← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. X. & G ANDRIOUS DEVELOPMENTS LTD, Αρ. αγωγής: 3785/2010, 8/1/2016

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. X. & G ANDRIOUS DEVELOPMENTS LTD, Αρ. αγωγής: 3785/2010, 8/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 3785/2010 ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγοντες εναντίον X. & G ANDRIOUS DEVELOPMENTS LTD ΑΝΘΟΥΛΛΑ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ANDREW GEORGIOU Εναγόμενοι ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 8/1/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την εναγόμενη 2 - αιτήτρια: κα Προδρόμου Για ενάγοντες - καθ΄ ων η αίτηση: κα Παπή ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Mε ενδιάμεση αίτηση της ημερομηνίας 25/11/2015, η εναγόμενη 2 αιτείται τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης ως φαίνεται στο παρακλητικό της αίτησης και δεν κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί αυτούσιο το παρακλητικό της αίτησης, πλην όμως θα τεθεί συνοπτικώς στο παρών στάδιο και θα γίνεται ειδική αναφορά εκεί όπου χρειάζεται για σκοπούς αξιολόγησης της αίτησης. Συγκεκριμένα η εναγόμενη 2 επιχειρεί να εισάξει στην έκθεση υπεράσπισης της τον υιό του εναγόμενου 3 στην όλη πλοκή γεγονότων που έχει ήδη εξιστορίσει στην υπάρχουσα έκθεση υπεράσπισης της. Ακολούθως η εναγόμενη 2 επιχειρεί να εισάξει ως υπερασπιστική γραμμή πλεύσης την ισχυριζόμενη παραπλάνηση της στο να υπογράψει την επίδικη συμφωνία ένεκα του ισχυρισμού ότι είναι ιδιοκτήτρια ακίνητης ιδιοκτησίας ως φαίνεται στο παρακλητικό της αίτησης, ως ήταν η απαίτηση των εναγόντων για να δοθεί το δάνειο στους εναγόμενους. Περαιτέρω η εναγόμενη 2 επιχειρεί να εισάξει ως υπερασπιστική γραμμή την θέση ότι οι οι ενάγοντες καταπιεστικά από θέση ισχύος και κατά παράβαση της νομοθεσίας, πρακτικής και σχέσης μεταξύ τράπεζας και πελάτη, δεν δόθηκε ο αναγκαίος χρόνος και ευκαιρία στην εναγόμενη 2 με την αποστολή σχετικής προειδοποιητικής επιστολής για να λάβει γνώση των καθυστερημένων δόσεων και να πάρει τα σχετικά μέτρα. Τέλος, η εναγόμενη 2 επιχειρεί να εισάξει ως υπερασπιστική γραμμή την θέση ότι η επίδικη συμφωνία περιλαμβάνει όρους, χρεώσεις, τόκους, ανατοκισμούς, ποσά και άλλες χρεώσεις οι οποίοι είναι παράνομοι, αυθαίρετοι και με τους λοιπούς συναφείς χαρακτηρισμούς και περιγραφές, καθιστώντας έτσι την επίδικη συμφωνία επιπροσθέτως ως ακυρώσιμη. Νομικό έρεισμα της αίτησης, αποτέλεσε η Δ.25 θ.1-4, Δ.48 θ.1,2,3 και 9, το άρθρο 6 της Ευρωπαικής Σύμβασης για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κυρωτικού νόμου 39/62, η διακριτική ευχέρεια και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης, αποτέλεσε η ένορκη δήλωση της ίδιας της εναγόμενης 2 αιτήτριας. Η ενόρκως δηλούσα, αιτιολογεί την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης, στο γεγονός ότι αρχικά την υπόθεση την χειριζόταν άλλος δικηγόρος, μέχρι το έτος 2014, όπου και ανατέθηκε η υπόθεση στους νυν δικηγόρους, όπου σε συνάντηση που είχε μαζί τους τον Νοέμβριο του 2015 στα πλαίσια προετοιμασίας της ακρόασης, διαφάνηκε ότι από αβλεψία, λάθους και παραδρομής, δεν αναγράφτηκε η υπερασπιστική γραμμή που επιχειρείται να εισαχθεί περί παραπλάνησης της και που εμπλέκει τον υιό του εναγόμενου 3. Ακολούθως, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι στην συνάντηση που είχε με τους νυν δικηγόρους της, προσκόμισε μέρος των καταστάσεων λογαριασμού, όπου φαίνονται οι πιο πάνω αναφερόμενες χρεώσεις και όροι με τους συναφείς χαρακτηρισμούς και περιγραφές και ήταν η πρώτη φορά που προσκομίστηκαν οι εν λόγω λογαριασμοί και αυτός είναι ο λόγος που δεν αναφέρονται στην έκθεση υπεράσπισης της οι εν λόγω ισχυρισμοί. Τα εν λόγω έγγραφαα τα βρήκε η εναγόμενη 2 μετά από έρευνα, καθ΄ ότι πριν από την συνάντηση της με τους δικηγόρους της, της ζητήθηκε από αυτούς όπως ψάξει για να βρει κάποια έγγραφα του επίδικου λογαριασμού και συνακόλουθα, σύμφωνα με την ίδια, είναι απαραίτητη η αιτούμενη τροποποίηση για να τεθούν τα πραγματικά γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου και σε περίπτωση που δεν εγκριθεί το αίτημα της, θα είναι σε δυσμενή θέση διότι δεν θα μπορεί να προβάλει ορθά την θέση της. Εν κατακλείδι, η εναγόμενη 2 αναφέρει ότι οι ενάγοντες δεν θα υποστούν οποιαδήποτε βλάβη, διότι θα μπορούν να αποζημιωθούν με τα έξοδα που θα προκύψουν από την τροποποίηση και ότι θα μπορούν να απαντήσουν στις θέσεις της, εν΄ όψει και του σταδίου που βρίσκεται η παρούσα αγωγή. Η αίτηση αντίκρυσε την ένσταση των εναγόντων - καθ΄ ων η αίτηση. Νομικό έρεισμα της ένστασης, αποτέλεσε η Δ.39 θ.2,6,20, Δ.48 θ.4, Δ.25 θ.1-9, Δ.64 θ1, Δ.19 θ.4,13,14,19,21,22,26, ο περί Πολιτικής Δικονομίας τροποποιητικός αρ. 3 κανονισμός του 1999, το άρθρο 3 του Ν.249/90, το άρθρο 30

(2)του Συντάγματος, οι κανόνες της επιείκιας, η γενική πρακτική και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Προβλήθηκαν συνολικά 5 λόγοι ένστασης και πιο συγκεκριμένα ότι: Α) η παρούσα αίτηση έχει υποβληθεί καθυστερημένα και οι λόγοι για τους οποίους η αιτήτρια επικαλείται στην ένορκη της δήλωση ως αιτία καθυστέρησης, δεν συνιστούν επαρκή και εύλογη αιτιολογία και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί από το Δικαστήριο. Β) η παρούσα αίτηση έχει καταχωρηθεί κακόπιστα και με σκοπό κατάχρησης της Δικαστικής Διαδικασίας και τον εκτροχιασμό της από την πρσδιορισθείσα πορεία της και ότι έχει σκοπό την κωλυσιεργεία, την επιβράδυνση και περαιτέρω αναστολή εκδίκασης της υπόθεσης και δίκαιη διεξαγωγή της δίκης. Γ) με την αιτούμενη τροποποίηση εισάγονται νέοι ισχυρισμοί οι οποίοι είναι αναληθείς και ανυπόστατοι Δ) η αίτηση και η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, κακόπιστη και αόριστη, μη προσκομίζοντας ουσιαστικά καμία μαρτυρία κατά τρόπο ώστε το Δικαστήριο να βασιστεί και να εκδώσει το αιτούμενο Διάταγμα για τροποποίηση και Ε) η αιτούμενη τροποποίηση δεν αποβλέπει στην διακρίβωση των μεταξύ των διαδίκων υφιστάμενων πραγματικών διαφορών, αλλά αντίθετα τείνει να προκαλέσει σύγχυση και δυσμενή επηρεασμό των συμφερόντων των εναγόντων, καθώς επίσης θα καθυστερήσει την δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης. Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης, αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του κ. Γρηγόρη Γρηγορίου. Αρχικώς ο ενόρκως δηλών προβαίνει σε αναφορά ως προς την πηγή γνώσης και εξουσιοδότησης του. Ακολούθως, τοποθετείται επί της αιτήσεως και μετά από νομική συμβουλή που έλαβε και ότι θα πρέπει η υπό εξέταση αίτηση να απορριφθεί, διότι η παρούσα αγωγή έχει οριστεί επανειλημμένα για ακρόαση και συνακόλουθα υπήρχε αρκετός χρόνος για να διερευνηθούν τα έγγραφα και να μελετηθούν οι σχετικοί ισχυρισμοί. Περαιτέρω ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η παρούσα αίτηση θα μπορούσε να ζητηθεί σε προγενέστερο στάδιο εν΄ όψει του χρόνου καταχώρησης της παρούσας αγωγής και οι εν λόγω ισχυρισμοί περί πλάνης είναι ουσιαστικοί που θα μπορούσαν και θα έπρεπε να