← Κύπρος

ALPHA BANK CYPRUS LTD (πρώην ALPHA BANK LIMITED) ν. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΦΩΤΙΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 82/14, 30/11/2016

ALPHA BANK CYPRUS LTD (πρώην ALPHA BANK LIMITED) ν. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΦΩΤΙΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 82/14, 30/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A657 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 82/14 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LTD (πρώην ALPHA BANK LIMITED) Εναγόντων και

  1. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΦΩΤΙΟΥ
  2. ΕΛΕΝΑ ΦΩΤΙΟΥ
  3. ΧΑΡΗΣ ΦΩΤΙΟΥ Εναγομένων --------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30 Νοεμβρίου,
  4. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: Ο κ. Κ. Μαυρόκωστας, για Λ. Παπαφιλίππου & Σια ΔΕΠΕ (ΔΘ38). Για τους Εναγομένους: Ο κ. Π. Α. Μιχαήλ, για Πέτρος Α. Μιχαήλ ΔΕΠΕ (ΔΘ353). ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες - όπως περιόρισαν την αξίωση τους κατά τη δίκη - ζητούν την έκδοση απόφασης εναντίον των εναγομένων, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, για ποσό €520.748,03, πλέον τόκο προς 6,95%, ετησίως από 14.10.15, με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές ετησίως (την 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου), ως χρεωστικό υπόλοιπο λογαριασμού δανείου 202-400-000287-
  5. Επιδιώκουν επιπλέον, την έκδοση σειράς διαταγμάτων εναντίον των εναγομένων, διά των οποίων να επιτρέπεται η πώληση, διάθεση και ρευστοποίηση μετοχών τής Χαρίλαος Αποστολίδης και Σία Λτδ (με όλα όσα απαιτούνται προς αυτή την κατεύθυνση), ως τούτες είναι εγγεγραμμένες στο όνομα του εναγομένου 1 και βρίσκονται ενεχυριασμένες προς όφελος των εναγόντων στο πλαίσιο της επίδικης συμβατικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων. Οι ακριβείς λεπτομέρειες όλων των αξιώσεων - και αυτές είναι που είχε υπόψη το Δικαστήριο στη λεπτομέρεια τους κρίνοντας την υπόθεση - παρατίθενται στις παραγράφους 25(Α)-(Ε) στο Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα. Αποτελεί εκδοχή των εναγόντων ότι οι ενάγοντες, με την εγγύηση των εναγομένων 2 και 3, συνομολόγησαν (στις 24.12.02) μαζί με τον εναγόμενο 1, γραπτή συμφωνία δανείου ύψους £840.000 (€1.435.225,21). Ακολούθως, στις 24.4.09, υπογράφθηκε μεταξύ εναγόντων και εναγομένου 1, συμφωνία η οποία τροποποίησε την αρχική συμφωνία δανείου ημερομηνίας 24.12.02 και με την οποία αναγνωρίστηκε πως το υπόλοιπο του δανείου κατά την 24.4.09, ανερχόταν σε €756.922,00, πλέον τόκους από 1.1.
  6. Οι εναγόμενοι 2 και 3, συνυπέγραψαν την τροποποιητική συμφωνία αποδεχόμενοι τους όρους της. Ο εναγόμενος 1, παραβίασε τους όρους των επίδικων συμφωνιών - όπως και οι εναγόμενοι 2 και 3 σε ό,τι αφορά στην εγγυοδοσία τους - με επακόλουθο την έγερση της παρούσας αγωγής και την αξίωση εναντίον όλων των εναγομένων τού ως άνω επιζητούμενου (ως εκ του περιορισμού που αναφέρθηκε), ποσού. Οι εναγόμενοι - ανταπαιτώντας ταυτοχρόνως «. αποζημιώσεις και/ή τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις για την διάρρηξη των συμφωνιών που υπέγραψαν με την ενάγουσα με υπαιτιότητα της τελευταίας και από τις οποίες υπέστησαν ζημιά και/ή η τελευταία πλούτισε αδικαιολόγητα εις βάρος τους» και την έκδοση αναγνωριστικών δηλώσεων, αποφάσεων και δικαστικών διαταγμάτων - προτάσσουν ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνται στην επιδίκαση οποιουδήποτε ποσού, αφού τούτοι απέτυχαν να αποδείξουν τις αξιώσεις τους εναντίον των εναγομένων αλλά και γιατί, ως κατέδειξαν οι εναγόμενοι (και στο πλαίσιο της Ανταπαίτησης η οποία κατά την άποψη τους έχει αποδειχθεί σε επαρκή βαθμό), οι ενάγοντες συμπεριέλαβαν στις επίδικες συμφωνίες δανείου/εγγύησης καταχρηστικούς, καταπιεστικούς και παράνομους όρους και προέβησαν σε πράξεις ή παραλείψεις ενεργώντας αμελώς, προξενώντας στους εναγομένους ζημιές και απώλειες. Το σύνολο και κάθε λεπτομέρεια των εκδοχών των διαδίκων καταγράφεται στη δικογραφία και στις αγορεύσεις, έχοντας αξιολογηθεί πλήρως από το Δικαστήριο. Για στοιχειοθέτηση της αξίωσης, οι ενάγοντες κάλεσαν ως μάρτυρες τούς Λευτέρη Θεοδώρου (ΜΕ1), Σάββα Άδωνη (ΜΕ2), Ρόζμαρι Γεωργίου (ΜΕ3) και Αναστασία Σπύρου (ΜΕ4), ενώ οι εναγόμενοι παρουσίασαν τη μαρτυρία των Χρίστου Δαμιανού (ΜΥ1), Χάρη Φωτίου (ΜΥ2) και Γιώργου Φωτίου (ΜΥ3). Κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων, όπως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων, αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό, έστω και αν το περιεχόμενο τους δεν διατυπώνεται ρητώς στο σκεπτικό, μη απαιτούμενης (πλην μιας σύντομης περίληψης για πρακτικούς σκοπούς), της καταγραφής και επανάληψης του συνόλου τού μαρτυρικού αυτού υλικού (βλ. κατ' αναλογίαν, G&K Exclusive Fashions Ltd v Παπαδόπουλου και Άλλων

(2001)1(Α) ΑΑΔ 88, 92, Paphos Stone C Estates v Ζαβρού και Άλλου
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1854, 1859). Όσα έγγραφα κατατέθηκαν και σημειώθηκαν ως τεκμήρια για αναγνώριση, χωρίς ακολούθως να μετατραπούν σε κανονικά τεκμήρια, αγνοήθηκαν ως μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογίαν, Δήμος Λευκωσίας ν ELK Trading Ltd
(2003)2 AAΔ 120). Συνοψίζω αμέσως τη μαρτυρία των μαρτύρων. Ο Λευτέρης Θεοδώρου (ΜΕ1), με παραπομπή στο περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης-Έγγραφο Α και ως υπάλληλος των εναγόντων, έδωσε μαρτυρία για τις καταγραφείσες δοσοληψίες στον επίδικο λογαριασμό τού εναγομένου 1 αλλά και για όσα οδήγησαν στην υπογραφή της επίδικης συμφωνίας δανείου και αυτά που συναφώς επακολούθησαν. Ο Σάββας Άδωνη (ΜΕ2), με αναφορά στη γραπτή του κατάθεση-Έγγραφο Β, κατέθεσε ως υπεύθυνος επίβλεψης λογαριασμών οι οποίοι παρουσιάζουν καθυστερήσεις στη Διεύθυνση Οριστικών Καθυστερήσεων των εναγόντων, επεξηγώντας τα υπόλοιπα στον επίδικο λογαριασμό δανείου. Η Ρόζμαρι Γεωργίου (ΜΕ3), υπάλληλος των εναγόντων, με σημείο αναφοράς τη γραπτή της κατάθεση-Έγγραφο Γ, επεξήγησε πτυχές τού υπολοίπου λογαριασμού του εναγομένου
  1. Η Αναστασία Σπύρου (ΜΕ4), κατέθεσε ως Υποδιευθύντρια στη Διεύθυνση Πιστοδοτήσεων των εναγόντων, αναφερόμενη περί της δανειοδότησης του εναγομένου 1 και των σκοπών αυτής. Ο Χρίστος Δαμιανού (ΜΥ1), κατέθεσε ως εγκεκριμένος λογιστής/ελεγκτής, εκφράζοντας, με αναφορά στη γραπτή του κατάθεση-Έγγραφο Δ, θέσεις σχετικώς με τις συνθήκες αγοράς και άλλους οικονομικής φύσεως παράγοντες που επηρεάζουν εκάστοτε το ύψος των επιτοκίων, τοποθετούμενος συν τω χρόνω επί ζητημάτων που αφορούν στην επιδίκαση τόκων, με κυριότερο σημείο αναφοράς τη Συμφωνία Δανείου-Τεκμήριο
  2. Ο Χάρης Φωτίου (ΜΥ2), με παραπομπή στη γραπτή του κατάθεση-Έγγραφο Ε, έδωσε λεπτομέρειες των συνθηκών που περιέβαλαν την από μέρους του εγγυοδοσία τού επίδικου δανείου, όπως και από την αδελφή του (εναγομένη 2, που δεν έδωσε μαρτυρία), υποστηρίζοντας ότι οι ενάγοντες δεν τον είχαν ενημερώσει ποτέ για την οικονομική κατάσταση τού εναγομένου
  3. Ο Γιώργος Φωτίου (ΜΥ3), με βάση το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης-Έγγραφο Στ, κατέθεσε ως πατέρας των εναγομένων 2 και 3 και ως εκτελεστικός διευθυντής τού Ομίλου Εταιρειών Chapo. Έδωσε μαρτυρία για τη συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών δανείου καθώς και των άλλων συμφωνιών και ανειλημμένων υποχρεώσεων των εναγομένων σε σχέση με αυτές. Στις αγορεύσεις οι ευπαίδευτοι δικηγόροι εξέφρασαν την άποψη πως η μαρτυρία (και οι εφαρμοζόμενες νομικές αρχές), δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν σε αποδοχή των αντίστοιχων θέσεων τις οποίες αναδίπλωσαν επιμελώς. Διεξήλθα την παρουσιασθείσα γραπτή και προφορική μαρτυρία, ως και την επιχειρηματολογία των συνηγόρων. Μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης παρακολούθησα και άκουσα με την ίδια προσοχή και υπομονή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου, αξιολογώντας τη μαρτυρία τους με πλήρη επίγνωση πως η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης. Έθεσα ως δείκτη, μεταξύ άλλων, το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία αυτή, την πηγή και το κύρος των γνώσεων των μαρτύρων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματιζόμενα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική αντιπαραβολή με τις μικροαντιφάσεις), τις τυχόν προηγούμενες γραπτές ή προφορικές ασυνεπείς ή αντιφατικές τους δηλώσεις, την ειλικρίνεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία. Ήμουν εξαιρετικά προσεκτικός στο να μην αποδώσω υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά γνωρίσματα της συμπεριφοράς τους, αντιλαμβανόμενος ότι κάτι τέτοιο ενδεχομένως να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806), εφόσον δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαίτερα ικανοί στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εντύπωση από εκείνη που πραγματικώς τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), μα και διότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο μπορεί να εκπηγάζουν από πλειάδα αιτιών, μη κατ' ανάγκην εκπορευομένων από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Αποτιμώντας τη μαρτυρία, δεν περιορίστηκα μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα (βλ. κατ' αναλογίαν, Rana κα Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489, 500), αλλά συσχέτισα τη μαρτυρία αυτή και με το σύνολο της υπόλοιπης (βλ. κατ' αναλογίαν, Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172, 1175). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης αποτέλεσε η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που αποτελούν γνώμονες προσδίδοντες στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη αναμφιβόλως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ' αναλογίαν, C&A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Υπογραμμίζω - και τούτο ισχύει οριζοντίως για όλες τις περιπτώσεις - ότι κατά το σκεπτικό αποφάσεων όπως η ΛΚ ν Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 547, 554, Pal και Άλλων v Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551, 590-591 και Τάκη ν Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 599, 609, προσέγγισα την κάθε παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρα (η οποία δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς ή και καθόλου), ως δεικτική έλλειψης συνέπειας στην προώθηση των θέσεων τού αντεξετάζοντος αλλά και ως αποδυναμωτική τούτων, αξιολογώντας προσεκτικά την κάθε τέτοια περίπτωση, αναλόγως και της σοβαρότητας της συζητούμενης παράλειψης (βλ. κατ' αναλογίαν, Σκάρος ν Χριστοδούλου και Άλλου
(1998)1(Α) ΑΑΔ 291, 296-298). Οι μάρτυρες των εναγόντων μου δημιούργησαν καλή εντύπωση μια και ήσαν αντικειμενικοί, αποστασιοποιημένοι, άμεσοι στις απαντήσεις τους δίχως να κλονιστούν κατά την αντεξέταση. Οι εναγόμενοι 1 και 3 και οι μάρτυρες που κάλεσαν, μου προξένησαν κακή εντύπωση. Διευκρινίζω. Ο Χρίστος Δαμιανού (ΜΥ1), προσπάθησε να πείσει ότι οι καταστάσεις λογαριασμού που παρουσίασαν οι ενάγοντες προκειμένου να υποστηρίξουν και στοιχειοθετήσουν την αξίωση τους ήσαν λανθασμένες, περιέχουσες προσέτι και υπερχρεώσεις. Επιχείρησε, ανάμεσα σε άλλα, να δείξει πως ο επίδικος λογαριασμός δανείου θα έπρεπε να χρεωνόταν με επιτόκιο μικρότερο από εκείνο που χρέωναν οι ενάγοντες, με άμεση ασφαλώς την επίδραση αποδοχής της θέσης του αυτής στη μείωση του χρεωστικού υπολοίπου. Ήταν μάλλον γενικόλογος και αόριστος ως προς τους λόγους που οι ενάγοντες όφειλαν να χρεώνουν τον επίδικο λογαριασμό με άλλο επιτόκιο από εκείνο που είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους και συγκεκριμένα το επιτόκιο που εισηγήθηκε ο μάρτυς. Όπως και να έχουν τα πράγματα - και χωρίς τούτο να θεωρείται εδώ ως ενισχυτικό τής αξιοπιστίας του μάρτυρα διότι άλλη ήταν η προσέγγιση και η αιτιολογία επί της οποίας επεκτάθηκε - ο μάρτυς, παρόλο που είπε ότι είχε ενασχοληθεί και μελετήσει την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού-Τεκμήριο 31 (που καταλήγει σε τοκοφόρο χρεωστικό υπόλοιπο μειωμένο κατά €42.277,16, από το τοκοφόρο υπόλοιπο στις 30.6.15, ως το Τεκμήριο 21), στην αντεξέταση παραδέχθηκε πως δεν είχε λάβει καθόλου υπόψη την αναδομημένη αυτή κατάσταση λογαριασμού στους υπολογισμούς του. Ο χειρισμός του αυτός χρωμάτισε έτι περισσότερον την προδιάθεση που επεδείκνυε καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του υπέρ των θέσεων των εναγομένων, σε βαθμό πέραν του αντικειμενικώς αναμενόμενου για έναν πραγματογνώμονα μάρτυρα που παραθέτει μαρτυρία ενώπιον Δικαστηρίου. Ο Χάρης Φωτίου (ΜΥ2), στη σύντομη του μαρτυρία, μολονότι δεν κατέθεσε επί ουσιωδών πτυχών της υπόθεσης, ήταν φανερό πως τηρούσε μια αμυντική στάση κατά την αντεξέταση η οποία αποσκοπούσε, ως είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω κατά τη δίκη, στην απότμηση του από ό,τι δυνητικώς θα μπορούσε να του αποδοθεί ένεκα της εμπλοκής του στην υπογραφή των διαφόρων εγγράφων που αφορούσαν στην επίδικη συμφωνία και τη σχετική εγγυοδοσία. Ο Γιώργος Φωτίου (ΜΥ3), έδωσε και αυτός τη μαρτυρία του με μοναδική στόχευση (ως είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω διά ζώσης), να αποπροσανατολίσει το Δικαστήριο από τα κοινώς αναντίρρητα ενώπιον του τελευταίου γεγονότα και να απομακρυνθεί παντελώς από τις όποιες ευθύνες θα μπορούσαν πιθανόν να αποδοθούν στον μάρτυρα βάσει των εγγράφων που είχε υπογράψει για τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις και το ύψος αυτών. Μάλιστα - και τούτο καταγράφεται ως ενδεικτικό έλλειψης συνέπειας στις προβαλλόμενες εκδοχές της Υπεράσπισης - παρόλο που η θέση του μάρτυρα ήταν, κατ' ουσίαν, πως οι ενάγοντες είχαν παραβιάσει την εμπιστοσύνη που ο μάρτυς τούς είχε επιδείξει στο πλαίσιο της επίμαχης συμβατικής τους σχέσης, εντούτοις (ο τελευταίος), είχε προχωρήσει στην καταβολή μεγάλων ποσών προς τους ενάγοντες τηρώντας τις προειρημένες συμβατικές του υποχρεώσεις, χωρίς ποτέ να εγείρει ζήτημα εκμετάλλευσης ή καταπίεσης του από τους ενάγοντες. Επίσης - και πάλι εντός του πλαισίου ασυνέπειας των προβληθεισών εκδοχών από μέρους της Υπεράσπισης - δεν μπορεί να παραγνωριστεί η θέση του μάρτυρα ότι δεν είχε ποτέ ενημερώσει την εναγομένη 2 (Έλενα Φωτίου) και τον Χάρη Φωτίου (ΜΥ2), για το σκοπό ή το ύψος του δανείου, με τον Χάρη Φωτίου (ΜΥ2) όμως, να καταθέτει τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση πως είχε υπογράψει το επίδικο Έγγραφο Εγγύησης-Τεκμήριο 5, για το ποσό των £840.000, ασχέτως αν, όπως δήλωσε, θα υπέγραφε την υπό αναφορά εγγύηση ακόμη και εάν «. το δάνειο ήταν £840.000 ή ήταν 84.000.000 .». Δέχομαι ως αξιόπιστη τη μαρτυρία και εκδοχή των εναγόντων και απορρίπτω ως αναξιόπιστη τη μαρτυρία και εκδοχή των εναγομένων για τους λόγους που εξήγησα. Πριν προχωρήσω στα τελικά μου ευρήματα, θεωρώ σκόπιμο να ενασχοληθώ με τέσσερεις πτυχές που προώθησε στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγομένων με αντίστοιχο αντίλογο από μέρους τού ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόντων. Η πρώτη πτυχή, σχετίζεται με τη θέση ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί επειδή δεν αποδείχθηκε δεόντως από τους ενάγοντες η επίδικη δανειοδότηση (μεταξύ εναγόντων και εναγομένου 1). Η θέση αυτή δεν χρήζει απόρριψης. Κατ' αρχάς, τούτη δεν δικογραφήθηκε με την απαραίτητη ευκρίνεια στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Δευτερευόντως, καμιά αξιόπιστη μαρτυρία υποστηρίζει την προβληθείσα τούτη τοποθέτηση, ξέχωρα βεβαίως και από το γεγονός πως ο ίδιος ο εναγόμενος 1 Γιώργος Φωτίου (ΜΥ3), παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση (ενάντια στο συμφέρον του) - πέραν ακόμη και από το ότι η επίδικη δανειοδότηση είναι παραδεκτή στη δικογραφία - πως «. ό,τι υπέγραψα είναι δάνειο δικό μου .». Δεν απαιτείται επομένως περαιτέρω ενασχόληση με τη θεματική αυτή παρά μόνο με την προσθήκη τού ότι ο τελικός προορισμός των χρημάτων που προέκυψαν από την επίδικη δανειοδότηση αφορούσε αποκλειστικώς έγνοια και ευρύτερο θέμα του εναγομένου 1 και όχι των εναγόντων. Η εισήγηση απορρίπτεται. Η δεύτερη πτυχή, αφορά στην καταλυτική (κατά τους εναγομένους), επίδραση στην αξιοπιστία της μαρτυρίας και εκδοχής τους, της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού-Τεκμήριο 31, το οποίο (όπως και οι υπόλοιπες καταστάσεις λογαριασμού που κατατέθηκαν στην παρούσα διαδικασία και συνοδεύονται από αξιόπιστη μαρτυρία) αποτελεί τραπεζικό βιβλίο κατά τις πρόνοιες του άρθρου 22 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.
  1. Ούτε και αυτή η θέση των εναγομένων είναι βάσιμη. Οι ενάγοντες αναθεώρησαν, ακριβώς, τις επίδικες καταστάσεις λογαριασμού με σκοπό να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο μια όσο το δυνατόν δικαιότερη εικόνα των επίδικων συναλλαγών προς όφελος των εναγομένων (από απόψεως τοκοφορίας και χρεώσεων διαφόρων κονδυλιών), χωρίς ποτέ και από πουθενά να προκύπτει μαρτυρία ή ενδείξεις περί δολιότητας ή άλλων αλλότριων κινήτρων από μέρους των εναγόντων. Η εισήγηση απορρίπτεται. Η τρίτη πτυχή, σχετίζεται με τη χρέωση τόκων υπερημερίας όπως και άλλων παράνομων ή αντισυμβατικών χρεώσεων (ως τις χαρακτηρίζουν οι εναγόμενοι) στον επίδικο λογαριασμό από τους ενάγοντες. Μήτε και αυτή η θέση ευσταθεί. Όπως καθαρώς αναδύεται από τη μαρτυρία που έγινε δεκτή ως αξιόπιστη, στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού-Τεκμήριο 31, κανένα ποσό τόκου υπερημερίας ή άλλο τέτοιο ποσό που σχετίζεται με παράνομες ή αντισυμβατικές χρεώσεις περιλαμβάνεται, ή κατ' επέκτασιν, αξιώνεται πλέον από τους ενάγοντες. Η εισήγηση απορρίπτεται. Η τέταρτη πτυχή, άπτεται της παρουσίας καταχρηστικών και ποινικών ρητρών στην επίδικη Συμφωνία Δανείου-Τεκμήριο 4, αλλά και στην τροποποιητική αυτής συμφωνία (βλ. Τεκμήριο 9). Ούτε και αυτή η θέση υποστηρίζεται από αξιόπιστη μαρτυρία. Οι ενάγοντες λειτούργησαν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο εντός του πλαισίου της νομιμότητας, χωρίς ποτέ να πράξουν οτιδήποτε θα μπορούσε να επηρεάσει με οποιοδήποτε τρόπο τα δικαιώματα των εναγομένων. Τίποτε απολύτως δεν επιβλήθηκε από τους ενάγοντες επί των εναγομένων σε οποιαδήποτε φάση των μεταξύ τους διαβουλεύσεων και υπογραφής των σχετικών συμφωνιών δανείου, είτε τα πράγματα αφορούσαν στην αρχική Συμφωνία Δανείου-Τεκμήριο 4, είτε στη μεταγενέστερη Τροποποιητική Συμφωνία-Τεκμήριο 9, ή ακόμη στο Έγγραφο Εγγύησης-Τεκμήριο
  2. Οι εναγόμενοι έπραξαν καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους με πλήρη επίγνωση των περιστάσεων που περιέβαλλαν τα όσα συμφώνησαν (και συμφωνούσαν) με τους ενάγοντες, υπό το πρίσμα των υποχρεώσεων τού εναγομένου 1 (πρωτοφειλέτη) και των εναγομένων 2 και 3 (εγγυητών). Είχαν οι εναγόμενοι κάθε δικαίωμα και ευχέρεια να απορρίψουν εγκαίρως τους όρους που τους προτείνονταν και προτάθηκαν από τους ενάγοντες σε οποιοδήποτε επίπεδο και χρονική στιγμή. Τούτοι, ωστόσο, επέλεξαν συνειδητώς να προχωρήσουν στην υπογραφή των επίδικων δανειοδοτικών συμφωνιών και εγγυήσεων. Απορρίπτεται και τούτη η θέση των εναγομένων. Προχωρώ στα υπόλοιπα ευρήματα μου. Στις 24.12.02, ο εναγόμενος 1 αιτήθηκε (με το Έγγραφο-Τεκμήριο 2), από τους ενάγοντες (που στις 20.12.06, μετονομάστηκαν σε Alpha Bank Cyprus Ltd, ως το Τεκμήριο 1), τη χορήγηση δανείου. Το αίτημα εγκρίθηκε αυθημερόν, με τον εναγόμενο 1 να υπογράφει σχετική επιστολή, αποδεχόμενος το περιεχόμενο της (βλ. Τεκμήριο 3). Ακολούθως (στις 24.12.02), υπογράφθηκε στην Λευκωσία μεταξύ των εναγόντων και του εναγομένου 1 (με την ελεύθερη συναίνεση αμφοτέρων των συμβαλλομένων), νόμιμη Συμφωνία Δανείου για την παροχή ποσού ύψους £840.000,00 (€1.435.225,21), ως το Τεκμήριο
  3. Το ποσό αυτό εκταμιεύθηκε πλήρως, με τους ενάγοντες να ανοίγουν στο όνομα του εναγομένου 1 το λογαριασμό δανείου 302-231924202-
  4. Στις 9.1.03, οι εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραψαν Έγγραφο Εγγύησης, ως το Τεκμήριο 5, διά του οποίου εγγυήθηκαν αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως όλες τις υποχρεώσεις τού εναγομένου 1 πατέρα τους προς τους ενάγοντες δυνάμει της Συμφωνίας Δανείου-Τεκμήριο
  5. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των χορηγηθεισών πιστωτικών διευκολύνσεων προς τον εναγόμενο 1, ο τελευταίος υπέγραψε νομίμως στις 24.12.02, προς όφελος των εναγόντων, έγγραφο ενεχυρίασης μετοχών με το οποίο ενεχυρίασε 5.000.000 μετοχές τής Χαρίλαος Αποστολίδης & Σία Λίμιτεδ (βλ. Τεκμήριο 6). Υπέγραψε ομοίως, πληρεξούσιο έγγραφο, ως το Τεκμήριο 7, με το οποίο εξουσιοδότησε ανεκκλήτως τους ενάγοντες όπως εισπράττουν τα οποιαδήποτε μερίσματα που ήσαν πληρωτέα από εταιρείες και δεσμεύουν οποιεσδήποτε νέες μετοχές (bonus shares), ως το Τεκμήριο
  6. Στις 8.4.09, οι ενάγοντες ασκώντας τα δικαιώματα τους συμφώνως των όρων της Συμφωνίας Δανείου-Τεκμήριο 4, με επιστολή τους προς τον εναγόμενο 1, ενέκριναν αίτημα του τελευταίου για αναδιοργάνωση/τροποποίηση τού υφιστάμενου δανείου διά αναπροσαρμογής των δόσεων και του χρονοδιαγράμματος αποπληρωμής τους ώστε το δάνειο να είναι πληρωτέο σε 16 τριμηνιαίες δόσεις εκ €58.000, εκάστη, με την πρώτη δόση, να είναι πληρωτέα στις 15.4.
  7. Στην υπό αναφορά επιστολή - που υπογράφθηκε για λογαριασμό και εκ μέρους του εναγομένου 1 - περιγράφονται οι όροι και προϋποθέσεις για τη συνέχιση/τροποποίηση/αναδιοργάνωση του επίδικου δανείου καθώς και των εξασφαλίσεων που θα παρέχονταν ή θα συνέχιζαν να παρέχονται προς εξασφάλιση τής δανειοδότησης (βλ. Τεκμήριο 8), κατά τρόπο δεσμευτικό για όλους τους εναγομένους στην έκταση και βαθμό που αφορούσαν στις συμβατικές τους υποχρεώσεις προς τους ενάγοντες. Στις 24.4.09, υπογράφθηκε μεταξύ εναγόντων και εναγομένου 1 στην Λευκωσία, η Τροποποιητική Συμφωνία-Τεκμήριο 9 η οποία τροποποιούσε τη Συμφωνία Δανείου-Τεκμήριο
  8. Με αυτή την Τροποποιητική Συμφωνία-Τεκμήριο 9, η Συμφωνία Δανείου-Τεκμήριο 4, θα παρέμενε σε πλήρη ισχύ και θα διαβαζόταν και ερμηνευόταν ως ένα έγγραφο (με την Τροποποιητική Συμφωνία-Τεκμήριο 9). Συμφωνήθηκε λοιπόν και αναγνωρίστηκε από τους συμβαλλομένους, πως το υπόλοιπο τού επίδικου δανείου κατά την 24.4.09, ανερχόταν σε €756.922,00, πλέον τόκους από 1.1.09, με τον όρο 3 της Συμφωνίας Δανείου-Τεκμήριο 4, να αντικαθίσταται με τον όρο 3 της Τροποποιητικής Συμφωνίας-Τεκμήριο
  9. Η Τροποποιητική Συμφωνία-Τεκμήριο 9, υπογράφθηκε (και) από τους εναγομένους 2 και 3, ως υφιστάμενους εγγυητές, με τους τελευταίους να αποδέχονται και τους σχετικούς όρους αυτής και να συγκατατίθενται όπως οι εγγυήσεις και εξασφαλίσεις που είχαν δώσει συνεχίσουν να υφίστανται προς εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων των εναγόντων προς τον εναγόμενο
  10. Στις 3.10.08, οι ενάγοντες απέστειλαν ειδοποίηση αλλαγής επιτοκίου προς τον εναγόμενο 1, με την οποία τον ενημέρωναν ότι το βασικό επιτόκιο (των εναγόντων), θα ανερχόταν σε 4,25%, πλέον προσαύξηση προς 3,25% (βλ. Τεκμήριο 10). Στις 5.1.09, οι ενάγοντες απέστειλαν ακόμη μια ειδοποίηση αλλαγής επιτοκίου προς τον εναγόμενο 1, με την οποία τον ενημέρωναν πως το βασικό επιτόκιο των εναγόντων θα ανερχόταν σε 2,50%, πλέον προσαύξηση προς 6,45% (βλ. Τεκμήριο 11). Οι εναγόμενοι έλαβαν γνώση τον μεταβολών αυτών. Καθ' όλη τη διάρκεια λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού δανείου, οι ενάγοντες απέστελλαν προς τον εναγόμενο 1 καταστάσεις λογαριασμού, με τον τελευταίον (έχοντας τις παραλάβει), να μην αμφισβητεί τα χρεωστικά υπόλοιπα που αναγράφονταν εκεί. Τον Μάρτιο 2004, οι ενάγοντες υιοθέτησαν νέο τραπεζικό σύστημα το οποίο επέφερε αναγκαστική αλλαγή σε όλους τους αριθμούς λογαριασμών των πελατών τους, συμπεριλαμβανομένου του επίδικου λογαριασμού δανείου στον οποίο δόθηκε ο νέος αριθμός 202-400-000287-2 (βλ. Τεκμήριο 20). Κατά παράβαση της Συμφωνίας Δανείου-Τεκμήριο 4, ο επίδικος λογαριασμός παρουσίαζε καθυστερήσεις ύψους €183.656,50 και ως εκ τούτου οι ενάγοντες στις 21.2.12, ως η Δέσμη Εγγράφων-Τεκμήριο 12, απέστειλαν προς όλους τους εναγομένους συστημένες επιστολές με τις οποίες τους καλούσαν να τακτοποιήσουν τις παρατηρούμενες καθυστερήσεις και να ομαλοποιήσουν τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού δανείου. Το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού αυτού ανερχόταν σε €645.766,81, πλέον τόκους. Τους ενημέρωσαν ότι οι καθυστερήσεις θα επιβαρύνονταν με επιπρόσθετο τόκο υπερημερίας προς 5,35%, ετησίως. Στις 29.4.13, ο επίδικος λογαριασμός δανείου εξακολουθούσε να παρουσιάζει καθυστερήσεις ύψους €391.066,50, με επακόλουθο οι ενάγοντες να αποστείλουν προς τους εναγομένους συστημένες επιστολές όμοιου περιεχομένου όπως αυτές που τους είχαν αποστείλει στις 21.2.12, με το χρεωστικό υπόλοιπο τού επίδικου λογαριασμού δανείου να ανέρχεται σε €618.087,82, πλέον τόκους. Τους πληροφόρησαν πως οι καθυστερήσεις θα επιβαρύνονταν με επιπρόσθετο τόκο υπερημερίας προς 2,50% ετησίως (βλ. Τεκμήριο 13). Στις 12.6.13, ο επίδικος λογαριασμός δανείου εξακολουθούσε να παρουσιάζει καθυστερήσεις ύψους €381.066,50, με τους ενάγοντες να αποστέλλουν προς τους εναγομένους και άλλες συστημένες επιστολές με τις οποίες τους καλούσαν να τακτοποιήσουν τις καθυστερήσεις και να ομαλοποιήσουν τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού δανείου εντός επτά ημερών, προς εξόφληση υπέρβασης και τακτοποίηση των καθυστερήσεων του δανείου. Το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου ανερχόταν σε €608.087,82, πλέον τόκους (βλ. Τεκμήριο 14). Ένεκα μη συμμόρφωσης του εναγομένου 1 με τις προειρημένες επιστολές και ειδοποιήσεις (που παραλήφθηκαν), οι ενάγοντες απέστειλαν στις 23.9.13, συστημένη επιστολή Ειδοποίησης Τερματισμού με την οποία ενημέρωναν τον εναγόμενο ότι τερμάτιζαν τη λειτουργία τού επίδικου λογαριασμού δανείου καλώντας τον όπως μέσα σε 15 μέρες, εξοφλήσει ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €598.010,87, πλέον συσσωρευμένους τόκους από 1.7.13 μέχρι 22.9.13, ύψους €12.277,88, πλέον βασικό επιτόκιο προς 0,50% ετησίως, συν ετήσια προσαύξηση προς 6,45%, τόκο υπερημερίας προς 2,50% ετησίως, μέχρι πλήρους εξόφλησης και με κεφαλαιοποίηση την 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε χρόνο (βλ. Τεκμήριο 15). Οι ενάγοντες απέστειλαν συστημένες επιστολές προς τους εναγομένους 2 και 3 στις 23.9.13, με τις οποίες τους ενημέρωναν περί του τερματισμού τού επίδικου λογαριασμού δανείου και τους καλούσαν όπως εντός 15 ημερών αποπληρώσουν όλο το χρεωστικό υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού δανείου που κατά την ημερομηνία εκείνη ανερχόταν σε €598.010,87, πλέον συσσωρευμένους τόκους από 1.7.13 μέχρι 22.9.13, ύψους €12.277,88, πλέον βασικό επιτόκιο προς 0,50%, συν προσαύξηση 6,45% και 2,50% τόκους υπερημερίας, μέχρι πλήρους εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση την 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους (βλ. Τεκμήριο 16). Τόσο οι υπό αναφορά επιστολές/ειδοποιήσεις όσο και όλες οι άλλες που στάλθηκαν από τους ενάγοντες προς τους εναγομένους παραλήφθηκαν από τους τελευταίους, δίχως ποτέ να παρουσιαστεί αξιόπιστη μαρτυρία περί του αντιθέτου. Οι ενάγοντες με ανακοίνωση τους στον ημερήσιο τύπο ημερομηνίας 4.11.13, ενημέρωναν τους πελάτες τους (συμπεριλαμβανομένων βεβαίως και του εναγομένων), ότι από τις 25.11.13, ο τόκος υπερημερίας θα μειωνόταν σε 1,75% χαριστικώς για λογαριασμούς που είχαν ήδη τερματιστεί (βλ. Τεκμήριο 17). Δοσμένου πως οι εναγόμενοι δεν συμμορφώνονταν με τις υποχρεώσεις τους έναντι των εναγόντων, οι τελευταίοι τούς έστειλαν ξανά επιστολές στις 2.12.13, με τις οποίες τούς υπενθύμιζαν για τον τερματισμό του επίδικου λογαριασμού δανείου και τις υποχρεώσεις τους, ως απέρρεαν από τις συνομολογηθείσες με τους ενάγοντες συμφωνίες, καλώντας τους την ίδια στιγμή όπως εξοφλήσουν τα χρωστούμενα εντός επτά ημερών, αλλιώς οι ενάγοντες θα προχωρούσαν στη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον τους (βλ. Τεκμήριο 18). Οι εναγόμενοι μετά τον τερματισμό του επίδικου λογαριασμού δανείου και προς αναγνώριση της οφειλής τους προς τους ενάγοντες, προέβησαν (μεταξύ Οκτωβρίου 2013 και Απριλίου 2015), σε διάφορες πληρωμές έναντι του χρεωστικού υπολοίπου συνολικού ύψους €148.497,60, με αποτέλεσμα στις 30.6.15 και μετά την κεφαλαιοποίηση των τόκων, τούτο να ανέλθει σε €552.582,36, πλέον τόκους προς 8,70% ετησίως και με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές κάθε χρόνο (βλ. Τεκμήριο 21). Οι ενάγοντες απέδειξαν την αξίωση τους στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, κάτι που οι εναγόμενοι απέτυχαν να πράξουν αναφορικώς με την Ανταπαίτηση εναντίον των εναγόντων η οποία απορρίπτεται. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, για ποσό €520.748,03, πλέον τόκο προς 6,95% ετησίως, από 14.10.15, με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές ετησίως (την 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου). Εκδίδονται επιπροσθέτως υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως διατάγματα ως η παράγραφος 25(Β) μέχρι (Δ), της Έκθεσης Απαίτησης. Τα έξοδα και ο ΦΠΑ (πλέον €33 έξοδα επίδοσης), επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή (στην κλίμακα που εμπίπτει το ποσό της απόφασης) και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Δεδομένων των κοινών θεμάτων με την απαίτηση (που εκδικάστηκαν στο πλαίσιο της Ανταπαίτησης), δεν θεωρείται πρόσφορη η επιδίκαση εξόδων εναντίον των εναγομένων ως εκ της απόρριψης της τελευταίας. (Υπ.) ........... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.