← Κύπρος

PNO SHIPMANAGEMENT LTD ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 1958/2012, 29/1/2016

PNO SHIPMANAGEMENT LTD ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 1958/2012, 29/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A41 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1958/2012 Μεταξύ: PNO SHIPMANAGEMENT LTD Εναγόντων -και- ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγομένων ΚΑΙ ΕΞ' ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εξ' Ανταπαιτήσεως Ενάγοντες -και-

  1. ΡΝΟ SHIPMANAGEMENT LTD
  2. Μαρία Μακρή
  3. Ευθύμιος Νίκου Ονουφρίου
  4. Φανή Πανίκου Ονουφρίου
  5. Νίκος Πανίκου Ονουφρίου
  6. ΟΝΟΡΑΝ ESTATES LTD Εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι --------------- Ημερομηνία: 29 Ιανουαρίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Κ. Μελάς Για Εναγόμενη-Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσα: κα Χ. Αγαπίου για Χρ. Δημητριάδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους 1-6: κ. Κ. Μελάς ---------------- A Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα είναι Κυπριακή Εταιρεία ασχολούμενη, ανάμεσα σε άλλα, με τη διαχείριση πλοίων. Κατά τους επίδικους χρόνους ήταν πελάτιδα της Εναγόμενης Τράπεζας στην οποία διατηρούσε διάφορους λογαριασμούς. Η Εναγόμενη είναι Τραπεζικός Οργανισμός και διατηρούσε διάφορα υποκαταστήματα, ανάμεσα στα οποία και το υποκατάστημα Διεθνών Δραστηριοτήτων στη Λεμεσό (στη συνέχεια «ΙΒU») στο οποίο διατηρούσε η Ενάγουσα τον επίδικο λογαριασμό. Διατηρούσε, επίσης Ναυτιλιακό Τμήμα στον Πειραιά. Οι διαφορές των διαδίκων σχετίζονται με χρέωση του λογαριασμού που διατηρούσε η Εναγόμενη στην Ενάγουσα Τράπεζα, με ποσό ύψους US$4.702.887,01 η οποία διενεργήθηκε κατά/ή περί την 14.7.
  7. ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΚΑΙ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΑΞΙΩΣΕΙΣ Κατά τον ουσιώδη χρόνο η Ενάγουσα διαχειριζόταν τα υπό σημαία Παναμά πλοία "BRAVO Ρ" και "ALFA-K" τα οποία ανήκαν στις εταιρείες EVERGLADES SHIPPING CORP (στη συνέχεια "EVERGLADES") και KINGFISHER MARITIME CORP (στη συνέχεια "KINGFISHER"), εγγεγραμμένες στον Παναμά («οι πλοιοκτήτριες εταιρείες»). Διευθύνων σύμβουλος και κύριος μέτοχος, τόσο της Ενάγουσας όσο και των Εταιρειών EVERGLADES και KINGFISHER, ήταν ο Π. Ονουφρίου (Μ.Ε.1). Περί τον Ιούλιο του έτους 2008, οι εταιρείες EVERGLADES και KINGFISHER, ζήτησαν δανειοδότηση ύψους $13,5 εκ. από το Ναυτιλιακό Τμήμα της Εναγόμενης στον Πειραιά. Το αίτημα εγκρίθηκε υπό όρους. Ένας από τους όρους ήταν η έκδοση εγγυητικής επιστολής από το κατάστημα Ναυτιλιακών Δραστηριοτήτων της Εναγόμενης στη Λεμεσό, για ποσό τουλάχιστον US$8εκ. Σχετική είναι η επιστολή της Εναγόμενης ημερ. 22.7.2008, Τεκμήριο
  8. Προκειμένου να συμμορφωθεί με τον υπό αναφοράν όρο, η Ενάγουσα αποτάθηκε στο υποκατάστημα Διεθνών Δραστηριοτήτων της Εναγόμενης, στη Λεμεσό, και ζήτησε την έκδοση της αναφερθείσας πιο πάνω εξασφάλισης, αίτημα που ικανοποιήθηκε. Οι διάδικοι διαφωνούν ως προς τη μορφή που πήρε η υπό αναφοράν εξασφάλιση. Η Ενάγουσα υποστηρίζει ότι εκδόθηκε εγγυητική επιστολή (letter of guarantee) από την Εναγόμενη ενώ η Εναγόμενη θεωρεί πως πρόκειται για επιστολή παραχώρησης διευκόλυνσης (letter of allocation). Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι η Εναγόμενη Τράπεζα, αποδεχόμενη το αίτημα της Ενάγουσας, εξέδωσε προς όφελος του Ναυτιλιακού Τμήματος της στον Πειραιά το έγγραφο ημερ. 25.7.2008 (Τεκμήριο 3), όπως τροποποιήθηκε με το Τεκμήριο
  9. Στο Έγγραφο (Τεκμήριο 3), που τιτλοφορείται ως «Letter of guarantee», παρουσιάζεται ως Αιτήτρια η Ενάγουσα, εκδότης η Εναγόμενη και δικαιούχος το Ναυτιλιακό Τμήμα της Εναγόμενης στον Πειραιά. Στο στάδιο αυτό υποδεικνύεται απλά πως στις λεπτομέρειες («Details of guarantee») αναφέρονται τα ακόλουθα: «Our Letter of Allocation no...expiring in Cyprus..on 31/07/2011». Για την έκδοση της πιο πάνω εγγυητικής (ή L/A) παραχωρήθηκαν εκ μέρους των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 2-6, εξασφαλίσεις με τη μορφή υποθηκών. Ειδικότερα, οι Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι εκτέλεσαν προς όφελος της Εναγόμενης στις 25.7.2008 τις ακόλουθες υποθήκες, με βάση τα Τεκμήρια 5, 6 και 7: α) Η Εναγόμενη 2 εκτέλεσε την υποθήκη Y8524/2008 για το ποσό των €2.500.
  10. β) Οι Εναγόμενοι 3, 4 και 5 την υποθήκη Υ2525/2008 για το ποσό του €1.500.
  11. γ) Η Εναγόμενη 6 την υποθήκη Υ8530/2008 για το ποσό των €2.100.
  12. Μετά την ικανοποίηση του πιο πάνω όρου και των άλλων εξασφαλίσεων που είχαν ζητηθεί από την Εναγόμενη, το Ναυτιλιακό Τμήμα στον Πειραιά χορήγησε στην Ενάγουσα το δάνειο, δυνάμει της δανειακής σύμβασης ημερομηνίας 28.08.2008, Τεκμήριο
  13. Όπως είναι παραδεκτό ή δανειακή σύμβαση τροποποιήθηκε δύο φορές, με τροποποιητικές συμφωνίες 12.6.2009 και 12.3.2010, Τεκμήρια 12 και 13 αντίστοιχα. Στις 30.6.2011 το υποκατάστημα ναυτιλίας της Εναγόμενης στον Πειραιά υπόβαλε απαίτηση προς το υποκατάστημα διεθνών δραστηριοτήτων της Ενάγουσας στη Λεμεσό για πληρωμή του ποσού των €4.693.553,31 πλέον έξοδα και τόκους, στη βάση της αναφερθείσας πιο πάνω εγγυητικής Τεκμήριο
  14. Το υποκατάστημα διεθνών δραστηριοτήτων της Εναγόμενης, σε συμμόρφωση με την ανωτέρω απαίτηση του καταστήματος της Εναγόμενης στον Πειραιά, προχώρησε με χρέωση του λογαριασμού της Ενάγουσας με το ποσό που ζητήθηκε και με ταυτόχρονο έμβασμα του ποσού προς όφελος του καταστήματος της Εναγόμενης στον Πειραιά, το οποίο με τη σειρά του πίστωσε το λογαριασμό δανείου που διατηρούσε με τις εταιρείες EVERGLADES και KINGFISHER. Η Ενάγουσα υποστηρίζει ότι η πιο πάνω ενέργεια της Εναγόμενης ήταν αντισυμβατική και αδικαιολόγητη, εφόσον δεν υπήρξε οποιαδήποτε παράβαση των όρων της δανειακής σύμβασης. Σε κάθε περίπτωση, υποστηρίζει πως δεν ενομιμοποιείτο η Εναγόμενη να ενεργοποιήσει την εγγυητική και να εισπράξει το πιο πάνω ποσό, επειδή κατά την εισήγηση της η εγγυητική ήταν εξ υπαρχής άκυρη. Με την παρούσα αγωγή ζητά την ακύρωση της εγγυητικής και των υποθηκών που εκτελέστηκαν για τους σκοπούς της έκδοσης της, καθώς και αποκατάσταση του λογαριασμού της, ώστε να παρουσιάζει το πραγματικό υπόλοιπο που υπήρχε πριν από τη χρέωση με το ποσό που αναφέρθηκε πιο πάνω. Περαιτέρω ζητά απόφαση εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €180.000 το οποίο εισέπραξε από την Ενάγουσα υπό μορφή δικαιωμάτων, δυνάμει της εγγυητικής. Με τη σειρά της η Εναγόμενη υπεραμύνεται της ορθότητας της απόφασης του υποκαταστήματος διεθνών δραστηριοτήτων της να ενεργήσει όπως ενήργησε. Με την ανταπαίτηση της διεκδικεί απόφαση εναντίον της Ενάγουσας για το υπόλοιπο του λογαριασμού της καθώς και την εκποίηση των υποθηκών εναντίον των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 2-
  15. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για να αποδείξει την υπόθεση της η Ενάγουσα στηρίχθηκε στη μαρτυρία του Διευθυντή της Πανίκου Ονουφρίου και επί του περιεχομένου των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Για την υπεράσπιση της, η Εναγόμενη κάλεσε τέσσερεις μάρτυρες. Τον νομικό σύμβουλο του ναυτιλιακού τμήματος της Εναγόμενης στον Πειραιά, Γιώργο Οικονόμου (Μ.Υ.1), τον διευθυντή του τομέα ναυτιλιακών υποθέσεων (group shipping manager) του καταστήματος της Εναγόμενης στον Πειραιά, Νικόλαο Στραπατσάκη (Μ.Υ.2), την Έλενα Βότση (Μ.Υ.3), λειτουργό στο τμήμα εμβασμάτων στο υποκατάστημα διεθνών δραστηριοτήτων της Εναγόμενης στη Λεμεσό και την υπάλληλο στο δικηγορικό γραφείο του Μ.Υ,1 Πηνελόπη Πλατσούκα (Μ.Υ.4). Κάλεσε περαιτέρω την Έλενα Βότση (Μ.Α.Ι) και την Μάγδα Κυριάκου (Μ.Α.2) για απόδειξη των αξιώσεων της επί της ανταπαιτήσεως. Η Ενάγουσα/Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 1 και οι Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 2 έως 6 κάλεσαν τον Πανίκο Ονουφρίου και τον Ελευθέριο Ευριπίδου για την υπεράσπιση τους στις ανταξιώσεις της Εναγόμενης. Με τη γραπτή δήλωση του (Έγγραφο Α) ο Π. Ονουφρίου κατέθεσε όλα τα έγγραφα τα οποία κατά την εισήγηση του αποδεικνύουν την υπόθεση της Ενάγουσας (Τεκμήρια 1-69). Όπως ανέφερε, υπέγραψε εκ μέρους της Ενάγουσας όσα έγγραφα του ζήτησε η τράπεζα, προκειμένου να καταστεί δυνατή η δανειοδότηση από την Εναγόμενη των πλοιοκτητριών εταιρειών EVERGLADES και KINGFISHER. Ανάμεσα στα έγγραφα ήταν και το Τεκμήριο 3, το οποίο υπέγραψε προκειμένου να καταστεί δυνατή η εκταμίευση του ποσού του δανείου. Αναφερόμενος στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες υπεγράφησαν όλα τα έγγραφα που σχετίζονται με την αρχική δανειακή σύμβαση Τεκμήριο 2 και τις εξασφαλίσεις, ήτοι τα Τεκμήρια 3, 5, 6 και 7, υποστήριξε πως εκτελέστηκαν από την Ενάγουσα και τους Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους με αποκλειστικό γνώμονα την εκταμίευση του ποσού του δανείου και με δεδομένη την υπεροχή της Εναγόμενης τράπεζας. Υπέγραψαν, ανέφερε, όποια έγγραφα τους ζήτησε η Εναγόμενη γιατί ήθελε να πάρει το δάνειο για να μπορέσει να μπει στον τομέα της ναυτιλίας. Δεν είχε άλλη επιλογή, πρόσθεσε, και ούτε μπορούσε να διαπραγματευτεί τους όρους και τις απαιτήσεις που έθεσε η Εναγόμενη, προκειμένου να χορηγήσει το δάνειο που είχαν ζητήσει οι πλοιοκτήτριες εταιρείες. Με τον ίδιο τρόπο υπεγράφησαν και τα έγγραφα της υποθήκης από τη σύζυγο του, Εναγόμενη 2, και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του (Εναγόμενοι 3, 4 και 5). Σε σχέση με το Τεκμήριο 3 υποστήριξε πως ήταν μια αχρείαστη εξασφάλιση την οποία επέβαλε η Εναγόμενη προκειμένου να προσποριστεί αθέμιτα πλεονεκτήματα και οφέλη εις βάρος της Ενάγουσας, αφού την χρέωνε με ποσό $60.000 ετήσια υπό μορφή δικαιωμάτων για την έκδοση του. Υποστήριξε περαιτέρω πως το υπό αναφοράν έγγραφο ήταν εξ υπαρχής άκυρο, δεδομένου πως παρουσιάζεται εκδότης και δικαιούχος η ίδια τράπεζα. Ως εκ τούτου, υποστήριξε, δεν πληροί τις προϋποθέσεις μιας έγκυρης εγγυητικής. Του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση πως η Ενάγουσα ζήτησε από την τράπεζα την έκδοση letter of allocation και όχι letter of guarantee, ως ο ισχυρισμός του. Απάντησε πως αυτή είναι επινόηση εκ των υστέρων της Εναγόμενης για να δικαιολογήσει την ακυρότητα της εγγυητικής. Δέχθηκε, ωστόσο, ότι στην αλληλογραφία που είχε με την τράπεζα καθώς και σε διάφορα έγγραφα, αναφέρεται άλλοτε ως εγγυητική και άλλοτε ως letter of allocation. Όπως και να έχει όμως το πράγμα η θέση του ήταν πως επρόκειτο για μια αχρείαστη εξασφάλιση, δεδομένου ότι είχαν δοθεί εξασφαλίσεις με τη μορφή υποθηκών που κάλυπταν πλήρως το δάνειο. Είναι γι' αυτό το λόγο που υποστήριξε πως αποκλειστική επιδίωξη της Εναγόμενης ήταν η χρέωση δικαιωμάτων μέσω του Τεκμηρίου
  16. Αναφορικά με τις κατ' ισχυρισμόν της Εναγόμενης παραβιάσεις της συμφωνίας δανειοδότησης υποστήριξε, σε συντομία, τα ακόλουθα: α) Το δάνειο με βάση τη δεύτερη τροποποιητική συμφωνία Τεκμήριο 13, έληγε τον Ιούνιο του έτους 2016 και ήταν κατά συνέπεια πρόωρη η αξίωση της Εναγόμενης για την εξόφληση του.. β) Πριν από την υπογραφή των τροποποιητικών συμφωνιών Τεκμήρια 12 και 13 ανταλλάγηκε αλληλογραφία μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης (Τεκμήριο 14(α) έως (δ)), σε σχέση με τον χρόνο αποπληρωμής του δανείου και τη διαδικασία εκποίησης των πλοίων. Με βάση τη συμφωνία στην οποία κατέληξαν, προβλέπετο η αντικατάσταση των πλοίων μέσα σε διάστημα 6 μηνών από τη σύναψη της τροποποιητικής συμφωνίας, χωρίς ωστόσο να αποτελούσε παράβαση της συμφωνίας η αδυναμία της Εναγόμενης να πωλήσει τα πλοία. Συμφωνήθηκε περαιτέρω ότι στην περίπτωση πώλησης των πλοίων, το προϊόν πώλησης θα εχρησιμοποιείτο για την ανανέωση του στόλου των πλοιοκτητριών εταιρειών. γ) Οι πλοιοκτήτριες εταιρείες πώλησαν τα πλοία κατά την περίοδο Δεκεμβρίου 2010 και Μαρτίου 2011, με βάση τις συμφωνίες πώλησης Τεκμήρια 15 και
  17. Το ποσό που εισπράχθηκε από την πώληση των πλοίων, ύψους $9.100.667,56, κατατέθηκε στο λογαριασμό παρακράτησης (Τεκμήρια 17(α) και (β)) όπως προβλεπόταν στη συμφωνία. Με τη συγκατάθεση της Εναγόμενης, ποσό $2.890.757,50 χρησιμοποιήθηκε για την πληρωμή άλλων υποχρεώσεων των πλοιοκτητριών εταιρειών και το υπόλοιπο παρέμεινε στον πιο πάνω λογαριασμό της Εναγόμενης, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για την ανανέωση του στόλου. (δ) Εντελώς αντισυμβατικά η Εναγόμενη μετέφερε το πιο πάνω ποσό (των 6.209.910.06 δολαρίων) και το κατέθεσε στο δανειακό λογαριασμό προς μερική εξόφληση του δανείου. Σχετική είναι η επιστολή που αποστάληκε στην Ενάγουσα ημερ. 24.3.2011 (Τεκμήριο 19). Στην ενέργεια αυτή της Εναγόμενης διαμαρτυρήθηκε έντονα η Ενάγουσα και ανταλλάγηκε προς τούτο σχετική αλληλογραφία με την Εναγόμενη (Τεκμήρια 22(α) έως (ε). (ε) Η θέση της Εναγόμενης ότι υπήρξε παράβαση της συμφωνίας εκ μέρους της Ενάγουσας, επειδή δεν προέβησαν σε ανανέωση του στόλου μέσα σε έξι μήνες από την υπογραφή των τροποποιητικών συμφωνιών δεν ευσταθεί. Δεν ενομιμοποιείτο, κατά συνέπεια, η Εναγόμενη να εισπράξει το προϊόν της πώλησης των πλοίων, εφόσον δεν υπήρξε καμιά παραβίαση της δανειακής σύμβασης από την Ενάγουσα. Υπόδειξε επί του προκειμένου πως, με βάση την τροποιητική συμφωνία Τεκμήριο 13, το δάνειο ήταν πληρωτέο τον Ιούνιο του έτους
  18. (στ) Η Εναγόμενη επινόησε την αποστολή, δήθεν, προς την Ενάγουσα και στις πλοιοκτήτριες εταιρείες της επιστολής ημερ. 19.5.2011 (Τεκμήριο 24(A)) με την οποία τερματιζόταν η δανειακή σύμβαση. Τέτοια επιστολή, υποστήριξε, ουδέποτε παραλήφθηκε από τα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται. Διαμαρτυρήθηκε, πρόσθεσε, μόλις περιήλθε στην αντίληψη του η αναφερθείσα επιστολή, αποστέλλοντας επιστολή προς τον δικηγόρο της Εναγόμενης (Τεκμήριο 25(α)). (ζ) Κορύφωση της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της Εναγόμενης, υποστήριξε ο κ. Ονουφρίου, συνιστά η ενέργεια της να ρευστοποιήσει μέρος του ποσού της εγγυητικής ήτοι ποσού 4.702.887,01 δολαρίων προς εξόφληση του υπολοίπου της δανειακής σύμβασης. Επρόκειτο, υποστήριξε, για αυθαίρετη, ανέντιμη, παράνομη και δόλια ενέργεια της Εναγόμενης η οποία αγνόησε την αντίθεση της Ενάγουσας που αμφισβήτησε έντονα το δικαίωμα της για είσπραξη της εγγυητικής. Ιδιαίτερα, ενόψει του γεγονότος ότι δεν ήταν πληρωτέο το δάνειο με βάση τη δανειακή σύμβαση, όπως είχε τροποποιηθεί με το Τεκμήριο
  19. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ Ο Μ.Υ.1 επιβεβαίωσε ότι ετοίμασε την πρόταση της Εναγόμενης καθώς και τη συμφωνία δανειοδότησης (Τεκμήρια 1 και 2, αντίστοιχα). Ετοίμασε, επίσης, τις τροποποιητικές συμφωνίες, τεκμήρια 12 και 13, μετά από συνεννόηση και ανταλλαγή επιστολών με τον Μ.Ε.1 (Τεκμήρια 14 και 23). Ανέφερε, περαιτέρω, πως απέστειλε στα συμβαλλόμενα μέρη, μετά από οδηγίες της Εναγόμενης, επιστολή τερματισμού της δανειακής σύμβασης στις 19.5.2011 (Τεκμήριο 24(Α)). Όπως υποστήριξε, οι επιστολές αποστάληκαν με σύνηθες ταχυδρομείο, όπως προβλεπόταν στη δανειακή σύμβαση και στις συμβάσεις εγγύησης (Τεκμήρια 2, 71 και 72). Κατέθεσε, περαιτέρω, αντίγραφο σελίδας από το βιβλίο που τηρούσε στο δικηγορικό του γραφείο (Τεκμήριο 73), στο οποίο καταγράφεται η αποστολή της επιστολής στην Ενάγουσα. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε πως τις οδηγίες τις έπαιρνε από το ναυτιλιακό τμήμα του Πειραιά από τον Μ.Υ.
  20. Οι οδηγίες για την αποστολή της επιστολής τερματισμού, πρόσθεσε, του δόθηκαν από τον κ. Στραπατσάκη. Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό η μαρτυρία της Μ.Υ.
  21. Ανάφερε πως ανάμεσα στα καθήκοντα της ήταν και η διεκπεραίωση της αλληλογραφίας του δικηγορικού γραφείου του Μ.Υ.
  22. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 24Α ως αντίγραφο σελίδας από το βιβλίο εξερχόμενος αλληλογραφίας, το πρωτότυπο του οποίου είχε στην κατοχή της. Ανέφερε, περαιτέρω, πως ελέγχει όλες τις καταγραφές που γίνονται στο βιβλίο από την γραμματέα του γραφείου και στη συνέχεια παραλαμβάνει τις επιστολές και τις παραδίδει στο Ταχυδρομείο της περιοχής για ταχυδρόμηση. Αυτό έπραξε, κατέληξε και με το Τεκμήριο 24(Α), συμπληρώνοντας ότι από έλεγχο που διενέργησε η επιστολή δεν έχει επιστραφεί. Ο Μ.Υ.2 επιβεβαίωσε με τη σειρά του την υπογραφή της συμφωνίας δανειοδότησης, μετά από διαπραγματεύσεις και συζητήσεις που είχαν με τον Μ.Ε.
  23. Σε σχέση με το Τεκμήριο 3, εξήγησε πως ήταν μία από τις προϋποθέσεις που έθεσε η εναγόμενη για την εκταμίευση του δανείου, με βάση την πρόταση, Τεκμήριο
  24. Εζητήθη, ανέφερε, από τους δανειστές να δοθεί από τις δανειζόμενες εταιρείες πρόσθετη τραπεζική εξασφάλιση ύψους $8εκ., ως συμπλήρωμα των εξασφαλίσεων, προκειμένου να εκταμιευθεί το ποσό του δανείου. Αναφερόμενος στη φύση του Τεκμήριου 3, είπε, πως άλλοτε αναφερόταν ως letter of guarantee και άλλοτε ως letter of allocation. Εκείνο που συμφωνήθηκε, ανέφερε, ήταν πως θα παραχωρείτο από τις εταιρείες τραπεζική εξασφάλιση ύψους $8εκ. από το υποκατάστημα διεθνών δραστηριοτήτων της Εναγόμενης στη Λεμεσό και αυτή η συμφωνία υλοποιήθηκε με την έκδοση του Τεκμηρίου
  25. Από πολύ νωρίς, υποστήριξε ο Μ.Υ.2, οι εταιρείες παραβίασαν όρους της δανειακής σύμβασης (τους όρους 18.02.03 και 20.02), παραλείποντας να ασφαλίσουν τα πλοία σε αποδεκτές από την Εναγόμενη εταιρείες. Το γεγονός αυτό επισημάνθηκε από την Εναγόμενη, με την επιστολή του Μ.Υ.1 Τεκμήριο 70, χωρίς όμως να υπάρξει συμμόρφωση. Υποστήριξε, περαιτέρω, πως η Ενάγουσα, κατά παράβαση των όρων της δανειακής σύμβασης, δεν κατέθετε τους ναύλους που εισέπραττε στους λογαριασμούς που καθορίζονταν στους όρους 21.03 και 26 του Τεκμηρίου 2 (Earnings και retention accounts). Πέραν των πιο πάνω παραβάσεων, συμπλήρωσε, οι εταιρείες παρέλειψαν να ανανεώσουν το στόλο τους, ως όφειλαν με βάση τη συμφωνία για τούτο και υπεγράφη η δεύτερη τροποποιητική συμφωνία (Τεκμήριο 13). Είχε προηγηθεί εξήγησε, η υπογραφή της πρώτης τροποποιητικής (Τεκμήριο 12) λόγω της αδυναμίας των εταιρειών να πληρώσουν τις δόσεις τους. Οι πιο πάνω παραβάσεις, ανάφερε, συνεχίστηκαν και μετά από την υπογραφή του Τεκμηρίου 13, παρά τις προειδοποιητικές επιστολές που στάληκαν (Τεκμήρια 59-62). Οι εταιρείες, συνέχισε, αποφάσισαν να πωλήσουν τα πλοία αλλά το ποσό που κατατέθηκε στους λογαριασμούς δεν αρκούσε για την αποπληρωμή του δανείου. Αφού αποστάληκε προειδοποιητική επιστολή στις 24.3.2011 (Τεκμήριο 19) αποφασίστηκε ο τερματισμός της δανειακής σύμβασης και για το σκοπό αυτό δόθηκαν οδηγίες στον Μ.Υ.1, ο οποίος απέστειλε την επιτολή τερματισμού τεκμήριο 24(Α). Ακολούθησε συνάντηση στα γραφεία της Εναγόμενης στη Λεμεσό, μετά από αίτημα του κ. Π. Ονουφρίου, χωρίς όμως θετική κατάληξη. Καταληκτικά , ανέφερε πως ενόψει της αποτυχίας εξεύρεσης λύσης, ζητήθηκε η αποπληρωμή του ποσού μέσω της τραπεζικής εξασφάλισης Τεκμήριο
  26. Το Ναυτιλιακό Τμήμα της Εναγόμενης, ανταποκρίθηκε στην απαίτηση για πληρωμή με έμβασμα ύψους $4.702.170,56, στις 15.7.2011, με το οποίο εξοφλήθηκε το χρεωστικό υπόλοιπο της δανειακής σύμβασης. Η Μ.Υ.3, η οποία κατά την επίδικη περίοδο ασκούσε καθήκοντα λειτουργού δανειοδοτήσεως στο υποκατάστημα διεθνών δραστηριοτήτων της Εναγόμενης στη Λεμεσό, παρουσίασε αντίγραφα διαφόρων εισερχόμενων εμβασμάτων στο λογαριασμό της Ενάγουσας που διατηρούσε στο υπό αναφοράν υποκατάστημα της Εναγόμενης, που αφορούσαν πληρωμές ναύλων και άλλων υπηρεσιών των πλοίων BRAVO P και ALPHA K, Τεκμήρια 75-
  27. Στην αντεξέταση της ανέφερε πως υπήρχαν και άλλα εμβάσματα στο συγκεκριμένο λογαριασμό αλλά δεν τα παρουσίασε γιατί της ζητήθηκε να εντοπίσει μόνο τα εμβάσματα που αφορούσαν τα πλοία που διαχειριζόταν η Ενάγουσα. Δέχθηκε, επίσης, πως σε κάποια από τα εμβάσματα δεν αναφέρεται ότι αφορούσαν τα δύο συγκεκριμένα πλοία. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ ΕΞ' ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ Η ίδια μάρτυρας, Ελ. Βότση, κατέθεσε ως πρώτη μάρτυρας για απόδειξη των αξιώσεων της Εναγόμενης εναντίον των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων. Ανάφερε πως μετά από αίτημα της Ενάγουσας (Τεκμήριο 64) η Εναγόμενη άνοιξε στις 10.7.2008, τον τρεχούμενο λογαριασμό επ' ονόματι της Ενάγουσας με αρ. 0385-40-06-
  28. Ο λογαριασμός, υποστήριξε, θα λειτουργούσε με πιστωτικά υπόλοιπα και τυχόν υπέρβαση θα χρεωνόταν με τόκους. Συνεχίζοντας, αναφέρθηκε στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες εκδόθηκε το Τεκμήριο 3 και στις εξασφαλίσεις που ζητήθηκαν από την Εναγόμενη, οι οποίες ικανοποιήθηκαν, με βάση τα Τεκμήρια 5-
  29. Μετά από την έγκριση και υπογραφή του Τεκμηρίου 3, η Εναγόμενη το διαβίβασε με ηλεκτρονικό διατραπεζικό μήνυμα (swift) (Τεκμήριο 101) προς την Τράπεζα Κύπρου στην Ελλάδα. Το ίδιο έπραξε και μετά την τροποποίηση του Τεκμηρίου 3 με το Τεκμήριο 41, αποστέλλοντας το στην Τράπεζα Κύπρου στην Ελλάδα με το Τεκμήριο
  30. Σε σχέση με τα δικαιώματα της Εναγόμενης για την έκδοση του Τεκμηρίου 3, εξήγησε πως συμφωνήθηκε με τον κ. Ονουφρίου να χρεώνεται ο τρεχούμενος λογαριασμός της Ενάγουσας με το ποσό των $60.000 ετησίως. Ανέφερε, επίσης, πως το Τεκμήριο 3 ανανεωνόταν αυτόματα κάθε χρόνο με τελική ημερομηνία λήξης την 31.7.
  31. Όσον αφορά την πληρωμή του ποσού των $4.702.170,56, αναφέρθηκε στην απαίτηση του Ναυτιλιακού Τμήματος της Εναγόμενης για πληρωμή του ποσού με βάση το Τεκμήριο 26, απαίτηση που ικανοποιήθηκε στις 15.7.2011, με την μεταφορά του ποσού στους δικαιούχους και με αντίστοιχη χρέωση του τρεχούμενου λογαριασμού της Ενάγουσας μαζί με τα έξοδα και τα δικαιώματα της Τράπεζας. Προηγήθηκαν συζητήσεις και παραστάσεις της Ενάγουσας για εξεύρεση λύσης, χωρίς αποτέλεσμα. Στην αντεξέταση της ρωτήθηκε και εξήγησε τη διαδικασία έκδοσης και υπογραφής του Τεκμηρίου
  32. Ανέφερε πως ετοιμάστηκε από το αρμόδιο τμήμα στη Λευκωσία και διαβιβάστηκε στο κατάστημα της. Ακολούθως το διαβίβασε στον κ. Ονουφρίου ο οποίος το υπόγραψε και το παρέδωσε πίσω στο κατάστημα. Ανάφερε τέλος πως παρόλο που ο λογαριασμός ήταν πιστωτικός, έτυχε να παρουσιάζει χρεωστικά υπόλοιπα, μετά από αιτήματα που υπέβαλλε η Ενάγουσα. Η δεύτερη μάρτυρας για την Εναγόμενη επί της ανταπαίτησης της ήταν η Μάγδα Κυριάκου, η οποία, όπως ανέφερε εργάζεται στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της Εναγόμενης. Όταν παραπέμφθηκε στο τμήμα της ο λογαριασμός της Ενάγουσας αποφασίστηκε ο τερματισμός του και δόθηκαν σχετικές οδηγίες στους δικηγόρους της Τράπεζας οι οποίοι απέστειλαν την επιστολή Τερματισμού ημερ. 23.5.2012, Τεκμήριο
  33. Την ίδια απέστειλαν και προς την Εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 2 (Τεκμήριο 67). Με μεταγενέστερη επιστολή των δικηγόρων ημερ. 25.6.2012 (Τεκμήριο 67(Α), της ζήτησαν να αγνοήσει την προηγηθείσα επιστολή τερματισμού. Την ίδια ημέρα της απέστειλαν νέα επιστολή τερματισμού (Τεκμήριο 67(Β). Επιστολές τερματισμού στάληκαν επίσης και στους Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους 3-6, (Τεκμήρια 28, 29, 30 κα 67(Γ). Συνεχίζοντας τη μαρτυρία της η μάρτυς κατέθεσε κατάσταση λογαριασμού, συνοδευόμενη από πιστοποιητικό με βάση το άρθρο 35 του Κεφ. 9 (Τεκμήριο 103). Όπως εξήγησε, η Τράπεζα περιόρισε την αξίωση της στο ποσό που πληρώθηκε με βάση την εγγυητική ήτοι US$4.702.887,01, πλέον τόκους. Κατέθεσε επίσης αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 104) στην οποία, όπως εξήγησε, ο τόκος υπολογίστηκε επί του «τοκοφόρου υπολοίπου» και όχι επί των υπολοίπων μαζί με τους τόκους. Αναφέρθηκε, τέλος, στα υπόλοιπα των χρεών των Εναγόμενων 2-6 σε σχέση με τα ενυπόθηκα χρέη τους, καταθέτοντας αναδομημένες καταστάσεις (Τεκμήρια 105, 106 και 107, αντίστοιχα). ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΩΝ ΕΞ' ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ Ο Π. Ονουφρίου, καταθέτοντας για την υπεράσπιση στις αξιώσεις της Εναγόμενης, επανέλαβε τους ισχυρισμούς του σε σχέση με την επίδικη χρέωση με βάση το Τεκμήριο
  34. Υποστήριξε, περαιτέρω, πως η Τράπεζα προέβαινε σε χρεώσεις τόκων και άλλων εξόδων, χωρίς οποιαδήποτε ενημέρωση προς τον ίδιο ή την Ενάγουσα. Αναφέρθηκε σε συγκεκριμένη χρέωση ύψους $1.918,61 ημερ. 14.10.2008 που αφορούσε εκτιμητικά, υποστηρίζοντας πως δεν υπήρξαν στην πραγματικότητα έξοδα εκτίμησης γιατί είχε προσκομίσει τις εκτιμήσεις ο ίδιος. Του υποβλήθηκε πως το ποσό αυτό πληρώθηκε από την Τράπεζα για τα έξοδα εκτίμησης των ακινήτων που θα υποθηκεύονταν για τους σκοπούς έκδοσης του Τεκμηρίου 3 (Τεκμήριο 111). Ο κ. Ονουφρίου, υποστήριξε πως είχε πληρώσει ο ίδιος τους εκτιμητές και δεν ζήτησε από την Τράπεζα να ετοιμαστούν άλλες εκτιμήσεις. Όσον αφορά τις χρεώσεις τόκων στον επίδικο λογαριασμό, ανέφερε πως δεν ειδοποιήθηκε από την Τράπεζα ότι ο επίδικος λογαριασμός θα επιβαρυνόταν με τόκους επί του χρεωστικού υπολοίπου. Υποστήριξε, περαιτέρω, πως όλα τα αιτήματα που είχε υποβάλει για παρατράβηγμα στο λογαριασμό ήταν γραπτά και ουδέποτε δόθηκε έγκριση για παραχώρηση ορίου στον επίδικο λογαριασμό, στη βάση προφορικού αιτήματος. Οι Εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι κάλεσαν τέλος, τον διευθυντή του υποκαταστήματος διεθνών δραστηριοτήτων στη Λεμεσό, κατά τον ουσιώδη χρόνο, κ. Ελ. Ελευθερίου. Σε σχέση με το Τεκμήριο 3, εξήγησε πως ετοιμάστηκε από το αρμόδιο τμήμα της Τράπεζας (International division) και στάληκε στο κατάστημα τους για εκτέλεση. Ο πελάτης, ανάφερε, είχε αντιρρήσεις για το ύψος των δικαιωμάτων και υπήρξαν συζητήσεις για το θέμα αυτό που απέληξαν σε μείωση μετά από σχετικό αίτημα που υποβλήθηκε προς το αρμόδιο τμήμα της Εναγόμενης Τράπεζας. Τα δικαιώματα, είπε, όπως έχουν περιοριστεί, εισπράχθηκαν και αποστάληκε η εγγυητική (Τεκμήριο 3) υπογεγραμμένη από την ενάγουσα και την Τράπεζα. Εν συνεχεία, αναφέρθηκε σε συνάντηση που έλαβε χώρα στο κατάστημα της Εναγόμενης στη Λεμεσό στην οποία παρευρέθη και ο ίδιος. Παρόντες ήταν ο κ. Στραπατσάκης (Μ.Υ.2), ο κ. Ονουφρίου και ο κ. Ηλιάδης. Η συνάντηση, είπε, έγινε για να εξευρεθεί τρόπος επίλυσης των προβλημάτων που δημιουργήθηκαν, μετά από την κατάθεση των ποσών που εισπράχθηκαν από την πώληση των πλοίων, στο δανειακό λογαριασμό. Διαμορφώθηκε, κατέληξε, μια πρόταση για παραχώρηση νέου δανείου προς την Ενάγουσα, η οποία διαβιβάστηκε προς τη διοίκηση της Εναγόμενης. Στόχος της πρότασης, εξήγησε, ήταν η μεταφορά του δανείου από το ναυτιλιακό τμήμα Πειραιά στην Κύπρο. Η πρόταση έγινε μεν αποδεκτή από τη διοίκηση αλλά με τροποποιήσεις, ως προς το χρόνο αποπληρωμής του δανείου, οι οποίες δεν έγιναν αποδεκτές από την Ενάγουσα και έτσι η διαπραγμάτευση ναυάγησε. Επανερχόμενος στην εγγυητική, υποστήριξε πως θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί η έκδοση της, δεδομένου ότι υπήρχαν άλλες ικανοποιητικές εξασφαλίσεις. Όπως υποστήριξε, η έκδοση της εγγυητικής αύξησε το κόστος δανεισμού και προσέθεσε οικονομικό βάρος στον πελάτη. Αναφορικά με τη σχέση που είχε το κατάστημα του με τον κ. Π. Ονουφρίου, είπε πως ήταν αρκετά καλή και ήταν γενικά συνεργάσιμος και συνεπής στις υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΥΝΗΓΟΡΩΝ Είναι κοινή η θέση των δύο πλευρών ότι το μεγαλύτερο μέρος των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση δεν τελεί υπό αμφισβήτηση, εφόσον στηρίζεται στα έγγραφα που έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και από τους δύο συνηγόρους στο περιεχόμενο των συμφωνιών δανείου Τεκμήρια 2, 12 και 13 καθώς και στην «εγγυητική επιστολή» Τεκμήριο 3, όπως τροποποιήθηκε από το Τεκμήριο
  35. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας, επεσήμανε τα ακόλουθα: α) Όσον αφορά το αίτημα για ακύρωση των υποθηκών υποστήριξε πως οι υποθήκες ήταν εξ υπαρχής άκυρες, δεδομένου ότι στηρίχθηκαν σε μια ανύπαρκτη υποχρέωση, ήτοι την εγγυητική επιστολή. Υπόδειξε επί του προκειμένου ότι το Τεκμήριο 3 είναι μία υποχρέωση πληρωμής που δημιουργήθηκε από την Τράπεζα για να πληρώσει τον ίδιο τον εαυτό της. Πρόκειται για κατασκεύασμα της Εναγόμενης Τράπεζας προκειμένου να εξασφαλίσει αθέμιτα οφέλη, χρεώνοντας την Ενάγουσα με επιπλέον δικαιώματα. Σε κάθε περίπτωση η εγγυητική ήταν αχρείαστη, δεδομένου ότι η πραγματική εξασφάλιση δόθηκε με τις υποθήκες, Τεκμήρια 5, 6 και
  36. β) Όσον αφορά τα έγγραφα υποθήκης, υποστήριξε ότι είναι εικονικά. Το κείμενο των τριών συμβάσεων και δηλώσεων υποθηκεύσεως ακινήτων, αντικειμενικά κρινόμενο, κατά την εισήγηση του συνηγόρου, δημιουργεί εύλογα την εντύπωση ότι κατά τον χρόνο κατάρτισης τους (25.7.2008) υφίστατο μία χρηματική υποχρέωση για την οποία εκτελέστηκαν οι υποθήκες. Κατά τον χρόνο όμως εκείνο, υπόδειξε ο συνήγορος, οι Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 2 έως 6 δεν είχαν οποιαδήποτε οικονομική υποχρέωση προς την τράπεζα, εφόσον δεν είχαν δανειστεί οποιοδήποτε ποσό. Επεσήμανε περαιτέρω πως με βάση τα έγγραφα υποθήκης οι Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 2-6 εκαλούντο να καταβάλουν τα ποσά που αναφέρονται στα έγγραφα μέσα σε διάστημα 3 ημερών (28.7.2008), χωρίς να έχουν λάβει οποιοδήποτε δάνειο ή άλλο αντάλλαγμα. Στην πραγματικότητα, εισηγήθηκε τα έγγραφα υποθήκης είναι εικονικά και ως εκ του γεγονότος αυτού εξ υπαρχής άκυρα. γ) Επί του ιδίου ζητήματος, ο συνήγορος της Ενάγουσας επεσήμανε πως με βάση τις δηλώσεις που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 7(Α),(Β) και (Γ) φέρονται να ανέλαβαν υποχρέωση πληρωμής του ποσού των συμβάσεων υποθηκών, εφόσον προέκυπτε υπόλοιπο μετά από την πώληση των ενυπόθηκων κτημάτων. Είναι συνεπώς πρόωρη οποιαδήποτε αξίωση με βάση τις υποθήκες, αφού τα ενυπόθηκα ακίνητα δεν έχουν εκποιηθεί. δ) Συνεχίζοντας ο συνήγορος εισηγήθηκε πως η Εναγόμενη, χωρίς να υπάρχει νόμιμος λόγος τερματισμού και χωρίς στην πραγματικότητα να προβεί σε τερματισμό της δανειακής σύμβασης, εισέπραξε το ποσό από την πώληση των πλοίων και το κατέθεσε στο λογαριασμό της δανειακής σύμβασης. Η ενέργεια της αυτή αποτελεί, κατά το συνήγορο, κατάφωρη παραβίαση των όρων της δανειακής σύμβασης, εφόσον κατά το χρόνο εκείνο δεν υπήρχε οφειλόμενη δόση ούτε ήταν πληρωτέο το δάνειο. ε) Σε σχέση με την θέση τη Εναγόμενης ότι υπήρξαν παραβιάσεις των όρων της σύμβασης που αφορούσαν την παράλειψη των πλοιοκτητριών εταιρειών και της Ενάγουσας να ανανεώσουν τον στόλο, υποστήριξε πως με βάση την τροποποιητική συμφωνία Τεκμήριο 13, η υποχρέωση για ανανέωση του στόλου έληγε τον Ιούνιο του 2011, ήτοι πολύ μεταγενέστερα από τον χρόνο της είσπραξης του ποσού από την πώληση των πλοίων. στ) Αναφορικά με την μαρτυρία που παρουσίασε η Εναγόμενη για δήθεν τερματισμό της δανειακής σύμβασης, με την επιστολή Τεκμήριο 24(Α), εισηγήθηκε πως πρόκειται για κατασκεύασμα της Εναγόμενης. Για το σκοπό αυτό, επιστράτευσε τον δικηγόρο της (Μ.Υ.1) και αυτός με τη σειρά του την υπάλληλο του (Μ.Υ.4) οι οποίοι υποστήριξαν, αναληθώς, ότι αποστάληκε η επιστολή τερματισμού. Τέτοιος ισχυρισμός, υπόδειξε, δεν δικογραφήθηκε με την αρχική υπεράσπιση και ανταπαίτηση της Εναγόμενης. Τέθηκε για πρώτη φορά με την ένσταση στη διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος και επαναλήφθηκε στην τροποποιημένη υπεράσπιση, τον Σεπτέμβριο του έτους
  37. ζ) Σε σχέση με την Ανταξίωση της Εναγόμενης, υποστήριξε πως δεν υπήρξε τερματισμός της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού της Ενάγουσας. Δεν νομιμοποιούνται συνεπώς οι Εναγόμενοι να διεκδικούν το αξιούμενο υπόλοιπο, μετά από την αδικαιολόγητη, κατά την εισήγηση του, χρέωση με το ποσό των $4.702.887,
  38. Σε σχέση με αυτή την αξίωση επεσήμανε περαιτέρω πως η Εναγόμενη δεν είχε δικαίωμα να προβεί σε χρέωση του επίδικου λογαριασμού. Όπως υποστήριξε ο λογαριασμός, ήταν πιστωτικός και όφειλε ως εκ τούτου η Εναγόμενη να ενημερώσει προηγουμένως την Ενάγουσα και να πάρει την έγκριση της, προτού προβεί στην υπό αναφοράν χρέωση. Συνοψίζοντας, ο συνήγορος της Ενάγουσας, υποστήριξε πως η Ενάγουσα έχει αποδείξει με την μαρτυρία και τα έγγραφα που παρουσίασε ως τεκμήρια, ότι η εγγυητική ήταν εξ υπαρχής άκυρη και δεν έδιδε δικαίωμα στην Εναγόμενη να εισπράξει οποιοδήποτε ποσό δυνάμει αυτής. Δικαιούται κατά συνέπεια σε απόφαση για το ποσό των €180.000 το οποίο εισέπραξαν υπό μορφή δικαιωμάτων για την έκδοση και ανανέωση της υπό αναφοράν εγγυητικής (Τεκμήριο 3). Εξ υπαρχής άκυρες ήταν και οι υποθήκες και θα πρέπει κατά συνέπεια να εκδοθούν διατάγματα ακύρωσης τους και απαλλαγής των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενων 2-6 από τις υποχρεώσεις που ανέλαβαν δυνάμει αυτών. Κάλεσε τέλος το Δικαστήριο, αποδεχόμενο τις θέσεις και εισηγήσεις της Ενάγουσας και των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων, να αποδώσει τις θεραπείες που ζητούνται με την Έκθεση Απαίτησης, αποκαθιστώντας τα υπόλοιπα που παρουσίαζε ο επίδικος λογαριασμός της Ενάγουσας πριν από την κατ' ισχυρισμόν παράνομη και κατά παράβαση των όρων των συμφωνιών χρέωση με το ποσό των $4.702.887,
  39. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Εναγόμενης στη δική της αγόρευση επεσήμανε πως τόσο οι δανειακές συμβάσεις όσο και οι άλλες τραπεζικές διευκολύνσεις, χορηγήθηκαν στην Εναγόμενη μετά από αιτήματα που υπόβαλαν στην τράπεζα η Ενάγουσα και οι δανειολήπτριες εταιρείες. Επεσήμανε δε πως διευθυντής των πλοιοκτητριών εταιρειών και της Ενάγουσας ήταν ο Μ.Ε.1, ο οποίος υπέγραψε όλα τα σχετικά έγγραφα διά λογαριασμό τους. Ο Μ.Ε.1, υπόδειξε, γνώριζε πολύ καλά τι υπέγραφε και γιατί το υπέγραφε. Θα πρέπει να απορριφθεί ως αναξιόπιστη η μαρτυρία του όσον αφορά τη θέση πως του επεβλήθηκαν από την τράπεζα καταπιεστικοί όροι, χωρίς να έχει το δικαίωμα διαπραγμάτευσης. Προέκυψε από την μαρτυρία, επεσήμανε, πως για όλα τα ζητήματα υπήρξε διαπραγμάτευση και οι συμφωνίες Τεκμήρια 2, 3, 12, 13 και 41, όπως και όλα τα άλλα έγγραφα, υπογράφηκαν από τους διαδίκους με την ελεύθερη βούληση τους. Συνεχίζοντας, υπόδειξε πως ανεξάρτητα από τον τίτλο του Τεκμηρίου 3, προέκυψε από την μαρτυρία ότι αφορούσε την παραχώρηση από το IBU προς το ναυτιλιακό τμήμα της Εναγόμενης στον Πειραιά, της συγκεκριμένης εξασφάλισης. Η έκδοση του Τεκμηρίου 3, αποτελούσε προϋπόθεση για την παραχώρηση του δανείου στις δανειολήπτριες εταιρείες, με βάση το Τεκμήριο
  40. Υπόδειξε περαιτέρω πως οι ενυπόθηκες εξασφαλίσεις δόθηκαν από τους Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους 2-6 μετά από σχετική απαίτηση της Εναγόμενης (IBU), προκειμένου να ικανοποιήσει το αίτημα της Ενάγουσας για την έκδοση του Τεκμηρίου
  41. Παρέπεμψε επί του προκειμένου στην απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενάγουσας Τεκμήριο 4(Α) ως επίσης και στην απόφαση της Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης 6 Τεκμήριο 4(Β). Είναι κατά συνέπεια καθαρό, εισηγήθηκε η συνήγορος, ότι οι επίδικες υποθήκες εκτελέστηκαν για εξασφάλιση των τραπεζικών διευκολύνσεων που παραχώρησε ή θα παραχωρούσε η Εναγόμενη προς την Ενάγουσα, με βάση το Τεκμήριο
  42. Σημασία κατέληξε η συνήγορος, δεν έχει η ονομασία που δόθηκε στο έγγραφο Τεκμήριο 3, αλλά ο σκοπός για τον οποίο εκδόθηκε και τούτος δεν ήταν άλλος από την παραχώρηση τραπεζικής διευκόλυνσης προς την Ενάγουσα στη βάση δικού της αιτήματος, προκειμένου να καταστεί εφικτή η δανειοδότηση των πλοιοκτητριών εταιρειών από το ναυτιλιακό τμήμα της Εναγόμενης στον Πειραιά. Όσον αφορά τη δανειακή σύμβαση Τεκμήριο 2, επεσήμανε πως δεν αμφισβητήθηκε η υπογραφή της ούτε το γεγονός ότι εκταμιεύθηκε το ποσό του δανείου προς όφελος των πλοιοκτητριών εταιρειών. Παραδεκτές, επεσήμανε, είναι και οι τροποποιητικές συμφωνίες Τεκμήρια 12 και 13 το περιεχόμενο των οποίων είναι στη διάθεση του Δικαστηρίου για να το ερμηνεύσει. Θέση της συνηγόρου ήταν πως υπήρξαν παραβιάσεις που εδικαιολογούσαν την ενέργεια της Εναγόμενης να εισπράξει, σε πρώτο στάδιο, το ποσό από την πώληση των πλοίων που είχε παραμείνει στον λογαριασμό παρακράτησης και στη συνέχεια να τερματίσει τη δανειακή σύμβαση. Σε σχέση με τις παραβιάσεις υπέδειξε την παράλειψη των πλοιοκτητριών εταιρειών να ανανεώσουν τον στόλο τους μέσα σε διάστημα 6 μηνών από την ημερομηνία υπογραφής του Τεκμηρίου
  43. Παρέπεμψε επί του προκειμένου στους όρους 2.3.2 και 2.4 του Τεκμηρίου 13 καθώς και στον όρο 2.2.3 του Τεκμηρίου 12 και τον όρο 23.01.18 του Τεκμηρίου
  44. Υπήρξαν, υποστήριξε, και άλλες παραβιάσεις των συμβάσεων που σχετίζονται με τις κατ' ισχυρισμόν παραλείψεις της Ενάγουσας να καταθέτει τους εισπραττόμενους ναύλους στους λογαριασμούς που διατηρούσαν οι πλοιοκτήτριες εταιρείες στην Εναγόμενη Τράπεζα στον Πειραιά. Για την παράκαμψη αυτή σχετική ήταν η μαρτυρία της Μ.Υ.3 Έλενας Βότση και του Μ.Υ.2 Ν. Στραπατσάκη. Όσον αφορά τη θέση της Εναγόμενης πως δεν παραλήφθηκε η επιστολή τερματισμού, κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχθεί τη μαρτυρία των Μ.Υ.1 και 4 και να απορρίψει την αντίθετη εκδοχή του Μ.Ε.
  45. Επιλεκτική, συνέχισε, ήταν και η μαρτυρία του Μ.Ε.1 σε σχέση με την παραλαβή των επιστολών τερματισμού του επίδικου λογαριασμού. Υπόδειξε επί του προκειμένου πως ενώ δέχθηκε ότι οι επιστολές Τεκμήρια 28-31 παραλήφθηκαν από τους Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους, υποστήριξε πως δεν παρέλαβαν τις επιστολές Τεκμήρια 67(Α)(Β) και (Γ). Για το ζήτημα, αυτό, επεσήμανε σχετική είναι η μαρτυρία της Μ.Α.2 την οποία κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχθεί ως ικανοποιητική και αξιόπιστη. Η Εναγόμενη, συνέχισε η συνήγορος, είχε κάθε δικαίωμα αλλά και υποχρέωση με βάση το Τεκμήριο 3, όπως τροποποιήθηκε από το Τεκμήριο 41, να εμβάσει το ποσό στο ναυτιλιακό τμήμα της στον Πειραιά, όταν υποβλήθηκε σχετική απαίτηση με βάση το Τεκμήριο
  46. Ορθά, κατέληξε η συνήγορος προέβη σε σχετική χρέωση του επίδικου λογαριασμού της Ενάγουσας με βάση τους όρους λειτουργίας του λογαριασμού Τεκμήριο
  47. Καταλήγοντας η συνήγορος, κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει όλες τις αξιώσεις της Ενάγουσας και να εκδώσει απόφαση εναντίον των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 1-6 με βάση τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού τις οποίες κατέθεσε η Μ.Α.2 ως Τεκμήρια 104-
  48. Στις εμπεριστατωμένες, ομολογουμένως, αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων, περιέχονται παραπομπές σε νομολογία σε σχέση με τη νομική πτυχή της υπόθεσης. AΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Είναι παραδεκτό από όλες τις πλευρές ότι το μεγαλύτερο μέρος των γεγονότων που περιβάλλει τις επίδικες διαφορές δεν τελεί υπό αμφισβήτηση, αφού καλύπτεται από τις συμφωνίες που έχουν υπογραφεί και από την αλληλογραφία που ανταλλάγηκε μεταξύ τους. Ειδικότερα, τα ακόλουθα γεγονότα έμειναν αδιαμφισβήτητα: α) Τον Ιούλιου του έτους 2008 οι πλοιοκτήτριες εταιρείες (EVERGLADES και KINGFISHER) υπόβαλαν αίτηση για δανειοδότηση, ύψους $13,5 εκ. περίπου, στο ναυτιλιακό τμήμα της Εναγόμενης στον Πειραιά. β) Με την επιστολή της Εναγόμενης ημερ. 22.7.2008 (Τεκμήριο 1) προς τις πλοιοκτήτριες εταιρείες, έκαναν αποδεκτό το αίτημα τους, υπό τους όρους που αναφέρονται στην επιστολή. Ένας από τους όρους ήταν η έκδοση εγγυητικής επιστολής από την Τράπεζα Κύπρου (ΙΒU Λεμεσού) για ποσό τουλάχιστον $8εκ. (βλ. όρο 2 στη σελίδα 2 του Τεκμηρίου 1). Σημειώνεται ότι η επιστολή Τεκμήριο 1 απευθύνθηκε στις πλοιοκτήτριες εταιρείες, στην προσοχή του κ. Π. Ονουφρίου (Μ.Ε.1). Είναι παραδεκτό ότι ο Μ.Ε.1, ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, διευθύνων σύμβουλος και κύριος μέτοχος, τόσο των πλοιοκτητριών εταιρειών, όσο και της Ενάγουσας. γ) Προς συμμόρφωση με τον ανωτέρω όρο, η ενάγουσα αποτάθηκε στο IBU της Εναγόμενης στη Λεμεσό και ζήτησε την έκδοση της ζητηθείσας πρόσθετης εξασφάλισης. Σημειώνεται πως πέραν από την εξασφάλιση αυτή, το Ναυτιλιακό Τμήμα της Εναγόμενης στον Πειραιά, είχε απαιτήσει και άλλες εξασφαλίσεις για τη χορήγηση του δανείου. Ανάμεσα σε άλλα, ζήτησε προσωπική εγγύηση από τον Μ.Ε.1 καθώς και εταιρική εγγύηση από την Ενάγουσα (βλ. Τεκμήριο 1). δ) Το IBU Λεμεσού, ζήτησε από την Ενάγουσα ενυπόθηκες εξασφαλίσεις, τις οποίες η Ενάγουσα αποδέχθηκε με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ημερομηνίας 24.7.2008 Τεκμήριο 4(Α). Ειδικότερα, η Ενάγουσα πρότεινε ως εξασφάλιση για την έκδοση της εγγυητικής, τα ακόλουθα: Ι Εγγραφή Α' Υποθήκης για το ποσό των €2,5, εκ. επί ΄του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/26016, επ' ονόματι της Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης
  49. ΙΙ. Εγγραφή Α' Υποθήκης για το ποσό του €1,5 εκ. επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 8578, επί των μεριδίων των Εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενων 3,4 και
  50. ΙΙΙ Εγγραφή Α' Υποθήκης για το ποσό των €2,1 εκ. επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/7925 στο όνομα της Εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης 6, η οποία ενέκρινε την εγγραφή της υποθήκης. με σχετική απόφαση του Δ.Σ. της, Τεκμήριο 4(Β). ε) Σε συμμόρφωση με τα πιο πάνω, οι Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 2-6, υπέγραψαν τα Έγγραφα Υποθήκης, (Τεκμήριο 5(Α),(Β) και (Γ) και 6 (Α),(Β) και (Γ) καθώς και τις δηλώσεις Τεκμήρια 7(Α)(Β) και (Γ), υποθηκεύοντας τα ανωτέρα ακίνητα, προς όφελος της Εναγόμενης. στ) Μετά από την εκτέλεση των πιο πάνω εγγράφων και την εγγραφή των υποθηκών επί των ακινήτων που αναφέρθηκαν, η Εναγόμενη εξέδωσε την αναφερθείσα εξασφάλιση ύψους $8εκ., προς όφελος του Ναυτιλιακού Τμήματος της στον Πειραιά (Τεκμήριο 3). Όπως υποδείχθηκε πιο πριν, υπάρχει διαφωνία ως προς τη φύση της υπό αναφοράν εξασφάλισης. Η Ενάγουσα υποστηρίζει πως πρόκειται για εγγυητική επιστολή (letter of guarantee) η οποία είναι εξ υπαρχής άκυρη, επειδή εκδόθηκε από την Εναγόμενη και απευθύνεται στην ίδια. Η Εναγόμενη υποστηρίζει πως πρόκειται για επιστολή παραχώρησης διευκόλυνσης (letter of allocation). Υποστηρίζει, περαιτέρω, πως ανεξάρτητα από την ονομασία της εξασφάλισης, πρόκειται για έγκυρη και δεσμευτική τραπεζική διευκόλυνση, η οποία παραχωρήθηκε, κατόπιν σχετικού αιτήματος της Ενάγουσας. Επί του ζητήματος αυτού το Δικαστήριο θα ασχοληθεί στη συνέχεια. Είναι παραδεκτό ότι το Τεκμήριο 3 τροποποιήθηκε με το Τεκμήριο 41, ημερομηνίας 12.8.
  51. Οι τροποποιήσεις αφορούσαν ουσιαστικά την προσθήκη της Ενάγουσας στις παραγράφους 1 και 3 του Τεκμηρίου
  52. ζ) Μετά την έκδοση του Τεκμηρίου 3, το οποίο έγινε αποδεκτό από την ενάγουσα, αποστάληκε στο Ναυτιλιακό Τμήμα της Εναγόμενης στην Ελλάδα (βλ. Τεκμήριο 101), η οποία το ενέκρινε. Αποστάληκε επίσης το τροποποιημένο κείμενο, Τεκμήριο 41 (βλ. Τεκμήριο 102). η) Ακολούθως υπεγράφη η δανειακή σύμβαση ημερομηνίας 28.8.2008 η οποία τροποποιήθηκε δύο φορές με τα Τεκμήρια 12 και 13, αντίστοιχα, μετά από αιτήματα της Ενάγουσας. Είναι παραδεκτό ότι το ποσό του δανείου, ύψους $13,5 εκ., εκταμιεύθηκε και κατατέθηκε σε λογαριασμούς των πλοιοκτητριών εταιρειών. θ) Για τους σκοπούς της δανειακής σύμβασης ανοίχθηκε επ' ονόματι των πλοιοκτητριών εταιρειών δανειακός λογαριασμός. Ανοίχθηκαν επίσης άλλοι δύο λογαριασμοί (Earnings και Retention Accounts) με βάση τους όρους της δανειακής σύμβασης. Ένας από τους όρους της δανειακής σύμβασης ήταν να κατατίθενται οι ναύλοι από την διαχείριση των πλοίων Bravo P και Alpha K στους πιο πάνω λογαριασμούς. ι) Μεταξύ Δεκεμβρίου 2010 και Μαρτίου 2011 οι πλοιοκτήτριες εταιρείες πώλησαν τα πιο πάνω πλοία τους και κατέθεσαν το προϊόν από την πώληση τους, ύψους $9.100.667,56, στο λογαριασμό παρακράτησης, όπως προβλεπόταν στη δανειακή σύμβαση. Από το ποσό αυτό πληρώθηκαν διάφορα έξοδα και υποχρεώσεις των πλοιοκτητριών εταιρειών σε τρίτους, ύψους $2.890.757,50 και το υπόλοιπο ποσό των $6.209.910,06 κατατέθηκε από τη Εναγόμενη στο δανειακό λογαριασμό των πλοιοκτητριών εταιρειών για εξόφληση μέρους του δανείου, αποστέλλοντας στην Ενάγουσα την επιστολή ημερ. 24.3.2011, Τεκμήριο
  53. Με την υπό αναφοράν επιστολή ενημερωνόταν η Ενάγουσα για την μεταφορά του πιο πάνω ποσού από την πώληση των πλοίων στο δανειακό λογαριασμό και την ύπαρξη υπολοίπου ύψους $4.638.300,11, καλώντας την ταυτόχρονα να διευθετήσει την εξόφληση του. κ) Η Ενάγουσα αντέδρασε στην πιο πάνω αξίωση της Εναγόμενης και ανταλλάγηκαν μεταξύ των διαδίκων επιστολές, χωρίς να υπάρξει σύγκλιση στις θέσεις τους. Ακολούθησε συνάντηση στη Λεμεσό στην οποία έλαβαν μέρος ανώτατα στελέχη της Εναγόμενης Τράπεζας καθώς και οι Μ.Ε.1, Μ.Υ.2 χωρίς να υπάρξει θετική κατάληξη. λ) Ακολούθησε γραπτή απαίτηση του Ναυτιλιακού Τμήματος της Εναγόμενης Πειραιά προς το IBU της Εναγόμενης στη Λεμεσό ημερ. 30.6.2011, Τεκμήριο 26, με την οποία αξίωσε την πληρωμή του υπολοίπου του δανειακού λογαριασμού. μ) Το IBU της Λεμεσού, ανταποκρινόμενο στην πιο πάνω απαίτηση, έμβασε το συνολικό ποσό των $4.702.170,56 στις 15.7.2011 χρεώνοντας, ταυτόχρονα, τον επίδικο λογαριασμό της Ενάγουσας με το πιο πάνω ποσό πλέον τα έξοδα και τα δικαιώματα της, ήτοι με το συνολικό ποσό των $4.702.887,
  54. Το πιο πάνω έμβασμα πιστώθηκε στο δανειακό λογαριασμό των πλοιοκτητριών εταιρειών ο οποίος εξοφλήθη. Τα ανωτέρω προκύπτουν ως παραδεκτά γεγονότα μέσα από την μαρτυρία και τα έγγραφα που έχουν κατατεθεί. Αμφισβητείται η μαρτυρία σε σχέση με τα ακόλουθα ζητήματα: 1) Κατά πόσο η Εναγόμενη επέβαλε τους όρους των συμφωνιών και των άλλων εγγράφων που υπέγραψαν οι πλοιοκτήτριες εταιρείες και η Ενάγουσα. 2) Κατά πόσο υπήρξαν παραβιάσεις της δανειακής σύμβασης από τις πλοιοκτήτριες εταιρείες. 3) Εάν και κατά πόσο υπήρξε τερματισμός της δανειακής σύμβασης και του επίδικου λογαριασμού και 4) Κατά πόσο ο επίδικος λογαριασμός χρεώθηκε από την Εναγόμενη με παράνομα ή αντισυμβατικά έξοδα, τόκους και δικαιώματα. Ηγέρθηκαν βεβαίως και πολλά άλλα ζητήματα τα οποία το Δικαστήριο εκτιμά ότι αφορούν νομικά θέματα που μπορούν να επιλυθούν με βάση το περιεχόμενο των συμφωνιών. Πολύς λόγος έγινε για τις διαπραγματεύσεις που έλαβαν χώρα τον Ιούνιο του έτους 2011 στη Λεμεσό. Η πτυχή αυτή της υπόθεσης δεν σχετίζεται με τα επίδικα θέματα. Δεν απαιτείται συνεπώς ενασχόληση με την μαρτυρία που έχει προσκομιστεί για τις συζητήσεις που έλαβαν χώρα, οι οποίες δεν κατέληξαν σε συμφωνία. H αξιολόγηση θα περιοριστεί, συνεπώς, στα αμφισβητούμενα γεγονότα, σε συνάρτηση, ασφαλώς με τα επίδικα θέματα. Είναι, συνεπώς, αναγκαίο να αναζητηθούν και καθοριστούν τα επίδικα ζητήματα της υπόθεσης, όπως αυτά συνάγονται μέσα από τις αξιώσεις της Ενάγουσας, καθώς και από την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της Εναγόμενης. Επισημαίνεται ότι με την αγωγή της, η Ενάγουσα ζητά: α) Την ακύρωση του Τεκμηρίου 3 (Παρα. Α της Ε/Α). β) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Εναγόμενη δεν είχε δικαίωμα, στη βάση του Τεκμηρίου 3, να πληρώσει το ποσό των $4.702.887,01 στο κατάστημα Ναυτιλιακών Δραστηριοτήτων της Εναγόμενης στον Πειραιά. (παράγραφος Β Ε/Α). γ) Διάταγμα αποκατάστασης του επίδικου λογαριασμού με την επιστροφή του πιο πάνω ποσού στο λογαριασμό, το οποίο αδικαιολόγητα ή καταχρηστικά και αυθαίρετα «αποσύρθηκε» από τον επίδικο λογαριασμό και πιστώθηκε στο δανειακό λογαριασμό, ως ανωτέρω. (Παράγραφοι Γ και Στ). δ) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Εναγόμενη δεν είχε δικαίωμα να χρεώσει το λογαριασμό της Ενάγουσας με δικαιώματα έκδοσης και ανανέωσης του Τεκμηρίου 3 και Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η Εναγόμενη να προβεί στις απαραίτητες διορθώσεις ώστε να πιστωθούν στο λογαριασμό τα πιο πάνω δικαιώματα και άλλες παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις (Παρά. Δ, Ε και Ζ). ε) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι υποθήκες που εγγράφηκαν στο Κτηματολόγιο για την εξασφάλιση του Τεκμηρίου 3, είναι άκυρες και διάταγμα για την εξάλειψη τους (Παρά. Η, Θ και Ι). στ) Τιμωρητικές και/ή Παραδειγματικές αποζημιώσεις. Η Εναγόμενη με την Ανταξίωση της ζητά Απόφαση εναντίον της Ενάγουσας για το υπόλοιπο που παρουσιάζει σήμερα ο επίδικος λογαριασμός. Υποδεικνύεται ότι η αξίωση περιορίστηκε στο ποσό που πληρώθηκε, με βάση το Τεκμήριο 3, στο κατάστημα Πειραιά το οποίο εν συνεχεία χρεώθηκε στον επίδικο λογαριασμό, μαζί με τα έξοδα και τα δικαιώματα της Εναγόμενης, πλέον τόκους. Ζητά επίσης Απόφαση εναντίον των Εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 2-6, με βάση τα έγγραφα των υποθηκών (Τεκμήρια 5, 6 και 7) καθώς και διατάγματα για την εκποίηση των υποθηκών. Έχω εξετάσει με προσοχή τη μαρτυρία σε σχέση με τα αμφισβητούμενα πιο πάνω θέματα. Όσον αφορά το ζήτημα της αποστολής των επιστολών τερματισμού της δανειακής σύμβασης και του επίδικου λογαριασμού, η μαρτυρία που προσκόμισε η πλευρά της Εναγόμενης κρίνεται πειστική. Καθ' όσον αφορά τη δανειακή σύμβαση κρίνεται αξιόπιστη η μαρτυρία των Μ.Υ.1 και
  55. Δεν έχω διαπιστώσει συνεννόηση μεταξύ τους σε σχέση με την ετοιμασία και την αποστολή της επιστολής Τεκμήριο 24(Α). Η μαρτυρία τους υποστηρίζεται από τη σχετική σελίδα του βιβλίου η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  56. Σημειώνεται πως η Μ.Υ.4 είχε προσκομίσει και το πρωτότυπο βιβλίο που ετηρείτο για την εξερχόμενη αλληλογραφία του δικηγορικού γραφείου του Μ.Υ.
  57. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να διαπιστώσει πως το Τεκμήριο 73 αποτελεί αντίγραφο από τη σχετική σελίδα του πρωτότυπου βιβλίου. Δεν έχω διαπιστώσει οτιδήποτε το επιλήψιμο σε σχέση με τη σχετική καταχώριση που αφορά την αποστολή της επιστολής ημερ. 19.5.
  58. Ούτε προέκυψε οποιαδήποτε ανακρίβεια ή αντίφαση στη μαρτυρία των μαρτύρων υπεράσπισης σε σχέση με την ετοιμασία και ταχυδρόμηση της επιστολής. Η εισήγηση του συνηγόρου της Ενάγουσας πως υπήρξαν αντιφάσεις στη μαρτυρία των Μ.Υ.1 και 2 δεν κρίνονται βάσιμες. Ο Μ.Υ.2 ήταν κατηγορηματικός ότι η επιστολή τερματισμού στάληκε από το Μ.Υ.
  59. Αποδέχομαι ως εκ τούτου ότι η επιστολή Τεκμήριο 24(Α) ταχυδρομήθηκε με κανονικό ταχυδρομείο προς τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα που αναφέρονται σε αυτή, στις 29.5.
  60. Αναφορικά με τις επιστολές τερματισμού του επίδικου λογαριασμού έχω διακρίνει προσπάθεια υπεκφυγών από τον Μ.Ε.
  61. Ενώ δέχθηκε πως παρέλαβαν τις πρώτες επιστολές οι Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 2-6 Τεκμήρια 28-31 και 67 δεν δέχθηκε ότι παραλήφθηκε η επιστολή Τεκμήριο 67(Β) από τη σύζυγο του. Η μαρτυρία της Μ.Α.2 ήταν σαφής ως προς το ζήτημα αυτό. Aνάφερε πως οι επιστολές στη σύζυγο του Μ.Ε.1 αποστάληκαν τόσο στη ταχυδρομική της διεύθυνση όσο και στη ταχυδρομική της θυρίδα, την οποία είχε δηλώσει η ίδια ως δική της ταχυδρομική διεύθυνση. Όπως εξήγησε, η επιστολή που στάληκε στην οδό Ατρειδών, επεστράφη, ενώ η επιστολή Τεκμήριο 67(Β) δεν επεστράφη. Απορρίπτω συνεπώς τη μαρτυρία του ότι δεν παραλήφθηκαν οι επιστολές τερματισμού της δανειακής σύμβασης και του επίδικου λογαριασμού. Τα παράπονα του Μ.Ε.1 ότι η Εναγόμενη, επέβαλε τους όρους της δανειακής σύμβασης, χωρίς να του επιτραπεί να διαπραγματευθεί, κρίνονται αδικαιολόγητα. Προκύπτει από τη μαρτυρία και τα έγγραφα που κατατέθηκαν, πως προηγήθηκαν συζητήσεις και διαβουλεύσεις μεταξύ του Μ.Ε.1 και των Μ.Υ.1 και Μ.Υ.
  62. Ο Μ.Υ.1, είχε αποστείλει στον Μ.Ε.1 τα προσχέδια των συμφωνιών για τα δικά του σχόλια, όπως επιμαρτυρείται και από το Τεκμήριο 14(Α). Προκύπτει επίσης πως πριν από την υπογραφή της δανειακής σύμβασης υπήρξαν διαβουλεύσεις μεταξύ του Μ.Ε.1 και Μ.Υ.2, οι οποίες οδήγησαν στην αποδοχή της αίτησης των πλοιοκτητριών εταιρειών, με τους όρους που περιελήφθησαν στο Τεκμήριο
  63. Όσον αφορά την αρχική θέση του Μ.Ε.1 πως τα δικαιώματα της εγγυητικής επιβλήθηκαν από την Τράπεζα, χωρίς διαπραγμάτευση, είναι αρκετό να υποδειχθεί πως ο μάρτυρας Ε. Ευριπίδου, ο οποίος κλήθηκε από τους Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους, τον έχει διαψεύσει. Ο Μ.Υ.2 στην Ανταπαίτηση, είπε πως υπήρξαν κατ' αρχήν διαμαρτυρίες για το ύψος των δικαιωμάτων και μετά από τη δική του διαμεσολάβηση μειώθηκαν στο ποσό των $60.000 το χρόνο, ποσό το οποίο αποδέχθηκε ο Μ.Ε.
  64. Όσον αφορά τη μαρτυρία για αντισυμβατικές χρεώσεις στον επίδικο λογαριασμό, το ζήτημα έπαυσε να έχει σημασία, από τη στιγμή που η Εναγόμενη περιόρισε την αξίωση της στο ποσό της χρέωσης, με βάση την πληρωμή της «εγγυητικής» (Τεκμήριο 3). Το μόνο ζήτημα που εγείρεται είναι η χρέωση των τόκων το οποίο επίσης περιορίστηκε, με βάση την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο
  65. Η θέση του Μ.Ε.1 ότι ουδέποτε ειδοποιήθηκε και δεν είχε υπόψη του ότι το υπόλοιπο του χρεωστικού λογαριασμού θα επιβαρυνόταν με τόκους, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Υπάρχει ρητή πρόνοια στην αίτηση που υπέβαλε για άνοιγμα του λογαριασμού (Τεκμήριο 64) ότι το χρεωστικό υπόλοιπο θα επιβαρυνόταν με το εκάστοτε σε ισχύ επιτόκιο της Τράπεζας. Όσον αφορά τέλος τη μαρτυρία για τις κατ' ισχυρισμόν παραβάσεις των συμφωνιών από την Ενάγουσα, παρόλο που τα γεγονότα είναι ενώπιον του Δικαστηρίου και είναι θέμα ερμηνείας των σχετικών όρων των Τεκμηρίων, το Δικαστήριο θα αποφύγει να προβεί σε ευρήματα επί της πραγματικής και νομικής πτυχής του ζητήματος αυτού. Οι λόγοι είναι εμφανείς. Κατ' αρχάς υποδεικνύεται πως δεν υπάρχει αξίωση που σχετίζεται με τη δανειακή σύμβαση. Είτε από την πλευρά της Ενάγουσας είτε από την πλευρά της Εναγόμενης. Όλες οι αξιώσεις σχετίζονται με την έκδοση και είσπραξη του Τεκμηρίου
  66. Επισημαίνεται, περαιτέρω, πως οι πλοιοκτήτριες εταιρείες (δανειολήπτριες) δεν είναι διάδικα μέρη. Σημειώνεται, επίσης, πως εκκρεμεί άλλη αγωγή εναντίον της Εναγόμενης (η υπ' αρ. 3664/2013 Ε.Δ. Λεμεσού βλ. Τεκμήριο 40(Α). Ενάγοντες στην αναφερθείσα αγωγή είναι οι δύο πλοιοκτήτριες εταιρείες και η Ενάγουσα στην παρούσα αγωγή. Με την υπό αναφοράν αγωγή οι ενάγουσες ζητούν αποζημιώσεις για παράβαση των δανειακών συμβάσεων (Τεκμήρια 2, 12 και 13 στην παρούσα διαδικασία). Είναι δε ολοκάθαρο, με βάση τα δικόγραφα της αγωγής (Τεκμήρια 40(Β) και (Γ)), ότι η νομιμότητα του τερματισμού αποτελεί επίδικο ζήτημα στην αναφερθείσα υπόθεση. Δεν θα ήταν συνεπώς ορθό να αποφασιστεί αυτό το θέμα, εφόσον δεν εγείρονται αξιώσεις στη βάση της δανειακής σύμβασης. Για τις ανάγκες της παρούσας αγωγής είναι αρκετό να υποδειχθεί ότι η Εναγόμενη τερμάτισε τη συμφωνία δανειοδότησης, με βάση το Τεκμήριο 24(Α). Το υπόλοιπο, επομένως, της δανειακής σύμβασης κατέστη οφειλόμενο και απαιτητό για τους σκοπούς του Τεκμηρίου
  67. Συνοψίζοντας, για τους λόγους που εξήγησα δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 επί των ανωτέρω αμφισβητούμενων γεγονότων. Ο Μ.Ε.1 έδωσε, γενικά, την εντύπωση ότι αισθάνεται έντονα αδικημένος, λόγω των ενεργειών της Εναγόμενης Τράπεζας, με την μεταφορά των ποσών που εισπράχθηκαν από την πώληση των πλοίων στο δανειακό λογαριασμό και την πληρωμή του ποσού από την «εγγυητική», προς εξόφληση του υπολοίπου της δανειακής σύμβασης. Το κατά πόσο είναι δικαιολογημένα τα παράπονα του θα κριθεί από το Δικαστήριο. Ο λόγος που προβαίνει το Δικαστήριο σ' αυτή την επισήμανση είναι για να υποδείξει πως, κάτω από αυτή τη συναισθηματική φόρτιση, ο Μ.Ε.1 δεν κατόρθωσε να καταθέσει με αντικειμενικότητα όλα τα γεγονότα. Σε ορισμένες, μάλιστα, στιγμές καταφέρθηκε με απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς προς την Εναγόμενη, χαρακτηρίζοντας τη συμπεριφορά της «ανέντιμη», «αλαζονική» και άλλα σχετικά. Σε αντίθεση με τον Μ.Ε.1, όλοι οι μάρτυρες της Εναγόμενης έδωσαν την εικόνα ειλικρινών μαρτύρων. Η μαρτυρία τους υποστηρίζεται από τα Τεκμήρια που έχουν κατατεθεί. Δεν διέκρινα εχθρική διάθεση προς τον Μ.Ε.1 ή τους Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους. Αποδέχομαι, ως εκ τούτου, τη μαρτυρία τους στα πιο πάνω αμφισβητούμενα ζητήματα. Θετική εικόνα σχημάτισα και για τον Μ.Υ.2 στην Ανταπαίτηση Ε. Ευριπίδου. Με βάση και την πιο πάνω αξιολόγηση, καταλήγω σε ανάλογα ευρήματα. Αποδέχομαι, συνεπώς, ότι η Εναγόμενη απέστειλε την επιστολή τερματισμού, μέσω του Μ.Υ.1 (Τεκμήριο 24(Α)). Αποδέχομαι, περαιτέρω, ότι η Εναγόμενη απέστειλε τις επιστολές τερματισμού του επίδικου λογαριασμού Τεκμήρια 28,29,30,31 και 67(Β) και (Γ). Αποδέχομαι, τέλος, ότι ο Μ.Ε.1, συμφώνησε εκ μέρους και διά λογαριασμό της Ενάγουσας, τα δικαιώματα της Εναγόμενης για την έκδοση και ανανέωση του Τεκμηρίου 3 στο ποσό των $60.000 ετησίως. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ -ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με τον καθορισμό των επιδίκων θεμάτων, ό,τι απομένει να κριθεί είναι η εγκυρότητα του Τεκμηρίου 3 και των εγγράφων υποθήκης καθώς και εάν υπήρξαν αντισυμβατικές ή αδικαιολόγητες χρεώσεις στον επίδικο λογαριασμό. Το Τεκμήριο 3 θα κριθεί με βάση το περιεχόμενο του. Όπως ορθά επεσήμαναν οι συνήγοροι των δύο πλευρών, η ερμηνεία ενός εγγράφου αποτελεί έργο του Δικαστηρίου. Είναι πολύ καλά γνωστές οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία μιας σύμβασης. Σκοπός, όπως πλειστάκις υποδείχθηκε, είναι η εξεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των συμβαλλομένων. Κριτήριο δε αποτελεί η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο στο μέσο λογικό άνθρωπο. Οδηγός για την ερμηνεία των προνοιών της συμφωνίας είναι η γραμματική έννοια των λέξεων ή φράσεων που χρησιμοποιούνται. Για να εξευρεθεί το νόημα των επί μέρους όρων θα πρέπει να εξετάζεται το έγγραφο συνολικά ώστε να διαπιστωθεί η πρόθεση των συμβαλλομένων (βλ. S.A.A.B. v. Holy Monastery of Ayios Neophytos

(1982)1 C.L.R. 499, Θεολόγου κ.ά. v. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 407, Amethyst Distributors Ltd ν. Ιεράς Μονής Κύκκου
(2011)Α.Α.Δ. 199, Χαραλάμπους κ.ά. v. Liberty Life Ins. Public Co Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1739 κ.ά.). Έχω εξετάσει το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3, όπως έχει τροποποιηθεί με το Τεκμήριο 41. Είναι σαφέστατο, πως πρόθεση των μερών ήταν η παροχή εξασφάλισης ύψους $8εκ. από το IBU Λεμεσού προς το Ναυτιλιακό Τμήμα της Εναγόμενης Τράπεζας στον Πειραιά, για τη χορήγηση του δανείου προς τις πλοιοκτήτριες εταιρείες. Τούτο συνάγεται αβίαστα, τόσο από το ίδιο το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3, όσο και από την επιστολή Τεκμήριο 1. Είναι παραδεκτό ότι η Ενάγουσα ζήτησε από την εναγόμενη την έκδοση του Τεκμηρίου 3, προκειμένου να συμμορφωθεί με τους όρους που είχε θέσει το Ναυτιλιακό Τμήμα της Εναγόμενης στον Πειραιά, όπως καταγράφονται στο Τεκμήριο 1. Η Ενάγουσα υποστηρίζει πως το Τεκμήριο 3 είναι εξ' υπαρχής άκυρο γιατί δεν αποτελεί έγκυρη εγγυητική επιστολή. Η εισήγηση δεν ευσταθεί. Παρόλο που τιτλοφορείται ως "letter of guarantee" αναγράφεται στο περιεχόμενο του ότι αποτελεί επιστολή παραχώρησης διευκόλυνσης "letter of allocation". To ζητούμενο, όμως, δεν είναι η ονομασία του εγγράφου, αλλά η ουσία και το περιεχόμενο του. Όπως ορθά υπέδειξε η συνήγορος της Εναγόμενης, η έκδοση του Τεκμηρίου 3 αποτελούσε προϋπόθεση για την χορήγηση του δανείου και είναι γι' αυτό το λόγο που ζήτησε την ετοιμασία του η Ενάγουσα από το IBU Λεμεσού. Με τη σειρά του, το IBU, ζήτησε εξασφαλίσεις με τη μορφή υποθηκών, για την έκδοση του Τεκμηρίου 3. Δεν υπάρχει οτιδήποτε επιλήψιμο στη διαδικασία που ακολούθησε η Εναγόμενη για την έκδοση του Τεκμηρίου 3. Το γεγονός ότι εκδότης και δικαιούχος είναι η ίδια Τράπεζα δεν είναι λόγος ακυρότητας. Για την έκδοση του, υποβλήθηκε αίτημα από την ίδια την Ενάγουσα, όπως συνάγεται από το ίδιο το κείμενο του Τεκμηρίου 3 καθώς και από την αδιαμφησβήτητη μαρτυρία. Χρέωση δικαιωμάτων Είναι παραδεκτό ότι η Εναγόμενη χρέωσε την Ενάγουσα με $60.000 ετησίως για την έκδοση και ανανέωση του Τεκμηρίου 3. Όπως προέκυψε από τη μαρτυρία, το ποσό των δικαιωμάτων συμφωνήθηκε, μετά από τις αρχικές αντιρρήσεις του Μ.Ε.1 ως προς το αρχικό ύψος που διεκδικούσε η Τράπεζα. Δεν εγείρεται συνεπώς ζήτημα καταπίεσης, εξαναγκασμού ή παράνομων χρεώσεων, όπως υποστήριξε ο συνήγορος της Ενάγουσας. Χρέωση επίδικου λογαριασμού με το ποσό των $4.702.887,01 Είναι παραδεκτό ότι η Εναγόμενη προέβη σε χρέωση του επίδικου λογαριασμού της Ενάγουσας στις 14.7.2011, με το πιο πάνω ποσό. Προηγήθηκε απαίτηση του Ναυτιλιακού Τμήματος Πειραιά με βάση το Τεκμήριο 26. Το ερώτημα, συνεπώς, που εγείρεται είναι κατά πόσο ορθά και με βάση τους όρους του Τεκμηρίου 3, όπως τροποποιήθηκε με το Τεκμήριο 41, έπραξε η Εναγόμενη. Με βάση το Τεκμήριο 3, για να πληρώσει το ποσό της «Εγγυητικής», η Εναγόμενη, θα έπρεπε να υποβληθεί γραπτή απαίτηση πληρωμής από το Ναυτιλιακό Τμήμα (δικαιούχους), στην περίπτωση παράλειψης των πελατών (πλοιοκτητριών εταιρειών και Ενάγουσας) να πληρώσουν οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό και νοουμένου ότι θα εζητείτο προηγουμένως η πληρωμή του οφειλόμενου ποσού από τους πελάτες. Ειδικότερα, στο Τεκμήριο 3, όπως τροποποιήθηκε με το Τεκμήριο 41, αναφέρονται , μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα (Παρα. 2, 3 και 4): «On the customers failing to pay to you any amount(
  1. s)due to you under any of the facilities, on your first demand being made, you will state to us in writing the following:
  2. a)That Messrs Kingfisher Maritime and/or Messrs Everglades Shipping Corp. and/or Messrs PNO Shipmanagement Ltd failed to effect payment of any amount(
  3. s)due to you under above facilities.
