← Κύπρος

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ με την Μονομερή Αίτηση του Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ με τον Κώστα Σωτήρη, Αρ. Αίτησης 451/14, 22/1/2016

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ με την Μονομερή Αίτηση του Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ με τον Κώστα Σωτήρη, Αρ. Αίτησης 451/14, 22/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A33 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης 451/14 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ με την Μονομερή Αίτηση του Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού υπ' αρ. 451/14 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ με το Διάταγμα Κατακράτησης Περιουσίας που εξέδωσε το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στις 2.12.2014 και ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ με τον Κώστα Σωτήρη Ημερομηνία: 22.1.2016 Για τον Αιτητή: κ. Δ. Λοχίας για Ευάγγελος Χρ. Πουργουρίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για τoν Καθ' oυ η αίτηση: κα Γ. Ιωαννίδου. ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 2.12.14, μετά από μονομερή αίτηση, η οποία υποστηριζόταν από ένορκη δήλωση της Λοχ.176 Ελένης Μιχαήλ, το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα κατακράτησης του οχήματος που αναφέρεται κατωτέρω, μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας δυνατό να διεξαχθεί σε σχέση με αυτό. Το διάταγμα θα είχε ισχύ από την ίδια ημέρα νοουμένου ότι θα επιδιδόταν στον Καθ' ου η αίτηση εντός 7 ημερών. Με την παρούσα αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε στις 21.1.15, ο Κώστας Σωτήρη (στο εξής ο Αιτητής) ζητά: Α. Ακύρωση του διατάγματος ημερομηνίας 2.12.

  1. Β. Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού να επιστρέψει το όχημα με αρ. εγγραφής ΜΒΖ405 στον Αιτητή, εντός προθεσμίας που θα καθορίσει το διάταγμα. Γ. Οιανδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει πρέπουσα. Δ. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Αιτητή, όπου αναφέρει βασικά τα ακόλουθα: Είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του οχήµατος µε αριθµό εγγραφής ΜΒΖ405 (παρ. 1 της ένορκης δήλωσης του). Το ως άνω όχηµα το αγόρασε στις 18.7.14 δυνάµει τιµολογίου (αντίγραφο αυτού επισυνάπτει ως Τεκμήριο Α). Η αγοραπωλησία έγινε σε γραφείο εξυπηρέτησης, υπάλληλος του οποίου έλεγξε όλα τα απαιτούµενα για την συµφωνία έγγραφα, ανάµεσα στα οποία ήταν και το πιστοποιητικό εγγραφής επ' ονόµατι του πωλητή και τα βρήκε όλο εντάξει. Αυθηµερόν κατέβαλε στον πωλήτη το τίµηµα αγοράς και έλαβε κατοχή του οχήµατος, µέχρι να µεταβιβαστεί ο τίτλος επ' ονόµατι του. Προς τούτο ο πωλητής του παρέδωσε τα πρωτότυπα εργοστασιακά κλειδιά του οχήµατος (επισυνάπτει πιστοποιητικό ασφάλισης του οχήµατος επ' ονόµατι του ως Τεκμήριο Β) (παρ. 2).Το όχηµα µεταβιβάστηκε επ' ονόµατι του λίγες µέρες αργότερα δηλ. στις 21.7.14 (επισυνάπτει αντίγραφο του πστοποιητικού εγγραφής ως Τεκμήριο Γ). Στο τίμημά αγοράς που κατέβαλε, συμπεριλαμβάνονταν οι φόροι και τα διάφορα τέλη που είχε προηγουµένως εισπράξει η Δηµοκρατία για την εγγραφή οχήματος στην Κύπρο αλλά και για την έκδοση άδειας κυκλοφορίας και πιστοποιητικού καταλληλότητας (παρ. 3). Αµέσως µετά την κατάσχεση του οχήµατος από την Αστυνοµία, οι δικηγόροι του απέστειλαν στον Καθ' ου η αίτηση επιστολή (αντίγραφο αυτής επισυνάπτει ως τεκμήριο Δ). Παρά το γεγονός αυτό ούτε ο ίδιος αλλά ούτε και οι δικηγόροι του ειδοποιηθήκαν για την καταχώρηση της αίτησης 451/14 και έτσι δεν έλαβαν μέρος στην διαδικασία που προηγήθηκε της έκδοσης του επίδικου διατάγµατος (παρ. 4). Δεν µπορεί να γνωρίζει κατά πόσο το όχηµα του «έχει καταγγελθεί ως κλοπιµαίο» από το Ηνωµένο Βασίλειο, ή τι μαρτυρία έχει εξασφαλίσει προς τούτο η Αστυνοµία, αλλά γνωρίζει πως µέχρι και τις 21.1.15 δεν έχει υποβληθεί εναντίον του οποιαδήποτε αξίωση από το τρίτο πρόσωπο σχετικά µε τον τίτλο που κατέχει, ούτε και έχει κατηγορηθεί ενώπιον Δικαστηρίου για οτιδήποτε σχετικό µε την αγορά του. Αγόρασε το εν λόγω όχηµα εντελώς καλόπιστα και στηριζόµενος, ανάµεσα σε άλλα στο γεγονός, ότι η Δηµοκρατία είχε ελέγξει το όχηµα και εκδώσει για αυτό τίτλο ιδιοκτησίας, άδεια κυκλοφορίας και πιστοποιητικό καταλληλότητας. Προς τούτο η Δηµοκρατία έχει εισπράξει δασµούς και τέλη (παρ. 5). Συνεπείας της κατάσχεσης και της κατακράτησης του οχήµατος, υποχρεώθηκε να ενοικιάσει αυτοκίνητο για τις διακινήσεις του και ως εκ τούτου υφίσταται περαιτέρω οικονοµική ζηµιά. Πρόσθετα, µε την έλευση του χρόνου η αξία του αυτοκινήτου µειώνεται χωρίς παράλληλα να µπορεί να το απολαύσει ενώ είναι πολύ πιθανόν, λόγω των συνθηκών της φύλαξης του στην Αστυνοµική Διεύθυνση Επαρχίας Λεµεσού και/ή λόγω ακινησίας, αυτό να υποστεί ανεπανόρθωτη ζηµιά. Εξ όσων γνωρίζει, η Αστυνοµική Διεύθυνση Επαρχίας Λεµεσού δεν διαθέτει στεγασµένο χώρο φύλαξης οχηµάτων, ούτε και διαθέτει τα απαιτούμενα κονδύλια για την συντήρηση του. Όπως όλα τα οχήµατα, έτσι και το επίδικο πρέπει να τυγχάνει συντήρησης και ελέγχου κάθε, τουλάχιστον 6 µήνες (παρ. 6). Ενόψει όλων των πιο πάνω ζητά όπως το επίδικο διάταγµα ακυρωθεί και το αυτοκίνητο του επιστραφεί. Αναλαµβάνει δε την δέσµευση να µην το αποξενώσει χωρίς την προηγούµενη άδεια του Δικαστηρίου και να το θέτει στην διάθεση της Αστυνομίας όποτε ευλόγως του ζητηθεί είτε για σκοπούς ανακρίσεων, είτε για σκοπούς απόδειξης ενώπιον Δικαστηρίου. Προς τούτο είναι διατεθειµένος να υπακούσει και σε οποιουσδήποτε άλλους όρους του ήθελαν επιβληθεί (παρ. 7). Ο Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού, στις 20.2.15, καταχώρησε ένσταση στην αίτηση στην οποία προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι:
  2. Το διάταγµα κατακράτησης ηµερ. 2.12.14, εκδόθηκε νοµότυπα και είναι ισχυρό.
  3. Η αίτηση είναι γενική, ελλιπής, αόριστη, αβάσιµη και άσχετη µε το επίδικο όχηµα.
  4. Ο Αιτητής δεν αποκαλύπτει λόγους και/ή επαρκείς λόγους για την έκδοση του αιτούμενου διατάγµατος.
  5. Η αίτηση συνιστά κατάχρηση διαδικασίας και η έκδοση του αιτούµενου διατάγµατος θα ήταν υπό τις περιστάσεις καταπιεστικό και άδικο μέτρο το οποίο δεν θα υποβοηθούσε στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Λοχ.176 Ελένης Μιχαήλ, η οποία αναφέρει βασικά τα ακόλουθα: Λαµβάνει µέρος στη διενέργεια εξετάσεων υπόθεσης, αναφορικά µε την οποία διερευνώνται 7 αδικήµατα και καταχωρήθηκε η αίτηση 451/14 για την κατακράτηση, ως τεκµηρίου, του επίδικου οχήματος. Υιοθέτησε τα όσα ανέφερε στην ένορκη της δήλωση ημερ. 2.12.14, προς υποστήριξη της προαναφερόμενης αίτησης και σε απάντηση στους ισχυρισµούς του Αιτητή στην παρούσα αναφέρει τα ακόλουθα: Δεν αποδέχεται τα όσα αυτός αναφέρει αναφορικά µε τις συνθήκες και τον τόπο αγοραπωλησίας του επίδικου οχήµατος. Περαιτέρω κατά την διενέργεια των ανακριτικών εξετάσεων διαπιστώθηκα τα ακόλουθα: Στις 28.11.14, η Αστυνοµία παρέλαβε από τον Αιτητή το επίδικο όχηµα µαζί µε ένα κλειδί και το πρωτότυπο κυπριακό πιστοποιητικό εγγραφής. Το όχημα φέρει Κυπριακούς αρ. εγγραφής ΜΒΖ405 και αρ. πλαισίου SALGA2EE4DA
  6. Από τις εξετάσεις που έγιναν από την εταιρεία Χ. Πηλακούτας, διαπιστώθηκε ότι ο πραγµατικός αρ. πλαισίου του είναι SALGA2EE7DA124884, µε αρ. µηχανής 31528473, το οποίο όχημα είναι δεξιοτίµονο, ενώ το όχηµα µε αρ. πλαισίου SALGA2EE4DA144983 είναι αριστεροτίµονο. Κατόπιν εξετάσεων µε την Interpol διαπιστώθηκε ότι το όχηµα Range Rover Voque µε αρ. πλαισίου SALGA2EE7DA124884 και αρ. µηχανής 020402223, είναι καταγγελµένο ως κλοπιµαίο από τις 11.6.14 από το Ηνωµένο Βασίλειο. Ο Σάββας Παναγή, τον οποίο επικαλείται ο Αιτητής, ανέφερε αρχικά στην Αστυνοµία ότι δεν γνωρίζει τίποτε απολύτως για το επίδικο όχηµα και ουδέποτε υπέγραψε έγγραφο σε σχέση µε την εισαγωγή του. Λίγο αργότερα αυτός ανέφερε ότι το όχηµα το παρέλαβε από το Τελωνείο Λεµεσού ως ο εισαγωγέας του, καθ' υπόδειξη του γαµπρού του. Όταν διεξήχθη διαδικασία αναγνώρισης στο Τ.Α.Ε. Λεµεσού για τον Αιτητή και τον Σάββα Παναγή, ο Αιτητής, ανέφερε ότι ο Σάββας Παναγή δεν είναι το πρόσωπο από το οποίο αγόρασε το αυτοκίνητο αλλά ούτε και ο Παναγή τον γνωρίζει. Δεν ευσταθεί λοιπόν ο ισχυρισµός του Αιτητή ότι αυτός πήγε µε τον Σ. Παναγή σε γραφείο εξυπηρέτησης. Να σηµειωθεί ότι ο εισαγωγέας του επίδικου οχήµατος είναι ο Σάββας Παναγή και το Κυπριακό πιστοποιητικό εγγραφής εκδόθηκε µε βάση το Γερµανικό πιστοποιητικό εγγραφής, το οποίο κατόπιν επιστηµονικών εξετάσεων διαπιστώθηκε ότι δεν περικλείει τα απαραίτητα στοιχεία ασφαλείας και ότι πρόκειται εξ ολοκλήρου για πλαστό έντυπο. Η Αστυνοµία παρέλαβε από το Τµήµα Οδικών Μεταφορών, ένα φάκελο µε τα έγγραφα που κατατέθηκαν για την εγγραφή του επίδικου οχήµατος, που µεταξύ άλλων περιλάµβανε και το πρωτότυπο πιστοποιητικό εγγραφής µε Γερµανικό αρ. εγγραφής DO-TV1557 και φωτοαντίγραφο τιµολογίου πώλησης του ηµερ. 16.6.
  7. Μεταξύ άλλων ενεργειών, η Αστυνοµία έλαβε κατάθεση από Λειτουργό του Τελωνείου, ο οποίος ανέφερε ότι ουδέποτε εισήχθηκε ή αποστάληκε στην Κύπρο, νόµιµα από άλλο κράτος µέλος της Ε.Ε., αυτοκίνητο όπως το επίδικο µε αρ. πλαισίου SALGA2EE4DAI
  8. Ακόµη ανέφερε ότι για αυτό το όχηµα εκδόθηκε το τελωνειακό έντυπο 72Α, στο οποίο αναγράφεται ο αριθµός ΘΗΣΕΑ άλλου οχήµατος του ιδίου τύπου και µοντέλου, κυβισµού 30 αλόγων πετρελαιοκίνητου. Τα ίδια ανέφερε και λειτουργός της Αρχής Λιµένων Κύπρου. Επιπλέον κατόπιν εξετάσεων του επίδικου οχήµατος από αρµόδιο τµήµα της Αστυνοµίας και ειδικότερα του αρ. πλαισίου, ο οποίος είναι χαραγµένος στον θόλο της δεξιάς µπροστινής κόντρα σούστας, διαπιστώθηκε ότι στο συγκεκριµένο σηµείο επικολλήθηκε µεταλλική πλακέτα, πάνω στην οποία αναγραφόταν ο πιο πάνω αριθµός. Μετά από επεξεργασία του σηµείου, ο ειδικός αφαίρεσε την µεταλλική πλακέτα πάνω στην οποία αναγράφεται ο αρ. SALGA2EE4DA144983 και κατόπιν καθαρισµού του σηµείου, έγινε κατορθωτή η επανεµφάνιση του αρ. πλαισίου, ο οποίος είναι χτυπηµένος εκεί δηλ. SALGA2EE7DA
  9. Αναφορικά δε µε το τιµολόγιο πώλησης που κατατέθηκε στο Τελωνείο Λεµεσού, σε σχέση µε τα στοιχεία του αγοραστή, σε αυτό διαπιστώθηκε ότι η οδός που αναγράφεται, δεν ανταποκρίνεται στην πραγµατικότητα και ο αριθµός τηλεφώνου δεν είναι ενεργοποιηµένος και δεν ανήκει σε κάποιο κάτοχο. Η Αστυνοµία περαιτέρω διεξήγαγε εξετάσεις στην ναυτιλιακή εταιρεία Salamis Shipping Services, η οποία ανέφερε ότι στην Κύπρο δεν έχει εισαχθεί από την εταιρεία τους το επίδικο όχηµα µε αρ. πλαισίου SALGA2EE4DA144983 και ξένους αρ. εγγραφής DO-TV
  10. Η Αστυνοµία παρέλαβε από τις Γερµανικές αρχές στοιχεία ότι δεν εκδόθηκε πιστοποιητικό εγγραφής για αυτοκίνητο µε αρ. εγγραφής DO-TV
  11. Επιπλέον πρόσφατα παραλήφθηκε έκθεση από την Ιντερπόλ Αγγλίας, όπου οι Βρετανικές Αρχές αναφέρουν ότι το όχηµα Range Rover Vogue µε αρ. πλαισίου SALGA2EE7DA124884 φέρει αριθµό εγγραφής 13020402223508 PS, εγγράφηκε στην Αγγλία στις 16.6.13 και καταγγέλθηκε ως κλοπιµαίο στο Ηνωµένο Βασίλειο τον Ιούνιο του
  12. Δηλαδή όσον αφορά το Γερµανικό πιστοποιητικό εγγραφής µε το οποίο εκτελωνίστηκε και εγγράφηκε στην Κυπριακή Δηµοκρατία, οι Γερµανικές Αρχές αναφέρουν ότι δεν εκδόθηκε τέτοιο. Ο Αιτητής όταν ανακρίθηκε, ισχυρίστηκε ότι το επίδικο όχηµα το αγόρασε από τον Σάββα Παναγή και ανέφερε ότι δεν έλαβε απόδειξη. Εκ των υστέρων παρουσίασε στο Τ.Α.Ε. Λεµεσού το Τεκµήριο Α, το οποίο δεν φέρει υπογραφή πωλητή. Αναφορικά µε τον ισχυρισµό του Αιτητή για την µη ενηµέρωση του ιδίου ή των δικηγόρων του για να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο και να ενστούν στην αίτηση κατακράτησης, αναφέρει ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν είχε καµία νοµική υποχρέωση περί τούτου εφόσον πρόκειται για µονοµερή αίτηση. Επιπλέον αφού το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε µε βάση την ένορκη δήλωση της ηµερ. 2.12.14, εξέδωσε νοµότυπα και δικαιολογηµένα το επίδικο διάταγµα. Η Αστυνοµία από τις 15.11.14, που λήφθηκε η πληροφορία που αναφέρει στην ένορκη δήλωση της ηµερ. 2.12.14 συνεχίζει να διεξάγει εξετάσεις για τα υπό διερεύνηση αδικήµατα τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Ειδικότερα αναµένουν ενηµέρωση από το Ηνωµένο Βασίλειο, από το οποίο έχει κλαπεί το επίδικο όχηµα για το πώς κλάπηκε, ποιος το διεκδικεί, πώς βρέθηκε στην Κύπρο και πώς κατέληξε να εγγραφεί στο όνοµα του Αιτητή, ο οποίος ήταν ο δεύτερος αγοραστής του. Περαιτέρω η αίτηση εγγραφής του οχήµατος, το έντυπο µεταβίβασης και το τιµολόγιο πώλησης του, αποστάληκαν για επιστηµονικές εξετάσεις ως προς τις υπογραφές σε αυτά και αναµένονται τα αποτελέσµατα αυτών για να προχωρήσουν περαιτέρω. Ακόµη οι ισχυρισµοί ότι ο Αιτητής είναι καλόπιστος τρίτος είναι µέρος των εξετάσεων της Αστυνοµίας. Δεν αποδέχεται ούτε τους ισχυρισμούς του Αιτητή στις παραγράφους 5-7 της ένορκης του δήλωσης για τους οποίους υποστηρίζει ότι δεν πρέπει να ληφθούν υπόψην. Ακόμη εισηγείται ότι αυτά δεν είναι θέµατα τα οποία θα εξεταστούν σε αυτό το στάδιο που η υπόθεση διερευνάται. Το επίδικο όχηµα κατακρατήθηκε και βρίσκεται νόµιµα στην κατοχή της Αστυνοµίας. Είναι δε αντικείµενο των υπό διερεύνηση 7 σοβαρών ποινικών αδικηµάτων. Εάν διαταχθεί η επιστροφή του στον Αιτητή είναι ενδεχόµενο το πρόσωπο το οποίο κατάγγειλε την κλοπή του στο Ηνωµένο Βασίλειο να το αποστερηθεί µόνιµα και η Κυπριακή Δηµοκρατία να είναι υπόλογη γι' αυτό και η Αστυνοµία να αποστερηθεί ουσιώδους µαρτυρίας για απόδειξη της υπόθεσης, η οποία πρόκειται να καταχωρηθεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεµεσού. Ενόψει των πιο πάνω ο Καθ' ου η αίτηση ζητά την απόρριψη της αίτησης, ως νόµω και ουσία αβάσιµης, µε έξοδα υπέρ του και εναντίον του Αιτητή. Στις 20.7.15, μετά την εξασφάλιση άδειας από το Δικαστήριο, ο Καθ' ου η αίτηση μέσω της Λοχ.176 Ελένης Μιχαήλ, καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση, όπου αναφέρει τα ακόλουθα: Κατόπιν ενεργειών της Αστυνομίας ημερ. 12.3.15 και 7.4.15, λήφθηκε μήνυμα από την Interpol Manchester ηµερ.19.6.15, σύμφωνα με το οποίο το επίδικο όχηµα, το οποίο καταγγέλθηκε ως κλοπιµαίο από τις 11.6.14 στο Ηνωµένο Βασίλειο, διεκδικείται από την εταιρεία ZURICH PRIVΑΤΕ CLlENTS, η οποία είναι ο εγγεγραµµένος ιδιοκτήτης του. Περαιτέρω ο φάκελος της υπόθεσης και το µαρτυρικό υλικό που έχει ολοκληρωθεί, αποστάληκε στην Νοµική Υπηρεσία της Δηµοκρατίας και δόθηκαν σχετικές οδηγίες στις 30.6.15 για ποινική δίωξη 6 προσώπων, περιλαµβανοµένου και του Αιτητή, για τα αδικήµατα της συνωµοσίας προς διάπραξη κακουργήµατος, πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, εξασφάλισης πιστοποιητικού µε ψευδείς παραστάσεις, κλεπταποδοχής, αδικήµατα νοµιµοποίησης εσόδων από παράνοµες δραστηριότητες, παρέµβασης σε δικαστική διαδικασία, αποφυγής καταβολής φόρων κατανάλωσης, κατοχής αφορολόγητων εµπορευµάτων και της απάτης. Η υπόθεση καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεµεσού στις 16.7.15 και ορίσθηκε για απάντηση στις 31.7.
  13. Τέλος διαβεβαιώνει ότι θα ληφθεί κάθε εύλογη φροντίδα για την διατήρηση του επίδικου οχήµατος στην κατάσταση στην οποία βρισκόταν κατά την παραλαβή του. Μετά δε από την καταχώρηση από την πλευρά του Αιτητή, στις 25.9.15, σχετικής αίτησης, εκδόθηκε στις 7.10.15 διάταγμα αντεξέτασης της Λοχ.176 επί μέρους της μαρτυρίας της στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Στα πλαίσια δε της αντεξέτασης της επί τούτου, η εν λόγω μάρτυρας ανέφερε τα ακόλουθα: Πέραν από το μήνυμα της Interpol Manchester ημερ. 19.6.15, οι Βρετανικές Αρχές έχουν αποστείλει στις αντίστοιχες Κυπριακές ένα μήνυμα στις 27.10.15 με το οποίο έχουν ενημερώσει ότι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια εταιρεία του οχήματος, ZURICH PRIVΑΤΕ CLlENTS, συνεχίζει να ενδιαφέρεται στον επαναπατρισμό του οχήματος στο Ηνωμένο Βασίλειο. Για το σκοπό αυτό έχουν αναθέσει τη διαδικασία στην εταιρεία NORMAN MARSHAL, αντιπρόσωπο της εταιρείας αυτής, η οποία θα έρθει σε επαφή με τις Κυπριακές αρχές το συντομότερο για το θέμα. Εκτός από το εν λόγω μήνυμα η μάρτυρας, στις 28.10.15, είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον εκπρόσωπο της εταιρείας, ZURICH PRIVΑΤΕ CLlENTS, Chris Aherne, ο οποίος της ανέφερε ότι η εταιρεία θα κάνει το παν για να διεκδικήσει νόμιμα το όχημα και να το επαναπατρίσει στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στις 30.10.15 στάληκε από το προαναφερόμενο πρόσωπο, στην μάρτυρα, ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο την ενημερώνει και γραπτώς ότι διεκδικούν τον επαναπατρισμό του οχήματος και ότι γι' αυτό έχουν αναθέσει τη διαδικασία στην εταιρεία NORMAN MARSHAL. Επίσης με αυτό ζητείται όπως μη επιστραφεί το όχημα στον ισχυριζόμενο αθώο αγοραστή της Κύπρου. Η εταιρεία ZURICH PRIVΑΤΕ CLlENTS είναι ασφαλιστική εταιρεία. Δεν έχει διευκρινισθεί εάν αυτή διεκδικεί το όχημα γιατί έχει πληρώσει ασφάλιστρα προς τον προηγούμενο ιδιοκτήτη του. Η Αστυνομία έχει ενημερώσει την ιδιοκτήτρια του οχήματος εταιρεία ότι εκκρεμεί η παρούσα διαδικασία. Στο στάδιο της διερεύνησης της υπόθεσης θεωρήθηκε αρκετή μαρτυρία το πρώτο μήνυμα που στάληκε επίσημα από την Interpol με το οποίο ενημέρωναν τις Κυπριακές Αρχές για τα στοιχεία του ιδιοκτήτη του, ο οποίος το διεκδικεί. Αυτός ήταν ο λόγος που μόλις λήφθηκε το μήνυμα ετοιμάστηκε το κατηγορητήριο και καταχωρήθηκε στις 16.7.15, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, η ποινική υπόθεση με αριθμό 13745/
