ΠΑΝΙΚΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αγωγή αρ.: 2163/2009, 19/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 2163/2009 Μεταξύ: ΠΑΝΙΚΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, από Λεμεσό ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, από Λεμεσό Ενάγοντες -και- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγόμενος Ημερομηνία: 19 Ιανουαρίου 2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κος Α. Σαουρής. Για Εναγόμενο: κα Ιάση Τσιντίδου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας. Α π ό φ α σ η Οι ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή με κλητήριο ένταλμα γενικώς οπισθογραφημένο και αξιώνουν εναντίον του εναγομένου γενικές αποζημιώσεις λόγω κακόβουλης δίωξης πλέον ειδικές αποζημιώσεις αναφορικά με τον ενάγοντα 1 ύψους €2.770.- και αναφορικά με τον εναγόμενο 2 ύψους €4.182.-, πλέον τόκους και έξοδα. Η αξίωση των εναγόντων για παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις αποσύρθηκε με την τελική γραπτή αγόρευση τους. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, οι ενάγοντες κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν πρόσωπα νεαρής ηλικίας και εργάζονταν ως υπάλληλοι στην εταιρεία Γ. Ιωάννου Επεξεργασία Σιδήρου Λτδ με καθημερινές απολαβές ο ενάγοντας 1 ύψους €34.- και ο ενάγοντας 2 ύψους €73.- Κατά ή περί την 22.10.04, ο εναγόμενος κακόβουλα και χωρίς εύλογη και πιθανή αιτία καταχώρησε εναντίον των εναγόντων το κατηγορητήριο με αριθμό 20942/04 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και οι ενάγοντες αντιμετώπισαν 15 κατηγορίες οι οποίες αφορούσαν συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος και διαρρήξεων. Σε διάφορες ημερομηνίες όπου ορίστηκε η πιο πάνω ποινική υπόθεση, οι ενάγοντες εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και στις 31.10.06, κατόπιν καταχώρησης αναστολής ποινικής δίωξης από τον εναγόμενο και/ή με οδηγίες του εναγομένου και/ή από εκπρόσωπο του εναγομένου, οι ενάγοντες απαλλάχτηκαν από τις εν λόγω κατηγορίες. Ο εναγόμενος κατά ή περί την 3.5.2007 κακόβουλα και χωρίς εύλογη και πιθανή αιτία, καταχώρησε εναντίον των εναγόντων το κατηγορητήριο με αριθμό 6420/07 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, όπου οι ενάγοντες αντιμετώπισαν 15 κατηγορίες οι οποίες αφορούσαν συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος και διαρρήξεων. Οι ενάγοντες εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου σε διάφορες ημερομηνίες και το Δικαστήριο στις 28.1.08 μετά από συνοπτική εκδίκαση της υπόθεσης, αθώωσε και απάλλαξε του ενάγοντες, εφόσον έκρινε ότι δεν στοιχειοθετήθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγόντων, στην απόφαση του Δικαστηρίου αναφέρθηκε ότι η μόνη μαρτυρία η οποία συνέδεε τους ενάγοντες με τα υπό κατηγορία αδικήματα προερχόταν από κάποιο Μιχάλη Δημητρίου, κατηγορούμενο 1 στις πιο πάνω υποθέσεις, ο οποίος σε σχετική ιατρική έκθεση η οποία ετοιμάστηκε κατά το ανακριτικό στάδιο σε χρόνο προγενέστερο της 22.10.04, κρίθηκε πρόσωπο ανίκανο να παρακολουθήσει την δικαστική διαδικασία, λόγω ψυχολογικών διαταραχών. Βάσει αυτού, σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης, η μετέπειτα ποινική δίωξη των εναγόντων αποτελεί κακόβουλη δίωξη εκ μέρους του εναγομένου, ο οποίος γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει ότι η μόνη μαρτυρία εναντίον των εναγόντων προέρχετο από ένα ψυχολογικά διαταραγμένο πρόσωπο. Περαιτέρω, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι συνεπεία των πιο πάνω, οι ενάγοντες υπέστησαν ζημιά στη φήμη τους και τέθηκαν σε σημαντικό πρόβλημα, ενόχληση, ανησυχία και έξοδα και έχουν υποστεί απώλειες και ζημιές, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες τις οποίες αναφέρουν στην έκθεση απαίτησης τους. Ο εναγόμενος με την Έκθεση Υπεράσπισης του αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγόντων και παραθέτει τους δικούς του ισχυρισμούς αναφορικά με τα γεγονότα που περιβάλουν την ποινική δίωξη των εναγόντων. Ισχυρίζεται ουσιαστικά ότι στα εν λόγω κατηγορητήρια περιλαμβανόταν και ο Μιχάλης Δημητρίου ως πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος ανακρινόμενος προέβηκε σε θεληματική κατάθεση στην οποία παραδέχτηκε ενοχή εκτός από την υπό διερεύνηση υπόθεση διάρρηξης και κλοπής και για άλλες εννέα υποθέσεις διαρρήξεων και κλοπών. Για τις πέντε από αυτές τις υποθέσεις για τις οποίες προέβηκε και σε υπόδειξη σκηνών, κατονόμαζε ως συνεργάτες του τα αδέλφια Πανίκο και Χριστόφορο Χρυσοστόμου, δηλαδή τους ενάγοντες. Όπως ο ίδιος του ανέφερε, οι ενάγοντες προέβαιναν σε διαρρήξεις και κλοπές ενώ ο ίδιος βρισκόταν σε κάποια απόσταση από το σημείο διάρρηξης με σκοπό να παραφυλά σε περίπτωση που κάποιος θα προσέγγιζε το μέρος, έτσι ώστε να τους κρατά ενήμερους. Αποτελεί ισχυρισμός του εναγομένου ότι οι αναφερόμενες ποινικές υποθέσεις άρχισαν και/ή συνεχίστηκαν καλόπιστα εφόσον από τη διαθέσιμη μαρτυρία και γενικά από τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεση υπήρχε εύλογη και πιθανή αιτία δίωξης των εναγόντων στη βάση των κατηγοριών. Όσον αφορά την αναστολή ποινικής δίωξης στην υπόθεση 20942/04, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι αυτή διεκόπηκε διότι η μαρτυρία εναντίον τους προέρχετο από τον πρώτο κατηγορούμενο Μιχάλη Δημητρίου, εναντίον του οποίου η δικαστική διαδικασία διεκόπει κατά ή περί την 13.2.05 λόγω μη εκτελέσεως του εντάλματος σύλληψης το οποίο εκδόθηκε εναντίον του. Η ποινική υπόθεση 6420/07 αποτελεί επανακαταχώρηση αυτούσιας της ποινικής υπόθεσης 20942/
