← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΤΔ ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΩΣΤΑ ΣΙΟΠΑΧΑΣ κ.α., Αγωγή: 1437/14, 11/1/2016

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΤΔ ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΩΣΤΑ ΣΙΟΠΑΧΑΣ κ.α., Αγωγή: 1437/14, 11/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A8 ΕΝ ΤΩ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αγωγή: 1437/14 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΤΔ, εκ Λευκωσίας Ενάγοντες και

  1. ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΩΣΤΑ ΣΙΟΠΑΧΑΣ, (Α.Τ. 0340242), εκ Λάρνακας
  2. ΕΛΕΝΗ ΣΙΟΠΑΧΑ (Α. Τ. 0436230), εκ Λάρνακας
  3. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΙΟΠΑΧΑΣ (Α.Τ. 0808549), εκ Λάρνακας Εναγόμενοι ____________________ Ημερομηνία: 11 Ιανουαρίου 2016 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κ. Αντώνης Μ. Μιχαηλίδης Για Καθ' ων η Αίτηση: κα. Παπακωνσταντίνου για κ.κ. Πανίκο Α. Λεωνίδου & Σια ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες καταχώρησαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, κλητήριο ένταλμα ειδικώς οπισθογραφημένο εναντίον των εναγομένων στις 27.3.
  4. Με Αίτηση τους οι Ενάγοντες, ημερ. 23.12.14, ζήτησαν μονομερώς την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης και διόρθωση του τίτλου της Αγωγής εις τον οποίο καταγράφηκε αρχικώς «Εν τω Επαρχιακώ Δικαστήριω Λάρνακας». Το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στους εναγόμενους 1,2 και 3 στις 23.5.
  5. Λόγω του ότι οι εναγόμενοι δεν καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης, το Δικαστήριο εξέτασε την Αίτηση ημερ. 23.12.14 μονομερώς και στις 3.2.15 εκδόθηκε το Διάταγμα για τροποποίηση του τίτλου του κλητηρίου εντάλματος και της έκθεσης απαίτησης, σύμφωνα με την Αίτηση ημερ. 23.12.
  6. Στις 9.3.15 οι εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στην Αγωγή μέσω Δικηγόρου και στις 19.3.15 καταχώρησαν την υπό εξέταση Αίτηση δια της οποίας αιτούνται την ακύρωση του Διατάγματος ημερ. 3.2.15, στηρίζοντας την Αίτηση στην Διαταγή 48, Θ. 2 και 8

(1)(ν) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στις αρχές της επιείκειας. Η Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση του εναγομένου 1, ο οποίος μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι μετά την επίδοση της Αγωγής στις 23.5.14, στις 26.5.14 πήγε στον δικηγόρο του ο οποίος τον πληροφόρησε ότι υπήρχαν δυο σοβαρά λάθη στην Αγωγή. Στην παρουσία του ο δικηγόρος του πήρε τηλέφωνο τους δικηγόρους των εναγόντων και μίλησε με τον κο Κονή, δικηγόρο και του ανέφερε ότι λόγω των λαθών αδυνατούσε να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης και εφόσον η Αγωγή επιδόθηκε οποιαδήποτε ενέργεια μόνο με αίτηση δια κλήσεως μπορούσε να γίνει. Ως ισχυρίζεται ο εναγόμενος 1, η έκδοση του εν λόγω Διατάγματος μονομερώς είναι άκυρη και/ή αντικανονική ως γενόμενη κατά παράβαση ρητής διάταξης των δικαστικών κανονισμών καθώς επίσης δεν επιδόθηκε στους εναγόμενους η μονομερής αίτηση και η ένορκος δήλωση η οποία την συνοδεύει για να μπορούν να διαπιστώσουν κατά πόσο απεκρύβησαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην Αίτηση, προβάλλοντας ότι αυτή είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, καταχρηστική, αβάσιμη και ανυπόστατη, οι εναγόμενοι δεν υπέστησαν οποιαδήποτε ζημιά από την έκδοση του Διατάγματος ημερ. 3.2.15 εφόσον δεν είχαν καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης ούτε επηρεάστηκε το δικαίωμα τους για υπεράσπιση και οι εναγόμενοι δεν καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και ως εκ τούτου δεν μπορούν να αιτούνται την ακύρωση του Διατάγματος. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση της Παρασκευής Χριστοφή, γραμματέα στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των εναγόντων. Στην ένορκο δήλωση αναφέρονται μεταξύ άλλων ότι η τροποποίηση δεν επηρέασε τους εναγόμενους οι οποίοι δεν είχαν καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης στην Αγωγή παρ' όλου όπου αυτή τους επιδόθηκε στις 23.5.14, οι οποίοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στις 9.3.15. Οι ενάγοντες δεν απέκρυψαν από το Δικαστήριο ότι επιδόθηκε η Αγωγή στους εναγόμενους και δεν προκύπτει ο λόγος για τον οποίο οι εναγόμενοι αιτούνται την ακύρωση του Διατάγματος ούτε εξηγούν με ποιο τρόπο το εκδοθέν διάταγμα τους εμποδίζει από του να ετοιμάσουν την Υπεράσπιση τους. Νομική βάση της ένστασης αποτελεί μεταξύ άλλων η Δ.25, η Δ.48 Θ 1,2,3,4,8 και 9 και η Δ.64, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ο συνήγορος των εναγόμενων - αιτητών κατά την Ακρόαση της Αίτησης, αγόρευσε προφορικά, προβάλλοντας ουσιαστικά ότι το εκδοθέν Διάταγμα ημερ. 3.2.15 πρέπει να ακυρωθεί κατά πρώτο γιατί το Δικαστήριο Λεμεσού δεν μπορούσε να επιληφθεί της Αίτησης όπου στον τίτλο αναφέρετο το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας και κατά δεύτερο για τον λόγο ότι δεν προβλέπεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας η καταχώρηση μονομερούς αίτησης για τροποποίηση δικογράφου μετά την επίδοση. Η συνήγορος των εναγόντων με την γραπτή αγόρευση της επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης, εισηγείται ότι ουδεμία αδικία έγινε και ορθά το Δικαστήριο άσκησε την διακριτική του ευχέρεια και οι εναγόμενοι δεν έχουν καταδείξει πως επηρεάζονται από το διάταγμα. Εισηγείται περαιτέρω ότι η Αίτηση δεν στηρίζεται στην Διαταγή 48, Θ. 8
(4)η οποία προβλέπει ότι πρόσωπο το οποίο επηρεάζεται από ένα διάταγμα μπορεί να αποταθεί δια κλήσεως για παραμερισμό ή διαφοροποίηση του εν λόγω διατάγματος και ως εκ τούτου η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Προτού υπεισέλθω στην ουσία των όσων πιο πάνω έχουν θιγεί από τους συνηγόρους των διαδίκων, κρίνω απαραίτητο να ασχοληθώ πρώτα με το δικαιοδοτικό πλαίσιο και το νομικό υπόβαθρο της αίτησης. Το ερώτημα που προκύπτει είναι ποια διάταξη ή ποιος κανονισμός των Θεσμών Περί Πολιτικής Δικονομίας παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία να παραμερίσει το Διάταγμα ημερ. 3.2.15; Οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ. 8
(4), προβλέπει ότι: «Οιονδήποτε πρόσωπο (πλην του αιτητή) που επηρεάζεται από ένα διάταγμα που έγινε μονομερώς μπορεί να αποταθεί δια κλήσεως για παραμερισμό ή διαφοροποίηση του και το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί να το παραμερίσει ή να το διαφοροποιήσει με τοιούτους όρους που θα ήθελον φανεί δίκαιοι.» Η πιο πάνω Διαταγή, όπως ορθά αναφέρουν οι ενάγοντες, δεν αναφέρεται στην Αίτηση των αιτητών. Η Διαταγή 48 Θ. 2 και Θ. 8
(1)(ν) στην οποία στηρίζεται η Αίτηση, δεν προβλέπει τον παραμερισμό Διατάγματος ούτε παρέχει τέτοια εξουσία για την απόδοση θεραπείας ως ζητείται με την Αίτηση των αιτητών. Η παρούσα αίτηση είναι ενδιάμεση. Στην Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965 στην σελ. 970 αναφέρεται από τον Πική Δ. (όπως ήταν τότε ότι σε ενδιάμεση αίτηση «.ο καθορισμός του νομικού βάθρου, με αναφορά στο άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που το στοιχειοθετούν, αποτελεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48, Θ.1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου». Επομένως, διαφαίνεται από τα πιο πάνω ότι η αίτηση δεν στηρίζεται στις ορθές διατάξεις αρά είναι παράτυπη. Το Δικαστήριο μπορεί και από μόνο του να εξετάσει θέμα παρατυπίας, άσχετα αν δεν το εγείρει η άλλη πλευρά. (δέστε Wunderlich κ.α ν. Ευθύβουλου Παναγιώτου, Πολ. Έφεση Αρ. 10196, Ημερ. 23/3/1999.) Στην παρούσα περίπτωση θεωρώ ότι με την ένσταση τους οι ενάγοντες και συγκεκριμένα με τον 1ον λόγο ένστασης, εγείρουν το θέμα της έλλειψης του νομοθετικού υπόβαθρου, ασχέτως αν δεν το αναφέρουν αυτολεξεί, καθώς επίσης αναπτύσσουν την θέση τους αυτή με επιχειρηματολογία στην γραπτή αγόρευση τους. Το επόμενο ερώτημα είναι κατά πόσο το Δικαστήριο μπορεί να θεραπεύσει αυτή την παρατυπία της αίτησης δυνάμει της Δ.64, η οποία και πάλι ελλείπει από την νομική βάση της Αίτησης. Η εν λόγω Διαταγή 64 προνοεί ότι σε περίπτωση που οποιοσδήποτε διάδικος θεωρεί ότι οποιαδήποτε διαδικασία ή οποιοδήποτε βήμα που έγινε σε οποιαδήποτε διαδικασία ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή είναι παράτυπο δικαιούται να αποταθεί στο Δικαστήριο για παραμερισμό του μέσα σε εύλογο χρόνο και προτού ο διάδικος που υπέβαλε την αίτηση προβεί σε οποιοδήποτε νέο βήμα, αφότου η παρατυπία περιήλθε σε γνώση του. Σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο καλείται να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια. Στην παρούσα υπόθεση, όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω το ζήτημα της παρατυπίας εγείρεται στην ένσταση των εναγόντων - καθ ων η αίτηση. Αν και δεν προβάλλεται αυτολεξεί η παρατυπία της αίτησης εντούτοις θεωρώ ότι υπάρχει ισχυρισμός στην ένσταση περί τούτου. Επομένως υπάρχει αναγνώριση της παρατυπίας από την άλλη πλευρά. Οι ενάγοντες στην παρούσα περίπτωση ήγειραν το θέμα της παρατυπίας με τον τρόπο τον οποίο αναφέρθηκε ανωτέρω αλλά οι εναγόμενοι - Αιτητές δεν έπραξαν οτιδήποτε για να διορθώσουν την εν λόγω παρατυπία ούτε κατά το στάδιο της Ακρόασης της Αίτησης. Το Δικαστήριο δεν έχει οποιοδήποτε αίτημα από μέρους των εναγομένων προς άρση της παρατηρούμενης παρατυπίας παρά μόνο την θέση των εναγόντων ότι η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί, μεταξύ άλλων και λόγω της παρατηρούμενης παρατυπίας. Επομένως, κρίνω ότι η πλευρά των εναγόντων δεν έχει παραιτηθεί από το δικαίωμα το οποίο της παρέχει η παρατυπία. Καταλήγω επομένως ότι η απουσία από το σώμα της αίτησης της Δ.48 Θ. 8
(4)έχει ως συνέπεια ότι δεν μπορεί να εξεταστεί η ουσία της Αίτησης. Το γεγονός ότι η αίτηση βασίζεται στις αρχές της επιείκειας δεν διαφοροποιεί τα δεδομένα αφού απλή επίκληση των αρχών αυτών, δεν μπορεί να αποτελέσει αυτοδύναμη δικαιοδοτική βάση για ένα συγκεκριμένο διάβημα το οποίο προβλέπεται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και όχι από τις αρχές της επιείκειας. Η απουσία του απαραίτητου νομικού υπόβαθρου από την υπό εξέταση Αίτηση και οι συνέπειες τέτοιας παράλειψης, έχει εξεταστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σωρεία υποθέσεων. Ενδεικτικά, στην υπόθεση Dora Holdings κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα Ελλάδος (Αρ. 1)
(2010)1(Α) A.Α.Δ. 649, 653, λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι: «Η αίτηση εφόσον αφορά πολιτική διαδικασία έπρεπε να τύχει της ανάλογης νομικής θεμελίωσης. Αντί τούτου, η νομική βάση παραπέμπει στην Ποινική Δικονομία και στους Θεσμούς Ποινικής Δικονομίας που δεν έχουν καμιά σχέση με ό,τι απαιτείται για τη σωστή νομική θεμελίωση της αίτησης. Η σχετική δικονομική διάταξη η οποία διέπει το θέμα είναι η Διαταγή 35 καν. 8 των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών. Οι αιτητές παρότι είχαν την ευκαιρία να ενεργήσουν δεόντως ώστε με το κατάλληλο δικονομικό μέτρο να επιδιώξουν την διόρθωση της παρατυπίας και την επανατοποθέτηση της αίτησής τους στην ορθή νομική βάση δεν το έπραξαν, παράλειψη η οποία αναπόφευκτα οδηγεί στην απόρριψη της αίτησης εφόσον οι δικονομικές διατάξεις των οποίων γίνεται επίκληση δεν τυγχάνουν εφαρμογής. Στην Πετρίχου v. Χατζηιωσήφ
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 81, ειπώθηκαν τα εξής: «Η νέα Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια στη μη συμμόρφωση με τους κανονισμούς. Δεν έχει σκοπό δηλαδή να τους καταργήσει. Οι \κανονισμοί πρέπει να τηρούνται. Η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο αιτών για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία εφόσον είναι θεραπεύσιμες.» Επίσης στη Χριστίνα Περικλέους v. Ellinas Finance κ.α., Πολιτική Έφεση 283/2010, ημερ. 03.07.2014, επί αίτησης τροποποίησης των λόγων έφεσης, λέχθηκαν τα ακόλουθα που είναι αρκούντως διαφωτιστικά: «Η νομική βάση μιας αίτησης σύμφωνα με τη νομολογία έχει μεγάλη σημασία, αφού προσδιορίζει το νομικό υπόβαθρο της αίτησης, το οποίο προσδίδει εγκυρότητα στο δικονομικό μέτρο (βλ. Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λοΐζος Ιορδάνους Λίμιτεδ
(2001)1Β ΑΑΔ 743). Μετά την τροποποίηση της Δ.64 και την κατάργηση της διάκρισης μεταξύ άκυρου και αντικανονικού δικονομικού μέτρου, ενδεχομένως στην παρούσα περίπτωση η παράλειψη να μπορούσε να θεραπευθεί. Όμως καμία αίτηση δεν υποβλήθηκε από την Αιτήτρια ζητώντας να θεραπευθεί η παράλειψη, ώστε να αποκτήσει η αίτηση το αναγκαίο νομικό υπόβαθρο. Υπάρχουν περιπτώσεις που το δικαστήριο κατ' εξαίρεση μπορεί αυτεπάγγελτα να θεωρήσει ότι η παράλειψη έχει ήδη θεραπευθεί, αλλά η παρούσα δεν είναι μια τέτοια περίπτωση. Στην υπόθεση Φαλέκκου ν. Χριστοφίδη, Πολιτική Έφεση Αρ. 63/10, ημερ. 17.12.2013, τονίσαμε ότι οι παρατηρήσεις μας ως προς την ευχέρεια που πάντοτε έχει το δικαστήριο να θεραπεύει παρατυπία «δεν πρέπει να τύχουν παρανόησης ως προς το καθήκον του κάθε δικηγόρου ή διαδίκου που διαπιστώνει την παρατυπία να λαμβάνει έγκαιρα στην κατάλληλη περίπτωση τα αναγκαία μέτρα για θεραπεία της και όχι να αφήνει τα πράγματα να τύχουν διόρθωσης από το δικαστήριο». Έχοντας επομένως υπόψη τα πιο πάνω ως επίσης ότι η παρατυπία που διαπιστώνεται είναι ουσιαστική, κρίνω ότι το Δικαστήριο υπό το φως των περιστάσεων δεν δύναται να εξετάσει το ζήτημα αυτεπάγγελτα κάτω από το πρίσμα της Δ.64 και να περισώσει την υπό εξέταση Αίτηση στην απουσία οποιουδήποτε αιτήματος από πλευράς Αιτητών. Αποτελεί επίσης γεγονός ότι στο σώμα της παρούσας αίτησης δεν αναφέρεται η Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ούτε ο ευπαίδευτος δικηγόρος των Αιτητών τόσο πριν όσο και στα πλαίσια της ακρόασης της παρούσας αίτησης δεν την επικαλέστηκε και ούτε υπέβαλε οποιοδήποτε αίτημα για θεραπεία της παρατυπίας που παρατηρείται. Στην υπόθεση Γιώργος Φαλέκκου v. Κυριάκου Χριστοφίδη Πολιτική Έφεση 63/2010, ημερ. 17.12.2013 τονίστηκε το καθήκον του κάθε δικηγόρου ή διαδίκου που διαπιστώνει την παρατυπία να λαμβάνει έγκαιρα στην κατάλληλη περίπτωση τα αναγκαία μέτρα για θεραπεία της και όχι να αφήνει τα πράγματα να τύχουν διόρθωσης από το Δικαστήριο. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, δεν θα προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της Αίτησης, τα ζητήματα της οποίας παραμένουν προς εξέταση εάν και εφόσον ληφθεί νέο δικονομικό διάβημα από μέρους των εναγομένων. Ενόψει των ανωτέρω η Αίτηση απορρίπτεται ως νομικά αβάσιμη, με έξοδα υπέρ των Εναγόντων/Καθ ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων/Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της Αγωγής. (Υπ.) .............. Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject:Civil/Other/Interim/1437-14nomikivasiaitisis cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.