  14. Το μόνο στοιχείο που έχουν προς το παρόν οι Κυπριακές Αρχές στην κατοχή τους, προκειμένου να αποδείξουν το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου οχήματος είναι το πιο πάνω μήνυμα της Interpol. Εάν όμως κριθεί αναγκαίο, όπως ανέφερε στην μάρτυρα ο εκπρόσωπος της εταιρείας, είναι πρόθυμοι εάν κληθούν να έλθουν να μαρτυρήσουν σχετικά στο Δικαστήριο. Δεν υπάρχει δε στο φάκελο της μάρτυρος έστω αντίγραφο του Βρετανικού τίτλου ιδιοκτησίας του οχήματος. Οι Κυπριακές Αρχές έχουν ζητήσει από τις αντίστοιχες Βρετανικές συνδρομή για την εξασφάλιση και ή την παροχή μαρτυρικού υλικού. Συγκεκριμένα ζητήθηκαν μέσω της Interpol, με πέραν του ενός μηνυμάτων, τα στοιχεία του ιδιοκτήτη, οι συνθήκες κλοπής του οχήματος και αν διεκδικείται από τον ιδιοκτήτη, ως ανέφερε στην ένορκη της δήλωση. Μέχρι στιγμής λήφθηκαν τα αμέσως προαναφερόμενα. Σε ερώτηση εάν δηλ. έχει καταχωρηθεί μια ποινική υπόθεση μετά την καταχώρηση της παρούσας αλλά οι έρευνες της Αστυνομίας ακόμη συνεχίζονται απάντησε ότι εάν προκύψουν κάποια στοιχεία τα οποία είναι χρήσιμα για την υπόθεση θα παρουσιαστούν στο Δικαστήριο. Στο παρόν στάδιο υπάρχουν ολοκληρωμένα στοιχεία για τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη και η ενημέρωση έγινε από την πλέον επίσημη αρχή, την Interpol. Η Αστυνομία έχει στην κατοχή της ένα κλειδί του οχήματος. Σύμφωνα με το μήνυμα της Interpol, ημερομηνίας 7.1.15 οι Αγγλικές Αρχές ενημέρωσαν ότι κλάπηκε το όχημα όχι όμως τα κλειδιά του. Μέχρι στιγμής δεν λήφθηκε ενημέρωση πως κλάπηκε το όχημα. Η παρούσα αφορά περίπτωση κλασσικής κλοπής αυτοκινήτου από το εξωτερικό, το οποίο ήρθε στην Κύπρο με αλλαγμένο αριθμό πλαισίου, άγνωστο πού έγινε η αλλαγή του αριθμού αυτού και με πλαστό πρωτότυπο Γερμανικό πιστοποιητικό οχήματος, ως προκύπτει από τις εξετάσεις που έγιναν μέσω της Interpol Γερμανίας. Βρέθηκε το αυτοκίνητο εγγεγραμμένο στο όνομα Σάββας Παναγή και εκ των υστέρων φάνηκε ότι αυτό το πρόσωπο το πούλησε στον Αιτητή. Ανακρινόμενος ο Σάββας Παναγή ανέφερε ότι τον έβαλαν έναντι του χρηματικού ποσού των €100 να πάει να υπογράψει ως ο εισαγωγέας του οχήματος, δηλαδή τυπικά. Συνεπώς από όλα τα δεδομένα δεν μπορεί να γίνεται λόγος για απλό ισχυρισμό κλοπής του αυτοκινήτου. Τα όσα έχουν εκθέσει οι συνήγοροι των διαδίκων προς υποστήριξη των θέσεως τους στις αγορεύσεις τους είναι καταγραμμένα, λαμβάνονται υπόψην στο σύνολο τους και δεν χρήζουν επανάληψης. Αναφορά επί τούτων θα γίνει κατωτέρω εφόσον και στο μέτρο που αυτό θα κριθεί αναγκαίο. Νομική Πτυχή Η διαδικασία για την έκδοση διαταγμάτων κατακράτησης τεκμηρίων μετά την κατάσχεση τους, για τους σκοπούς των αστυνομικών ανακρίσεων και την προσαγωγή τους ως μαρτυρία σε ποινική δίκη, καλύπτεται από τα άρθρα 27 και 32-34 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 (στο εξής ο Νόμος). Ως έχει νομολογηθεί πρόκειται για πολιτική και όχι ποινική διαδικασία, εφόσον δεν αποσκοπεί στην τιμωρία προσώπου για οποιοδήποτε αδίκημα (βλ. Ησαία κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 179/11, ημερ. 22.10.13 και Παντελίδης ν. Αστυνομίας

(2008)2 ΑΑΔ 84). Έτσι η απόφαση κατακράτησης δεν είναι ενδιάμεση αλλά ούτε και απόφαση στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας. Οι προαναφερόμενες διατάξεις είναι ταξινομημένες με χρονολογική σειρά, η οποία αντανακλά τα τρία ξεχωριστά στάδια που οριοθετούνται και ρυθμίζονται από το Νόμο. Το πρώτο στάδιο προβλέπεται από το άρθρο 27, το οποίο διέπει και καθορίζει την εξουσία της Aστυνομίας για την κατάσχεση αντικειμένων στο προκαταρκτικό στάδιο της έρευνας, το δεύτερο στάδιο από το άρθρο 32
(1)το οποίο διέπει την κράτηση και φύλαξή τους από τις αστυνομικές αρχές μετά την κατάσχεση τους και το τρίτο στάδιο από το άρθρο 32
(3)το οποίο προβλέπει την αποδέσμευση τους μετά την πρόσαψη κατηγορίας στο Δικαστήριο εάν η περαιτέρω κράτηση τους δεν απαιτείται για τους σκοπούς εγερθείσας ποινικής δίωξης (βλ. Concrete Mix Limited ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 360). Στο δεύτερο στάδιο κριτής της αναγκαιότητας της περαιτέρω κράτησης του αντικειμένου για τους σκοπούς των ανακρίσεων και μελλοντικής ποινικής διαδικασίας είναι το Δικαστήριο. Το άρθρο 32
(1)παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να διατάξει την κράτηση και φύλαξη κατασχεθέντος αντικειμένου από τις αστυνομικές αρχές για καθορισμένο χρονικό διάστημα ή μέχρι και την αποπεράτωση ποινικής διαδικασίας, η οποία ήθελε προκύψει από τις αστυνομικές έρευνες (βλ. Concrete Mix Limited ανωτέρω). Η απόφαση για κατακράτηση τεκμηρίων θεωρείται αυτοτελής απόφαση, η οποία αν και άμεσα συνδεδεμένη με το ένταλμα έρευνας, εντούτοις έχει τη δική της αυτοτέλεια, εφόσον ο Δικαστής δυνάμει των άρθρων 27-34 έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια να χειριστεί αντικείμενα που κατασχέθηκαν, ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Ησαία ανωτέρω). Στον Νόμο δεν υπάρχει οτιδήποτε που να καθορίζει συγκεκριμένη διαδικασία για την υποβολή αιτήσεων κατακράτησης (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Πάρη Γεωργιάδη
(2009)1Β Α.Α.Δ 1000). Το άρθρο 32 δεν προβλέπει επίδοση της αίτησης ή του διατάγματος κατακράτησης. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν οφείλει στο στάδιο αυτό να διατάξει τέτοια επίδοση αίτησης ή να ορίσει το διάταγμα επιστρεπτέο. Όταν η αίτηση εξετάζεται στην απουσία της άλλης πλευράς ορθό είναι το Δικαστήριο να διατάξει επίδοση του διατάγματος εφόσον με την επίδοση δίδεται η ευκαιρία στους Καθ' ων η αίτηση είτε να αιτηθούν από το πρωτόδικο Δικαστήριο την ακύρωση του διατάγματος, είτε να εφεσιβάλουν την πρωτόδικη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 32Α (βλ. Ησαία ανωτέρω). Περαιτέρω κατά την έκδοση διατάγματος κατακράτησης τεκμηρίων το Δικαστήριο δεν οφείλει να θέσει χρονικό περιορισμό για την κατακράτηση εφόσον ως έχει εξηγηθεί στην Ησαία ανωτέρω, είναι πολύ δύσκολο σε αυτό το στάδιο να προβλέψει την εξέλιξη των αστυνομικών ερευνών και την αποπεράτωση της ποινικής διαδικασίας. Όταν όμως το Δικαστήριο διατάσσει την κατακράτηση των τεκμηρίων «μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας, η οποία είναι δυνατόν να διεξαχθεί σε σχέση με αυτά» το κάνει υπό την προϋπόθεση καταχώρησης ποινικής υπόθεσης εντός ευλόγου χρόνου. Στο τρίτο στάδιο η εξουσία, η οποία παρέχεται από το άρθρο 32
