← Κύπρος

Mary Gorgorian ν. Εθνική Ασφαλιστική (Κύπρου) Λτδ, Αρ. Αγωγής: 7230/09, 8/7/2016

Mary Gorgorian ν. Εθνική Ασφαλιστική (Κύπρου) Λτδ, Αρ. Αγωγής: 7230/09, 8/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7230/09 Μεταξύ: Mary Gorgorian Ενάγουσας και Εθνική Ασφαλιστική (Κύπρου) Λτδ Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 8 Ιουλίου, 2016. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: Ο κ. Α. Χαβιαράς, για Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ (Δ.Θ.236). Για τους Εναγόμενους: Ο κ. Ε. Φλουρέντζου, για Ε. Φλουρέντζου & Σία ΔΕΠΕ (Δ.Θ.185). ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, η ενάγουσα αξιώνει δήλωση και/ή απόφαση ότι το Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο Υγείας 2446/00006 που εκδόθηκε από τους εναγόμενους προς αυτήν (με ημερομηνία έναρξης 7.1.07) για να καλύπτει την ίδιαν και τους εξαρτωμένους σύζυγο και θυγατέρα της («το Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο»), είναι έγκυρο, ισχυρό και δεσμευτικό για τους εναγόμενους. Αποτελεί εκδοχή της ενάγουσας πως τον Δεκέμβριο 2006, αιτήθηκε προς τους εναγόμενους ασφαλιστική κάλυψη νοσοκομειακής περίθαλψης, προτείνοντας την ασφάλιση (εκτός της ίδιας) και του εξαρτωμένου αυτής συζύγου της (Sebouh Gorgorian) και της ανήλικης θυγατέρας τους (Rosalie Gorgorian). Η ενάγουσα υπέβαλε την αίτηση χρησιμοποιώντας προκαθορισμένο έντυπο των εναγομένων, ως της είχε παρουσιαστεί από αδειούχο και εξουσιοδοτημένο ασφαλιστή των τελευταίων (τον Γιαννάκη Ιωαννίδη). Η ενάγουσα απάντησε ειλικρινώς και ορθώς όλες τις ερωτήσεις που περιέχονταν στο έντυπο (και τις οποίες θεώρησε ως ουσιώδεις), προκειμένου να σχηματιστεί και η δέουσα δικαιοπρακτική βούληση έκδοσης τού προτεινόμενου ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν το αίτημα της ενάγουσας και εξέδωσαν το Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο (Τεκμήριο 3), με το οποίο καλυπτόταν τόσο η ίδια όσο και οι προειρημένοι εξαρτώμενοι της. Επέκεινα, ο σύζυγος της ενάγουσας (Sebouh Gorgorian), χρειάστηκε να υποστεί θεραπεία στην Κύπρο και στο εξωτερικό για όγκο στον εγκέφαλο, με αποτέλεσμα η ενάγουσα, βάσει του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου (Τεκμήριο 3), να υποβάλει προς την εναγόμενη (το 2009), αίτημα για σχετική αποζημίωση εξόδων που καταβλήθηκαν αναφορικά με το πρόβλημα υγείας του συζύγου. Οι εναγόμενοι αρνήθηκαν να την αποζημιώσουν, ισχυριζόμενοι πως υπήρξε (από μέρους της), παράβαση τού άρθρου 12(
  2. i)του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου (Τεκμήριο 3), εξαιτίας μη αποκάλυψης τού γεγονότος ότι ο Sebouh Gorgorian έπασχε από διαβήτη προγενέστερα της ασφάλισης και πως κατ' ακολουθίαν, το Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο (Τεκμήριο 3) ήταν εξ υπαρχής άκυρο. Μολαταύτα, οι εναγόμενοι, παρά τη θέση ότι το Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο (Τεκμήριο 3) πάσχει από ακυρότητα, στις 6.7.09, εισέπραξαν εν σχέσει με τούτο ασφάλιστρα, με επακόλουθο, η ενέργεια να κωλύει τους εναγόμενους από το να ισχυριστούν το αντίθετο. Συνιστά θέση των εναγομένων πως η ενάγουσα είχε καθήκον αποκάλυψης οιουδήποτε στοιχείου ή γεγονότος θα μπορούσε να επηρεάσει την ακριβή εκτίμηση τού κινδύνου που τούτοι αναλάμβαναν διά της επίδικης ασφάλισης και ότι (η ενάγουσα), δεν δήλωσε ως όφειλε (κατά το χρόνο σύναψης του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου (Τεκμήριο 3)), πως ο σύζυγος της είχε ιστορικό σακχαρώδους διαβήτη και λάμβανε ινσουλίνη. Η ενάγουσα στις 10.12.08, υπέβαλε αίτηση τροποποίησης του ασφαλιστηρίου (ως το Τεκμήριο 20), για προσθήκη κάλυψης εξωνοσοκομειακών εξόδων, δίχως και πάλι να αποκαλύψει προς τους εναγόμενους τα όσα όφειλε. Η παρασπονδία και η συνακόλουθη απαίτηση της από τους εναγόμενους για κάλυψη εξόδων νοσηλείας και άλλων συναφών τού συζύγου της, ισοδυναμεί με απάτη και δόλο που (μαζί με άλλα παρεμφερή), συνθέτουν και τη βάση της Ανταπαίτησης των εναγομένων εναντίον της ενάγουσας, με αξίωση (ανάμεσα σε άλλες) όπως το Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο (Τεκμήριο 3), αναγνωρισθεί ως άκυρο ή ακυρώσιμο κατ' επιλογήν των εναγομένων (στην έκταση που καλύπτει ή που αναφέρεται στον Sebouh Gorgorian) και πως οι εναγόμενοι νομίμως είναι που το τερμάτισαν και το θεώρησαν ως εξ υπαρχής άκυρο για αυτόν. Για στοιχειοθέτηση της αγωγής, η ενάγουσα παρουσίασε τη δική της ένορκη μαρτυρία (ως ΜΕ1), ενώ οι εναγόμενοι παρουσίασαν τη μαρτυρία της Φανής Νικολάου (ΜΥ1) και της Άντρης Καραϊσκάκη (ΜΥ2). Κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων καθώς και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό, έστω και αν το περιεχόμενο τους δεν διατυπώνεται ρητώς στο σκεπτικό, δίχως να απαιτείται εδώ (πλην μιας σύντομης περίληψης και για πρακτικούς κυρίως λόγους), η επανάληψη του συνόλου τού μαρτυρικού αυτού υλικού (βλ. κατ' αναλογίαν, G&K Exclusive Fashions Ltd v Παπαδόπουλου και Άλλων

(2001)1(Α) ΑΑΔ 88, 92, Paphos Stone C Estates v Ζαβρού και Άλλου
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1854, 1859). Συνοψίζω αμέσως τη μαρτυρία όλων των μαρτύρων, προσθέτοντας ότι οι περικοπές από τα πρακτικά (και τις αγορεύσεις), αποδίδονται αυτούσιες, χωρίς επέμβαση είτε στη σύνταξη είτε στην ορθογραφία. Η Mary Gorgorian (ΜΕ1), περιέγραψε τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβλήθηκε με τους εναγόμενους διά του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου (Τεκμήριο 3), εξηγώντας ταυτοχρόνως και τη βάση της αξίωσης της. Η Φανή Νικολάου (ΜΥ1), κατέθεσε ως Λειτουργός Ανάληψης Κινδύνου (underwriter) των εναγομένων, επεξηγώντας τα όσα συνέθεσαν την επίδικη ασφαλιστική συμφωνία και συναποτέλεσαν στοιχεία αξιολόγησης του κινδύνου ασφάλισης της ενάγουσας και των εξαρτωμένων της. Η Άντρη Καραϊσκάκη (ΜΥ2), κατέθεσε ως εσωτερική νομική σύμβουλος των εναγομένων διασαφηνίζοντας εκφάνσεις της επίδικης απαίτησης. Στις αγορεύσεις οι ευπαίδευτοι δικηγόροι υποστήριξαν ότι η μαρτυρία δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε αποδοχή των θέσεων που αντιστοίχως προέβαλαν βάσει των προαναφερθεισών εκδοχών. Διεξήλθα την επιχειρηματολογία των συνηγόρων και την παρουσιασθείσα γραπτή και προφορική μαρτυρία. Μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης παρακολούθησα και άκουσα με την ίδια προσοχή και υπομονή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου, αξιολογώντας τη μαρτυρία τους με πλήρη επίγνωση πως η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης. Έθεσα ως δείκτη το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία αυτή, την πηγή και το κύρος των γνώσεων των μαρτύρων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματιζόμενα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική αντιπαραβολή με τις μικροαντιφάσεις), τις τυχόν προηγούμενες γραπτές ή προφορικές ασυνεπείς ή αντιφατικές τους δηλώσεις, την ειλικρίνεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία. Ήμουν εξαιρετικά προσεκτικός στο να μην αποδώσω υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά γνωρίσματα της συμπεριφοράς τους, αντιλαμβανόμενος ότι κάτι τέτοιο ενδεχομένως να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806), εφόσον δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαίτερα ικανοί στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εντύπωση από εκείνη που πραγματικώς τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), μα και διότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο μπορεί να εκπηγάζουν από πλειάδα αιτιών χωρίς κατ' ανάγκην τούτες να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Η Mary Gorgorian (ΜΕ1), για λόγους που αναπτύσσω κατωτέρω, μου δημιούργησε αρνητική εντύπωση, σε αντίθεση με την Φανή Νικολάου (ΜΥ1) και την Άντρη Καραϊσκάκη (ΜΥ2), που μου προξένησαν θετική εντύπωση αφού, ανάμεσα σε άλλα, απαντούσαν με αμεσότητα και σαφήνεια, χωρίς να κλονιστούν καθόλου κατά την αντεξέταση. Επανέρχομαι στην Mary Gorgorian (ΜΕ1). Η Mary Gorgorian (ΜΕ1), ήταν ασαφής και γενικόλογη στις απαντήσεις της καταφεύγοντας ενίοτε και σε υπεκφυγές επί ουσιωδών ζητημάτων αφορούντων στα επίδικα θέματα ώστε (ως αντιλήφθηκα κατά την παράθεση της μαρτυρίας της), να αποτμηθεί (προσχεδιασμένα και προκατασκευασμένα) από οτιδήποτε θα μπορούσε να προκαλέσει ρήγμα στην εκδοχή που προωθούσε. Είχε, επί παραδείγματι, αναφέρει πως όταν συνάπτει ασφαλιστικά συμβόλαια (έστω κατά τις επιχειρηματικές της δραστηριότητες), δεν μελετά τα αντίστοιχα ασφαλιστήρια επειδή τούτα είναι «. standard έγγραφα .». Δεν χρειάστηκε να μελετήσει ούτε και το συμβόλαιο ασφάλισης που διατηρούσε (προγενέστερα του επίδικου) με την Laiki Cyprialife (Τεκμήριο 1), αφού θεώρησε πως δεν ήταν «.σχετικό να το διαβάσω. Είχα εμπιστοσύνη στο λογιστή μου ότι θα μου παρείχε ένα καλό ασφαλιστικό σχέδιο», συμπλέκοντας έτσι ευσχήμως στην όλη εξίσωση (και σε αντίθεση με την προηγούμενη απόλυτη θέση της) και τη μεταβλητή τής συμβουλής από τρίτους και της εμπιστοσύνης που η μάρτυς επεδείκνυε προς τα άτομα αυτά για τις ασφαλιστικές της επιδιώξεις και ενέργειες. Υποστήριξε εντός της γενικότερης αυτής θεματικής, ότι ο κατ' ουσίαν υπεύθυνος για τη σύνταξη και χειρισμό του περιεχομένου της Αίτησης Ασφάλισης (Τεκμήριο 2) και του επακολουθήσαντος Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου (Τεκμήριο 3), ήταν κάποιος Γιαννάκης Ιωαννίδης, ο οποίος (κατά τα λεγόμενα της μάρτυρος), είχε μεταπηδήσει από την Laiki Cyprialife στους εναγόμενους, καθιστάμενος και ως αδειούχος/εξουσιοδοτημένος ασφαλιστής της ενάγουσας, ωθώντας την να καταργήσει άλλο ασφαλιστήριο συμβόλαιο που τούτη διατηρούσε με την Laiki Cyprialife (βλ. Τεκμήριο 1) και να συνομολογήσει έτερο (και καλύτερο) με τους εναγόμενους. Ωστόσο κατά τη μαρτυρία της και ιδιαίτερα κατά την αντεξέταση, η μάρτυς επικεντρώθηκε (με ένα κάκιστο από απόψεως εικόνας τρόπο), σε μια επαναληπτική και αυτοματοποιημένη υπενθύμιση ότι απαντούσε μόνο σε όσες ερωτήσεις της έθετε σχετικώς με την Αίτηση Ασφάλισης (Τεκμήριο 2), ο Γιαννάκης Ιωαννίδης. Όταν της υποβλήθηκε πως είχε υποχρέωση να πει «. για την προϋπάρχουσα ασθένεια του συζύγου σας την ώρα που ερωτηθήκατε να απαντήσετε», η μάρτυς απάντησε αρνητικά, ισχυριζόμενη πως «. εγώ δεν πήρα έτσι αντίληψη ότι έπρεπε να το είχα απαλείψει τη στιγμή που δεν ρωτήθηκα», λησμονώντας προφανώς ότι στις 29.5.09, σε επιστολή που απέστειλε προς την Εθνική Ασφαλιστική στην Ελλάδα, ως το Τεκμήριο 17
(3)(που παραλήφθηκε από τη Γενική Διεύθυνση των εναγομένων στην Κύπρο τον Ιούνιο 2009), είχε καταγράψει ότι ο λόγος που είχε απαντήσει «. αρνητικά σε ερωτήσεις που με αφορούσαν εμένα και όχι τον σύζυγό μου .» ήταν γιατί αυτό ήταν που της είχε ζητηθεί από τον ασφαλιστή/εκπρόσωπο των εναγομένων, ότι δηλαδή «. πρέπει να δοθεί ιατρικό ιστορικό μόνο για τον κύριο ασφαλιζόμενο» και πως, εάν «. υπήρχαν ερωτήσεις και για τον σύζυγο μου θα τις απαντούσα αληθώς και ευθαρσώς όπως έπραξα και για μένα». Αναδύεται από την ανακολουθία αυτή ότι ενώ στην ένορκη της μαρτυρία η ενάγουσα προέταξε ζήτημα υποκειμενικής αντίληψης από μέρους της ως προς το κατά πόσον θα έπρεπε ή δεν θα έπρεπε να αποκαλύψει προς τους εναγόμενους την προϋπάρχουσα ασθένεια του συζύγου της (την οποία γνώριζε ασφαλώς), ο λόγος για τον οποίο δεν προέβη στην ενέργεια αυτή οφειλόταν στο ότι έτσι την είχε καθοδηγήσει ο ασφαλιστής/εκπρόσωπος των εναγομένων. Παρεμβάλλω (όχι ως δεικτικό αναξιοπιστίας της μάρτυρος αλλά ως αποδυναμωτικό της εκδοχής της), ότι παρόλο που θα μπορούσε να παρουσιάσει ως μάρτυρα τον ασφαλιστή/εκπρόσωπο (Γιαννάκη Ιωαννίδη) για να αποσαφηνίσει, πιθανώς, κάποιες πτυχές που αφορούσαν στη θεμελίωση της εκδοχής της, δεν το έπραξε και αυτό γιατί (ως λέχθηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο της στις 7.1.16), το πρόσωπο αυτό «. φαίνεται να μην επιθυμεί πλέον να εμφανιστεί, παρά το ότι είχε έρθει στο γραφείο μου και ετοιμάστηκε γραπτή δήλωση και ως εκ τούτου είμαι υποχρεωμένος να κλείσω την υπόθεση της ενάγουσας». Η κατάσταση αυτή, ανεξαρτήτως των λόγων που τη διέπλασαν, είναι γεγονός πως άφησε κάποια κενά στην όλη εικόνα της υπεράσπισης και εκδοχής που η μάρτυς προώθησε ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. κατ' αναλογίαν, Λοφίτης ν Δημητρίου και Άλλης
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1402, 1410). Ήταν περισσότερο από φανερό κατά τη μαρτυρία της επί της πτυχής αυτής πως επιδίωξε να τηρήσει απόσταση από την όποια υποχρέωση θα μπορούσε να της καταλογιστεί (και) για την ανάγνωση του περιεχόμενου τού Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου (Τεκμήριο 3) και την προηγηθείσα Αίτηση Ασφάλισης (Τεκμήριο 2). Δήλωσε περιπλέον - με τρόπο που επίσης δεν εντυπωσίασε - απαντώντας κατά την αντεξέταση για το αν εμπεριέχονταν στην Αίτηση Ασφάλισης (Τεκμήριο 2), ερωτήσεις αναφορικά με την κατάσταση υγείας τού συζύγου και της θυγατέρας της, ότι δεν περιέχονταν τέτοιες ερωτήσεις (απ' ό,τι θυμόταν), καίτοι και οι δύο τελευταίοι ήσαν πράγματι ασφαλιζόμενα πρόσωπα στο Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο (Τεκμήριο 3). Όταν η μάρτυς ρωτήθηκε για το κατά πόσο είχε υποβληθεί η ίδια σε ιατρικές εξετάσεις μαζί με τον σύζυγο και την θυγατέρα της (στο πλαίσιο της ασφάλισης με την Laiki Cyprialife), απάντησε (ξανά), πως δεν θυμόταν, προτάσσοντας προς τούτο την παρέλευση (έκτοτε) μεγάλου χρονικού διαστήματος αλλά και τη συμμόρφωση της εν πάση περιπτώσει σε όλα τα ερωτήματα που της είχαν υποβληθεί από τους ασφαλιστές κατά τους κρίσιμους χρόνους, δίχως όμως να διαβάσει τους ασφαλιστικούς όρους. Η μάρτυς, με τρόπο που δεν μπορεί αλλιώς να εκφρασθεί στην παρούσα ετυμηγορία παρά μόνο ως περιγραφή της εικόνας που απεκόμισε το Δικαστήριο κατά τη διά ζώσης μαρτυρία της μάρτυρος, πολύ απείχε από το να είναι πειστική στις απαντήσεις που έδιδε για την άγνοια που υποτίθεται ότι την διακατείχε, ή έστω για την εντύπωση που την περιέβαλλε, όταν συμπλήρωνε την Αίτηση Ασφάλισης (Τεκμήριο 2), ότι εφόσον θεώρησε πως οι ερωτήσεις στην εν λόγω Αίτηση Ασφάλισης (Τεκμήριο 2), δεν αναφέρονταν ή δεν μπορούσαν να εκληφθούν πως αναφέρονται (κατά την άποψη της) και στους εξαρτώμενους σύζυγο και θυγατέρα της, δεν απάντησε σε σχέση με αυτούς (και το ιατρικό τους ιστορικό), αλλά μόνο για το δικό της. Καμιά πτυχή που αφορά στη μαρτυρία της Φανής Νικολάου (ΜΥ1) και της Άντρης Καραϊσκάκη (ΜΥ2), καλεί σε ιδιαίτερη ενασχόληση μήτε και αναδείχθηκε κάτι το ουσιώδες ή το εξειδικευμένο περί της μαρτυρίας αυτής κατά τις αγορεύσεις. Απορρίπτω τη μαρτυρία και εκδοχή της Mary Gorgorian (ΜΕ1), ως αναξιόπιστη και δέχομαι τη μαρτυρία και εκδοχή της Φανής Νικολάου (ΜΥ1) και της Άντρης Καραϊσκάκη (ΜΥ2), ως αξιόπιστη. Δίκην αυτοκαθοδήγησης, παραθέτω απόσπασμα από την Πανευρωπαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λίμιτεδ ν Eretria Leisure Cruises Limited
(1998)1(B) ΑΑΔ 1072, όπου το Εφετείο, διά του Νικολαΐδη, Δ., τόνισε συναφώς πως: «Σε ορισμένους τύπους συμβάσεων, μεταξύ των οποίων και η ασφαλιστική σύμβαση, όπου ο ένας συμβαλλόμενος είναι σε πολύ ευνοϊκότερη θέση να γνωρίζει ουσιώδη γεγονότα, που ο άλλος είναι αδύνατο να ανακαλύψει, ο πρώτος έχει το καθήκον, όχι μόνο να μην προβαίνει σε αναληθείς δηλώσεις ουσιωδών γεγονότων, αλλά και να αποκαλύπτει στον άλλο, με τη μεγαλύτερη καλή πίστη, τέτοια ουσιώδη γεγονότα. Οι αρχές που διέπουν την υποχρέωση του ασφαλισμένου για αποκάλυψη έχουν εκτεθεί από πολύ νωρίς (βλέπε Carter v. Boehm [1766] 3 Burr. 1905). Οι συμβάσεις αυτές ονομάζονται συμβάσεις "uberrimae fidei ", όρος που χαρακτηρίστηκε ως όχι πάντα αυστηρά ακριβής (βλέπε Seaton v. Heath [1899] 1 Q.B. 782). Η απόκρυψη ουσιωδών πληροφοριών παρασύρει την ασφαλιστική σύμβαση σε ακυρότητα. Ακόμα κι΄ αν η απόκρυψη έγινε λόγω λάθους χωρίς οποιαδήποτε δόλια πρόθεση, ο ασφαλιστής έχει παραπλανηθεί και η ασφαλιστική σύμβαση είναι άκυρη, γιατί ο ασφαλιστικός κίνδυνος που διατρέχει είναι διαφορετικός από τον κίνδυνο που αντιλήφθηκε και είχε πρόθεση να διατρέχει κατά το χρόνο της συμφωνίας. Η υποχρέωση του ασφαλιζόμενου συνίσταται στην αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων και βασίζεται στην αρχή της καλής πίστης που πρέπει να επικρατεί μεταξύ των συμβαλλομένων. Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός συναντάται στο άρθρο 18
(2)του Αγγλικού Marine Insurance Act του 1906, που προβλέπει ότι κάθε περίσταση η οποία θα επηρεάσει την κρίση ενός συνετού ασφαλιστή κατά τον καθορισμό του ασφαλίστρου ή κατά τη λήψη της απόφασης κατά πόσο θα αναλάβει τον κίνδυνο, είναι ουσιώδης. Το κριτήριο κατά πόσο συγκεκριμένο γεγονός είναι ουσιώδες είναι αντικειμενικό. Γεγονός δεν αποδεικνύεται ότι είναι ουσιώδες απλώς και μόνο γιατί ο συγκεκριμένος ασφαλιστής καταθέτει ότι προσωπικά θα το θεωρούσε ουσιώδες (Bates v. Hewitt [1867] L.R. 2 Q.B. 595). Ο εναγόμενος θα πρέπει να αποδείξει ότι οποιοσδήποτε συνετός ασφαλιστής θα θεωρούσε το συγκεκριμένο γεγονός ως ουσιώδες (βλέπε Girdlestone v. North British [1870] L.R. 11 Eq.197). Το πρωτόδικο δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το περιστατικό της πυρκαγιάς δεν ήταν ουσιώδες. Συμφωνούμε με το συμπέρασμα αυτό. Επρόκειτο για ένα ασήμαντο περιστατικό που έγινε τρία σχεδόν χρόνια πριν την υπογραφή της ασφαλιστικής σύμβασης. Αφορούσε ουσιαστικά φωτιά περιορισμένης έκτασης που προκάλεσε σε καναπέ και στον τοίχο του πλοίου αμελητέα ζημιά. Το πρωτόδικο δικαστήριο έκανε τη σκέψη ότι η περιορισμένη έκταση της φωτιάς και το χαμηλό ύψος της ζημιάς ήταν στοιχεία που καθιστούσαν ίσως το περιστατικό στη σκέψη του ασφαλιζόμενου τόσο ασήμαντο και επουσιώδες που ενδεχομένως να μην το ανακάλεσε στη μνήμη του, χωρίς βέβαια να αποκλείεται και το ενδεχόμενο να το θυμήθηκε, αλλά να παρέλειψε να το αναφέρει για δικούς του λόγους. Παρά ταύτα όμως γεννάται και παραμένει προς εξέταση το ερώτημα κατά πόσο το γεγονός ότι δίδεται λανθασμένη απάντηση σε απ΄ ευθείας ερώτηση που υποβάλλεται κατά τη συμπλήρωση της πρότασης προς ασφάλιση καθιστά από μόνο του την απάντηση απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος, ανεξάρτητα από το ουσιώδες ή μη του αποκρυβέντος γεγονότος. Όπως είδαμε στις ασφαλιστικές συμβάσεις επικρατεί η υποχρέωση επίδειξης καλής πίστης με επακόλουθο το καθήκον αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Όλα τα γεγονότα τα οποία εν γνώσει του υποψήφιου ασφαλιζόμενου θεωρούνται από τους ασφαλιστές ουσιώδη, κατά κανόνα μπορεί να λεχθεί ότι συνήθως θεωρούνται σαν τέτοια (Ivamy, General Principles of Insurance Law, 4η Έκδοση, σελ. 142, 147). Η γνώμη του ασφαλιστή ότι συγκεκριμένο γεγονός είναι ουσιώδες μπορεί να διαφανεί από τη διαφορά στο αξιούμενο ασφάλιστρο, άνκαι στην πρακτική συνήθως παρουσιάζεται με την υποβολή συγκεκριμένης ερώτησης (Glicksman v. London and General Assurance Co Ltd [1925] 2 K.B. 593, 609, C.A.). Όμως η υποβολή της ερώτησης αφ΄ εαυτής δεν καθιστά το γεγονός ουσιώδες, εκτός αν ο συνετός ασφαλιστής το θεωρεί έτσι (Babatsikos v. Car Owners' Mutual Insurance Co Ltd [1970] 2 Lloyd's Rep. 314). Το ασφαλιστήριο δυνατό να περιέχει ρητή συμφωνία που να καθορίζει την υποχρέωση αποκάλυψης και να περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο αυτή θα πραγματοποιείται. Η τήρηση της υποχρέωσης αυτής καθίσταται έτσι συμβατική (Anderson v. Fitzgerald [1853] 4 H.L. Cas. 484). Αν δεν τηρηθεί έχουμε αθέτηση της σύμβασης ασφάλισης και όχι αθέτηση της υποχρέωσης επίδειξης καλής πίστης. Η διατύπωση και ευρύτητα των διάφορων σχετικών συμβατικών όρων ποικίλει. Έτσι όρος μπορεί να καθιστά την ακρίβεια όλων των δηλώσεων που γίνονται κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων ουσιώδη όρο της σύμβασης. Σ΄ αυτή την περίπτωση δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ ουσιωδών και επουσιωδών δηλώσεων, εκτός αν ο όρος ρητά αναφέρεται σε ουσιώδεις μόνο δηλώσεις (Dawsons Ltd v. Bonnin [1922] 2 A.C. 413 και Re Universal Non-Tariff Insurance Fire Co., Forbes & Co's Claim [1875] L.R. 19 Eq. 485). Όπου η ακρίβεια των δηλώσεων καθίσταται η βάση της σύμβασης δεν χρειάζεται να εξεταστεί κατά πόσο το ανακριβές γεγονός είναι ουσιώδες ή όχι, ή κατά πόσο ο ασφαλισμένος εγνώριζε ή όχι, την αλήθεια (Condogiannis v. Guardian Assurance Co, 90 L.J.P.C. 168). Όταν αντίθετα δεν υπάρχει όρος που να καθιστά την πρόταση προς ασφάλιση βάση της σύμβασης, η ανακρίβεια των απαντήσεων δεν παρέχει το δικαίωμα στον ασφαλιστή να απεκδυθεί της ευθύνης, εκτός αν η ανακρίβεια συνιστά μη αποκάλυψη ή ψευδή παράσταση ουσιώδους γεγονότος (Dawsons Ltd v. Bonnin, ανωτέρω). Δόλια παραπλάνηση που αναφέρεται σε ουσιώδες γεγονός παρέχει την ευχέρεια μη τήρησης της σύμβασης. Αν το γεγονός δεν είναι ουσιώδες, η εγκυρότητα της σύμβασης δεν επηρεάζεται (Anderson v. Fitzgerald, ανωτέρω). ................................................... Ας εξετάσουμε όμως και το επιχείρημα ότι η απόφαση στην υπόθεση Pan Atlantic Insurance, ανωτέρω, συγκρούεται με τη δική μας νομολογία. Το θέμα της υποχρέωσης του υποψήφιου ασφαλισμένου να αποκαλύπτει στον ασφαλιστή τα ουσιώδη γεγονότα απασχόλησε, με κάπως διαφορετικό περιεχόμενο και στην υπόθεση Mavrides, ανωτέρω. Η ουσία της υπόθεσης Mavrides είναι ότι το ερώτημα κατά πόσο ένα συγκεκριμένο γεγονός είναι ή δεν είναι ουσιώδες είναι θέμα πραγματικό και πρέπει να αποφασίζεται σε κάθε περίπτωση από το δικαστήριο σαν τέτοιο. Η απόφαση στηρίζεται στην εκτίμηση του δικαστή για τη σχετικότητα του αμφισβητούμενου γεγονότος με το αντικείμενο της ασφάλισης. Η απόφαση στην Pan Atlantic Insurance, η οποία θα πρέπει να πούμε εκφράζει το Κοινό Δίκαιο επί του συγκεκριμένου σημείου, δεν περιέχει οποιαδήποτε αρχή που να είναι ασυμβίβαστη με τα πιο πάνω. Επαναλαμβάνει την αρχή ότι αν ένα ουσιώδες γεγονός δεν αποκαλυφθεί από τον ασφαλισμένο, ο ασφαλιστής δυνατόν να απαλλαγεί της ευθύνης. Προχωρά όμως και καθορίζει τι θεωρείται ουσιώδες γεγονός. Ένα γεγονός που δεν έχει αποκαλυφθεί από τον ασφαλισμένο είναι ουσιώδες, αν η αποκάλυψη θα επηρέαζε την αποδοχή του κινδύνου ή το ύψος του ασφάλιστρου. Το ουσιώδες όμως του γεγονότος θα πρέπει να εκτιμάται όχι από τον ενδιαφερόμενο ασφαλιστή, αλλά με βάση τις αντιδράσεις του συνετού ασφαλιστή, αλλοιώς ο επηρεαζόμενος ασφαλιστής θα μπορούσε μετά την έλευση του κινδύνου, να πείσει τον εαυτό του και φυσικά και το δικαστήριο, ότι θα απέρριπτε τη σύμβαση ή θα αύξανε το ασφάλιστρο, αν κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων είχε πλήρη αποκάλυψη του γεγονότος. Θα πρέπει να θεωρηθεί ότι, σε περίπτωση μη αποκάλυψης, ο συνετός ασφαλιστής θα ήταν πρόθυμος να αναλάβει τον κίνδυνο με το ασφάλιστρο των διαπραγματεύσεων. Το ερώτημα τότε θα είναι κατά πόσο η πλήρης αποκάλυψη θα έκαμνε το συνετό ασφαλιστή να αρνηθεί τη σύναψη της σύμβασης ή να αυξήσει το ασφάλιστρο. Η απόφαση στην Pan Atlantic Insurance καταλήγει ότι για να δικαιούται ασφαλιστής να αρνηθεί να καταβάλει την αποζημίωση λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιώδους γεγονότος, δεν θα πρέπει μόνο η μη αποκάλυψη να είναι ουσιώδης, αλλά επιπρόσθετα να ώθησε στη σύναψη της σύμβασης με τους συγκεκριμένους όρους. Το θέμα όμως αυτό δεν εγείρεται στην παρούσα υπόθεση, αφού καταλήξαμε ότι το συγκεκριμένο γεγονός δεν κρίθηκε ουσιώδες. Η πιο πάνω αντιμετώπιση δεν είναι αντίθετη με τις αρχές που θέτει η Mavrides. Δεν συμφωνούμε ότι η νομολογία μας υποδεικνύει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο προς την κατεύθυνση ότι οι αρχές αυτές δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής στον τόπο μας. Απλώς η Pan Atlantic Insurance εξετάζει το θέμα περαιτέρω. Συμφωνούμε με τις αρχές που θέτει στην έκταση που συζητήθηκε στην παρούσα υπόθεση και τις υιοθετούμε. Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά την εφάρμοσε και κατέληξε στα συγκεκριμένα του συμπεράσματα. Τελικά, το θέμα παραμένει στην εκτίμηση του δικαστηρίου, ανάλογα με τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης. Εξαρτάται από το κατά πόσο η αποκάλυψη έχει καταστεί είτε ουσιώδης όρος της σύμβασης ή η βάση της, ή αν η υποχρέωση προς αποκάλυψη βασίζεται στην υποχρέωση επίδειξης καλής πίστης. Φαεινό παράδειγμα του ότι τα Δικαστήρια μπορούν να προβαίνουν στη δική τους εκτίμηση της μαρτυρίας επί του σημείου είναι και η απόφαση στην υπόθεση Roselodge Ltd v. Castle [1966] 2 Lloyd's Rep. 113, όπου ασφαλιστής του Οργανισμού των Lloyds κατέθεσε ότι θεωρούσε ουσιώδες πως εργοδοτούμενος επιχείρησης κοσμηματοπωλών που είχε ασφαλιστεί έναντι απώλειας ή ζημίας της περιουσίας της είχε καταδικαστεί για δωροδοκία μέλους της αστυνομίας δώδεκα χρόνια προηγουμένως, ενώ το Δικαστήριο αποφάσισε ότι ο συνετός ασφαλιστής δεν θα θεωρούσε το γεγονός σαν τέτοιο». Με αυτά κατά νούν, προχωρώ στη διατύπωση των ευρημάτων. Στις 28.12.06, η ενάγουσα υπέβαλε προς τους εναγόμενους την Αίτηση Ασφάλισης (Τεκμήριο 2), με συνεπόμενο, μετά από τη νενομισμένη αξιολόγηση από μέρους των εναγομένων, την έκδοση του Ασφαλιστήριου Συμβολαίου (Τεκμήριο 3), το οποίο υπέγραψε νομίμως και προσηκόντως. Με την Αίτηση Ασφάλισης (Τεκμήριο 2), που επίσης υπέγραψε κατά όμοιο τρόπο, η ενάγουσα έθεσε ενώπιον των εναγομένων και έγγραφο της Laiki CypriaLife, με ημερομηνία 30.9.06 (Ενδεικτικές Πληροφορίες Συμβολαίου), το οποίο αφορούσε στην ενάγουσα, στον σύζυγο και στην θυγατέρα της (βλ. Τεκμήριο 22). Όταν κατά το 2009, υποβλήθηκε προς τους εναγόμενους από την ενάγουσα απαίτηση για αποζημίωση του συζύγου της λόγω θεραπειών στις οποίες τούτος είχε υποβληθεί στην Κύπρο και στο εξωτερικό (βλ. Τεκμήρια 19 και 21), φάνηκε μετά από σχετικό έλεγχο των εναγομένων (με αναφορά και στο ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 16.2.09, ως το Τεκμήριο 18), ότι ο Sebouh Gorgorian έπασχε (πριν από την υποβολή της Αίτησης Ασφάλισης-Τεκμήριο 2), από σακχαρώδη διαβήτη (που αντιμετωπιζόταν με χρήση ινσουλίνης), κάτι που εξάλλου παραδέχθηκε στη μαρτυρία της και η ενάγουσα ενάντια στα συμφέροντα της (κατά τρόπο ωστόσο που να μην την κατατάσσει ένεκα τούτου και μόνο ως αξιόπιστη μάρτυρα, με την πτυχή αυτή να απασχολεί καθηκόντως το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της). Μόλις έγινε αντιληπτή η αποσιώπηση από μέρους της ενάγουσας τής κατάστασης υγείας του συζύγου της, αποφασίστηκε από τους εναγόμενους όπως η απαίτηση της εξετασθεί από Επιτροπή Αποζημιώσεων, πράγμα που έγινε, με κατάληξη (αντικειμενική και εύλογη ως ήταν), ότι αν τα προβλήματα υγείας του συζύγου είχαν καταστεί γνωστά κατά την υποβολή της Αίτησης Ασφάλισης (Τεκμήριο 2), οι εναγόμενοι δεν θα προχωρούσαν στην ασφάλιση του. Τούτα τα προβλήματα δεν τα είχε αποκαλύψει η ενάγουσα προς τους εναγόμενους κατά τους κρίσιμους χρόνους (πλην όμως όχι δολίως βάσει της αξιόπιστης μαρτυρίας) - όπως ούτε και στην Αίτηση Τροποποίησης Συμβολαίου στις 10.12.08 (Τεκμήριο 20) - με την πλασματική εικόνα που δημιουργήθηκε, να διαδραματίζει (δικαιολογημένα), σημαίνοντα ρόλο στην απόφαση των εναγομένων για ασφάλιση της ενάγουσας και των εξαρτωμένων της. Εάν κατά την αξιολόγηση της Αίτησης Ασφάλισης (Τεκμήριο 2), οι εναγόμενοι γνώριζαν πως ο σύζυγος της ενάγουσας υπέφερε από σακχαρώδη διαβήτη με χρήση ινσουλίνης, δεν θα τον ασφάλιζαν και θα απέρριπταν την Αίτηση για Ασφάλιση (Τεκμήριο 2), λόγω της ψηλής νοσηρότητας που παρουσιάζουν τα άτομα αυτά (γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση των μαρτύρων των εναγομένων και ιδίως της Φανής Νικολάου (ΜΥ1)). Δεν ήταν απαρεγκλίτως αναγκαίο για τους εναγόμενους να κατέληγαν στην απόφαση αυτή συμβουλευόμενοι ή βασιζόμενοι σε μαρτυρία πραγματογνώμονα, καθότι στόχευση τους δεν ήταν η συνάρτηση της φύσης της μη αποκαλυφθείσας (προϋπάρχουσας) ιατρικής κατάστασης του Sebouh Gorgorian με τον καρκίνο που (δυστυχώς) απέκτησε στην εξέλιξη των πραγμάτων αλλά η δυνητική σημασία της εν λόγω μη αποκάλυψης στην ορθή αποτίμηση της Αίτησης Ασφάλισης (Τεκμήριο 2), εντός των παραμέτρων της ύψιστης καλής πίστης που διέπουν την περίπτωση (uberrimae fidei). Οι εναγόμενοι πληροφόρησαν την ενάγουσα περί της απόφασης τους στις 30.3.09, ως το Τεκμήριο 5. Ακολούθησε ανταλλαγή επιστολών μεταξύ των διαδίκων, ως το Τεκμήριο 17. Παρά ταύτα, η ενάγουσα (αν και βρισκόταν σε διαβουλεύσεις με τους εναγόμενους για το ζήτημα που είχε προκύψει και γνώριζε για τη σαφή και αρνητική θέση των εναγομένων στην απαίτηση της), προχώρησε στην πληρωμή ασφαλίστρων προς αυτούς, ως το Τεκμήριο 7. Άμα εντοπίστηκε η ενέργεια από τους εναγόμενους - μετά από κάποιο χρονικό διάστημα μέχρι να συγκριθούν και ταυτιστούν οι περί ων ο λόγος καταθέσεις των ασφαλίστρων με τους τραπεζικούς λογαριασμούς των εναγομένων - οι τελευταίοι επέστρεψαν τα αντιστοιχούντα χρήματα στην ενάγουσα, ως το Τεκμήριο 8. Η πληρωμή των ασφαλίστρων αυτών και η αποδοχή τους από τους εναγόμενους, υπό τις συνθήκες που έχουν ήδη αναφερθεί, ποσώς ισοδυναμούν με κώλυμα των εναγομένων να προωθούν την υπερασπιστική εκδοχή τους ενώπιον του Δικαστηρίου αφού δεν ήταν ποτέ πρόθεση τους να νομιμοποιήσουν ή να συγκατανεύσουν στην απαίτηση της ενάγουσας, έχοντας προβεί και στην αποστολή προς αυτήν διπλοσυστημένης επιστολής ημερομηνίας 10.2.10 (Τεκμήριο 17), με την οποία την πληροφορούσαν ότι η κατάθεση των ασφαλίστρων δεν παρείχε υπό τις περιστάσεις ασφαλιστική κάλυψη, ή διαφοροποιούσε τη θέση τους για την ασφαλιστική κάλυψη του Sebouh Gorgorian. Το Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο (Τεκμήριο 3), ως ασφαλιστική σύμβαση κατατάσσεται (ως προλέχθηκε), στην κατηγορία των συμβάσεων ύψιστης καλής πίστης (uberrimae fidei), με την ενάγουσα να βαρύνεται και με την αποκάλυψη καθ' όλους τους κρίσιμους χρόνους (προς τους εναγόμενους), όλων των ουσιωδών γεγονότων (τα οποία έτσι κι αλλιώς γνώριζε καλώς), ούτως ώστε οι τελευταίοι να γνωρίζουν ευθύς εξαρχής για τους κινδύνους που θα αναλάμβαναν με την επίδικη ασφάλιση. Η Αίτηση Ασφάλισης (Τεκμήριο 2), αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου (βλ. Τεκμήριο 3) και στη βάση αυτή σταχυολογείται και τούτη εντός του πεδίου των αρχών που διέπουν τις ασφαλιστικές συμβάσεις, ως τούτες αναλύθηκαν προηγουμένως. Δεν ήταν αναγκαίο για τους εναγόμενους να βεβαιωθούν κατά πόσο οι απαντήσεις στην αίτηση ασφάλισης (Τεκμήριο 2), κάλυπταν και τα εκεί προσδιοριζόμενα ως «ΕΞΑΡΤΩΜΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΑ», με σκοπό να εξασφαλίσουν πρόσθετη πληροφόρηση. Τίποτε δεν δικαιολογούσε ευλόγως και αντικειμενικώς κατά το χρόνο εκείνο, συνειρμό καν περί των όσων διαπιστώθηκαν εκ τω υστέρων ως μη αποκαλυφθέν γεγονός. Παρ' όλο που η Αίτηση Ασφάλισης (Τεκμήριο 2), θα μπορούσε να είναι πιο σαφής ως προς τις τιθέμενες απαιτήσεις/ερωτήσεις προς τον ασφαλιζόμενο (ιδίως με αναφορά στο ασφαλιστικό ιστορικό και τον τρόπο ζωής των προτεινόμενων προς ασφάλιση εξαρτωμένων προσώπων), υπήρχε σε αυτή το πεδίο και η δυνατότητα να δοθούν περισσότερες πληροφορίες αναφορικά με τις Ερωτήσεις 1-23 επί αυτής (στο χώρο κάτω από την παράγραφο 23), με συγκεκριμενοποιημένη πλέον αναφορά στον αριθμό ερώτησης και στα ανάλογα σχόλια. Η ενάγουσα σαφώς είναι που το γνώριζε αυτό μια και είχε υπογράψει την Αίτηση Ασφάλισης (Τεκμήριο 2), με εξειδικευμένες αναφορές για τη θετική απάντηση που είχε δώσει στην Ερώτηση 20. Ήξερε επίσης (και το επαναλαμβάνω τούτο υπό διαφορετική τώρα οπτική), ότι είχε χρέος να αποκαλύψει πλήρεις και ακριβείς πληροφορίες περί των προσώπων «. που προτείνονται για ασφάλιση», έχοντας υπογράψει την Αίτηση Ασφάλισης (Τεκμήριο 2). Όταν συμπλήρωνε τη Δήλωση στην Αίτηση Ασφάλισης (Τεκμήριο 2), το έπραττε με πλήρη επίγνωση πως δήλωνε ως προτεινόμενους για ασφάλιση, τον σύζυγο και την θυγατέρα της. Επομένως, είχε καθήκον να παραθέσει με πληρότητα και ακρίβεια τις ζητούμενες πληροφορίες - για όλους τους αναφερόμενους στην Αίτηση Ασφάλισης (Τεκμήριο 2) - βεβαιούμενη ότι τούτες θα καταχωρίζονταν ορθώς, δίχως απόκρυψη, αποσιώπηση ή παράλειψη οποιουδήποτε ουσιώδους στοιχείου θα μπορούσε να επηρεάσει την ακριβή εκτίμηση του κινδύνου που θα αναλάμβαναν οι εναγόμενοι «. για τα πρόσωπα που προτείνονται για ασφάλιση.». Η ενάγουσα είχε μάλιστα εξουσιοδοτήσει - υπογράφοντας την Αίτηση Ασφάλισης (Τεκμήριο 2) στις 28.12.06 - τους εναγόμενους να ζητήσουν πληροφορίες για την κατάσταση της υγείας της από οποιονδήποτε γιατρό ή νοσοκομείο καθώς και πληροφορίες από οιανδήποτε ασφαλιστική εταιρεία προς την οποία είχε υποβληθεί αίτηση για ασφάλεια επί της ζωής (των προτεινομένων για ασφάλιση προσώπων). Η εναγόμενη, ως εκ της παράλειψης της ενάγουσας να αποκαλύψει όσα όφειλε υποβάλλοντας την αίτηση ασφάλισης (Τεκμήριο 2), ακύρωσε το Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο στις 30.3.09, ως το Τεκμήριο 5 - διατηρώντας το (προφανώς) σε ισχύ αναφορικά με την ενάγουσα (ως το Τεκμήριο 8) - επιστρέφοντας στην ενάγουσα και στα καταβληθέντα ασφάλιστρα που είχαν πληρωθεί για την ασφαλιστική κάλυψη του Sebouh Gorgorian, αφού (οι εναγόμενοι) τον θεώρησαν (και καλώς), ως «. μη καλυπτόμενο πρόσωπο εξ' υπαρχής του Ασφαλιστηρίου» (βλ. Τεκμήριο 17
(3)). Η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την αξίωση της στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η αγωγή απορρίπτεται. Οι εναγόμενοι, με βάση τα ως άνω ευρήματα, απέδειξαν την Ανταπαίτηση (και συγκεκριμένα την παράγραφο 13 αυτής), στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Εκδίδεται απόφαση στην Ανταπαίτηση υπέρ των εναγομένων και εναντίον της ενάγουσας, ως οι παράγραφοι 19 Α, Β και Γ της Ανταπαίτησης. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον της ενάγουσας, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Δεδομένου του αλληλένδετου των γεγονότων που συναπάρτισαν την Ανταπαίτηση με εκείνα στην αγωγή, δεν εκδίδεται διαταγή για τα έξοδα στην Ανταπαίτηση. (Υπ.) ................................... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.