εισαχθούν ενωρίτερα. Τοποθετείται ο ενόρκως δηλών ότι η εναγόμενη 2 εσκεμμένα και αδικαιολόγητα προσπάθησε να καθυστερήσει την εκδίκαση της αγωγής με αποτέλεσμα να παρακωλύσει την Δικαστική διαδικασία. Επιπρόσθετα ο ενόρκως δηλών αναφέρει και μετά από σχετική νομική συμβουλή, ότι ο λόγος που επικαλείται η ενόρκως δηλούσα ως αιτιολογία για την καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης, δύναται να θεωρηθεί ως παράλογη, ανεπαρκής και ανυπόστατη και αντιθέτως, η εναγόμενη 2 προβάλλει νέους ισχυρισμούς ως αυτοί εκτίθενται. Είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι η καθυστέρηση στην παρούσα αγωγή, ως επίσης και η καθυστέρηση που θα παρουσιαστεί σε περίπτωση που εγκριθεί η σχετική αίτηση, θα επηρεάσουν ουσιωδώς τα δικαιώματα των εναγόντων έναντι της εναγόμενης 2 που προκύπτουν από την επίδικη συμφωνία. Ακολούθως, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι μετά από νομική συμβουλή και πληροφόρηση, η υπό εξέταση αίτηση έχει καταχωρηθεί κακόπιστα και καταχρηστικά και με αυτήν την αίτηση, επιχειρεί η εναγόμενη 2 την προσθήκη νέων ισχυρισμών, κάτι που απαγορεύεται ρητώς από την νομολογία, σύμφωνα με τον ίδιο πάντοτε, και περαιτέρω οι εν λόγω ισχυρισμοί είναι αναληθείς και ανυπόστατοι και τέτοια τροποποίηση δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Επίσης στην ίδια βάση ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η εναγόμενη 2 δεν έχει προσκομίσει ικανοποιητική μαρτυρία που να αποδεικνύει την ανάγκη τροποποίησης της έκθεσης υπεράσπισης και ότι γενικά προβαίνει σε μια γενική και αόριστη αναφορά κατά τρόπο ώστε το Δικαστήριο να αδυνατεί να βασιστεί επί αυτής και να εκδώσει το αιτούμενο Διάταγμα και γενικά υπάρχει παντελής έλλειψη μαρτυρίας που να επιτρέπει την αιτούμενη τροποποίηση. Τέλος ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν αποβλέπει στην διακρίβωση των μεταξύ των διαδίκων υφιστάμενων πραγματικών διαφορών, αλλά αντίθετα τείνει να προκαλέσει σύγχυση, να περιπλέξει και να καθυστερήσει την δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης και γενικώς ότι δεν συντρέχουν οι προυποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Δ.25, Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (ως ισχύει για την παρούσα αγωγή, εν΄ όψει του χρόνου καταχώρησης της, καθ΄ ότι σε μεταγενέστερο στάδιο έχει τροποποιηθεί) προνοεί: «Το Δικαστήριο, ή ο Δικαστής, μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε διάδικο να αλλάξει ή να τροποποιήσει το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ή τα δικόγραφα του με τέτοιο τρόπο και κάτω από τέτοιους όρους που θα κρίνει δίκαιο, και όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα γίνονται οι οποίες θα είναι αναγκαίες για το σκοπό της διαλεύκανσης των πραγματικών θεμάτων, για τα οποία οι διάδικοι έχουν διαφορές». Οι αρχές της νομολογίας συνοψίζονται ως ακολούθως: Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation
(1989)1Ε 33 σελ. 36-37, Clive Preece κ.α. ν. Νάσου Θεοφίλου Ρωσσίδου,
(2011)1Γ ΑΑΔ 2138 και Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη και Συνεταίροι, Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2009, ημερομηνίας 4/5/2012). Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation πιο πάνω). Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation πιο πάνω και Περικτιόνη Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 σελ 707). Η καθυστέρηση είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manufacturing v. A & G Leventis Co.