(3)για αποδέσμευση των αντικειμένων από την αστυνομική φύλαξη, συναρτάται άμεσα με την προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο με τη διατύπωση κατηγορίας εναντίον του. Δηλ. η πρόσαψη κατηγορίας οριοθετεί το τρίτο στάδιο της διαδικασίας. Στο στάδιο αυτό σύμφωνα με την πιο πάνω πρόνοια παρέχεται στο Δικαστήριο εξουσία για επιστροφή του αντικειμένου στον κάτοχο ή ιδιοκτήτη του, νοουμένου ότι η κράτηση και φύλαξή του δεν απαιτείται για τους σκοπούς της εγερθείσας ποινικής δίωξης (βλ. Concrete Mix Limited ανωτέρω). Εξέταση των θεμάτων που εγείρονται στην παρούσα Πριν προχωρήσω στην εξέταση της παρούσας θα πρέπει κατ' αρχήν να λεχθεί ότι αυτή θα γίνει μόνο στη βάση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και η οποία περιλαμβάνεται στις ενόρκους δηλώσεις και στα τεκμήρια που επισυνάπτονται σε αυτές. Εφόσον δεν γίνεται αμφισβήτηση γεγονότων και στοιχείων που παρατίθενται στις ένορκες δηλώσεις με τον ορθό δικονομικό τρόπο, δεν επιτρέπεται τέτοια αμφισβήτηση με άλλο τρόπο. Εξετάζοντας τώρα τις θέσεις του Αιτητή, ως προκύπτει από την ένορκη δήλωση του, αυτές συνίστανται στο ότι το επίδικο διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί καθότι στην ένορκη δήλωση της Λοχ.176, στην βάση της οποία εκδόθηκε το εν λόγω διάταγμα, δεν αποκαλύφθηκαν στο Δικαστήριο τα ακόλουθα γεγονότα, τα οποία υποστηρίζει ότι είναι ουσιώδη:
  1. Ότι αµέσως µετά την κατάσχεση του οχήµατος και συγκεκριμένα στις 28.11.14, οι δικηγόροι του απέστειλαν στον Καθ' ου η αίτηση επιστολή (τεκμήριο Δ) με την οποία ζητούσαν να ειδοποιηθούν εάν και εφόσον καταχωρηθεί αίτηση κατακράτησης ώστε να λάβουν μέρος στην διαδικασία.
  2. Ότι το επίδικο όχηµα ήταν και είναι, καθ' όλα νόµιµα, εγγεγραμμένο στην Δηµοκρατία, δηλ. ότι είχε εγγραφεί στην Κύπρο από τις 11.7.14, µε όλους τους δασµούς και συναφή τέλη πληρωµένα και είχε εκδοθεί σχετικό πιστοποιητικό.
  3. Ότι ο Αιτητής ήταν ο δεύτερος αγοραστής του επίδικου οχήµατος και ότι το αγόρασε για μεγάλο χρηματικό ποσό, γεγονός που αποτελεί ένδειξη της καλή τη πίστη αγοράς του. Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι όταν ένας διάδικος επιζητεί την έκδοση ενός διατάγματος, έχει την υποχρέωση να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει στα ορθά συμπεράσματα. Η υποχρέωση αυτή καθίσταται πιο επιτακτική σε μονομερείς αιτήσεις αφού το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή παρά να βασιστεί στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του Αιτητή. Έτσι προκύπτει η ανάγκη της πλήρους αποκάλυψης γεγονότων (βλ. Attorney-General a.o. v. Savvides (Νο. 2)
(1979)1 C.L.R. 349, Στυλιανού ν. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 583 και Τσιερκέζου ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1Α Α.Α.Δ 734). Το Δικαστήριο μπορεί λοιπόν να ακυρώσει ένα διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς και μόνο για το λόγο ότι κατά την έκδοση του δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων εφόσον τέτοια απόκρυψη ανατρέπει τη βάση του διατάγματος και το καθιστά ακυρωτέο (βλ. The Timberland Co of U.S.A. ν. Evans & Sons Ltd κ. ά.
(1998)1(B) ΑΑΔ 1179). Στην Demstar Limited v. Ζim Israel Navigation Co Limited κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 εξηγείται ότι η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος «επενεργεί καταλυτικά - διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου». Το κριτήριο είναι αντικειμενικό (βλ. επίσης Rybolovlev κ.ά. v. Rybolovleva
(2010)1Α Α.Α.Δ 82). Πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση εκδοθέντος διατάγματος. Το κριτήριο είναι κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπόταν στην απουσία του, η απόφαση καθίσταται ακροσφαλής (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598). Ο Αιτητής σε μονομερείς αιτήσεις έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια-έρευνα θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο ή μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου (βλ. Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α. ν. Benfleet Enterprises Ltd κ.α.
(2006)1Α Α.Α.Δ 280). Ο Δικαστής κρίνει αν το γεγονός που παραλείφθηκε είναι ουσιαστικό και αν δεν ήταν γνωστό στον Αιτητή και δεν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό. Αυτά ενέχουν ουσιαστική βαρύτητα αλλά δεν είναι οι μόνοι αποφασιστικοί παράγοντες (βλ. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ 248). Αν αποδειχθεί ουσιαστική απόκρυψη γεγονότος, το Δικαστήριο θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι ο Αιτητής δεν αποκομίζει πλεονέκτημα από την απόκρυψη. Οι προεκτάσεις της υποχρέωσης αποκάλυψης των γεγονότων εξετάστηκαν στην αγγλική υπόθεση Brink's Mat Ltd. v. Elcombe [1988] 3 All E.R. 188 (η οποία φαίνεται ότι έχει υιοθετηθεί και από τη δική μας νομολογία βλ. Γρηγορίου και Τσιερκέζου ανωτέρω) στην οποία τονίσθηκαν τα ακόλουθα: 1. Ο Αιτητής έχει υποχρέωση να προβαίνει σε πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων. 2. Τα ουσιώδη στοιχεία είναι εκείνα τα οποία θα πρέπει να γνωρίζει ο Δικαστής όπως αυτά καθορίζονται από το Δικαστή και όχι από τους δικηγόρους. 3. Η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται στα γεγονότα που ήταν γνωστά στον Αιτητή αλλά και σε εκείνα που μπορούσαν να αποκαλυφθούν με εύλογη έρευνα. 4. Η έκταση της έρευνας που πρέπει να γίνει εξαρτάται από τα περιστατικά της υπόθεσης που περιλαμβάνει τη (
  1. i)φύση της υπόθεσης και (
  2. ii)το επιζητούμενο διάταγμα και τα επακόλουθα της έκδοσης του για τον αντίδικο. 5. Το Δικαστήριο που διαπιστώνει τη μη αποκάλυψη θα πρέπει να αποστερήσει από τον Αιτητή οποιοδήποτε πλεονέκτημα που έχει αποκομίσει. 6. Η μη αποκάλυψη που οφείλεται σε αθώα συμπεριφορά ή σε μη ορθή εκτίμηση της σχετικότητας της είναι μια σημαντική πτυχή, αλλά όχι αποφασιστική στην εξέταση της μη αποκάλυψης· και 7. Κάθε παράλειψη δεν εξυπακούει την άμεση ακύρωση του διατάγματος. Τελικά το εκδικάζον Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια ως προς το κατά πόσον θα ακυρώσει ή όχι ένα παρεμπίπτον διάταγμα που εκδόθηκε στη βάση αιτήσεως στην οποία απεκρύβη κάποιο γεγονός. Παρά δε την απόδειξη ουσιαστικής μη αποκάλυψης που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε στη μονομερή αίτηση, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα με όρους (βλ. Γρηγορίου ανωτέρω και CTO Public Company Limited κ.α. v. BAT (Cyprus) Limited κ.α.
(2012)1Α Α.Α.Δ. 178). Προς εξέταση της θέσης του Αιτητή για τα υπ' αρ. 2 και 3 ανωτέρω γεγονότα, χρήζει στο σημείο αυτό να γίνει σχετική αναφορά στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της Λοχ.176 ημερ. 2.12.
  1. Συγκεκριμένα εκεί αναφέρονται τα ακόλουθα: Κατόπιν πληροφορίας που έλαβε η Αστυνομία ότι στην κατοχή του Αιτητή βρίσκονται κλοπιμαία οχήματα πολυτελείας, τα οποία εισήχθηκαν από το εξωτερικό, στις 28.11.14, σε έρευνα στην οικία του εντοπίσθηκε και παραλήφθηκε το όχημα μάρκας Range Rover με Κυπριακούς αρ. εγγραφής MBZ405 και αρ. πλαισίου SALGA2EE4DA144983, το οποίο εισήχθη από το εξωτερικό. Μετά από εξέταση που έγινε την ίδια ημέρα σε ειδικό διαγνωστικό μηχάνημα της αντιπροσωπείας τέτοιων οχημάτων στην Κύπρο, διαπιστώθηκε ότι ο πραγματικός αρ. πλαισίου του είναι SALGA2EE7DA
  2. Από περαιτέρω έλεγχο μέσω της Ιντερπόλ διαπιστώθηκε, με βάση τον αμέσως προαναφερόμενο αρ. πλαισίου, ότι το όχημα είχε καταγγελθεί ως κλοπιμαίο στις 11.6.14 στο Ηνωμένο Βασίλειο. Κατ' αρχήν θα πρέπει να λεχθεί ότι τα προαναφερόμενα ήταν προφανώς τα στοιχεία που είχε η Αστυνομία μέχρι την ημέρα υποβολής της αίτησης, δηλ. 4 μόλις μέρες μετά την κατάσχεση του οχήματος, στο αρχικό στάδιο της διερεύνησης. Εν πάση δε περιπτώσει η Λοχ.176 απεκάλυψε ότι το όχημα εντοπίσθηκε στην κατοχή του Αιτητή και συγκεκριμένα στην οικία του καθώς και ότι έφερε συγκεκριμένους Κυπριακούς αρ. εγγραφής και εισήχθη από το εξωτερικό. Για να δοθούν δε σε ένα εισαχθέν από το εξωτερικό όχημα, Κυπριακοί αρ. εγγραφής, είναι απαραίτητο όπως τηρηθούν προηγουμένως όλες οι πρόνοιες και διαδικασίες της σχετικής νομοθεσίας προς εγγραφή του, περιλαμβανομένης της πληρωμής των ανάλογων δασμών και τελών ενώ εκδίδεται και το σχετικό πιστοποιητικό εγγραφής. Τούτου λοιπόν δεδομένου δεν μπορεί να γίνεται λόγος για απόκρυψη του γεγονότος της προηγούμενης εγγραφής του οχήματος στην Δημοκρατία, όπως ισχυρίζεται ο Αιτητής. Η δε εύλογη υποψία που προέκυπτε από τα στοιχεία που παρέθεσε στο Δικαστήριο η Λοχ.176, δεν είχε να κάνει με το «νόμιμο» της εγγραφής του οχήματος δηλ. την διαπίστωση του κατά πόσο είχαν τηρηθεί οι νόμιμες διαδικασίες για εγγραφή, αλλά με το ότι βασικό στοιχείο της ταυτότητας του ήτοι ο αρ. πλαισίου του δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα και ότι ο πραγματικός αρ. πλαισίου του ήταν άλλος και ανήκε σε όχημα το οποίο είχε κλαπεί στις 11.6.14 στο Ηνωμένο Βασίλειο. Με άλλα δε λόγια στοιχειοθετείτο εύλογη υποψία ότι επρόκειτο για εισαγωγή και εγγραφή κλοπιμαίου αυτοκινήτου, γεγονός που προφανώς δεν ήταν γνωστό στις αρμόδιες αρχές κατά την εγγραφή του. Για αυτό και η Αστυνομία, σύμφωνα πάντα με την ένορκη δήλωση της Λοχ.176, διερευνούσε αδικήματα συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κλεπταποδοχής, πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων, εξασφάλισης εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις, αφαίρεσης διακριτικών σημείων μηχανοκινήτου οχήματος και αδικήματα καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Ενόψει δε των πιο πάνω το ότι δεν αναφέρθηκε ότι ο Αιτητής ήταν ο δεύτερος αγοραστής του οχήματος επίσης δεν αποτελεί κατά την κρίση μου ουσιώδες γεγονός. Όσον δε αφορά το ποσό το οποίο αυτός πλήρωσε για την αγορά του οχήματος, η Λοχ.176 στην ένορκη δήλωση της, που στηρίζει την ένσταση στην παρούσα, αναφέρει, και δεν έχει αμφισβητηθεί, ότι το Τεκμήριο Α που επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση ο Αιτητής δηλ. το σχετικό τιμολόγιο, αυτός δεν το παρουσίασε κατά την ανάκριση του αλλά εκ των υστέρων. Εν πάση περιπτώσει το κατά πόσο ο Αιτητής γνώριζε ή όχι τα πιο πάνω ή ήταν καλόπιστος αγοραστής του οχήματος αφορά ασφαλώς την ουσία της σχετικής ποινικής υπόθεσης που έχει καταχωρηθεί και συναφώς δεν είναι προς κρίση στα πλαίσια της παρούσας. Ενόψει δε και των όσων έχουν προαναφερθεί αυτό δεν αποτελεί λοιπόν γεγονός το οποίο θα λαμβανόταν υπόψην και άρα δεν ήταν ουσιώδες για σκοπούς έκδοσης διατάγματος κατακράτησης του επίδικου οχήματος. Εξετάζοντας στη συνέχεια την θέση του Αιτητή περί μη αποκάλυψης στο Δικαστήριο της επιθυμίας του να εμφανισθεί και να λάβει μέρος στην διαδικασία σε περίπτωση καταχώρησης αίτησης κατακράτησης του επίδικου οχήματος, θα πρέπει να λεχθεί ότι ο Καθ' ου η αίτηση ουσιαστικά δεν αμφισβητεί ότι εκδηλώθηκε τέτοια επιθυμία μέσω της επιστολής του Αιτητή (Τεκμήριο Δ) στην ένορκη του δήλωση. Αυτό που δηλώνει σχετικά είναι ότι δεν είχε τέτοια υποχρέωση εφόσον πρόκειται για µονοµερή αίτηση. Θα πρέπει λοιπόν να εξετασθεί κατά πόσο αυτό αποτελεί ουσιώδες γεγονός και εάν ναι ποιες οι συνέπειες μη αποκάλυψης του. Έχει ήδη γίνει αναφορά πιο πάνω στη νομική πτυχή για το θέμα της παράλειψης αποκάλυψης γεγονότος. Ως έχει νομολογηθεί δεν είναι η παράλειψη κάθε γεγονότος που οδηγεί σε ακύρωση ενός διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς. Το γεγονός θα πρέπει να είναι ουσιώδες για την απόφαση του Δικαστηρίου. Όπως αναφέρεται στην Demstar Limited ανωτέρω, ουσιώδες για τους σκοπούς αυτούς είναι κάθε γεγονός το οποίο άπτεται και μπορεί εξ αντικειμένου να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την χορήγηση ή όχι της αιτούμενης θεραπείας. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για έκδοση του κάθε είδους διατάγματος. Η ουσιαστικότητα και σημασία του γεγονότος που απεκρύβη κρίνεται λοιπόν από τον εκδικάζοντα Δικαστή με γνώμονα τη σημασία του γεγονότος σε σχέση με τα επίδικα θέματα (βλ. CTO Public Company Limited κ.α. ανωτέρω). Στα πλαίσια αιτήσεων κατακράτησης επίδικο θέμα είναι κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου. Αυτό που κρίνεται δε από το Δικαστήριο είναι η αναγκαιότητας της περαιτέρω κράτησης του κατασχεθέντος αντικειμένου για τους σκοπούς των ανακρίσεων και μελλοντικής ποινικής διαδικασίας. Η διακριτική δε ευχέρεια που παρέχεται από το άρθρο 32
