← Κύπρος

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Κυριάκος Στυλιανού κ.α., Αρ. Αγωγής: 812/14, 19/1/2016

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Κυριάκος Στυλιανού κ.α., Αρ. Αγωγής: 812/14, 19/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A30 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 812/14 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd Ενάγουσα -και- 1.Κυριάκος Στυλιανού, από τη Λευκωσία (ΑΔΤ 678348) 2.Χριστιάνα Παρικιάν, από τη Λευκωσία (ΑΔΤ 748887) 3.Ειρήνη Δημητρίου , από τη Λευκωσία (ΑΔΤ 657188) 4.Χριστίνα Αντωνίου, από τη Λευκωσία (ΑΔΤ 890085) Εναγομένων Ημερομηνία: 19/1/2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Α. Αναστασίου. Για Εναγόμενους 2,3, και 4: κ. Γκούντρας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση ημερ. 6/10/2014 για έκδοση συνοπτικής απόφασης) Με την υπό εξέταση αίτηση οι ενάγοντες/αιτητές (στο εξής καλούμενοι οι αιτητές) αιτούνται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων 2,3 και 4/καθ' ων η αίτηση (στο εξής καλούμενοι οι καθ' ων η αίτηση) πλέον έξοδα. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.18, θ.1-2 και 9 (α), Δ.48 ΘΘ1-4 και 9 καθώς και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και τη σχετική νομολογία. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Σάββα Άδωνη ο οποίος ως αναφέρει ευρίσκεται στην υπηρεσία των αιτητών, έχει θετική γνώση των γεγονότων που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση από πληροφορίες που συγκέντρωσε, από έγγραφα που έχει στην κατοχή του και από προσωπικό χειρισμό της υπόθεσης. Ως περαιτέρω αναφέρει είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους αιτητές να προβεί στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Ως επίσης αναφέρει έχει αναγνώσει το περιεχόμενο του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου, ημερομηνίας 10/02/14, το οποίο καταχωρήθηκε στα πλαίσια της παρούσας αγωγής και το οποίο τροποποιήθηκε λόγω ενός τυπογραφικού λάθους, δυνάμει εκ συμφώνου διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 22/05/14, συμφωνεί πλήρως με αυτό, το υιοθετεί και το επαναλαμβάνει για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Αναφέρει επίσης, ότι η παρούσα αγωγή έχει επιδοθεί δεόντως στους εναγομένους 2,3 και 4 στις 12/02/2014 και αυτοί καταχώρησαν εμφάνιση στις 11/03/2014, μέσω των Δικηγόρων τους Αργυρού & Δημοσθένους Δ.Ε.Π.Ε. Ως περαιτέρω αναφέρει στις 11/04/2014 εκδόθηκε απόφαση εναντίον του εναγομένου 1, ως η απαίτηση του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου. Με την έκδοση της εν λόγω απόφασης ο εναγόμενος 1 συμφώνησε σε συνάντηση που είχε με τους ενάγοντες τη διευθέτηση αποπληρωμής της οφειλής του, με την κατάθεση συγκεκριμένου ποσού κάθε μήνα, την οποία συμφωνία όμως δεν τήρησε. Όπως ανέφερε οι καταθέσεις που έγιναν από τον ίδιο ανέρχονται στο ποσό των €250 και έχουν κατατεθεί στον λογαριασμό δανείου με αριθμό 204-363-001243-0, ως φαίνεται στη συνημμένη κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο Ο. Όπως εξηγεί λόγω των εν λόγω πληρωμών από τον εναγόμενο 1 καθώς και των κεφαλαιοποιήσεων των τόκων στις 31/12/13 και 30/06/14 που έγιναν σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου (Ν160(Ι)/99), το ποσό της παραγράφου 35 (Γ) του κλητηρίου έχει διαφοροποιηθεί. Προχωρεί δε και αναφέρει ότι οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 αληθώς οφείλουν στους αιτητές τα ποσά που αναφέρει στην παράγραφο 5 της δήλωσης του δυνάμει των εγγράφων που επισυνάπτονται ως τεκμήρια στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση και στα οποία ως αναφέρει λεπτομερής αναφορά γίνεται στην Έκθεση Απαίτησης, της οποίας ως αναφέρει το περιεχόμενο είναι ορθό. Ως προς τα ποσά που οφείλονται στην παράγραφο 5 αναφέρονται τα εξής: «(α) Η Εναγομένη 2 Ευρώ 1.875,89 πλέον συσσωρευμένων τόκων ύψους Ευρώ 11,07 από 01/11/2013 μέχρι 15/11/

  1. Από τις 15/11/2013 μέχρι τις 24/11/2013 το χρεωστικό επιτόκιο θεωρείται υπερήμερο και επιβαρύνεται με σύνολο τόκου 15,75%. Από τις 25/11/2013 το χρεωστικό υπόλοιπο επιβαρύνεται με σύνολο τόκου 14,55% ετησίως, ένεκα της μείωσης στο τόκο υπερημερίας ως αναγράφεται στην ανακοίνωση τύπου που επισυνάπτεται στην παρούσα ως τεκμήριο κατωτέρω, μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση τόκων δύο φορές το χρόνο, κατά την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου, δυνάμει εγγράφου εγγύησης ημερ. 28.08.2007 η οποία δόθηκε προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων του Εναγομένου 1 που του παραχώρησε η Ενάγουσα δυνάμει έγγραφης συμφωνίας ημερ. 28.08.2007 για παροχή ορίου σε πιστωτική κάρτα (στο εξής καλούμενη "Διευκόλυνση Κάρτας"). (β) Οι Εναγόμενοι 2 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα Ευρώ 5.515,36 πλέον συσσωρευμένων τόκων ύψους Ευρώ 197,63 από 01/07/2013 μέχρι 15/11/
  2. Από τις 15/11/2013 μέχρι τις 24/11/2013 το χρεωστικό υπόλοιπο θεωρείται υπερήμερο και επιβαρύνεται με σύνολο τόκου 11,25%. Από τις 25/11/2013 το χρεωστικό υπόλοιπο επιβαρύνεται με σύνολο τόκου 10,50% ετησίως, ένεκα της μείωσης στο τόκο υπερημερίας ως αναγράφεται στην ανακοίνωση τύπου που επισυνάπτεται στην παρούσα ως τεκμήριο κατωτέρω μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση τόκων δύο φορές το χρόνο, κατά την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου, δυνάμει εγγράφου εγγύησης ημερ. 13.08.2008 η οποία δόθηκε προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων του Εναγομένου 1 που του παραχώρησε η Ενάγουσα δυνάμει έγγραφης συμφωνίας ημερ. 13.08.2008 για παροχή ορίου υπερανάληψης σε τρεχούμενο λογαριασμό (στο εξής καλούμενη "Διευκόλυνση Τρεχούμενου"). (γ) Οι Εναγόμενοι 3 και 4, Ευρώ 6938,71 πλέον συσσωρευμένων τόκων ύψους Ευρώ 87,56 από 01/07/14 μέχρι 29/09/14 πλέον τόκο 11,7% από 30/09/14 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση τόκων δύο φορές το χρόνο, κατά την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου, δυνάμει εγγράφου εγγύησης ημερ. 05.10.2009 η οποία δόθηκε προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων του Εναγομένου 1 που του παραχώρησε η Ενάγουσα δυνάμει έγγραφης συμφωνίας ημερ. 05.10.2009 για παροχή δανείου με σκοπό την αγορά αυτοκινήτου (στο εξής καλούμενη "Διευκόλυνση Δανείου").» Επίσης προχωρεί στην κατάθεση τεκμηρίων τα οποία ως αναφέρει, πλην των καταστάσεων λογαριασμού, είναι αντίγραφα, καθότι τα πρωτότυπα είναι ήδη καταχωρημένα στον φάκελο του Δικαστηρίου και συνοδεύουν την ένορκη δήλωση που κατατέθηκε στις 10/03/14 προς απόδειξη της αίτησης για απόφαση λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης εναντίον του εναγομένου 1 ημερ. 28/02/
  3. Ως περαιτέρω αναφέρει γνωρίζει ότι το εν λόγω χρέος υφίσταται και εξακολουθεί να παραμένει απαιτητό, παρόλο που οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 κλήθηκαν με επιστολές των αιτητών, να προβούν σε εξόφληση των οφειλών τους. Επίσης ως αναφέρει εξ όσων καλύτερα γνωρίζει και πιστεύει και ως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, οι καθ' ων η αίτηση δεν έχουν οιαδήποτε υπεράσπιση στην παρούσα υπόθεση και συνακόλουθα αιτείται όπως εκδοθεί απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 2, 3 και 4, ως η παράγραφος 5 (α), (β) και (γ) της παρούσας αίτησης. Οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση προβάλλοντας τους εξής λόγους ένστασης. Η εναγόμενη 2 εν σχέσει με τη συμφωνία πιστωτικής κάρτας ημερ. 28/8/2007 σε σχέση με την οποία παραδέχεται ότι παραχώρησε προσωπική εγγύηση ίδιας ημερομηνίας, ισχυρίζεται ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό ή και ότι το αξιούμενο από αυτή ποσό είναι το προϊόν παράνομων ή και αυθαίρετων χρεώσεων ή και τόκων ή και υπερχρεώσεων. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η εν λόγω εγγύηση της έχει καταστεί άκυρη ή και έχει εξαληθφεί ή και η ίδια έχει απαλλαγεί από οποιαδήποτε ευθύνη δυνάμει εγγύησης καθότι οι ενάγοντες παρέβηκαν ή και παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τις πρόνοιες των άρθρων 5 και 12

(1), 12
(3)(α) και (β) του Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου 2003 Ν. 197(Ι)/03και του άρθρου 97 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 ή και διότι παραβίασαν την Οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας η οποία δημοσιεύθηκε σε μορφή Δευτερογενούς Νομοθεσίας ήτοι Κ.Δ.Π. 315/13 η οποία δημοσιεύθηκε στις 9/9/2013 με άμεση ισχύ. Η εναγόμενη 3 σε τόσο σχέση με τη συμφωνία τρεχούμενου λογαριασμού ημερ 13/8/08 στα πλαίσια της οποίας παραδέχεται ότι παραχώρησε προσωπική εγγύηση βάση συμφωνίας εγγυήσεως ημερ. 13/8/08 όσο και σε σχέση με τη συμφωνία δανείου ημερ 5/10/2009 στα πλαίσια της οποίας επίσης παραδέχεται ότι παραχώρησε προσωπική εγγύηση προς όφελος των εναγόντων δια τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 προβάλλει τους ίδιους ισχυρισμούς. Τα ίδια ισχύουν και για την εναγόμενη 4 σε σχέση με τη συμφωνία δανείου ημερ 5/10/2009 στα πλαίσια της οποίας παραδέχεται ότι παραχώρησε προσωπική εγγύηση προς όφελος των εναγόντων δια τις υποχρεώσεις του εναγόμενου
  1. Περαιτέρω η εναγόμενη 2 σε σχέση με τη συμφωνία τρεχούμενου λογαριασμού ημερ. 13/08/2008 σε σχέση με την οποία παραχώρησε προς τους ενάγοντες προσωπική εγγύηση για τις υποχρεώσεις του εναγομένου 1 ίδιας ημερομηνίας ισχυρίζεται ότι η εν λόγω εγγύηση έχει καταστεί άκυρη και/ή έχει εξαλειφθεί και/ή έχει απαλλαγεί η Εναγόμενη 2 από οποιαδήποτε ευθύνη ως ρητά αναφέρεται εις την επιστολή των Εναγόντων ημερ. 28/09/2009 προς την ίδια. Περαιτέρω όλοι οι καθ' ων η αίτηση προβάλλουν ως λόγο ένστασης το ότι οι αιτητές απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο και συγκεκριμένα ότι δεν ενημέρωσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο και/ή εγκαίρως ως προτάσσει η κείμενη νομοθεσία και οι κανονισμοί τους εγγυητές/εναγομένους 2, 3 και 4 περί των όποιων καθυστερημένων δόσεων προς αποπληρωμή των υποχρεώσεων από μέρους του Εναγομένου 1 και/ή υπερβάσεων εις τους λογαριασμούς έκαστης σύμβασης του Εναγομένου 1 για τους οποίους ενείχαν ευθύνης οι Καθ' ων η Αίτηση αναλόγως των υπογραφθέντων εγγυήσεων. Επίσης προβάλλουν ως περαιτέρω λόγο ένστασης ότι έχουν καλή υπεράσπιση και τέλος ότι δεν θα διασφαλισθεί το δικαίωμα της δίκαιης δίκης που κατοχυρώνει το Άρθρο 30 του Συντάγματος ως επίσης και το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αν δεν επιτραπεί στους Εναγόμενους 2, 3 και 4 να υπερασπιστούν τις θέσεις τους και να εκθέσουν καταλλήλως τους ισχυρισμούς τους δια της καταχωρήσεως ολοκληρωμένης έκθεσης υπεράσπισης από μέρους τους. Η ένσταση συνοδεύεται από τρεις ένορκες δηλώσεις προερχόμενες από τις καθ' ων η αίτηση 2, 3, και 4 αντίστοιχα οι οποίες στην ουσία υιοθετούν τους λόγους ένστασης που αφορούν την κάθε μια και τους αναπτύσσουν περαιτέρω αιτούμενες να τους δοθεί άδεια να προβάλουν την υπεράσπιση τους. Περαιτέρω αναφορά στα όσα προβάλλουν θα γίνει κατωτέρω στα πλαίσια ανάλυσης της νομικής πτυχής της αίτησης προς αποφυγή επαναλήψεων. Η διαδικασία Οι δύο πλευρές περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις και ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Οι θέσεις των δύο πλευρών έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους, αναφορά δε σε αυτές θα γίνει κατωτέρω στα πλαίσια ανάπτυξης της νομικής πτυχής της αίτησης και στο βαθμό που τούτο κρίνεται αναγκαίο. Θα πρέπει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι κατά την 7/7/2015, και μετά την καταχώρηση της ένστασης των καθ' ων η αίτηση, η συνήγορος των αιτητών προέβη σε δήλωση ότι η εναγόμενη 2 έχει απαλλαγεί για τη αξίωση ως η παράγραφος 35 (Β) της Έκθεσης Απαίτησης και ότι συναφώς περιορίζει την αξίωση των αιτητών κατά της εναγόμενης 2 ως η παράγραφος 35(Α) και (Η) της Έκθεσης Απαίτησης, δηλαδή μόνο για το ποσό της παραγράφου 5(α) της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση πλέον τα έξοδα. Νομική Πτυχή Η Δ.18 Κ.1(α) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στην οποία στηρίζεται η επίδικη αίτηση έχει ως εξής: «Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2 rule 6 the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend». Με βάση την πιο πάνω διάταξη οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται για την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου με βάση τη εν λόγω διάταξη είναι οι εξής:
  2. Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 Κ.
  3. Ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή.
  4. Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή από άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Σε περιπτώσεις δε όπως την παρούσα που ο αιτητής είναι νομικό πρόσωπο, μπορεί να ορκιστεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για όλα τα πιο πάνω (βλ. Annual Practice 1955, σελ. 174 και Stavrinides ν. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130 και Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1997)1Β Α.Α.Δ. 782). Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό ότι ενώ σε ενδιάμεσες αιτήσεις, δυνάμει της Δ.39 Θ2, θεωρούνται επαρκείς δηλώσεις πεποίθησης του ενόρκως δηλούντα ότι πιστεύει τα γεγονότα ως αληθινά, στις αιτήσεις για συνοπτική απόφαση ο ενόρκως δηλών θα πρέπει να έχει δυνάμει της Δ.18 Θ1(α), προσωπική γνώση των γεγονότων και να μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς αυτά. (βλ. Stavrinides (ανωτέρω)). Απλή δήλωση του ενόρκως δηλούντα ότι μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα δεν αρκεί. Πρέπει να δείξει κάτω από ποιες περιστάσεις απέκτησε γνώση των γεγονότων της υπόθεσης εφόσον είναι ξένος προς την αγωγή (βλ. Goodwin Barsby Ltd v. Premixco Asphalting Co Ltd
(1985)2 J.S.C 596). Γνώση από έγγραφα συνταγμένα χωρίς τη συμμετοχή του ενόρκως δηλούντα δεν είναι προσωπική, βασίζεται σε πληροφορίες και δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις της Δ.18 (βλ. Δημητρίου ανωτέρω και The Chain Gulf Traders Ltd v. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1168). Βέβαια καθ' όσον αφορά την αναγκαιότητα επισύναψης εγγράφων ως τεκμηρίων, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Δ.18 δεν απαιτεί όπως η ένορκος δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης συνοδεύεται από έγγραφα, εκτός εάν επιλέξει ο ίδιος ο αιτητής να αναφερθεί σε αυτά, οπόταν και πρέπει να επισυνάπτονται. Σχετικά είναι τα νομολογηθέντα στην Κυριάκου v. Αναστασίου Πολ. Εφ. 230/09 ημερομηνίας 22/1/2013, όπου αναφέρεται ότι η «.