← Κύπρος

CHOICE TRADE (INTERNATIONAL) LIMITED ν. LAMDA CARD SERVICES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 4295/15, 18/1/2016

CHOICE TRADE (INTERNATIONAL) LIMITED ν. LAMDA CARD SERVICES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 4295/15, 18/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A23 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4295/15 Mεταξύ: CHOICE TRADE (INTERNATIONAL) LIMITED Ενάγουσας και

  1. LAMDA CARD SERVICES LTD
  2. MERCANTS WORLDWIDE LIMITED
  3. Χρίστου Παναγιώτου
  4. Ismet Medi
  5. Daniel Cohen Εναγομένων ------------------ Αίτηση ημερ. 30.10.15 ------------------- 18.1.16 Για την αιτήτρια: κ. Aντωνίου (κα Δημητριάδη για ν' ακούσει απόφαση) Για τους καθ'ων η αίτηση: κα Θεοδώρου (κ. Πογιατζής για ν' ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση η αιτήτρια ζητεί: «Α. Απαγορευτικό Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει και/ή παρεμποδίζει την Καθ'ης η Αίτηση/Εναγόμενη 1 όπως η ίδια και/ή μέσω των διευθυντών της και/ή υπαλλήλων της και/ή των υπηρετών της και/ή των αντιπροσώπων της διαθέσει και/ή μεταφέρει και/ή μεταβιβάσει και/ή αποξενωθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο ποσό ύψους μέχρι Δολαρίων ΗΠΑ $142.418,29 ή το ισόποσο σε ευρώ σε ισοτιμία συναλλάγματος κατά την 30/10/2015, ως τέτοιο ποσό βρίσκεται σωρευτικά ή άλλως πως κατατεθειμένο σε οποιουσδήποτε τραπεζικούς λογαριασμούς της Καθ'ης η Αίτηση/Εναγόμενης 1 στην Κύπρο μέχρι την τελική εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι άλλης διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Απαγορευτικό Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει και/ή να εμποδίζει τον Καθ'ου η Αίτηση/Εναγόμενο 3 όπως ο ίδιος και/ή μέσω των υπηρετώ του και/ή των αντιπροσώπων του διαθέσει και/ή μεταφέρει και/ή μεταβιβάσει και/ή αποξενωθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο ποσό ύψους μέχρι Δολαρίων ΗΠΑ $142.418,29 ή το ισόποσο σε ευρώ σε ισοτιμία συναλλάγματος κατά την 30/10/2015, ως τέτοιο ποσό βρίσκεται σωρευτικά ή άλλως πως κατατεθειμένο σε οποιουσδήποτε τραπεζικούς λογαριασμούς της Καθ'ου η Αίτηση/Εναγόμενου 3 στην Κύπρο μέχρι την τελική εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι άλλης διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Απαγορευτικό Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει και/ή να εμποδίζει τον Καθ'ου η Αίτηση/Εναγόμενο 4 όπως ο ίδιος και/ή μέσω των υπηρετών του και/ή των αντιπροσώπων του διαθέσει και/ή μεταφέρει και/ή μεταβιβάσει και/ή αποξενωθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο ποσό ύψους μέχρι Δολαρίων ΗΠΑ $142.418,29 ή το ισόποσο σε ευρώ σε ισοτιμία συναλλάγματος κατά την 30/10/2015, ως τέτοιο ποσό βρίσκεται σωρευτικά ή άλλως πως κατατεθειμένο σε οποιουσδήποτε τραπεζικούς λογαριασμούς της Καθ'ου η Αίτηση/Εναγόμενου 4 στην Κύπρο μέχρι την τελική εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι άλλης διαταγής του Δικαστηρίου." To Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς διάταγμα μόνο σε σχέση με την παράγραφο Α της αίτησης και ο κ. Αντωνίου απέσυρε τις παραγράφους Β και Γ χωρίς επηρεασμό των δικαιωμάτων της αιτήτριας. Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, Καν.1, 2, 3, 4 και 9 και Δ.64, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στη συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από μακροσκελή ένορκη δήλωση της Ακυλίνας Δημητριάδη στην οποία αναφέρει μεταξύ άλλων ότι είναι δικηγόρος συνεργαζόμενη με τους δικηγόρους της ενάγουσας και έχει εξουσιοδοτηθεί από την ενάγουσα να προβεί στην ένορκη δήλωση. Γνωρίζει τα γεγονότα τόσο από προσωπική και άμεση γνώση αλλά και από προσωπική ενδελεχή μελέτη των εγγράφων της υπόθεσης και από τα όσα την έχουν ενημερώσει οι υπάλληλοι και αντιπρόσωποι της ενάγουσας. Στις 23.10.15 προέκυψε ως υποψία και στις 27.10.15 επιβεβαίωσε ότι η φερόμενη ως εταιρεία "RSB ECLEAR LTD" (πιο κάτω θα αναφέρεται ως RSB) δεν υφίσταται ως υπαρκτό νομικό πρόσωπο, η οποία φερόμενη εταιρεία απατηλά παρουσιάστηκε κατά τον ουσιώδη για την Αγωγή χρόνο από την εναγόμενη 1 προς την ενάγουσα δήθεν ως εταιρικό όχημα το οποίο παρείχε τις επίδικες υπηρεσίες επεξεργασίας πληρωμών προς την ενάγουσα και στις 27.10.15 επιβεβαίωσε η ενάγουσα ότι η φερόμενη εταιρεία RSB αποτελεί παραπέτασμα και κύριο μέρος των ψευδών παραστάσεων της εναγομένης 1 (πιο κάτω θα αναφέρεται ως η LAMDA) προς την ενάγουσα. Η ενάγουσα στις 28.1.15 βασιζόμενη στις παραστάσεις και το περιεχόμενο της ιστοσελίδας της RSB επικοινώνησε μαζί της εκφράζοντας ενδιαφέρον για τις υπηρεσίες τις οποίες φερόταν ότι παρείχε. Ο διευθύνων σύμβουλος της ενάγουσας Juan Jutgla συνομίλησε με κάποιον Νεόφυτο Χρυσοστόμου ο οποίος την ίδια ημέρα απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα προς την ενάγουσα περιγράφοντας τον εαυτό του ως sales manager. Ακολούθησε επικοινωνία μεταξύ τους όπως φαίνεται από τα τεκμήρια 6, 7(α)-(ε). Οι παραστάσεις του Νεόφυτου Χρυσοστόμου ήταν ότι η φερόμενη ως εταιρεία RSB ανήκε σε κοινό Όμιλο εταιρειών με την LΑΜDA και αυτό έγινε πειστικότερο όταν ο Νεόφυτος Χρυσοστόμου επικοινωνούσε πλέον με την ενάγουσα παράλληλα εκ μέρους τόσο της LAMDA όσο και της RSB. Η ενάγουσα κατά τη διάρκεια δοκιμαστικής περιόδου που επέλεξε για να διαπιστώσει την καταλληλότητα των υπηρεσιών που παρέχονταν δήθεν από την RSB επέτρεψε να τύχουν επεξεργασίας πληρωμές διαφόρων πελατών της δια μέσου των υπηρεσιών της RSB που στην πραγματικότητα όμως παρείχε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η LAMDA καθότι σύμφωνα με την ενάγουσα η RSB είναι ανύπαρκτο πρόσωπο και εικονικό. Στο πλαίσιο αυτής της δοκιμαστικής περιόδου επεξεργασίας πληρωμών των πελατών της ενάγουσας η ενάγουσα εδικαιούτο κατά τις 30.4.15 να της αποδοθεί και εισπράξει το καθαρό ποσό των €9.320,
  6. Το ποσό αυτό θα απέδιδε προς την ενάγουσα η RSB. Στις 30.4.15 εκδόθηκε σχετικό έγγραφο από την ιστοσελίδα της RSB που αναγνώριζε ότι θα πληρωνόταν το ποσό των €9.320,28 προς την ενάγουσα και στις 4.5.15 η ενάγουσα έλαβε στο λογαριασμό της το ποσό αυτό και το έμβασμα έγινε από την LAMDA. Η πληρωμή του ποσού αυτού από τη LAMDA καλλιέργησε την αίσθηση στην ενάγουσα αξιοπιστίας παρά τα όσα τεχνικά προβλήματα υπήρξαν και αποφάσισε να συνεχίσει τη συνεργασία με τη LAMDA και τη φερόμενη ως εταιρεία RSB που για την ενάγουσα θεωρούνταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ως μια ενιαία οικονομική επιχείρηση. Η LAMDA πλήρωσε το ποσό των €9.320,28 δια μέσου της LAMDA PROCESSING LTD και αυτό ενίσχυσε την αίσθηση της ενάγουσας ότι υπήρχε επαρκής αξιοπιστία και αποφάσισε να συνεχίσει την συνεργασία με τη LAMDA. Στις 25.6.15 η LAMDA επικοινώνησε γραπτώς με την ενάγουσα για να την ενημερώσει ότι ο Νεόφυτος Χρυσοστόμου δεν εργάζεται πλέον στη LAMDA και πως η Κατερίνα Χρίστου θα αναλάμβανε τη συνεργασία μεταξύ της ενάγουσας της LAMDA και της RSB. Στις 2.7.15 η ενάγουσα απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στην Κατερίνα Χρίστου με το οποίο ζητούσε την κατάσταση των ποσών που αναλογούσαν στην ενάγουσα ως αποτέλεσμα της παροχής των υπηρεσιών, όμως η LAMDA δεν ανταποκρίθηκε και η ενάγουσα προσπαθούσε ανεπιτυχώς να επικοινωνήσει μαζί τους. Η ενάγουσα ζήτησε μέσω των δικηγόρων της να απευθυνθούν στην LAMDA και αυτό έγινε με επιστολή ημερ. 3.8.
  7. Οι δικηγόροι της LAMDA ανταποκρίθηκαν στην επιστολή των δικηγόρων της ενάγουσας στις 6.8.15 αρνούμενοι οποιαδήποτε σχέση με την RSB. Οι δικηγόροι της LAMDA επανήλθαν στις 9.9.15 μετά την επιστολή των δικηγόρων της ενάγουσας ημερ. 13.8.15 και μεταβίβασαν πρόταση διευθέτησης της επίδικης διαφοράς εκ μέρους της RSB με τον ισχυρισμό ότι έλαβαν τη συγκατάθεση της RSB. Αυτό σύμφωνα με την ενάγουσα ήταν αδύνατο αφού η RSB επιβεβαιώνεται με το Τεκμήριο 32 ότι ήταν ανύπαρκτο πρόσωπο και η LAMDA ταυτοποιήθηκε πάντα σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, ως ο πραγματικός πάροχος των υπηρεσιών. Στην ενάγουσα δημιουργήθηκαν υποψίες ότι η RSB ήταν ανύπαρκτο πρόσωπο και επιβεβαιώθηκε μετά από έρευνα στις 27.10.15 στον Έφορο Εταιρειών των Σεϋχελλών ότι η RSB ήταν εταιρεία που διαγράφηκε και δεν υπάρχει τουλάχιστο από τον Δεκέμβριο 2014 και ως εκ τούτου οι παραστάσεις της LAMDA προς την ενάγουσα ως προς την ύπαρξη της RSB ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ψευδείς, απατηλές και αναληθείς. Αφού διαπιστώθηκε το ανύπαρκτο της RSB, η ενάγουσα διαπίστωσε πως βάσει των μητρώων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, η LAMDA δεν κατέχει άμεσα ή έμμεσα οποιαδήποτε άδεια για διεκπεραίωση των υπηρεσιών που ισχυρίζεται και χρησιμοποίησε την εικονική εταιρεία RSΒ για τους σκοπούς των υπηρεσιών της. Βάση της αγωγής της ενάγουσας είναι το αστικό αδίκημα της απάτης. Στην αίτηση της αιτήτριας καταχώρισε ένσταση η καθ'ης η αίτηση - εναγόμενη 1 προβάλλοντας δεκαοκτώ λόγους ένστασης τους οποίους δεν θα παραθέσω αφού θεωρώ κάτι τέτοιο αχρείαστο και αντιπαραγωγικό. Κατά το στάδιο εξέτασης της αίτησης και της ένστασης, το Δικαστήριο πάντοτε έχει κατά νου τους λόγους ένστασης και θα αναφερθώ σ' αυτούς όπου κριθεί σκόπιμο. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η ένσταση των καθ'ων η αίτηση φαίνονται στην ένορκη δήλωση του Χρίστου Παναγιώτου - Εναγόμενου 3 ο οποίος αναφέρει ότι είναι διευθυντής της εναγομένης 1 - καθ'ης η αίτηση (πιο κάτω αναφέρεται στην ένορκη δήλωση ως η εταιρεία) και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Στην ένορκη δήλωση επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και αρνείται τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση. Αναφέρει ότι η ενάγουσα απέκρυψε ουσιώδη στοιχεία και καμιά μαρτυρία δόθηκε από μέρους της που να τεκμηριώνει το κατεπείγον της αίτησης στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε το υπό κρίση διάταγμα. Περαιτέρω, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα, δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία που να καταδεικνύει πρόθεση της εταιρείας για αποξένωση της περιουσίας της και η ενάγουσα-αιτήτρια συναρτά την ύπαρξη οικονομικής αδυναμίας της εταιρείας με μια πρόταση της RSB για πληρωμή του ποσού με μηνιαίες πληρωμές και όχι από την ίδια την εταιρεία. Η εταιρεία σε καμία οικονομική αδυναμία βρίσκεται, αλλά αντίθετα είναι πλήρως συμμορφωμένη με όλες τις υποχρεώσεις της. Είναι ο ισχυρισμός περαιτέρω του ενόρκως δηλούντα ότι παραπλανητικά επαναλαμβάνεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση η αναφορά στην εταιρεία LAMDA εννοώντας τόσο την εταιρεία LAMDA CARD SERVICES LTD όσο την RSB, την LAMDA GROUP και την LAMDA PROCESSING LTD στην προσπάθεια της να δείξει ταυτοπροσωπεία των εταιρειών. Σε κανένα από τα επισυναπτόμενα ηλεκτρονικά μηνύματα που στάληκαν από τον Νεόφυτο Χρυσοστόμου αναγράφεται η εταιρεία ως αποστολέας ή το πρόσωπο αυτό ως εκπρόσωπος της εταιρείας και περαιτέρω όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 20 η κατάθεση του ποσού των €9.320,28 έγινε από την εταιρεία LAMDA PROCESSING LTD, μια διαφορετική και ξεχωριστή νομική οντότητα και όχι από την εταιρεία. Η παραπλάνηση όπως ισχυρίζεται την οποία επιχειρεί η ενάγουσα είναι εμφανής αλλά ταυτόχρονα είναι και εμφανής η παντελής ανυπαρξία οποιασδήποτε διασύνδεσης της εταιρείας με την ενάγουσα. Για τους λόγους αυτούς δεν συντρέχουν όπως ισχυρίζεται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινού διατάγματος, η ύπαρξη δηλαδή σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση και η ορατή προοπτική και πιθανότητα η αιτήτρια να δικαιούται σε θεραπεία. Η RSB όπως ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών αιτήθηκε συνεργασία με την EPG GLOBAL PLATFORM SERVICES LTD (πρώην LAMDA PAYMENTS LTD) προς χρήση της πλατφόρμας ηλεκτρονικών πληρωμών έναντι καταβολής εξόδων συντήρησης, διαχείρισης και χρήσης. Η EPG αποδέχτηκε το αίτημα της RSB και παρείχε κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρεσίες στην RSB. Η εταιρεία πέραν του ότι είναι μέλος του Ομίλου εταιρειών LAMDA ουδεμία άλλη σχέση έχει με την EPG. Aντίθετα πρόκειται για δύο διαφορετικές νομικές οντότητες εγγεγραμμένες στην Κύπρο. Σε καμία περίπτωση η RSB ανήκει στον Όμιλο εταιρειών LAMDA και η μόνη σχέση που έχει η RSB με τον Όμιλο αφορά τη συνεργασία της με την EPG. Η εταιρεία ουδεμία επαφή ή σχέση ή συνεργασία είχε με την ενάγουσα για να χρειάζεται να περάσει στάδιο οποιασδήποτε δοκιμαστικής περιόδου όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα. H πληρωμή του ποσού των €9.320,28 στην ενάγουσα-αιτήτρια έγινε από την LAMDA PROCESSING LTD ένα ξεχωριστό νομικό πρόσωπο και όχι από την εταιρεία. Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός του ενόρκως δηλούντα ότι η ενάγουσα δεν προσήλθε με καθαρά χέρια ενώπιον του Δικαστηρίου όταν αιτήθηκε μονομερώς την έκδοση προσωρινού διατάγματος, αλλά καταχρηστικά επέλεξε να στραφεί εναντίον της εταιρείας θεωρώντας ότι εάν επιτύχει την έκδοση μονομερούς διατάγματος εναντίον της θα καταφέρει να πάρει τα χρήματα που διατείνεται ότι δικαιούται από την RSB. Καμία πλευρά δεν ζήτησε την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων και οι συνήγοροι των διαδίκων προχώρησαν στην καταχώριση μακροσκελών γραπτών αγορεύσεων. Στις αγορεύσεις των συνηγόρων θα αναφερθώ όπου κριθεί σκόπιμο. Η αίτηση στηρίζεται τόσο στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όσο και στο άρθρο 4 του Κεφ.
  8. Το άρθρο 4 έχει σχέση με έκδοση διαταγμάτων που σχετίζονται με το αντικείμενο της αγωγής και το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπίπτοντων διαταγμάτων και εξετάστηκε σε σωρεία αποφάσεων (βλ. Odysseos v. Pieris Estates

(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motoria Ltd
(1987)1 C.L.R. 303, Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.ά.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453). Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο Ενάγων σε θεραπεία, και (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας η ενάγουσα να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο και/ή ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα στο πλαίσιο της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από την ενάγουσα-αιτήτρια μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση δηλαδή ότι χωρίς τη έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ της ενάγουσας στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων της, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Οι δύο πρώτες προϋποθέσεις είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες ιδιαίτερα στην περιορισμένη έκταση εξέτασης σ' αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα (βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, Ζωντίλης ν. Αντρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouris Trading
(1998)1 A.A.Δ. 149). Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του και πρέπει να αποφύγει την αναλυτική εξέταση των επίδικων θεμάτων της αγωγής, καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 235: "οι διαπιστώσεις στις οποίες προβαίνουμε, γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος, . Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εξεταστεί η ουσία της." Στην υπόθεση επίσης P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802 αναφέρθηκε ότι: "Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του." Πριν προχωρήσω στην εξέταση του άρθρου 32 του Ν.14/60 θα εξετάσω τους ισχυρισμούς της καθ'ης η αίτηση-εναγόμενης 1 ότι δεν υπήρχε το κατεπείγον και ότι οι ενάγουσα-αιτήτρια απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα αφού αν διαφανεί ότι έχει γίνει τέτοια απόκρυψη γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς αίτησης που έχει επηρεάσει το Δικαστήριο το οποίο διαφορετικά θα μπορούσε να μην εκδώσει το διάταγμα, το Δικαστήριο μπορεί να το ακυρώσει χωρίς να εξετάσει την ουσία του (βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 και Zein κ.ά. ν. Π.Κ. Καμπανέλλα
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 606). Το θέμα του κατεπείγοντος εξετάστηκε κατά το χρόνο έκδοσης του διατάγματος και το κρίσιμο στοιχείο που καθόριζε το κατεπείγον ήταν ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι επιβεβαίωσε στις 27.10.15 μετά από έρευνα στα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών των Σεϋχελλών, ότι η εταιρεία RSB ήταν ανύπαρκτο πρόσωπο και η γνωστοποίηση στους εναγόμενους της ανακάλυψης για την μη ύπαρξη της RSB πιθανόν να τους κινητοποιήσει σε απόσβεση ή απόκρυψη των στοιχείων. Βάση της αγωγής είναι ότι οι εναγόμενοι διέπραξαν απάτη σε βάρος της ενάγουσας παρουσιάζοντας ψευδείς παραστάσεις προς την ενάγουσα για την ύπαρξη της εταιρείας RSB με σκοπό να ενεργήσει η ενάγουσα με μίσθωση υπηρεσιών επεξεργασίας πληρωμών πιστωτικών καρτών. Για το δεύτερο θέμα η πλευρά της εναγομένης 1-καθ'ης η αίτηση έδωσε ιδιαίτερη έμφαση και ήταν η θέση του κ. Κυριακίδη στην αγόρευση του ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να προχωρήσει στην εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 αφού θα πρέπει να ακυρώσει το διάταγμα ενόψει της απόκρυψης ουσιαστικών γεγονότων από την αιτήτρια. Το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών και ότι πρέπει να αποκαλυφθεί είναι γεγονότα γνωστά στον αιτητή τα οποία σχετίζονται με το βάσιμο των δικαιωμάτων του όπως αναφέρονται στα δικόγραφα στη σοβαρότητα του ζητήματος το οποίο εγείρει καθώς και την πιθανότητα επιτυχίας. Στην υπόθεση Μ. & CH Mitsingas Trading Ltd κ.ά. ν. Τhe Timberland Co.
(1997)1 A.A.Δ. 1719 αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: "O Δικαστής κρίνει αν το γεγονός που παραλήφθηκε είναι ουσιαστικό, αν δεν ήταν γνωστό στον αιτητή και δεν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό και αν η παράλειψη έγινε χωρίς σκοπό παραπλάνησης. Αυτά ενέχουν ουσιαστική βαρύτητα αλλά δεν είναι και οι μόνοι αποφασιστικοί παράγοντες. Τελικά το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια παρόλη την απόδειξη ουσιαστικής μη αποκάλυψης που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε στη μονομερή αίτηση να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα υπό όρους". Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν συνιστά προϋπόθεση για ακύρωση εκδοθέντος διατάγματος λόγω παράλειψης πλήρους αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Αρκεί η διαπίστωση ότι η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστούσε εξ αντικειμένου ουσιώδες στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Είναι ο ισχυρισμός της εναγόμενης 1 τόσο μέσα από τη ένορκη δήλωση όσο και μέσα από την αγόρευση του κ. Κυριακίδη ότι η ενάγουσα παραπλανητικά επαναλαμβάνει στην ένορκη δήλωση την αναφορά στην εταιρεία LAMDA προσπαθώντας ουσιαστικά να δώσει την εντύπωση ότι η LAMDA PROCESSING LTD η RSB και το Group Εταιρειών LAMDA ευθύνονται για την απαίτηση της ενάγουσας εναντίον της RSB και απέκρυψε από το Δικαστήριο την επιστολή της εναγομένης 1 με την οποία η εναγομένη 1 πληροφορεί την ενάγουσα ότι η ίδια δεν έχει οποιαδήποτε νομική, εμπορική ή άλλη σχέση με την RSB. Δεν θα συμφωνήσω με τη θέση της εναγομένης 1 ότι η ενάγουσα απέκρυψε τα στοιχεία αυτά. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση γίνεται αναφορά όπως φαίνεται και πιο πάνω, αλλά όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα οι εταιρείες ήταν «ενιαία οικονομική επιχείρηση» και είναι γεγονός ότι σε όλη την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, η εναγόμενη 1 αναφέρεται ως η LAMDA. Αναφέρεται ότι η πληρωμή του ποσού των €9.320,28 έγινε από την εταιρεία LAMDA PROCESSING LTD αλλά ισχυρίζεται η ενόρκως δηλούσα ότι τόσο οι πιο πάνω εταιρείες, όσο και η RSB ανήκουν στον Όμιλο Εταιρειών LAMDA και ήταν αναπόσπαστο μέρος της ενιαίας οικονομικής επιχείρησης υπό τη LAMDA. Ενόψει του ότι η RSB ήταν εικονικότητα της LAMDA, ταυτοποιήθηκε όπως περαιτέρω ισχυρίζεται ότι είναι η LAMDA ο πραγματικός πάροχος των υπηρεσιών. Τους πιο πάνω ισχυρισμούς της ενάγουσας αρνείται η εναγόμενη 1 και οι πιο πάνω ισχυρισμοί δεν εξετάζονται μέσα στο πλαίσιο της απόκρυψης γεγονότων, αφού όπως αναφέρω αυτοί αποκαλύπτονται, αλλά θα εξεταστούν μέσα στα πλαίσια των προϋποθέσεων του άρθρου
  1. Εφόσον η εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι καμία σχέση έχει με την RSB αλλά η RSB σχετίζεται με την εταιρεία EPG του Group εταιρειών LAMDA, και κάθε εταιρεία όπως και η LAMDA PROCESSING LTD που έκαμε την πληρωμή, αποτελούν όπως είναι σωστό, ξεχωριστά νομικά πρόσωπα, η ενάγουσα είχε την υποχρέωση αφού έχει και το βάρος απόδειξης, να ξεκαθαρίσει το θέμα αυτό για να στοιχειοθετήσει τις προϋποθέσεις 1 και 2 του άρθρου
  2. Όπως ανέφερα, η διαδικασία περιορίστηκε στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση και καμία πλευρά δεν ζήτησε να αντεξετάσει τους ενόρκως δηλούντες. Η εναγόμενη 1 αρνείται ότι η RSB είναι μέλος του Group εταιρειών LAMDA, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι εκ της ανυπαρξίας της RSB η LAMDA ταυτοποιείται ως το πραγματικό πρόσωπο που παρείχε τις υπηρεσίες. Ποια όμως εταιρεία του Ομίλου LAMDA και πως κατέληξε η ενάγουσα στην εναγόμενη 1 παραμένει άγνωστο. Η ενάγουσα έχει το βάρος να στοιχειοθετήσει τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 και με τα όσα αναφέρω πιο πάνω, και αν ακόμη δεχθώ για σκοπούς συζήτησης ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, το ερώτημα είναι εναντίον ποιών ακριβώς θα πρέπει να στραφεί η αγωγή αφού γίνεται αναφορά σε τρεις διαφορετικές εταιρείες του Ομίλου εταιρειών LAMDA. Αυτό συνδέεται και με τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, κατά πόσο δηλαδή η ενάγουσα δικαιούται σε θεραπεία εναντίον της εναγόμενης 1 ή εναντίον οποιασδήποτε άλλης από τις εταιρείες του Ομίλου, όπως την εταιρεία που έκαμε την πληρωμή ή την εταιρεία που συνεργάστηκε με την RSB όπως αναφέρει η εναγόμενη
  3. Δεν προβαίνω σε οποιοδήποτε εύρημα και ούτε εξετάζω την ουσία των ισχυρισμών οι οποίοι παραμένουν πάντα ανοικτοί, αλλά οι αμφισβητούμενες αναφορές στην ένορκη δήλωση δημιουργούν τα πιο πάνω ερωτήματα. Εξάλλου οι ισχυρισμοί της ενάγουσας δεν στηρίζονται σε οποιαδήποτε συμφωνία αλλά στο συμπέρασμα ότι ενόψει της ανυπαρξίας της RSB, η LAMDA ταυτοποιήθηκε ως ο πραγματικός πάροχος των υπηρεσιών. Για τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω, θεωρώ ότι η ενάγουσα που έχει το βάρος απόδειξης σοβαρών ενδείξεων και πιθανότητας ύπαρξης δικαιωμάτων εναντίον της εναγόμενης 1, απέτυχε να το πράξει. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι η ενάγουσα απέτυχε να στοιχειοθετήσει τις προϋποθέσεις 1 και 2 του άρθρου 32 και δεν θα προχωρήσω σε εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 αλλά και των άλλων λόγων ένστασης. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θεωρώ ότι και στο ισοζύγιο της ευχέρειας το οποίο υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου για να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη, θεωρώ ότι το διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί. Ως εκ τούτου, το διάταγμα ημερ. 30.10.15 ακυρώνεται με έξοδα εναντίον της αιτήτριας-ενάγουσας και υπέρ της καθ'ης η αίτηση-εναγόμενης 1 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............. Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΔΔ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Ενδιάμεση Απόφαση - ενδιάμεσο διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.