(1)στο Δικαστήριο να διατάξει τέτοια κράτηση για καθορισμένο χρονικό διάστημα ή μέχρι και την αποπεράτωση ποινικής διαδικασίας, είναι ευρεία. Οι σχετικές αιτήσεις μπορούν να γίνουν μονομερώς. Δεν αποτελεί προϋπόθεση έκδοσης διατάγματος κράτησης η επίδοση της αίτησης και κατ' επέκταση η ενημέρωση ή η παρουσία του Καθ' ου η αίτηση. Ως αναφέρεται ουσιαστικά και στην Παντελίδης ανωτέρω, κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε περιπλοκές και αδιέξοδα στη λειτουργία του ίδιου του Νόμου και καθυστέρηση ενώ επιβάλλεται ταχεία ενέργεια. Η εκδήλωση λοιπόν της επιθυμίας του Καθ' ου η αίτηση να εμφανισθεί και να ενστεί στα πλαίσια της αίτησης κατακράτησης, όπως έγινε στην προκειμένη, δεν αποτελεί κατά την κρίση μου ουσιώδες γεγονός σχετικό με τα επίδικα θέματα που εξετάζονται στα πλαίσια έκδοσης διατάγματος κατακράτησης. Συνεπώς η αποκάλυψη του δεν μπορούσε να επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου ως προς το κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις εκείνες προς έκδοση του επίδικου διατάγματος, οι οποίες με τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κρίθηκε ότι συνέτρεχαν στην προκειμένη. Κατ' επέκταση αυτό δεν μπορεί να οδηγήσει στην ακύρωση του επίδικου διατάγματος. Η απόφαση στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Γενικού Ειαγγγελέα
(2010)1Α Α.Α.Δ. 181, στην οποία παραπέμπει σχετικά ο συνήγορος του Αιτητή δεν διαφοροποιεί την πιο πάνω κρίση μου για τους λόγους που θα εξηγήσω. Η εν λόγω απόφαση αφορούσε αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα για έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari, προς ακύρωση απόφασης Επαρχιακού Δικαστηρίου με την οποία ακυρώθηκε διάταγμα κράτησης τεκμηρίων και διατάχθηκε η επιστροφή τους. Ως γνωστό στα πλαίσια του υπό αναφορά προνομιακού εντάλματος εκείνο που εξετάζεται είναι εάν από το «πρακτικό» του κατώτερου Δικαστηρίου διαπιστώνεται πρόδηλη έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας ή νομική πλάνη, οπόταν η ελεγχόμενη απόφαση ακυρώνεται (βλ. Άνθιμου
(1991)1 Α.Α.Δ. 41). Αντικείμενο δε της διαδικασίας του Certiorari δεν είναι ο έλεγχος της ορθότητας μιας απόφασης αλλά της νομιμότητας της (βλ. Αναφορικά με την αίτηση της Marewave Shipping & Τrading Company Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 116). Στην εν λόγω απόφαση εκείνο που εξετάσθηκε είναι το κατά πόσο το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε εξουσία όχι μόνο έκδοσης διατάγματος επιστροφής τεκμηρίων (κάτι που είχε σύμφωνα με το άρθρο 32
(3)του Κεφ. 155) αλλά και ακύρωσης του διατάγματος κατακράτησης. Στα πλαίσια αυτά εκείνο που ουσιαστικά κρίθηκε ήταν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε εξουσία ακύρωσης τέτοιου διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς, σε περίπτωση που έκρινε ότι υπήρχε παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Δεν κρίθηκε όμως ταυτόχρονα ως ορθή (εφόσον δεν ελέγχεται η ορθότητα της απόφασης) και συνεπώς δεν μπορεί κατά την κρίση μου να θεωρηθεί ως δεσμευτικό προηγούμενο, η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι τέτοιο ουσιώδες γεγονός αποτελεί η μη αποκάλυψη της επιθυμίας του Καθ' ου η αίτηση να ακουσθεί στα πλαίσια αίτησης προς έκδοση διατάγματος κατακράτησης. Θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω την αίτηση όσον αφορά την επιστροφή του επίδικου οχήματος. Ο Αιτητής στηρίζει το αίτημα του ουσιαστικά στα ακόλουθα:
  1. Η καταχώρηση της σχετικής ποινικής υπόθεσης σημαίνει ότι έχει συμπληρωθεί το μαρτυρικό υλικό και επομένως το επίδικο όχηµα δεν αποτελεί πλέον αντικείµενο αστυνοµικών ερευνών. Δεν φαίνεται δε να υπάρχει οποιαδήποτε αναγκαιότητα κράτησης του προς απόδειξη των αδικημάτων που περιλαμβάνονται στην ποινική υπόθεση ούτε και φαίνεται να απαιτείται η προσαγωγή του ενώπιον του Δικαστηρίου για τον σκοπό αυτό. Η συνέχιση ισχύος του διατάγµατος, στην απουσία αναγκαιότητας περαιτέρω κράτησης του οχήµατος, θα αποτελούσε παράβαση του θεµελιώδους συνταγματικού δικαιώµατος στην κατοχή και απόλαυση περιουσίας.
  2. Ένα όχημα χρήζει τακτικής συντήρησης, η οποία περιλαµβάνει τακτική λειτουργία και κίνηση του, αλλαγή λαδιών και άλλα συναφή τα οποία γίνονται κατά την καθηµερινή χρήση. Συνεπώς αποτελεί αντικείμενο που υπόκειται σε φθορά. Ο µόνος τρόπος µε τον οποίο µπορεί, ενόψει των συνθηκών φύλαξης του, να διατεθεί το επίδικο όχηµα ώστε να εξασφαλιστεί η προστασία του από φθορά, είναι να διατεθεί στην φύλαξη του Αιτητή. Ο Αιτητής στηρίζει τα πιο πάνω στις πρόνοιες του άρθρου 32 παρ.
(2)και παρ.
(3)(α) αντίστοιχα, οι οποίες έχουν ως ακολούθως: «32.
(2)Όταν οτιδήποτε που κατασχέθηκε δυνάµει εντάλµατος έρευνας και προσκοµίστηκε ενώπιον Δικαστή υπόκειται σε φθορά ή είναι επιβλαβές, το πράγµα αυτό δύναται αµέσως να διατεθεί µε τέτοιο τρόπο όπως ο Δικαστής ήθελε ορίσει.
(3)Αν ο Δικαστής είναι της γνώµης ότι οτιδήποτε που κατασχέθηκε δυνάµει εντάλµατος έρευνας δεν απαιτείται πλέον για οποιαδήποτε ποινική διαδικασία, τότε εκτός αν εξουσιοδοτείται ή υποχρεώνεται από αυτόν ή οποιοδήποτε άλλο Νόµο να διαθέσει αυτό διαφορετικά, διατάσσει— (α) όπως το πράγµα ή οποιοδήποτε µέρος του επιστραφεί στο πρόσωπο το οποίο φαίνεται στο Δικαστή ότι έχει δικαίωµα σε αυτό και, αν το εν λόγω πρόσωπο είναι ο κατηγορούµενος, όπως επιστραφεί στον ίδιο ή σε τέτοιο άλλο πρόσωπο ως ο κατηγορούµενος ήθελε ορίσει·» Αρχίζοντας από το υπ' αρ. 2 ανωτέρω θα πρέπει κατ' αρχήν να λεχθεί ότι τα όσα αναφέρει σχετικά στην παρ. 6 της ένορκης του δήλωσης ο Αιτητής, έχουν αμφισβητηθεί από τον Καθ' ου η αίτηση, με την ένορκη δήλωση της Λοχ.176 που υποστηρίζει την ένσταση. Ενόψει αυτού εναπόκειτο στον Αιτητή, ο οποίος φέρει και το βάρος απόδειξης της παρούσας, να τα αποδείξει με τον ορθό δικονομικό τρόπο (βλ. Iacovou Brothers (Construction) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1Β Α.Α.Δ 1377) κάτι που δεν έπραξε. Δεν με βρίσκει δε σύμφωνο η θέση του Αιτητή ότι τα περί συντήρησης και φθοράς ενός αυτοκινήτου αποτελούν αντικείμενο δικαστικής γνώσης. Άλλωστε θα έπρεπε να αποδειχθεί ότι υπάρχει κίνδυνος φθοράς του συγκεκριμένου οχήματος, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες φύλαξης του. Εδώ να σημειωθεί ότι ακόμη και ο ίδιος ο Αιτητής στην ένορκη του δήλωση κάνει αναφορά σε «πιθανότητα» να υποστεί το όχημα ζημιά. Πέραν και ανεξάρτητα των πιο πάνω θα πρέπει να αναφερθούν και τα ακόλουθα: · Ο Καθ' ου η αίτηση είναι υποχρεωμένος εκ του Νόμου (βλ. άρθρο 32
(1)να λαμβάνει πάντοτε εύλογη φροντίδα διατήρησης του επίδικου οχήματος καθ' όλο το χρονικό διάστημα που αυτό βρίσκεται στην φύλαξη του. Τέτοια διαβεβαίωση δίδει άλλωστε στην παρούσα μέσω της Λοχ.176 ότι δηλ. θα ληφθεί κάθε εύλογη φροντίδα για την διατήρηση του στην κατάσταση στην οποία βρισκόταν κατά την παραλαβή του. · Το άρθρο 32
(2), το οποίο επικαλείται ο Αιτητής, δεν αναφέρεται σε κάθε πράγμα που κατακρατείται αφού είναι λογικό ότι όλα τα πράγματα, όντας αποτελούμενα από ύλη, είναι έκθετα σε κάποια φθορά. Η εν λόγω πρόνοια λοιπόν, λαμβανομένου υπόψην και το λεκτικού της, δεν καλύπτει κατά την κρίση μου κάθε πράγμα αλλά οτιδήποτε που λόγω της φύσης του υπόκειται σε άμεση φθορά, εξ ου και η εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει «αμέσως» να διατεθεί. Ούτε η θέση του Αιτητή περί μη αναγκαιότητας πλέον κράτησης του επίδικου οχήματος ευσταθεί. Διαφεύγει της θέσης αυτής το ουσιώδες και καίριο γεγονός ότι το εν λόγω όχημα είναι το ίδιο το αντικείμενο, σε σχέση με το οποίο, υπάρχει μαρτυρία (δεν θα κριθεί στα πλαίσια της παρούσας εάν αυτή είναι ικανοποιητική προς απόδειξη ποινικού αδικήματος) ότι, διαπράχθηκαν τα αδικήματα για τα οποία εγέρθηκε ποινική δίωξη με την καταχώρηση ποινικής υπόθεσης και συγκεκριμένα για τα αδικήµατα της συνωµοσίας προς διάπραξη κακουργήµατος, πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, εξασφάλισης πιστοποιητικού µε ψευδείς παραστάσεις, κλεπταποδοχής, νοµιµοποίησης εσόδων από παράνοµες δραστηριότητες, αποφυγής καταβολής φόρων κατανάλωσης, κατοχής αφορολόγητων εµπορευµάτων και απάτης. Είναι λοιπό βασικό και αναγκαίο για την εγερθείσα ποινική υπόθεση και σίγουρα δεν μπορεί να γίνεται λόγος ότι «δεν απαιτείται πλέον για οποιαδήποτε ποινική διαδικασία» ως ορίζει το άρθρο 32
(3)του Νόμου. Λαμβανομένων λοιπόν υπόψην των ανωτέρω αλλά και του ότι ο Αιτητής είναι ένα από τα κατηγορούμενα πρόσωπα στην εν λόγω ποινική υπόθεση, δεν κρίνεται ορθό αλλά ούτε και λογικό να του επιτραπεί η φύλαξη του οχήματος, ακόμη και με έκδοση σχετικού διατάγματος μη αποξένωσης του. Η κράτηση δε περιουσίας όπως το όχημα στην παρούσα, η οποία γίνεται δυνάμει διατάγματος που εκδίδεται στην βάση του Νόμου δηλ. λόγω του ότι απαιτείται για σκοπούς ποινικής διαδικασίας, αποτελεί ένα από τους συνταγματικά επιτρεπόμενους και θεμιτούς περιορισμούς του δικαιώματος στην κατοχή και απόλαυση περιουσίας. Θα πρέπει επίσης στο σημείο αυτό να προστεθεί ότι από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου προκύπτει ότι υπάρχει μαρτυρία (ως έχει προαναφερθεί, δεν θα κριθεί στα πλαίσια της παρούσας εάν αυτή είναι ικανοποιητική προς απόδειξη στα πλαίσια ποινικής υπόθεσης) ότι το επίδικο όχημα είχε κλαπεί στο Ηνωμένο Βασίλειο. Την επιστροφή του ίδιου οχήματος, ως φαίνεται από σχετική αίτηση ημερ. 24.11.15, η οποία επίσης εκκρεμεί ενώπιον μου, ζητά και η εταιρεία ZURICH INSURANCE, για την οποία έκανε αναφορά στη μαρτυρία της η Λοχ.176. Αυτό φυσικά σε καμία περίπτωση αποτελεί λόγο που από μόνος του μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη της παρούσας. Γίνεται όμως σχετική αναφορά με σκοπό να καταδειχθεί ότι το όχημα διεκδικείται από περισσότερα πρόσωπα και σίγουρα το παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία στα πλαίσια της παρούσας και δεν θα ήταν ορθό άλλωστε, υπό το φως όλων των ανωτέρω, να προβεί σε οποιεσδήποτε διαπιστώσεις περί κυριότητας ή περί του ποιος είναι ο δικαιούχος αυτού πόσο μάλλον σε σχετικά ευρήματα. Αρκεί να επαναληφθεί συναφώς ότι είναι αναγκαία η περαιτέρω κράτηση του για σκοπούς της εγερθείσας ποινικής διαδικασίας. Η διάθεση του είναι δε κάτι που θα απασχολήσει το Δικαστήριο που θα εκδικάσει την ουσία της εν λόγω ποινικής υπόθεσης, κατά το πέρας αυτής. Πριν ολοκληρώσω θα ήθελα στο σημείο αυτό, ενόψει των ανωτέρω, να αναφέρω ποια θα ήταν η κρίση μου στην περίπτωση που η μη αποκάλυψη της επιθυμίας του Αιτητή να εμφανισθεί και λάβει μέρος στην διαδικασία προς έκδοση του επίδικου διατάγματος, εθεωρείτο ως παράλειψη αποκάλυψης ουσιώδους γεγονότος. Ως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, αυτό δεν εξυπακούει άμεση ακύρωση του διατάγματος. Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια, εξετάζοντας και συνεκτιμώντας προφανώς όλες τις σχετικές περιστάσεις και λαμβάνοντας υπόψην την φύση κάθε διατάγματος και τους σκοπούς έκαστης σχετικής διάταξης, να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του. Κατ' αρχήν από τα όσα τέθηκαν στην παρούσα δεν προκύπτει ότι από τη μη αποκάλυψη του εν λόγω γεγονότος ο Καθ' ου η αίτηση αποκόμισε οποιοδήποτε πλεονέκτημα, ως ουσιαστικά εισηγείται ο συνήγορος του Αιτητή. Τα γεγονότα που ουσιαστικά παραπονείται ο Αιτητής ότι ήθελε να παραθέσει στα πλαίσια της αίτησης κατακράτησης και απεκρύβησαν από το Δικαστήριο, είναι αυτά που αναφέρει στην παρούσα. Αυτά κρίθηκε όμως ότι είτε δεν ήταν ουσιώδη για σκοπούς έκδοσης του επίδικου διατάγματος είτε σχετίζονται άμεσα με τα θέματα τα οποία θα απασχολήσουν το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της ουσίας της ποινικής υπόθεσης που έχει καταχωρηθεί. Επαναλαμβάνω ότι σε αιτήσεις κατακράτησης τεκμηρίων αυτό που εξετάζεται είναι ουσιαστικά η αναγκαιότητα της περαιτέρω κράτησης του αντικειμένου για τους σκοπούς της ποινικής διαδικασίας, κάτι που ως έχει προαναφερθεί στοιχειοθετείται στην παρούσα. Ακόμη λοιπόν και εάν το προαναφερόμενο ήταν ουσιώδες γεγονός που δεν αποκαλύφθηκε, ενόψει των ανωτέρω δεν θα ακύρωνα το επίδικο διάταγμα αλλά ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια θα έκδιδα διαταγή συνέχισης της ισχύος του. Για όλους λοιπόν τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω κρίνω ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται, με έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ του Καθ' ου η αίτηση, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............................................ Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Αίτηση ακύρωσης διατάγματος κατακράτησης τεκμηρίων και επιστροφής τους). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.