αίτηση για συνοπτική απόφαση δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από όλα τα έγγραφα που θα υποστήριζαν την αγωγή εάν διεξαγόταν κανονική δίκη. Η απλή επιβεβαίωση της ίδιας της αξίωσης με αναφορά στην απαίτηση κατά τις επιταγές της Δ.18 θ. 1(α), εξυπακούει τη μη αναγκαιότητα επισύναψης οποιωνδήποτε εγγράφων. Αν όμως ο ίδιος ο ενάγων-αιτητής επιλέξει να αναφερθεί στην ένορκη του δήλωση σε έγγραφα, τότε σύμφωνα με τη Δ.18 θ.2, αυτά θα πρέπει να επισυνάπτονται.» Σε περίπτωση που το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι δεν πληρούνται σωρευτικά οι τρεις πιο πάνω προϋποθέσεις, στερείται δικαιοδοσίας εξέτασης της ουσίας της αίτησης (βλ. Δημητρίου και Stavrinides (ανωτέρω)). Όταν όμως και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο, είτε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση, είτε να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή. Βέβαια θα πρέπει να επισημανθεί πως στα πλαίσια αυτά δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς. Στην πρόσφατη απόφαση Κυριάκου v. Αναστασίου (ανωτέρω) αναφέρονται τα εξής: «Έχει υποδειχθεί στη N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1912 και έχει επιβεβαιωθεί εκ νέου στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, ότι το δικαίωμα υπεράσπισης χωρίς όρους δεν «.. ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση του.». Το τι αναμένεται από ένα εναγόμενο όταν αντιμετωπίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση έχει διαχρονικά επιβεβαιωθεί από τη φράση «condescend upon particulars». Στο Annual Practice 1970 σελ. 127, παρ. 14/3-4/4, αναφέρονται τα εξής: «The defendant´s affidavit must "condescend upon particulars", and should, as far as possible, deal specifically with the plaintiff´s claim and affidavit, and state clearly and concisely what the defence is, and what facts are relied on as supporting it. It should also state whether the defence goes to the whole or part of the claim, and in the latter case it should specify the part. . . ... if a legal objection is raised, the facts and the point of law arising thereon must be clearly stated. Indeed, in all cases, sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence.»» Με άλλα λόγια θα πρέπει ο εναγόμενος, να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο τις υπεράσπισης του ή και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (βλ. και Πολ. Εφεση 27/10 Sensus Gymnasium Ltd κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ημερ. 4/9/2013). Εξυπακούεται βέβαια ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια αυτά δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών για να προβεί σε ευρήματα όσον αφορά την υπεράσπιση του εναγομένου, αλλά αναζητεί την ύπαρξη συζητήσιμου θέματος προς εκδίκαση ούτως ώστε να δοθεί άδεια για υπεράσπιση. Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης θεωρώ ορθό να αναφέρω ότι, όπως τονίστηκε και στην Δημητρίου (ανωτέρω), η αίτηση για συνοπτική απόφαση αποτελεί ένα εξαιρετικό μέτρο, δεδομένου του ότι ο καθορισμός των δικαιωμάτων των διαδίκων γίνεται χωρίς την πλήρη διεξαγωγή δίκης και ως εκ τούτου θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στις ξεκάθαρες και αδιαμφισβήτητες υποθέσεις. Σχετικά είναι και τα λεχθέντα στην υπόθεση Trans Middle East Trading Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, όπου αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα εξής: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην Ένορκη του Δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (CY.E.M.S. Co. Ltd v. The Central Co- Operative Co Ltd
(1982)1 ΑΑΔ 879). Έτσι, είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Στα ίδια πλαίσια στην Sensus Gymnasium Ltd (πιο πάνω) αναφέρθηκαν τα εξής: «...Επειδή, όμως, η διαδικασία αυτή αποστερεί, ουσιαστικά, από τον εναγόμενο το δικαίωμα να υπερασπίσει την υπόθεση του σε κανονική δίκη, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, αραιά, και με βάση ορισμένα κριτήρια (βλ. Robert v. Plant [1895] 1 Q.B. 597, The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 ΑΑΔ 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 CLR 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1968, Sigma Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408, Νεάρχου κα ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 818.)» Η πιο πάνω προσέγγιση συνάδει πλήρως και με τις πρόνοιες του άρθρου 30 του Συντάγματος το οποίο προβλέπει ότι κάθε διάδικος έχει δικαίωμα να προσφύγει στο Δικαστήριο και να προβάλει τις θέσεις του στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας. Σχετική είναι η απόφαση Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1Γ Α.Α.Δ. 1968 όπου αναφέρονται τα εξής στη σελίδα 1972: «Έχουμε τη γνώμη πως θα έπρεπε να δοθεί η ευκαιρία στον εφεσείοντα να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τη θέση του. Δεν πρόκειται για περίπτωση απλού υπόλοιπου λογαριασμού, για τον οποίο δεν μπορούσε να προβληθεί οποιαδήποτε υπεράσπιση. Να υποδείξουμε αυτό που έχει λεχθεί πολλές φορές, και αποκτά μεγαλύτερη σημασία σήμερα ενόψει της ορθής αντίληψης που έχει επικρατήσει, ως προς τα δικαιώματα δηλαδή που έχει ο διάδικος βάσει των προνοιών του άρθρου 30 του Συντάγματος μας και τις ανάλογες διατάξεις της Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η συνοπτική διαδικασία που προβλέπεται στη Δ.18 Κ.1(α) πρέπει να περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου έκδηλα καταδεικνύεται πως ο εναγόμενος δεν έχει καμιά υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή.» Υπό το φως δε όλων των πιο πάνω καθίσταται σαφές ότι η υποχρέωση του ενάγοντα να ικανοποιήσει με την ένορκη του δήλωση τις προϋποθέσεις της Δ.18 Θ1(α), πρέπει να εξετάζεται αυστηρά. Άλλωστε τούτο υποδεικνύεται ξεκάθαρα και στην Ανδρέας Θεμιστοκλέους & Υιοί Λτδ και άλλοι v. Arizona Trading Co Ltd
(1997)1Γ AAΔ 1354 όπου αναφέρονται τα εξής: «Η διαδικασία για τη λήψη συνοπτικής απόφασης, ιδιαίτερα όσον αφορά την ένορκη δήλωση, είναι πολύ αυστηρή. Αυτό επιβάλλει ο δραστικός χαρακτήρας της. Σε άρθρο στο Solicitors Journal Vol. 139
(1995)στη σελ. 1125 και 1128 με τον τίτλο "Don't forget the affidavit" αναφέρεται: "Regardless of the merits of an application for summary judgment under RSC Ord. 14, it will undoubtedly fail if the procedural requirements are not met. This has been revisited in a recent case, Barclays Bank plc v. Piper, The Times, 31 May 1995 and emphasises the need for care in preparing an Ord 14 application... . ." . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Why are these requirements so important in an Ord 14 application? Order 14 is a summary process and should only be used when appropriate, where the defendant has no defence to the claim and not for tactical purposes. The essence of the application means that if the plaintiff succeeds the defendant is deprived of an opportunity to defend the case on the merits and is denied access to justice. As a summary procedure there is no room for error."» Ερχόμενη τώρα στην προκειμένη περίπτωση, σημειώνω ότι οι πρώτες δύο προϋποθέσεις πληρούνται αφού το κλητήριο ένταλμα που έχει καταχωρηθεί είναι ειδικώς οπισθογραφημένο και οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 έχουν καταχωρήσει εμφάνιση. Εξετάζοντας την τρίτη προϋπόθεση σημειώνω ότι η ένορκη δήλωση γίνεται από πρόσωπο που ευρίσκεται στην υπηρεσία των αιτητών ο οποίος προβαίνει σε ρητή δήλωση ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή. Όμως κατά τα λοιπά θεωρώ ότι η τρίτη προϋπόθεση δεν πληρούται, αφού από την ενώπιον μου μαρτυρία προκύπτει ότι ο ίδιος ο ενόρκως δηλών δεν είναι πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκιστεί θετικά εν τη εννοία της Διαταγής 18 σε σχέση με τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα και κατ' επέκταση δεν θεωρώ ότι με τη μαρτυρία του μπορεί να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα των αιτητών στο βαθμό που αυτό αμφισβητείται. Και εξηγώ. Κατ' αρχάς ενώ ο ομνύσας στην ένορκη του δήλωση αναφέρει ότι, μεταξύ άλλων, η εναγόμενη 2 αληθώς οφείλει τα ποσά που αναφέρονται στην παράγραφο 5(β) της ένορκης δήλωσης και ότι δεν έχει καμία υπεράσπιση στην αγωγή, φαίνεται ότι στην πραγματικότητα η εναγόμενη 2 δεν οφείλει τα εν λόγω ποσά εφόσον είχε απαλλαγεί προηγουμένως (ως η επιστολή Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση της καθ' ης η αίτηση 2 η οποία δεν αμφισβητήθηκε). Αυτός φαίνεται άλλωστε να ήταν και ο λόγος που η συνήγορος των αιτητών μετά την καταχώρηση της ένστασης, προέβη σε σχετική δήλωση ότι η εναγόμενη 2 έχει απαλλαγεί σε σχέση με την αξίωση των αιτητών ως παρ. 35(Β) και συναφώς περιόρισε την αξίωση των αιτητών ως η παρ. 35 Α και Η της αίτησης δηλαδή για τα ποσά που αναφέρονται στην παράγραφο 5(α) της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και τα έξοδα της αγωγής. Υπό το φως αυτής της παράλειψης ή καλύτερα προφανούς άγνοιας του ομνύοντα για ένα τόσο ουσιώδες ζήτημα, το οποίο έλαβε χώρα πολύ πριν καταχωρήσει την ένορκη του δήλωση και συναφώς θα αναμένετο να το γνωρίζει και λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι ο ίδιος στη δήλωση του διατείνεται ανεπιφύλακτα ότι η εναγόμενη 2 δεν έχει καμία υπεράσπιση στην αγωγή και πως αληθώς οφείλει τα ποσά της παραγράφου 5(β), τα οποία μετά και από τη δήλωση της συνηγόρου των αιτητών προφανώς και δεν τα οφείλει, θεωρώ ότι δεν μπορώ να καταλήξω ότι το πρόσωπο αυτό είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκίζεται θετικά για τα γεγονότα της παρούσας. Πέραν τούτου ο ενόρκως δηλών στην παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση αναφέρει τα εξής: «Έχω αναγνώσει το περιεχόμενο του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου, ημερομηνίας 10.02.14, το οποίο καταχωρήθηκε στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής και το οποίο τροποποιήθηκε λόγω ενός τυπογραφικού λάθους, δυνάμει εκ συμφώνου διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 22/05/14 και καταχωρήθηκε στις 29.05.14. και συμφωνώ πλήρως με αυτό, το υιοθετώ και το επαναλαμβάνω για σκοπούς της παρούσης.» (η έμφαση δική μου) Όμως, η ένορκη υιοθέτηση του περιεχομένου της έκθεσης απαίτησης δεν το καθιστά μαρτυρία για σκοπούς έκδοσης συνοπτικής απόφασης. Επί τούτου υπάρχει δεσμευτικό προηγούμενο. Σχετικά παραπέμπω στην στην Καϊμης v. Euroinvestment Finance Ltd (Αρ. 1)
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ 1968, 1973 όπου το ζήτημα που τέθηκε εκεί προς εξέταση αφορούσε το κατά πόσον η ένορκη υιοθέτηση του περιεχομένου της υπεράσπισης και ανταπαίτησης το καθιστά μαρτυρία για τους σκοπούς της Δ.18. Η απάντηση που δόθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ήταν αρνητική. Λέχθηκε με αναφορά στην Μιχαηλίδης v. Δρουσιώτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 877 ότι η προσέγγιση της νομολογίας σύμφωνα με την οποία, η υιοθέτηση του περιεχομένου της αίτησης ή δικογραφήματος δεν καθιστά τούτο μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου είναι μεν αυστηρή πλην όμως δεν υπάρχει διέξοδος απόκλισης. (βλ. και Interpartemental Concern «Uralmetron» v. Besuno Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ 557). Τα όσα αποσπασματικά αναφέρονται με αναφορά στα ισχυριζόμενα υπόλοιπα ως και σε σχέση τα τεκμήρια δεν θεωρώ ότι μπορούν να συμπληρώσουν τα κενά ούτε και να επιβεβαιώσουν το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων υπό τις περιστάσεις στο βαθμό που αυτό αμφισβητείται. Πέραν τούτου ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι έχει γνώση των γεγονότων που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση από πληροφορίες που συγκέντρωσε, από έγγραφα που έχει στην κατοχή του και από προσωπικό χειρισμό της υπόθεσης, και παρά ταύτα παραλείπει να διευκρινίσει ποιά από τα γεγονότα, τα οποία αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης και με τα οποία αυτός δηλώνει ότι συμφωνεί, τα γνωρίζει προσωπικώς και ποιά από αυτά τα γνωρίζει από πληροφορίες και εφόσον τα γνωρίζει κατόπιν πληροφόρησης ποια ακριβώς είναι η πηγή του. Δεν μου διαφεύγει βέβαια ότι ένα μέρος των γεγονότων που επικαλούνται οι ενάγοντες δεν φαίνεται να αμφισβητείται από τις καθ' ων η αίτηση, οι οποίες δεν φαίνεται να αμφισβητούν ότι ο εναγόμενος 1 υπέγραψε τις σχετικές συμφωνίες σε σχέση με τις οποίες οι ίδιες παραχώρησαν προσωπικές εγγυήσεις, γεγονός το οποίο επίσης φαίνεται να μην αμφισβητούν. Ούτε και αμφισβητούν ότι τους απεστάλησαν οι επιστολές ημερ. 9/7/2013 (καθ' ης 2), και 26/4/2013 (για τις καθ' ων 3 και 4). Όμως οι καθ' ων η αίτηση αμφισβητούν τα υπόλοιπα γεγονότα, το αξιούμενο υπόλοιπο και εν γένει ισχυρίζονται πως κατά τη λειτουργία των επίδικων λογαριασμών δημιουργήθηκε αδικαιολόγητα μια εις βάρος τους κατάσταση. Υπό το φως δε των πιο πάνω γενικών αναφορών του ομνύοντα στην ένορκη του δήλωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να γνωρίζει ως έχει ήδη αναφερθεί ποιά από τα γεγονότα, τα οποία αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης και με τα οποία αυτός δηλώνει ότι συμφωνεί, τα γνωρίζει προσωπικώς και ποιά από αυτά τα γνωρίζει από πληροφορίες για να μπορεί να αξιολογήσει και τη θετικότητα της γνώσης του. Συναφώς, παρατηρώ πως το Δικαστήριο δεν μπορεί να γνωρίζει ποια ήταν η ανάμειξη του ομνύοντα στη σύνταξη των εγγράφων που επισυνάπτονται και δη ποια ήταν η ανάμειξη του στην τήρηση των επίδικων λογαριασμών ζήτημα σε σχέση με το οποίο ο ομνύσας δεν αναφέρει οτιδήποτε συγκεκριμένο στην ένορκη του δήλωση. Αρκείται στο να υπογράψει μια εκ των σελίδων των λογαριασμών, και θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην περίπτωση του λογαριασμού της κάρτας (βλ. Τεκμήριο Ο τελευταία σελίδα), δεν επισυνάπτεται καν αναλυτική κατάσταση αλλά ένα έγγραφο, το οποίο αρχίζει από το 2013 με την αναφορά «as per judgement» ενώ ο σχετικός λογαριασμός τηρείτο από το 2007. Από τα πιο πάνω είναι σαφές ότι η τρίτη προϋπόθεση δεν πληρούται για κανένα εκ των εναγομένων και συνακόλουθα το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία σύμφωνα και με την ανωτέρω αναφερθείσα νομολογία (βλ. Δημητρίου και Stavrinides (ανωτέρω)) να εξετάσει την ουσία της αίτησης, γεγονός που προδιαγράφει και την τύχη της αίτησης. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης, θα εξετάσω κατά πόσο οι καθ' ων η αίτηση απέδειξαν ότι έχουν καλή υπεράσπιση ή αποκάλυψαν τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να τους δώσουν το δικαίωμα να υπερασπισθούν στην αγωγή, υπό το φως πάντα της σχετικής νομολογίας όπως αυτή πιο πάνω έχει παρατεθεί. Εξετάζοντας το ζήτημα αυτό σημειώνω τα εξής. Η εναγόμενη 2 εν σχέση με τη συμφωνία πιστωτικής κάρτας ημερ. 28/8/2007 σε σχέση με την οποία παραδέχεται ότι παραχώρησε προσωπική εγγύηση ισχυρίζεται ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό ή και ότι το αξιούμενο από αυτή ποσό είναι το προϊόν παράνομων χρεώσεων ή και τόκων ή και υπερχρεώσεων. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η εν λόγω εγγύηση της έχει καταστεί άκυρη ή και έχει εξαληθφεί ή και έχει απαλλαγεί από οποιαδήποτε ευθύνη δυνάμει εγγύησης καθότι οι ενάγοντες παρέβηκαν ή και παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τις πρόνοιες των άρθρων 5 και 12
(1), 12
(3)(α) και (β) του Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου 2003 Ν. 197(Ι)/03και του άρθρου 97 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 ή και διότι παραβίασαν την Οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας η οποία δημοσιεύθηκε σε μορφή Δευτερογενούς Νομοθεσίας ήτοι Κ.Δ.Π. 315/13 η οποία δημοσιεύθηκε στις 9/9/2013 με άμεση ισχύ. Η εναγόμενη 3 σε σχέση με τη συμφωνία τρεχούμενου λογαριασμού ημερ 13/8/08 στα πλαίσια της οποίας παραδέχεται ότι παραχώρησε προσωπική εγγύηση βάση συμφωνίας εγγυήσεως ημερ. 13/8/08 αλλά και σε σχέση με τη συμφωνία δανείου ημερ 5/10/2009 στα πλαίσια της οποίας παραδέχεται ότι παραχώρησε προσωπική εγγύηση προς όφελος των εναγόντων δια τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1, προβάλλει τους ίδιους ισχυρισμούς. Τα ίδια ισχύουν και για την εναγόμενη 4 σε σχέση με τη συμφωνία δανείου ημερ 5/10/2009 στα πλαίσια της οποίας παραδέχεται ότι παραχώρησε προσωπική εγγύηση προς όφελος των εναγόντων δια τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1. Αρχίζω από το άρθρο 12
(1)και 12
(3)(α) και (β) και το άρθρο 97 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149. «12
(1)Σε κάθε σύμβαση εγγύησης, ο πιστωτής υποχρεούται να ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση και γραπτώς τον εγγυητή με επιστολή του στη διεύθυνση του που καταγράφηκε στη συμφωνία δανείου ή στη τελευταία γνωστή στον πιστωτή διεύθυνση του για κάθε καθυστέρηση καταβολής 3 τουλάχιστον δόσεων ή αθέτηση από τον πρωτοφειλέτη οποιασδήποτε άλλης υπόσχεσης ή υποχρέωσης του δυνάμει της συμφωνίας δανείου ή άρση ή μεταβολή οποιασδήποτε επιβάρυνσης που είχε τεθεί στην περιουσία του προς όφελος του πιστωτή για τους σκοπούς της συμφωνίας δανείου. 12
(3)Παράλειψη εκτέλεσης από τον πιστωτή, οποιασδήποτε υποχρέωσης που του επιβάλλεται κατά τα διαλαμβανόμενα στα εδάφια
(1)και
(2)του παρόντος άρθρου - (α) Θεωρείται παράλειψη τέλεσης πράξης που επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του πιστωτή προς τον εγγυητή μέσα στην έννοια του άρθρου 97 του Περί Συμβάσεων Νόμου, και απαλλάσσει τον εγγυητή σε περίπτωση που συνεπεία αυτής παραβλάπτεται, όπως προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο η τελική ικανοποίηση του ίδιου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη, (β) συνιστά εν πάση περιπτώσει, παραβίαση ουσιώδους όρου της σύμβασης εγγύησης από τον πιστωτή, σε σχέση με την οποία παρέχονται στον εγγυητή και πιστωτή, οι θεραπείες, οι υπερασπίσεις, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που παρέχονται δυνάμει του περί Συμβάσεων Νόμου σε σχέση με παραβίαση ουσιώδους όρου σύμβασης από αντισυμβαλλόμενο.» Η θέση της συνηγόρου των αιτητών σε σχέση με τον ισχυρισμό αυτό της καθ' ης 2 είναι ότι αυτός «φαντάζει άτοπος μιας και η Αιτήτρια φαίνεται να εκπλήρωσε όλες τις υποχρεώσεις και να ενημέρωσε άμεσα την καθ' ου η Αίτηση 2 για την καθυστέρηση καταβολής των δόσεων του πρωτοφειλέτη σε σχέση με τη Διευκόλυνση Κάρτας όπως τεκμαίρεται και από την προειδοποιητική επιστολή ημερ. 9/7/2013 (Τεκμήριο ΣΤ)». Ανάλογα απορρίπτει και τους σχετικούς ισχυρισμούς της καθ' ης η αίτηση 3 με αναφορά στα Τεκμήρια Θ και Λ και της καθ' ης η αίτηση 4 με αναφορά στο Τεκμήριο Λ. Κατ' αρχάς πρέπει να καταστεί σαφές ότι απλά και μόνο επειδή ο ομνύσας προβάλλει ένα ισχυρισμό τον οποίο υποστηρίζει με κάποιο έγγραφο δεν δημιουργείται τεκμήριο ως εσφαλμένα εισηγείται η συνήγορος των αιτητών. Εν πάση περιπτώσει η καθ' ης η αίτηση 2 δεν αμφισβητεί ότι παρέλαβε την επιστολή Τεκμήριο ΣΤ, όμως η θέση της είναι ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν να εκπληρώσουν την υποχρέωση τους εφόσον άφησαν να παρέλθει ουσιώδης χρόνος μέχρι την πρώτη της ενημέρωση αποστερώντας της το δικαίωμα να διαφυλάξει τα συμφέροντα της και εν πάση περιπτώσει να πράξει τα δέοντα προς υπεράσπιση των συμφερόντων της και αφήνοντας το χρέος να τεθεί εκτός πιστωτικών ορίων και σχεδόν να τριπλασιαστεί. Θυμίζω ότι η υποχρέωση των πιστωτών την οποία επικαλούνται οι καθ' ων η αίτηση αφορά «κάθε καθυστέρηση καταβολής 3 τουλάχιστον δόσεων ή αθέτηση από τον πρωτοφειλέτη οποιασδήποτε άλλης υπόσχεσης ή υποχρέωσης του δυνάμει της συμφωνίας δανείου». Στην επιστολή Τεκμήριο ΣΤ δεν καθίσταται σαφές εάν η αναφορά στην καθυστέρηση αφορά μια δόση ή πολλές δόσεις και αν αφορά πολλές δόσεις πόσες αφού, στην εν λόγω επιστολή αναφέρεται μεταξύ άλλων «Με την παρούσα σας ενημερώνουμε ότι η/οι δόση/εις αποπληρωμής της πιο πάνω πιστωτικής κάρτας του Πρωτοφειλέτη δεν καταβάλλονται κανονικά με αποτέλεσμα να παρουσιάζονται οι πιο πάνω καθυστερήσεις»(η έμφαση δική μου). Αυτό δε που εντοπίζεται πιο πάνω στην επιστολή είναι αναφορά σε καθυστερήσεις συνολικού ποσού €
  1. Στη δε συμφωνία δεν φαίνεται να προνοείται κάποια μηνιαία δόση. Σε κάθε όμως περίπτωση παραμένει άγνωστο πότε προέκυψαν αρχικά καθυστερήσεις ή υπέρβαση ορίου σε σχέση με τον λογαριασμό κάρτας, αφού ο ομνύσας για τους αιτητές επεσύναψε μόνο μια σελίδα ως κατάσταση λογαριασμού της κάρτας (βλ. Τελευταία σελίδα του Τεκμηρίου Ο) η οποία ως έχει ήδη αναφερθεί αρχίζει από το 2013 ενώ ο λογαριασμός φαίνεται να τηρείτο από το
  2. Τα ίδια ισχύουν και για την καθ' ης η αίτηση 3 η οποία παραδέχεται ότι απεστάλη η επιστολή ημερ. 26/4/2013 Τεκμήριο Η, όμως η θέση της είναι ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν να εκπληρώσουν την υποχρέωση τους εφόσον άφησαν να παρέλθει ουσιώδης χρόνος μέχρι την πρώτη της ενημέρωση αποστερώντας της το δικαίωμα να διαφυλάξει τα συμφέροντα της και εν πάση περιπτώσει να πράξει τα δέοντα προς υπεράσπιση των συμφερόντων της και αφήνοντας το χρέος να τεθεί εκτός πιστωτικών ορίων. Στην επιστολή Τεκμήριο Η δεν καθίσταται σαφές εάν η αναφορά στην καθυστέρηση αφορά μια δόση ή πολλές δόσεις και αν αφορά πολλές δόσεις πόσες αφού στην εν λόγω επιστολή αναφέρεται μεταξύ άλλων «Με την παρούσα επιστολή σας ενημερώνουμε ότι η/οι δόση/εις του δανείου του Πρωτοφειλέτη με αριθμό λογαριασμού 204-363-001243-0, το οποίο εξασφαλίζεται από την/τις εξασφάλιση/εξασφαλίσεις, δεν καταβάλλεται/ονται κανονικά με αποτέλεσμα να παρουσιάζονται την 26/4/2013 καθυστερήσεις ύψους €2.373,
  3. .» Στη δε συμφωνία Τεκμήριο Γ δεν φαίνεται να προβλέπεται κάποια δόση, η δε υπέρβαση του ορίου φαίνεται να άρχισε από το 2010, ενώ από το Νοέμβριο του 2011 και μετά φαίνεται να υπήρχε συνεχής υπέρβαση του ορίου. Το ίδιο ισχύει και για το δάνειο οχήματος σε σχέση με το οποίο οι επιστολές στους καθ' ων 3 και 4 στάλθηκαν στις 26/4/2013, ενώ φαίνεται να υπήρχαν 3 συνεχόμενες καθυστερημένες δόσεις τουλάχιστον από τις 4/10/
  4. Υπό το φως των πιο πάνω καταλήγω ότι οι εναγόμενες καταδεικνύουν υπεράσπιση στην αγωγή ή εν πάση περιπτώσει έχουν καταδείξει τέτοια γεγονότα που είναι επαρκή για να τους δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν, αφού εν ολίγοις δέχονται την υπογραφή και το περιεχόμενο των συμβάσεων που υπέγραψε έκαστη, αλλά ισχυρίζονται πως στη λειτουργία των επίδικων λογαριασμών δημιουργήθηκε αδικαιολόγητα μια εις βάρος τους κατάσταση υπό το φως και των προνοιών του Ν. 197(Ι)/
  5. Υποδεικνύω ότι συναφής ισχυρισμός είχε προβληθεί και στην υπόθεση Ζερβός (ανωτέρω) στη σελίδα 1972 όπου και επισημάνθηκε πως αυτό που αναμενόταν από τον εναγόμενο/εφεσείοντα να δείξει ήταν πως έχει υπεράσπιση σε βαθμό που ενδείκνυται να του επιτραπεί το δικαίωμα της προβολής της και πως το κατά πόσο νομικά ευσταθούσε, θα ήταν βέβαια το αντικείμενο της δίκης. Υπό το φως δε των πιο πάνω όσον απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας των λοιπών σημείων που εγείρουν οι καθ' ων η αίτηση στο πολύ πρώιμο στάδιο στο οποίο βρίσκεται η υπόθεση, κρίνω ότι εφόσον έχει καταδειχθεί επαρκώς ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ των διαδίκων σε σχέση με τα επίδικα θέματα τα οποία αν ευσταθούν νομικά ή πραγματικά δεν είναι ζήτημα της παρούσας, θεωρώ ότι δεν θα ήταν εν πάση περιπτώσει ορθό και δίκαιο να εκδοθεί συνοπτική απόφαση. Ως έχει προαναφερθεί το Δικαστήριο στα πλαίσια αιτήσεων της φύσεως που εξετάζεται θα πρέπει να εντοπίζει την ύπαρξη επίδικων ζητημάτων και όχι να αποφασίζει εάν τελικά η υπεράσπιση που προβάλλεται έχει πιθανότητα επιτυχίας. Σχετική με το πιο πάνω θέμα είναι επίσης η απόφαση Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.α ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε Πολ. Έφεση 10458 ημερ. 30.3.2001, όπου στην σελίδα 6 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν την διεξαγωγή κανονικής Δίκης. Εφ' όσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο Εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και σχετικής επι του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο Δίκης στην Αγωγή.» Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων 2,3 και 4 και εναντίον των αιτητών ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Δίδεται άδεια στους εναγόμενους να καταχωρήσουν την υπεράσπιση τους εντός 21 ημερών από σήμερα. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι θεσμοί. (Υπογρ).......... Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.