← Κύπρος

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑΣ «ΠΕΛΕΚΑΝΟΣ 24» ν. ΕΥΗ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1799/10, 30/11/2016

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑΣ «ΠΕΛΕΚΑΝΟΣ 24» ν. ΕΥΗ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1799/10, 30/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A653 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1799/10 ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑΣ «ΠΕΛΕΚΑΝΟΣ 24», Ιουλίου Τυπάλδου αρ.

  1. Ενάγουσας -και- ΕΥΗ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Πολυκατοικία «Πελεκάνος 24», Ιουλίου Τυπάλδου αρ. 5, Διαμ.
  2. Εναγομένης Ημερομηνία: 30 Νοεμβρίου 2016 Eμφανίσεις: Για Εναγόμενη/Αιτήτρια : κ. Αντώνης Γεωργιάδης. Για τους Καθ' ων η Αίτηση 1, 2, 3: κα Κώστα. Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 20.5.2015, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εξέδωσε την τελική του απόφαση στην υπό των ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, η οποία αγωγή, σημειώνεται ότι καταχωρήθηκε από την εν τω τίτλω αναφερόμενη ενάγουσα ως Διαχειριστική Επιτροπή της Πολυκατοικίας «ΠΕΛΕΚΑΝΟΣ 24» εναντίον της εναγόμενης, επί το ότι, η τελευταία, δια της διατήρησης και/ή φιλοξενίας αδέσποτων γάτων προκαλούσε οχληρία και/ή επενέβαινε παράνομα και/ή προκαλούσε ζημιές στους κοινόχρηστους χώρους της πολυκατοικίας που διαχειρίζετο η ενάγουσα. Μέρος της υπερασπιστικής γραμμής της εναγομένης/αιτήτριας, ήταν και το ότι η ενάγουσα Επιτροπή δεν είχε συσταθεί και/ή εκλεγεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Το Δικαστήριο, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, απέρριψε την αγωγή για δύο λόγους: Ένας εξ αυτών, ήταν και το ότι έκρινε, ότι η ενάγουσα δεν προσκόμισε μαρτυρία που να αποδεικνύει τη σύσταση και ιδιότητα της. Θεωρώ ορθότερο να παραθέσω αυτουσίως τις σχετικές με τον ρηθέντα λόγο απόρριψης της αγωγής, αναφορές από την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 20.5.
  3. «............................... Προχωρώ τώρα στο θέμα της ιδιότητας της Διαχειριστικής Επιτροπής, και κατά πόσο αυτή έχει δικαίωμα να ενάγει για το συγκεκριμένο αδίκημα. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Ταλιάνος ν. Διαχειριστική Επιτροπή Belmar Complex

(2002)1 A.A.Δ. 102, τα μη συγκροτημένα σώματα δεν μπορούν να ενάγουν και να ενάγονται. Διαχειριστικές Επιτροπές οι οποίες έχουν εγγραφεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ. 224 έχουν νομική υπόσταση και δικαιοπρακτική ικανότητα, η οποία συνοδεύεται από δικαίωμα να ενάγουν και να ενάγονται «Στην υπεράσπιση αμφισβητείται το ότι η Ενάγουσα Διαχειριστική Επιτροπή συστάθηκε, εξελέγη ή λειτουργεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου, θέση η οποία εξεφράστη και κατά τη δίκη. Η πλευρά της Ενάγουσας, όμως, δεν προσκόμισε κάποια μαρτυρία που να αποδεικνύει τη σύσταση αυτής και την ιδιότητα της. Αυτό αποτελούσε υποχρέωση της, και δεν αρκεί η θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου για την Ενάγουσα ότι η συμμετοχή της Εναγομένης σε συνελεύσεις της Διαχειριστικής Επιτροπής συνιστά αναγνώριση της ύπαρξης και νομιμότητας της[1]. «............................... Τα πιο πάνω οδηγούν στο ότι η αγωγή είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, και ακολούθως απορρίπτεται. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, και άρα επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης και εναντίον της Ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή». Συνεπεία της απόρριψης της αγωγής και της καταδίκης της ενάγουσας στα έξοδα, ο συνήγορος της εναγόμενης, εκ μέρους της, προώθησε διαδικασία εντάλματος εκποίησης κινητής περιουσίας εναντίον της ενάγουσας, η οποία επεστράφη ανεκτέλεστη. Της ρηθείσας εξέλιξης, ακολούθησε η καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης της εναγόμενης, ημερομηνίας 28.8.2015, με την οποία ζητεί δύο θεραπείες: πρώτον, το Δικαστήριο να διατάξει όπως η απόφαση του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 20.5.2015, σε σχέση με την καταδίκη της ενάγουσας στα έξοδα της αγωγής, εκτελεστεί εναντίον των καθ' ων η αίτηση 1, 2, 3, οι οποίοι ρητά αναφέρονται στην υπό στοιχείο (α) αιτούμενη θεραπεία επί του κυρίως σώματος της αίτησης και οι οποίοι είναι τα φυσικά πρόσωπα που παρουσιάστηκαν κατά τη δίκη ως Πρόεδρος και Μέλη της ενάγουσας Διαχειριστικής Επιτροπής και, δεύτερον, το Δικαστήριο να διατάξει όπως το ένταλμα εκποίησης κινητής περιουσίας, το οποίο επεστράφη ανεκτέλεστο, εκτελεστεί εναντίον των καθ' ων η αίτηση 1, 2 και 3. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση στην οποία προβαίνει ο συνήγορος που εκπροσωπεί την εναγόμενη αιτήτρια. Για τους λόγους που θα εξηγήσω ευθύς αμέσως, δεν καθίσταται αναγκαία η λεπτομερής ή άλλως πως παράθεση του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση. Αξίζει απλά να σημειωθεί ότι με βάση το περιεχόμενο της, αλλά και τα σχετικά σημεία της αγόρευσης του κύριου Γεωργιάδη, εκείνο που εκλαμβάνεται από πλευράς της Αιτήτριας ως δεδομένο και επί του οποίου βασίζονται όλα τα επόμενα επιχειρήματα της Αιτήτριας, είναι ότι, η εκτέλεση του εντάλματος εκποίησης κινητής περιουσίας και γενικότερα, η εκτέλεση, εναντίον της ενάγουσας, της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 20.5.2015 σε σχέση με τα έξοδα που επιδικάστηκαν υπέρ της αιτήτριας, είναι αδύνατη, καθότι, ως η αιτήτρια ισχυρίζεται, η ενάγουσα κρίθηκε από το Δικαστήριο ως μη νομίμως συσταθείσα, και ως μη έχουσα το δικαίωμα να ενεργήσει ως διαχειριστική επιτροπή και να εισπράττει και να κατέχει περιουσία. Με κάθε σεβασμό προς τη σχετική θέση της αιτήτριας, τούτη δε μπορεί να γίνει δεκτή. Εκείνο που αβίαστα προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης του Δικαστηρίου είναι ότι, η αγωγή απερρίφθη, μεταξύ άλλων, και επί τω ότι, η ενάγουσα «δεν προσκόμισε κάποια μαρτυρία που να αποδεικνύει τη σύσταση αυτή και την ιδιότητα της», και όχι ότι κρίθηκε ως μη νομίμως συσταθείσα και/ή ως ανύπαρκτο πρόσωπο και/ή ως μη συγκροτημένο σώμα και/ή ως μη έχουσα νομική υπόσταση και/ή δικαιοπρακτική ικανότητα. Αυτό που στην ουσία αποφασίστηκε από το Δικαστήριο στην τελική του απόφαση, ήταν η απόρριψη της αγωγής, επί το ότι η ενάγουσα δεν απέδειξε, ως είχε υποχρέωση (κατά το Δικαστήριο), να αποδείξει το νόμιμο της σύστασης της. Το κατά πόσο η ενάγουσα είναι ή όχι υπαρκτό πρόσωπο και έχει νομική υπόσταση και δικαιοπρακτική ικανότητα παρέμεινε αναπάντητο. Επομένως, το κατά πόσο είναι ή όχι δυνατή η εκτέλεση της απόφασης του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα εναντίον της ενάγουσας, δεν επηρεάζεται από την οποιαδήποτε κρίση και/ή αναφορά του Δικαστηρίου σε σχέση με τους λόγους που απέρριψε την αγωγή. Το δε λεκτικό του τεκμηρίου Γ, της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, είναι επίσης διαφωτιστικό του ανεδαφικού της σχετικής θέσης της αιτήτριας. Πρόκειται στην ουσία για την ειδοποίηση που απέστειλε ο επιδότης προς το συνήγορο της αιτήτριας με την οποία τον πληροφορούσε ότι το ένταλμα εκποίησης κινητής περιουσίας εναντίον της ενάγουσας δεν κατέστη δυνατό να εκτελεστεί. Πουθενά στην εν λόγω ειδοποίηση αναγράφεται ότι η μη εκτέλεση του ρηθέντος εντάλματος σχετίζεται, καθ' οιονδήποτε τρόπο, με την υπόσταση, ή μη, της ενάγουσας. Τουναντίον, αναφέρεται ρητά ότι, ο λόγος μη εκτέλεσης του, είναι γιατί η ενάγουσα στερείται κινητής περιουσίας που υπόκειται σε κατάσχεση στη διεύθυνση που δόθηκε από την αιτήτρια. Επομένως, με βάση τα ανωτέρω δεν έχω πεισθεί ότι προκύπτει οποιαδήποτε αδυναμία εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου εναντίον της ενάγουσας σε σχέση με τα έξοδα στα οποία καταδικάστηκε, ώστε να προκύπτει ανάγκη να εξεταστεί το κατά πόσο θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιτραπεί η εκτέλεση της εν λόγω απόφασης εναντίον των καθ' ων η αίτηση 1, 2, 3, υπό την ιδιότητα τους ως αξιωματούχοι και/ή μέλη της ενάγουσας. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου, που προφανώς οδηγεί και στην απόρριψη της αίτησης, κρίνω ορθό να σημειώσω ότι, και επί της ουσίας της, η αίτηση, δεν θα μπορούσε να έχει επιτυχή κατάληξη. Η Νομολογία και γενικά οι αυθεντίες στις οποίες με παρέπεμψε ο κύριος Γεωργιάδης, δεν βοηθούν, κατά τη γνώμη μου το επιχείρημα του. Είναι ξεκάθαρο από το λόγο της Τράπεζα Κύπρου Λτδ v. Dynacon Limited
(1998)1AAΔ 1978 ότι, τα εκεί αναφερόμενα ισχύουν για εναρκτήριες διαδικασίες που προωθούνται με εναρκτήριες αιτήσεις (originating summons), όπου οι διάδικοι προσδιορίζονται με βάση τα πρόσωπα προς τα οποία επιδίδεται η ρηθείσα εναρκτήρια αίτηση και όχι για διαδικασίες που προωθούνται στα πλαίσια μιας υφιστάμενης αγωγής, στην οποία οι διάδικοι είναι ήδη προσδιορισμένοι από τον τίτλο της. Στην Dynacon (ανωτέρω), η εκεί υπό έφεση αίτηση, αφορούσε εναρκτήρια διαδικασία με την οποία εβάλλετο η αμεροληψία συγκεκριμένου διαιτητή καθ' ον χρόνο ο τελευταίος ασκούσε τα καθήκοντα του ως διαιτητής συγκεκριμένης διαιτησίας. Επρόκειτο για εναρκτήρια διαδικασία, στον τίτλο της οποίας, δεν ανεγράφη ως εναγόμενος ο διαιτητής. Η εναρκτήρια αίτηση, επιδόθηκε προς τον διαιτητή, ο οποίος αναφερόταν στην τελευταία σελίδα του κυρίως σώματος της αίτησης, ως ένα εκ των προσώπων προς τα οποία επιδόθηκε τούτη. Το Ανώτατο Δικαστήριο, αποφασίζοντας επί του κατά πόσο ο διαιτητής ήταν ή όχι διάδικος της εναρκτήριας αίτησης, έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι, αφ' ης στιγμής η εναρκτήρια αίτηση επιδόθηκε στον διαιτητή, η συμπεριφορά του οποίου, εν πάση περιπτώσει, βρισκόταν υπό καταγγελία, τούτος κατέστη διάδικος της διαδικασίας. Και τούτο, μεταξύ άλλων, και για να έχει την ευκαιρία να ακουστεί πριν τη κρίση του Δικαστηρίου. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει στην υπό εξέταση υπόθεση. Για την υπό εξέταση αγωγή, δεν υπάρχει αμφιβολία ως προς τους διαδίκους της. Τούτοι προσδιορίζονται επαρκώς στον τίτλο της αγωγής, η οποία εκδικάστηκε και εκδόθηκε και τελική απόφαση, χωρίς προηγουμένως να επιχειρηθεί, καθ' οιονδήποτε τρόπο, να καταστούν διάδικοι οι καθ' ων η αίτηση 1, 2 και 3 και να ακουστούν, υπό την προσωπική τους ιδιότητα, επί των επιδίκων θεμάτων. Αυτό που επιχειρείται τώρα, είναι απόδοση σ' αυτούς, προσωπικής ευθύνης για το αποτέλεσμα της αγωγής, μετά την κρίση του Δικαστηρίου επί των επιδίκων ζητημάτων. Ούτε ο λόγος της υπόθεσης IDEAL FILMS LTD V. RICHARDS & DIVISION
(1927)C.A., pages 374-381, και η σχετική αναφορά από το ANNUAL PRACTICE 1958 VOL. I, σελ 341, κατά τη γνώμη μου, βοηθούν το επιχείρημα του κύριου Γεωργιάδη. Εκείνο που προκύπτει από το λόγο και των δύο δικαστών που εξέδωσαν τη συγκεκριμένη απόφαση (Bankes L. J. και Scrutton L. J.), είναι ότι, η έγερση αγωγής εναντίον μελών ενός μη εγγεγραμμένου οργανισμού, είναι επιτρεπτή, όχι με σκοπό να τους αποδοθεί προσωπική ευθύνη αποζημίωσης του οποιουδήποτε ενάγοντα, αλλά, ώστε να είναι δυνατή η προώθηση της αγωγής εναντίον του μη εγγεγραμμένου οργανισμού λόγω ανυπαρξίας δικαιοπρακτικής ικανότητας. Εξ' ου, και αμφότεροι οι δικαστές που εξέδωσαν την εν λόγω απόφαση, αναγνώρισαν ότι, για σκοπούς είσπραξης των όποιων τυχόν επιδικασθέντων υπέρ του ενάγοντα αποζημιώσεων, επιτρεπτό είναι, η αγωγή να στρέφεται και εναντίον τρίτων προσώπων, που έστω και αν δεν είναι μέλη του μη εγγεγραμμένου οργανισμού, κατέχουν, ως εμπιστευματοδόχοι, περιουσία που ανήκει στο εν λόγω μη εγγεγραμμένο οργανισμό, ώστε, να διαταχθούν, τα εν λόγω τρίτα πρόσωπα, να καταβάλουν προς τον ενάγοντα τις αποζημιώσεις που θα επιδικαστούν υπέρ του, καθώς επίσης και τα τυχόν έξοδα της αγωγής. Στην προκειμένη περίπτωση, αυτό που επιδιώκεται με την υπό εξέταση αίτηση, είναι η απόδοση προσωπικής ευθύνης για την καταβολή των επιδικασθέντων, εναντίον της ενάγουσας, εξόδων, στους καθ' ων η αίτηση 1, 2, 3, οι οποίοι, εν πάση περιπτώσει, δεν φέρονται να κατέχουν, ως εμπιστευματοδόχοι, ή άλλως πως, περιουσία ανήκουσα στην ενάγουσα. Συνεπεία των όσων αναφέρω ανωτέρω, η αίτηση δεν είναι δυνατόν να επιτύχει. Καθίσταται δε μη αναγκαία η εξέταση των λοιπών λόγων ένστασης και δη του λανθασμένου ή μη της νομικής βάσης της αίτησης, της δυνατότητας διόρθωσης της χωρίς να προηγηθεί σχετικό διάβημα (Διαταγή 64) από πλευράς της αιτήτριας και τέλος του αποδεκτού ή μη του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση συνεπεία του ότι σ' αυτήν προβαίνει ο ίδιος ο συνήγορος που χειρίστηκε την υπόθεση. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, η υπό εξέταση αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα σε βάρος της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /Μ.Α.Σ. [1] Υπογράμμιση δική μου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.