- Ισχυρίζεται περαιτέρω ο εναγόμενος, ότι για ορισμένες εμφανίσεις ενώπιον του Δικαστηρίου, την ευθύνη ή μέρος αυτής φέρουν οι ενάγοντες. Ο εναγόμενος παραδέχεται ότι ο Μιχάλης Δημητρίου κρίθηκε ότι δεν μπορεί να παρακολουθήσει την διαδικασία λόγω της κατάστασης της ψυχικής του υγείας, αλλά αρνείται ότι βάση αυτού του γεγονότος η ποινική δίωξη εναντίον των εναγόντων αποτελεί κακόβουλη δίωξη εκ μέρους του. Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν στο Δικαστήριο οι ενάγοντες 1 και 2 ενώ από πλευράς Υπεράσπισης ο Αστ. 649 Μιχάλης Βακανάς (ΜΥ). Επίσης, κατατέθηκαν οκτώ συνολικά τεκμήρια. Όλο το μαρτυρικό υλικό έχει καταγραφεί και σημειωθεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν κρίνεται απαραίτητο να αναφερθώ σε αυτό αυτολεξεί στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Τόσο το όσα ανέφεραν οι μάρτυρες κατά την δια ζώσης μαρτυρία τους όσο και τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί, έχουν μελετηθεί από το Δικαστήριο και θα ληφθούν υπόψη στην κατωτέρω αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Κατά την αξιολόγηση, θα αναφερθώ και στα γεγονότα όπως έχουν εκτεθεί για να διαφανούν και οι εκατέρωθεν εκδοχές των διαδίκων. Προτού προβώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας των διαδίκων, θα αναφερθώ στα γεγονότα τα οποία δηλώθηκαν ως παραδεκτά κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας και είναι τα ακόλουθα: Το κατηγορητήριο της ποινικής υπόθεσης 20942/04 κατατέθηκε εκ συμφώνου ως Τεκμήριο 1 και δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι ο ενάγοντας 1 και ο κατηγορούμενος 3 είναι ο ενάγοντας
- Το κατηγορητήριο της ποινικής υπόθεσης 6420/07 κατατέθηκε εκ συμφώνου ως Τεκμήριο 2 και δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι ο ενάγοντας 1 και ο κατηγορούμενος 3 είναι ο ενάγοντας
- Η ποινική υπόθεση 6420/07 αποτελεί επανακαταχώρηση αυτούσιας της ποινικής υπόθεσης 20942/
- Στις 31.10.06 οι ενάγοντες 1 και 2 απαλλάχτηκαν από τις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν βάση του κατηγορητηρίου στην ποινική υπόθεση 20942/
- Η κατάθεση του Μιχάλη Δημητρίου, ημερ. 7.10.03, κατηγορούμενου 1 στην ποινική υπόθεση 20942/04 και 6420/07, κατατέθηκε εκ συμφώνου ως Τεκμήριο
- Ο Μιχάλης Δημητρίου κατηγορούμενος στις ποινικές υποθέσεις 20942/04 και 6420/07 κρίθηκε από τις αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους ότι λόγω της ψυχικής του υγείας δεν μπορούσε να παρακολουθήσει δικαστική διαδικασία. Η Απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 28.1.08 στην ποινική υπόθεση 6420/07 κατατέθηκε εκ συμφώνου ως Τεκμήριο
- Στην ποινική υπόθεση 20942/04 ο ενάγοντας 1 εμφανίστηκε στο Δικαστήριο στις 2.12.04, 31.3.05, 22.6.05, 13.12.05, 9.3.06, 21.7.06 και 31.10.
- Στην ποινική υπόθεση 20942/04 ο ενάγοντας 2 εμφανίστηκε στο Δικαστήριο στις 19.1.05, 31.3.05, 22.6.05, 13.12.05, 9.3.06, 9.6.06, 21.7.06 και 31.10.
- Στην ποινική υπόθεση 6420/07 ο ενάγοντας 1 εμφανίστηκε στο Δικαστήριο στις 27.8.07, 16.10.07, 14.12.07, 16.1.08 και 28.1.
- Στην ποινική υπόθεση 6420/07 ο ενάγοντας 2 εμφανίστηκε στο Δικαστήριο στις 11.6.07, 16.10.07, 14.12.07, 16.1.08 και 28.1.
- Κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου η παρ. 4 της Έκθεσης Απαίτησης και παρ. 4 της Υπεράσπισης τροποποιηθήκαν έτσι ώστε ο αριθμός της ποινικής υπόθεσης να αναφέρεται ο αριθμός 20942/
- Κατά την δίκη οι ενάγοντες απέσυραν την αξίωση τους αναφορικά με τις ισχυριζόμενες ειδικές ζημιές για τα μεταφορικά έξοδα τους στο Δικαστήριο υπό στοιχεία γ) των λεπτομερειών ειδικών ζημιών του ενάγοντα 1 και 2 και παρέμεινε η αξίωση τους για τα δικηγορικά έξοδα και την απώλεια εισοδημάτων λόγω εμφανίσεων στο Δικαστήριο. Πέραν από τα πιο πάνω τα οποία αποτέλεσαν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων παρέμεινε επίδικο θέμα κατά την δίκη ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι η δίωξη των εναγόντων και στις δυο ποινικές υποθέσεις ήταν κακόβουλη κυρίως ενόψει του ότι η μόνη μαρτυρία στην οποία στηρίχτηκε ο εναγόμενος για την δίωξη τους ήταν η μαρτυρία του Μιχάλη Δημητρίου ο οποίος κρίθηκε ανίκανος να παρακολουθήσει την δικαστική διαδικασία αλλά και όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες οι ίδιοι τους δεν γνώριζαν το εν λόγω πρόσωπο. Παρέμεινε επίσης επίδικο θέμα η αξίωση των εναγόντων για αποζημιώσεις και το ύψος αυτών. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή τους ενάγοντες και το μάρτυρα υπεράσπισης όταν κατέθεταν ζωντανά ενώπιον μου και σε συσχετισμό με τον τρόπο που κατέθεταν και απαντούσαν τις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν καθώς επίσης και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους λαμβάνοντας υπόψη και τα σχετικά τεκμήρια που κατατέθηκαν, θα προχωρήσω στην κατωτέρω αξιολόγηση της μαρτυρίας τους. Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου τις αρχές της νομολογίας αναφορικά με την αξιοπιστία ενός μάρτυρα και τον τρόπο αξιολόγησης της μαρτυρίας του. Στην παρούσα υπόθεση το έργο του Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι περιορισμένο λαμβανομένου υπόψη των αδιαμφησβήτητων γεγονότων τα οποία αφορούν την ουσία της διαφοράς των διαδίκων. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Τσιαττές ν. Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974 στη σελ.980: «Θέμα αξιοπιστίας εγείρεται όταν υπάρχουν δύο διιστάμενες εκδοχές και το Δικαστήριο είναι αναγκασμένο να επιλέξει μία από τις δύο.» Ο ενάγοντας 2 κατέθεσε πρώτος ενώπιον του Δικαστηρίου. Ήταν η θέση του ότι όταν κλήθηκε με τον αδερφό του ενάγοντα 1, αρχικά από την Αστυνομία και ενημερωθήκαν ότι ο Μιχάλης Δημητρίου τους κατονόμασε ότι ο ίδιος του με τον ενάγοντα 1 και 2 προέβηκαν σε κλοπές, οι ίδιοι τους δεν είχαν ιδέα. Επέμενε ότι δεν γνωρίζει τον Μιχάλη Δημητρίου ούτε όμως αυτός γνωρίζει είτε τον ίδιο είτε τον αδερφό του, εφόσον όταν κλήθηκε να τους αναγνωρίσει στην Αστυνομία, ανέφερε ότι δεν τους γνωρίζει. Στη συνέχεια έμαθε ότι ο Μιχάλης Δημητρίου είχε ψυχολογικά προβλήματα και δεν ερχόταν ποτέ στο Δικαστήριο σε καμία από τις δυο υποθέσεις. Κατά το 2004 εργαζόταν στην εταιρεία Γιαννάκης Ιωάννου Επεξεργασία Σιδήρου Λτδ και ασχολείτο με την επεξεργασία σιδήρου, από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή και ο μισθός του ήταν ΛΚ. 150.- εβδομαδιαίως. Για τις ημέρες όπου εμφανιζόταν στο Δικαστήριο, δεν πληρωνόταν από την εργασία του. Αναφορικά με τις υποθέσεις ανέφερε ότι ο ίδιος του δεν ένιωθε καλά, παρουσιαστήκαν στο Δικαστήριο για έκδοση Διατάγματος προσωποκράτησης χωρίς να εκδοθεί τέτοιο Διάταγμα, μετά η υπόθεση έκλεισε και μετά ξαναέγινε υπόθεση εναντίον του και του αδερφού του και πάλι δεν έγινε τίποτε. Σε ερώτηση γιατί πιστεύει ότι η Αστυνομία καταχώρησε τις δυο υποθέσεις, απάντησε ότι η Αστυνομία τα έχει μαζί τους και ήθελε να βάλει φυλακή τόσο τον ίδιο όσο και τον αδερφό του, χωρίς να γνωρίζει τον λόγο. Καταχώρησε την παρούσα Αγωγή γιατί έγινε ρεζίλι με τον αδερφό του, μετά τους ξαναπήραν Δικαστήριο και έγιναν ρεζίλι στον εργοδότη τους, ο οποίος εξακολουθούσε να τους εργοδοτεί, όπως ανέφερε αντεξεταζόμενος. Όσον αφορά την κατάθεση του Μιχάλη Δημητρίου όπου ο τελευταίος κατονόμασε τους ενάγοντες ως συνεργούς του, ο ενάγοντας 2 ανέφερε ότι μπορεί η Αστυνομία εσκεμμένα να μην παρουσίασε στο Δικαστήριο τον Μιχάλη Δημητρίου γιατί εάν τον παρουσίαζε δεν θα μπορούσε να αποδείξει κάτι. Σύμφωνα με τον ίδιο, επειδή ο Μιχάλης Δημητρίου έχει πρόβλημα, μπορεί η Αστυνομία να είπε τα ονόματα τα οποία ανέφερε ο πιο πάνω και δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο η Αστυνομία να είπε στον Μιχάλη Δημητρίου να αναφέρει τα ονόματα των εναγόντων 1 και 2. Όσον αφορά τα δικηγορικά έξοδα ανέφερε ότι είναι €2.500.- τα οποία δεν πλήρωσε και είπε στον Δικηγόρο να κάνει Αγωγή για να πληρωθεί. Ο ενάγοντας 2 με την μαρτυρία του, προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι ο εναγόμενος αιφνίδια, κακόβουλα και άνευ εύλογης αιτίας καταχώρησε τις δυο ποινικές υποθέσεις εναντίον του, στηριζόμενος κυρίως στο ότι δεν γνώριζε ποτέ προηγουμένως τον Μιχάλη Δημητρίου και στο ότι ο εναγόμενος στηρίχθηκε στην κατάθεση ενός ψυχολογικά διαταραγμένου προσώπου για την πρόσαψη των κατηγοριών εναντίον του και του αδερφού του ενώ σκοπός της Αστυνομίας και κατ' επέκταση του εναγομένου ήταν να στείλει στην φυλακή τόσο τον ίδιο όσο και τον αδερφό του. Η επιμονή του ότι κακώς ο εναγόμενος πρόσαψε κατηγορίες εναντίον του ιδίου και του αδερφού του με μόνη μαρτυρία αυτή του Μιχάλη Δημητρίου ο οποίος κρίθηκε ανίκανος να παρακολουθήσει την δικαστική διαδικασία, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Το αδιαμφησβήτητο γεγονός της ανικανότητας του εν λόγω προσώπου να παρακολουθήσει την δικαστική διαδικασία δεν είναι αρκετό να καταδείξει εάν και με ποιο τρόπο μπορεί να είχε επηρεάσει την λήψη της κατάθεσης του ή το περιεχόμενο αυτής, την στιγμή που ο ενάγοντας 2 ισχυρίζεται πρωτίστως ότι η εν λόγω κατάθεση δεν έπρεπε να ληφθεί καθόλου υπόψη από την Αστυνομία λόγω των προβλημάτων του Μιχάλη Δημητρίου τα οποία όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα μαρτυρία επηρέαζαν μόνο την ικανότητα του να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο χωρίς τίποτε περαιτέρω. Η όλη μαρτυρία του ενάγοντα 2 χαρακτηρίζεται τόσο γενική και αόριστη, παρέμεινε ατεκμηρίωτη στην ολότητα της με αποτέλεσμα να στερείται παντελώς πειστικότητας και αλήθειας. Τόσο κατά την κυρίως εξέταση του όσο και κατά την αντεξέταση του δεν μπορούσε να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του ότι όντως ο Μιχάλης Δημητρίου δεν γνώριζε τον ίδιο και τον αδερφό του αλλά ούτε ότι οι ίδιοι τους δεν γνώριζαν το εν λόγω πρόσωπο και αυτό προφανώς εκμεταλλευόμενος την απουσία του Μιχάλη Δημητρίου από την ακροαματική διαδικασία. Ούτε η θέση του ότι πιθανό η Αστυνομία να είπε στον Μιχάλη Δημητρίου να αναφέρει τα ονόματα τους στην κατάθεση τους έχει τεκμηριωθεί εφόσον η εν λόγω αναφορά από τον ενάγοντα 2 έγινε κατά τρόπο γενικό και αόριστο χωρίς περαιτέρω τεκμηρίωση. Δεν μου διαφεύγει επίσης το ότι ενώ ο ενάγοντας 2 ισχυρίζεται μια τέτοια ενέργεια από μέρους της Αστυνομίας και την συνεχή προσπάθεια κατά τον ίδιο της Αστυνομίας να στείλει τον ίδιο και τον αδερφό του φυλακή, ερωτηθείς εάν έψαξε ποτέ να μάθει τον λόγο απάντησε «όχι». Θα ήταν λογικά αναμενόμενο ένας άνθρωπος ο οποίος αισθάνεται τον αδικαιολόγητο κατατρεγμό του από την Αστυνομία να προβεί σε κάποιες ενέργειες για να μάθει τον λόγο για τον οποίο η Αστυνομία να θέλει κάτι τέτοιο. Ο ίδιος του ισχυρίζεται ότι λόγω των υποθέσεων δεν αισθανόταν καλά και έγινε ρεζίλι στον εργοδότη του. Η θέση του αυτή δεν έχει τεκμηριωθεί εφόσον κανένα στοιχείο που να τεκμηριώνει κάτι τέτοιο δεν έχει προσκομισθεί, αντιθέτως προκύπτει από την μαρτυρία του ιδίου ότι οι υποθέσεις δεν φαίνεται να είχαν επηρεάσει την ζωή του εφόσον εξακολουθούσε να εργάζεται στην εργασία που είχε προηγουμένως. Επομένως η μαρτυρία του επί του προκειμένου και πάλι έχει παραμείνει ατεκμηρίωτη και μετέωρη. Πέραν των πιο πάνω, ο ενάγοντας 2 ισχυρίστηκε ότι ο δικηγόρος του τον χρέωσε €2.500.-. Όπως παραδέχτηκε δεν πλήρωσε το εν λόγω ποσό στον δικηγόρο του και του ζήτησε να καταχωρήσει Αγωγή για να τα εισπράξει. Σε αυτό το σημείο θα συμφωνήσω με την θέση του εναγομένου όπως αυτή καταγράφεται στην γραπτή αγόρευση της ευπαιδεύτου συνηγόρου του, ότι με αυτή την δήλωση του ενάγοντα 2 διαφαίνεται η πραγματική επιδίωξη του ενάγοντα 2 με την παρούσα Αγωγή. Ανεξαρτήτως όμως της πιο πάνω κρίσης του Δικαστηρίου, πρόκειται για συγκεκριμένο κονδύλι και ειδική ζημιά την οποία ισχυρίστηκε ότι υπέστη ο ενάγοντας 2 συνέπεια των Ποινικών Υποθέσεων που καταχωρήθηκαν εναντίον του και απαιτείται αυστηρή απόδειξη τέτοιας ζημιάς σύμφωνα με την νομολογία (βλ. Τηλεμάχου v. Παπακυριακού
(1986)1 Α.Α.Δ. 705, Ηρακλέους v. Πέτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239). Η πιο πάνω μαρτυρία του ενάγοντα δεν είναι ικανή να αποδείξει το εν λόγω κονδύλι εφόσον δεν έχει προσκομιστεί ίχνος μαρτυρίας προς απόδειξη της εν λόγω χρέωσης ούτε ακόμα ποια υπόθεση από τις δυο αφορούν τα εν λόγω έξοδα αλλά και πως δικαιολογείται το ύψος των εξόδων. Δεν έχει επίσης παρουσιαστεί στο Δικαστήριο οποιοδήποτε έγγραφο ή μαρτυρία η οποία να επιβεβαιώνει ότι όντως ο ενάγοντας 2 κλήθηκε να καταβάλει το εν λόγω ποσό. Τα ίδια με τα πιο πάνω ισχύουν και εν σχέσει με την απαίτηση του ενάγοντα 2 για την απώλεια εισοδημάτων. Ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε στο Δικαστήριο που να τεκμηριώνει την απαίτηση του για απώλεια €170.- για κάθε φορά που εμφανιζόταν στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του ενάγοντα 2 επί του προκειμένου δεν κρίνεται ούτε αληθής ούτε πειστική, λαμβάνοντας κυρίως υπόψη τα Τεκμήρια 1, 2 και 7 όπου σε αυτά αναφέρεται ότι ο ενάγοντας 2 είναι άεργος. Επομένως έχοντας υπόψη το Τεκμήριο 7, την κατάθεση την οποία έδωσε ο ίδιος του στην Αστυνομία στις 7.10.03 όπου αναφέρεται ότι είναι άνεργος και το γεγονός ότι δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να υποστηρίζει ότι εργοδοτείτο και από ποιόν και με τι μισθό, καταλήγω ότι ο ενάγοντας 2 δεν έχει καταδείξει την αλήθεια αναφορικά με την εργοδότηση του. Από τη στιγμή μάλιστα που η πλευρά του εναγόμενου αμφισβήτησε το ύψος των ισχυριζόμενων απολαβών του, όφειλε να αποδείξει το ύψος του ημερομισθίου του και την απώλεια αυτού με πάσα δυνατή ακρίβεια προσκομίζοντας σχετική μαρτυρία. Επομένως το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχτεί την θέση του για την απώλεια ημερομισθίων εφόσον κάτι τέτοιο δεν υποστηρίζεται από την προσκομισθείσα μαρτυρία και τα όσα ανέφερε επί του προκειμένου ζητήματος κρίνονται αναληθή και μη πειστικά, για τους λόγους οι οποίοι εξηγούνται ανωτέρω. Ο ενάγοντας 1, κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι ενώ ο ίδιος του βρισκόταν στην δουλειά του τηλεφώνησαν από το Σταθμό Επισκοπής να μεταβεί στο σπίτι του για να γίνει έρευνα τόσο στον ίδιο όσο και στον αδελφό του. Η εν λόγω έρευνα έγινε κατά την οποία δεν είχε ανευρεθεί οτιδήποτε και μεταφέρθηκε από την αστυνομία στον Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού. Εκεί ερωτήθηκε αν γνώριζε κάποιο Μιχάλη, τους ανέφερε «όχι» και δεν ήξερε γιατί τον συνέλαβαν. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο Δικαστήριο για σκοπούς έκδοσης διατάγματος προσωποκράτησης όπου το Δικαστήριο τον άφησε ελεύθερο. Όπως ο ίδιος ανέφερε, τον Μιχάλη τον είδε μόνο την ημέρα όπου παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για προσωποκράτηση. Κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στα σίδερα, στην εταιρεία Γ. Ιωάννου Επεξεργασία Σιδήρου Λτδ και λάμβανε μισθό ΛΚ150 εβδομαδιαίως. Τις μέρες όπου χρειαζόταν να εμφανιστεί στο Δικαστήριο έπαιρνε άδεια από τον εργοδότη του και έχανε το μεροκάματο του. Κατά τον ίδιο, ο Μιχάλης Δημητρίου δεν ερχόταν στο Δικαστήριο και η υπόθεση αναβαλλόταν συνεχώς. Όσον αφορά την ποινική υπόθεση 6420/07, ανέφερε ότι όταν παρέλαβε το κατηγορητήριο διερωτήθηκε για ποιο λόγο η αστυνομία ξανάνοιξε την υπόθεση εφόσον αποσύρθηκε η πρώτη υπόθεση χωρίς να γνωρίζει τον πρώτο κατηγορούμενο. Συμπλήρωσε ότι ο Μιχάλης Δημητρίου δεν αναγνώρισε τόσο τον ίδιο όσο και τον αδελφό του και αυτό έγινε πριν παρουσιαστεί ο ενάγοντας 1 στο Δικαστήριο για τη διαδικασία προσωποκράτησης. Ερωτηθείς αν έχει πληρώσει το δικηγόρο του ανέφερε ότι δεν τον έχει πληρώσει μέχρι να ολοκληρωθεί η παρούσα αγωγή. Η εν λόγω χρέωση του δικηγόρου ανέρχεται στο ποσό των ΛΚ
- Τέλος ερωτηθείς κατά πόσο γνωρίζει αν ο Μιχάλης Δημητρίου κρίθηκε ανίκανος να παρακολουθήσει τη διαδικασία απάντησε «όχι». Κατά την αντεξέταση του κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5 αντίγραφο της κατάθεσης την οποία έδωσε στον Αστυνομικό Σταθμό Επισκοπής ημερ. 7/10/
