← Κύπρος

VD COMPUTERLAND CENTRE LIMITED ν. CARGOLINK FREIGHT SERVICES LIMITED, Αγωγή Ναυτοδικείου αρ.: 5/10, 18/1/2016

VD COMPUTERLAND CENTRE LIMITED ν. CARGOLINK FREIGHT SERVICES LIMITED, Αγωγή Ναυτοδικείου αρ.: 5/10, 18/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A22 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Αγωγή Ναυτοδικείου αρ.: 5/10 Μεταξύ: VD COMPUTERLAND CENTRE LIMITED, από τη Λεμεσό Εναγόντων και CARGOLINK FREIGHT SERVICES LIMITED, από τη Λεμεσό Εναγόμενων -------------------------------------------------- 18/1/2016 Για τους Ενάγοντες: κ. Νικολάου για ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ & ΣΙΑ Για τους Εναγόμενους: κ. Παπαμιχαλόπουλος για Γ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ & ΣΙΑ Α Π Ο Φ Α Σ Η Τα δικόγραφα: Σύμφωνα με το κοινά παραδεκτό υπόβαθρο γεγονότων, οι Ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης διά μετοχών, ασχολούμενοι με το εμπόριο και τις πωλήσεις ηλεκτρονικών υπολογιστών και άλλων συναφών ειδών. Οι Εναγόμενοι, στο δικόγραφο της αναφοράς των Εναγόντων, περιγράφονται ως ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης διά μετοχών ασχολούμενοι, μεταξύ άλλων, με την παροχή υπηρεσιών μεταφοράς εμπορευμάτων από και προς την Κύπρο και/ή την παροχή υπηρεσιών θαλασσίων μεταφορών επ' αμοιβή και/ή με πάσης φύσεως ναυτιλιακές επιχειρήσεις. Αποτελεί ισχυρισμό των Εναγόντων ότι οι Εναγόμενοι, κατά ή περί τον Οκτώβριο του 2006, συμφώνησαν με τους Ενάγοντες όπως μεταφέρουν επ' αμοιβή διά θαλάσσης και/ή επί του πλοίου JUDITH BORCHARD, διάφορα εμπορεύματα (computer's parts), τα οποία οι Ενάγοντες αγόρασαν από την εταιρεία HKC Europe B.V., από το λιμάνι του Ρότερνταμ στο λιμάνι της Λεμεσού, όπου θα τα παρέδιδαν στους Ενάγοντες. Τα ανωτέρω αναφερόμενα προϊόντα φορτώθηκαν, από τους Εναγόμενους και/ή τους υπηρέτες και/ή αντιπροσώπους τους, στο εμπορευματοκιβώτιο ΜCLU 415003-7 στο λιμάνι του Ρότερνταμ, με προορισμό το λιμάνι της Λεμεσού. Κατά την 19/10/2006 το ανωτέρω περιγραφόμενο εμπορευματοκιβώτιο αφήχθηκε στο λιμάνι της Λεμεσού. Οι Ενάγοντες, κατά την παράδοση των εμπορευμάτων από τους Εναγόμενους και/ή υπηρέτες και/ή αντιπροσώπους τους, διαπίστωσαν, κατά παράβαση της ως άνω σύμβασης μεταφοράς αγαθών διά θαλάσσης και/ή κατά παράβαση του νομίμου καθήκοντος και/ή υποχρεώσεως των Εναγομένων προς ασφαλή μεταφορά και παράδοση του συνόλου των εν λόγω εμπορευμάτων προς τους Ενάγοντες, την ύπαρξη μόνο μίας παλέτας και 50 χαρτοκιβωτίων ή συνολικά 80 χαρτοκιβωτίων από τον συνολικό αριθμό των 4 παλέτων και/ή 131 χαρτοκιβωτίων που είχαν παραδοθεί από τους HKC Europe B.V. στους Εναγόμενους και/ή υπηρέτες και/ή αντιπροσώπους τους. Διαζευκτικά, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι Εναγόμενοι υπήρξαν αμελείς με αποτέλεσμα να απωλέσουν μέρος των ως άνω περιγραφόμενων εμπορευμάτων. Με την υπό εξέταση αγωγή τους αξιώνουν αποζημιώσεις για τις ζημιές που υπέστησαν συνεπεία της απώλειας μέρους από τα ως άνω εμπορεύματα. Οι Εναγόμενοι στο δικόγραφο της Απάντησής τους ισχυρίζονται ότι κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ασχολούνταν με την προσφορά υπηρεσιών ως ενδιάμεσοι σύνδεσμοι και/ή διαμεσολαβητές και/ή προωθητές φορτίων (freight forwarders), για εξεύρεση μεταφορέων για τη σύναψη με αυτούς συμφωνιών μεταφοράς εμπορευμάτων από και προς την Κύπρο. Όσον αφορά την περιγραφόμενη στην αναφορά των Εναγόντων συμφωνία, ισχυρίζονται ότι αυτό το οποίο τους ανέθεσαν οι Ενάγοντες ήταν η εξεύρεση μεταφορέων, οι οποίοι θα ήταν πρόθυμοι να συνάψουν με τους HKC Europe B.V., συμφωνία μεταφοράς εμπορευμάτων διά θαλάσσης και παράδοσης αυτών στους Ενάγοντες, κάτι το οποίο οι Εναγόμενοι έπραξαν και ήλθαν σε επαφή με την COPEX MARITIME από την Ολλανδία οι οποίοι, ως συμβατικοί μεταφορείς (contractual carriers), συμφώνησαν με τους ATLAS LINES INTERNATIONAL LTD, από το Ην. Βασίλειο, οι οποίοι ήταν οι πραγματικοί μεταφορείς (actual carriers), για τη μεταφορά των εμπορευμάτων στην Κύπρο, με το ως άνω αναφερόμενο πλοίο. Οποιαδήποτε συμβατική σχέση μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένων συνίστατο στην ανάθεση από τους Ενάγοντες της εργασίας εξεύρεσης μεταφορέων για τη μεταφορά των εμπορευμάτων των Εναγόντων στην Κύπρο, κάτι που είναι η συνήθης σχέση των freight forwarders με τους πελάτες τους. Αρνούνται δε ότι υπέχουν οποιαδήποτε ευθύνη έναντι των Εναγόντων για οποιαδήποτε ζημιά ή απώλεια του φορτίου. Η μαρτυρία: Οι Ενάγοντες παρουσίασαν ως μάρτυρες το διευθυντή τους, Βαρνάβα Δημητρίου (Μ.Ε.1), τον εκτελωνιστή Παναγιώτη Συρίμη (Μ.Ε.2) και τον υπάλληλο της Αρχής Λιμένων Κύπρου, Ανδρέα Νικολάου (Μ.Ε.3). Ο Μ.Ε.1 κατέθεσε ότι οι Εναγόμενοι ήταν πελάτες των Εναγόντων. Ο διευθυντής των Εναγόμενων, Γιώργος Ευστρατίου (Μ.Υ.1), επισκέφθηκε αρκετές φορές το κατάστημα των Εναγόντων. Σε μία από τις επισκέψεις του ο Ευστρατίου τον ρώτησε αν οι Ενάγοντες χρειάζονταν υπηρεσίες μεταφοράς εμπορευμάτων από και προς την Κύπρο. Του απάντησε ότι, όταν οι Ενάγοντες θα χρειάζονταν αυτού του είδους τις υπηρεσίες, θα τον ενημέρωνε. Περί την 29/9/2006 οι Ενάγοντες αγόρασαν από την εταιρεία HKC Europe B.V. από την Ολλανδία, τα πιο κάτω περιγραφόμενα εμπορεύματα, έναντι του συνολικού ποσού των €7.620. «Είδος Αριθμός α. USP-400 100 β. SZ-430 400 γ. 8010S 80 δ. USP-400

(1), Sz-430
(3)4 ___ ΣΥΝΟΛΟ 131» Προκειμένου τα ως άνω εμπορεύματα να μεταφερθούν από την Ολλανδία στην Κύπρο, επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Ευστρατίου και του ζήτησε όπως αναλάβουν τη μεταφορά τους στην Κύπρο. Οι Εναγόμενοι συμφώνησαν όπως μεταφέρουν επ' αμοιβή και στην ίδια άριστη κατάσταση στην οποία θα τα παραλάμβαναν, τα ως άνω εμπορεύματα, από το λιμάνι του Ρότερνταμ στο λιμάνι της Λεμεσού, όπου και θα τα παρέδιδαν στους Ενάγοντες. Το ποσό της αμοιβής των Εναγόμενων καθορίστηκε σε €533,66, εκ του οποίου ποσό €183,60 αφορούσε το φορτίο των παραγγελθέντων εμπορευμάτων και €212,20 την εργασία μεταφοράς του φορτίου από τους Εναγόμενους, από τις αποθήκες των HKC Europe B.V. στο λιμάνι του Ρότερνταμ. Στη συνέχεια, οι Εναγόμενοι του έδωσαν τα στοιχεία των αντιπροσώπων τους στην Ολλανδία, COPEX MARITIME, προκειμένου οι Ενάγοντες να ενημερώσουν τους HKC Europe B.V., για τους εξουσιοδοτημένους, από τους Εναγόμενους, παραλήπτες του φορτίου από τις αποθήκες τους. Οι Ενάγοντες ουδέποτε, πριν ή κατά τη μεταφορά των ως άνω εμπορευμάτων, επικοινώνησαν με τους COPEX MARITIME, για το λόγο ότι η συμφωνία μεταφοράς των ως άνω εμπορευμάτων συνήφθη με τους Εναγόμενους, που ήταν οι μόνοι που γνώριζαν οι Ενάγοντες ως αντισυμβαλλομένους. Τα ως άνω εμπορεύματα συσκευάστηκαν από την εταιρεία HKC Europe B.V. σε 131 κιβώτια και παραδόθηκαν στους COPEX MARITIME, σε 4 παλέτες. Ακολούθως, φορτώθηκαν στο εμπορευματοκιβώτιο MCLU 415003-7, στο λιμάνι του Ρότερνταμ, με προορισμό το λιμάνι της Λεμεσού. Κατά την 19/10/2006 το πιο πάνω περιγραφόμενο εμπορευματοκιβώτιο αφίχθηκε στο λιμάνι της Λεμεσού. Οι Ενάγοντες, κατόπιν σχετικής πληροφόρησης, προέβησαν στις αναγκαίες ενέργειες, προκειμένου να παραλάβουν τα ως άνω εμπορεύματα. Προς τον σκοπό αυτό μίσθωσαν τις υπηρεσίες του μεταφορέα κ. Σκεμπετζή, προκειμένου να πάει στο λιμάνι, να τα παραλάβει από την Αρχή Λιμένων και να τα παραδώσει στους Ενάγοντες, πράγμα το οποίο και έγινε. Μόλις διαπίστωσε ότι ο κ. Σκεμπετζής είχε φέρει πολύ μικρότερη ποσότητα εμπορευμάτων από την αγορασθείσα, τον ρώτησε αν μόνο αυτά ήταν τα εμπορεύματα που παρέλαβε από το λιμάνι Λεμεσού και του απάντησε θετικά. Συγκεκριμένα, του παραδόθηκε μόνο μία παλέτα και 50 χαρτοκιβώτια χύμα ή συνολικά 80 χαρτοκιβώτια από τον συνολικό αριθμό των 4 παλέτων ή 131 χαρτοκιβωτίων που είχαν παραδοθεί από τους HKC Europe B.V. στους COPEX MARITIME. Τηλεφώνησε αμέσως στον Ευστρατίου για το ελλιπές φορτίο που παρέλαβε και του ζήτησε να το εξετάσει και ο ίδιος. Πράγματι, ο Ευστρατίου ήλθε επιτόπου και το εξέτασε. Αυτό το οποίο του αναφέρθηκε από τον Ευστρατίου ήταν ότι «τούτο ήταν το φορτίο που παρέλαβε». Συνεπεία των ανωτέρω, οι Ενάγοντες υπέστησαν τις ακόλουθες ζημιές: «Α. Αξία μη παραδοθέντων εμπορευμάτων €6.300,00 Β. Απώλεια κέρδους €2.904,00 Γ. Κόστος εισαγωγής νέων εμπορευμάτων €563,84 ________ ΣΥΝΟΛΟ €9.767,81» Οι Ενάγοντες, με επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 10/11/2006 (Τεκμήριο 11), κάλεσαν τους Εναγόμενους να καταβάλουν τα ανωτέρω ποσά αλλά αυτοί αρνήθηκαν να το πράξουν. Ο Μ.Ε.2 κατέθεσε ότι ανέλαβε την εκτελώνιση των επίδικων εμπορευμάτων για λογαριασμό των Εναγόντων. Μόλις παρέλαβε την ειδοποίηση άφιξης των εμπορευμάτων (Τεκμήριο 13), η οποία στάληκε στους Ενάγοντες από τους Εναγόμενους, απευθύνθηκε στους Εναγόμενους και πήρε το διατακτικό παραλαβής (delivery order), με το οποίο μπορούσε να παραλάβει τα εμπορεύματα από το Τελωνείο. Μαζί με το διατακτικό παραλαβής περιήλθε στην κατοχή του και η φορτωτική, bill of lading (Τεκμήριο 14). Μετά την παραλαβή του διατακτικού παραλαβής, απευθύνθηκε στην Αρχή Λιμένων, όπου πλήρωσε τα σχετικά δικαιώματα, παραλαμβάνοντας απόδειξη πληρωμής (Τεκμήριο 10) και απόδειξη αναφορικά με το κατά πόσο υπήρχαν οποιεσδήποτε διαφορές στα αφηχθέντα εμπορεύματα με αυτά που αναγράφονται στο διατακτικό παραλαβής (Τεκμήριο 9). Διευκρίνισε ότι δεν ήταν παρών κατά το άνοιγμα του εμπορευματοκιβωτίου. Μετά την Αρχή Λιμένων παρουσιάστηκε στο Τελωνείο, το οποίο υπέγραψε αποδέσμευση των εμπορευμάτων. Ο Μ.Ε.3 κατέθεσε ότι η Αρχή Λιμένων είναι η υπεύθυνη Αρχή για την παραλαβή, φύλαξη, τιμολόγηση και παράδοση των εμπορευμάτων που περιέχονται σε εμπορευματοκιβώτια. Επεξήγησε τη διαδικασία παραλαβής ενός εμπορευματοκιβωτίου από την Αρχή Λιμένων. Όπως συγκεκριμένα ανέφερε, μετά την παραλαβή του εμπορευματοκιβωτίου, αυτό μεταφέρεται στο χώρο του ανοίγματος των εμπορευματοκιβωτίων, όπου και ανοίγεται. Αφού ανοιχθεί, το φορτίο του μεταφέρεται στην αποθήκη της Αρχής Λιμένων, στην κατάσταση που το βρίσκει ο παραλήπτης του, που είναι υπάλληλος της Αρχής Λιμένων. Ο παραλήπτης, αμέσως μετά την παραλαβή του φορτίου, ενημερώνει ηλεκτρονικά το σύστημα της Αρχής Λιμένων και του Τελωνείου, για την κατάσταση του φορτίου. Συγκεκριμένα, εκδίδεται το outturn report, στο οποίο περιγράφεται η κατάσταση στην οποία παραλήφθηκε το φορτίο στην αποθήκη της Αρχής Λιμένων. Το outturn report αποστέλλεται ηλεκτρονικά στο Τμήμα Τελωνείων και στο ναυτιλιακό πράκτορα, ο οποίος ενημερώνεται σε ποια κατάσταση παραλήφθηκε το φορτίο. Ακολούθως, ο ναυτιλιακός πράκτορας εκδίδει το διατακτικό παράδοσης στον πελάτη του και ο εκτελωνιστής με το διατακτικό παράδοσης προχωρά στην εκτελώνιση των εμπορευμάτων. Κατέθεσε πιστοποιητικό, το οποίο συντάχθηκε δυνάμει του Άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 (Τεκμήριο 16), στο οποίο επισυνάπτονται όλα τα έγγραφα που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Κατά την αντεξέταση του διευκρίνισε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ναυτιλιακός πράκτορας ήταν η εταιρεία THAS MARITIME CO LTD. Η πλευρά της Υπεράσπισης παρουσίασε ως μάρτυρες, τον διευθυντή της Εναγόμενης Γιώργο Ευστρατίου (Μ.Υ.1) και τον Θωμά Σαββίδη, διευθυντή της εταιρείας THAS MARITIME CO LTD (Μ.Υ.2). Ο Μ.Υ.1 κατέθεσε ότι οι Εναγόμενοι κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο ασχολούνταν με την προσφορά υπηρεσιών ως ενδιάμεσοι σύνδεσμοι και/ή διαμεσολαβητές και/ή προωθητές φορτίων (freight forwarders), για την εξεύρεση μεταφορέων, για τη σύναψη με αυτούς συμφωνιών μεταφοράς εμπορευμάτων από και προς την Κύπρο. Περί τα μέσα Σεπτεμβρίου 2006 ρωτήθηκε από τον Μ.Ε.1 κατά πόσο μπορούσαν να διεκπεραιώσουν μια φόρτωση από την Ολλανδία για την Κύπρο. Αφού του απάντησε θετικά, ο Μ.Ε.1 του ζήτησε τη διεύθυνση επικοινωνίας των συνεργατών τους στην Ολλανδία, κάτι το οποίο έκαμε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στις 20/9/2006 (Τεκμήριο 18). Ο Μ.Ε.1 με δικό του ηλεκτρονικό μήνυμα, ημερομηνίας 26/9/2006, τους έδωσε τα στοιχεία του εξαγωγέα και τους υποδείκνυε ότι η φόρτωση ήταν ex works, δηλαδή πώληση έξω από το χώρο του πωλητή στην Ολλανδία (Τεκμήριο 19). Κατόπιν αυτού, ειδοποίησαν τον συνεργάτη τους να έλθει σε επαφή με τον εξαγωγέα για να πάρει στοιχεία του φορτίου και να ολοκληρώσει την κοστολόγηση της μεταφοράς από τις εγκαταστάσεις του εξαγωγέα μέχρι το λιμάνι της Λεμεσού. Μετά που πήραν την προσφορά του συνεργάτη τους πρόσθεσαν τη δική τους αμοιβή για τη διαμεσολάβηση (intervention fee) και την έθεσαν στους Ενάγοντες για έγκριση. Αφού πήραν την έγκριση των Εναγόντων ενημέρωσαν τους συνεργάτες τους COPEX MARITIME, να προχωρήσουν στην διεκπεραίωση. Οι Εναγόμενοι ενημέρωσαν τους Ενάγοντες ότι ενεργούσαν ως ενδιάμεσοι σύνδεσμοι και/ή ως διαμεσολαβητές και/ή προωθητές φορτίων (forwarding agents), στη δε αλληλογραφία που είχαν με τους Ενάγοντες για τη μεταφορά των επίδικων εμπορευμάτων, παρουσίαζαν πάντοτε τον εαυτό τους ως διαμεσολαβητές, όχι ως μεταφορείς εμπορευμάτων και ότι όλες οι δραστηριότητές τους γίνονται και θα πρέπει να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με τους γενικούς κανονισμούς του Κυπριακού Συνδέσμου Διαμεταφορέων, του οποίου οι Εναγόμενοι είναι μέλη (Τεκμήρια 17Α και 20). Οι Ενάγοντες στις 20/10/2006 απέστειλαν, τόσο στους Εναγόμενους όσο και στους COPEX MARITIME, επιστολή απαίτησης (Τεκμήριο 21). Δυστυχώς, οι Ενάγοντες δεν μερίμνησαν να τους καλέσουν σε καταμέτρηση των εμπορευμάτων (survey), στο λιμενικό χώρο πριν από την παραλαβή τους, όπου θα κατέγραφαν με τους εκτιμητές τους τυχόν ατασθαλίες του φορτίου. Ούτε όταν τα εμπορεύματα ήταν έξω από την αποθήκη, στο φορτηγό του κ. Σκεμπετζή, τους κάλεσαν για να κάμουν καταμέτρηση. Οι Εναγόμενοι δεν είχαν υποχρέωση να παρευρίσκονται στο άνοιγμα του εμπορευματοκιβωτίου, για το λόγο ότι δεν ήταν οι operators του εμπορευματοκιβωτίου. Όπως διαφαίνεται και από το outturn report που εξέδωσε η Αρχή Λιμένων στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο operator του εμπορευματοκιβωτίου ήταν η εταιρεία THAS MARITIME CO LTD. Παρέδωσαν το διατακτικό παράδοσης (delivery order) στο εκτελωνιστή των Εναγόντων, αφού προηγουμένως τους εξέδωσε διατακτικό παράδοσης η εταιρεία THAS MARITIME CO LTD, που ήταν ο second carrier και ο operator του εμπορευματοκιβωτίου. Ο Μ.Υ.2 κατέθεσε ότι η εταιρεία THAS MARITIME CO LTD ασχολείται με πρακτορεύσεις πλοίων και διεθνείς μεταφορές εμπορευμάτων μεταξύ τρίτων χωρών. Όσον αφορά την υπό εξέταση υπόθεση, ο αντιπρόσωπος των Εναγόμενων είχε δώσει τα φορτία του στον αντιπρόσωπο της εταιρείας THAS MARITIME CO LTD στην Ολλανδία για να τα μεταφέρει στην Κύπρο, σε εμπορευματοκιβώτιο. Το εν λόγω εμπορευματοκιβώτιο, όταν έφτασε στο λιμάνι της Λεμεσού, περιείχε εμπορεύματα που ανήκαν σε 8 διαφορετικούς παραλήπτες, στους οποίους περιλαμβάνονταν και οι Ενάγοντες. Διευθέτησαν την εκκένωση του εμπορευματοκιβωτίου στο λιμάνι της Λεμεσού, στην παρουσία υπαλλήλου της εταιρείας του και υπό τον έλεγχο της Αρχής Λιμένων, αφού προηγουμένως έστειλαν, ηλεκτρονικά, πλήρη στοιχεία του εμπορευματοκιβωτίου στο σύστημα της Αρχής Λιμένων. Τα στοιχεία αυτά τους στάληκαν από τους συνεργάτες τους ATLAS LINES INTERNATIONAL LTD, στο Ρότερνταμ, όπου φορτώθηκε το εμπορευματοκιβώτιο (Τεκμήριο 23). Πριν την εκκένωση του εμπορευματοκιβωτίου εξέδωσε διατακτικό παράδοσης (delivery order), προς τους Εναγόμενους (Τεκμήριο 24). Επεξήγησε ότι ο σκοπός της παρουσίας του δικού τους υπαλλήλου κατά το άνοιγμα του εμπορευματοκιβωτίου ήταν για να βεβαιωθεί ότι το εμπορευματοκιβώτιο είχε αδειάσει και ότι όλα τα εμπορεύματα μεταφέρθηκαν στις αποθήκες της Αρχής Λιμένων. Μετά την εκκένωση του εμπορευματοκιβωτίου όλα τα εμπορεύματα που παραλήφθηκαν καταγράφηκαν στο σύστημα της Αρχής Λιμένων, στην κατάσταση που είχαν παραληφθεί. Aξιολόγηση μαρτυρίας - ευρήματα: Παρακολούθησα με την επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Θα πρέπει να τονίσω ότι η αξιολόγηση τους δεν περιορίστηκε στην εντύπωση που άφησαν από το εδώλιο του μάρτυρα, αλλά επεκτάθηκε στην ουσία της εκδοχής τους, την οποία αντιπαρέβαλα με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό που υπάρχει ενώπιον μου (Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71). Όπως έχει αναφερθεί στην πρόσφατη υπόθεση P. & Chr. Seafood Express Ltd κ.α. ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, ECLI:CY:AD:2014:A661, Πολ. Έφεση αρ. 277/2009, ημερομηνίας 10/9/2014: «Είναι καθιερωμένη και αδιαμφισβήτητη η νομολογία που θέλει κριτή της μαρτυρίας να είναι κατ' εξοχήν το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου διεξάγεται η δίκη (Σταύρου ν. Χαραλάμπους
(2011)1 Α.Α.Δ. 193). Και αυτό βέβαια για καλό λόγο. Το Δικαστήριο μπορεί να αποτιμήσει την αξιοπιστία των μαρτύρων υπό το φως της ενώπιον του ακροαματικής διαδικασίας στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης με όλες τις εκφάνσεις και παραμέτρους της. Ο Δικαστής ο οποίος έχει το ευεργέτημα αυτής της θεώρησης πραγμάτων καλείται κατ' αντικειμενικό τρόπο να κρίνει τους συνανθρώπους του αποστασιοποιημένος βέβαια από την υπόθεση και ενσωματώνοντας το μέτρο εκείνο της αμερόληπτης και λογικής κρίσης που διέρχεται ολόκληρη την κοινωνία με πρόσθετη βέβαια τη νομική κατάρτιση του Δικαστή (Baloise Insurance Co. Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275). Ο Μ.Ε.1 άφησε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Απάντησε σε οτιδήποτε του ζητήθηκε με σαφήνεια, καθαρότητα, ευθύτητα, χωρίς δισταγμούς και αμφιταλαντεύσεις. Πέραν της θετικής εικόνας που άφησε από το εδώλιο του μάρτυρα, η εκδοχή του παρουσίαζε συνοχή, πειστικότητα, λογικότητα. Η αντεξέταση στην οποία υπεβλήθη δεν κατέστη δυνατό να κλονίσει ούτε κατ' ελάχιστο τις θέσεις του. Ήταν σταθερός και αμετακίνητος στη θέση του ως προς το τι ακριβώς συμφωνήθηκε με τους Εναγόμενους, συγκεκριμένα ότι αυτό που συμφωνήθηκε ήταν η μεταφορά από τους Εναγόμενους των αγορασθέντων εμπορευμάτων στην Κύπρο, θέση την οποία αποδέχομαι χωρίς κανένα δισταγμό. Σταθερός και αμετακίνητος παρέμεινε επίσης σε σχέση με το χρόνο και τον τρόπο που περιήλθε στην κατοχή του η φορτωτική - Τεκμήριο
  1. Αποδέχομαι ανεπιφύλαχτα ότι την παρέλαβε μέσω του εκτελωνιστή του, μετά την παραλαβή των εμπορευμάτων. Θα πρέπει, ακόμα, να επισημάνω ότι μία εκ των βασικότερων θέσεων του, συγκεκριμένα ότι παρέλαβε μικρότερη ποσότητα εμπορευμάτων από αυτή που αγόρασε από την εταιρεία HKC Europe B.V. υπήρξε αδιαμφισβήτητη. Τονίζω ότι δεν υπεβλήθη σε οποιαδήποτε αντεξέταση επί της συγκεκριμένης θέσεως του. Αδιαμφισβήτητη, επίσης, παρέμεινε και η θέση του όσον αφορά την αξία των εμπορευμάτων που δεν παρέλαβε, όπως την περιέγραψε στη μαρτυρία του. Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο ως ειλικρινής και αξιόπιστη. Ένα από τα επιχειρήματα της γραπτής αγόρευσης των ευπαίδευτων συνηγόρων των Εναγομένων ήταν ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας σε σχέση με το τι ακριβώς περιείχε η κάθε μία από τις 4 παλέτες που παραδόθηκαν από τους HKC Europe B.V. και φορτώθηκαν στο πλοίο JUDITH BORCHARD. Είμαι της άποψης ότι δεν δικαιολογείται η προβολή τέτοιου επιχειρήματος από την Υπεράσπιση. Από τη στιγμή που δεν έχει αμφισβητηθεί ούτε ότι αυτό το οποίο τελικά παραλήφθηκε από τους Ενάγοντες ήταν 80 χαρτοκιβώτια από το συνολικό αριθμό των 131 χαρτοκιβωτίων που περιέχονταν στις 4 παλέτες που είχαν παραδοθεί από τους HKC Europe B.V. και φορτώθηκαν στο εμπορευματοκιβώτιο MCLU 415003-7, ούτε η αξία των εμπορευμάτων που δεν παραδόθηκαν στους Ενάγοντες, το τι περιείχαν οι 4 παλέτες είναι πλέον άνευ σημασίας. Υποστηρίζεται ακόμα από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των Εναγομένων ότι δεν προσκομίστηκε αποδεκτή μαρτυρία ότι τα παραληφθέντα από τον Λειτουργό της Αρχής Λιμένων εμπορεύματα των Εναγόντων, δηλαδή η 1 παλέτα και τα 50 χύμα χαρτοκιβώτια, ήταν αυτά που βρίσκονταν στο ως άνω περιγραφόμενο εμπορευματοκιβώτιο, όταν αυτό αποσφραγίστηκε από τον Λειτουργό. Αυτό το οποίο στην ουσία εγείρεται από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των Εναγόμενων, εξ όσων έχω αντιληφθεί, είναι ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ότι τα εμπορεύματα που παρέλαβαν τελικά οι Ενάγοντες, ήταν αυτά που φορτώθηκαν στο ως άνω περιγραφόμενο εμπορευματοκιβώτιο, στο λιμάνι του Ρότερνταμ. Το ζήτημα όμως αυτό για πρώτη φορά ηγέρθη στην γραπτή αγόρευση των συνηγόρων των Εναγόμενων. Ουδέποτε προηγουμένως ηγέρθη από την Υπεράσπιση ότι οι Ενάγοντες παρέλαβαν εμπορεύματα διαφορετικά από αυτά που βρίσκονταν στο ως άνω περιγραφόμενο εμπορευματοκιβώτιο. Ένα άλλο ζήτημα, συναφές και αυτό με την ποσότητα των παραληφθέντων από τους Ενάγοντες εμπορευμάτων, που εγείρεται στην γραπτή αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων των Εναγόμενων, σχετίζεται με το βάρος των εμπορευμάτων που παραδόθηκαν στους Ενάγοντες. Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία η οποία αναπτύσσεται από τους συνηγόρους των Εναγόμενων, το βάρος των εμπορευμάτων που αγόρασαν οι Ενάγοντες και φορτώθηκαν στο ως άνω περιγραφόμενο εμπορευματοκιβώτιο, όπως προκύπτει από τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου (Τεκμήρια 5, 7, 13, 14, 16, 23 και 24), είναι το ίδιο με το βάρος των εμπορευμάτων που τελικά παραδόθηκαν στους Ενάγοντες. Συνεπώς, κατά την επιχειρηματολογία των συνηγόρων των Εναγόμενων, δεν είναι βάσιμο το παράπονο των Εναγόντων ότι παρέλαβαν εμπορεύματα μικρότερης ποσότητας από την αγορασθείσα. Στα έγγραφα που κατέθεσε η πλευρά των Εναγόντων, όπως το τιμολόγιο αγοράς των εμπορευμάτων (Τεκμήριο 5), η απόδειξη πληρωμής των Εναγόμενων (Τεκμήριο 7) και η φορτωτική (Τεκμήριο 14), καταγράφεται ότι το βάρος των 4 παλέτων με τα εμπορεύματα των Εναγόντων (computer parts), είναι 1.487 kgs. Το ίδιο βάρος καταγράφεται και στο έγγραφο της Αρχής Λιμένων που περιγράφεται ως «ship's outturn report and discrepancies list», το οποίο επισυνάπτεται στο πιστοποιητικό της Αρχής Λιμένων (Τεκμήριο 16), δίπλα από την μικρότερη ποσότητα των εμπορευμάτων των Εναγόντων που παραλήφθηκαν τελικά από την Αρχή Λιμένων, όπως και στο τελευταίο έγγραφο του Τεκμηρίου 16 που περιγράφεται ως «good receival receipt» και είναι η απόδειξη παραλαβής των εμπορευμάτων στην αποθήκη της Αρχής Λιμένων. Ας σημειωθεί ότι στο έγγραφο ship's outturn report, του Τεκμηρίου 16, εκτός από τα εμπορεύματα των Εναγόντων, καταγράφονται τα εμπορεύματα 8 συνολικά διαφορετικών παραληπτών που είχαν μεταφερθεί μέσα στο ίδιο εμπορευματοκιβώτιο από το λιμάνι του Ρότερνταμ στο λιμάνι της Λεμεσού. Σύμφωνα δε με την ενώπιον μου αδιαμφισβήτητη μαρτυρία, η ποσότητα των εμπορευμάτων όλων ανεξαιρέτως των παραληπτών, που παραλήφθηκε τελικά από την Αρχή Λιμένων, παρουσιάζει διαφορές με την ποσότητα των εμπορευμάτων που είχε δηλώσει ο πράκτορας του εμπορευματοκιβωτίου για τα εμπορεύματα του καθενός από τους 8 παραλήπτες, όπως αυτή καταγράφεται στο έγγραφο που περιγράφεται ως «cargo declaration» και είναι το τρίτο κατά σειρά έγγραφο που επισυνάπτεται στο πιστοποιητικό της Αρχής Λιμένων (Τεκμήριο 16). Από μια σύγκριση την οποία έχω κάνει μεταξύ του περιεχομένου του εγγράφου cargo declaration και του περιεχομένου του εγγράφου ship's outturn report, έχω διαπιστώσει ότι στο τελευταίο έγγραφο, το βάρος των εμπορευμάτων που καταγράφεται δίπλα από τα εμπορεύματα του κάθε παραλήπτη είναι ακριβώς το ίδιο με το βάρος των εμπορευμάτων που καταγράφεται στο cargo declaration, όπως αυτό δηλώθηκε από τον πράκτορα του εμπορευματοκιβωτίου, παρά το ότι και στις 8 συνολικά περιπτώσεις των παραληπτών, η ποσότητα των εμπορευμάτων που παραλήφθηκε από την Αρχή Λιμένων διέφερε από την ποσότητα των εμπορευμάτων που είχε δηλωθεί από τον πράκτορα του εμπορευματοκιβωτίου στο cargo declaration. Όμως, η Υπεράσπιση δεν είχε ζητήσει οποιαδήποτε επεξήγηση από τον Μ.Ε.3, που ήταν αυτός που κατέθεσε το πιστοποιητικό της Αρχής Λιμένων (Τεκμήριο 16), με τα σχετικά έγγραφα, όσον αφορά τον λόγο που στα δύο έγγραφα καταγράφεται το ίδιο βάρος εμπορευμάτων. Τονίζω ότι, ούτε καν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση ότι η ποσότητα των εμπορευμάτων των Εναγόντων, που παραλήφθηκε από την Αρχή Λιμένων, ήταν μικρότερη από την ποσότητα των εμπορευμάτων που αγοράστηκαν από τους Ενάγοντες. Είμαι της άποψης ότι η Υπεράσπιση δεν μπορεί εκ των υστέρων, εκμεταλλευόμενη κάποιες ασάφειες στα κατατεθέντα έγγραφα, να υποστηρίζει ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι η ποσότητα των εμπορευμάτων που παραλήφθηκε τελικά, ήταν μικρότερη από την ποσότητα των εμπορευμάτων που αγόρασαν οι Ενάγοντες και φορτώθηκαν επί του ως άνω εμπορευματοκιβωτίου. Την ίδια θετική εντύπωση έχει αφήσει στο Δικαστήριο και ο Μ.Ε.
  2. Επεξήγησε με σαφήνεια και καθαρότητα, βήμα προς βήμα, τη διαδικασία την οποία ακολούθησε για να παραλάβει τα εμπορεύματα των Εναγόντων από την Αρχή Λιμένων. Ήταν, επίσης, σταθερός στη θέση του, σε σχέση με το πότε περιήλθε στην κατοχή του η φορτωτική - Τεκμήριο
  3. Φυσικά, θα πρέπει να επισημάνω ότι κατά την αντεξέταση του άφησε κάποια αμφιβολία σε σχέση με το πρόσωπο από το οποίο παρέλαβε την ως άνω φορτωτική, ισχυριζόμενος ότι μπορεί να την πήρε από τους Εναγόμενους, μπορεί και όχι. Όμως, αυτό το οποίο προκύπτει από τη μαρτυρία του, χωρίς κανένα περιθώριο αμφιβολίας, είναι ότι δεν ήταν οι Ενάγοντες τα πρόσωπα που του παρέδωσαν το έγγραφο αυτό. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονίσω ότι, ούτε η Υπεράσπιση του είχε υποβάλει, κατά την Αντεξέταση του, ότι την παρέλαβε από τους Ενάγοντες. Ο Μ.Ε.3 κρίνεται ως αντικειμενικός, ανεξάρτητος και χωρίς προσωπικό συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης. Περιέγραψε και αυτός με σαφήνεια τη διαδικασία της παραλαβής και ανοίγματος ενός εμπορευματοκιβωτίου από την Αρχή Λιμένων, η οποία ακολουθείτο κατά τον χρόνο που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης. Θα πρέπει, επίσης, να τονίσω ότι η μαρτυρία του παρέμεινε αδιαμφισβήτητη στην ολότητα της. Σε αντίθεση με τους μάρτυρες των Εναγόντων, ο διευθυντής των Εναγομένων (Μ.Υ.1), άφησε αλγεινή εντύπωση στο Δικαστήριο. Αυτό το οποίο έχω διακρίνει, παρακολουθώντας τον με προσοχή στο εδώλιο του μάρτυρα, ήταν μια αγωνιώδης και απέλπιδα προσπάθεια να πείσει το Δικαστήριο ότι αυτό το οποίο συμφωνήθηκε με τους Ενάγοντες δεν ήταν η μεταφορά των εμπορευμάτων τους στην Κύπρο από το Ρότερνταμ, αλλά η διαμεσολάβηση των Εναγομένων στην εξεύρεση μεταφορέα για μεταφορά των εμπορευμάτων των Εναγόντων. Η ως άνω προσπάθεια του όμως κάθε άλλο παρά έπεισε το Δικαστήριο. (α) Ισχυρίστηκε ότι οι Εναγόμενοι ενημέρωσαν τους Ενάγοντες ότι ενεργούσαν ως διαμεσολαβητές (freight forwarders), στη δε αλληλογραφία που είχαν με τους Ενάγοντες πάντοτε παρουσίαζαν τους εαυτούς τους ως διαμεσολαβητές και ουδέποτε ως μεταφορείς εμπορευμάτων. Όμως, ο υπό αναφορά ισχυρισμός του καταρρίπτεται από το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο των ηλεκτρονικών επιστολών (email - Tεκμήρια 18 και 19), οι οποίες αποτελούν την αλληλογραφία που ανταλλάγηκε μεταξύ των μερών, για τη μεταφορά των εμπορευμάτων των Εναγόντων στην Κύπρο. Αν πράγματι ευσταθούσε ο ισχυρισμός του ότι ο ρόλος των Εναγομένων ήταν απλά να πάρουν προσφορά από τους COPEX MARITIME, οι οποίοι θα διευθετούσαν ολόκληρη τη διαδικασία μεταφοράς των εμπορευμάτων, κατά τον ισχυρισμό του, επιπλέον δε ότι οι Εναγόμενοι δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος στη σύμβαση μεταφοράς, λογικά αυτό το οποίο θα ανέμενα ήταν ότι αμέσως μετά τη λήψη της προσφοράς και την αποδοχή της από τους Ενάγοντες, θα σταματούσε οποιαδήποτε περαιτέρω ανάμειξη τους και θα υπήρχε πλέον απευθείας επικοινωνία μεταξύ Εναγόντων και COPEX MARITIME. Δεν υπήρχε λόγος, κατά την άποψη μου, η επικοινωνία των Εναγόντων με την COPEX MARITIME να γινόταν μέσω των Εναγομένων. Σύμφωνα, όμως, με το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο των Τεκμηρίων 18 και 19, οι Εναγόμενοι ήταν αυτοί που θα έδιναν οδηγίες στους COPEX MARITIME να επικοινωνήσουν με τους προμηθευτές των Εναγόντων, ώστε να διευθετείτο η φόρτωση των αγορασθέντων εμπορευμάτων στο πλοίο. Διερωτώμαι πως είναι δυνατόν οι ίδιοι οι Εναγόμενοι να δίνουν τις ως άνω οδηγίες, από τη στιγμή που ο ρόλος τους στην όλη διαδικασία ήταν, όπως ισχυρίζεται ο Μ.Υ.1, απλά και μόνο να πάρουν προσφορά από τους COPEX MARITIME. Επιπρόσθετα, θα ήθελα να αναφέρω ότι αν πράγματι ευσταθούσε ο ισχυρισμός του ότι ενεργούσαν ως διαμεσολαβητές ή ως forwarding agents, ως αντιπρόσωποι δηλαδή, λογικά δεν θα αποκαλούσαν τους COPEX MARITIME ως αντιπροσώπους τους, αφού οι COPEX MARITIME ήταν, κατά τον ισχυρισμό του, αυτοί που θα διεκπεραίωναν ολόκληρη τη διαδικασία της μεταφοράς των εμπορευμάτων των Εναγόντων. Επισημαίνω ακόμα την παραδοχή του κατά την αντεξέταση του ότι οι υπηρεσίες που προσέφεραν οι Εναγόμενοι, όπως αυτές περιγράφονται στην ιστοσελίδα τους (Τεκμήριο 12), ήταν κάτι περισσότερο από υπηρεσίες διαμεταφορέα. Όσον αφορά την ισχυριζόμενη προσφορά, την οποία ισχυρίστηκε ότι παρέλαβαν από τους COPEX MARITIME, θα πρέπει να επισημάνω ότι δεν επεξήγησε ούτε ποια ήταν η συγκεκριμένη προσφορά, ούτε κατά πόσο δόθηκε γραπτώς ή προφορικώς. (β) Όπως έχω ήδη αναφέρει, στις ως άνω αναφερόμενες επιστολές αποκαλούν τους COPEX MARITIME ως αντιπροσώπους τους (agents), στο Ρότερνταμ. Διερωτώμαι πόσο πειστικός μπορεί να είναι ο ισχυρισμός του ότι οι COPEX MARITIME ήταν απλά συνεργάτες τους, από τη στιγμή που στην επιστολογραφία του με τους Ενάγοντες τους αποκαλεί ως αντιπροσώπους (agents) των Εναγομένων. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να υπογραμμίσω την ανεπιτυχή προσπάθεια του, κατά την αντεξέταση του, να πείσει το Δικαστήριο ότι ο όρος «agents», που χρησιμοποιούν οι Εναγόμενοι στην ως άνω επιστολογραφία τους με τους Ενάγοντες, έχει την έννοια του συνεργάτη και όχι του αντιπροσώπου. Κατά τα άλλα, συμφώνησε σε υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εναγόντων ότι οι COPEX MARITIME ενεργούσαν εκ μέρους και ως αντιπρόσωποι των Εναγομένων, προσθέτοντας όμως ότι ενεργούσαν εκ μέρους τους για να διεκπεραιώσουν μια εργασία. (γ) Ισχυρίζεται στη γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο 17), η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέταση του, ότι οι δραστηριότητες των Εναγόμενων γίνονταν σύμφωνα με τους γενικούς κανονισμούς του Κυπριακού Συνδέσμου Διαμεταφορέων (standard trading conditions), κάτι για το οποίο ενημέρωσαν γραπτώς τους Ενάγοντες. Όταν όμως του ζητήθηκε, κατά την αντεξέταση του, να αναφέρει ποια ήταν τα έγγραφα με τα οποία ενημέρωσε τους Ενάγοντες ότι οι δραστηριότητες των Εναγόμενων διέπονταν από τους ως άνω όρους, περιορίστηκε απλά να αναφέρει ότι αυτοί εξυπακούονται στην αλληλογραφία που ανταλλάγηκε με τους Ενάγοντες, παραπέμποντας στα Τεκμήρια 18 και
  4. Όπως όμως διαφαίνεται από το περιεχόμενο των ως άνω αναφερομένων Τεκμηρίων, οι όροι αυτοί δεν παρατίθενται, ούτε κοινοποιούνται στους Ενάγοντες. Φυσικά, δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι στα υπό αναφορά Τεκμήρια υπάρχει η ακόλουθη πρόνοια: "All businesses of whatsoever nature, be as agents or principal, with any party whatsoever, shall be conducted in accordance with the General Conditions of the Cyprus Clearing and Freight Forwarders Association - rendering Services as "CCFFA". The duties, responsibilities and liabilities of the company are subject to such provisions. All offers/quotations are subject to customers' reconfirmation of acceptance and are governed by validity terms." Πιστεύω όμως ότι οι ως άνω όροι θα έπρεπε να παρατίθενται λεπτομερώς, ώστε οι Ενάγοντες να λάμβαναν γνώση του περιεχομένου τους πριν να καταλήξουν σε συμφωνία με τους Εναγόμενους. Η κατά τον ως άνω γενικό και αόριστο τρόπο αναφορά στους όρους αυτούς δεν θα μπορούσε να δεσμεύει καθ' οιονδήποτε τρόπο τους Ενάγοντες (Holiday Tours Ltd v. Κούτα κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 766). Αξίζει να επισημάνω ότι, όπως ο ίδιος παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση του, δεν κοινοποίησαν στους Ενάγοντες τους λεπτομερείς όρους του Κυπριακού Συνδέσμου Διαμεταφορέων (standard trading conditions), τους οποίους ο ίδιος κατέθεσε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 20). Επισημαίνω ακόμα ότι συμφώνησε με τη θέση που του υπεβλήθη ότι οι Ενάγοντες δεν είχαν γνώση των όρων του Τεκμηρίου
  1. (δ) Ισχυρίζεται, ακόμα, στη γραπτή του δήλωση, ότι αφού πήραν την προσφορά από τους COPEX MARITIME, πρόσθεσαν και τη δική τους αμοιβή για τη διαμεσολάβηση (intervention fees), την οποία αποδέχτηκαν οι Ενάγοντες. Όμως, δεν έχει επεξηγήσει στο Δικαστήριο ποιο από τα κονδύλια που παρατίθενται λεπτομερώς στο διατακτικό παράδοσης που εξέδωσαν οι Εναγόμενοι (Τεκμήριο 7) αντιπροσωπεύει την αμοιβή τους για τη διαμεσολάβηση. Αντίθετα, όπως διαφαίνεται μέσα από την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του Μ.Ε.2, ο οποίος επεξήγησε λεπτομερώς σε τι αντιστοιχεί το κάθε ποσό που περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 7, δεν υπάρχει χρέωση για την ισχυριζόμενη διαμεσολάβηση των Εναγομένων. (ε) Όσον αφορά τέλος τον ισχυρισμό του ότι οι Ενάγοντες δεν μερίμνησαν να τους καλέσουν σε καταμέτρηση των εμπορευμάτων (survey) στο λιμενικό χώρο πριν την παραλαβή τους, διερωτώμαι σε τι θα εξυπηρετούσε η οποιαδήποτε καταμέτρηση από τους ιδίους, από τη στιγμή που, σύμφωνα με το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο των εγγράφων της Αρχής Λιμένων, τα οποία επισυνάπτονται στο Τεκμήριο 16, η ποσότητα των εμπορευμάτων των Εναγόντων, όπως παραλήφθηκαν από την Αρχή Λιμένων, κατά το άνοιγμα του εμπορευματοκιβωτίου, δεν ανταποκρινόταν στην ποσότητα των αγορασθέντων εμπορευμάτων. Αξίζει ακόμα να επισημάνω ότι, όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο, επί συνόλου 131 χαρτοκιβωτίων με τα εμπορεύματα των Εναγόντων παραλήφθηκαν από την Αρχή Λιμένων μόνο 80 χαρτοκιβώτια. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω λεπτομερώς πιο πάνω, απορρίπτω ως παντελώς αναξιόπιστη τη μαρτυρία του Μ.Υ.1, ειδικά δε τον ισχυρισμό του ότι αυτό το οποίο συμφωνήθηκε με τους Ενάγοντες ήταν η διαμεσολάβηση τους στην εξεύρεση μεταφορέα, ο οποίος θα αναλάμβανε τη μεταφορά των εμπορευμάτων, επιπλέον δε ότι ενημέρωσαν τους Ενάγοντες ότι ενεργούσαν ως διαμεσολαβητές και προωθητές φορτίων (forwarding agents). Ο Μ.Υ.2, παρά το αδιαμφισβήτητο της μαρτυρίας του, εντούτοις δεν βοήθησε καθ' οιονδήποτε τρόπο την εκδοχή του Μ.Υ.
  2. Επισημαίνω ότι δεν έκανε οποιαδήποτε αναφορά ούτε στην μεταξύ των Εναγόντων και Εναγόμενων συμφωνία, ούτε στο τι διαλάμβανε η συμφωνία αυτή, ειδικά δε στο κατά πόσο είχε συμφωνηθεί η διαμεσολάβηση των Εναγόμενων στην εξεύρεση μεταφορέα, ο οποίος θα αναλάμβανε τη μεταφορά των εμπορευμάτων των Εναγόντων στην Κύπρο, όπως ήταν η εκδοχή του Μ.Υ.
  3. Η μαρτυρία του περιστράφηκε, κατά κύριο λόγο, γύρω από τη διαδικασία του ανοίγματος του εμπορευματοκιβωτίου. Ενόψει των πιο πάνω, η θέση του μάρτυρα ότι οι Εναγόμενοι είναι διαμεταφορείς εμπορευμάτων και όχι μεταφορείς, δεν στηρίχτηκε στο τι πραγματικά συμφωνήθηκε μεταξύ Εναγόντων και Εναγόμενων στην συγκεκριμένη περίπτωση. Ούτε τα κατατεθέντα από μέρους του έγγραφα (Τεκμήρια 23 και 24), υποστηρίζουν καθ' οιονδήποτε τρόπο τη θέση ότι οι Εναγόμενοι στη συγκεκριμένη περίπτωση ενεργούσαν ως διαμεταφορείς των εμπορευμάτων. Από την άλλη, η μαρτυρία του επιβεβαιώνει τη θέση του Μ.Ε.3 ως προς το ποια ακριβώς εμπορεύματα των Εναγόντων παραλήφθηκαν από την Αρχή Λιμένων κατά το άνοιγμα του εμπορευματοκιβωτίου. Επισημαίνω ότι, όπως ανέφερε στη μαρτυρία του, ήταν παρών υπάλληλος της εταιρείας του κατά το άνοιγμα του εμπορευματοκιβωτίου και την παραλαβή της ελλιπούς ποσότητας των εμπορευμάτων των Εναγόντων από τον Λειτουργό της Αρχής Λιμένων. Με βάση την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Οι Ενάγοντες κατά την 29/9/2006 αγόρασαν από την εταιρεία HKC Europe B.V., από την Ολλανδία, διάφορα εμπορεύματα, συγκεκριμένα εξαρτήματα ηλεκτρονικών υπολογιστών (computer's parts), τα οποία περιγράφονται λεπτομερώς στο τιμολόγιο - Τεκμήριο 5, έναντι του συνολικού ποσού των €7.620, το οποίο εξοφλήθηκε πλήρως από τους Ενάγοντες. Προκειμένου τα ως άνω εμπορεύματα να μεταφερθούν στην Κύπρο από την Ολλανδία ο Μ.Ε.1, διευθυντής των Εναγόντων, επικοινώνησε με τον Μ.Υ.1, διευθυντή των Εναγομένων, τον οποίο πληροφόρησε για την αγορά των ως άνω εμπορευμάτων και του ζήτησε όπως οι Εναγόμενοι τα μεταφέρουν στην Κύπρο. Οι Εναγόμενοι συμφώνησαν όπως μεταφέρουν τα ως άνω εμπορεύματα διά θαλάσσης, από το λιμάνι του Ρότερνταμ στο λιμάνι της Λεμεσού και τα παραδώσουν στους Ενάγοντες. Οι Εναγόμενοι ουδέποτε, πριν τον καταρτισμό της ως άνω συμφωνίας, αποκάλυψαν στους Ενάγοντες ότι ενεργούσαν ως διαμεσολαβητές ή διαμεταφορείς (forwarding agents) ή ότι ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι άλλου μεταφορέα. Η αμοιβή των Εναγόμενων για την προσφορά των ως άνω υπηρεσιών τους συμφωνήθηκε στο ποσό των €533,66, από το οποίο, ποσό €183,60 αφορούσε το ναύλο της μεταφοράς των εμπορευμάτων και €212,20 την εργασία μεταφοράς των εμπορευμάτων από τις αποθήκες των HKC Europe B.V. στο λιμάνι του Ρότερνταμ. Οι Εναγόμενοι έδωσαν στον Μ.Ε.1 τα στοιχεία των αντιπροσώπων τους στην Ολλανδία, COPEX MARITIME, προκειμένου οι Ενάγοντες να ενημερώσουν τους προμηθευτές τους στην Ολλανδία για τους εξουσιοδοτημένους, από τους Εναγόμενους, παραλήπτες του φορτίου από τις αποθήκες τους. Ουδέποτε οι Ενάγοντες επικοινώνησαν απευθείας με τους COPEX MARITIME, η οποιαδήποτε δε επικοινωνία γινόταν μέσω των Εναγόμενων. Τα ως άνω εμπορεύματα συσκευάστηκαν σε 131 χαρτοκιβώτια και παραδόθηκαν από την εταιρεία HKC Europe B.V. στους αντιπροσώπους των Εναγόμενων, COPEX MARITIME. Ακολούθως, συσκευασμένα σε 4 παλέτες, φορτώθηκαν στο εμπορευματοκιβώτιο ΜCLU 415003-7 στο λιμάνι του Ρότερνταμ και μεταφέρθηκαν με το πλοίο JUDITH BORCHARD στο λιμάνι της Λεμεσού. Οι Εναγόμενοι, με έγγραφη ειδοποίηση τους (Τεκμήριο 13), ενημέρωσαν τους Ενάγοντες για την άφιξη των εμπορευμάτων τους. Κατόπιν αυτού, οι Ενάγοντες ανέθεσαν στον Μ.Ε.2 όπως παραλάβει για λογαριασμό τους τα αφηχθέντα εμπορεύματά τους από το λιμάνι Λεμεσού. Κατά το άνοιγμα του εμπορευματοκιβωτίου και την παραλαβή του περιεχομένου του από Λειτουργό της Αρχής Λιμένων, που έγινε στην παρουσία υπαλλήλου της εταιρείας THAS MARITIME CO LTD, παραλήφθηκαν, από το σύνολο των εμπορευμάτων που αγόρασαν οι Ενάγοντες, μία μόνο παλέτα και 50 χαρτοκιβώτια χύμα ή συνολικά 80 χαρτοκιβώτια από το συνολικό αριθμό των 4 παλέτων ή 131 χαρτοκιβωτίων που είχαν παραδοθεί από τους HKC Europe B.V. στους COPEX MARITIME. Τα ως άνω εμπορεύματα των Εναγόντων μεταφέρθηκαν, στην κατάσταση που παραλήφθηκαν από την Αρχή Λιμένων, από τον μεταφορέα κ. Σκεμπετζή και παραδόθηκαν στους Ενάγοντες στα υποστατικά τους. Μόλις ο Μ.Ε.1 διαπίστωσε ότι τα παραληφθέντα εμπορεύματα δεν ανταποκρίνονταν στην ποσότητα των εμπορευμάτων που είχαν αγοραστεί από τους HKC Europe B.V., ειδοποίησε το Μ.Υ.1 και του ζήτησε να εξετάσει και ο ίδιος το φορτίο. Ο Μ.Υ.1 εξέτασε επιτόπου τα παραληφθέντα από τους Ενάγοντες εμπορεύματα και ανέφερε στο Μ.Ε.1 ότι εκείνο ήταν το φορτίο που παρέλαβε. Η αξία των εμπορευμάτων τα οποία δεν παραδόθηκαν στους Ενάγοντες ανέρχονται στο ποσό των €6.
  4. Οι Ενάγοντες, με επιστολή τους ημερομηνίας 25/10/2006 (Τεκμήριο 21), την οποία απηύθυναν προς τους Εναγόμενους και τους COPEX MARITIME, ζήτησαν από αυτούς όπως αντικαταστήσουν τα απωλεσθέντα εμπορεύματα. Οι Εναγόμενοι με επιστολή τους ημερομηνίας 8/11/2006 (Τεκμήριο 22) αρνήθηκαν οποιαδήποτε ευθύνη για τα απωλεσθέντα εμπορεύματα. Ακολούθως, με επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 10/11/2006 (Τεκμήριο 11), οι Ενάγοντες κάλεσαν τους Εναγόμενους να αποκαταστήσουν τις ζημιές τις οποίες υπέστησαν συνεπεία της απώλειας των εμπορευμάτων, όμως οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν να το πράξουν. Νομική Πτυχή: Όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι Ενάγοντες με το δικόγραφο της Αναφοράς τους επιρρίπτουν στους Εναγόμενους ότι παρέβησαν τη μεταξύ τους συμφωνία για μεταφορά των αγορασθέντων από αυτούς εμπορευμάτων διά θαλάσσης και/ή την υποχρέωση τους προς ασφαλή μεταφορά και παράδοση τους στους Ενάγοντες. Σύμφωνα με τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει, οι Ενάγοντες αγόρασαν από τους HKC Europe B.V. από την Ολλανδία, τα εμπορεύματα τα οποία περιγράφονται λεπτομερώς στο τιμολόγιο (Τεκμήριο 5). Στη συνέχεια, συμφώνησαν με τους Εναγόμενους, οι οποίοι παρουσιάζονταν ότι πρόσφεραν υπηρεσίες μεταφοράς εμπορευμάτων από και προς την Κύπρο, όπως οι Εναγόμενοι αναλάβουν τη μεταφορά των ως άνω εμπορευμάτων από την Ολλανδία στην Κύπρο. Τα αγορασθέντα από τους Ενάγοντες εμπορεύματα παραλήφθηκαν από τους COPEX MARITIME, οι οποίοι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι των Εναγόμενων. Δεν έχει αμφισβητηθεί από πλευράς Υπεράσπισης ότι οι Ενάγοντες κατέστησαν οι ιδιοκτήτες των εμπορευμάτων, τα οποία αγόρασαν από την εταιρεία HKC Europe B.V., όπως αυτά περιγράφονται στο τιμολόγιο (Τεκμήριο 5). Στην υπόθεση Standard Fruit Company (Bermuda) Limited κ.ά. ν. Gold Seal Skipping Company Ltd
(1997)1 Α.Α.Δ. 464, αναφέρονται τα ακόλουθα, σε σχέση με τα καθήκοντα και τις ευθύνες ενός μεταφορέα: «Ο μεταφορέας σύμφωνα με το κοινοδίκαιο έχει υποχρέωση σαν θεματοφύλακας (common carrier)να παραδώσει το φορτίο με ασφάλεια και είναι υπόλογος για οιαδήποτε ζημιά η οποία θα τους συμβεί κατά τη διάρκεια της μεταφοράς εκτός από συγκεκριμένες εξαιρέσεις. Στο σύγγραμμα Carver, Τόμος 1 (ανωτέρω), σελίδα 1 αναφέρονται τα εξής: "COMMON LAW LIABILITY The common law, with regard to the liability of a public carrier of goods, is strict. Apart from express contract he is, with certain exceptions, absolutely responsible for the safety of the goods while they remain in his hands as carrier." Επίσης, στο σύγγραμμα "Carver's Carriage by Sea", 12th edition, v. 1, σελ. 2, μνημονεύεται το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Riley v. Horne[1]: "When goods are delivered to a carrier, they are usually no longer under the eye of the owner; he seldom follows or sends any servant with them to the place of their destination. If they should be lost or injured by the grossest negligence of the carrier or his servants, or stolen by them, or by thieves in collusion with them, the owner would be unable to prove either of these causes of loss; his witnesses must be the carrier's servants, and they, knowing that they could not be contradicted, would excuse their masters and themselves. To give due security to property, the law has added to that responsibility of a carrier, which immediately rises out of his contract to carry for a reward, namely, that of taking all reasonable care of it, the responsibility of an insurer." Από τα όσα παρατίθενται αμέσως πιο πάνω καθίσταται φανερό ότι η ευθύνη ενός μεταφορέα είναι αυστηρή. Είναι απόλυτα υπεύθυνος για την ασφάλεια των εμπορευμάτων καθ' ον χρόνο αυτά βρίσκονται στα χέρια του. Έχοντας κατά νουν, αφενός τα ευρήματα μου, τα οποία περιγράφονται πιο πάνω, αφετέρου τις ανωτέρω περιγραφόμενες νομολογιακές αρχές, καταλήγω ότι οι Εναγόμενοι, ως οι μεταφορείς των εμπορευμάτων των Εναγόντων, ήταν απόλυτα υπεύθυνοι για την ασφάλεια των υπό αναφορά εμπορευμάτων, επιπλέον δε είχαν καθήκον όπως τα μεταφέρουν με ασφάλεια και τα παραδώσουν στους Ενάγοντες στην ίδια κατάσταση στην οποία τα είχαν παραλάβει από το χώρο της πωλήτριας εταιρείας. Έχοντας κατά νουν το εύρημα μου ότι η ποσότητα των εμπορευμάτων που παραλήφθηκε από την Αρχή Λιμένων κατά το άδειασμα του εμπορευματοκιβωτίου MCLU 415003-7 και τελικά κατέληξε στα χέρια των Εναγόντων ήταν ελλιπής, καταλήγω ότι οι Εναγόμενοι παρέβησαν το καθήκον τους για ασφαλή φύλαξη και μεταφορά των εμπορευμάτων των Εναγόντων. Το γεγονός ότι η παραλαβή των εμπορευμάτων από το χώρο της πωλήτριας εταιρείας στην Ολλανδία αλλά και η μεταφορά τους στην Κύπρο δεν έγινε από τους ίδιους τους Εναγόμενους, δεν τους απαλλάσσει από την ευθύνη τους. Όπως έχω ήδη καταλήξει, οι Εναγόμενοι κατά τον ουσιώδη χρόνο ενεργούσαν μέσω αντιπροσώπων. Αναμφίβολα δε, δεσμεύονταν από τις πράξεις των αντιπροσώπων τους. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να υποδείξω ότι η ενώπιον μου μαρτυρία δεν έχει αποκαλύψει ότι οι Ενάγοντες είχαν οποιαδήποτε ανάμιξη στην επιλογή της γραμμής ή του πλοίου με το οποίο τα εμπορεύματα τους θα μεταφέρονταν στην Κύπρο. Αντίθετα, αυτό το οποίο προκύπτει είναι ότι η επιλογή του συγκεκριμένου πλοίου έγινε από τους Εναγόμενους και τους αντιπροσώπους τους COPEX MARITIME. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι Εναγόμενοι στο δικόγραφο της Απάντησης τους ισχυρίζονται ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ενεργούσαν ως διαμεσολαβητές και/ή προωθητές φορτίων (freight forwarders), περαιτέρω δε, ότι αυτό το οποίο τους ανέθεσαν οι Ενάγοντες ήταν η εξεύρεση μεταφορέων οι οποίοι θα ήταν πρόθυμοι να συνάψουν συμφωνία με τους HKC Europe B.V. για μεταφορά των εμπορευμάτων των Εναγόντων διά θαλάσσης και παράδοση τους στους Ενάγοντες. Ισχυρίζονται ακόμα ότι δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος σε οποιαδήποτε συμφωνία μεταφοράς των εμπορευμάτων στην Κύπρο και ότι οποιαδήποτε συμφωνία μεταφοράς των εμπορευμάτων, στην οποία συμβαλλόμενο μέρος ήταν και οι Ενάγοντες, συνήφθη μεταξύ των HKC Europe B.V.και των COPEX MARITIME. Το Δικαστήριο, για τους λόγους που επεξήγησε λεπτομερώς σε προγενέστερο σημείο της απόφασης του, απέρριψε τον ισχυρισμό του Μ.Υ.1 ότι ο ρόλος των Εναγόμενων ήταν, απλά, να πάρουν προσφορά από τους COPEX MARITIME, οι οποίοι θα διευθετούσαν ολόκληρη τη διαδικασία μεταφοράς των εμπορευμάτων στην Κύπρο. Αντίθετα, αποδεχόμενος τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 κατέληξα σε εύρημα ότι το τι πραγματικά συμφωνήθηκε με τους Εναγόμενους ήταν όπως οι Εναγόμενοι αναλάβουν τη μεταφορά των εμπορευμάτων των Εναγόντων από την Ολλανδία στην Κύπρο. Υπενθυμίζω επίσης το εύρημα μου ότι οι Εναγόμενοι δεν είχαν ενημερώσει τους Ενάγοντες ότι ενεργούσαν ως ενδιάμεσοι σύνδεσμοι και/ή διαμεσολαβητές και/ή διαμεταφορείς (forwarding agents) ή ότι ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι άλλου μεταφορέα. Αντίθετα, όπως κατέληξε το Δικαστήριο, οι Εναγόμενοι στη συγκεκριμένη περίπτωση ενεργούσαν μέσω των αντιπροσώπων τους στην Ολλανδία, που ήταν οι COPEX MARITIME. Στο σύγγραμμα "Carver's Carriage by Sea" (ανωτέρω) παρατίθενται τα ακόλουθα στην παρ. 48, σε σχέση με την ευθύνη των αντιπροσώπων: "Engagements to ship are frequently made by forwarding agents acting for merchants inland or abroad; or by vendors or buying agents shipping on behalf of English or foreign purchasers or principals; and a doubt sometimes arises whether the person who has thus made the engagement is personally responsible upon it. Where the contract is not entered into expressly for someone else, or so as to indicate to the other party that he who makes it is only acting as agent in the matter, the person entering into it becomes responsible for its performance, though the principal for whose benefit it was in fact made may also be liable, and may be entitled to claim the benefit of it." (η υπογράμμιση είναι δική μου) Σχετικό επίσης με το ζήτημα της προσωπικής ευθύνης του αντιπροσώπου, ο οποίος δεν αποκαλύπτει στον αντισυμβαλλόμενο του την ιδιότητα υπό την οποία συναλλάσσεται, είναι και το άρθρο 190 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 (Γεωργιάδης ν. The Bernoulli Trading Co Ltd
(1994)1 A.A.Δ. 629). Οι Εναγόμενοι, στο δικόγραφο της Απάντησης τους αναφέρονται στη φορτωτική (Τεκμήριο 14), την οποία εξέδωσαν οι COPEX MARITIME, την χαρακτηρίζουν δε ως σύμβαση δυνάμει της οποίας οι Ενάγοντες παρέλαβαν το φορτίο τους. Στη γραπτή δήλωση του Μ.Υ.1 (Τεκμήριο 17) προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η υπό αναφορά φορτωτική (bill of lading) αποτελεί τη σύμβαση μεταφοράς των αγαθών δια θαλάσσης μεταξύ Εναγόντων και COPEX MARITIME. Στην υπόθεση Andreas Orthodoxou Limitd v. Δημητρίου Τυλληρή Λίμιτεδ
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1247, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τη σημασία της φορτωτικής: «Η φορτωτική αποτελεί έγγραφο εκδιδόμενο από ή εκ μέρους του μεταφορέα αγαθών δια θαλάσσης, στο πρόσωπο με το οποίο έχει συμβληθεί για τη μεταφορά των αγαθών. Καθορίζει τη μεταφορά των αγαθών από συμφωνηθέντα προορισμό, είτε στο κατονομαζόμενο πρόσωπο ή, πιο συχνά, σε πρόσωπο που καθορίζεται Η φορτωτική εκδίδεται στη διαταγή του προσώπου στο οποίο τα αγαθά πρέπει να παραδοθούν και εξυπηρετεί τρεις σκοπούς. Συνιστά απόδειξη της φόρτωσης των περιγραφόμενων σ' αυτήν αγαθών στο πλοίο, αποτελεί ή μπορεί να αποτελέσει μαρτυρία της συμφωνίας μεταφορά και τέλος αποτελεί έγγραφο τίτλου για τα αγαθά. ........................................................................................................... Η σύμβαση μεταφοράς αποτελεί τη συμφωνία, ενώ η φορτωτική συνιστά την απόδειξη παραλαβής των αγαθών, στην οποία αναφέρονται και οι όροι σύμφωνα με τους οποίους θα πραγματοποιηθεί η μεταφορά.» Στην υπό εξέταση υπόθεση, σύμφωνα με τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει, η υπό αναφορά φορτωτική (Τεκμήριο 14) περιήλθε στην κατοχή των Εναγόντων μέσω του εκτελωνιστή τους (Μ.Ε.2), όταν ήδη τα εμπορεύματα τους είχαν αφιχθεί στο λιμάνι Λεμεσού. Ουδέποτε προηγουμένως, πριν ή κατά τη σύναψη της μεταξύ των μερών συμφωνίας, το περιεχόμενο της περιήλθε σε γνώση των Εναγόντων. Καθίσταται λοιπόν φανερό ότι οι Ενάγοντες δεν μπορούν να δεσμεύονται από το περιεχόμενο της. Όπως είναι νομολογημένο, για να θεωρηθεί ότι κάποιος έχει αποδεχθεί όρους σύμβασης, θα πρέπει να τους πληροφορηθεί πριν τη σύναψη της. Όροι που εισάγονται μετά τη σύναψη της σύμβασης δεν ισχύουν γιατί δεν έχουν συμφωνηθεί. Κανένας δεν μπορεί να συμφωνήσει σε κάτι που δεν γνωρίζει. Οι όροι θα πρέπει να τεθούν υπόψιν του συμβαλλόμενου που θα δεσμευτεί πριν ή κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης (Holiday Tours Ltd v. Κούτα κ.ά. (ανωτέρω), Olley v. Marlborough Court Ltd
(1949)1 K.B. 532). Έχοντας κατά νουν τα όσα αναφέρω αμέσως πιο πάνω, απορρίπτω τη θέση των Εναγομένων ότι η υπό αναφορά φορτωτική αποτελεί τη συμφωνία μεταφοράς των εμπορευμάτων των Εναγόντων. Απορρίπτω, επίσης, τις υπερασπίσεις του δικογράφου της απάντησης των Εναγομένων, οι οποίες στηρίζονται στους όρους της υπό αναφορά φορτωτικής, όπως η υπεράσπιση περί έλλειψης αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου και η υπεράσπιση περί παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος των Εναγόντων. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι Ενάγοντες στηρίζουν την αξίωση τους, διαζευκτικά και στο αστικό αδίκημα της αμέλειας. Στο δικόγραφο της αναφοράς τους επικαλούνται την αρχή RES IPSA LOQUITUR. Έχοντας κατά νουν τις πρόνοιες του άρθρου 51
(2)(γ) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148[2], το οποίο μνημονεύεται και στην γραπτή αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων των Εναγόντων, έχω καταλήξει ότι στην υπό εξέταση υπόθεση οι Εναγόμενοι δεν θα μπορούσαν να βρεθούν ένοχοι για αμέλεια. Παρενθετικά θα ήθελα να αναφέρω ότι, αμέλεια θα μπορούσε να αποδοθεί στους πλοιοκτήτες, συγκεκριμένα στους ATLAS LINES INTERNATIONAL LIMITED, ιδιοκτήτες του πλοίου το οποίο μετέφερε τα εμπορεύματα των Εναγόντων στην Κύπρο. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα "Carver's Carriage by Sea", 12th edition, v. 1, σελ. 80: «.... Thus it may now be generally stated that, although a shipowner is not in a contractual relationship with the owner of goods lost or damaged in transit, the shipowner will be liable to their owner in tort if the loss or damage arose from lack of reasonable care of the goods by him or his servants." Οι αξιώσειςτων Εναγόντων: Α. Οι Ενάγοντες αξιώνουν το ποσό των €6.300 ως η αξία των απωλεσθέντων εμπορευμάτων τους. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι Εναγόμενοι δεν αμφισβήτησαν ούτε την απώλεια των 51 χαρτοκιβωτίων, ούτε την αξία τους, η οποία συμφώνως των ευρημάτων μου ανέρχεται στο ποσό των €6,
  1. Κατά συνέπεια, οι Ενάγοντες δικαιούνται να ανακτήσουν από τους Εναγόμενους το ποσό αυτό. Β. Το δεύτερο κονδύλι που αξιώνουν αφορά την απώλεια του κέρδους τους, το οποίο θα είχαν από την πώληση των απωλεσθέντων εμπορευμάτων, ανερχόμενο στο ποσό των €2.
  2. Όπως ο Μ.Ε.1 ανέφερε στη μαρτυρία του, τα μισά από τα απωλεσθέντα εμπορεύματα είχε συμφωνήσει να τα πωλήσει σε κάποια εταιρεία σε χονδρικές τιμές, ενώ τα υπόλοιπα θα τα πωλούσε σε λιανικές τιμές, με μίνιμουμ κέρδος 5% - 10%. Για να τεκμηριώσει το ποσό του κέρδους που θα είχε, παρουσίασε επίσης δύο τιμολόγια (Τεκμήριο 15), τα οποία, όπως επεξήγησε, αφορούν τιμές πώλησης παρόμοιων εμπορευμάτων, τα οποία παραλήφθηκαν με τη νέα παραλαβή, προς αντικατάσταση των απωλεσθέντων εμπορευμάτων. Είμαι της άποψης ότι τα στοιχεία που παρουσίασε ο Μ.Ε.1 δεν ήταν επαρκή, ώστε να καταδείξουν με την απαιτούμενη ακρίβεια και σαφήνεια το κέρδος το οποίο θα είχαν οι Ενάγοντες από τα απωλεσθέντα εμπορεύματα. Αυτό το οποίο θα ανέμενα ήταν ότι θα παρουσίαζε λεπτομερή κατάσταση, στην οποία θα καταγράφετο η τιμή αγοράς του κάθε εμπορεύματος, από τη μια και η τιμή στην οποία αναμένετο να το πωλήσει, από την άλλη, ώστε να προέκυπτε επακριβώς το κέρδος το οποίο θα είχε ξεχωριστά για το κάθε προϊόν ή τουλάχιστον την κάθε ομάδα προϊόντων. Η γενική και αόριστη αναφορά του σε ένα συγκεκριμένο ποσό δεν ικανοποιεί τη νομολογιακή αρχή ότι η απόδειξη των ειδικών ζημιών θα πρέπει να κινείται μέσα σε αυστηρά πλαίσια. Αναμένεται από τον Ενάγοντα, σε κάθε περίπτωση, να αποδείξει με κατάλληλη μαρτυρία τα κονδύλια που συνιστούν την ειδική ζημιά του (Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239 και Ηρακλέους ν. Ταχύπλοου σκάφους «ΝΙΚΗ» κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 510). Για τους λόγους που έχω επεξηγήσει πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν μπορεί να επιδικάσει το ως άνω κονδύλι. Γ. Το τρίτο κατά σειρά κονδύλι που αξιώνεται από τους Ενάγοντες αφορά το κόστος εισαγωγής νέων εμπορευμάτων, προς αντικατάσταση των απωλεσθέντων, ανερχόμενο στο ποσό των €563,
  1. Αυτό το οποίο θα πρέπει να αναφέρω είναι ότι το ποσό αυτό παρέμεινε αδιαμφισβήτητο. Επισημαίνω ότι ο Μ.Ε.1 δεν υπεβλήθη σε οποιαδήποτε αντεξέταση επί του ως άνω ποσού. Κατά συνέπεια, καταλήγω ότι και αυτό το ποσό θα πρέπει να επιδικαστεί υπέρ των Εναγόντων. Οι Ενάγοντες αξιώνουν επίσης την επιδίκαση τόκου προς 9% από 19/10/
  2. Έχοντας υπόψιν ότι η ενώπιον μου μαρτυρία δεν αποκάλυψε ότι υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των μερών σε σχέση με τον τόκο, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να επιδικάσει τον αξιούμενο τόκο. Οι Ενάγοντες δικαιούνται όμως στην επιδίκαση νόμιμου τόκου. Κατάληξη μου είναι ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται στην έκδοση απόφασης εναντίον των Εναγομένων, για το ποσό των €6.863,
  3. Όσον αφορά τα έξοδα της αγωγής, δεν βλέπω λόγο για απόκλιση από το γενικό κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Εκδίδεται απόφαση προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον των Εναγόμενων, για ποσό €6.863,84, πλέον νόμιμο τόκο, πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΘΘ/ΑΓ Subject: Civil / Admiralty Jurisdiction / Final Αναφορά: Αξίωση για αποζημιώσεις εναντίον μεταφορέα εμπορευμάτων [1]
(1828)5 Bing 217, 220. [2] «Αμέλεια συνίσταται-
(2)Υποχρέωση, να μην επιδεικνύεται αμέλεια υφίσταται στις πιο κάτω περιπτώσεις, δηλαδή- (γ) ο ιδιοκτήτης ζώου, οχήματος, σιδηροδρομικής άμαξας, λέμβου, πλοίου, αεροσκάφους ή άλλου μεταφορικού μέσου υπέχει τέτοια υποχρέωση έναντι κάθε προσώπου που μεταφέρεται, ή έναντι του ιδιοκτήτη κινητής ιδιοκτησίας που μεταφέρεται, με αμοιβή, εντός ή επί τέτοιου ζώου, οχήματος, σιδηροδρομικής άμαξας, λέμβου, πλοίου, αεροσκάφους ή άλλου μεταφορικού μέσου, καθώς και έναντι κάθε άλλου προσώπου που βρίσκεται και έναντι του ιδιοκτήτη οποιασδήποτε ιδιοκτησίας που βρίσκεται, τόσο κοντά στο εν λόγω ζώο, όχημα, σιδηροδρομική άμαξα, λέμβο, πλοίο, αεροσκάφος ή άλλο μεταφορικό μέσο ώστε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να επηρεάζεται από την αμέλεια. Για τους σκοπούς της παραγράφου αυτής είναι αδιάφορο κατά πόσο η αμοιβή καταβάλλεται ή όχι από το πρόσωπο που μεταφέρεται με τον τρόπο αυτό ή από τον ιδιοκτήτη της κινητής ιδιοκτησίας που μεταφέρεται με τον τρόπο αυτό.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.