζει σχετικά. Τούτα τα δεδομένα, αποτελούν, στη προκείμενη περίπτωση, ανυπέρβλητο εμπόδιο για τη Αιτήτρια στη προσπάθεια της να επιτύχει την έκδοση απόφασης στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης. Είναι πάγια νομική αρχή ότι, μέσω των αγορεύσεων των συνηγόρων δεν επιτρέπεται η προσκόμιση μαρτυρίας. Είναι γι' αυτό το λόγο που δεν είναι δυνατό να ληφθεί υπόψη η θέση της συνηγόρου της αιτήτριας ότι το αναγραφόμενο επί της επίδικης σύμβασης όνομα του παρόχου των ασφαλιστικών υπηρεσιών, είναι το προγενέστερο όνομα της αιτήτριας. Εν πάση όμως περιπτώσει, και να ήταν δυνατή η αποδοχή της ρηθείσας θέσης, παρέμεινε εντελώς άγνωστο (πάντα με βάση το μαρτυρικό υλικό που προσκόμισε η αιτήτρια), ποια είναι η σχέση της καθ' ης η αίτηση με την Carrefour και γιατί, τα ασφάλιστρα απαιτούντο από την τελευταία και όχι την πρώτη. Επομένως, οι διάφοροι ισχυρισμοί της Έλενας Μιχαηλίδου περί συνομολόγησης σύμβασης παροχής ασφαλιστικών καλύψεων μεταξύ των διαδίκων (υπενθυμίζω ότι υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης), δεν προωθούνται με βάση προσωπική της γνώση, αλλά πηγάζουν, προφανώς, είτε από πεποίθηση της, είτε από πληροφορίες που έλαβε από τρίτα πρόσωπα. Όπως όμως υποδείχτηκε ανωτέρω, το Ανώτατο Δικαστήριο (βλ. Αθηνούλλα Δημητρίου (ανωτέρω)) αντιπαρέθεσε την περίπτωση προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά για γεγονότα, με την περίπτωση του ομνύοντα που καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει και σημείωσε πως, η Δ.39-θ.2, περιορίζεται σε ενδιάμεσες αιτήσεις και δεν εφαρμόζεται σε αιτήσεις ως η υπό εξέταση. Δεν παραγνωρίζω ότι, η Αιτήτρια είναι εταιρεία και ότι, συνεπεία τούτου, αναμενόμενο είναι ότι, εκ μέρους της, θα ορκιστεί κάποιο ή κάποια φυσικά πρόσωπα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι νομιμοποιείται μια Ενάγουσα εταιρεία να παρουσιάζει, ως ομνύοντα, για σκοπούς υποστήριξης αίτησης, ως η υπό εξέταση, πρόσωπο που δεν έχει προσωπική γνώση των ουσιωδών επίδικων, για την αγωγή, γεγονότων. Και τούτο, λόγω της φύσης της υπό εξέταση Αίτησης, που για να εκδοθεί απόφαση υπέρ του ενάγοντα, στα πλαίσια της, θα πρέπει, στην ουσία, να στερηθεί ο εναγόμενος του δικαιώματος του να εξεταστεί η υπεράσπιση του, στα πλαίσια μιας ακροαματικής διαδικασίας διά της παρουσίασης (αν τούτο αποτελεί επιθυμία του) προφορικής μαρτυρίας. Και στην προκείμενη περίπτωση, τόσο η νομιμοποίηση της αιτήτριας να προωθεί την παρούσα αγωγή, όσο και η ορθότητα της επιλογής της, τούτη (η αγωγή), να στρέφεται εναντίον της καθ' ης η αίτηση, τέθηκαν υπό αμφισβήτηση, επί τη βάσει του περιεχομένου των αποδεικτικών γραπτών μέσων που η ίδια η αιτήτρια επικαλείται για να υποστηρίξει την αίτηση της. Επομένως, επιβεβλημένο είναι, η ομνύουσα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, να είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση, μεταξύ των οποίων, αναγκαία είναι και τα γεγονότα που συσχετίζουν την αιτήτρια με τις παρασχεθείσες ασφαλιστικές υπηρεσίες και την καθ' ης η αίτηση με το πρόσωπο που, είτε επωφελήθηκε από τις εν λόγω υπηρεσίες, είτε, εν πάση περιπτώσει, είχε και/ή έχει υποχρέωση να καταβάλει τα ισχυριζόμενα οφειλόμενα ασφάλιστρα. Δεν διαφεύγει του Δικαστηρίου ότι, η υποχρέωση ενός ομνύοντα που συνοδεύει μια αίτηση, ως η παρούσα, είναι να μπορεί να επιβεβαιώσει (verify) την απαίτηση του ενάγοντα, με υιοθέτηση, στην ουσία, του περιεχομένου της Έκθεσης Απαίτησης και ότι, η ομνύουσα για λογαριασμό της αιτήτριας, η οποία υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, δεν αντεξετάστηκε. Αν η εν λόγω ομνύουσα δεν προχωρούσε στο να επισυνάψει τεκμήρια στην ένορκη της δήλωση, επικαλούμενη το περιεχόμενο τους ως επιβεβαιωτικό και/ή υποστηρικτικό της ορθότητας των ισχυρισμών της, η μη αντεξέταση της, από τους συνηγόρους της καθ' ης η αίτηση, ενδεχομένως να ήταν καταλυτικής σημασίας κατά την κρίση ως προς την καταλληλότητα της να ορκιστεί θετικά προς υποστήριξη της αίτησης. Η επιλογή της όμως να συνοδεύσει την ένορκή της δήλωση με τα τρία συγκεκριμένα έγγραφα/τεκμήρια και να επικαλεστεί το περιεχόμενο τους ως αποδεικτικό της ορθότητας των ισχυρισμών της, κατέστησε το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων σχετικό με την κρίση ως προς την καταλληλότητα της να ορκιστεί θετικά στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης. Είναι για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, που κρίνω ότι, η αιτήτρια δεν ικανοποίησε την τρίτη προϋπόθεση που θέτει η Διαταγή 18 , επί της οποίας βασίζεται η αίτηση. Η πιο πάνω κατάληξη μου, οδηγεί μονοδρομικά στην απόρριψη της αίτησης. Το δε δικαιοδοτικό του χαρακτήρα των προϋποθέσεων που επιβάλλει η Διαταγή 18, καθιστά μη αναγκαία την εξέταση της αίτησης, επί της ουσίας της. Παρά ταύτα, νοιώθω την ανάγκη να σημειώσω ότι, και στην περίπτωση που η ομνύουσα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, κρινόταν ως κατάλληλο πρόσωπο για να ορκιστεί θετικά, προς υποστήριξη της, και πάλι θα απέρριπτα την αίτηση. Και τούτο γιατί, με τα όσα η καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται με παραπομπή στο περιεχόμενο των τεκμηρίων, που η αιτήτρια επικαλείται προς υποστήριξη της αίτησης της, ικανοποίησε το Δικαστήριο ότι, την υπό εξέταση αγωγή, περιβάλλουν, τουλάχιστον, τέτοια γεγονότα, που δικαιολογούν τη διεξαγωγή ακροαματικής διαδικασίας για την τελική, επί των επιδίκων θεμάτων, δικαστική απόφανση. Και τούτο γιατί, ως υποδείχθηκε, νομολογιακά, θα δοθεί σε ένα Εναγόμενο το δικαίωμα να υπερασπιστεί μια αγωγή που στρέφεται εναντίον του στην περίπτωση που εγείρει τέτοια θέματα που κρίνονται επαρκή για να δικαιολογήσουν την διεξαγωγή ακροαματικής διαδικασίας[1]. Με βάση τα πιο πάνω, η υπό εξέταση αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά στο θέμα των εξόδων, δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι, αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, η καθ' ης η αίτηση, δικαιούται στα έξοδα της. Επομένως, τα έξοδα επιδικάζονται σε βάρος της ενάγουσας - αιτήτριας και υπέρ της εναγόμενης - καθ' ης η αίτηση, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλην όμως τούτα, θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ) ................................. Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /Μ.Α.Σ. [1]Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Trans Middle East Trading (TMET) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ.239 (δέστε επίσης VIDISAVA SUBOTIC v. Δήμου Στυλιανίδη,
(1998)1(Α) Α.Α.Δ.22), τονίστηκε και πάλι ο εξαιρετικός χαρακτήρας της διαδικασίας συνοπτικής απόφασης με την πιο κάτω αναφορά του έντιμου Δικαστή (ως ήταν τότε) Αρτέμη που έδωσε την απόφαση του Δικαστηρίου στις σελ. 243-244: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις, είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκή του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση και ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπισή του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (βλ. CYEMS CO LTD v. The Central Co-Operative Co Ltd
(1982)1 CLR 879). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.