(1993)1 ΑΑΔ 726 σελ 730, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις 137/2013 και 138/2013, 20/3/2014). Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης (βλ. SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P. Agents
(1994)1 AΑΔ 426 στη σελ 432, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω) Αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. (βλ. Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 ΑΑΔ 607, United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 AΑΔ 501, Ikos Cif Ltd v
  1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου (βλ. Ikos Cif Ltd v
  2. Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του Αιτητή είναι εμφανής (βλ. Περικτιόνη Χρίστου ν. Αζά πιο πάνω). Η σύγχρονη τάση (πριν την τροποποίηση βεβαίως της διαταγής 25 και 30, καθ΄ ότι με την τροποποίηση των εν λόγω διατάξεων, το όλο πνεύμα έχει αλλάξει άρδην) είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, ακόμα και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 στη σελ 939 και Evripidou v. Kannaourou
(1985)1 CLR 21 στην σελ. 27). Ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (βλ. Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο (βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560). Το ότι με την τροποποίηση επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν σημαίνει αφ' εαυτού ότι η τροποποίηση δεν μπορεί να επιτραπεί (βλ. SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P. Agents πιο πάνω, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Όπου τα γεγονότα που ο αιτητής προτίθεται να εισαγάγει με την αίτησή του είναι γνωστά στον καθ' ου η αίτηση τότε το πλαίσιο της δίκης δεν μεταβάλλεται και ούτε επιφέρονται ζημιογόνες συνέπειες στα δικαιώματά του (βλ. BAUER SPEZIALTIENFBAU GMBH και άλλος ν. DIVNOGORSK SHIPPING CO LTD
(2002)1Α ΑΑΔ 618 σελ. 625) ή όπου θα συγκεκριμενοποιηθούν υφιστάμενοι ισχυρισμοί που θα θέσουν τα δικόγραφα σε τάξη Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 ΑΑΔ 44 ή όπου θα εισαχθούν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες υφιστάμενου ισχυρισμού (βλ. Alexandrou Rent a Car v. Δήμητρας Α. Νεάρχου
(1992)1 ΑΑΔ 111). Περαιτέρω και ειδικότερα το Δικαστήριο παραπέμπει και σε σχετικά πρόσφατη νομολογία όπου εν μέρει έχει αναφερθεί και πιο πάνω και πιο συγκεκριμένα: Στην υπόθεση KAYAT TRADING LIMITED - v - GENZYME CORPORATION Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012 , 4 Μαρτίου, 2013 αποφασίσθηκαν τα πιο κάτω: << Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece: ΄΄ Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Επίσης, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου: "Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.">> Στην υπόθεση D. J. KARAPATAKIS & SONS LTD - v - ΔΗΜΟΥ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 135/2011 ημερομηνίας 13/6/2013, αποφασίσθηκαν τα πιο κάτω: << Σειρά αποφάσεων διαμόρφωσε τις αρχές που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων κάτω από τη Δ.25 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η τροποποίηση ή μη δικογράφου, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται με πρωταρχικό μέλημα, το συμφέρον της δικαιοσύνης. Οι παράγοντες που επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης είναι πολλοί, όπως πολλοί είναι και οι παράγοντες που θα μπορούσαν να επιδράσουν στον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το βέβαιο είναι ότι δεν μπορούν να καθοριστούν εξαντλητικά. Στην Παπαχρυσοστόμου ν. Κ. Γρηγοριάδης & Συνέταιροι, κ.α., Π.Ε. 79/09, ημερ. 4/5/12, αναφέρονται τ' ακόλουθα: «Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Tο Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση αίτηση και λαμβάνοντας υπ΄ όψη τα δεδομένα της παρούσας αίτησης και γενικά του ιστορικού της όλης υπόθεσης, ασκεί την διακριτική του ευχέρεια και κρίνει ότι η υπό εξέταση αίτηση δεν δύναται να τύχει έγκρισης. Συγκεκριμένα, ως προς την γραμμή πλέυσης που η εναγόμενη επιχείρησε να στηρίξει την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης και που αφορά την αλλαγή δικηγόρου, δεν δύνανται να δικαιολογήσουν την καταχώρηση της σε αυτό το στάδιο, διότι ευθύς εξ΄ αρχής, η εναγόμενη εκπροσωπείτο από το ίδιο και το αυτό δικηγορικό γραφείο από τις 18/10/2010, ως το σχετικό σημείωμα εμφάνισης και σίγουρα δεν διαδραματίζει οποιοδήποτε ρόλο η οποιαδήποτε εσωτερική διαρρύθμιση του γραφείου και το κατά πόσο την χειριζόταν ο ίδιος ή άλλος δικηγόρος και που σίγουρα δεν δύναται η συνέχιση και η πορεία της ακροαματικής διαδικασίας να είναι όμηρος και να εξαρτάται από τις οποιεσδήποτε εσωτερικές διεργασίες ενός δικηγορικού γραφείου. Ακόμα όμως και να ίσχυε η πιο πάνω γραμμή πλέυσης της εναγόμενης 2 και πάλι υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση, εν΄ όψει του ιστορικού του φακέλου της διαδικασίας. Συγκεκριμένα, όχι μόνο υπάρχει μια γενική αναφορά ότι οι νυν δικηγόροι ανέλαβαν κατά ή περί τα μέσα του 2014 την εκπροσώπηση της, αλλά διαφαίνεται ότι ο χρόνος που διέρρευσε για να καταχωρηθεί η υπό εξέταση αίτηση, εμπεριέχει περιφρόνηση της όλης διαδικασίας και του πολύτιμου χρόνου του Δικαστηρίου. Πέραν της γενικής αναφοράς περί μέσα του 2014, πάλι η εναγόμενη 2 άφησε να διαρρεύσει το χρονικό διάστημα μέχρι την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης, χωρίς στο μεσοδιάστημα να υπάρχει κάτι χειροπιαστό που να καταδεικνύει ότι αυτή έχει θορηβηθεί, πέραν της αναφοράς της ότι όλες οι εξελίξεις έχουν γίνει μόλις πριν την τελευταία ημερομηνία όπου η παρούσα υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση. Μέσα από το ιστορικό του φακέλου, διαφαίνεται ότι η παρούσα υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 10/6/2014 και ακόμα και αν ληφθεί ως δεδομένο ότι οι νυν δικηγόροι ανέλαβαν περί τα μέσα του 2014 ως ο ισχυρισμός της εναγόμενης 2, η υπόθεση ήταν ορισμένη εκ νέου για ακρόαση στις 16/10/2014, ακολούθως στις 4/2/2015, στις 28/5/2015 και τέλος στις 2/12/2015. Το προαναφερθέν ιστορικό της υπόθεσης καταδεικνύει ότι η εναγόμενη 2, παρόλο που η υπόθεση της είχε οριστεί για ακρόαση τις ημερομηνίες από τα μέσα του 2014, εν τούτοις επέδειξε πλήρης αδιαφορία και περιφρόνηση για να προετοιμαστεί για την ακρόαση και να μελετήσει τους ισχυρισμούς της και παρόλη την παλαιότητα της υπόθεσης. Ως προς την γραμμή πλεύσης που η εναγόμενη επιχείρησε να στηρίξει την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης και που αφορά την ανεύρεση και μελέτη των εγγράφων που προσκόμισε για πρώτη φορά στους δικηγόρους της στα πλαίσια της προετοιμασίας για την ακρόαση, δεν δύναται να δικαιολογήσει την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης στο παρόν στάδιο, εν΄ όψει του ιστορικού του φακέλου της διαδικασίας. Συγκεκριμένα, η εναγόμενη 2, ενόρκως, με θετικό και απόλυτο τρόπο, στις 29/10/12, αναφέρει ότι δεν είχε και ούτε έχει οποιοδήποτε έγγραφο στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο της ίδιας ή άλλων προσώπων εκ μέρους της οποιωνδήποτε εγγράφων, ενώ με την υπό εξέταση αίτηση, αναφέρει ότι βρήκε μετά από έρευνα τα έγγραφα που επικαλείται, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε χρονική διαχώριση ή αναφορά, έτσι ώστε να αιτιολογεί ή να δικαιολογεί την προηγούμενη αναφορά της στις 29/10/12 και η οποία αναφορά στην υπό εξέταση αίτηση, παραμένει μια γενική, ασαφής και αόριστη αναφορά που δεν παρέχει στο Δικαστήριο ένα σαφές και πειστικό μαρτυρικό υπόβαθρο που να δικαιολογεί την οποιαδήποτε νέα κατάσταση και που να δικαιολογεί την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης, δημιουργώντας ταυτόχρονα και εύλογα ερωτηματικά του κατά πόσο τα ισχυριζόμενα έγγραφα αφορούν περίοδο πριν την καταχώρηση της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 29/10/12, έτσι ώστε να ξεκαθαριστεί κατά πόσο η εναγόμενη 2 προβάλλει υπεράσπιση για υπερχρεώσεις που αυτές άγονται χρονικά πριν ή μετά τις 29/10/2012, μη παρέχοντας επομένως στο Δικαστήριο την ευχέρεια να κρίνει για ποια ακριβώς περίοδο εννοεί η εναγόμενη 2 για να αποκρυσταλλωθεί με σαφήνεια η υπερασπιστική της γραμμή που επιδιώκει να εισάξει η οποία παραμένει γενική, ασαφής και αόριστη, προκαλώντας όντως σύγχυση και επηρεασμό στα συμφέροντα των εναγόντων ως προς ποια υπερασπιστική γραμμή θα έχουν ενώπιον τους. Επίσης, η υπό εξέταση αίτηση δεν δύναται να τύχει έγκρισης, λαμβάνοντας υπ΄ όψη το τι επιδιώκεται να εισαχθεί ως τροποποιηθείσα υπεράσπιση, σε συνδυασμό με το ιστορικό του φακέλου της διαδικασίας. Συγκεκριμένα, είναι απορίας άξιο, από την μια η εναγόμενη 2 να αιτείται με αίτηση της ημερομηνίας 30/12/2011 τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον της, πράγμα που πέτυχε στις 3/2/2012, όπου στην εκεί ένορκη της δήλωση ημερομηνίας 30/12/2011 κάνει αναφορά με σαφή, θετικό και απόλυτο τρόπο την υπερασπιστική της γραμμή και ακολούθως σχεδόν 4 χρόνια μετέπειτα, με την υπό εξέταση αίτηση, να επιχειρεί να εισάξει νέους ισχυρισμούς που στοιχειοθετούν την επιχειρηθείσα για εισαγωγή τροποποιημένης υπεράσπισης, οι οποίοι ισχυρισμοί κάλλιστα θα μπορούσαν να προβληθούν, λαμβάνοντας υπ΄ όψη την φύση και την έκταση των εν λόγω ισχυρισμών, με την αίτηση ημερομηνίας 30/12/2011 και ακολούθως με την καταχώρηση της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης στις 22/6/2012, ημερομηνία δηλαδή της υπάρχουσας έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης και όχι να αφήνει το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από τότε, ήτοι τρία και πλέον χρόνια και την υστάτη ώρα ουσιαστικά της ακρόασης να επιχειρεί την σχετική τροποποίηση, προβάλλοντας έτσι μια αδικαιολόγητη καθυστέρηση αλλά και τροχοπέδη στην πορεία της υπόθεσης και γενικά στην ακροαματική διαδικασία. Οι ισχυρισμοί της εναγόμενης 2 περί άκυρων ή ακυρώσιμων όρων της επίδικης συμφωνίας και κατ΄ επέκταση η επίδικη συμφωνία να έχει την ίδια τύχη, ως επίσης και οι θέσεις για προηγούμενη προειδοποίηση της, ήταν γνωστοί στην εναγόμενη 2 ευθύς εξ΄ αρχής στην ίδια και θα μπορούσε να θέσει τους εν λόγω ισχυρισμούς όταν κατέθετε την πιο πάνω αναφερόμενη αίτηση παραμερισμού και έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης αντίστοιχα οι οποίες καταχωρήθηκαν πριν τέσσερα και τρία και πλέον χρόνια αντίστοιχα. Μέσα λοιπόν από την πιο πάνω αξιολόγηση, διαφαίνεται ότι η υπό εξέταση αίτηση δεν δύναται να τύχει έγκρισης, διότι δεν συντρέχουν εκείνες οι προυποθέσεις που θέτει το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο που την διέπει, έχοντας υπ΄ όψη τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης ως αυτά έχουν τεθεί ανωτέρω και αξιολογηθεί. Επίσης διαφαίνεται ότι ο πρώτος, δεύτερος και πέμπτος λόγος ένστασης είναι βάσιμοι, εν΄ όψει των πιο πάνω αξιολογήσεων του Δικαστηρίου, ο τέταρτος λόγος ένστασης είναι πλέον άνευ αντικειμένου εν΄ όψει της πιο πάνω αξιολόγησης και ως προς τον τρίτο λόγο ένστασης, αυτός δεν είναι δυνατόν να αξιολογηθεί στα πλαίσια ενδιάμεσης αίτησης για τροποποίηση, διότι το κατά πόσο οι ισχυρισμοί είναι αναληθείς και ανυπόστατοι, αυτό εξετάζεται στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων - καθ΄ ων η αίτηση και εις βάρος της εναγόμενης 2 αιτήτριας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.