  4. b)The specific amount(
  5. s)which is/are due under the facilities
  6. c)That you claim payment under the Letter of Allocation of an amount equal to the amount(
  7. s)set out in (
  8. b)above. This Letter of Allocation will be valid until 31/07/2009 and will automatically be renewed for further period or periods of οne year for the reduced amount from time to time, in case of reduction(
  9. s)and it shall finally expiry on 31/7/2011. Any claim hereunder in respect of the amount(
  10. s)due should be submitted to us in writing and should be received by us within validity of this letter of Allocation.» Με βάση την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου , οι πιο πάνω προϋποθέσεις είχαν ικανοποιηθεί, αφού: α) Η Εναγόμενη αξίωσε από τις πλοιοκτήτριες και την Ενάγουσα την πληρωμή του ποσού, με την επιστολή ημέρ. 24.3.2011 (Τεκμήριο 19). β) Η Εναγόμενη τερμάτισε τη συμφωνία δανειοδότησης με την επιστολή ημερ. 19.5.2011 (Τεκμήριο 24(Α)) και γ) Απαίτησε γραπτώς από το IBU, την πληρωμή του οφειλόμενου υπολοίπου της δανειακής σύμβασης, με το Τεκμήριο 26. δ) Το Τεκμήριο 3 βρισκόταν σε ισχύ κατά το χρόνο της απαίτησης πληρωμής. Εν όψει των πιο πάνω, κρίνεται ορθή και δικαιολογημένη η πληρωμή του ποσού που ζητήθηκε από το Ναυτιλιακό Τμήμα. Όσον αφορά την χρέωση του επίδικου λογαριασμού της Ενάγουσας με το ποσό που αναφέρθηκε πιο πριν, ήταν η λογική και αναμενόμενη συνέπεια της πληρωμής που έγινε προς το Ναυτιλιακό Τμήμα. Ορθά, συνεπώς, έπραξε η Εναγόμενη, χρεώνοντας τον επίδικο λογαριασμό με το ποσό της πληρωμής, με βάση την απαίτηση του Ναυτιλιακού Τμήματος, μαζί με τα έξοδα και τα δικαιώματα της. Τα παράπονα της Ενάγουσας περί χρέωσης τόκου, εξόδων και αντισυμβατικών δικαιωμάτων, κρίνονται αβάσιμα. Όπως υποδείχθηκε, στον επίδικο λογαριασμό περιλαμβάνεται κατ' ουσίαν μόνο η επίδικη χρέωση, αφού αρχίζει από τις 14.7.2011. Ουδεμία άλλη χρέωση υπάρχει, πλην από τους τόκους, με βάση την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 104. Όσον αφορά τη χρέωση τόκων, έχει υποδειχθεί πιο πριν, πως η Εναγόμενη διατηρούσε δικαίωμα να χρεώνει το εκάστοτε υπόλοιπο με τόκους. Η Μ.Α.2, εξήγησε με σαφήνεια το επιτόκιο με το οποίο χρεώνεται το υπόλοιπο και δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε υπερχρέωση τόκων, ως ο ισχυρισμός της Ενάγουσας. Είναι, βέβαια, ορθή η εισήγηση του συνηγόρου της Ενάγουσας ότι η Τράπεζα είχε το βάρος να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία προς απόδειξη του διεκδικούμενου υπολοίπου καθώς και κάθε αμφισβητούμενης χρέωσης. Στην κρινόμενη όμως υπόθεση δεν διεκδικούνται από την Εναγόμενη ποσά και χρεώσεις που δεν αποκαλύφθηκαν. Το Δικαστήριο θα επαναλάβει επί του προκειμένου ζητήματος, πως το μόνο υπόλοιπο που υπάρχει στο λογαριασμό, μετά από την εγκατάλειψη του προηγηθέντος υπολοίπου, είναι το επίδικο ποσό της χρέωσης, μαζί με τους τόκους, όπως επίσης περιορίστηκαν. Η θέση της Ενάγουσας ότι προηγήθηκαν άλλες χρεώσεις και ότι ο λογαριασμός θα έπρεπε να παρουσιάζει πιστωτικό υπόλοιπο στις 14.7.2011, στηρίχθηκε σε νεφελώδες και θεωρητικό επίπεδο. ΥΠΟΘΗΚΕΣ Ο συνήγορος της Ενάγουσας εισηγήθηκε πως τα έγγραφα των υποθηκών είναι πλαστά και εικονικά. Η εισήγηση έχει τρία σκέλη: Ι Στη θέση της Ενάγουσας ότι οι υποθήκες δόθηκαν ως εξασφαλίσεις για ανύπαρκτη υποχρέωση, εφόσον, με βάση τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, το Τεκμήριο 3 ήταν εξ' υπαρχής άκυρο. Το σκέλος αυτό έχει απαντηθεί και δεν απαιτείται περαιτέρω ενασχόληση, ΙΙ Στην αναφορά στις συμβάσεις και δηλώσεις υποθήκευσης (Τεκμήρια 5(Α),(Β) και (Γ), ότι οι οφειλέτες είχαν υποχρέωση για πληρωμή των ποσών εντός 3 ημερών, ήτοι στις 28.7.2008 και ΙΙΙ Στη θέση ότι δεν υπήρχε χρέος ή οφειλή κατά το χρόνο υπογραφής των εγγράφων υποθήκης. Οι πιο πάνω εισηγήσεις κρίνονται αβάσιμες. Δεν εγείρεται ζήτημα εικονικότητας, στις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. Η νομολογία που επικαλέστηκε ο συνήγορος αφορούσε συμφωνίες ενοικιαγοράς, με ανύπαρκτα αντικείμενα. Στην υπό κρίση υπόθεση η υποχρέωση ήταν υπαρκτή και η συναλλαγή καθόλα νόμιμη. Είναι κατόπιν πρότασης της Ενάγουσας που η Εναγόμενη αποδέχθηκε την έκδοση του Τεκμηρίου 3, με τις ενυπόθηκες εξασφαλίσεις. Το γεγονός ότι οι Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι δήλωσαν ότι όφειλαν να πληρώσουν τα ενυπόθηκα χρέη εντός 3 ημερών, δεν αποτελεί λόγο εικονικότητας ή ακυρότητας των υποθηκών. Όπως ορθά υπόδειξε η συνήγορος της Εναγόμενης, η Τράπεζα δεν αξίωσε πληρωμή στις 28.7.2008. Το πρόβλημα θα εδημιουργείτο εάν υποβαλλόταν τέτοια αξίωση. Ο συνήγορος της Ενάγουσας εισηγήθηκε, επίσης, πως είναι πρόωρες οι αξιώσεις της Ενάγουσας εναντίον των εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 2-6. Η εισήγηση στηρίχθηκε στο περιεχόμενο των δηλώσεων (Τεκμήρια 7(Α), (Β) και (Γ), στις οποίες αναφέρεται ότι η ευθύνη των ενυπόθηκων οφειλετών περιορίζεται στο υπόλοιπο που θα προκύψει από το προϊόν πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Ούτε η πιο πάνω εισήγηση ευσταθεί. Το ζήτημα αυτό μπορεί να εγερθεί από τους ενυπόθηκους οφειλέτες, στην περίπτωση που η Τράπεζα δεν προχωρήσει με την εκτέλεση και εκποίηση των υποθηκών. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η Εναγόμενη δικαιούται σε απόφαση εις βάρος της Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένης 1, για το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού, ως η αναδομημένη κατάσταση Τεκμήριο 104. Δικαιούται περαιτέρω σε απόφαση εναντίον των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 2-6, για τα υπόλοιπα των ενυπόθηκων χρεών τους, ως οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών, Τεκμήρια 105-107. Για όλους τους πιο πάνω λόγους οι αξιώσεις της Ενάγουσας αποτυγχάνουν και απορρίπτονται, με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Εναγόμενης/Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσας και εναντίον των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 1-6, ως ακολούθως: Α. Απόφαση εναντίον της Εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης 1, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με τους Εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγομένους 2, 3, 4, 5 και 6 για το ποσό των US$5,134.284,19 πλέον τόκο προς 3,1525% επί του ποσού των US$5,094.472,94 από 01/01/2014 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση των τόκων κάθε 30/6 και 31/12 εκάστου έτους. Β1. Απόφαση εναντίον της Εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγομένης 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με τους Εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγομένους 1, 3, 4, 5 και 6 για το ποσό των €2,707.319,00 πλέον τόκους προς 2.39% επί ποσού €2,691.301,27 από 01/01/2014 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση κάθε 30/06 και 31/12 εκάστου έτους. Β2. Εκδίδεται περαιτέρω διάταγμα εναντίον της Εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης 2 ως η παράγραφος 32 (Ε) του παρακλητικού της Εξ' Ανταπαιτήσεως αξίωσης των Εναγόντων. Γ1. Απόφαση εναντίον των Εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενων 3, 4 και 5, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με τους Εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγομένους 1, 2, και 6 για το ποσό των €1,624.391,40 πλέον τόκους προς 2.39% επί ποσού €1,614.780,76 από 01/01/2014 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση κάθε 30/06 και 31/12 εκάστου έτους. Γ2. Εκδίδεται περαιτέρω διάταγμα εναντίον των Εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενων 3, 4 και 5 ως η παράγραφος 32 (ΣΤ) του παρακλητικού της Εξ' Ανταπαιτήσεως αξίωσης των Εναγόντων. Δ.1. Απόφαση εναντίον της Εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης 6, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με τους Εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγομένους 1, 2, 3, 4 και 5 για το ποσό των €2,274.147,96 πλέον τόκους προς 2.39% επί ποσού €2,260.693,07 από 01/01/2014 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση κάθε 30/06 και 31/12 εκάστου έτους. Δ.2. Εκδίδεται περαιτέρω διάταγμα εναντίον της Εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης 6 ως η παράγραφος 32 (Ζ) του παρακλητικού της Εξ' Ανταπαιτήσεως αξίωσης των Εναγόντων. Επιδικάζονται, επίσης, έξοδα στην Ανταπαίτηση, υπέρ της Εξ' Ανταπαιτήσεως Ενάγουσας και εναντίον των Εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 1-6, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............. Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.