← Κύπρος

Γ.Μ.ΝΕΟΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. Χρυσοστόμου Θεοδότου, Αρ.Αγωγής: 1369/2015, 28/2/2016

Γ.Μ.ΝΕΟΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. Χρυσοστόμου Θεοδότου, Αρ.Αγωγής: 1369/2015, 28/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A130 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Α.Παντελή, Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 1369/2015 Μεταξύ: Γ.Μ.ΝΕΟΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ Ενάγουσας και Χρυσοστόμου Θεοδότου Εναγομένου ----------- Αίτηση για παραμερισμό απόφασης Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου 2016 Για τον εναγόμενο/αιτητή: κος Διομήδους Για την ενάγουσα/καθ'ης η αίτηση: κος Κόκκινος Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η υπό κρίση αίτηση επιζητεί τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του εναγομένου. Θα έλεγε κανείς πως αίτημα ως το υπό κρίση είναι καθημερινό και σύνηθες, εν τούτοις η παρούσα υπόθεση διαφέρει. Εκείνο που την καθιστά διαφορετική είναι το γεγονός ότι υποβάλλεται για δεύτερη συνεχή φορά. Εν ολίγοις, καίτοι εκδόθηκε απόφαση ερήμην του εναγομένου και ακολούθως παραμερίστηκε, στη συνέχεια εκδόθηκε νέα απόφαση και πάλιν ερήμην του εναγομένου. Αυτή λοιπόν τη δεύτερη απόφαση είναι που πλήττει η επίδικη αίτηση και αυτό είναι που καταδεικνύει ιδιαιτερότητα, εφόσον το δικαστήριο επιλαμβάνεται το ίδιο αίτημα δύο φορές. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Το πραγματικό πλαίσιο, εν προκειμένω στην έκταση που επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενου του φακέλου, διαπιστώθηκε στην απόφαση που προηγήθηκε. Τούτη η απόφαση, που όπως έχει λεχθεί έχει ανάλογο περιεχόμενο, είναι ημερομηνίας 28.1.

  1. Στη συνέχεια και για καλύτερη αντίληψη όσων ακολουθούν θα αναφέρομαι στην απόφαση ημερομηνίας 28.1.2016, ως η πρώτη απόφαση. Σε αυτή την πρώτη απόφαση διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα· «Από το περιεχόμενο του φακέλου διαπιστώνεται ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στον εναγόμενο προσωπικά την 26.05.
  2. Παρεμβάλλω εδώ ότι ο εναγόμενος δέχεται πως το κλητήριο ένταλμα του επιδόθηκε κατ'αυτό τον τρόπο. Ως εκ τούτου, εκλαμβάνω ως γεγονός την επίδοση κατά τον τρόπο που έχει αναφερθεί. Μετά την επίδοση της αγωγής, συγκεκριμένα την 22.06.2015, οι ενάγοντες καταχώρισαν αίτηση για έκδοση απόφασης, επί τω ότι ο εναγόμενος παρέλειψε να καταχωρίσει εμφάνιση. Η σχετική αίτηση ορίστηκε την 30.06.2015, ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση του δικαστηρίου. Εν ολίγοις, την 30.06.2015 εκδόθηκε απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου, ερήμην του τελευταίου. Αυτή η απόφαση λοιπόν είναι το αντικείμενο της επίδικης αίτησης που καταχωρίστηκε την 04.08.2015.» Περιπλέον, αφότου παρατέθηκαν και αποτιμήθηκαν οι θέσεις των διαδίκων, διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα· «Υπό το φως όλων των πιο πάνω καταλήγω πως η αλήθεια του πράγματος δεσπόζει στους ισχυρισμούς Καλλή και εναγομένου. Διαπιστώνω λοιπόν, ως πραγματικό γεγονός, ότι ο μεν εναγόμενος επισκέφτηκε το δικηγόρο Καλλή την 27.05.2015, ότε και του έδωσε οδηγίες να καταχωρίσει σημείωμα εμφανίσεως στην αγωγή που του επιδόθηκε την 26.05.
  3. Καίτοι ο συνήγορος άνοιξε το φάκελο 9908, την επαύριον της επίσκεψης και μέχρι την 10.06.2015 το σύστημα ηλεκτρονικών υπολογιστών του γραφείου δέχθηκε επίθεση, λόγος δια τον οποίο οι συνήγοροι δεν συμμορφώθηκαν με τις οδηγίες του εναγομένου, δηλαδή δια καταχώριση σημειώματος εμφανίσεως. Τούτη η παράλειψη διαπιστώθηκε την 28.07.2015, όταν πλέον είχε εκδοθεί απόφαση.» (και πιο κάτω) «Ως εκ των πιο πάνω, ο εναγόμενος διατάζεται να καταβάλει τα έξοδα που αναφέρονται στην απόφαση ημερομηνίας 30.06.
  4. Εν κατακλείδι, ο εναγόμενος είναι ελεύθερος να καταχωρίσει σημείωμα εμφανίσεως εντός 10 ημερών από σήμερα.» Τώρα, το περιεχόμενο του φακέλου αποκαλύπτει ότι μετά την έκδοση της πρώτης απόφασης καταχωρίστηκε νέα αίτηση για απόφαση. Τούτη η αίτηση καταχωρίστηκε την 10.5.2016 και ζητούσε την έκδοση απόφασης διά το λόγο ότι ο εναγόμενος παρέλειψε να καταχωρίσει εμφάνιση. Περιττό να ειπωθεί ότι η αίτηση ήταν ex-parte, όπως άλλωστε προβλέπεται από τον κ.8

(1)(
  1. s)της Δ.48. Η μονομερής τούτη αίτηση ορίστηκε την 13.6.2016. Σε αυτή την τελευταία ημερομηνία οι ενάγοντες προσκόμισαν στο δικαστήριο τα όποια στοιχεία είχαν και η αξίωση αποδείχθηκε. Ως εκ τούτου εκδόθηκε και πάλι απόφαση, δηλαδή η απόφαση που ο εναγόμενος ζητά να παραμεριστεί. Συνεπώς η απόφαση που αφορά η αίτηση είναι ημερομηνίας 13.6.2016. Η επίδικη αίτηση καταχωρίστηκε την 14.11.2016. Παρεμβάλλω εδώ ότι η αίτηση εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.16 κ.7, Δ.17 κ.10, Δ.26 κ.14, Δ.33 κ.5, Δ.48 κ.κ.1 έως 4 και 9(
  2. h)και Δ.64, καθώς επίσης στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από δύο ένορκες δηλώσεις. Τη μια ορκίζεται ο εναγόμενος και την άλλη ο Νίκος Γεωργίου, δικηγόρος στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί τον εναγόμενο. Ας λεχθεί από τώρα ότι η ενάγουσα αντιτίθεται στο αίτημα. Οι λόγοι διά αυτή τη θέση παρατίθενται στην ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Όπως αναφέρεται εκεί· «1.Η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και αστήρικτη. 2.Οι Ένορκες δηλώσεις οι οποίες συνοδεύουν την Αίτηση δεν αποκαλύπτουν νομικό υπόβαθρο ή πραγματικά γεγονότα για παραμερισμό της απόφασης ημερ.13/06/2016. 3.Οι Ενόρκως Δηλούντες δεν αναφέρουν τα πραγματικά και αληθή γεγονότα στις ένορκες δηλώσεις τους. 4.Δεν παρέχονται καθόλου και/ή επαρκή και/ή βάσιμα δικαιολογητικά για την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης. 5.Η επίδοση της αγωγής έγινε προσωπικά στον εναγόμενο-αιτητή στην πιο πάνω αγωγή. 6.Η Αίτηση γίνεται σε προχωρημένο στάδιο και συγκεκριμένα αφού ήδη έχει παραμεριστεί μετά από αίτηση παραμερισμού η απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνία 30/06/2015 και αφού ο εναγόμενος και/ή οι δικηγόροι αυτού αμέλησαν εκ νέου να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης. 7.Ο Εναγόμενος/αιτητής δεν έχει καμία και/ή καμία βάσιμη υπεράσπιση στην Αγωγή.» Επί της ουσίας του πράγματος ο εναγόμενος αναφέρει ότι, μετά την πρώτη απόφαση έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του να καταχωρίσουν σημείωμα εμφανίσεως. Πράγμα που έπραξαν την 2.2.2016, δηλαδή εντός της περιόδου που έταξε το δικαστήριο. Εν τούτοις, για άγνωστους στον εναγόμενο λόγους, την 13.6.2016 εκδόθηκε εκ νέου απόφαση εναντίον του, πράγμα που πληροφορήθηκε την 7.11.2016, όταν επικοινώνησε μαζί του δικαστικός επιδότης για εκτέλεση εντάλματος κινητής περιουσίας. Αμέσως επικοινώνησε με τους δικηγόρους του, οι οποίοι την 8.11.2016 ζήτησαν να ερευνήσουν το φάκελο της υπόθεσης. Τούτος τους δόθηκε τη 10.11.2016, ότε και διαπίστωσαν ότι δεν υπήρχε σε αυτόν σημείωμα εμφανίσεως. O εναγόμενος διατείνεται ότι είναι άδικο να επιβαρυνθεί την εκδοθείσα απόφαση, τη στιγμή που καταχώρισε σημείωμα εμφανίσεως. Τέλος, υποστηρίζει ότι έχει καλή υπεράσπιση και πως πρέπει να του επιτραπεί να την προβάλει. Αναφέρει βεβαίως και το πραγματικό υπόβαθρο που δικαιολογεί, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, τον ισχυρισμό ότι έχει υπεράσπιση. Το περιεχόμενο της δήλωσης του Γεωργίου, δηλαδή του δικηγόρου, συναρτάται με το πρώτο σκέλος των ισχυρισμών του εναγομένου. Ο Γεωργίου αναφέρει εν προκειμένω ότι μετά την πρώτη απόφαση έλαβε οδηγίες από τον εναγόμενο, αλλά και το δικηγόρο Κωνσταντίνο Καλλή, να καταχωρίσει σημείωμα εμφανίσεως. Πράγμα που έκανε, υποστηρίζει, την 2.2.2016, δηλαδή εντός της ταχθείσας από το δικαστήριο προθεσμίας. Στην ένορκη δήλωση Γεωργίου επισυνάπτεται αντίγραφο τούτου του σημειώματος (βλ. τεκμήριο 1 από δήλωση Γεωργίου). Αναφέρει περαιτέρω ότι την 7.11.2016 επικοινώνησε μαζί του ο εναγόμενος και του ανέφερε τα καθέκαστα σε σχέση με την έκδοση εντάλματος κινητών. Ο Γεωργίου τον διαβεβαίωσε ότι καταχώρισε σημείωμα εμφανίσεως και μάλιστα έτρεξε να εντοπίσει αντίγραφο τούτου. Επεξηγεί ο ομνύων ότι πάντα φροντίζει να έχει αντίγραφο για σκοπούς του αρχείου του γραφείου. Εντόπισε λοιπόν το αντίγραφο του σημειώματος και επαναδιαβεβαίωσε τον εναγόμενο ότι καταχώρισε σημείωμα εμφανίσεως. Στην αντίπερα όχθη τη δήλωση της ενάγουσας ορκίζεται η Μαρία Μιχαήλ Γεωργιάδη, διευθύντρια της ενάγουσας. Η ομνύουσα συνοψίζει τα γεγονότα που προηγήθηκαν της πρώτης απόφασης και ακολούθως προσθέτει ότι· για δεύτερη φορά οι δικηγόροι του εναγομένου αμέλησαν να καταχωρίσουν σημείωμα εμφανίσεως. Μάλιστα προτού υποβληθεί αίτηση για απόφαση ο συνήγορος της ενάγουσας, αναφέρει η ομνύουσα, προέβη σε έρευνα στο φάκελο του δικαστηρίου, εφόσον ποτέ έλαβε σημείωμα εμφανίσεως από τον εναγόμενο. Η δε έρευνα τους κατέδειξε ότι δεν υπήρχε σημείωμα εμφανίσεως στο φάκελο και γι'αυτό καταχώρισαν νέα αίτηση για απόφαση, η οποία οδήγησε στην απόφαση 13.6.2016, που σήμερα ο εναγόμενος ζητά τον παραμερισμό της. Η καταχώριση του εντάλματος για κατάσχεση της κινητής περιουσίας του εναγομένου διενεργήθηκε την 20.10.2016 και ο εναγόμενος και οι δικηγόροι του ανταποκρίθηκαν μόνο όταν οχλήθηκαν για την εκτέλεση, λέει η ενάγουσα. Το δε ενδιαφέρον τους για την υπόθεση αναζωπυρώθηκε εννέα μήνες μετά την καταχώριση σημειώματος εμφανίσεως. Η ομνύουσα υποστηρίζει ότι· ακόμη και αν το δικαστήριο ήθελε αποδεχθεί τον ισχυρισμό της υπεράσπισης, δηλαδή ότι καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης την 2.2.2016 και πάλιν συνάγεται ότι αδιαφόρησαν πλήρως για την αγωγή, εφόσον άφησαν να διαρρεύσουν εννέα μήνες μέχρι την εκτέλεση του εντάλματος κινητών, όταν δηλαδή ενδιαφέρθηκαν για την υπόθεση. Περιπλέον, η ομνύουσα αναφέρει ότι προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι ένα και πλέον χρόνο μετά την ισχυριζόμενη καταχώριση σημειώματος εμφάνισης τούτο δεν έχει ανευρεθεί. Τέλος, είναι η θέση της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος δεν αποκαλύπτει καλή υπεράσπιση. Οι αρχές που διέπουν το αίτημα εξετάστηκαν στην πρώτη απόφαση. Ως εκ τούτου επαναλαμβάνεται ό,τι εκεί αναφέρθηκε· «Όπως έχει νομολογηθεί, o παραμερισμός απόφασης εξαρτάται, κατά κύριο λόγο, από το κατά πόσο ο αιτητής αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο (βλ. Λευκίδου v. Κανναουρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ 528 και Siberia Air v. Βαρασίδα Πουλλίκα
(2005)1 Β Α.Α.Δ 893). Βεβαίως ο έλεγχος του δικαστηρίου δεν μπορεί να μην επεκταθεί και στους λόγους δια τους οποίους ο εναγόμενος παρέλειψε να εμφανιστεί στο δικαστήριο. Ασύγγνωστη συμπεριφορά, εν προκειμένω αδιαφορία που ισούται με καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, δεν επιτρέπει παραμερισμό της απόφασης (βλ. Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1 Β Α.Α.Δ 941 και Λευκίδου, πιο πάνω). Στην Milouca, πιο πάνω, επαναλήφθηκε η βασική αρχή, όπως καθιερώθηκε στην υπόθεση Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R.
  1. Λέχθηκε λοιπόν ότι· "Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης: Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απολεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης - (βλ. παρατηρήσεις του Megaw L.J. στη Lambert ν. Mainland Market [197η 2 All E.R. 826, στη σελ. 833 (c-d)]. Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση."» Προτού αποφανθώ σε σχέση με τους πραγματικούς ισχυρισμούς που περιβάλλουν την καταχώριση ή μη σημειώματος εμφανίσεως, κρίνω ότι επιβάλλεται να αποφανθώ σε σχέση με την άλλη παράμετρο που εξετάζεται, δηλαδή αυτή της εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Είμαι της γνώμης πως σε αυτό το πλαίσιο οι ισχυρισμοί των μερών δεν τελούν υπό αμφισβήτηση και συνεπώς η διερεύνηση διευκολύνεται. Τώρα, μπορεί η επίδικη αίτηση να είναι ιδιαίτερη και αυτό όχι λόγω της φύσης της, αλλά επειδή υποβάλλεται για δεύτερη συνεχή φορά. Εν τούτοις γεγονός είναι ότι σε σχέση με την υπεράσπιση οι δύο πλευρές επαναλαμβάνουν ό,τι ανέφεραν στην προηγούμενη αίτηση. Επιβεβαίωση τούτου αποτελεί το γεγονός ότι ο εναγόμενος επαναλαμβάνει ακριβώς τους ίδιους ισχυρισμούς και η ενάγουσα απαντά κατά τον ίδιο, σχεδόν, τρόπο, όπως και την προηγούμενη φορά. Ποια όμως είναι η σημασία των πιο πάνω; Το λοιπόν, μου φαίνεται παράδοξη, τουλάχιστον και επιπλέον, αντινομική, η εισήγηση της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος δεν απέδειξε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Αυτό έχει κριθεί με την πρώτη απόφαση. Το δε σημερινό πλαίσιο ισχυρισμών είναι πανομοιότυπο με το προηγούμενο και ως εκ τούτου δεν νοείται διαφορετική κατάληξη. Η επίδικη αίτηση και ένσταση δεν έχουν μεταλλάξει το πραγματικό υπόβαθρο που τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου στα πλαίσια της προηγούμενης αίτησης παραμερισμού. Κατ'επέκταση αδυνατώ να αντιληφθώ την εισήγηση της ενάγουσας περί μη απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεση, τη στιγμή που τούτο έχει ήδη αποφασιστεί. Επί του προκειμένου το δικαστήριο είναι δεσμευμένο από την προηγούμενη απόφαση. Ως εκ τούτου καταλήγω πως αυτή η προϋπόθεση πληρείται. Σειρά έχει τώρα η άλλη παράμετρος που εξετάζεται, δηλαδή ο λόγος διά τον οποίο ο εναγόμενος παρέλειψε να εμφανιστεί στο δικαστήριο. Είναι αντιληπτό ότι επί του προκειμένου η θέση της υπεράσπισης εξαντλείται σε ένα και μόνο ισχυρισμό, δηλαδή ότι καταχωρίστηκε σημείωμα εμφανίσεως την 2.2.2016, ήτοι εντός του χρόνου που έταξε το δικαστήριο με την έκδοση της πρώτης απόφασης, εν τούτοις το σημείωμα απωλέσθηκε και δεν τοποθετήθηκε στο φάκελο του δικαστηρίου. Οφείλω, πριν οτιδήποτε άλλο, να υποδείξω ότι η ενάγουσα δεν αμφισβήτησε σθεναρά τον προειρημένο ισχυρισμό της υπεράσπισης. Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου ότι αρνήθηκε τον ισχυρισμό αυτό. Εν τούτοις δεν υπέβαλε, φερ'ειπείν ότι ο Γεωργίου ψεύδεται όταν λέει πως καταχώρισε το σημείωμα εμφανίσεως, ή ότι το τεκμήριο 1 στη δήλωσή του είναι αντίγραφο του σημειώματος που καταχώρισε. Περιπλέον, δεν ζήτησε την αντεξέταση του εναγομένου ή του Γεωργίου, ώστε να διερευνήσει και δη να πλήξει το σχετικό ισχυρισμό. Περιορίστηκε απλώς στα δικά της γεγονότα, δηλαδή ότι ουδέποτε έλαβε σημείωμα εμφανίσεως, και ότι έκανε έρευνα στο φάκελο της υπόθεσης και δεν εντόπισε τέτοιο και γι'αυτό προώθησε αίτηση για απόφαση. Με όλο το σεβασμό αλλά είμαι της γνώμης πως η μή αμφισβήτηση του εναγομένου και του Γεωργίου, δεν δικαιολογεί προσέγγιση άλλη από υιοθέτηση της σχετικής θέσης. Και εξηγώ· εν πρώτοις η μαρτυρία των δύο δεν είναι φειδωλή. Είναι εν προκειμένω εμπλουτισμένη από λεπτομέρειες που την επεξηγούν. Από την άλλη δεν αναιρείται από τις θέσεις της ενάγουσας. Ο εναγόμενος και ο Γεωργίου δεν υποστήριξαν ότι κοινοποίησαν το σημείωμα εμφανίσεως στην πλευρά της ενάγουσας. Συνεπώς, δεν αμφισβητείται ότι η ενάγουσα ουδέποτε έλαβε τέτοιο σημείωμα. Περαιτέρω, το γεγονός ότι η έρευνα της ενάγουσα έδειξε ότι στο φάκελο του δικαστηρίου δεν βρισκόταν σημείωμα εμφανίσεως, δεν αναιρεί τη θέση της υπεράσπισης. Μπορεί μάλιστα να λεχθεί ότι αυτή είναι και η πεμπτουσία του ισχυρισμού της υπεράσπισης, δηλαδή πως το σημείωμα ουδέποτε τέθηκε στο φάκελο και αυτό παρ'ότι καταχωρίστηκε. Πέραν όλων των πιο πάνω υποδεικνύεται ότι προτού οι δύο πλευρές παραδώσουν στο δικαστήριο τις γραπτές αγορεύσεις τους και συγκεκριμένα πριν την 30.1.2016, εντός του φακέλου του δικαστηρίου είχε ήδη τοποθετηθεί σημείωμα εμφανίσεως δεόντως υπογεγραμμένο και πιστοποιημένο από τον πρωτοκολλητή, με ημερομηνία καταχώρισης την 2.2.
  2. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δέχομαι ως ορθό και αληθή τον ισχυρισμό της υπεράσπισης ότι το σημείωμα εμφανίσεως καταχωρίστηκε την 2.2.
  3. Εν τούτοις για άγνωστους λόγους το εν λόγω σημείωμα δεν τέθηκε στο φάκελο του δικαστηρίου και γι'αυτό το λόγο η ενάγουσα καταχώρισε αίτηση για απόφαση και εν τέλει εκδόθηκε η απόφαση που σήμερα ζητείται να παραμεριστεί. Περιπλέον, δέχομαι ότι η ενάγουσα ουδέποτε έλαβε αντίγραφο του σημειώματος που καταχωρίστηκε. Βάσει των πιο πάνω διαπιστώσεων στρέφομαι να εξετάσω το κατά πόσο η συμπεριφορά και στάση της υπεράσπισης κρίνεται ασύγγνωστη και ασυγχώρητη, ώστε να αρμόζει το δικαστήριο να αρνηθεί παραμερισμό της απόφασης. Το λοιπόν, επί τούτου ευθέως απαντώ ότι η ενάγουσα παρερμηνεύει τις αρχές που διέπουν το ζήτημα. Και εξηγώ· Η ουσία του πράγματος αποδόθηκε στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία ν. Πουλλή
(2001)3Β Α.Α.Δ.1060,
  1. Αναφέρθηκε εκεί ότι· «Μη επίδοση της διαδικασίας στους διαδίκους καθιστούσε, ανέκαθεν στο αγγλικό δίκαιο, άκυρη διαταγή ή απόφαση που εκδιδόταν στο πλαίσιο της. Η θεμελιώδης αυτή αρχή του αγγλικού δικαίου αποτυπώνεται ως ακολούθως στο εισαγωγικό μέρος της Graig v. Kanssen [1943] 1 K.B.256 (C.A.):- "A person who is affected by an order of the court which can properly be described as a nullity is entitled ex debito justitiae to have it set aside. Failure to serve process where service of process is required renders null and void an order made against the party who should have been served. The court can set aside such an order in its inherent jurisdiction and it is not necessary to appeal from it." (Ελληνική μετάφραση ελεύθερη: "Πρόσωπο, το οποίο επηρεάζεται από διαταγή του δικαστηρίου, η οποία δεόντως μπορεί να χαρακτηριστεί ως άκυρη, μπορεί δικαιωματικά να ζητήσει τον παραμερισμό της, ως οφειλόμενο χρέος προς τη δικαιοσύνη. Παράλειψη επίδοσης της διαδικασίας, όπου η επίδοσή της απαιτείται, καθιστά άκυρη και ανυπόστατη τη διαταγή που εκδόθηκε εναντίον του προσώπου, προς το οποίο έπρεπε να είχε επιδοθεί. Το δικαστήριο δύναται να παραμερίσει τέτοια διαταγή, εν τη ενασκήσει της σύμφυτης δικαιοδοσίας του. Δε χρειάζεται να υποβληθεί έφεση κατ'αυτής.") Δεν απαιτείται προδιαγεγραμμένη ενέργεια ή συγκεκριμένο δικονομικό διάβημα για την κινητοποίηση του δικαστηρίου να εκπληρώσει το οφειλόμενο προς τη δικαιοσύνη χρέος και να παραμερίσει άκυρη απόφαση. Εφόσον τα γεγονότα που εκθέτουν την απόφαση σε ακύρωση περιέλθουν σε γνώση του, το ίδιο το δικαστήριο μπορεί να θέσει το θέμα και να δράσει, αφού ακούσει πάντα ενδιαφερόμενο. Άλλη αντιμετώπιση θα προσέκρουε στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, όπως υποδεικνύει ο Pennycuick V-C στη Fleet Mortgage v Lower Maisonette [1972] 2 All ER
  2. Τα ίδια υιοθετεί και ο Sir Arnold P στην Ebrahim v Ali [1983] 3 AllE.R. 615:- (σελ. 616) "It is, in my judgment, quite plain that where there has been no service of process any order made in the litigation in which process should have been served must necessarily be void, unless service has been in some way validly dispensed with." (Ελληνική μετάφραση ελεύθερη: "Σύμφωνα με την απόφασή μου, είναι σαφές ότι, όπου δε γίνεται επίδοση της διαδικασίας, οποιαδήποτε διαταγή εκδίδεται στη δίκη, στην οποία η διαδικασία έπρεπε να είχε επιδοθεί, πρέπει απαρέγκλιτα να θεωρείται ως άκυρη, εκτός εάν εξουσιοδοτήθηκε εγκύρως η μη επίδοσή της.») Διαπιστώνουμε ότι παρέχεται στο δικαστήριο σύμφυτη δικαιοδοσία ακύρωσης διαταγής ή απόφασης, που εκδίδεται σε διαδικασία η οποία δεν επιδίδεται σε ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Αυτό ισχύει τόσο στην περίπτωση της έφεσης όσο και της αντέφεσης, που ακούονται χωρίς γνωστοποίηση της διαδικασίας σε κάθε διάδικο ή ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Η ακύρωση αποτελεί χρέος προς αποκατάσταση της δικαιοσύνης και το χρέος αυτό μπορεί να πληρωθεί είτε μετά από διάβημα ενδιαφερομένου προσώπου ή με πρωτοβουλία του ιδίου του δικαστηρίου. ..."» Περαιτέρω, όπως αποκαλύπτεται από το απόσπασμα της υπόθεσης Τσεσμέλογλου ν. Σοφοκλέους, Πολ.Έφ.205/2010, ημερομηνίας 15.1.2013, το δικαστήριο υποχρεούται να παραμερίσει κάθε απόφαση που η έκδοση της αποτελεί προϊόν παράβασης ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας. Το σχετικό απόσπασμα αναφέρει τα ακόλουθα· «Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει σε ποιες περιπτώσεις είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς ακύρωση απόφασης ληφθείσας λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης. Διακρίνονται δύο περιπτώσεις: (α) όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae και (β) όπου η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει διά ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του. .» Εγείρεται λοιπόν το ερώτημα· Είναι η υπό κρίση απόφαση νομότυπη; Εν ολίγοις, εκδόθηκε δεόντως ή πάσχει; Κρίνω πως η απάντηση του πράγματος εξαρτάται από τις πρόνοιες του κ.7 της Δ.
  3. Ό,τι αναφέρεται εκεί είναι πως· «A defendant may appear at any time before judgment. If he appears at any time after the time limited by the writ for appearance, he shall be ordered to pay any costs properly incurred by the plaintiff by his failure to appear within the time limited by the writ.» Μπορεί να ειπωθεί ότι το λεκτικό του κ.7 της Δ.16 είναι απέριττο και μεστό. Ουδεμία αμφιβολία ή παρανόηση μπορεί να προκληθεί. Άπαξ και ο εναγόμενος καταχωρίσει εμφάνιση πριν την έκδοση της απόφασης, η πάρα πέρα διαδικασία έκδοσης απόφασης λόγω μη καταχώρισης σημειώματος εμφανίσεως τελματώνεται και ο ενάγων δικαιούται τυχόν έξοδα που έχουν προκληθεί λόγω του εκπροθέσμου της καταχώρισης εμφανίσεως από τον εναγόμενο. Στην παλαιά υπόθεση Vassiliades v. Mouskouris κ.ά. (1959-60) 24 C.L.R.50, υποδεικνύεται ότι το δικαστήριο δεν έχει επιλογή άλλη από το να δεχτεί την εμφάνιση. Μάλιστα σε εκείνη την περίπτωση η επιβολή όρων από το πρωτόδικο δικαστήριο, εν προκειμένω ασφάλεια εξόδων, κρίθηκε ότι δεν προβλέπεται από το σχετικό κανονισμό και ότι υποχρέωση του δικαστηρίου ήταν να αποδεχτεί την εμφάνιση. Περιπλέον, σχετική είναι και η υπόθεση Ευθυμίου ν. Χαραλάμπους
(2004)1Β Α.Α.Δ.700. Εκεί η εφεσείουσα/εναγομένη είχε καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης. Εν τούτοις σε κατοπινό στάδιο ο εφεσίβλητος/ενάγων προώθησε μονομερή αίτηση για απόφαση επί τω ότι δεν καταχωρίστηκε εμφάνιση. Ακολούθως το πρωτόδικο δικαστήριο εξέδωσε απόφαση εφόσον το καταχωρηθέν σημείωμα εμφάνισης διέλαθε την προσοχή του. Όταν στη συνέχεια υποβλήθηκε αίτηση για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης το πρωτόδικο δικαστήριο την απέρριψε. Ακυρώνοντας την απόφαση το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα· «Ενδιαφέρει βεβαίως κατά κύριο λόγο το θέμα της κανονικότητας. Και επ'αυτού τα πράγματα είναι καθαρά. Δεν ήταν δυνατός ο χαρακτηρισμός ως μη θεμελιώδους της αντικανονικότητας που προήρχετο από την έκδοση απόφασης επί αίτησης για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης όταν υπήρχε καταχωρημένη εμφάνιση, με την εξομοίωση ουσιαστικά της αίτησης για απόφαση λόγω μη καταχώρισης εμφάνισης προς αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρισης υπεράσπισης. Ούτε μπορούσε βεβαίως η αντικανονικότητα να θεραπευθεί με την έκδοση απόφασης η νομιμότητα της οποίας είναι ακριβώς το ζητούμενο. Η ύπαρξη εμφάνισης αναιρούσε το ίδιο το βάθρο της αίτησης η οποία εστηρίζετο στην απουσία εμφάνισης, η δε καταχώρηση αλλά και προώθηση της από τον Εφεσίβλητο, ο οποίος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι είχε καταχωρηθεί εμφάνιση, με μόνη αναφορά στο ότι η αγωγή είχε επιδοθή, συνιστούσε παραπλάνηση του Δικαστηρίου με ανάλογο βαθμό ευθύνης του Εφεσίβλητου. Τοσούτο μάλλον αφού προηγούμενη αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρισης εμφάνισης είχε αποσυρθεί ακριβώς όταν διεπιστώθη ότι μια ημέρα μετά από την καταχώριση της κατεχωρήθη εμφάνιση. Συγχρόνως, η ύπαρξη εμφάνισης αναιρούσε και το ίδιο το βάθρο της επί της αίτησης εκδοθείσας απόφασης η οποία εβασίζετο στο ανύπαρκτο δεδομένο της μη καταχώρισης εμφάνισης.» Είμαι της γνώμης ότι όλα τα ανωτέρω υπάγονται σε εκείνα που αναφέρονται στο Annual Practice του 1958 στη σελίδα 615 κάτω από τον τίτλο Irregular Judgment. Αναφέρεται εκεί ότι· «Where a judgment is obtained irregularly the defendant is entitled ex debito justitiae to have it set aside.» Διαπιστώνεται λοιπόν ότι είναι υποχρέωση του δικαστηρίου να ακυρώσει απόφαση που λήφθηκε παράτυπα. Τέτοια απόφαση είναι και εκείνη που παραγνώρισε το σημείωμα εμφανίσεως. Εδώ καίτοι το σημείωμα εμφανίσεως δεν ήταν στο φάκελο, η ευθύνη δεν βαρύνει τον εναγόμενο. Δικαίως ο εναγόμενος επικαλείται τα λεχθέντα στην υπόθεση Επί τοις αφορώσι τον Λουκή Παπαχριστοφόρου
(2003)1 Α.Α.Δ.332, 336, όπου λέχθηκε ότι· «Στην παρούσα υπόθεση η δήλωση του συνήγορου του εφεσείοντα περί καταχώρισης της αίτησης ημερ. 17.11.2000 για αναστολή της διαδικασίας και της ένστασης στην αίτηση έγινε στην παρουσία του συνήγορου της άλλης πλευράς. Έχουμε την άποψη πως το περιεχόμενο της δήλωσης έδινε τέτοιες λεπτομέρειες που καθιστούσαν απαραίτητη την περαιτέρω διερεύνηση του θέματος. Οι περιστάσεις ήταν τέτοιες που έπρεπε να είχε κληθεί από το Πρωτόδικο Δικαστήριο ο Πρωτοκολλητής και να του ζητηθεί να εντοπίσει την αίτηση. Τονίζουμε ότι η υποχρέωση των μερών εξαντλείται με την παράδοση των σχετικών εγγράφων στο Πρωτοκολλητείο. Η αρχειοθέτηση τους και καταχώριση τους στο φάκελο της υπόθεσης αποτελεί ευθύνη του Πρωτοκολλητείου.» Μου φαίνεται παράλογο ότι η ενάγουσα ζητά από τον εναγόμενο να επωμισθεί το σφάλμα του πρωτοκολλητείου. Μάλιστα το εν λόγω σφάλμα έχει για τον εναγόμενο δυσμενείς και δυσβάστακτες επιπτώσεις, εφόσον οδήγησε σε έκδοση απόφασης. Είμαι της γνώμης ότι υπό τις περιστάσεις ο παραμερισμός της απόφασης είναι επιβεβλημένος, δοθέντος ότι αποτελεί διαπίστωση του δικαστηρίου πως ο εναγόμενος είχε καταχωρίσει σημείωμα εμφανίσεως. Οι δε αιτιάσεις της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος αδιαφόρησε για εννέα μήνες, δηλαδή από την καταχώριση σημειώματος εμφάνισης μέχρι και που οχλήθηκε από τον επιδότη για την εκτέλεση του εντάλματος κινητών, δεν αλλοιώνει τα πιο πάνω συμπεράσματα. Ο εναγόμενος ουδέν έπραξε εφόσον πίστευε ότι το σημείωμα εμφανίσεως του τοποθετήθηκε στο φάκελο του δικαστηρίου. Μπορεί μεν να μην καταχώρισε υπεράσπιση, ως όφειλε, αλλά δεν αγωνιούσε εφόσον γνώριζε ότι αν η ενάγουσα επιθυμούσε γρήγορη καταχώριση τέτοιας [υπεράσπισης], θα ενεργοποιούσε τον ανάλογο δικονομικό μηχανισμό. Δεν το έκανε όμως γιατί το λάθος του πρωτοκολλητείου εκτροχίασε την όλη διαδικασία και συνεπώς ακολουθήθηκε δικονομική ατραπός που δεν δικαιολογείτο από τα πραγματικά περιβάλλοντα δεδομένα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι ο εναγόμενος δικαιούται τον παραμερισμό της απόφασης. Ως εκ τούτου η απόφαση ημερομηνίας 13.6.2016 παραμερίζεται. Υπό τις περιστάσεις, δηλαδή ότι ο εναγόμενος καταχώρισε το σημείωμα εμφανίσεως του δεόντως και εντός του χρόνου που έταξε το δικαστήριο και περιπλέον, ότι ούτε και η ενάγουσα ευθύνεται για την έκδοση της απόφασης, κρίνω ότι αρμόζει τα έξοδα της επίδικης διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν και εγκριθούν, να καταστούν έξοδα δίκης. Εν ολίγοις, τούτα τα έξοδα θα τα δικαιούται ο επιτυχών διάδικος στην αγωγή. Ο εναγόμενος δικαιούται να καταχωρίσει υπεράσπιση εντός δέκα ημερών από σήμερα. (Υπ.) ......... Λ.Α.Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.