- Ανέφερε ότι μετά την ολοκλήρωση των ποινικών υποθέσεων συνέχισε να εργάζεται στην πιο πάνω εταιρεία και συμφώνησε ότι δεν επηρεάστηκε η εργασία του λόγω των υποθέσεων εφόσον ο εργοδότης του δεν τον έπαυσε. Ερωτηθείς πότε είδε τον Μιχάλη Δημητρίου ανέφερε ότι τον είδε στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού όπου τον παρουσίασε η αστυνομία με σκοπό να αναγνωρίσει τόσο τον ίδιο όσο και τον αδελφό του. Ερωτηθείς κατά πόσο είχε απασχολήσει την αστυνομία με παρόμοιες υποθέσεις, απάντησε «Ναι. Όχι για το ίδιο αδίκημα, όχι ίδιας φύσεως αλλά για άλλα αδικήματα.». Επί του προκειμένου ζητήματος κατά την αντεξέταση του κατατέθηκε ως τεκμήριο 6 Ποινικό Μητρώο του ιδίου. Στη συνέχεια σε ερώτηση για ποιο λόγο έκανε την αγωγή απάντησε ότι καταχώρησε την παρούσα αγωγή γιατί έχανε τα μεροκάματα του και διασυρόταν στα δικαστήρια για υποθέσεις τις οποίες δεν είχε σχέση. Όσον αφορά τα δικηγορικά έξοδα τα οποία απαιτεί, ερωτηθείς κατά πόσο αξιεί αυτό το ποσό σε νόμισμα Λίρες Κύπρου ή Ευρώ απάντησε ότι η χρέωση ήταν κατά το διάστημα όπου ίσχυε η κυπριακή λίρα. Η συμφωνία την οποία έκανε με το δικηγόρο του για την πληρωμή των εξόδων ήταν με την ολοκλήρωση της ποινικής υπόθεσης θα πληρωνόταν. Μέχρι σήμερα δεν έχει καταβάλει το εν λόγω ποσό διότι έπρεπε να κινηθεί νομικά εναντίον της Κυβέρνησης. Η μαρτυρία του ενάγοντα 1 και πάλι κρίνεται ως γενική, αόριστη και στερείται την οποιαδήποτε αποδεικτική αξία η οποία απαιτείται για την τεκμηρίωση των όσων έχουν παραμείνει ως αμφισβητούμενα επίδικα θέματα στην Αγωγή. Σε πολλά σημεία ο ενάγοντας 1 υπέπεσε σε αντιφάσεις ουσιαστικές για την κρίση του Δικαστηρίου, αναφορικά με την αξιοπιστία του. Αναφέρω ενδεικτικά ότι ο ενάγοντας 1 ενώ ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέταση του ότι για πρώτη φορά είδε τον Μιχάλη Δημητρίου, τον οποίο δεν γνώριζε, στο Δικαστήριο την ημέρα της διαδικασίας προσωποκράτησης, κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι τον είδε στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού όπου του ζητήθηκε από την Αστυνομία να αναγνωρίσει τους ενάγοντες. Άλλο σημείο εις το οποίο παρατηρείται αντίφαση στην μαρτυρία του ενάγοντα 1 είναι το γεγονός ότι ενώ κατά την μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι εργαζόταν στην εταιρεία Γ. Ιωάννου Επεξεργασία Σιδήρου Λτδ, κάτι τέτοιο δεν ανέφερε στην κατάθεση την οποία έδωσε στην Αστυνομία, Τεκμήριο 5, στην οποία όχι μόνο δεν αναφέρει κάτι τέτοιο αλλά αντιθέτως φαίνεται από το Τεκμήριο 5 ότι το επάγγελμα του είναι οικοδόμος και μάλιστα αυτοεργοδοτούμενος. Πέραν των πιο πάνω δεν μπορεί να διαφύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι εις το Τεκμήριο 2 το οποίο κατατέθηκε εκ συμφώνου και αποτελεί το κατηγορητήριο της ποινικής υπόθεσης 6420/07, αναφέρεται σε αυτό ως διεύθυνση του κατηγορούμενου 2 και ενάγοντα 1 οι Κεντρικές Φυλακές. Ουδεμία εξήγηση δόθηκε για την εν λόγω αναφορά στην διεύθυνση αυτή του ενάγοντα 1, ο οποίος δεν αμφισβήτησε το προφανές ότι δηλαδή κατά τον χρόνο επίδοσης του κατηγορητηρίου σε αυτόν, βρισκόταν στις κεντρικές φυλακές. Επομένως δημιουργούνται αμφιβολίες για το κατά πόσο όντως ο ενάγοντας 1 απώλεσε οποιαδήποτε ημερομίσθια λόγω της υπόθεσης 6420/07 και διερωτώμαι πως είναι δυνατόν να διασύρθηκε, όπως διατείνεται λόγω των ποινικών υποθέσεων οι οποίες καταχωρήθηκαν εναντίον του, ενώ τουλάχιστον όσον αφορά την υπόθεση 6420/07 ήδη βρισκόταν στις κεντρικές φυλακές και αποτελεί γεγονός το οποίο προκύπτει από το Τεκμήριο 2 και δεν αμφισβητήθηκε από μέρους του ενάγοντα
- Ενόψει των πιο πάνω δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ούτε η θέση του για τις απολαβές του αλλά και η θέση του ότι απώλεσε οποιαδήποτε ημερομίσθια. Χωρίς να χρειάζεται να επαναλάβω τα όσα αναφερθήκαν πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ενάγοντα 2, οι ισχυρισμοί του περί απώλειας ημερομισθίων παρέμειναν αστήρικτοι και μετέωροι, εφόσον πέραν των πιο πάνω για τα οποία κρίθηκε αναξιόπιστος ο ενάγοντας 1, ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε για την απόδειξη της εν λόγω ζημιάς του αλλά κυρίως ότι όντως εργοδοτείτο κατά τον ουσιώδη χρόνο από την εταιρεία Γ. Ιωάννου Επεξεργασία Σιδήρου Λτδ. Εις ότι αφορά την απαίτηση του για την πληρωμή των δικηγορικών εξόδων, ο ενάγοντας 1, δεν ήταν σε θέση καν να αναφέρει με αμεσότητα και σαφήνεια στο Δικαστήριο εάν αξιεί 2.500.- σε Λίρες Κύπρου ή σε Ευρώ και δεν ήταν σίγουρος να απαντήσει περί τούτου αλλά εν τέλει απάντησε ότι είναι σε Λίρες Κύπρου, χωρίς να μπορεί να δώσει την όποια εξήγηση κατά την αντεξέταση του γιατί στην έκθεση απαίτησης αναφέρεται το ποσό των €2.500.-. Καμία βαρύτητα δεν μπορεί να δοθεί και σε αυτό το σημείο της μαρτυρίας του ενάγοντα 1 λαμβάνοντας υπόψη ότι στην έκθεση απαίτησης η αξίωση του εις ότι αφορά τα δικηγορικά έξοδα είναι €2.500.- Η μαρτυρία του αυτή έρχεται σε αντίθεση με την μαρτυρία του ενάγοντα 2, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι τα δικηγορικά έξοδα ανέρχονταν σε €2.500.- για τον κάθε ένα. Τέλος, ο ενάγοντας 1 αν και παραδέχθηκε ότι είχε καταδικαστεί για άλλα αδικήματα απάντησε με βεβαιότητα ότι οι καταδίκες του αφορούσαν άσχετα αδικήματα με αυτά που αφορούσαν τις ποινικές υποθέσεις των κλοπών. Το Τεκμήριο 6, ποινικό μητρώο του ενάγοντα 1, δεν υποστηρίζει τα όσα ανέφερε εφόσον προκύπτει από το εν λόγω τεκμήριο ότι ο ενάγοντας 1 είχε καταδικαστεί για διαρρήξεις, διάρρηξη κατοικίας κατά την διάρκεια της νύκτας, κλοπές και ένοπλη ληστεία, τα οποία μερικά είναι ίδιας φύσεως ή παρόμοια με αυτά που αντιμετώπισε στις ποινικές υποθέσεις 20942/04 και 6420/07, για τα οποία του επιβληθήκαν ποινές φυλάκισης. Από τα πιο πάνω διαπιστώνω ότι ο ενάγοντας 1 δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο, δεν ήταν καθόλου πειστικός με τις απαντήσεις τις οποίες έδιδε στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου η μαρτυρία του, εις ότι αφορά τα αμφισβητούμενα γεγονότα, απορρίπτεται στην ολότητα της. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης, κρίνεται ότι οι ενάγοντες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο για να εκθέσουν με σαφήνεια και ειλικρίνεια όλα τα πραγματικά γεγονότα που αφορούν την υπόθεση. Αντ' αυτού όπως παραδέχθηκαν και οι ίδιοι σκοπός της καταχώρησης της Αγωγής ήταν να πληρωθεί ο Δικηγόρος τους. Προσπάθησαν να πείσουν το Δικαστήριο ότι η δίωξη τους από τον εναγόμενο ήταν κακόβουλη και έγινε άνευ λόγου και αιτίας με σκοπό να επιτύχουν στην αγωγή τους, χωρίς ωστόσο οι ισχυρισμοί τους να κρίνονται πειστικοί εν όψει και του συνόλου της μαρτυρίας που έχει προσκομιστεί. Μοναδικός μάρτυρας από πλευράς υπεράσπισης παρουσιάστηκε στο δικαστήριο ο Αστ. 649 Μιχάλης Βακανάς ο οποίος εργάζεται στο ΤΑΕ Λεμεσού και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν τοποθετημένος στον Αστυνομικό Σταθμό Επισκοπής με καθήκοντα που αφορούν διερεύνηση υποθέσεων. Σε σχέση με την υπόθεση η οποία αφορούσε τους ενάγοντες ήταν μέλος της ομάδας διερεύνησης δέκα συνολικών υποθέσεων όπου έλαβε καταθέσεις από μάρτυρες και από τους ενάγοντες και γενικά έλαβε μέρος κατά το ανακριτικό έργο στα πλαίσια του οποίου έλαβε θεληματική κατάθεση από τον Μιχάλη Δημητρίου και ανακριτική κατάθεση από τον Χριστόφορο Χρυσοστόμου ενάγοντα
- Αναγνώρισε το τεκμήριο 3 ως την κατάθεση την οποία έλαβε από το Μιχάλη Δημητρίου συμπληρώνοντας ότι με βάση το Τεκμήριο 3 με το οποίο ο Μιχάλης Δημητρίου ενέπλεκε τον εαυτό του αλλά και τους ενάγοντες 1 και 2 προχώρησε στην απαραίτητη διαδικασία για σύλληψη και ανάκριση των εν λόγω προσώπων. Τους ενάγοντες τους γνωρίζει γιατί απασχολούσαν το Αστυνομικό Σταθμό Επισκοπής με διάφορα ποινικά αδικήματα συνήθως για κλοπές, διαρρήξεις και αδικήματα κατά περιουσίας. Ως μέλος την ανακριτικής ομάδας ετοίμασε ο ίδιος του κατάθεση ημερομηνίας 27/2/04 την οποία κατάθεσε ως Τεκμήριο
- Εκτός από τη θεληματική κατάθεση του Μιχάλη Δημητρίου ανέφερε ότι είχε περισσυλλεχθεί και άλλο μαρτυρικό υλικό από μέρους των παραπονούμενων αλλά έγινε επίσης και υπόδειξη σκηνών. Μετά τη συλλογή του μαρτυρικού υλικού η υπόθεση διαβιβάστηκε στον υπεύθυνο του ΤΑΕ Λεμεσού ο οποίος έκανε εισηγήσεις προς τον Αρχηγό Αστυνομίας και μετά αποστάληκε στο Γενικό Εισαγγελέα για οδηγίες για καταχώρηση της υπόθεσης. Αυτή η διαδικασία όπως ανέφερε είναι η συνήθης διαδικασία η οποία ακολουθείται από την αστυνομία. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι γνωρίζει ότι ο Μιχάλης Δημητρίου εξετάστηκε από ψυχίατρο και κρίθηκε ότι δεν ήταν ικανός να παρακολουθήσει την δικαστική διαδικασία. Αρνήθηκε ότι η υπόθεση καταχωρήθηκε εναντίον των εναγόντων κακόβουλα και χωρίς μαρτυρία και αρνήθηκε επίσης ότι ο Μιχάλης Δημητρίου δεν αναγνώρισε τους ενάγοντες. Όσον αφορά τη σύλληψη του Μιχάλη Δημητρίου ανέφερε ότι ήταν δύσκολος στον εντοπισμό του, πολλές φορές βρισκόταν στην Πάφο ή στην Αγία Νάπα αλλά εν τέλει εντοπίστηκε από την αστυνομία. Τέλος ανέφερε ότι στις 13/9/03 καταγγέλθηκε διάρρηξη σε εκκλησία και κατά την διερεύνηση της εν λόγω διάρρηξης ο ίδιος του ανέκρινε το Μιχάλη Δημητρίου όπου στα πλαίσια της διερεύνησης διάρρηξης στην εκκλησία, ακολούθησε η θεληματική του κατάθεση με την οποία ενέπλεξε του ενάγοντες. Ο εν λόγω μάρτυρας μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Απαντούσε με αμεσότητα τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν κατά το στάδιο της αντεξέτασης του και οι απαντήσεις που έδινε ήταν σαφείς και ξεκάθαρες. Από την όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα αλλά και από το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, το οποίο καταγράφηκε συνοπτικά ανωτέρω, κρίνω ότι ο μάρτυρας ήταν ειλικρινής και ανέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια όπως ο ίδιος την γνωρίζει. Οι πιο πάνω απαντήσεις του θεωρώ ότι φανερώνουν την ειλικρίνεια του και το ότι ήρθε στο Δικαστήριο να πει την αλήθεια εφόσον μετέφερε στο Δικαστήριο τα γεγονότα όπως διαδραματίστηκαν όπως για παράδειγμα ότι στα πλαίσια διερεύνησης άλλης υπόθεσης ο Μιχάλης Δημητρίου κατονόμασε τους ενάγοντες 1 και 2, παραδεχόμενος επίσης ότι ο Μιχάλης Δημητρίου κρίθηκε ανίκανος να παρακολουθήσει την διαδικασία και δεν προέβηκε σε καμία προσπάθεια να δικαιολογήσει την καταχώρηση των υποθέσεων εναντίον των εναγόντων. Κατά την αντεξέταση παρέμεινε σταθερός στις αρχικές θέσεις του και η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε σε οποιοδήποτε σημείο. Λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω κρίνω αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία του μάρτυρα υπεράσπισης και γι αυτό την αποδέχομαι στην ολότητα της. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά και από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν εκ συμφώνου και δεν έτυχαν αμφισβήτησης από τους διαδίκους κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου ως προς τα γεγονότα, τα όσα δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα από αμφότερες πλευρές, η επανάληψη των οποίων θα ήταν εκ του περισσού. Βάση της Αγωγής των εναγόντων είναι το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης. Το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης περιλαμβάνεται το άρθρο 32 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.
- Το άρθρο αυτό έχει ως ακολούθως: «
- Kακόβουλη δίωξη συνίσταται στην πραγματική, κακόβουλη και χωρίς εύλογη και πιθανή αιτία έναρξης ή συνέχιση ανεπιτυχούς ποινικής, πτωχευτικής ή για διάλυση εταιρείας διαδικασίας κατά άλλου προσώπου, αν η διαδικασία αυτή- (α) προκάλεσε σκάνδαλο για την πίστη ή την υπόληψη του προσώπου αυτού ή πιθανή απώλεια της ελευθερίας του, και (β) κατέληξε, αν στην πραγματικότητα μπορούσε με τον τρόπο αυτό να καταλήξει, υπέρ του προσώπου αυτού: Noείται ότι καμιά αγωγή για κακόβουλη δίωξη δεν εγείρεται κατά οποιουδήποτε προσώπου για μόνο το λόγο ότι το πρόσωπο αυτό παρείχε πληροφορίες σε κάποια αρμόδια αρχή η οποία και άρχισε οποιαδήποτε διαδικασία». Τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της κακόβουλης δίωξης όπως προκύπτουν από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου αλλά και έχουν εξηγηθεί από την νομολογία είναι ως ακολούθως: α) Έναρξη ποινικής δίωξης εναντίον του ενάγοντα. β) Λήξη της ποινικής δίωξης υπέρ του ενάγοντα. γ) Έλλειψη εύλογης και πιθανής αιτίας. δ) Κακοβουλία. ε) Ζημιά στον ενάγοντα συνέπεια της δίωξης. (βλ. Paikos v. Kontemeniotis
(1989)1 C.L.R. 50, Mόδεστος Πίτσιλλος v. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Γενικού Εισαγγελέα και άλλου
(1994)1 Α.Α.Δ. 268, Φυλακτή Αριστοδήμου v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2005)1Α Α.Α.Δ. 728 και Μαρίνος Κώστα Κλεάνθους v. Mαρίνας Χρίστου Μιλτιάδους
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1111 και Clerk & Lindsell on Torts, Twentieth Edition, para. 16-09). Οι ενάγοντες φέρουν το βάρος να αποδείξουν στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενός εκάστου των πιο πάνω συστατικών στοιχείων του αδικήματος. Στο σύγγραμμα Winfield and Jolowicz on Tort, sixteenth edition, Thomson, Sweet and Maxwell, 2002, παρα. 19.
- αναφέρονται τα εξής: «.. Liability for malicious prosecution has always had to steer a path between two competing principles-on the one hand the freedom of action that everyone should have to set the law in motion and to bring criminals to justice and on the other hand the necessity to check lying accusations against innocent people. There is a general no duty of care in negligence in relation to the initiation or conduct of prosecutions and the burden which has to be undertaken by the claimant in a case of malicious prosecution is a heavy one, so heavy that no honest prosecutor is likely to deterred from doing his duty. ..» Όσον αφορά τα πρώτα δυο συστατικά στοιχεία του αδικήματος, αποτελούν παραδεκτά γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου ότι, οι ενάγοντες διώχθηκαν ποινικώς από τον Αστυνομικό Διευθυντή Λεμεσού, αναφορικά με αδικήματα διαρρήξεων και κλοπών, αρχικά με την Ποινική Υπόθεση 20942/04, η οποία αναστάληκε από τον Γενικό Εισαγγελέα και με την Ποινική Υπόθεση 6420/07 στην οποία οι ενάγοντες αθωώθηκαν και απαλλάχθηκαν εφόσον δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους, σύμφωνα με Απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερ. 28.1.
- Σύμφωνα με την Απόφαση ημερ. 28.1.2008 (Τεκμήριο 4), οι ενάγοντες αθωώθηκαν, ως αναφέρεται καταληκτικά στην σελίδα 5 της Απόφασης, για τον λόγο ότι: «Η αδυναμία καταδίκης των κατηγορουμένων 2 και 3 προκύπτει σαν θέμα αναποτελεσματικής μαρτυρίας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο να μπορούσε να καταδικάσει τους κατηγορούμενους». Στην σελίδα 4 επίσης της πιο πάνω Απόφασης, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Δεν υπάρχει οποιαδήποτε επιστημονική ή άλλη μαρτυρία η οποία να συνδέει τους κατηγορούμενους 2 και 3 με τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν. Ο Μιχάλης Δημητρίου δεν έχει καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου και ούτε οποιαδήποτε κατάθεση του προσώπου αυτού έγινε υπό μορφή παραδεκτών γεγονότων.» Σ' αυτό το σημείο αναφέρω ότι τα πιο πάνω αποσπάσματα από την απόφαση ημερ. 28.01.08 δεν καταδεικνύουν ότι οι ενάγοντες αθωώθηκαν για το μόνο λόγο της απουσίας του Μιχάλη Δημητρίου από τη δίκη ως διατείνονται οι ενάγοντες. Αντίθετα το Δικαστήριο αναφέρεται στην απόφαση του στο σύνολο της μαρτυρίας η οποία κρίθηκε αναποτελεσματική. Συνεπώς, παραμένουν να αποδειχθούν οι ισχυρισμοί πως η επίδικη ποινική δίωξη ξεκίνησε και συνέχισε χωρίς εύλογη και πιθανή αιτία, κακόβουλα και πως αυτή προκάλεσε στους ενάγοντες ζημιά, ως την περιγράφουν. Ας σημειωθούν τα κάτωθι εν σχέσει με τα πιο πάνω εναπομείναντα ως επίδικα ζητήματα: Η κακοβουλία (malice) και η απουσία εύλογης και πιθανής αιτίας (lack of reasonable and probable cause) για την δίωξη των εναγόντων αποτελούν συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της κακόβουλης δίωξης και τα οποία πρέπει απαραίτητα να συντρέχουν. Στην υπόθεση Πίτσιλλος ν. Δημοκρατίας κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 268, 276, η κακόβουλη ποινική δίωξη ορίζεται ως εξής: «Κακόβουλη ποινική δίωξη είναι αυτή που γίνεται πρώτιστα για εξυπηρέτηση σκοπού άλλου από την προσαγωγή παραβάτη ενώπιον της δικαιοσύνης. Η κακοβουλία περιέχει το στοιχείο του ελατηρίου για ποινική δίωξη ενάγοντα, όταν δεν υπάρχει έντιμη και εύλογη πίστη στην ύπαρξη πιθανής αιτίας. Η κακοβουλία υπάρχει όταν αποδειχθεί ότι η κύρια επιθυμία κατηγόρου δεν είναι η προσαγωγή παραβάτη ενώπιον της δικαιοσύνης.» Κακόβουλη πρόθεση του κατηγόρου υφίσταται όταν το κίνητρό του είναι παράνομο ή ανεπίτρεπτο ή, εν πάση περιπτώσει, είναι άλλο από την έντιμη και γνήσια επιθυμία για την τιμωρία του αδικοπραγήσαντος και την προάσπιση του δικαίου. Η κακοβουλία προϋποθέτει την ύπαρξη ενός απρεπούς, ανάρμοστου κινήτρου («Not only spite or ill-will but also improper motive»: Gibbs v. Rea
(1998)A.C. 797). (Αρτέμης και Ερωτοκρίτου, Κεφάλαιο 148, Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις, Τόμος 1, σελ. 105-8 και Winfield and Jolowicz on Tort, (ανωτέρω), παρα. 19.10). Εύλογη και πιθανή αιτία για την δίωξη συγκεκριμένου προσώπου υφίσταται όταν ο κατήγορος, βασιζόμενος σε συγκεκριμένους λόγους, εντίμως πιστεύει ότι ο ενάγων ευθύνεται για την συγκεκριμένη αδικοπραξία. Αρκεί η πεποίθηση του κατηγόρου ότι η υπόθεση εναντίον του ενάγοντος είναι κατάλληλη για να εκδικαστεί (Winfield and Jolowicz on Tort, (ανωτέρω), παρα. 19.7 έως και 19.9). Στην απόφαση Glinski v. Mclever
(1962)A.C. 726, 766-7 λέχθηκαν τα εξής σχετικά: «(Reasonable and probable cause) means that there must be cause (that is, sufficient grounds.) for thinking that the plaintiff was probably guilty of the crime imputed:.. This does note mean that the prosecutor has to believe in the probability of conviction:.The prosecutor has not got to test the full strength of the defence, he is concerned only with the question of whether there is a case fit to be tried.the prosecutor must believe that the probability of the accused's guilt is such that upon general grounds of justice a charge against him is warranted'.» Τέλος, η κακόβουλη δίωξη προκαλεί ζημιά στον ενάγοντα όταν αυτή θίγει την καλή φήμη και την υπόληψή του ή θέτει σε κίνδυνο την ελευθερία του ή ζημιώνει την περιουσία του Winfield and Jolowicz on Tort, ανωτέρω, παρα. 19.2. Εν σχέσει με το ζήτημα της κακοβουλίας των διωκτικών αρχών και της απουσίας εύλογης και πιθανής αιτίας για την δίωξη του, ο δε ενάγοντας 1 δεν ανέφερε οτιδήποτε σχετικό στο Δικαστήριο, ο δε ενάγοντας 2 εξέφρασε μόνον την πεποίθησή του ότι σκοπός της Αστυνομίας, όπως κατά λέξη ανέφερε ερωτηθείς γιατί πιστεύει ότι η Αστυνομία καταχώρησε τις δυο υποθέσεις: «Δεν ξέρω, έχει τα μαζί μας δεν ξέρω γιατί. Ένιωσα ότι ήθελε η Αστυνομία να μας κάτσει φυλακή, δεν ξέρω τον λόγο». Ο ενάγων 1 όπως παραδέχτηκε και ως προκύπτει από το ποινικό του μητρώο (Τεκμήριο 6), ήδη είχε καταδικαστεί για παρόμοιες υποθέσεις. Η πιο πάνω μαρτυρία επί του κρισιμότερου στοιχείου της Αγωγής, αυτό δηλαδή της κακοβουλίας του εναγομένου, κρίνεται ελλιπείς και ανίκανη να καταδείξει τα υπό συζήτησιν συστατικά στοιχεία. Απουσιάζουν παντελώς από την προσκομισθείσα μαρτυρία τέτοια στοιχεία τα οποία τείνουν να καταδείξουν, πως ο εναγόμενος αποφασίζοντας την καταχώριση και την συνέχιση της επίδικης ποινικής δίωξης, δεν επιδιώκετο εντίμως η τιμωρία των εναγόντων και ούτε υπήρχε στο μυαλό των Αστυνομικών Αρχών και κατ' επέκταση του εναγομένου η έντιμη και ειλικρινή πεποίθηση πως οι ενάγοντες είναι ένοχοι (εύλογη και πιθανή αιτία). Η εκφρασθείσα πεποίθηση του ενάγοντος 2, ο οποίος μάλιστα φάνηκε να αναφέρεται και στον αδελφό του ενάγοντα 1, ότι η Αστυνομία τα έχει μαζί τους και ήθελε να τους στείλει φυλακή, χωρίς ο ίδιος του να γνωρίζει τον λόγο, δεν είναι αρκετή, τη στιγμή μάλιστα που προκύπτει από τη μαρτυρία και ειδικότερα το Τεκμήριο 6 ότι ο ενάγοντας 1 ήδη φυλακίστηκε για παρόμοιας φύσης αδικήματα αλλά και κατά τον χρόνο της Ακρόασης της παρούσας Αγωγής βρισκόταν στις Κεντρικές Φυλακές, απ' όπου μεταφέρθηκε για να καταθέσει στην υπόθεση. Η στοιχειοθέτηση της κακοβουλίας, απαιτεί την υποστήριξη της πεποίθησης των εναγόντων ότι ο εναγόμενος ενήργησε κακόβουλα με γεγονότα και στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι η Αστυνομία και κατ' ακολουθία ο εναγόμενος ενήργησαν οδηγούμενοι από αλλότρια κίνητρα και σκοπό. Αντιθέτως, το Δικαστήριο έχει ενώπιον του μαρτυρία από τον μάρτυρα Υπεράσπισης, με την οποία έχει καταδειχθεί ότι η ποινική δίωξη στηρίχτηκε σε μαρτυρικό υλικό το οποίο συλλέγηκε από την Αστυνομία πέραν της κατάθεσης του Μιχάλη Δημητρίου προτού προχωρήσουν στην ποινική δίωξη των εναγόντων, όπως μαρτυρία των παραπονούμενων και υπόδειξη σκηνών με αποτέλεσμα ο εναγόμενος να πιστεύει ότι έχει εύλογη αιτία και πεποίθηση ότι θα μπορούσαν οι ενάγοντες να καταδικαστούν για τα αδικήματα τα οποία είχαν κατηγορηθεί. Το κατά πόσο η κρίση του εναγομένου να προχωρήσει στην ποινική δίωξη με το μαρτυρικό υλικό το οποίο κατείχε ήταν ορθή ή το πώς κρίθηκε από το εκδικάζων Δικαστήριο το εν λόγω μαρτυρικό υλικό, δεν αποτελούν ζητήματα τα οποία εξετάζονται και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να αποδώσουν στον εναγόμενο το στοιχείο της «κακοβουλίας». Στην προσπάθεια του ο ενάγοντας 2 να καταδείξει κακοβουλία από μέρος του εναγόμενου, εξέφρασε την θέση ότι πιθανό η αστυνομία να είπε στον Μιχάλη Δημητρίου να αναφέρει τα ονόματα των εναγόντων στην κατάθεση του. Κάτι τέτοιο όμως δεν μπορεί να αποτελέσει απόδειξη της κακοβουλίας του εναγομένου, εφόσον η θέση του αυτή παρέμεινε μετέωρη και δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Επομένως, συνυπολογίζοντας όλα τα ανωτέρω κρίνω ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν τις απαραίτητες προϋποθέσεις, δηλαδή την απουσία εύλογης αιτίας και την ύπαρξη κακοβουλίας του εναγομένου, ως απαιτείται για την στοιχειοθέτηση του αστικού αδικήματος της κακόβουλης δίωξης. Οι διαπιστώσεις αυτές καθιστούν αχρείαστη τη συζήτηση περί της ζημίας των εναγόντων, οι οποίες εν πάση περιπτώσει για τους λόγους οι οποίοι αναφέρονται πιο πάνω, οι ενάγοντες δεν απέδειξαν με πειστική μαρτυρία ότι δικαιούνται στην επιδίκαση οποιοδήποτε ποσού ως αποζημίωση. Οι ενάγοντες επίσης έχουν αποτύχει να αποδείξει την οποιαδήποτε ζημιά στην φήμη και υπόληψη τους εφόσον με την προσαχθείσα μαρτυρία δεν έχει καταδειχθεί κάτι τέτοιο. Σε περίπτωση που αποδεικνύονταν όλα τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της κακόβουλης δίωξης οι ενάγοντες θα έπρεπε να αποδείξουν και τη ζημιά που υπέστησαν συνέπεια της ποινικής δίωξης που ασκήθηκε εναντίον τους. Για τους πιο πάνω λόγους η αγωγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της Aγωγής επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου και εναντίον των εναγόντων, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject:Civil/Other/Final/2163-09maliciousprosecution cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο