ΣΤΑΥΔΗΚΟ ΛΤΔ ν. ΝΕΜΕΣΙΣ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 494/16, 30/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A708 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 494/16 Μεταξύ: ΣΤΑΥΔΗΚΟ ΛΤΔ Εναγόντων και
- ΝΕΜΕΣΙΣ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγομένων --------------------- Αίτηση Ημερομηνίας 23.6.16 Για Συνοπτική Απόφαση ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30 Δεκεμβρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: Ο κ. Π. Αγγελίδης, για Π. Αγγελίδης & Σια ΔΕΠΕ (ΔΘ120). Για τους Εναγόμενους 1/Καθ' ων η αίτηση: Οι κ.κ. Φ. Ζωμενής και Χρ. Πλαστήρα, για Χριστόδουλος Γ. Βασιλειάδης & Σια ΔΕΠΕ (ΔΘ132). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες/αιτητές ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης «. ως η Έκθεση Απαίτησης και/ή το Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο, εναντίον της Εναγόμενης καθ' ότι στερείται υπεράσπισης». Η αγωγή εναντίον των εναγομένων 2 διακόπηκε στις 19.9.
- Για σκοπούς της παρούσας απόφασης, οι εναπομείναντες εναγόμενοι 1/καθ' ων η αίτηση θα αναφέρονται εν τοις εφεξής ως «εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση». Η αίτηση - που εδράζεται στην Δ.18ΘΘ1-2 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών - υποστηρίζεται από συνοδευτική ένορκη δήλωση (και συμπληρωματική ένορκη δήλωση δικαστική αδεία), του Διευθυντή των εναγόντων/αιτητών Δημήτρη Δημητρίου ημερομηνίας 23.6.16 και 5.12.16, αντιστοίχως. Αναφέρει ο ομνύων Δημήτρης Δημητρίου στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 23.6.16 (εκφράζοντας συνάμα και την επί της ουσίας εκδοχή των εναγόντων/αιτητών) - με την περικοπή που θα ακολουθήσει (όπως και με όλες οι άλλες στην παρούσα απόφαση), να μεταφέρεται αυτούσια - ότι: «............................................................
- Η Ενάγουσα είναι εταιρεία κατασκευής τεχνικών έργων συμπεριλαμβανομένων και έργων οδοποιίας σωληνώσεων και συνδέσεων κατοικιών με δίκτυα αποχετεύσεων ως και υδρευτικά και αρδευτικά συστήματα. Είναι δέοντος εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών με αριθμό εγγραφής ΗΕ
- Στις 12/1/2007 υπεγράφει συμφωνία υπεργολαβίας μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1 και με εργοδότη του έργου την SEWERAGE BOARD OF NICOSIA δηλαδή το Συμβούλιο Αποχετεύσεως Λευκωσίας νε αριθμό συμβολαίου GN14/2006 για προμήθεια και εγκατάσταση αγωγών λυμάτων και συναφείς εργασίες στην Δημαρχούμενη περιοχή Στροβόλου. Καταθέτω ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο του συμβολαίου GN14/
- Η όλη εργασία εκτελείτο από την Ενάγουσα ως υπεργολάβος της Εναγόμενης 1 και με την συγκατάθεση για λογαριασμό της Εναγομένης
- Η όλη εργασία ήταν συμφωνημένο ότι θα καταβαλλόταν στην Εναγόμενη 1 αφού αφαιρούσε ποσοστό 3% που αναλογούσε στην προμήθεια και θα καταβάλετουν το υπόλοιπο στην Ενάγουσα. Ήταν περαιτέρω όρος της σύμβασης ότι μετά την πληρωμή ενός πιστοποιητικού πληρωμής από τον εργοδότη προς τον υπεργολάβο, ο υπεργολάβος σε αυτήν την περίπτωση η Ενάγουσα μπορεί να υποβάλλει πιστοποιητικό πληρωμής στον εργολάβο για προσωρινή πληρωμή της εργασίας που έχει εκτελέσει μέχρι στιγμής. Μαζί με τον εν λόγο πιστοποιητικό πληρωμής θα πρέπει να υποβάλει στον εργολάβο και αναλυτική κατάσταση της εκτελεσθείσας εργασίας. Τότε ο εργολάβος αφού ελέγξει και διορθώσει την κατάσταση θα πληρώνει στον υπεργολάβο την αξία της εκτελεσθείσας εργασίας η οποία πρέπει να γίνεται εντός 7 ημερών από την ημερομηνία της συμφωνίας. Καταθέτω ως Τεκμήριο 2 τις εργασίες με απολογισμό προς την Εναγόμενη
- Η Εναγόμενη 1 κατά παράβαση της πιο πάνω αναφερόμενης συμφωνίας ημερ. 12/1/2007 παραλείπει και/ή αμελεί να καταβάλει και/ή να προβεί σε εξόφληση του οφειλομένου ποσού των €940.000 ποσό που εκκρεμεί απλήρωτο από τον τελικό λογαριασμό για την εκτέλεση της συμφωνηθείσας εργασίας το οποίο όφειλε να καταβάλει με την ολοκλήρωση και την παράδοση του όλου έργου προς την Εναγόμενη
- Στις 31/12/2007 η Ενάγουσα εξέδωσε κατάσταση λογαριασμού πρςο την Εναγόμενη 1, στις 31/12/2008 η Ενάγουσα εξέδωσε νέα κατάσταση λογαριασμού την οποία και απέστειλε προς την Εναγόμενη 1 και τις οποίες καταθέτω ως Τεκμήριο
- Στην συνέχεια σε μία προσπάθεια τελικής διευθέτησης της όλης υπόθεσης καλέσαμε γραπτώς και πάλι την Εναγόμενη 1, με επιστολές που στάληκαν στην Εναγόμενη 1 με ημερ. 24/1/2012 συνοδευόμενη από την επιστολή της ECAN CONSULTANS ημερ. 23/12/2011 προς την Εναγόμενη 1, 8/5/2012 η οποία επιδόθηκε με επιδότη και 28/3/2012 τις οποίες καταθέτω ως Τεκμήριο
- Είναι ο ισχυρισμός των Εναγόντων ότι αυτί έχουν προβεί στην εκτέλεση των όρων του πιο πάνω αναφερόμενου συμφωνητικού εγγράφου. Στην έκταση που τους αφορούν, σε αντίθεση με την Εναγόμενη που αρνείται την εκπλήρωση των όρων του πωλητηρίου εγγράφου που την αφορούν.
- Οι Ενάγοντες από την συμπεριφορά της Εναγόμενης και την υπαναχώρηση του από το πιο πάνω αναφερόμενο πωλητήριο έγγραφο έχουν υποστεί ταλαιπωρίες και έχουν υποστεί ζημιές και έξοδα». Επιπροσθέτως, ο ως άνω Δημήτρης Δημητρίου, λέγει στη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση ημερομηνίας 5.12.16, πως: «
- . Έχω προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης και όπου αναφέρομαι σε νομικά σημεία είναι μετά από συμβουλή των δικηγόρων της Ενάγουσας. Η παρούσα ένορκη δήλωση κατατίθεται κατόπιν άδειας Δικαστηρίου που δόθηκε την 1/12/
- Έχω προσωπική γνώση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης και εκ παραδρομής και εκ λάθους αυτό δεν λέχθηκε από εμένα στην αρχική μου ένορκη δήλωση ημ. 23.06.2016 που συνόδευε την αίτηση ημ.23.06.2016 για συνοπτική απόφαση. Ως διευθυντής της Ενάγουσας-αιτήτριας συμμετείχα σε όλες τις επίδικες εργασίες και ήμουν παρών κατά την συνομολόγηση όλων των συμφωνιών μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης 1 και είμαι προσωπικά υπεύθυνος για την έκδοση των τιμολογίων.
- Η Ενάγουσα εταιρεία δεν οφείλει κανένα ποσό στην Εναγομένη ούτε σε άλλες εταιρείες που ανήκουν στον ίδιο όμιλο. Αλλά ακόμη και αν η Ενάγουσα όφειλε οποιαδήποτε ποσά σε εταιρείες που άνηκαν στον ίδιο όμιλο με την Εναγομένη 1 ή σε συγγενικές της εταιρείες αυτό δεν έχει καμία σχέση με την παρούσα αγωγή.
- Η εν λόγω ένορκη δήλωση κατατίθεται εις απάντηση κάποιον ισχυρισμών της που εμπεριέχονται στην ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Δουκανάρη ημ. 11.10.2016 ενώ το γεγονός ότι έχω προσωπική γνώση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης εκ λάθους δεν είχε αναφερθεί στην ένορκη μου δήλωση ημ. 23.06.2016 και εν πάση περιπτώσει η Εναγομένη 1 μπορεί εφόσον το επιθυμεί να με αντεξετάσει επί της ενόρκου δηλώσεως μου. Περαιτέρω πιστεύω ακράδαντα και γνωρίζω προσωπικά ότι η Εναγομένη εταιρεία οφείλει στην Ενάγουσα το ποσό των €940.000 πλέον τόκων». Οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση ενίστανται στο αίτημα προτάσσοντας ότι τούτο είναι (ανάμεσα σε άλλα), αβάσιμο, αντικανονικό, παράτυπο, αντίθετο με τους θεσμούς πολιτικής δικονομίας και απογυμνωμένο τού προσήκοντος υποβάθρου προκειμένου να μπορεί να οδηγήσει στην έκδοση τής επιδιωκόμενης συνοπτικής απόφασης. Οι λόγοι ένστασης και η συνακόλουθη εκδοχή των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση (ως καταγράφονται στο σώμα τής Ειδοποίησης για Πρόθεση Ένστασης), επεξηγούνται στην ένορκη δήλωση τού Γενικού τους Διευθυντή Αντρέα Δουκανάρη, στην οποία παρατίθενται και τα εξής: «............................................................
- Θα ήθελα να αναφέρω επίσης ότι ο κ. Δημητρίου αποκρύπτει σημαντικά και ουσιώδη στοιχεία από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του και στην προσπάθεια του να παραπλανήσει το δικαστήριο παραλείπει να αναφέρει όλους τους όρους των μεταξύ της Ενάγουσας και Εναγόμενης 1 συμφωνηθέντων.
- Συγκεκριμένα, όσον αφορά τα γεγονότα της παρούσας θα ήθελα να αναφέρω ότι πράγματι κατά ή περί τις 12/01/2007, η Ενάγουσα/ Αιτήτρια ήρθε σε συμφωνία και υπέγραψε Συμφωνία Υπεργολαβίας (από τούδε και στο εξής «η Συμφωνία») με την Εναγόμενη 1/ καθ' ης η αίτηση για την κατασκευή ενός έργου για την προμήθεια και εγκατάσταση αγωγών λυμάτων και συναφών εργασιών στην περιοχή Στροβόλου (από τούδε και στο εξής θα ονομάζεται «το Έργο»), Σημειώνω και επισυνάπτω ως Τεκμήριο 1 στην παρούσα Ένορκη Δήλωση αντίγραφο της Συμφωνίας ημερ. 12/01/
- Παρ' όλα αυτά ο κ. Δημητρίου απέκρυψε σημαντικούς όρους της εν λόγω συμφωνίας αφού στην εν λόγω δεν προβλεπόταν μόνο ότι από την αμοιβή της Ενάγουσας θα αποκοπτόταν ένα ποσοστό 3% επί των πληρωμών που θα γινόταν από την Εναγόμενη αρ. 2 στην Εναγόμενη αρ. 1, ως ο ισχυρισμός του κ. Δημητρίου στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης του, αλλά περιλαμβάνονταν και άλλοι όροι μεταξύ των οποίων στο ότι η αμοιβή της Ενάγουσας θα προέκυπτε και από την αφαίρεση των γενικών εξόδων αναλογικά επί των ποσών των ενδιάμεσων πληρωμών επί της εκτελεσθείσας εργασίας (ασφάλειες, χαρτοσήμανση συμβολαίου, τραπεζικές εγγυήσεις, έξοδα μηχανικού έργου, τελικά κατασκευαστικά σχέδια κτλ) καθώς και άλλων εξόδων (γραφείο εργοταξίου, απαιτούμενος εργαστηριακός έλεγχος σύμφωνα με αντίστοιχες χρεώσεις ιδιωτικών εργαστηρίων, αγορά αναγκαίων υλικών για την κυρίως εργασία σύμφωνα με τις τιμές μονάδας αντίστοιχων προμηθευτών) πλέον Φ.Π.Α.
- Περαιτέρω, στη βάση του πιο πάνω όρου της αναφερόμενης συμφωνίας, θα ήθελα να αναφέρω επίσης ότι ο κ. Δημητρίου αποκρύπτει ότι μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης αρ.1 είχε συμφωνηθεί ότι η Εναγόμενη 1 θα αφαιρούσε επίσης την αξία των υλικών τα οποία η Εναγόμενη και άλλες εταιρείες που ανήκαν στον ίδιο όμιλο εταιρειών με την Εναγόμενη προμήθευαν την Ενάγουσα.
- Περαιτέρω, θα ήθελα να αναφέρω ότι ο κ. Δημητρίου δεν αναφέρει ότι μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης αρ.1 υπήρχε μια επιπρόσθετη προφορική συμφωνία δυνάμει της οποίας η Εναγόμενη και άλλες εταιρείες του ομίλου εταιρειών στον οποίο ανήκει η Εναγόμενη θα προμήθευαν την Ενάγουσα με υλικά για εργασίες της που δεν είχαν σχέση με την εκτελεσθείσα εργασία υπεργολαβίας και με δικαίωμα της Εναγόμενης 1 να αποκόπτει το οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό από την αμοιβή της Ενάγουσας.
- Η Ενάγουσα στη βάση των πιο πάνω προέβη επανειλημμένες φορές στην αγορά υλικών από την Εναγόμενη 1 και από άλλες εταιρείες που ανήκαν στον ίδιο όμιλο με την Εναγομένη 1 προς εκτέλεση του έργου. Ο ισχυρισμός αυτός επιβεβαιώνεται και από το Τεκμήριο 3 της ένορκης δήλωσης του κ. Δημητρίου όπου φαίνεται ότι η Ενάγουσα πίστωνε το λογαριασμό της Εναγομένης 1 για υλικά που λάμβανε από την Εναγομένη 1 και άλλες συγγενικές της εταιρείες. Για παράδειγμα στις 31.7.2007 υπάρχει πίστωση £8.311,07 για υλικά που έλαβε η Ενάγουσα από την Nemesis Asphalts Co ltd, £4.692,00 για υλικά που έλαβε η Ενάγουσα από την Νέμεσις Προκατασκευαστικά Προϊόντα Λτδ, £12.312,74 για υλικά και υπηρεσίες που πλήρωσε η Εναγόμενη για την Ενάγουσα και αφαιρέθηκαν από την πληρωμή της Ενάγουσας και £10.614,64 για υλικά που έλαβε η Ενάγουσα από τα Λατομεία Μυλωνά.
- Η Ενάγουσα ουκ ολίγες φορές προμηθεύτηκε υλικά από την Εναγόμενη και από άλλες εταιρείες του ομίλου στον οποίο ανήκει η Εναγόμενη για εργασίες που δεν είχαν σχέση με την εκτελεσθείσα εργασία υπεργολαβίας.
- Αναφέρω επίσης ότι ένας από τους μεταξύ της Ενάγουσας και Εναγομένης αρ. 1 όρος που εμφαίνεται στην παράγραφο 10 του επισυναπτόμενου στην παρούσα τεκμηρίου 1, ήταν ότι η Εναγόμενη είχε κάθε δικαίωμα να επιδιορθώσει οποιαδήποτε ελαττωματική εργασία της Ενάγουσας και να αφαιρεί το κόστος από τις πληρωμές της Ενάγουσας.
- Η Ενάγουσα είχε εκτελέσει κακώς ένα μέρος του έργου και στη βάση του πιο πάνω όρου, ως αναφέρεται στην παράγραφο 13 της παρούσας, η Εναγόμενη αναγκάστηκε να προβεί στην επιδιόρθωση οικιακής σύνδεσης αποχετευτικού, το κόστος της οποίας ανήλθε στο ποσό ύψους €2.790,94 ευρώ.
- Αξίζει να αναφέρω και να επιμείνω στη θέση μου ότι ο κ. Δημητρίου δολίως παρέλειψε να συμπεριλάβει όλα τα πιο πάνω γεγονότα στα οποία ούτε καν αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του παραλείποντας επίσης να αναφέρει το γεγονός ότι μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης διατηρείτο χρεωπιστωτικός λογαριασμός, ως είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους, όπου καταγράφονταν όλες οι μεταξύ τους δοσοληψίες καθώς και πιο πάνω αφαιρέσεις.
- Προς ενίσχυση της θέσης μου ως η παράγραφος 15 της παρούσας σημειώνω και επισυνάπτω ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο του λογαριασμού ημερ. 14/04/2016 όπου εμφαίνονται όλες οι πιο πάνω αναφερόμενες δοσοληψίες και αφαιρέσεις από την αμοιβή της Ενάγουσας. Στο εν λόγω τεκμήριο 2 οι οποιεσδήποτε οφειλές τόσο της Εναγόμενης όσο και της Ενάγουσας εμφαίνονται ξεκάθαρα.
- Επομένως, θα ήθελα να αναφέρω και να επιμείνω στην υπεράσπιση της Εναγόμενης αρ. 1 περί της μη ύπαρξης οποιοσδήποτε οφειλή της Εναγόμενης προς την Ενάγουσα, ως εμφαίνεται στο Τεκμήριο 2, αλλά αντιθέτως να σημειώσω ότι από όλες τις δοσοληψίες που έγιναν μεταξύ τους, η Ενάγουσα οφείλει προς την Εναγόμενη αρ.1 ένα συγκεκριμένο ποσό του ύψους των €17.922,43 το οποίο αξιώνει στην ανταπαίτηση της.
- Θα ήθελα επίσης να αναφέρω ότι η Ενάγουσα ουδέποτε ενημέρωσε την Εναγόμενη περί του εν λόγω αξιούμενου με την αγωγή της υπολοίπου αλλά αντιθέτως με επιστολή της ημερ.24/01/2012, την οποία επικαλείται ο κ. Δημητρίου στην ένορκη δήλωση του, η Ενάγουσα ισχυρίστηκε αρχικά ότι το οφειλόμενο ποσό ήταν €257.000 μετά με επιστολή ημερ.30/01/2012 (επισυνάπτεται στην παρούσα ως Τεκμήριο 3) ισχυρίστηκε ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο είναι €439.11,57, ενώ με την αγωγή αξιώνει €940.000 γεγονός που καταδεικνύει ότι η υποτιθέμενη οποιαδήποτε οφειλή αποτελεί σκέψη εκ των υστέρων προς αποφυγή των συμβατικών τους υποχρεώσεων καθώς και των δικών τους οφειλομένων.
- Θα ήθελα να αναφέρω και να επιμείνω στο ότι η Ενάγουσα στη βάση όλων των πιο πάνω αναφερθέντων δεν ανάφερε συμβατικούς όρους της συμφωνίας, ηθελλημένα και σκοπίμως ώστε να αποφύγει τις συμβατικές της υποχρεώσεις.
- Προς ενίσχυση όλων των πιο πάνω αξίζει να σημειώσω ότι με την ολοκλήρωση του όλου έργου, διευθετήθηκαν συναντήσεις μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης και η Ενάγουσα αναγνώρισε το οφειλόμενο ανταπαιτητικά αξιούμενο χρέος και είχε υποσχεθεί όπως το καταβάλει, εντούτοις μέχρι και σήμερα όχι μόνο παραλείπει να το καταβάλει αλλά μάλιστα αρνείται την οποιαδήποτε οφειλή της.
- Θα ήθελα επίσης να αναφέρω ότι η επιπολαιότητα των κινήσεων και ενεργειών τόσο των δικηγόρων της Ενάγουσας όσο και του κ. Δημητρίου εμφαίνεται έντονα στην παράγραφο 8 και 9 της ένορκης δήλωσης του κ. Δημητρίου όπου αντί να αναφέρονται σε εκπλήρωση συμβατικών όρων σε συμφωνία υπεργολαβίας αναφέρονται σε εκπλήρωση συμβατικών όρων σε «πωλητήριο έγγραφο».
- Γνωρίζω και πιστεύω ακράδαντα ότι η Εναγόμενη έχει ολοκληρώσει με επιτυχία όλες τις συμβατικές της υποχρεώσεις δυνάμει των πιο πάνω αναφερθέντων συμφωνιών και χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε εκκρεμότητα. Επιπροσθέτως έχω ισχυρή πεποίθηση ότι η Εναγόμενη έχει καλή και γνήσια υπεράσπιση και κατ' επέκταση και όπως με συμβουλεύον και οι δικηγόροι της Εναγόμενης δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης και επειδή υπάρχει καλή και γνήσια υπεράσπιση από την Εναγόμενη αρ. 1 δεν θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα το οποίο θα παραβίαζε το δικαίωμα της Εναγόμενης να ακουστεί στο Δικαστήριο και να προβάλει τις θέσεις της». Δεν προσφέρθηκε προφορική μαρτυρία ή αντεξετάστηκε οιοσδήποτε από τους ενόρκως δηλώσαντες. Στις αγορεύσεις, ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων/αιτητών ανέπτυξε τη βάση επί της οποίας θα πρέπει, κατά την άποψη του, να θεωρηθεί πως υφίστανται οι προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης και απόρριψη ως αβάσιμων των θέσεων περί ύπαρξης υπεράσπισης των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση στην αξίωση όπως και όλων των υπολοίπων ενστάσεων που αφορούν σε επάλληλα δικονομικά και άλλα ζητήματα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση αντέτειναν πως δεν στοιχειοθετούνται τα προαπαιτούμενα για έκδοση συνοπτικής απόφασης διότι, βασικώς, οι ενάγοντες/αιτητές απέτυχαν να παρουσιάσουν το αίτημα κατά τρόπο συνάδοντα με τις αυστηρές προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών αλλά και επειδή τούτοι παρεμποδίζονται από του να προωθούν την επίδικη αίτηση λόγω καθυστέρησης αλλά και επίκλησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου με ακάθαρτα χέρια. Έλαβα υπόψιν τη μαρτυρία και την επιχειρηματολογία των δικηγόρων. Το πρώτο που πρέπει να αποφασιστεί (κατά δικαιϊκή τάξη και λογική ένεκα των καταλυτικών επιδράσεων που μπορεί να προκύψουν ως εκ της αποδοχής του), είναι το επιχείρημα των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση πως οι ενάγοντες/αιτητές παρεμποδίζονται (ή κωλύονται) από το να προωθούν (ως αναλύεται και στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων τους), «. την παρούσα αίτηση αφού καταχωρήθηκε μετά την πάροδο μακρού χρονικού διαστήματος και συγκεκριμένα μετά από την καταχώριση απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση», με τούτη τη συμπεριφορά, να υποδηλώνει περιπλέον (ως αποτυπώνεται και στον τρίτο λόγο ένστασης), ότι σκοπός των εναγόντων/αιτητών «. δεν είναι η εξοικονόμηση χρόνου του Δικαστηρίου» αλλά η εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών (όπως προτάσσουν στον τέταρτο λόγο ένστασης, υπό κάποια όμως διαφορετική οπτική). Δεν συμφωνώ με τους εναγομένους/αιτητές. Άνευ άλλου σχολιασμού, παραθέτω και υιοθετώ όσα αναφέρθηκαν επί του σημείου στην Brinks Ltd v Abu-Saleh and Others (No 1)
(1995)1 All ER 65, 68-69: « What then is the rule as regards delay and Ord 14? It is said that the plaintiffs have delayed so much, and the case is so close to trial, that I should regard the application as an abuse of process. Now it is true that normally plaintiffs used Ord 14 shortly after they commence proceedings, normally, but not always, before a defence if filed. But there is nothing in the rules precluding an application at a later stage in the proceedings. I do not see why delay, of itself, should be a relevant matter. If there is no 'defence to the claim' or the defendant cannot show that there is an 'issue or question in dispute which ought to be tried or that there ought for some other reason to be a trial of that claim' then delay can make no difference. Of course in some circumstances delay in proceeding summarily, coupled with an adoption of the procedures for full trial, may well suggest a weakness in the plaintiff's case or may even sometimes suggest some other reason for trial. But it would be that weakness or reason, not the delay itself, which led to refusal of the application. Moreover the plaintiff may well, having indicated an intention to go to full trial and then having incurred his own costs and caused the defendant to incur his in going down that route, have to suffer a penalty in costs if he brings his Ord 14 application late. But otherwise I can see no objection to a late application for judgment under Ord 14. Indeed, in some cases, and I think this is one, its use may be commendable as saving both the extra costs and time involved in a full trial. If these defendants truly have no defence it is worse and pointless for them to be present at the trial, which will be complex enough without them. The plaintiffs are right to clear the decks as far as possible before trial. The only case which counsel could find on delay in instituting Ord 14 proceedings was from 1890. It was McLardy v Slateum
(1890)24 QBD 504, where the issue was whether or not an application for Ord 14 relief could be made after a defence had been served. It was held that it could, but Pollock B added, obiter (at 506-507): ' If a plaintiff makes his application after the ordinary time, the onus is on him to shew that the delay is justifiable under the special circumstances of the case.' He gave no reason for so saying. Whilst that may well have been apposite in the 1890s, when trials were quicker and cheaper and I suspect Ord 14 was more restricted in its use, I do not think it appropriate today. Even if I am wrong about this I think there are indeed special circumstances appropriate to this case where any reduction of the complexity of the trial (estimated at present possibly to involve 70 counsel) will be a saving». Μολονότι οι ενάγοντες/αιτητές θα μπορούσαν να είχαν αποταθεί και ενωρίτερα στο Δικαστήριο (διά καταχώρισης αίτησης για συνοπτική απόφαση), τούτος ο μη ιδανικός ομολογουμένως χειρισμός των πραγμάτων, δεν ακυρώνει - στην απουσία ικανών λόγων - την υπό συζήτησιν παρεχόμενη δικονομική δυνατότητα ούτε και αμβλύνει το σχετικό δικαίωμα των αιτητών υπό τις περιστάσεις με δεδομένο και το ότι, αντικειμενικώς, η εδώ παρατηρηθείσα καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος ποσώς θα μπορούσε να σταχυολογηθεί ως αξιοσημείωτη ή αποφασιστικής σημασίας για ό,τι ενδιαφέρει (βλ. γενικώς, Blackstone's Civil Practice 2016: The Commentary, Oxford University Press, 2016, παρ. 34.2). Η περί ης ο λόγος ένσταση των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση απορρίπτεται. Μια άλλη έκφανση τής επιχειρηματολογίας των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση άπτεται τής απόδοσης παραπλανητικών κινήτρων στους ενάγοντες/αιτητές κατά την παρουσίαση των γεγονότων τα οποία κατά τη γνώμη των τελευταίων απαρτίζουν το αναγκαίο υπόβαθρο για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Τα παράπονα των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση επικεντρώνονται, κυρίως, σε φερόμενες παραλείψεις των εναγόντων/αιτητών να εξειδικεύσουν στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν το αίτημα, πτυχές της επίδικης συμφωνίας υπεργολαβίας (Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αλλά και την ένσταση), προσάπτοντας στους ενάγοντες/αιτητές (για τις υποτιθέμενες αυτές παραλείψεις), ελατήρια που κάλλιστα θα μπορούσαν να κατατάξουν την περίπτωση στην κατηγορία των επιλήψιμων λόγω επίκλησης τής δικαιοδοσίας τού Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης με ακάθαρτα χέρια. Μήτε με αυτή την τοποθέτηση των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση συμφωνώ. Διευκρινίζω. Οι ενάγοντες/αιτητές, σε αντίθεση με το τι πρεσβεύουν οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση, προέβησαν στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν το αίτημα σε επαρκείς αναφορές στα όσα θεωρούν πως αποτελούν κρίσιμα γεγονότα στην προώθηση τού αιτήματος τους, επισυνάπτοντας μάλιστα ως τεκμήριο και τη σχετική συμφωνία υπεργολαβίας (στην πλήρη της μορφή απ' ότι φαίνεται μια και δεν προτάχθηκε κάτι το αντίθετο από μέρους των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση περί τούτου). Από πουθενά στη μαρτυρία των εναγόντων/αιτητών δεν αναδύεται διάθεση τους για μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων (εν τη ευρεία εννοία του όρου), ή τέτοιων μαρτυριακών γνωμόνων που να μολύνουν - στον βαθμό που αυτό θα ήταν σημαντικό στην παρούσα διαδικασία (βλ. κατ' αναλογίαν, Day ν Tiuta International Limited and Another
(2014)EWCA Civ 1246) - την παρουσιασθείσα μαρτυρία, κατά τον τρόπο που εν πάση περιπτώσει πρότειναν οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση (με παραπομπή φερ' ειπείν στα περί προφορικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων και διατήρησης χρεοπιστωτικού λογαριασμού (ως το Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση), με δεδομένο μάλιστα και το ότι, στοιχειωδώς, δεν είναι επιτρεπτό σε αυτό το στάδιο να διατυπωθούν (κατόπιν αξιολόγησης και στάθμισης) ευρήματα γεγονότων επί αμφισβητούμενης μαρτυρίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ και Άλλων ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ (Αρ 1)
(2001)1(Α) ΑΑΔ 418, 423). Απορρίπτεται και αυτός ο λόγος ένστασης των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση. Προέχει τώρα η εξέταση για την ικανοποίηση των τυπικών προϋποθέσεων που προβλέπονται στην Δ.18 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της έκδοσης συνοπτικής απόφασης είναι καλώς εμπεδωμένες στο δίκαιο μας και συνοψίζονται περιεκτικώς στην Νεάρχου και Άλλου ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1(Β) ΑΑΔ 818, 824-826, ως ακολούθως: « Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Robert v. Plant [1895] 1 Q.B.597, το Αγγλικό Σύγγραμμα The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 Α.Α.Δ. 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd.
(1996)1 A.A.Δ. 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment &Finance Ltd.,
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1968 και Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 A.A.Δ. 408). Τα εν λόγω κριτήρια, όπως εξάγονται τόσο από το λεκτικό της Δ.18 όσο και από τις πιο πάνω αυθεντίες, περιληπτικά είναι τα εξής:- (α) Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2, Κ.6. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136-138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση. Με το ίδιο θέμα δηλαδή το τι πρέπει να περιέχει μια ένορκη δήλωση για συνοπτική απόφαση, ιδιαίτερα εκεί που ο ενάγων είναι νομικό πρόσωπο, είναι και τα όσα αναφέρονται στη προαναφερθείσα υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ σελ. 790-794 (απόφαση πλειοψηφίας) όπου δίνονται και παραδείγματα (με αναφορά σε αγγλικές αποφάσεις) πότε μια ένορκη δήλωση κρίθηκε ικανοποιητική και πότε όχι. Από πλευράς Εναγομένου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με τα ακόλουθα: (α) ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή (β) ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή. (Λαζάρου ν. Μακεδόνας, πιο πάνω). Επίσης ο Εναγόμενος/καθού η αίτηση πρέπει να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιό μέρος από την απαίτηση του Ενάγοντα αμφισβητεί. (Βλ. γενικά τη Δ.18, Κ.3 και την υπόθεση Hermes Ins. Co Ltd v. Julios Theodorides πιο πάνω, σελ. 338-339 όπου φαίνονται με λεπτομέρεια τα κριτήρια τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη του). Από τη στιγμή που ο Ενάγων/Αιτητής ικανοποιεί τα κριτήρια για να ζητήσει συνοπτική απόφαση τότε (όπως ήδη αναφέραμε) το βάρος μετατοπίζεται στον Εναγόμενο/καθού η αίτηση να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και/ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. (Βλ. επίσης Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Ν. Χατζηνέστωρος,
(1989)1 A.A.Δ. 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 Α.Α.Δ., σελ. 752, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.)) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ., σελ. 239). Στην προαναφερθείσα υπόθεση Rck Sports v. Persona Advertising Ltd ο Δικαστής Καλλής με αναφορά στο Αγγλικό σύγγραμμα The Annual Practice 1967 διατύπωσε τις αρχές ως εξής: «Αρχές που διέπουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης: Συνοψίζονται ως πιο κάτω στο Annual Practice, 1967, σελ. 121: «H εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones v. Stones [1984] A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72, Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18, Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198, Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C,P.D. 213, Ray v. Banker, 4 Ex.D.279)». «Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd v. Delap [1905] 92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone [1894] A.C. 122, Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A. Jacobs ν. Booth' s Distillery Co. [1901] 85 L.T. 262 H.L., Lindsay v. Martin, 5 T.L.R. 322)»». Είχα κατά νουν την ως άνω καθοδήγηση κατά την πραγμάτευση των επίδικων θεμάτων. Ως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης (αλλά και από τα σχετικώς εγκριθέντα παραδεκτά γεγονότα), το Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα καταχωρίσθηκε στις 29.1.16 και επιδόθηκε στους εναγομένους/καθ' ων η αίτηση την 3.2.16, με το σημείωμα εμφάνισης των δικηγόρων τους να καταχωρίζεται στις 11.2.16. Για τα περί συμμόρφωσης στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση με τα καθορισμένα κριτήρια τής Δ.18 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, συγκλίνω με τις θέσεις του κ. Αγγελίδη, ότι, δηλαδή, τωόντι, η συμπληρωματική ένορκη δήλωση τού Δημήτρη Δημητρίου θεράπευσε τις όποιες αδυναμίες και ατέλειες της αρχικής ένορκης δήλωσης τού τελευταίου, με την απαραίτητη επάρκεια, ώστε, διά της προτασσόμενης προσωπικής του γνώσης για ό,τι εν προκειμένω απασχολεί, να πιστοποιούνται πια τα επίδικα γεγονότα και να βεβαιώνεται δεόντως η αιτία αγωγής, το απαιτούμενο ποσό και η γνώμη του ομνύοντα περί ανυπαρξίας υπεράσπισης των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση στην αγωγή. Συνεπώς - και απορρίπτοντας χωρίς άλλα πολλά τις περί του αντιθέτου τοποθετήσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση - δέχομαι, για τους λόγους που εξήγησα, τη θέση του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγόντων/αιτητών ότι ικανοποιούνται όλα τα τυπικά κριτήρια που θέτει η Δ.18 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Με δοσμένο αυτό, το βάρος απόδειξης μετατοπίζεται στους εναγομένους/καθ' ων η αίτηση να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο πως έχουν καλή υπεράσπιση, ή να αποκαλύψουν τέτοια γεγονότα που να μπορούν να θεωρηθούν ως ικανοποιητικά για να δοθεί σε αυτούς η δυνατότητα υπεράσπισης στη δίκη (βλ. κατ' αναλογίαν, CΥEMS Co Limited v The Central Co-Operative Industries Co Ltd
(1982)1 CLR 897, 902-905). Προτού υπεισέλθω στην ουσία των θέσεων των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση, τονίζω πως οι αναφορές τού Αντρέα Δουκανάρη στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ότι τούτος διάβασε «. το περιεχόμενο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της Εναγόμενης αρ.1, ημερ. 21/04/2016, με το περιεχόμενο της οποίας συμφωνώ, υιοθετώ και επαναλαμβάνω για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας», κρίνονται, με κάθε σεβασμό, ως δικονομικώς άστοχες και απρόσφορες για ό,τι εδώ επιδιώκεται, δεδομένου πως, ως ζήτημα αρχής - κάτι που επαναλήφθηκε και στο πλαίσιο έφεσης (εν σχέσει με την έκδοση συνοπτικής απόφασης) στην Καΐμης ν Euroinvestment & Finance Ltd (Αρ 1)
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1968 - η ένορκη υιοθέτηση τού περιεχομένου δικογραφίας δεν το καθιστά ως αποδεκτή μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. επίσης, Μάκης Αδαμίδης & Συνεργάτες ν Κυθρεώτη & Συνεργάτες και Άλλων
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 2106, Interpartemental Concern "Uralmetrom" v Besuno Ltd
(2004)1(A) ΑΑΔ 557 και Νίνος Β Μιχαηλίδης Λτδ ν Δρουσιώτη και Άλλων
(1995)1 ΑΑΔ 877). Κατ' ακολουθίαν, τα όσα διατυπώνονται στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση αγνοούνται. Επανέρχομαι στα περί της υπερασπιστικής εκδοχής των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση. Λέγουν οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση ότι η αμοιβή των εναγόντων/αιτητών στη βάση της επίδικης συμφωνίας υπεργολαβίας δεν θα προέκυπτε μόνο από την αποκοπή ποσοστού 3% επί των πληρωμών που θα καταβάλλονταν από το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λευκωσίας (πρώην εναγομένους 2) προς τους εναγομένους/καθ' ων η αίτηση, αλλά και από την αναλογική αφαίρεση των γενικών εξόδων, επί των ποσών των ενδιάμεσων πληρωμών αφορούντων τούτων σε εκτελεσθείσα εργασία (ασφάλειες, χαρτοσήμανση συμβολαίου, τραπεζικές εγγυήσεις, έξοδα μηχανικού έργου, τελικά κατασκευαστικά σχέδια και άλλα), καθώς και σε έτερα κονδύλια εξόδων (γραφείο εργοταξίου, απαιτούμενος εργαστηριακός έλεγχος σύμφωνα με αντίστοιχες χρεώσεις ιδιωτικών εργαστηρίων, αγορά αναγκαίων υλικών για την κυρίως εργασία σύμφωνα με τις τιμές μονάδας αντίστοιχων προμηθευτών), πλέον τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας. Προτείνουν προσέτι οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση, ότι κατά τα διαλαμβανόμενα στην επίδικη συμφωνία υπεργολαβίας, οι συμβαλλόμενοι διάδικοι είχαν συμφωνήσει πως οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση θα αφαιρούσαν την αξία των υλικών που οι τελευταίοι (και άλλες εταιρείες που ανήκαν στον ίδιο όμιλο εταιρειών με αυτούς), θα προμήθευαν σχετικώς τους ενάγοντες/αιτητές. Επί τούτω, δε υπήρχε και μια πρόσθετη προφορική συμφωνία μεταξύ των ιδίων διαδίκων δυνάμει τής οποίας οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση (και άλλες εταιρείες του ίδιου ομίλου εταιρειών), θα προμήθευαν τους ενάγοντες/αιτητές με υλικά για εργασίες των τελευταίων που δεν θα είχαν σχέση με την εκτελεσθείσα εργασία υπεργολαβίας και με δικαίωμα των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση να αποκόπτουν το οποιοδήποτε προκύψαν οφειλόμενο ποσό από την αμοιβή των εναγόντων/αιτητών. Στη βάση αυτή λοιπόν, κατά την συζητούμενη εκδοχή των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση, οι ενάγοντες/αιτητές προέβησαν κατ' επανάληψιν σε αγορά υλικών από τους εναγομένους/καθ' ων η αίτηση (όπως και από άλλες εταιρείες του ίδιου ομίλου), προς εκτέλεση του επίδικου έργου. Ο ισχυρισμός αυτός επιβεβαιώνεται (κατά τους εναγομένους/καθ' ων η αίτηση πάντοτε) και από το περιεχόμενο της Κατάστασης Λογαριασμού που είναι συνημμένο ως Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση στην οποία φαίνεται ότι οι ενάγοντες/αιτητές πίστωναν τον λογαριασμό των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση για υλικά που λάμβαναν από αυτούς (και από άλλες συγγενικές τους εταιρείες). Για παράδειγμα (προτάσσουν οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση), στις 31.7.07, παρατηρείται πίστωση στην εν λόγω Κατάσταση Λογαριασμού ύψους €8.311,07 (για υλικά που έλαβαν οι ενάγοντες/αιτητές από την Nemesis Asphalts Co Ltd), άλλο ποσό ύψους €4.692,00 (για υλικά που έλαβαν οι ενάγοντες/αιτητές από την Νέμεσις Προκατασκευαστικά Προϊόντα Λτδ), διαφορετικό πρόσθετο ποσό ύψους €12.312,74 (για υλικά και υπηρεσίες που πλήρωσαν οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση για τους ενάγοντες/αιτητές και αφαιρέθηκαν από την πληρωμή των τελευταίων) και ποσό €10.614,64 (για υλικά που έλαβαν οι ενάγοντες/αιτητές από τα Λατομεία Μυλωνά). Περαιτέρω, επί της επίδικης συμφωνίας υπεργολαβίας, οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση είχαν και δικαίωμα να επιδιορθώνουν ελαττωματική εργασία των εναγόντων/αιτητών και να αφαιρούν το κόστος αυτής από τις πληρωμές που θα απέδιδαν προς τους τελευταίους. Τούτου δοθέντος, οι ενάγοντες/αιτητές (ως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση), είχαν εκτελέσει («κακώς») ένα μέρος τού επίδικου έργου, με παρεπόμενο οι τελευταίοι να αναγκαστούν να επιδιορθώσουν συγκεκριμένη οικιακή σύνδεση αποχετευτικού, με το κόστος επιδιόρθωσης να ανέρχεται σε €2.790,94. Για όλες αυτές τις δοσοληψίες, υποβάλλουν οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση, διατηρείτο, κατόπιν κοινής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, χρεοπιστωτικός λογαριασμός (βλ. Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση) - πέραν ή και ίσως συμπληρωματικώς τής Κατάστασης Λογαριασμού (Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση) - ο οποίος μολοντούτο, δεν αποκαλύφθηκε πρεπόντως από μέρους των εναγόντων/αιτητών, κάτι που (κατά τους εναγομένους/καθ' ων η αίτηση), συγκροτεί ακόμη ένα στοιχείο επίρρωσης τού συνόλου της Υπεράσπισης (και Ανταπαίτησης τους). Τέλος, οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση, με παραπομπή σε επιστολή που φαίνεται να αποστάληκε εκ μέρους των εναγόντων/αιτητών (προς τους εναγομένους/καθ' ων η αίτηση) στις 30.1.12 (ως το Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση), απαίτησαν από τους τελευταίους ποσό ύψους €439.110,57 και όχι το ποσό που εντέλει αποτέλεσε (ανάμεσα σε άλλα), το ποσό της αξίωσης στο Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα (€940.000,00). Προτάσσουν έτσι οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση, πως τούτο το γεγονός (μαζί με τα άλλα που αναλύθηκαν), δεικνύει την κατά το δοκούν ευμετάβλητη βάση επί της οποίας στηρίζεται η αξίωση, αλλά, περισσότερο, το ότι ενυπάρχει μεταξύ των διαδίκων και αντιμαχία σε ό,τι αφορά στο όποιο τελικώς οφειλόμενο ποσό ως εκ της συμβατικής και άλλης σχέσης που κατά συζήτησιν υπήρχε ή εξακολουθεί να υπάρχει μεταξύ των υφιστάμενων διαδίκων. Όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση, ιδωμένοι στο σύνολο τής προκύπτουσας εικόνας - και λαμβανομένων πάντοτε υπόψιν των συναφών θέσεων των εναγόντων/αιτητών ως αναπτύχθηκαν από τους συνηγόρους τους (σε συνδυασμό και με τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε και που αφορά και στη διαπίστωση τους ότι το επίδικο ποσό ή μέρος αυτού προκύπτει ως παραδεκτό από τους εναγομένους/καθ' ων η αίτηση) - ικανοποιούν, αποφαίνομαι, τις επιταγές τής νομολογίας αναφορικώς για την κατάδειξη (από μέρους των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση), καλής υπεράσπισης στην αγωγή, ή γεγονότων που δίνουν δικαίωμα στους εναγομένους/καθ' ων η αίτηση να υπερασπιστούν στο πλαίσιο της κυρίως δίκης. Τόσον οι αναφορές των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση περί προφορικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων - αμφισβητούμενες ως είναι και εντασσόμενες από τους εναγομένους/καθ' ων η αίτηση εντός των παραμέτρων της επίδικης διαφοράς (βλ. κατ' αναλογίαν, Bowes v Caustic Soda Co
(1893)9 TLR 328, Saw v Hakim
(1889)5 TLR 72), όσον και η κατά τα φαινόμενα διαφορετική μεταξύ των διαδίκων ερμηνεία όρων της επίδικης συμφωνίας υπεργολαβίας, αλλά ακόμη και η μνεία των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση σε ελαττωματικές εργασίες από μέρους των εναγόντων/αιτητών και ανάλογων πληρωμών (κατά τον τρόπο που περιγράφουν οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση), ως και η σύζευξη (από τους εναγομένους/καθ' ων η αίτηση) τής αξίωσης στην αγωγή με την ύπαρξη τής Κατάστασης Λογαριασμού (Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση) και στην οποία περιλαμβάνονται στοιχεία απτόμενα των προτασσόμενων υπερασπίσεων (βλ. κατ' αναλογίαν, Contract Discount Corp Ltd v Furlong
(1948)1 All ER 274) - συνιστούν, αντικειμενικώς, με υπόψιν και τη σχετική νομολογία που διέπει κατ' αρχήν το επίδικο αίτημα, επαρκείς και καλούς λόγους υπεράσπισης, που μόνο κατά τη δίκη στην αγωγή θα μπορούσαν να αποφασιστούν τελεσιδίκως. Επομένως, ποσώς αναφύεται ως αναμφίβολο πως οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση στερούνται υπεράσπισης στην αγωγή (βλ. κατ' αναλογίαν, New Orchidea Fashion Ltd v Εργοληπτικής Εταιρείας Βαρνάβας Χ' Κυπριανού Λτδ
(1998)1(Α) ΑΑΔ 202, 207). Οι ενάγοντες/αιτητές, για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, απέτυχαν να καταδείξουν τα όσα η νομολογία ορίζει για σκοπούς επιτυχίας του αιτήματος τους, κάτι που δεν συμβαίνει κατ' αντιστοιχίαν με τους εναγομένους/καθ' ων η αίτηση. Η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ εναγομένων/καθ' ων η αίτηση και εναντίον των εναγόντων/αιτητών, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) ........... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο