ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΑΤΣΙΩΝ ν. ΣΤΑΥΡΟΣ Ι. ΑΛΑΜΠΡΙΤΗΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αίτησης: 1494/13, 30/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A656 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 1494/13 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΑΤΣΙΩΝ Αιτητών και
- ΣΤΑΥΡΟΣ Ι. ΑΛΑΜΠΡΙΤΗΣ ΛΤΔ
- ΣΤΑΥΡΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ
- ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΙΩΑΝΝΟΥ Καθ' ων η αίτηση --------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30 Νοεμβρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Αιτητές: Ο κ. Γ. Καζαντζής, για Γεώργιο Κ. Καζαντζή ΔΕΠΕ (Δ.Θ.224). Για τους Καθ' ων η αίτηση: Η κ. Β. Γιατρού, για Κώστα Μελά & Συνεργάτες ΔΕΠΕ (Δ.Θ.121). ΑΠΟΦΑΣΗ Οι αιτητές ζητούν διάταγμα εγγραφής τής διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε στις 13.3.12, εναντίον των καθ' ων η αίτηση («η διαιτητική απόφαση»). Αποτελεί εκδοχή τους, ότι η διαιτητική απόφαση ετοιμάστηκε και εκφωνήθηκε από τον Διαιτητή Στέλιο Παπαλεξάνδρου (ΜΑ1), με αυτόν να έχει επί τούτω διορισθεί δεόντως από τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών. Η διαιτητική απόφαση, ως τούτη επισυνάπτεται επί της ένορκης δήλωσης τού Κωνσταντίνου Κωνσταντίνου και η οποία συνοδεύει την αίτηση (βλ. Τεκμήριο 1), αφορά σε χρέος δανείου τακτής προθεσμίας αποπληρωμής με αριθμό 7602544-8, ύψους €600.235,81, πλέον τόκο προς 9% από 13.3.12, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των δεδουλευμένων τόκων, δύο φορές τον χρόνο ήτοι την 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου, μέχρι πλήρους εξόφλησης, πλέον έξοδα (στα οποία περιλαμβάνονται και αυτά της διαιτητικής διαδικασίας). Πρωτοφειλέτες τού υπό αναφορά χρέους είναι οι καθ' ων η αίτηση 1, με τους υπόλοιπους δύο καθ' ων η αίτηση, να αποτελούν τους εγγυητές του χρέους (με επιπρόσθετη κάλυψη την υποθήκη με αριθμό Υ1013/2010). Ο καθ' ου η αίτηση 2 έλαβε γνώση τού περιεχομένου τής διαιτητικής απόφασης υπό την προσωπική του ιδιότητα, αλλά και ως Διευθυντής των καθ' ων η αίτηση 1, αφού ήταν παρών κατά την έκδοση της. Παρότι η διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε σε όλους τους καθ' ων η αίτηση στις 17.6.13, τούτοι δεν έχουν μέχρι σήμερα συμμορφωθεί και αποπληρώσει το επιδικασθέν ποσό μήτε και καταχώρισαν έφεση εναντίον αυτής εντός της νομοθετικώς προβλεπόμενης προθεσμίας. Περαίνουν οι αιτητές, πως συντρέχουν όλα τα απαιτούμενα για έκδοση του επιδιωκόμενου διατάγματος. Συνιστά θέση των καθ' ων η αίτηση (ως τούτη παρατίθεται στην ένορκη δήλωση τού καθ' ου η αίτηση 2 η οποία συνοδεύει την Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης και που συντάχθηκε εκ μέρους και των υπολοίπων καθ' ων η αίτηση, με την εξουσιοδότηση τους), ότι ουδέποτε υπέγραψαν συνυποσχετικό για παραπομπή σε διαιτησία οποιασδήποτε διαφοράς που θα μπορούσε να προκύψει μεταξύ των ιδίων και των αιτητών και επομένως, η φερόμενη διαφορά, παρατύπως και αντικανονικώς είναι που παραπέμφθηκε σε διαιτησία. Ως εκ τούτου, δεν ήταν καν αναγκαίο να εφεσιβληθεί η εκδοθείσα διαιτητική απόφαση. Μια τέτοια έφεση δεν θα μπορούσε, έτσι κι αλλιώς, να καταχωρισθεί, διότι η διαιτητική απόφαση δεν είχε γνωστοποιηθεί στους καθ' ων η αίτηση (και δεν κατέστη τελεσίδικη), με παρεπόμενο να παραβιαστούν συν τοις άλλοις και οι κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης επηρεάζοντας τουτέστιν τα αντίστοιχα τους δικαιώματα. Η κατ' ισχυρισμόν γνωστοποίηση τής διαιτητικής απόφασης στην θυγατέρα των καθ' ων η αίτηση 2 και 3, συντελέστηκε παρανόμως και αντικανονικώς και ποσώς μπορεί να θεωρηθεί ως πρέπουσα ιδιωτική επίδοση. Τέλος, οι καθ' ων η αίτηση διατείνονται πως η μη καταγραφή στο κείμενο τής διαιτητικής απόφασης, αναφοράς περί δυνατότητας έφεσης εντός συγκεκριμένης χρονικής προθεσμίας, παραβιάζει και την αρχή της δίκαιης δίκης, με κατακλείδα της επιχειρηματολογίας των καθ' ων η αίτηση, να είναι το ότι καμιά απολύτως προϋπόθεση ικανοποιείται για έκδοση του επίδικου διατάγματος. Πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, οι αιτητές έλαβαν άδεια του Δικαστηρίου προκειμένου να καταχωρίσουν ένορκες δηλώσεις των Γεώργιου Φραγκίσκου, Χριστόφορου Γιαννή και Στέλιου Παπαλεξάνδρου, στις οποίες οι ομνύοντες - ο καθένας στο βαθμό που τον αφορά - εξηγούν και διασαφηνίζουν διάφορες επίμαχες πτυχές των πραγμάτων. Επιπρόσθετη ένορκη δήλωση κατέθεσε (μετά από άδεια του Δικαστηρίου) και ο Σταύρος Ιωάννου Αλαμπρίτης (καθ' ου η αίτηση 2), στην οποία αντικρούει τη θέση τού Στέλιου Παπαλεξάνδρου (ΜΑ1), πως τη μέρα έκδοσης τής διαιτητικής απόφασης, ο τελευταίος είχε αναγνώσει σε αυτόν τη διαιτητική απόφαση. Κατά την ακρόαση της αίτησης, δόθηκε προφορική μαρτυρία από τους Στέλιο Παπαλεξάνδρου (ΜΑ1), Γεώργιο Φραγκίσκου (ΜΑ2) και Σταύρο Ιωάννου Αλαμπρίτη (καθ' ου η αίτηση 2). Ο Στέλιος Παπαλεξάνδρου (ΜΑ1), υποστήριξε το ορθόν και κανονικόν της διαιτητικής διαδικασίας και το δέον τής συνακολούθως εκδοθείσας διαιτητικής απόφασης. Ο Γεώργιος Φραγκίσκου (ΜΑ2), κατέθεσε σε σχέση με την επίδοση τής διαιτητικής απόφασης προς την Άντρη Ιωάννου, η οποία τού είχε συστηθεί ως θυγατέρα των καθ' ων η αίτηση 2 και
- Σημείωσε, με αναφορά στο συναφές Τεκμήριο 2, τα όσα συνέβηκαν αναφορικώς με την επίδικη διαδικασία επίδοσης κατά τους κρίσιμους χρόνους. Ο Σταύρος Ιωάννου Αλαμπρίτης (καθ' ου η αίτηση 2), επεξήγησε εκείνα που διαπίστωσε πρωτογενώς κατά τη διαιτητική διαδικασία στις 13.3.12 και εξέφρασε απόψεις και εκτιμήσεις ως προς τα ελατήρια των αιτητών να επιλέξουν την ενεργοποίηση τής διαιτητικής διαδικασίας εναντίον του. Αποτίμησα τις ένορκες δηλώσεις που κατατέθηκαν από τους διαδίκους και αξιολόγησα την προφορική μαρτυρία κατά την ακροαματική διαδικασία. Όλοι οι μάρτυρες των αιτητών που έδωσαν προφορική μαρτυρία - σε αντίθεση με τον μάρτυρα των καθ' ων η αίτηση (και θα εξηγήσω για ποιο λόγο πιο κάτω) - μού προξένησαν καλή εντύπωση. Ήσαν σαφείς, ειλικρινείς, συγκεκριμένοι και άμεσοι σε όλες τις απαντήσεις τους, χωρίς να περιπέσουν σε οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση. Ο Σταύρος Ιωάννου Αλαμπρίτης (καθ' ου η αίτηση 2), δεν μου δημιούργησε θετική εντύπωση. Οι απαντήσεις του κατά τη διά ζώσης μαρτυρία χαρακτηρίζονταν από μια αξιοσημείωτη γενικολογία και αοριστολογία. Προσπάθησε επιτηδευμένα (και το λέω αυτό με κάθε σεβασμό προς τον μάρτυρα), να υποβαθμίσει τη σημασία υπογραφής των επίδικων εγγράφων και συμφωνιών που οδήγησαν τελικώς στη διαιτητική διαδικασία και να απαλείψει κάθε πιθανότητα συνειρμού έστω περί των όποιων συμβατικών ευθυνών του, επιχειρώντας ταυτοχρόνως να αποστασιοποιηθεί από αναλόγως καταγεγραμμένες πρόνοιες στις εν λόγω συμφωνίες (λόγου χάριν από τον όρο 17 του Εγγράφου Υποθήκης, ως το Τεκμήριο Γ, που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση τού Λειτουργού στο Τμήμα Προβληματικών Δανείων των αιτητών Χριστόφορου Γιαννή, όπου διαλαμβάνεται αναφορά περί παραπομπής σε διαιτησία σύμφωνα με το άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου). Η στάση αυτή τού μάρτυρα έδειξε καθαρώς ότι το εγχείρημα του να απομακρυνθεί από τη διαιτητική διαδικασία και ό,τι είναι που την περιέβαλλε, σκοπούσε στο να ενισχύσει στρατηγικώς (και αναληθώς) την εκδοχή του περί θυματοποίησης του από τους αιτητές τόσο σε ό,τι αφορά στη συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών όσο και σε ό,τι σχετίζεται με την απόφαση των αιτητών να καταφύγουν σε διαιτητική διαδικασία. Παρομοίως, είπε ο μάρτυς (καθόλου πειστικώς ως εκ της συμπεριφοράς του στο εδώλιο), πως παρόλο που υπηρέτησε για 12 έτη ως μέλος της Επιτροπείας των αιτητών, δεν ήταν σε γνώση του «. τι σημαίνει διαιτησία . δεν γνώριζα ακριβώς τι σημαίνει διαιτησία». Όταν του τέθηκε ότι στην επίδικη Συμφωνία Δανείου (στον όρο 11) και στη Σύμβαση Εγγύησης (στον όρο 19) - αμφοτέρων των εγγράφων επισυνημμένων στην ένορκη δήλωση του Χριστόφορου Γιαννή, ως το Τεκμήριο Γ - συμφώνησε πως κατά τα εκεί προνοούμενα οι όποιες διαφορές αναφύονταν με τους αιτητές θα εκδικάζονταν από Διαιτητή διορισμένο από τους τελευταίους, ο μάρτυς προφασιζόμενος πως δεν είχε διαβάσει τα σχετικά έγγραφα πριν τα υπογράψει (ενώ θα έπρεπε), τις απέδωσε ως εκπορευόμενες από δόλο και απάτη «. τόσο από τους διαιτητές, όσο και από τις διοικήσεις των συνεργατικών εταιρειών .». Απέδωσε την καταγνωσθείσα εχθρική διάθεση (ως τη χαρακτήρισε), των αιτητών προς το πρόσωπο του (γενικώς και αορίστως), σε πολιτικούς και άλλους λόγους, αφήνοντας να νοηθεί ότι (τούτοι οι λόγοι), ίσως και να καθάπτονταν της ιδιότητας του μάρτυρα ως Προέδρου «. των μικρών επιχειρήσεων .» και να οφείλονταν προσέτι στις «. κόντρες μαζί μου για τις ενέργειες μου, για να στηρίξω τις μικρές επιχειρήσεις, που αντιλαμβάνεστε ότι είχε εναντίον μου υστερόβουλες σκέψεις η Επιτροπεία της ΣΠΕ Λατσιών, ένεκα της δράσης μου εναντίον τους, υπέρ των μικρών επιχειρήσεων που είχαν προβλήματα .». Όταν ο μάρτυς ρωτήθηκε αν ήταν παρών στη διαιτητική διαδικασία (στις 13.3.12), τούτος, με φανερή διάθεση ακύρωσης των όποιων επιπτώσεων γνωστοποίησης (στον ίδιον και στους υπόλοιπους καθ' ων η αίτηση) τής διαιτητικής διαδικασίας, δήλωσε, αποφεύγοντας να δώσει άμεση απάντηση, πως κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία έτυχε να συναντήσει στα γραφεία των αιτητών τον Στέλιο Παπαλεξάνδρου (ΜΑ1), τον οποίον γνώριζε πάρα πολύ καλά, αφού είχαν «.φάει και πιει πάρα πολλές φορές στο ίδιο τραπέζι .». Ο τρόπος με τον οποίο ο μάρτυς προχώρησε σε αυτή (και άλλες παρόμοιες) απαντήσεις, ως είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω ζωντανά κατά την παράθεση της μαρτυρίας του, ανέδειξε εναργώς ότι τούτος δεν έλεγε όλη την αλήθεια, αποσκοπώντας να αποδώσει σε σύμπτωση την παρουσία του στα γραφεία των αιτητών κατά την ημέρα της διαιτητικής διαδικασίας και όχι ένεκα της γνωστοποίησης που ο ίδιος και οι καθ' ων η αίτηση έλαβαν από τους αιτητές περί του χρόνου και τόπου διεξαγωγής τής διαιτητικής διαδικασίας. Δεν απέκλεισε ο μάρτυς να του είχε τηλεφωνήσει η θυγατέρα του (Άντρη Ιωάννου) και να τον είχε πληροφορήσει κατά τους κρίσιμους χρόνους (στις 17.6.13), πως κάποιος τής ζητούσε να υπογράψει κάποια έγγραφα και πως (ο μάρτυς), έδωσε σε αυτήν οδηγίες να το πράξει, για να αναιρέσει ωστόσο ο τελευταίος τη θέση του (ακόμη και ως ενδεχόμενο ή ως πιθανότητα), στο τέλος της αντεξέτασης του, ισχυριζόμενος ότι αμφισβητούσε την εκδοχή των αιτητών πως η κόρη του τού είχε δώσει τις διαιτητικές αποφάσεις που της είχαν επιδοθεί. Ο μάρτυς - και υπογραμμίζεται αυτό ως ενδεικτικό έλλειψης συνοχής και σταθερότητας στις από μέρους του προβληθείσες εκδοχές και όχι ως στοιχείο που επηρεάζει την αξιοπιστία του - απέδωσε στον Διαιτητή (με τη μεγαλύτερη ευκολία), αλλότρια κίνητρα, προχειρότητα και πάντως μια συμπεριφορά πολύ απέχουσα από την ευλόγως αναμενόμενη για έναν Διαιτητή. Αυτές όμως οι μομφές, ουδέποτε υποβλήθηκαν στον Διαιτητή Στέλιο Παπαλεξάνδρου (ΜΑ1) κατά την αντεξέταση, κάτι που ασφαλώς, ως παράλειψη, δεν μπορεί να παραγνωριστεί, καθότι, αν μη τι άλλο, θα μπορούσε με αυτό τον τρόπο να παρεχόταν η δυνατότητα στον Διαιτητή να αντικρούσει τους υπό αναφορά ισχυρισμούς και να δώσει τις δικές του εξηγήσεις επί των αποδιδόμενων. Δέχομαι ως αξιόπιστη τη μαρτυρία και εκδοχή των αιτητών (και σε τούτα εντάσσω και τις ένορκες δηλώσεις που κατατέθηκαν προς υποστήριξη του αιτήματος) και απορρίπτω ως αναξιόπιστη τη μαρτυρία και εκδοχή των Σταύρου Ιωάννου Αλαμπρίτη και των υπολοίπων καθ' ων η αίτηση (και τα όσα περιέχονται στις ανάλογες ένορκες δηλώσεις). Οι αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων ήσαν ευσύνοπτες και περιεκτικές. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των αιτητών πρότεινε ότι ικανοποιούνται όλες οι νομοθετικές προϋποθέσεις, ως έχουν ερμηνευθεί από τη σχετική νομολογία, για έγκριση του αιτήματος και εγγραφή της διαιτητικής απόφασης. Η ευπαίδευτη δικηγόρος των καθ' ων η αίτηση επιχειρηματολόγησε πως, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στη γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης προς τους καθ' ων η αίτηση, τούτη ουδέποτε τελέστηκε και ότι κανένα από τα νομοθετικά προαπαιτούμενα ικανοποιήθηκε στη συζητούμενη περίπτωση ώστε να δικαιολογείται η αποδοχή του αιτήματος. Άκουσα με προσοχή τα όσα τέθηκαν και αναπτύχθηκαν ενώπιον μου. Μέρος του νομοθετικού πλαισίου που ενδιαφέρει, προσδιορίζεται από το άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/
- Στην Χριστοφή ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών, ΠΕ 87/11, ημ. 20.6.14, το Ανώτατο Δικαστήριο, διά του Παρπαρίνου, Δ., υπενθύμισε τα ακόλουθα για ό,τι εδώ απασχολεί: «Η προσεκτική εφαρμογή των όσων προβλέπονται στο άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου (Νόμοι 1985-2005) που διέπει την όλη διαφορά θα είχε ως αποτέλεσμα την ορθή και γρήγορη απονομή της δικαιοσύνης μέσα βέβαια από την δικαστική απόφαση στην καταχωρηθείσα αίτηση ημερ. 3/12/2007 για καταχώρηση και εγγραφή της διαιτητικής απόφασης ημερ. 13/6/2007.Τα όσα ακολούθησαν της ως άνω καταχώρησης της αίτησης ημερ. 3/12/2007 ήταν το αποτέλεσμα παραγνώρισης του πιο πάνω άρθρου που είχε ως αποτέλεσμα την παλινδρόμηση της διαδικασίας. Το άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου προνοεί: «52.
(1)Οσάκις εγείρεται οιαδήποτε διαφορά αφορώσα τας εργασίας εγγεγραμμένης εταιρείας - (α) μεταξύ μελών, πρώην μελών, προσώπων αξιούντων μέσω μελών καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους, ή (β) μεταξύ μέλους, πρώην μέλους ή προσώπου αξιούντος μέσω μέλους, πρώην μέλους ή αποβιώσαντος μέλους και της εταιρείας, της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής ή οιουδήποτε αξιωματούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας, ή (γ) μεταξύ της εταιρείας ή της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής και οιουδήποτε αξιωματούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας, ή (δ) μεταξύ της εταιρείας και οιασδήποτε ετέρας εγγεγραμμένης εταιρείας, Η τοιαύτη διαφορά θα παραπέμπηται υφ' οιουδήποτε εξ αυτών εις τον Έφορον: Νοείται ότι - (α) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου σε καμιά περίπτωση δεν κωλύουν εγγεγραμμένη εταιρεία να προσφύγει σε αρμόδιο δικαστήριο στη Δημοκρατία ή σε άλλο κράτος εναντίον οποιουδήποτε (β) ως διαφορά που αφορά τις εργασίες εγγεγραμμένης εταιρείας κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, λογίζεται και οποιαδήποτε οφειλή ή απαίτηση εγγεγραμμένης εταιρείας που έγινε αποδεκτή ή που δεν αμφισβητείται.
(2)Ο Έφορος δύναται, επί τη λήψει της δυνάμει του εδαφίου
(1)παραπομπής (α) να επιχειρήση συνδιαλλαγήν της διαφοράς, ή (β) να παραπέμπη την διαφοράν προς επίλυσιν εις διαιτησίαν ήτις διεξάγεται συμφώνως προς τας διατάξεις της εκάστοτε ισχυούσης νομοθεσίας περί διαιτησίας.
(3)Εις περίπτωσιν παραπομπής υπό του Εφόρου της διαφοράς εις διαιτητήν ή διαιτητάς προς επίλυσιν, ο Έφορος κέκτηται εξουσίαν καθορισμού της αμοιβής του τοιούτου διαιτητού ή διαιτητών.
(4)Οιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτόν του ηδικημένον από την απόφασιν οιουδήποτε διαιτητού ή διαιτητών δύναται να υποβάλη έφεσιν εις το Δικαστήριον εντός είκοσι και μιας ημερών από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της αποφάσεως.
(5)Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ή των διαιτητών, με βάση το εδάφιο
(2), δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο
(4), ή αν η έφεση κατ' αυτής εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως αν να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου.» Το πιο πάνω άρθρο υπήρξε αντικείμενο εξέτασης στην Ανδρέας Χατζηγεωργίου Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς, Π.Ε 357/2008 ημερ. 11/4/2012, όπου το Εφετείο υπέδειξε τα πλαίσια της διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης Διαιτητικής απόφασης. Αναφέρονται τ' ακόλουθα: «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται.» Το εδάφιο
(4)του άρθρου 52, η σπουδαιότητα του οποίου είναι περισσότερο από εμφανής στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, απασχόλησε το Εφετείο στην re Δημοσθένους
(2000)1 Α.Α.Δ. 1699, 1704, όπου κρίθηκε ότι η προφορική γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης ικανοποιεί πλήρως την σχετική απαίτηση του νόμου. Αναφέρεται σχετικά: «Η πιο πάνω διαπίστωση μου για την απαγγελία της διαιτητικής απόφασης στον αιτητή αφαιρεί το σχετικό νομικό βάθρο. Εφόσο ο Νόμος δεν προβλέπει για έγγραφη γνωστοποίηση η προφορική γνωστοποίηση της απόφασης ικανοποιεί πλήρως τη σχετική απαίτηση του Νόμου (βλ. Husson v. Husson
(1902)3 All E.R. 1056 και Westminster City Council v. Chapman and Others
(1975)2 All E.R. 1103, 1105). Ακολουθεί πως η αίτηση πρέπει ν' απορριφθεί.» ........................................................................ Το πρωτόδικο δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης ημερ. 3/12/2007, γι' εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, όφειλε μόνο να διαπιστώσει κατά πόσο αυτή επιδόθηκε, ότι η απόφαση έφερε τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στον εφεσείοντα». Οι καθ' ων η αίτηση - και θα εξετάσω τη θέση αυτή τώρα, ως εκ της δυνητικώς καταλυτικής σημασίας που τούτη μπορεί να ενέχει στην τύχη του αιτήματος - λέγουν πως έχει εδώ παραβιαστεί το Άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και το δικαίωμα των καθ' ων η αίτηση για δίκαιη δίκη επειδή, όπως υποστηρίζουν οι συνήγοροι τους στη γραπτή αγόρευση, «. η Διαδικασία παραπομπής σε Διαιτησία βάση του Άρθρου 52, η Διαδικασία ενώπιον του Διαιτητή ως αυτή έλαβε χώρα και η διαδικασία έφεσης στην απόφαση βάση και πάλι του άρθρου 52, παραβιάζουν το πιο πάνω άρθρο του Συντάγματος». Η άποψη αυτή σταχυολογείται ως αόριστη και γενικόλογη και ως πόρρω απέχουσα από το να κατατάσσεται ως επαρκώς συγκεκριμενοποιημένη και ενταγμένη εν πάση περιπτώσει (ως προς την αναγκαιότητα εξέτασης της), στις παραμέτρους τής παρούσας διαδικασίας και των σαφών δικονομικών της στοχεύσεων. Τούτο, δεν έγινε. Μηδέ και καταδείχθηκε εμπεριστατωμένως και σαφώς (βλ. Παναγή ν Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 794) και πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (έτσι κι αλλιώς), ότι η υπό αναφορά νομοθετική πρόνοια συγκρούεται, τωόντι, με το Άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Investylia Public Company Ltd v Τσεριώτη και Άλλου
(2013)1(Α) ΑΑΔ 614). Τα περί αντισυνταγματικότητας απορρίπτονται. Οι αιτητές απέδειξαν τη δέουσα γνωστοποίηση τής επίδικης διαιτητικής απόφασης προς όλους τους καθ' ων η αίτηση, όχι μόνο βάσει των όσων εξάγονται (και συνάγονται) από το ίδιο το κείμενο της διαιτητικής απόφασης-Τεκμήριο 1, αλλά και από τα όσα προκύπτουν από την αξιόπιστη μαρτυρία του Γεώργιου Φραγκίσκου (ΜΑ2). Η διαιτητική απόφαση απαγγέλθηκε από τον Διαιτητή Στέλιο Παπαλεξάνδρου (ΜΑ1), σε ανοικτή διαιτητική συνεδρία στην παρουσία τού καθ' ου η αίτηση 2 υπό την ιδιότητα του τελευταίου ως εγγυητή και Διευθυντή των καθ' ων η αίτηση 1 (βλ. κατ' αναλογίαν, Αναφορικά με την Αίτηση του Σωτήρη Δημοσθένους
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1699). Ο Γεώργιος Φραγκίσκου (ΜΑ2), με την επίδοση της διαιτητικής απόφασης στην οικία των καθ' ων η αίτηση 2 και 3 στην Αλάμπρα (σε τρία πρωτότυπα αντίγραφα) προς την Άντρη Ιωάννου (θυγατέρα των καθ' ων η αίτηση 2 και 3) - την οποίαν και πληροφόρησε σχετικώς κατά την επίδοση στις 17.6.13 (ως το Τεκμήριο 2) - γνωστοποίησε την εν λόγω απόφαση για μια ακόμη φορά προς τους καθ' ων η αίτηση 1 και 2 και για πρώτη φορά προς την καθ' ης η αίτηση 3. Παρεμβάλλω, πως η Άντρη Ιωάννου δεν καταχώρισε ένορκη δήλωση ούτε και κλήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση να δώσει προφορική μαρτυρία. Η επιλογή αυτή των καθ' ων η αίτηση, αποδεκτή και σεβαστή ως είναι, άφησε δυσαναπλήρωτα κενά στην όλη υπερασπιστική εκδοχή που προώθησαν ενώπιον του Δικαστηρίου για τα περί γνωστοποίησης τής διαιτητικής απόφασης (βλ. κατ' αναλογίαν, Λοφίτης ν Δημητρίου και Άλλης
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1402, 1410). Η επίδικη διαιτητική απόφαση φέρει όλα τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία μιας έγκυρης και πρεπόντως αιτιολογημένης διαιτητικής απόφασης η οποία γνωστοποιήθηκε/επιδόθηκε προς τους καθ' ων η αίτηση κατά τον τρόπο που έχει ήδη επεξηγηθεί. Τούτη η διαιτητική απόφαση, κατέστη τελεσίδικη γιατί ουδέποτε εφεσιβλήθηκε εντός του προβλεπόμενου χρόνου βάσει των σχετικών προνοιών τού άρθρου 52
(4)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 (βλ. γενικώς, ΜΚ Δράκου, Ακύρωση Διαιτητικής Απόφασης, Hippasus Publishing, 2016, σελ. 117-118). Καμιά από τις έτερες ενστάσεις που προέβαλαν οι καθ' ων η αίτηση μπορεί να επιτύχει (για τους λόγους που προσπάθησα να αναπτύξω), μια και τούτες αφορούν σε θεματικές που σχετίζονται με τον έλεγχο της ορθότητας τής διαιτητικής διαδικασίας και απόφασης και την ουσία τής μεταξύ των διαδίκων διαφοράς, οι οποίες, όμως, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης/αναθεώρησης στην παρούσα διαδικασία (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς
(2012)1(Α) ΑΑΔ 707). Εύρημα μου (ως προς τα γεγονότα που εκφράζουν πλέον), ας θεωρηθεί, χάριν οικονομίας λόγου, ότι αποτελεί και η σύνοψη της εκδοχής των αιτητών, ως παρατέθηκε ανωτέρω, καθώς και το σύνολο της μαρτυρίας που δόθηκε εκ μέρους των αιτητών, ως καταγράφεται στο πρακτικό. Η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα, ως η αίτηση. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ' ων η αίτηση, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο