ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΤΡΟΟΔΙΤΙΣΣΗΣ ν. ΔΗΜΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1750/08, 26/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A234 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Ευθυμίου - Ανδρέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1750/08 Μεταξύ:- ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΤΡΟΟΔΙΤΙΣΣΗΣ Ενάγουσας και ΔΗΜΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ Εναγόμενου Ημερομηνία: 26 Μαίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ Θ.Κορφιώτης Για τον Εναγόμενο: κ Φ.Αποστολίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Με την απαίτηση της η Ενάγουσα αξιώνει παρά του Εναγομένου ως ακολούθως: Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι το Ενοικιαστήριο Έγγραφο ημερ. 9/5/69 είναι άκυρο και/ή έχει τερματισθεί και/ή είναι άνευ οιασδήποτε νομικής ισχύος. Β. Καταβολή προς την Ενάγουσα οιουδήποτε ποσού που έχει εισπραχθεί από τον Εναγόμενο και/ή εκατέρωθεν τούτων ως αποζημίωση από το Συμβούλιον Αμπελουργικών Προϊόντων, και/ή του ποσού των ΛΚ.38.125,00 (€65.140,43). Γ. Γενικές Αποζημιώσεις από την εκρίζωση των αμπελώνων και/ή των φυτών που βρίσκονταν στα τεμάχια που καλλιεργούσε ο Εναγόμενος και/ή είναι στην κατοχή του δυνάμει του πιο πάνω αναφερόμενου Ενοικιαστηρίου Εγγράφου, χωρίς τη συγκατάθεση της Ενάγουσας και/ή την άδεια αυτής κατά τρόπο παράνομο. Δ. Γενικές και Ειδικές αποζημιώσεις εναντίον του Εναγομένου για παραβίαση του πιο πάνω αναφερομένου εγγράφου, και/ή για πράξεις και/ή παραλείψεις αυτού και/ή άλλως πως. Ε. Οιανδήποτε άλλην ή περαιτέρω θεραπεία θεωρεί ως εύλογη και δίκαιη το Σεβαστό Δικαστήριο. ΣΤ. Νόμιμο Τόκο επί παντός επιδικασθέντος ποσού. Ζ. Έξοδα, έξοδα επίδοσης και Φ.Π.Α. επί των εξόδων. Το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 23.5.08 και η έκθεση απαίτησης καταχωρήθηκε στις 2.6.
- Η Ενάγουσα είναι η Ιερά Μονή Τροοδιτίσσης η οποία δύναται να ενάγει και να ενάγεται ως Σταυροπηγιακή Μονή (στο εξής καλούμενη ως η «Ενάγουσα» ή η «Μονή»). Στην έκθεση απαίτησης της η Ενάγουσα αναφέρει ότι ήταν και είναι ιδιοκτήτρια ακίνητης ιδιοκτησίας στην περιοχή του χωριού Αυδήμου στην επαρχία Λεμεσού. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος ενοικίασε από την Μονή τεμάχια γης κατά ή περί την 9η Μαΐου του 1969 δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου με σκοπό την καλλιέργεια αμπελώνων έναντι συμφωνηθέντος ενοικίου. Αναφέρει δε ότι ήταν εξυπακουόμενος και/ή ρητός όρος της γραπτής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων ότι ο ενοικιαστής - Εναγόμενος δεν θα δικαιούτο να προκαλέσει οιαδήποτε ζημία εις το ακίνητο και/ή τους αμπελώνες, ενώ περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ομοίως εξυπακουόμενος όρος της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας έδινε το δικαίωμα σε αναίτιο μέρος να ζητήσει νόμιμες αποζημιώσεις για παράβαση οποιουδήποτε όρου. Η Ενάγουσα παραπονείται ότι ο Εναγόμενος προέβη σε εκρίζωση των αμπελώνων στα τεμάχια που ενοικίαζε από την Μονή. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι αυτή η εκρίζωση έγινε χωρίς τη συγκατάθεση της ιδίας και κατά παράβαση του εγγράφου ενοικίασης μεταξύ των διαδίκων. Ισχυρίζεται δε περαιτέρω ότι για την εν λόγω παράνομη, όπως την ονομάζει, εκρίζωση ο Εναγόμενος έλαβε από το Συμβούλιο Αμπελουργικών Προϊόντων («ΣΑΠ») και/ή την Κυπριακή Δημοκρατία το ποσό των ΛΚ38.125 (€66.140,43) ποσό που ως ισχυρίζεται δικαιούτο να εισπράξει η Ενάγουσα ως ιδιοκτήτρια των αμπελώνων ισχυριζόμενη στην ουσία αδικαιολόγητο πλουτισμό του Εναγομένου σε βάρος της. Κατά ή περί την 3.12.07 η Ενάγουσα με επιστολή της τερμάτισε το ενοικιαστήριο έγγραφο ημερομηνίας 9.5.69 και κάλεσε τον Εναγόμενο όπως παραδώσει την κατοχή των ακινήτων αξιώνοντας παράλληλα επιστροφή του ποσού που έλαβε ως αποζημίωση από το ΣΑΠ για την εκρίζωση των αμπελώνων. Αναφέρει περαιτέρω η Ενάγουσα ότι λόγω της αντισυμβατικής συμπεριφοράς του Εναγομένου έχει υποστεί ζημία και έξοδα καθότι δεν μπορεί να χρησιμοποιεί και να εκμεταλλευθεί τον αμπελώνα που έχει εκριζωθεί ενώ παράλληλα παραπονείται για την απώλεια των ενοικίων. Ο Εναγόμενος καταχώρισε στις 22.11.10 υπεράσπιση και ανταξίωση με την οποία προβαίνει σε πλήρη άρνηση των αξιούμενων θεραπειών της Ενάγουσας απορρίπτοντας παράλληλα όλους τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης. Εγείρει δε διά της υπερασπίσεως του δύο προδικαστικές ενστάσεις. Η πρώτη προδικαστική ένσταση προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει διότι δεν περιλαμβάνονται σ' αυτήν όλα τα διάδικα μέρη και διευκρινίζει ότι θα έπρεπε οι Ενάγοντες να συμπεριλάβουν ως Εναγόμενους τρίτα άτομα τα οποία κατονομάζει και τα οποία συμβλήθηκαν από κοινού με τον Εναγόμενο μαζί με την Εναγουσα στην επίδικη συμφωνία ενοικίασης ημερομηνίας 9.5.69 . Αναφέρει επί τούτου ότι λόγω της μη συμπερίληψης όλων των διαδίκων στην αγωγή , είναι θνησιγενής, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι η προσθήκη ολων των εμπλεκόμενων είναι αναγκαία αφού η επίδικη συμφωνία δεν προσδιορίζει σε ποιον εκ των συμβαλλόμενων εκμισθώνει συγκεκριμένο χωράφι ή χωράφια. Με την δεύτερη προδικαστική του ένσταση ισχυρίζεται ότι η αγωγή έχει εγερθεί πρόωρα και προβάλλει ως λόγο υποστήριξης ότι το ενοικιαστήριο έγγραφο ημερ 9/5/69 δεν είχε λήξει ή τερματιστεί κατά την 23/5/2008 ήτοι ημερομηνία έγερσης της παρούσας αγωγής. Επί της ουσίας ο Εναγόμενος αναφέρει ότι ως ενοικιαστής διατηρούσε το δικαίωμα για τον χρόνο που ίσχυε η ενοικίαση να προβαίνει σε καλλιέργειες φυτειών αμπελώνων και μάλιστα αναφέρει ότι αυτός ήταν και ο σκοπός της ενοικίασης των κτημάτων από την Ενάγουσα. Αναφέρει δε περαιτέρω στην υπεράσπιση του ότι ο Εναγόμενος εδικαιούτο και με βάση το συμβόλαιο ενοικίασης να εκριζώσει τους αμπελώνες και ότι το εν λόγω ενοικιαστήριο έγγραφο δεν αναφέρεται σε καλλιέργειες παρά μόνο σε μια πρόνοια που υποχρεώνει τον ενοικιαστή να παραδώσει το ενοικιαζόμενο ακίνητο στην κατάσταση την οποία ευρίσκετο κατά την τελευταία τριετία ενοικιάσεως. Ο Εναγόμενος αναφέρει περαιτέρω ότι η υποχρέωση καταβολής ενοικίου θα άρχιζε στις 30/10/1975 δηλαδή πέντε χρόνια μετά την έναρξη της ισχύος του ενοικιαστηρίου εγγράφου και της ανάληψης κατοχής των ενοικιασθέντων χωραφιών από τους ενοικιαστές τους. Περαιτέρω ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι μετά την ανάληψη κατοχής ο ίδιος μαζί με τους συνενοικιαστές του μετέτρεψαν τα ενοικιασθέντα χωράφια σε αμπελώνες ενώ προηγουμένως καλλιεργούνταν ως σιτοβολώνες. Ο Εναγόμενος δια της Υπερασπίσεως του παραδέχεται την συμμετοχή του στο σχέδιο ΣΑΠ και στην εκριζωση των αμπελώνων ενώ παράλληλα προβάλλει και τον ισχυρισμό ότι λόγω της καταχώρησης προσφυγής από μέρους της Ενάγουσας εναντίον του ΣΑΠ κωλύονται στην καταχώρηση της υπό εξέτασης αγωγής . Στην υπεράσπιση του Εναγόμενου προβάλλεται και ανταπαίτηση με την οποία ζητά το ποσό των €341,75 (Λ.Κ. 200) που ο ίδιος κατέβαλε για την εξασφάλιση δίοδου προς όφελος του τεμαχίου. Περαιτέρω με την ανταπαίτηση του αιτείται τις ακόλουθες δηλώσεις και αποφάσεις του Δικαστηρίου:
- Δήλωση και / ή απόφαση με την οποία να αναγνωρίζεται ότι δικαιούχος της αποζημίωσης και / ή της επιχορήγησης που παραχώρησε το ΣΑΠ προς τον εναγόμενο είναι ορθή.
- Δήλωση και / ή απόφαση ότι η εκρίζωση του μέρους των αμπελώνων που κατείχε σε όλο τον ουσιώδη χρόνο δια την παρούσα αγωγή ο εναγόμενος έγινε μέσα στα πλαίσια των συμβατικών του δικαιωμάτων που πηγάζουν από την συμφωνία της 9/5/1969 και / ή από το γενικό έννομο δικαίωμα το ως καλλιεργητής και / ή το άτομο που έχει φυτεύσει τους αμπελώνες και / ή ένεκα των συναλλακτικών συνηθειών και / ή εθίμου και / ή άλλως πως και / ή έγινε σε χρόνο μεγαλύτερο των 3 χρόνων από την επιστροφή των κτημάτων στους ενάγοντες.
- Δήλωση και / ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι η εκρίζωση των αμπελώνων που κατείχε ο εναγόμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο έγινε μέσα στα πλαίσια των συμβατικών δικαιωμάτων του και δεν χρειαζόταν η προηγούμενη έγκριση ή συγκατάθεση των εναγόντων, αλλά μόνο η έγκριση άδειας της Αρμόδιας Αρχής που είναι το ΣΑΠ. Τα δικόγραφα ολοκληρώθηκαν με την καταχώρηση απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση εκ μέρους της Ενάγουσας με την οποία στην ουσία απορρίπτονται οι ισχυρισμοί της υπεράσπισης και της ανταξίωσης ενώ παράλληλα τονίζεται η θέση ότι οι αμπελώνες άνηκαν στην Ενάγουσα. Στη βάση των πιο πάνω δικογραφημένων θέσεων, η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Κατά την ακρόαση κατέθεσαν δύο συνολικά μάρτυρες. Από πλευράς Ενάγουσας, κατέθεσε ο Πατήρ Δαμασκηνός (Μ.Ε.1) και από πλευράς Εναγομένου, ο ίδιος Δήμος Αναστασίου (Μ.Υ.1). Πέραν της προφορικής μαρτυρίας, κατατέθηκαν και τα πιο κάτω τεκμήρια: Συμφωνία ημερομηνίας 9/5/69 μεταξύ Ιεράς Μονής Τροδιτίσσης και των κ.κ.Αυγουστή, Αναστασίου & Φώτη. Επιστολή ημερομηνίας 27/8/04 από το Δήμο Αναστασίου προς τον Ηγούμενο της Ιεράς Μονής Τροδοτίσσης (αποτελούμενη από 2 σελ). Επιστολή από τους κ.Φώτη, Δ. Αναστασίου και Η. Ασπρή ημερομηνίας 28/8/
- Επιστολή ημερομηνίας 10/9/04 από δικηγορικό γραφείο Χ. Πουργουρίδης & Σια προς Δ. Αναστασίου (αποτελούμενη από 2 σελ). Επιστολή Ιεράς Μονής Τροδοτίσσης 3/12/07 απευθυνόμενη στον κ. Δ. Αναστασίου. Αντίγραφο απόφασης ημερομηνίας 19/10/07 στην προσφυγή με αρ. 706/
- Δέσμη 4 αποδείξεων για τα έτη 2006, 2007, 2008 και
- Εγχειρίδιο αιτητών του Οργανισμού Αγροτικών Πληρωμών οριστική εγκατάλειψη αμπελώνων 2004
- Επιστολή συμβουλίου Αμπελοοινικών Προϊόντων ημερομηνίας 17/2/2005 Όπως προανέφερα κατέθεσαν προφορικά δύο μάρτυρες στην υπόθεση. Δεν θα καταπιαστώ με το αχρείαστο και κουραστικό για τον αναγνώστη, εγχείρημα της επαναληπτικής καταγραφής της μαρτυρίας τους. Τουναντίον, θα προβώ σε μια επιγραμματική αναφορά στη μαρτυρία ενός εκάστου των μαρτύρων - αποκλειστικά για σκοπούς καλύτερης κατανόησης των όσων θα ακολουθήσουν, με την αυτονόητη βέβαια διευκρίνιση, ότι, το σύνολο της μαρτυρίας, το έχω διεξέλθει με κάθε προσοχή και οι μετέπειτα διαπιστώσεις του Δικαστηρίου, θα έχουν ως μόνο και μοναδικό υπόβαθρο την αξιόπιστη και αποδεκτή μαρτυρία της υπόθεσης. Με αυτό το δεδομένο o (Μ.Ε.1), Πατήρ Δαμασκηνός, πρωτοσύγκελλος στην Ιερά Μονή Τροοδιτίσσης στην κυρίως εξέταση υιοθέτησε γραπτή δήλωση (έγγραφο 1) και κατάθεσε τα πρώτα 7 τεκμήρια της υπόθεσης. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στο ιστορικό της ενοικίασης και διευκρίνισε ότι η συμφωνία που έγινε μεταξύ του εναγόμενου και των άλλων δύο ενοικιαστών έγινε εξ' αδιαιρέτου, τουτέστι χωρίς να καθοριστεί στο ενοικιαστήριο έγγραφο και ποιος ενοικιαστής θα λάβει έκαστο τεμάχιο, η συμφωνία ενοικίασης είχε διάρκεια για 40 χρόνια και ότι διαρκούσης της συμφωνίας εις εκ των ενοικιαστών εκχώρησε τα δικαιώματα του σε τρίτα πρόσωπα με την συγκατάθεση και των άλλων δύο ενοικιαστών αλλά και της Ενάγουσας. Εξήγησε την θέση του στο Δικαστήριο ότι ο σκοπός της ενοικίασης ήταν η καλλιέργεια αμπελώνων και ότι τα έξοδα για την φύτευση των αμπελώνων τα επωμίστηκε η Μονή όχι δια της πληρωμής τους αλλά δια της αποκοπής των ενοικίων των 5 πρώτων χρόνων της ενοικίασης και παραπέμποντας το Δικαστήριο σε όρο του Τεκμηρίου. Ο μάρτυρας περαιτέρω αναφέρθηκε στο ενοικιαστήριο έγγραφο που κατέθεσε (τεκμήριο 1) και έδωσε στο Δικαστήριο την δική του ερμηνεία σε ότι αφορούσε τους όρους αλλά και την εφαρμογή τους. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι μέχρι και το έτος 2004 το ενοίκιο πληρωνόταν κανονικά και δεν υπήρχε πρόβλημα μεταξύ της Μονής και των ενοικιαστών, ένας εκ των οποίων ήταν και ο Εναγόμενος. Το πρόβλημα κατά τα λεγόμενα του μάρτυρα άρχισε όταν τον Αύγουστο του 2004 ο Εναγόμενος και οι συνενοικιαστές του αιτήθηκαν γραπτώς όπως τους επιτραπεί από την Ενάγουσα να εκριζώσουν τους αμπελώνες για να συμμετάσχουν στο πρόγραμμα του ΣΑΠ. Στο αίτημα αυτό η Μονή ανταποκρίθηκε με επιστολή προτείνοντας δύο επιλογές στους αιτητές, οι οποίες αναφέρονται αναλυτικά στο τεκμήριο
- Παραπονέθηκε ο μάρτυρας ότι αντί οι ενοικιαστές να ανταποκριθούν στις προτάσεις αυτές που τους έγιναν προχώρησαν μονομερώς στην εκρίζωση των αμπελώνων εν αγνοία της Ενάγουσας και χωρίς την συγκατάθεση της για την οποία έλαβαν ως συνολική αποζημίωση από το ΣΑΠ €138.643 (Λ.Κ. 81.144). Το ποσό αυτό κατά τον μάρτυρα καρπώθηκε ο Εναγόμενος μαζι με τους άλλους ενοικιαστές και πλούτισαν αδικαιολόγητα. Ο μάρτυρας είναι της πεποίθησης ότι η εκρίζωση των αμπελώνων έγινε αυθαίρετα με μοναδικό σκοπό την είσπραξη πριμοδότησης και χορηγίας που δεν εδικαιούτο ο εναγόμενος. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε ότι ήλθε στο Δικαστήριο για να βρει το δίκαιο του ενώ παράλληλα παραδέχτηκε ότι όταν έγινε η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ο ίδιος δεν ήταν ενταγμένος στην Μονή. Ένα μεγάλο μέρος της αντεξέτασης επικεντρώθηκε στο εάν και γιατί δεν συμπεριλήφθηκαν στην παρούσα αγωγή τα άλλα άτομα που ήταν συνενοικιαστές των κτημάτων μαζί με τον Εναγόμενο. Ο μάρτυρας επέμενε ότι η ενοικίαση ήτο εξ αδιαιρέτου και ότι τα νομικά θέματα ανέλαβαν οι δικηγόροι τους. Ανέφερε ότι ο Εναγόμενος είχε φυτέψει σουλτανίνα και ότι αυτοί οι αμπελώνες άνηκαν στη Μονή η οποία πλήρωσε το κόστος τη φύτευση τους με το να μην διεκδικήσει τα ενοίκια των πρώτων πέντε ετών. Σε ερώτηση του ευπαίδευτου συνήγορου του Εναγομένου για ποιο λόγο εισέπραττε τα ενοίκια αφού ο ίδιος έστειλε επιστολή τερματισμού της ενοικίασης το 2005, ο μάρτυρας παραδέχτηκε ότι συνέχισε να εισπράττει τα ενοίκια γιατί το θεωρούσε άδικο να χάσει η Ενάγουσα έστω και το μικρό ποσό ενοικίων που ελάμβανε κάθε έτος από την ενοικίαση των εν λόγω τεμαχίων. Κατά την αντεξέταση δε ανέφερε και τον τρόπο με τον οποίο υπολόγισε το ποσό που ζητά και εξήγησε ότι ενόψει του μέτρου που εξήγγειλε το ΣΑΠ ότι πριμοδοτούσε ΛΚ 644 ανά δεκάριο, το μετέτρεψε σε Ευρώ αφού είχε υπολογίσει και το συνολικό ποσό της αποζημίωσης που δόθηκε, για την καταστροφή, ως ο ίδιος χαρακτήρισε, που υπέστηκε η Μονή. Του τέθηκε δε η θέση ότι η παραγωγή ενός αμπελώνα λήγει στα 25 χρόνια την οποία ο ίδιος δεν αμφισβήτησε αφού ως ανέφερε είναι κάτι που έχει ξανακούσει. Το δεύτερο σημείο στο οποίο επέμενε η αντεξέταση ήταν το θέμα της προσφυγής της Μονής στο Ανώτατο Δικαστήριο. Εκεί ο μάρτυρας παραδέχτηκε ότι η Μονή ζήτησε μέσω της προσφυγής της στο Ανώτατο την εξασφάλιση δικαιωμάτων εκρίζωσης αλλά δεν δέκτηκε την εισήγηση της Υπεράσπισης περί δημιουργίας κωλύματος στην παρούσα αγωγή. Η υπόθεση των Εναγόντων έκλεισε με τη μαρτυρία του Πατήρ Δαμασκηνού και η υπεράσπιση κάλεσε μοναδικό μάρτυρα τον Εναγόμενο, ο οποίος κατέθεσε πολυσέλιδη έγγραφη δήλωση (Έγγραφο Β). Ο βασικός ισχυρισμός του Εναγομένου ήταν ότι ο σκοπός της ενοικίασης των κτημάτων ήταν για να προβούν με τους συνενοικιαστές του στη φύτευση των αμπελώνων, με έξοδα των ιδίων. Ανέφερε δε ότι τα ακίνητα ενοικιάστηκαν χωρίς οποιαδήποτε καλλιέργεια και αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο δεν πληρώθηκε ενοίκιο για 5 χρόνια. Εξήγησε δε τους λόγους που προχώρησε με αίτηση στο ΣΑΠ, αλλά και τη διαδικασία που ακολούθησε για να τύχει η αίτηση του έγκρισης και να καταβληθεί σε αυτόν η επιχορήγηση που στην ουσία ήταν αποζημίωση για την εκρίζωση των αμπελώνων. Εξέφρασε στην Έγγραφη του Δήλωση την πεποίθηση του ότι το ποσό που εισέπραξε από το ΣΑΠ είναι δικαιωματικά και νόμιμα δικό του και ότι η εκρίζωση έγινε μέσα στα πλαίσια των συμβατικών δικαιωμάτων του όπως αυτά πηγάζουν από τη συμφωνία 9.5.
- Περαιτέρω τόνισε ότι η Ενάγουσα εμποδίζεται (estopped) να εγείρει την παρούσα αγωγή διότι έχει προσβάλει τη διοικητική πράξη με την οποία το Συμβούλιο Αμπελοοινικών Προϊόντων κατέβαλε προς τον ίδιο τη χορηγία για την εκρίζωση των αμπελώνων και η προσφυγή με αριθμό 706/2005 απορρίφθηκε και δεν έχε εφεσιβληθεί. Αναφέρθηκε δε και σε έκταση στον όρο 4 του ενοικιαστηρίου συμβολαίου ο οποίος προβλέπει ότι «ο ενοικιαστής υποχρεούται να παραδώσει το ρηθέν ενοικιαζόμενο ακίνητο εις οίαν κατάσταση ευρίσκεται κατά την τελευταίαν τριετία της ενοικιάσεως εξαιρουμένων ζημιών προερχόμενων εκ φυσικής φθοράς ή εμπόλεμου καταστάσεως.» Ζητά δε στην κατακλείδα της έγγραφης του δήλωσης σαν ανταπαίτηση ένα ποσό που ο ίδιος αναφέρει ότι πλήρωσε με σκοπό την εξασφάλιση διόδου και σειρά από δηλώσεων όπως αυτές αναφέρονται αυτολεξεί στο κείμενο της καταχωρηθείσας ανταπαίτησης. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας παραδέχτηκε ότι η δήλωση που κατατέθηκε ετοιμάστηκε από τον δικηγόρο του και ότι τα νομικά σημεία που περιέχονται σε αυτήν ήταν δουλειά του δικηγόρου του. Παραδέχτηκε δε ότι για τα πέντε πρώτα χρόνια δεν κατέβαλλε ενοίκιο στη Ενάγουσα, γιατί είχαν φυτευτεί οι αμπελώνες. Σε ερώτηση του ευπαίδευτου συνήγορου της Ενάγουσας κατά πόσον οι φυτείες άνηκαν με βάση το ενοικιαστήριο έγγραφο στην Ενάγουσα, αυτός απάντησε ότι η τοποθέτηση ήταν σωστή και ανάτρεψε αμέσως την απάντηση του λέγοντας ότι δεν ανήκαν. Στην υποβολή δε κατά πόσον είχαν δικαίωμα να εκριζωθούν χωρίς την προηγούμενη εξουσιοδότηση της Ενάγουσας, αυτός απάντησε ότι κάτι τέτοιο δεν ευσταθούσε. Ακολούθως του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 2, συστημένη επιστολή του ιδίου απευθυνόμενη στον Πανοσιολογιότατο Ηγούμενο της Μονής, εκφράστηκε έντονα λέγοντας ότι η υπογραφή που υπήρχε στο εν λόγω έντυπο δεν ήταν δική του. Αναγνώρισε όμως την υπογραφή του στο Τεκμήριο 3, χειρόγραφη επιστολή ημερομηνίας 28.8.
- Στις υποβολές του συνήγορου των Εναγόντων κατά πόσον ο ίδιος είχε δικαίωμα να προχωρήσει στην εκρίζωση, η θέση του μάρτυρα ήταν ότι την απόφαση δεν είχε πάρει ο ίδιος αλλά η κυβέρνηση. Και ότι ο ίδιος στεναχωρέθηκε που αναγκάστηκε να τα ξεριζώσει. Η κατακλείδα της αντεξέτασης εστιάστηκε στη θέση του Εναγόμενου ότι τα αμπέλια έχουν διάρκεια ζωής περί τα 25 χρόνια. Υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι υπάρχουν ενοικιαστές που κατέχουν τα αμπέλια για 40 και πλέον χρόνια δίνοντας και ονόματα συγκεκριμένων φυσικών πρόσωπων στον Εναγόμενο. Ο ίδιος αν και αναγνώρισε τα ονόματα δήλωσε στο Δικαστήριο ότι δεν γνωρίζει πότε αυτά φυτεύθηκαν οι αμπελώνες των ατόμων αυτών. Αυτή ήταν και η υποβολή που προκάλεσε την επανεξέταση του μάρτυρα, ο οποίος προσπάθησε να εξηγήσει τι είναι η αναμπέλωση. Ο Εναγόμενος δεν πρόσφερε κανένα τεκμήριο για να υποστηρίξει το ποσό που διεκδικέι με την ανταπαίτηση του, ήτοι το ποσό που κατέβαλε για την αγορά της διόδου. Κατέθεσε μόνον αποδείξεις είσπραξης των ενοικίων που του έδινε η Μονή, οι οποίες κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- Περαιτέρω, οι συνήγοροι αμφότερων των πλευρών κατέθεσαν στο Δικαστήριο τα τεκμήρια 8 (εγχειρίδιο αιτητών - οριστική εγκατάλειψη αμπελώνων 2004 - 2005 του ΣΑΠ, το οποίο εκδόθηκε από τον Οργανισμό Αγροτικών Πληρωμών, καθώς και το Τεκμήριο 9, επιστολή του ΣΑΠ απευθυνόμενη στον Εναγόμενο, με την οποία εγκρίθηκε η συμμετοχή του στο σχέδιο του ΣΑΠ. Αμφότερα τεκμήρια καταχωρήθηκαν ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους. Με τη μαρτυρία του Εναγόμενου ολοκληρώθηκε και η υπόθεση της Υπεράσπισης και οι Ενάγοντες προχώρησαν και εγκατέλειψαν το αιτητικό 14Β της Έκθεσης Απαίτησης. Μετά το πέρας της μαρτυρίας η σκυτάλη δόθηκε στους συνήγορους των διαδίκων οι οποίοι ετοίμασαν γραπτές αγορεύσεις υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων διατείνεται ότι η σχέση μεταξύ των μερών ήτο συμβατική και διέπετο από τις πρόνοιες της συμφωνίας. Εισηγείται δε ότι οι πρόνοιες της συμφωνίας είναι ξεκάθαρες, και η ερμηνεία τους οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο Εναγόμενος δεν είχε δικαίωμα εκρίζωσης και καταστροφής των αμπελώνων, αφη στιγμής η Μονή διαφωνούσε προς τούτο. Παραπέμπει το Δικαστήριο στο Άρθρο 1Γ της συμφωνίας, Τεκμήριο 1, στο οποίο γίνεται ειδική πρόνοια ως προς τα δικαιώματα του ενοικιαστή. Με την αγόρευση του περαιτέρω ο δικηγόρος των Εναγόντων ότι κατά παράβαση την εν λόγω συμφωνίας μεταξύ των αντιδίκων, ο Εναγόμενος εκρίζωσε τους αμπελώνες, πράξη η οποία συνιστά αδικοπραξία ως ιδιοποίηση και ως παράνομη επέμβαση σε κινητή ιδιοκτησία με βάση τα Άρθρα 39 και 44 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου. Αναφέρει δε στην αγόρευσή του ότι το ποσό των ΛΚ 4.358,70 που εισέπραξε ο Εναγόμενος ως αποτέλεσμα εκρίζωσης των αμπελώνων, είναι το ποσό που αντιστοιχούσε στην αξία του αμπελώνα τη δεδομένη στιγμή. Υποστηρίζει ως εκ τούτου ότι η αποζημίωση που δικαιούται η Ενάγουσα στηρίζεται τόσο στο δίκαιο των συμβάσεων όσο και των αδικοπραξιών και ισούται με την αξία του καταστραφέντα αμπελώνα, πράξη από την οποία πλούτισε αδικαιολόγητα ο Εναγόμενος. Στον αντίποδα, η αγόρευση του Εναγομένου ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες καταχώρησαν Έκθεση Απαίτησης η οποία διαφέρει από τις αρχικές θεραπείες που ζητούν οι Ενάγοντες με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο 2.
- Προωθεί τον ισχυρισμό δε ότι δε δύναται να τροποποιηθούν οι θεραπείες εκτός αν έχει εξασφαλιστεί προηγουμένως άδεια του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, θεωρεί ότι η μαρτυρία που έχει δοθεί από τον Μ.Ε.1 διίσταται από την Έκθεση Απαίτησης του. Επιμένει δε ότι, αφού η Ενάγουσα δεν συμπεριέλαβε όλους τους αναγκαίους διάδικους στην αγωγή, είναι σε πλήρη αντίθεση με τη νομολογία, καθιστώντας με αυτό τον τρόπο τη διαδικασία θνησιγενή και άκυρη. Προχωρεί δε σε καταγραφή αντιφάσεων μεταξύ της μαρτυρίας του Πατέρα Δαμασκηνού και της Εκθέσεως Απαιτήσεως αλλά και σε αναφορές της μαρτυρίας που παρέθεσε η Ενάγουσα κατά την Υπεράσπιση. Θέτει δε σειρά από ρητορικές, ως τις αποκαλεί ο ίδιος ερωτήσεις, για προβληματισμό του Δικαστηρίου . Αναπαράγει δε στη γραπτή του αγόρευση ορισμένα εκ των άρθρων της συμφωνίας, και εκφράζει την πεποίθηση ότι ο Εναγόμενος δεν ήταν υποχρεωμένος με βάση τις πρόνοιες του μεταξύ των διαδίκων υπογραφέντος εγγράφου, να εξασφαλίσει συγκατάθεση για τη συμμετοχή του στο σχέδιο εκρίζωσης. Εκφράζει περαιτέρω την πεποίθηση ότι ο Εναγόμενος ενήργησε εντός των συμβατικών δικαιωμάτων του και λέει ότι παρά την ακύρωση της μεταξύ τους συμφωνίας, η Ενάγουσα με την πράξη της να συνεχίζει να εισπράττει τα ενοίκια μέχρι και τη λήξη του συμβολαίου, έχει αποποιήσει κάθε δικαίωμα της να διεκδικήσει οτιδήποτε από το Δικαστήριο. Πριν προχωρήσω με την αξιολόγηση της μαρτυρίας, θα εξετάσω τις 2 προδικαστικές ενστάσεις, όπως αυτές εγείρονται στην Υπεράσπιση. Η πρώτη ένσταση αφορά την θέση του Εναγομένου περί παρατυπίας στην αγωγή λόγω της μη συμπερίληψης όλων των αναγκαίων διαδίκων. Αναγάγει δε την παρατυπία αυτή ως ύψιστης σημασίας ισχυριζόμενος ότι καθιστά την αγωγή θνησιγενή. Το θέμα αυτό τέθηκε κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας τόσο στην αντεξέταση του ΜΕ1 , όσο και στην έγγραφη δήλωση του ΜΥ
- Παρα ταύτα το σημείο που θίγεται είναι αμιγώς νομικό και έπρεπε να έχει προωθηθεί δια της γραπτής αγόρευσης με αναφορά σε νομολογία σχετική με τα υπό εξέταση ειδικά θέματα. Η μοναδική αναφορά που γίνεται από τον δικηγόρο του Εναγομένου στην γραπτή αγόρευση, παραπέμπει στην υπόθεση Δημήτρης Κωνσταντίνου κ.α. ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας
(2012)1 Α.Α.Δ. 1990 όπου κρίθηκε ότι η παράλειψη συνένωσης των αναγκαίων διαδίκων καθιστούσε την αίτηση - έφεση θνησιγενή. Σε αιτήσεις -εφέσεις εναντίον αποφάσεων του Διευθυντή του Κτηματολογίου υπάρχει εκ του Νόμου αναγκαιότητα γνωστοποίησης της διαδικασίας σε όλα τα μέρη που δύνανται να επηρεαστούν από την απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου σε ακίνητη ιδιοκτησία. Η αναγκαιότητα αυτή επιτυγχάνεται με την συμπερίληψη τους ως διάδικους. Αυτή η αρχή δεν μπορεί να εφαρμόζεται σε όλες τις υποθέσεις που έχουν αντικείμενο την γη. Όπως το αντιλαμβάνομαι αποτελεί ξεχωριστή διαδικασία στα πλαίσια αίτησης - έφεσης με θέμα την ακίνητη ιδιοκτησία και δεν επεκτείνεται σε όλες τις αγωγές που αφορούν την ακίνητη ιδιοκτησία. Ως εκ τούτου τόσο η θέση του συνήγορου του Εναγομένου επι του σημείου τούτου δεν μπορεί να εφαρμοστεί στα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης και συνεπακόλουθα η πρώτη προδικαστική ένσταση του εναγόμενου απορρίπτεται. Σε ότι αφορά την δεύτερη προδικαστική έκθεση αυτή θεωρώ ότι έχει εγκαταλειφθεί αφού δεν προωθήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία αλλά ούτε και κατά την αγόρευση του ευπαίδευτου συνήγορου του Εναγομένου και ομοίως με την πρώτη προδικαστική ένσταση απορρίπτεται. Συνεπώς το Δικαστήριο θα προχωρήσει στην εξέταση της απαίτησης και της ανταπαίτησης καταλήγοντας σε ευρήματα αφού πρώτα αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε από κάθε διάδικο. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την δυνατότητα να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο και την ποιότητα. Έδωσα ιδιαίτερη βαρύτητα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας στη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων στην ύπαρξη σ΄αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, στην λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, στην ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, στις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, στην μνήμη τους και στους λόγους που είχαν να ενθυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία καταθέτουν καθώς και στην πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα. Οι μάρτυρες κρίνονται από τη συμπεριφορά και το λόγο που εκφέρουν στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο για την αξιολόγησή τους εφαρμόζει τις καθιερωμένες από τη νομολογία αρχές αξιολόγησης (βλ. Mohamed ν. Δημοκρατία
(2010)2 ΑΑΔ 266, Kades v. Nicolaou and Another
(1986)1 CLR 212, Γεωργιάδης ν. Αστυνομίας
(1985)1 ΑΑΔ 56, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 168, Βαριάνου ν. Βορκά
(2010)1 ΑΑΔ 1541, Φάρμα Ρένου Χ΄Ιωάννου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ν. Χίννη, Πολ. Έφεση 14/2009, 20/6/2012, Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 AAΔ 506, Αεροπόρος κ.α. ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 362, Γιουρούκης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 171, Λιθογραφεία Κυριακίδη κ.α. ν. Tiba Publishing Co. Ltd,
(1998)1 Α.Α.Δ. 1894, Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 AAΔ 320, Mustafa ν. Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Γιασεμή ν. Ρούσου
(1996)1Β ΑΑΔ 1098, Σοφοκλέους ν. Τσεσμελόγλου
(2006)1 ΑΑΔ 1153). Ο Λόρδος Bingham σε άρθρο του "The Judge as Juror: The Judicial Determination of Factual Issues" (εκδόθηκε στο "The Business of Judging", Oxford 2000[1]), έθεσε τις εξής κατευθυντήριες γραμμές τις οποίες θεωρώ ιδιαίτερα βοηθητικές (σελ. 6 - 7): ''The main tests needed to determine whether a witness is lying or not are, I think, the following, although their relative importance will vary widely from case to case:
(1)the consistency of the witness's evidence with what is agreed, or clearly shown by other evidence, to have occurred;
(2)the internal consistency of the witness's evidence;
(3)consistency with what the witness has said or deposed on other occasions;
(4)the credit of the witness in relation to matters not germane to the litigation;
(5)the demeanour of the witness. The first three of these tests may in general be regarded as giving a useful pointer to where the truth lies. If a witness's evidence conflicts with what is clearly shown to have occurred, or is internally self-contradictory, or conflicts with what the witness has previously said, it may usually be regarded as suspect. It may only be unreliable, and not dishonest, but the nature of the case may effectively rule out that possibility. The fourth test is perhaps more arguable....... Cross examination as to credit is often, no doubt, a valuable and revealing exercise, but the fruits of even a successful cross- examination need to be appraised with some care. And so to demeanour, an important subject because it is the trial judge's opportunity to observe the demeanour of the witness and from that to judge his or her credibility, which is traditionally relied on to give the judge's findings of fact their rare degree of inviolability....." Το Δικαστήριο, αφού κρίνει μάρτυρα ως αξιόπιστο, μπορεί να επιλέξει μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο. Στην Mohamed ν. Δημοκρατία
(2010)2 ΑΑΔ 266, ο Δ. Κληρίδης ανέφερε τα ακόλουθα (σελ. 278): «Όπως τονίστηκε και στην υπόθεση Kades v. Nicolaou and Another
(1986)1 CLR 212, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης ν. Αστυνομίας
(1985)1 ΑΑΔ 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 168).» (βλ. επίσης την Βαριάνου ν. Βορκά
(2010)1 ΑΑΔ 1541, Φάρμα Ρένου Χ΄Ιωάννου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ν. Χίννη, Πολ. Έφεση 14/2009, 20/6/2012) Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με προσοχή. Στην Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 AAΔ 506, ο Δ. Κωνσταντινίδης ανέφερε στη σελ. 528: «Ωστόσο η ευχέρεια του Πρωτόδικου Δικαστηρίου να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο μέρος δεν είναι απόλυτη. Υπόκειται στον εξής περιορισμό. Πρέπει να αιτιολογείται η σχετική προσέγγιση. Η έντονη πεποίθηση ότι ένας μάρτυρας είπε την αλήθεια δεν αποτελεί αιτιολογία για την απόρριψη μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που έχει κριθεί αξιόπιστος.» Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, θέλω να τονίζω ότι η αξιολόγηση μου δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή υποβάλλοντας την στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, με βάση την προσέγγιση που η νομολογία επιτάσσει στο θέμα αυτό. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Ο Μ.Ε.1 Ο Πρωτοσύγκελλος προκάλεσε πολύ θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας. Εντύπωση η οποία ενδυναμώθηκε από τη φύση και έκταση της αντεξέτασης την οποία υπέστη και τις πειστικές απαντήσεις τις οποίες έδωσε κατά τη διάρκεια αυτής. Ήταν σταθερός, ευγενικός και συνεπής καθ΄ όλη τη διάρκεια της εξέτασης του ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο μάρτυρας είχε καλή γνώση των γεγονότων τα οποία κατέθεσε και έδωσε στο Δικαστήριο την εντύπωση ότι δεν επιθυμούσε να παραπλανήσει με οποιοδήποτε τρόπο. Επί τούτου θέλω να τονίσω ότι ο μάρτυρας δεν δίστασε να παραδεκτεί ότι συνέχισε να εισπράττει τα ενοίκια για τα ακίνητα από τον Εναγόμενο ακόμα και μετά που του υποδείχθηκε από τον Δικηγόρο του Εναγομένου πως η ενέργεια του αυτή ήταν καταλυτική για την υπόθεση του. Παρατήρησα ότι ο μάρτυρας χαμογελαστός και ήρεμος αναφέρθηκε με ειλικρίνεια απευθυνόμενος προς το Δικαστήριο ότι δεν πίστευε ότι θα επηρεάσει την απαίτηση της Μονής αλλά θεώρησε ότι τουλάχιστον αφού είχε χάσει τα αυγά με την εκρίζωση των αμπελώνων, με την είσπραξη των ενοικίων δεν θα έχανε και το καλάθι. Η μαρτυρία του είναι καταγεγραμμένη σε περίληψη επί των σημαντικών θεμάτων στην παρούσα απόφαση και δεν κρίνω σκόπιμο όπως την επαναλάβω. Οι δύο θέσεις του μάρτυρα ότι οι αμπελώνες άνηκαν στην μονή και ότι η μονή ουδέποτε έδωσε την συγκατάθεσή της για την εκρίζωση έμειναν σταθερές και ακλόνητες καθ'όλη την διάρκεια της μαρτυρίας του. Ο μάρτυρας τόνισε την θέση του ότι οι αμπελώνες άνηκαν στην Μονή, η οποία πριμοδότησε την αγορά της αφαιρώντας την υποχρέωση καταβολής των ενοικίων για τα 5 πρώτα χρόνια από τους αντισυμβαλλόμενους τους, μεταξύ των οποίων και ο Εναγόμενος, θέση πειστική και λογικοφανής που σε κάθε περίπτωση αντικατοπτρίζεται και στην μεταξύ των διαδίκων σύμβαση -Τεκμήριο 1 (σε σχέση με την περίοδο έναρξης καταβολής ενοικίου). Ο Μάρτυρας περαιτέρω ήταν ξεκάθαρος ότι η Ενάγουσα δεν έδωσε την συγκατάθεση της για την εκρίζωση των αμπελώνων, υποστηρίζοντας την θέση του με την κατάθεση του Τεκμηρίου 4, επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας η οποία προσέφερε στον Εναγόμενο εναλλακτικές για έγκριση του αιτήματος του για εκρίζωση, που τέθηκε δια της επιστολής (Τεκμήριο 2) υπό όρους. Ο μάρτυρας κρίνεται ως αξιόπιστος και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της Ο Μ.Υ.1 Ο Εναγόμενος είναι ένας άνθρωπος χαμηλού μορφωτικού επιπέδου ο οποίος βρισκόταν ομολογουμένως σε σύγχυση κατά την διάρκεια της κατάθεσης της μαρτυρίας του ενώπιον του Δικαστηρίου. Ως αποτέλεσμα της ενδελεχούς αξιολόγησης του περιεχομένου της προφορικής κατάθεσης του ο Εναγόμενος δεν κρίνεται αξιόπιστος ως μάρτυρας. Στη περίπτωση του Εναγόμενου διαπιστώνεται πως το περιεχόμενο της προφορικής κατάθεσης του μάρτυρα δεν υποστηρίζεται επαρκώς από την υπόλοιπη μαρτυρία ιδωμένη στο σύνολο της και τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν . Διευκρινίζω πως η αξιολόγηση της αξιοπιστίας του Εναγόμενου δεν ανάγεται σε κρίση του Δικαστηρίου πως ο μάρτυρας αυτός κατέθετε με αδιάκοπη ανειλικρίνεια ή έκδηλη την ένδειξη στοχευμένης πρόθεσης παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Η τελική όμως γενική εικόνα η οποία διαμορφώνεται αναφορικά με τον Εναγόμενο ως μάρτυρας είναι πως ακόμη και ο ίδιος δεν είχε μία πλήρη και συνολική αντίληψη είτε της πραγματικής ή νομικής σημασίας του Τεκμηρίου 1 , της Συμβάσης δηλαδή που υπέγραψε με την Ενάγουσα σε σχέση τόσο με τα δικά του δικαιώματα όσο και τις δικές του υποχρεώσεις. Η αποτυχία του Ενάγοντα να πείσει το Δικαστήριο για τις θέσεις του επιτυχώς αποτελεί αποτέλεσμα αυτής της ελλιπούς αντίληψης του των γεγονότων. Συγκεκριμένα, ενώ στο έγγραφο που κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέταση του (Έγγραφο Β) αναφέρει ότι οι αμπελώνες ανήκαν στον ίδιο και τους συνενοικιαστές του κατά την αντεξέταση παραδέχθηκε ότι οι αμπελώνες άνηκαν στην Ενάγουσα αφού για πέντε χρόνια δεν πλήρωνε σε αυτούς κανένα ενοίκιο. Η σπουδή του να αλλάξει απάντηση σχεδόν άμεσα δεν έπεισε το Δικαστήριο. Περαιτέρω , διαπίστωσα ότι ο Εναγόμενος έδειξε να μην έχει κατά την αντεξέταση σχεδόν καθόλου γνώση για τα γεγονότα ενώ στο Έγγραφο Β, εξιστορεί όλα τα γεγονότα και αναπτύσσει τις θέσεις του με ακρίβεια. Ο Εναγόμενος απέρριψε την υποβολή της αντεξέτασης ότι αιτήθηκε άδεια για την εκρίζωση των αμπελώνων και δήλωσε ότι δεν θυμόταν την αποστολή επιστολών, αναγνώρισε όμως την υπογραφή του τουλάχιστον στο Τεκμήριο 2. Οι δε εξηγήσεις που έδωσε στο Δικαστήριο γύρω από την απόφαση του να προχωρήσει σε εκρίζωση του αμπελώνα, ιδίως η θέση του ότι δεν ήταν απόφαση του ιδίου να συμμετάσχει στο σχέδιο εκρίζωσης αλλά της κυβέρνησης αφενός δεν φαίνονται εκ πρώτης όψεως λογικές και αφετέρου, ο ισχυρισμός αυτός έρχεται και σε αντίθεση με τις δικογραφημένες του θέσεις και με τα κατατεθημένα Τεκμήρια. (ιδίως τις Τεκμήρια 2 και 3 , επιστολές του ιδίου με τις οποίες εξηγεί τους λόγους για την προώθηση του αιτήματος του στην Μονή να του παραχωρηθεί άδεια για εκρίζωση, τα οποία ως ανέφερα πιο πάνω συνάδουν με τις τοποθετήσεις του Μ.Ε.1.) Το μόνο που φάνηκε να γνωρίζει καλά ο Εναγόμενος είναι το ποσό που εισέπραξε για την εκρίζωση και συμφώνησε ότι η αξία του αμπελώνα ήταν η αποζημίωση που έδωσε σε αυτόν το Σ.Α.Π. Κατ'ακολουθία η μαρτυρία του Εναγόμενου απορρίπτεται εξ'ολοκλήρου. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση προχωρώ να διατυπώσω τα ευρήματα του Δικαστηρίου: 1. Στις 19/5/1969 υπεγράφηκε σύμβαση μεταξύ της Ενάγουσας και τριών ατόμων , ένας εκ των οποίων ήταν και ο Εναγόμενος για την εξ' αδιαιρέτου ενοικίαση τεμαχίων στο χωριό Αυδήμου της Λεμεσού. 2. Η Ενάγουσα δεν εισέπραξε από τον Εναγόμενο ή οποιονδήποτε εκ των αντισυμβαλλομένων ενοίκια για τα 5 πρώτα χρόνια της εποικιστικής περιόδου. 3. Τα ενοίκια των πρώτων 5 ετών χρησιμοποιήθηκαν από τον Εναγόμενο για την αγορά και φύτευση των αμπελώνων. 4. Ο Εναγόμενος επικοινώνησε την πρόθεση του να συμμετάσχει στο σχέδιο εκρίζωσης 2004-2005 που εξήγγειλε το ΣΑΠ κατά την 27/8/2004 δια προσωπικής του επιστολής και κατά την 28/8/2004 δια ομαδικής επιστολής μετα των λοιπών συνενοικιαστών του. 5. Στην επιστολή ημερομηνίας 27/08/2004 ανταποκρίθηκε η Ενάγουσα με επιστολή δια μέσω των δικηγόρων της ημερομηνίας 10/9/2004 θέτοντας όρους κάτω από τους οποίους ήταν διατεθειμένη να δώσει την έγκρισή της. 6. Ο Εναγόμενος έλαβε κατά το έτος 2005 έγκριση από το ΣΑΠ για να συμμετάσχει στο σχέδιο εκρίζωσης και προχώρησε στην εκρίζωση των αμπελώνων. 7. Ο Εναγόμενος έλαβε το ποσό των ΛΚ 4.358,70 για την εκρίζωση των αμπελώνων του. 8. Μετά την εκρίζωση, ο Εναγόμενος συνέχισε να καλλιεργεί τα ακίνητα που του αναλογούσαν με βάση την σύμβαση . 9. Η Ενάγουσα προσέβαλε την διοικητική πράξη με την οποία ενέκρινε το ΣΑΠ την αίτηση του Εναγόμενου για συμμετοχή στο σχέδιο εκρίζωσης με την προσφυγή υπ' αριθμό 706/05 η οποία απορρίφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο με απόφαση ημερομηνίας 19/10/2007 λόγω έλλειψης έννομου συμφέροντος από πλευράς της Ενάγουσας. Τελικά Συμπεράσματα Τα βασικά γεγονότα της υπόθεσης δεν τυγχάνουν αμφισβήτησης. Τα μοναδικά θέματα που καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο η ενέργεια του Εναγομένου να προχωρήσει στην εκρίζωση των αμπελώνων παραβίασε την συμφωνία μεταξύ των μερών και εάν πλούτισε αδικαιολόγητα εις βάρος της Ενάγουσας. Πριν εξεταστούν το πιο πάνω ζητήματα κρίνω ότι θα πρέπει να γίνει αναφορά στις αρχές στην βάση των οποίων ερμηνεύεται μια σύμβαση εφόσον το εν λόγω θέμα είναι κρίσιμο για την παρούσα υπόθεση. Ως λέχθηκε στην Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1Α Α.Α.Δ 168 η ερμηνεία εγγράφων είναι γενικά νομικό ζήτημα το οποίο αποφασίζεται από το Δικαστήριο. (βλ. και Halfdan Grieg ν. Stirling Coal Corpn [1973] 1 All E.R. 545). Ο σκοπός της ερμηνείας εγγράφων είναι η ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών όπως διακηρύσσεται στο έγγραφο. Η ερμηνεία πρέπει να είναι όσο το δυνατό πλησιέστερη στην εμφανή πρόθεση των μερών, όπως ο νόμος επιτρέπει. Η βασική αρχή είναι ότι η πρόθεση των συμβαλλομένων είναι όπως εκφράστηκε με τις λέξεις που περιέχονται στο έγγραφο (βλ. Panayiotou v. Island Beach Development
(1985)1 C.L.R. 623). Σχετικά είναι επίσης τα ακόλουθα αποσπάσματα από την αγγλική νομολογία τα οποία εκτίθενται στην Λαζούρας ανωτέρω: «the question is not what the parties to a deed may have intended to do by entering into that deed, but what is the meaning of the words used in that deed: a most important distinction in all cases of construction and the disregard of which often leads to erroneous conclusions» (βλ. Monypenny v. Monypenny [1861] 9 H.L.C. 114 σελ. 146) και «I conceive that all deeds are to be construed not only strictly according to their words, but so far as possible, without infringing any rule of law, in such a way as to effectuate the intention of the parties» (βλ. Hilbers ν. Parkinson [1883] 25 Ch. D. 200, σελ. 203). Εναπόκειται στο Δικαστήριο να ερμηνεύσει τις γραπτές πρόνοιες της συμφωνίας. (Βλέπε σύγγραμμα Chitty on Contracts, Vol. 1, 22η έκδοση παρ. 587). Ο σκοπός της όλης ερμηνείας των όρων της γραπτής συμφωνίας είναι να αποκαλυφθεί από αυτούς η πρόθεση των μερών της συμφωνίας. Στην παρ. 586 αναφέρονται τα ακόλουθα: "The cardinal presumption is that the parties are presumed to have intended what they have in fact said, so that their words must be construed as they stand. That to say, the meaning of the document or of a particular part of it is to be sought in the document itself". Για να εξευρεθεί το νόημα των διαφόρων όρων που περιλαμβάνει μια σύμβαση πρέπει να ερμηνεύεται συνολικά και με συμμετρικότητα μη τυχόν δημιουργηθεί δυσαρμονία στην εξήγηση τους, η οποία δε θα φανερώνει την αντικειμενικοποιημένη πρόθεση των μερών. Το έργο αυτό είναι ιδιαίτερα δύσκολο όταν το έγγραφο στο οποίο διατυπώνεται η συμφωνία δεν είναι λεπτομερές, με αποτέλεσμα να μη φανερώνει πλήρως και με σαφήνεια την πρόθεση των μερών. Στην παρούσα περίπτωση η σύμβαση μεταξύ των μερών είναι λεπτομερής και σαφής. Η διαφορετική προσέγγιση των δυο μερών σε ότι αφορά την ερμηνεία της δεν προκύπτει από ασάφεια ή άλλο ελάττωμα του κειμένου. Η πλευρά του Εναγομένου επιλέγει να κρυφτεί πίσω από το άρθρο 4 της επίδικης σύμβασης και ισχυρίζεται ότι αφής στιγμής παρέδωσε το ακίνητο κατά την κατάσταση στην οποία ευρίσκετο την τελευταία τριετία πριν την λήξη της σύμβασης είναι συμμορφωμένος με τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Αυτή η εισήγηση ουδόλως με βρίσκει σύμφωνη. Ούτε μπορεί να γίνει αποδεκτό όχι μόνο στη νομική σφαίρα αλλά και στην σφαίρα της λογικής ότι ένας συμβαλλόμενος μπορεί να προβαίνει σε ρητή παράβαση όρου συμβολαίου και να κρύβεται πίσω από άλλο όρο για να αποποιηθεί της ευθύνης του. Ούτε είναι σχετικό για το Δικαστήριο κατά πόσο το Σ.Α.Π ήθελε ή όχι τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη του χωραφιού για να εγκρίνει αίτημα για εκρίζωση. Το μόνο σχετικό για το Δικαστήριο είναι ότι με βάση τον όρο 1.
(1)(γ) σελ. 2 του Τεκμηρίου 1 όπου γίνεται ρητή αναφορά ότι : «Ο ενοικιαστής θα έχει το δικαίωμα διαρκούσης της ενοικιάσεως να περιφράξει τα ενοικιαζόμενα χωράφια και να προβαίνει εντός των ενοικιαζομένων χωραφίων δι' ίδιον αυτού λογαριασμό και όφελος εις οιασδήποτε καλλιέργειας φυτειών αμπελώνων . νοείται ότι εάν ο ενοικιαστής επιθυμεί να προβεί εις οιασδήποτε άλλου είδους φυτείας ή έργα εντός των ρηθέντων χωραφιών τούτο δύναται να πράξει αφού προηγουμένως εξασφαλίσει την έγγραφο συγκατάθεση του ιδιοκτήτη». Ο πιο πάνω όρος δεν αφήνει περιθώρια άλλης ερμηνείας. Ο Εναγόμενος όφειλε πριν την εκρίζωση των αμπελώνων να λάβει την έγγραφη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, δηλαδή της Ενάγουσας. Κατά την ακρόαση διαφάνηκε ως παραδεκτό ότι ο Εναγόμενος προχώρησε στην εκρίζωση των αμπελώνων χωρίς να πάρει την συγκατάθεση της Ενάγουσας. Το αν η Ενάγουσα επέτρεψε στον Εναγόμενο να συνεχίσει να καρπούται των χωραφιών και να προβεί σε άλλες φυτείες μετά την παραβίαση από μέρους του της σύμβασης δεν δημιουργεί κώλυμα στην έγερση της αγωγής, ως η εισήγηση του ευπαίδευτου συνήγορού για τον Εναγόμενο. Ομοίως , δεν μπορεί να απαλλάξει τον Εναγόμενο από τις επιπτώσεις της ενέργειας του να προχωρήσει στην εκρίζωση των αμπελώνων κατά παράβαση του συμβολαίου του και των συμβατικών του υποχρεώσεων για το οποίο εισέπραξε και όφελος. Ο τερματισμός μιας σύμβασης είναι δικαίωμα και όχι υποχρέωση και σίγουρα δεν μπορεί να ενεργήσει σε βάρος του αναίτιου μέρους η ενέργεια του να επιτρέψει στην σύμβαση να συνεχίσει. Στην επίδικη σύμβαση ο όρος 10 προνοεί ότι : «πάντες οι όροι του παρόντος εγγράφου είναι ουσιώδεις όροι και παράβασης οιουδήποτε όρου υπό ενός των συμβαλομένων δίδει το δικαίωμα εις τον άλλον να αξίωση νόμιμους αποζημιώσεις». Ο εν λόγω όρος δεν θέτει σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης προυπόθεση τερματισμού της συμφωνίας ουτοσώστε να δικαιούται το αναίτιο μέρος την διεκδίκηση αποζημιώσεων. Η ερμηνεία του εγγράφου της σύμβασης δεν αφήνει περιθώρια άλλης κατάληξης. Ο εναγόμενος ενήργησε κατά παράβαση της συμφωνίας εκριζώνοντας τους αμπελώνες χωρίς την συγκατάθεση της Ενάγουσας, ως όφειλε να εξασφαλίσει με βάση την συμβατική τους σχέση. Με δεδομένη την πιο πάνω κατάληξη θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η Ενάγουσα δικαιούται σε αποζημιώσεις, λόγω της πιο πάνω παράβασης. Οι αρχές που διέπουν τον καθορισμό των αποζημιώσεων για την διάρρηξη συμφωνίας περιέχονται στο Άρθρο 73
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, ΚΕΦ.149. Οι πρόνοιες του ενσωματώνουν τις αρχές του αγγλικού δικαίου για την τεκμηρίωση της ζημίας και το ύψος των αποζημιώσεων. Το άρθρο 73
(1)προβλέπει τα εξής: «73.-
(1)Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο , για την ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της συμβάσης. Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της συμβάσης». Οι διατάξεις του Άρθρου 73
(1)αποτέλεσαν το αντικείμενο ερμηνείας σε σειρά κυπριακών αποφάσεων. (Markou v. Michael 19 C.L.R. 282. Charalambous v. Vakana
(1982)1 C.L.R. 310. Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499.) Η γενική αρχή, η οποία διέπει τον καθορισμό των αποζημιώσεων είναι εκείνη της αποζημίωσης, δηλαδή το αθώο μέρος πρέπει να τεθεί, σε όποιο βαθμό αυτό μπορεί να επιτευχθεί, με το χρήμα στην ίδια θέση στην οποία θα ήταν ως εάν η συμβάση να είχε εκτελεστεί. Αυτό επιτυγχάνεται συνήθως με την επιδίκαση αποζημιώσεων οι οποίες είναι λογικά προβλεπτές κατά το χρόνο της σύναψης της συμφωνίας, και είναι πιθανό να προκύψουν από τη διάρρηξη της συμφωνίας. Το χρονικό σημείο προσδιορισμού των αποζημιώσεων συνήθως είναι η ημερομηνία της παράβασης της σύμβασης όμως το Δικαστήριο έχει την διακριτική ευχέρεια να καθορίσει άλλο χρονικό σημείο (Μαγδαληνή Θεοδούλου Καλόγηρου vs 1. A.Zakheos Estates Ltd 2. Επίσημος Παραλήπτης
(2008)1 Α.Α.Δ. 1260) .Η δε δυσχέρεια στον υπολογισμό δεν είναι λόγος για άρνηση απόδοσης αποζημίωσης. Ως η κατάληξη του Δικαστηρίου, ανωτέρω, διάρρηξη της υπό εξέτασης συμφωνίας έγινε με την εκρίζωση των αμπελώνων. Η ζημιά ή απώλεια που υπέστηκε η Ενάγουσα , ένεκα της παράβασης της σύμβαση είναι η αξία των αμπελώνων που εκριζώθηκαν. Δεν έχει προσκομιστεί ενώπιον μου μαρτυρία σε σχέση με την αξία των φυτειών που εκριζώθηκαν, οι οποίες ως έχει αποφασιστεί ανήκαν στην Ενάγουσα, ούτε μπορώ να αποδεκτώ την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Ενάγουσας ότι η αξία της φυτείας καθορίστηκε από το Σ.Α.Π. με την αποζημίωση που δόθηκε. Παρομοίως , δεν μπορώ να παραβλέψω ότι με την ενέργεια του Εναγόμενου να παραβιάσει την μεταξύ του και της Ενάγουσας σύμβαση και να εκριζώσει τους αμπελώνες εισέπράξε το ποσό των Λ.Κ. 4.358,70. Το ποσό αυτό δεν θεωρώ ότι καταδεικνύει την αξία των αμπελώνων που εκριζώθηκαν αλλά θεωρώ ότι είναι πρέπει να δοθεί στην Ενάγουσα, έχοντας διαπιστώσει ότι ο Εναγόμενος επλούτισε σε βάρος της Ενάγουσας με την πράξη εκρίζωσης Η αρχή του αδικαιολόγητου πλουτισμού (unjust enrichment) μπορεί να χαρακτηριστεί και ως "το τελευταίο οχυρό της δικαιοσύνης". Βάσει αυτής της αρχής, διεκδικείται η επιστροφή του ποσού που εισέπραξε ο Εναγόμενος από το ΣΑΠ. Κατ' αρχάς να τονίσω ότι για να αποδοθεί θεραπεία, δεν χρειάζεται η αγωγή να στηρίζεται σε τέτοια βάση. Η αρχή δεν αποτελεί καν αυτόνομη και αυτοτελή βάση αγωγής. Αρκεί, να δικαιολογείται η επίκληση της αρχής, με βάση τους προβαλλόμενους στα δικόγραφα ισχυρισμούς και την προσαχθείσα μαρτυρία. Ο αδικαιολόγητος πλουτισμός, ως έννοια, βρίσκεται στον πυρήνα της γενικότερης αξίωσης για αποκατάσταση (restitution) που παρέχεται από τους κανόνες επιείκειας (βλ. Chitty on Contracts (General Principles), (27η έκδοση), σελ.1392, παρ.29-007 και Minerva Finance Investment Ltd v. Γεωργιάδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 2173. Πρόκειται για ιδιότυπη αρχή που έχει ως στόχο την απόδοση δικαιοσύνης σε περιπτώσεις που εκφεύγουν της στενής εφαρμογής των αρχών του δικαίου των συμβάσεων και γενικά δεν εντάσσονται στα στεγανά του κοινοδικαίου. Στο σύγγραμμα Chitty (ανωτέρω) παρ. 29-007, αναφέρεται, ότι ο αδικαιολόγητος πλουτισμός εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου κάποιος έχει άδικα πλουτίσει σε βάρος άλλου και θα πρέπει έτσι να αποκαταστήσει την αδικία. Στην υπόθεση Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1077, αναφέρθηκε ότι η αρχή του αδικαιολόγητου πλουτισμού προσφέρει ανταπόδοση πέραν και ανεξάρτητα οποιουδήποτε συμβατικού πλαισίου ή όπου το συμβατικό πλαίσιο αποτυγχάνει. Για επιτυχή επίκληση της αρχής του άδικου πλουτισμού θα πρέπει να καταδειχθεί (α) πως ο εναγόμενος πλούτισε (enriched) από όφελος (benefit), (β) εξόδοις του ενάγοντος (at the plaintiff´s expense) και (γ) ότι θα ήταν άδικο να επιτραπεί στον εναγόμενο να διατηρήσει το όφελος (retention of the benefit would be unjust) (βλ. Goff and Jones The Law of Restitution, (2η έκδοση), σελ.11-45, Chitty (ανωτέρω) παρ. 29-011 και Χρίστου v. Khoreva,
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Η αρχή τυγχάνει εφαρμογής σε περιπτώσεις λήψης χρημάτων ή άλλης περιουσίας με υπέρμετρο επηρεασμό, με ψυχική πίεση, με απειλές, με τέχνασμα, κατά λάθος και γενικά υπό οποιεσδήποτε συνθήκες που οι κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης και της επιείκειας επιτάσσουν επιστροφή των χρημάτων ή της περιουσίας. Αποκατάσταση (restitution) δεν διατάσσεται (α) όπου ο ενάγοντας παρείχε το όφελος ως έγκυρο δώρο ή προς εκπλήρωση κάποιας έγκυρης υποχρέωσης που είχε προς τον εναγόμενο, δυνάμει του κοινοδικαίου, του δικαίου της επιείκειας ή κάποιου νομοθετήματος, (β) όπου ο ενάγοντας παρείχε το όφελος υποκύπτοντας ή συμβιβάζοντας μια έντιμη αξίωση του εναγόμενου, (γ) όπου ο ενάγοντας παρείχε το όφελος, εκτελώντας υποχρέωση την οποία όφειλε σε τρίτο πρόσωπο ή ενεργώντας εκούσια προς εξυπηρέτηση του δικού του συμφέροντος, (δ) όπου ο ενάγοντας ενήργησε εκούσια παρέχοντας όφελος στον εναγόμενο, ο οποίος ούτε ζήτησε ούτε εξέφρασε επιθυμία για το όφελος που πήρε (the plaintiff acted officiously). Αυτού λεχθέντος υπάρχουν περιπτώσεις όπου παρά το εθελούσιο της πληρωμής, μπορεί να ανακτηθεί (βλ. Chitty (ανωτέρω) παρ. 29.090 και επόμενες), (ε) όπου ο εναγόμενος δεν μπορεί να επανέλθει στην αρχική του θέση ή όταν είναι καλόπιστος αγοραστής και (στ) όπου λόγοι δημοσίου συμφέροντος (public policy) αποκλείουν την αποκατάσταση (βλ.Goff and Jones (ανωτέρω) σελ.24 και Chitty (ανωτέρω), παρ. 29-011). Στην προκειμένη περίπτωση, επισημαίνω κατ' αρχάς ότι τα γεγονότα για απόδοση θεραπείας, με βάση αυτή την αρχή εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης με απόλυτη επάρκεια και σαφήνεια. Ο Εναγόμενος από το Σ.Α.Π. εισέπραξε χρηματικό ποσό από την εκρίζωση των αμπελώνων τα οποία άνηκαν στην Ενάγουσα και κατά την κρίση μου είναι άδικο να επιτραπεί στον Εναγόμενο να διατηρήσει αυτό το χρηματικό όφελος. Εν κατακλείδι, καταλήγω ότι η Ενάγουσα «δικαιούται απόφαση για το ποσό των με βάση την αρχή του άδικου ή αδικαιολόγητου πλουτισμού, εφόσον στην προκείμενη περίπτωση ικανοποιούνται και οι τρεις προϋποθέσεις που τίθενται για την παροχή τέτοιας θεραπείας, όπως αναλύονται πιο πάνω. Θα προχωρήσω να εξετάσω την Ανταπαίτηση του Εναγομένου. Με την Ανταπαίτηση του ο Εναγόμενος αξιοί ποσό ΛΚ200- €341,75 για την αγορά διόδου. Οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να καταγράφονται με ακρίβεια στα δικόγραφα και να αποδεικνύονται με μαρτυρία, με σαφήνεια και αυστηρότητα, βλ. Αλκιβιάδης κ.α. ν. Αντωνίου
(2008)1 ΑΑΔ 186, Παπαϊωάννου ν. Κωνσταντίνου
(2008)1 ΑΑΔ 1083 και Ismail v. Αντωνίου κ.α. (ανωτέρω). Στην υπόθεση Ελισάβετ Ηρακλέους ν. Ρένου Πέτρου
(1994)1 Α.Α.Δ 239, λέχθηκαν τα εξής: «Εναπόκειται στον ενάγοντα σε κάθε περίπτωση να αποδείξει με κατάλληλη μαρτυρία τα κονδύλια που συνιστούν ειδική ζημιά, και τα οποία έχει προηγουμένως συμπεριλάβει στο δικόγραφο του. Τι ακριβώς είναι η ζημιά αυτή και πως διαφοροποιείται από την γενική ζημιά μας διευκρινίζει η κλασσική απόφαση του Λόρδου Goddard στην British Transport Commission v. Gourley [1956] A.C. 185, 206. Η απόδειξη ειδικών ζημιών κινείται μέσα σε αυστηρά πλαίσια. Ο ίδιος δικαστής στην Bonham - Carter v. Hyde Park Hotel Ltd.
(1948)64 T.L.R. 177, 178 είπε: "Plaintiffs must understand that if they bring actions for damages it is for them to prove their damage; it is not enough to write down the particulars, and, so to speak, throw them at the head of the court, saying "This is what I have lost, I ask you to give me these damages". They have to prove it"». Ο Εναγόμενος δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο καμιά μαρτυρία για να αποδείξει την δαπάνη του ποσού που ανταξιώνει, πέραν της δήλωσης ότι το δαπάνησε. Με βάση τις αρχές της νομολογίας η δήλωση αυτή δεν είναι αρκετή προς απόδειξη της ανταπαίτησης του. Ως εκ τούτου ο Εναγόμενος απέτυχε να αποδείξει το μέρος αυτό της ανταξίωσης του. Περαιτέρω ο Εναγόμενος ζητά σειρά δηλωτικών αποφάσεων , τις οποίες εγκατέλειψε δια της αγόρευσης του με εξαίρεση την δήλωση με την οποία ζητά να του αποδοθεί ότι η εκρίζωση των αμπελώνων που κατείχε έγινε στα πλαίσια των συμβατικών του υποχρεώσεων. Η θεραπεία αυτή δεν μπορεί να αποδοθεί στον Εναγόμενο, αφού το Δικαστήριο έχει καταλήξει ήδη ότι η πράξη εκρίζωσης από μέρους του εναγόμενου οδήγησε στην διάρρηξη της μεταξύ των μερών συμφωνίας. Αναπόφευκτα όλη η ανταξίωση του Εναγόμενου απορρίπτεται. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των €7453,37 (που αντιστοιχεί σε £4.358,70) πλέον νόμιμο τόκο, πλέον έξοδα στην κλίμακα επιτυχίας, όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς διαταγή ως προς τα έξοδα. (Υπ). ................. Ε. Ευθυμίου - Ανδρέου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Επανέκδοση από το Current Legal Problems, vol 38, 1985 p 1-27. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο