ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΣΙΜΙΛΛΙΔΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 878/16, 1/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 878/16 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσας και
- ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΣΙΜΙΛΛΙΔΗΣ
- ΚΟΥΛΛΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ
- ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ Εναγομένων 01 Ιουλίου 2016 Για τους ενάγοντες: κα Ολυμπίου Για τους εναγόμενους 2 και 3: κα Προδρόμου για κο Μίτσιγκα RULING Το ζήτημα που εδώ απασχολεί είναι καθ' όλα δικονομικό. Τα γεγονότα, ως αυτά διαπιστώνονται από το φάκελο της δικογραφίας, φανερώνουν αυτό που το δικαστήριο καλείται να αποφασίσει. Ως εκ τούτου σπεύδω να τα συνοψίσω. Η αίτηση που ενδιαφέρει καταχωρίστηκε την 22.04.
- Αντικείμενο τούτης είναι η έκδοση οδηγιών δυνάμει της νέας Δ.30 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Σε αυτό το στάδιο δεν εξετάζω όσα αναφέρονται στην επίδικη αίτηση, αν και υποδεικνύεται ότι συνοδεύεται από το νενομισμένο παράρτημα. Ο λόγος δια τον οποίο δεν εξετάζεται το περιεχόμενο της αιτήσεως έχει να κάνει με το ότι ζητούμενο δεν είναι αυτό, αλλά το κατά πόσο η αίτηση καταχωρίστηκε εμπρόθεσμα. Και εξηγώ· η αγωγή καταχωρίστηκε την 19.02.
- Είναι λοιπόν φανερό ότι διέπεται από τις πρόνοιες της νέας Δ.30, η οποία τέθηκε σε εφαρμογή την 01.01.2016 και με αυτό εννοώ ότι πλέον διέπει το σύνολο των υποθέσεων ανεξαρτήτως κλίμακας. Την 26.02.2016 οι εναγόμενοι 2 και 3 καταχώρισαν σημείωμα εμφανίσεως. Παρεμβάλλω ότι η όλη διαδικασία αυτούς είναι που αφορά, δηλαδή τους εναγόμενους 2 και 3, εφόσον δια τον εναγόμενο 1 την 04.04.2016 εκδόθηκε απόφαση στην απουσία του. Ως εκ τούτου επανέρχομαι στη διαδικασία που αφορά τους εναγόμενους 2 και
- Ο φάκελος της δικογραφίας αποκαλύπτει ότι η υπεράσπιση καταχωρίστηκε την 15.03.
- Οι δε ενάγοντες καταχώρισαν απάντηση την 22.04.
- Το δικονομικό ερώτημα που αναφύεται είναι κατά πόσο η επίδικη αίτηση, δηλαδή η αίτηση οδηγιών, καταχωρίστηκε εμπρόθεσμα. Ο λόγος δια τον οποίο τίθεται το ερώτημα οφείλεται στις πρόνοιες του κ.1(α) της Δ.
- Αναφέρεται εκεί ότι· «Ο ενάγων σε κάθε αγωγή υποχρεούται εντός τριάντα ημερών από το χρόνο κατά τον οποίο τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα και προτού λάβει οποιοδήποτε νέο μέτρο στην αγωγή, εκτός από αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα, να εκδώσει κλήση για οδηγίες, οριζόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου σε χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των εξήντα ημερών.» (ο τονισμός δικός μου) Περιττό να αναφέρω ότι στην περίπτωση που διάδικος δεν συμμορφώνεται με τις προθεσμίες που τάσσει η νέα Δ.30, τότε η υπόθεσή του, νοείται ότι σε αυτό συμπεριλαμβάνεται τόσο η έννοια της αγωγής όσο και της ανταπαίτησης ή άλλως πως, θεωρείται εγκαταλειφθείσα (βλ. επιφύλαξη κ.1(γ) της Δ.30). Βεβαίως το δικαστήριο κέκτηται διακριτική ευχέρεια παράτασης των σχετικών προθεσμιών, αυτό όμως εξετάζεται πιο κάτω και γι' αυτό το λόγο δεν σχολιάζεται εδώ οτιδήποτε περαιτέρω (βλ. κ.2(β) της Δ.30). Η συνήγορος των εναγόντων αναγνώρισε πως η απάντηση καταχωρίστηκε εκπρόθεσμα. Υποστήριξε εν τούτοις πως αυτό δεν επηρεάζει την τύχη της αίτησης οδηγιών. Αν όμως το δικαστήριο ήθελε αποφασίσει διαφορετικά, ανέφερε η συνήγορος, τότε ζήτησε να ληφθεί υπόψη ότι υποβάλλει προφορικό αίτημα δια παράταση του χρόνου έκδοσης κλήσης οδηγιών, το οποίο στηρίζει σε σφάλμα δικηγόρου. Από την άλλη πλευρά η συνήγορος των εναγομένων 2 και 3 δεν ανέφερε οτιδήποτε πλην του ότι αφήνει το ζήτημα στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Εξ αρχής αναφέρω ότι οι δεδηλωμένες θέσεις των συνηγόρων, και δη το γεγονός ότι δεν ενίστανται σε αίτημα, είναι παράμετρος που συναποτιμάται από το δικαστήριο, δεν είναι όμως καθοριστικής σημασίας. Το δικαστήριο είναι εκείνο που ελέγχει τη διαδικασία και κατ' επέκταση υποχρεούται να σταθμίσει το σύνολο των παραμέτρων που αποτιμούνται, ώστε να απονέμει το δίκαιο δυνάμει του συντάγματος, των νόμων και των αρχών δικαίου (βλ. Παπαχρυσοστόμου ν. Κ. Γρηγοριάδης & Συνεταίροι κ.α., Πολ. Έφ. 228/10, ημερομηνίας 04.06.2015). Με δεδομένο το λεκτικό του κ.1(α) της Δ.30 το ερώτημα που έχει τεθεί, δηλαδή εάν η κλήση για οδηγίες εκδόθηκε εμπρόθεσμα, προϋποθέτει απάντηση ενός άλλου ζητήματος, το οποίο αναδύεται μέσα από τα ιδιαίτερα γεγονότα που περιβάλλουν την επίδικη περίπτωση. Και εξηγώ· στην υπό κρίση περίπτωση η κλήση για οδηγίες εκδόθηκε την ίδια ημέρα που καταχωρίστηκε η απάντηση. Συνεπώς το δικαστήριο καλείται πρώτα να αποφανθεί πότε καταχωρείται τέτοιο δικόγραφο, εν προκειμένω απάντηση. Σχετικός είναι ο κ.14
(1)της Δ.21 όπου αναφέρεται ότι· «Where the plaintiff desires to deliver a reply, he shall file and deliver it within seven days form the delivery of the defence». Είναι λοιπόν αντιληπτό ότι αν ήθελε καταχωριστεί απάντηση τούτη καταχωρείται εντός 7 ημερών από την καταχώριση υπεράσπισης. Και πάλι όμως η διερεύνηση δεν φαίνεται να ρίχνει φως στο ερώτημα αν στην προκείμενη περίπτωση η κλήση οδηγιών εκδόθηκε εμπρόθεσμα. Αυτό γιατί μπορεί κάποιος να θέσει το εξής ερώτημα· τότε πώς αντιμετωπίζεται η περίπτωση που ο ενάγων δεν επιθυμεί την καταχώριση απάντησης; Ως εκ τούτου η όλη διερεύνηση φέρει στην επιφάνεια εκείνο που αναφέρεται στον ίδιο τον κ.1(α) της Δ.30, δηλαδή πότε τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα. Σε αυτό το πλαίσιο υποδεικνύεται ότι η σχετική φράση δεν είναι καινοφανής στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Ο κ.11 της Δ.26 αναφέρει ότι· «Where a pleading subsequent to reply is not ordered, then, at the expiration of seven days from the delivery of the defence or reply (if any); or, where a pleading subsequent to reply is ordered, and the party who has been ordered of given leave to deliver the same fails to do so within the period limited for that purpose, then, at the expiration of the period so limited, the pleadings shall be deemed to be closed and material statements of fact in the pleading last delivered shall be deemed to have been denied and put in issue.» (ο τονισμός δικός μου) Διαπιστώνεται λοιπόν ότι στους υφιστάμενους θεσμούς χρησιμοποιείται η φράση «deemed to be closed». Η ίδια φράση εντοπίζεται στην αντίστοιχη O.27 r.13, ως επίσης στην O.30 r.1
(1), των παλαιών αγγλικών κανονισμών. Μάλιστα ο τελευταίος κανονισμός [O.30 r.1
(1)] αναλογεί στον ημεδαπό κανονισμό της παλαιάς, πλέον, Δ.30 κ.1(
- b)των Θεσμών. Και οι δύο αγγλικές διαταγές ερμηνεύονται στο Annual Practice του 1958. Στο πλαίσιο της O.27 r.13 και κάτω από τον τίτλο General Effect of the Rule αναφέρεται ότι· «The effect of the rule is that the pleadings close either (
- a)seven days after defence or reply, if any, or (
- b)if a pleading subsequent to reply is ordered to be delivered and is not delivered within a certain time, then at the close of that time.» Όλα τα πιο πάνω δεν είναι άνευ αποχρώντος λόγου. Καταδεικνύουν ότι τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα άμα την καταχώριση απάντησης ή, σε περίπτωση που δεν ήθελε καταχωριστεί τέτοια, άμα την καταχώριση υπεράσπισης. Έχοντας διαπιστώσει το σημείο που καθορίζεται το κλείσιμο των δικογράφων, ό,τι απομένει να εξεταστεί είναι πλέον η αντιμετώπιση της επίδικης αίτησης. Περιττεύει βεβαίως να υποδειχθεί ότι η αίτηση είναι εκπρόθεσμη. Διαπιστώνεται αυτό εφόσον η απάντηση έπρεπε να είχε καταχωριστεί εντός επτά ημερών από την καταχώριση της υπεράσπισης. Στην συγκεκριμένη περίπτωση τελευταία μέρα καταχώρισης της απάντησης ήταν η 22.03.2016. Αυτή εν προκειμένω είναι η ημερομηνία [22.03.2016] που δια σκοπούς της υπό κρίση υπόθεσης τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα. Από αυτό το χρονικό σημείο άρχισε να τρέχει ο χρόνος των 30 ημερών που τάσσει ο κ.1(α) της Δ.30. Παρεμβάλλω εδώ ότι πέραν του χρόνου των 30 ημερών που αναφέρεται στον κανονισμό [κ.1(α) της Δ.30] στον υπολογισμό της προθεσμίας πρέπει πάντα να προστίθεται και ο χρόνος των 7 ημερών που προβλέπεται δια καταχώριση απάντησης [Δ.21 κ.14
(1)]. Ταπεινή μου γνώμη είναι πως αυτή είναι η ορθή προσέγγιση του πράγματος, παρ' ότι άγνωστο είναι αν ο ενάγων θα καταχωρίσει τέτοια, εφόσον με αυτό τον τρόπο υπολογισμού της προθεσμίας το δικαστήριο διαφυλάσσει πως δεν θα προκληθεί αδικία σε οιονδήποτε των διαδίκων, δια το λόγο ότι εκ προοιμίου παρέχεται δικαίωμα απάντησης, είτε ήθελε καταχωριστεί τέτοια είτε όχι, το οποίο όμως εξανεμίζεται άμα την έλευση του συνολικού χρόνου, δηλαδή 37 ημερών. Εδώ λοιπόν διαπιστώνεται ότι η κλήση οδηγιών, ημερομηνίας 22.04.2016, είναι εκπρόθεσμη κατά μία ημέρα, εφόσον η προθεσμία των 37 ημερών που πιο πάνω αναφέρεται εξέπνευσε την 21.04.2016. Ως εκ τούτου τίθεται πλέον το ερώτημα· τι μέλλει γενέσθαι με την επίδικη αίτηση. Σε αυτό το πλαίσιο είναι που η συνήγορος των εναγόντων επικαλέστηκε παραδρομή και σφάλμα και ζήτησε την επιείκεια του δικαστηρίου. Με όλο το σεβασμό και χωρίς ποσώς να αγνοώ το φόρτο εργασίας και τις δυσκολίες στην καθημερινή άσκηση του λειτουργήματος του δικηγόρου, καθώς επίσης την περιρρέουσα κοινωνική και οικονομική κατάσταση, είμαι της γνώμης πως αναιτιολόγητο σφάλμα δικηγόρου, όπως στην προκείμενη περίπτωση που ουδεμία δικαιολογία δόθηκε, δεν μπορεί να δικαιολογήσει θετική άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Αν η πιο πάνω κατάληξη χρειάζεται αιτιολόγησης, αρκεί να παραπέμψω στην υπόθεση Α.Μ. Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κ.Κ. Χρυσόστομος ν. Χριστάκη Σταύρου Χριστοφόρου,
(1993)1 Α.Α.Δ. 470, 476, όπου το δικαστήριο πραγματεύτηκε εν εκτάσει τούτο το λόγο. Διαπίστωσε μάλιστα δύο τουλάχιστον υποθέσεις όπου τέτοιος λόγος κρίθηκε ικανός να υποστυλώσει αίτημα παράτασης χρόνου. Εν τούτοις, παρέπεμψε σε προηγούμενη υπόθεση, εν προκειμένω την Σολιάτης & Συνεργάται ν. Χριστοδουλίδης
(1990)1 Α.Α.Δ. 1162, και υιοθέτησε το απόσπασμα που ακολουθεί, καταδεικνύοντας έτσι το πόσο δύσκολα μπορεί τούτος ο λόγος να δικαιολογήσει παράταση προθεσμίας. Αναφέρθηκε εκεί ότι· «Και στις δυο πιο πάνω αποφάσεις τονίστηκε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι απεριόριστη· ότι η άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας εξαρτάται αποκλειστικά από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης· και ότι η απροσεξία, το λάθος ή η αμέλεια του δικηγόρου του αιτητή είναι δυνατό να αποτελεί σε μερικές περιπτώσεις ικανοποιητικό λόγο για την παράταση της προθεσμίας. Είναι γεγονός ότι οι αρχές που έχουν εκτεθεί στις δύο αυτές υποθέσεις καθορίζουν μια πιο επιεική προσέγγιση σε μερικές περιπτώσεις που παρατηρείται λάθος ή αμέλεια του δικηγόρου του αιτητή. Υιοθετούμε αυτή την προσέγγιση η οποία έχει τις ρίζες της σε προγενέστερες αποφάσεις του Εφετείου μας και στηρίζεται στην ερμηνεία που έδωσαν τα Αγγλικά Δικαστήρια στους αντίστοιχους θεσμούς που είναι όμοιοι με τους δικούς μας, σύμφωνα με την οποία λόγος που αναφέρεται σε λάθος ή παρεξήγηση του εφεσείοντα ή του δικηγόρου του είναι δυνατό να γίνει δεκτός ως ικανοποιητικός λόγος για παράταση της προθεσμίας σε ορισμένες περιπτώσεις, αλλά αν θα γίνει δεκτός ή όχι εξαρτάται πάλιν από τα ιδιαίτερα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης. Σχετικές επί του προκειμένου είναι οι υποθέσεις Ειρήνη Κώστα Χατζημιχαήλ ν. Μαρίας Καραμιχαήλ και δυο άλλων, (ανωτέρω) και Kerorkian v. Burney [1937] 4 All E.R. 97, C.A."» Ανάλογη ήταν η κατάληξη και στην υπόθεση Α.Μ. Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, πιο πάνω, δηλαδή ότι δεν υποδείχθηκε κανένας λόγος που να αποκαλύπτει αντικειμενική δυσκολία. Περιπλέον, τη δική τους σημασία έχουν και εκείνα που αναφέρθηκαν στην υπόθεση Αθανασιάδη ν. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945,
- Εκεί μάλιστα η περίπτωση αφορούσε την παλαιά Δ.30 κ.1(b) και η εισήγηση ήταν ότι εκδόθηκε εκπρόθεσμα, δηλαδή αφότου παρήλθε ο προβλεπόμενος χρόνος από το κλείσιμο των δικογράφων. Το δε πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε πως τούτο ήταν θεραπεύσιμο δυνάμει της Δ.
- Εν τούτοις το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση και ανέφερε πως· «Η άσκηση διακριτικής εξουσίας προϋποθέτει στάθμιση δεδομένων. Στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει ο,τιδήποτε πέρα από το ότι η αιτήτρια επέμενε στην προώθηση μιας εκπρόθεσμης αίτησης. Δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος που θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη διάσωση της αίτησης αυτής. Η αίτηση θα έπρεπε να είχε απορριφθεί ως εκπρόθεσμη.» Απ' όλα τα πιο πάνω διαπιστώνεται ότι αν και η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου είναι απεριόριστη και κριτήριο άσκησης τούτης είναι τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, η έγκριση του αιτήματος εξαρτάται από απόδειξη αντικειμενικής αδυναμίας συμμόρφωσης, ή άλλο καλό λόγο, ως η αιτία που οφείλεται δια μη συμμόρφωση με τις προθεσμίες (βλ. κ.2(β) της Δ.30). Εν όψει όλων των ανωτέρω καταλήγω πως στη δοσμένη περίπτωση το γεγονός ότι η κλήση για οδηγίες εκδόθηκε εκπρόθεσμα δεν έχει αιτιολογηθεί και μοιραία οδηγεί την όλη διαδικασία σε ακυρότητα. Ουδείς λόγος τέθηκε δια να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια διαφορετικά, άλλωστε τίποτα σχετικό αναφέρθηκε, και ως εκ τούτου καταλήγω πως η επίδικη αίτηση είναι εκπρόθεσμη και ως τέτοια απορρίπτεται. Περαιτέρω, αναπόδραστο είναι και το συμπέρασμα πως η αγωγή θεωρείται πλέον εγκαταλειφθείσα, καθ' ότι οι ενάγοντες αμέλησαν να συμμορφωθούν με τις προθεσμίες που τάσσει ο κ.1(α) της Δ.30 (βλ. Δ.30 κ.1(γ)). Συνεπώς, στην έκταση που η αγωγή αφορά τους εναγόμενους 2 και 3 απορρίπτεται. Έξοδα υπεράσπισης, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων 2 και 3 και εναντίον των εναγόντων. (Υπ.) ........... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