ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΣ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΣΥΝΘΕΣΕΩΝ ΛΤΔ (THE PERFORMING RIGHT SOCIETY LTD) κ.α. ν. K.K. NEW EXTRA LTD, Αρ. αγωγής: 4006/09, 11/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 4006/09 1) ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΣ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΣΥΝΘΕΣΕΩΝ ΛΤΔ (THE PERFORMING RIGHT SOCIETY LTD) 2) A.E.Π.Ι. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ Α.Ε. ΜΕΣΩ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΥ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΥ ΤΗΣ ΛΙΑΝΑΣ ΜΗΛΕΑ ΕΚ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενάγοντες Εναντίον K.K. NEW EXTRA LTD Εναγόμενοι ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:11/1/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες - αιτητές: κα Μαλά Για εναγόμενους - καθ΄ ων η αίτηση: κος Κωτσέλης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Oι ενάγοντες με ενδιάμεση αίτηση τους, αιτούνται τα ακόλουθα Διατάγματα: Α) Δια του οποίου να τροποποιείται το κλητήριο ένταλμα της ανωτέρω αγωγής ως ακολούθως: 1) Με την προσθήκη του Κυριάκου Κωνσταντίνου ως εναγόμενου 2 2) Με την αρίθμηση των εναγομένων K.K. NEW EXTRA LTD ως εναγόμενοι
- Β) Άδεια τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης ως εξής: 1) Με την προσθήκη στην αξίωση της έκθεσης απαίτησης της πιο κάτω παραγράφου και αρίθμησης της ως παράγραφος (Γ1): ΄΄(Γ1) Περαιτέρω ή διαζευκτικά, την απόδοση λογαριασμών αναφορικά με το ποσό που οφείλουν να καταβάλουν οι εναγόμενοι στους ενάγοντες για την προσβολή των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας των εναγόντων και απόφαση για το ποσό αυτό΄΄. 2) Με την αντικατάσταση της παραγράφου 7 των λεπτομερειών της έκθεσης απαίτησης με την πιο κάτω παράγραφο: ΄΄
- Η εναγόμενη 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο ιδιοκτήτης και διευθυντής της οποίας ήταν ο εναγόμενος
- Οι εναγόμενοι καθ΄ όλον τον ουσιώδη χρόνο με την παρούσα αγωγή ήταν και είναι οι ιδιοκτήτες και/ή διευθυντές και/ή υπεύθυνοι και/ή οι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι για την λειτουργία του τηλεοπτικού σταθμού New Extra στη Λεμεσό΄΄. 3) Με την αντικατάσταση της φράσης ΄΄ανέρχεται σε € 136,688,00 στην δεύτερη γραμμή της παραγράφου 13 των λεπτομερειών της έκθεσης απαίτησης με την φράση ΄΄υπερβαίνει τις € 200,000΄΄. 4) Με την προσθήκη στο τέλος της παραγράφου 13 των λεπτομερειών της έκθεσης απαίτησης της πιο κάτω πρότασης: ΄΄Οι ενάγοντες επιφυλάσσονται να παρουσιάσουν περισσότερες λεπτομέρειες ως προς τα ετήσια εισοδήματα του σταθμού κατά τη δικάσιμο΄΄. Νομικό έρισμα της αίτησης, αποτέλεσε η Δ.25 Θ.1-5, Δ.48 Θ.Θ. 1-4 και 8, Δ.64 θ.θ. 1 και 2, στην πρακτική και γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου και μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης, αποτέλεσε η ένορκη δήλωση της κας Νατάσας Μαλά από την Λεμεσό. Η ενόρκως δηλούσα αρχικώς προβαίνει σε μια αναφορά ως προς τα καθήκοντα της και της πηγής άντλησης της εξουσιοδότησης της και της πηγής γνώσης των σχετικών γεγονότων. Ακολούθως αναφέρει ότι στις 4/11/2015 οι εναγόμενοι καταχώρησαν περαιτέρω υπεράσπιση, όπου προέβαλαν για πρώτη φορά τον ισχυρισμό ότι η εναγόμενη εταιρεία έπαψε να λειτουργεί τον επίδικο σταθμό από κατά ή περί τις 1/7/2011 και αυτή ήταν η πρώτη φορά που οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν το γεγονός αυτό και με την εξέλιξη αυτή, προκύπτει ότι η εναγόμενη εταιρεία δεν έχει πλέον οποιαδήποτε δραστηριότητα και άρα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να εκτελέσει οποιαδήποτε απόφαση εναντίον της. Επιπρόσθετα αναφέρει ότι ο κ. Κυριάκος Κωνσταντίνου ήταν ο ιδιοκτήτης και διευθυντής της εταιρείας και το πρόσωπο που είχε την προσωπική ευθύνη για την λειτουργία του σταθμού και προσωπικά υπεύθυνος για την παραβίαση των πνευματικών δικαιωμάτων των εναγόντων, με την μετάδοση έργων του ρεπερτορίου τους από τον τηλεοπτικό σταθμό των εναγομένων, χωρίς την άδεια των εναγόνντων και περαιτέρω ότι ο κ. Κυριάκος Κωνσταντίνου είναι το μοναδικό φυσικό πρόσωπο που εμπλέκεται στην υπόθεση, είναι με αυτόν προσωπικά που έγιναν όλες οι συζητήσεις για διευθέτηση στην υπόθεση, ήταν παρών στο Δικαστήριο κατά την πρώτη δικάσιμο εκπροσωπόντας την εναγόμενη εταιρεία και γνωρίζει πολύ καλά για την διαδικασία. Ακολούθως, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι είναι απαραίτητο, ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον πλήρους απονομής της Δικαιοσύνης όπως γίνει η αιτούμενη διόρθωση συμφώνως της επισυνημμένης αίτησης και όπως την πληροφορούν οι δικηγόροι των εναγόντων, οι ενάγοντες έχουν λόγους να πιστεύουν ότι τα έσοδα των εναγομένων ήταν περισσότερα από αυτά που αρχικά είχαν προσδιοριστεί στην αγωγή και έτσι είναι ορθό και δίκαιο να αναπροσαρμοστεί το σχετικό ποσό και να γίνει και η αναγκαία προσθήκη στο αιτητικό της αίτησης θεραπείας για απόδοση λογαριασμών, αφού τα σχετικά στοιχεία βρίσκονται στην κατοχή των εναγομένων. Η αίτηση αντίκρυσε την σφοδρή ένσταση των εναγομένων ως εμφαίνεται στην σχετική ένσταση και πιο συγκεκριμένα από τους λόγους ένστασης που προωθήθηκαν. Νομικό έρεισμα της ένστασης, αποτέλεσε η Δ.9, Δ.25 θθ.1-
- Δ.48 θθ.1-4, Δ.64 θ.1 και 2, οι συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και η νομολογία και προβλήθηκαν οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: 1) Η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή νομικά και πραγματικά αστήρικτη και/ή άνευ αντικειμένου και/ή λανθασμένη και/ή ασύμφωνη με τους σχετικούς νόμους και/ή διαδικαστικούς κανονισμούς και/ή άλλως πως και ως τέτοια δέον να απορριφθεί. 2) Η αίτηση βασίζεται σε λανθασμένη νομική βάση, ήτοι έπρεπε να βασίζεται επί της Διάταξης 9 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. 3) Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση δεν δικαιολογούν ή στηρίζουν την αιτούμενη θεραπεία. 4) Η υποβολή της υπό κρίση αίτησης σε σχέση με τα αιτητικά της παραγράφου Β δεν αιτιολογείται, ούτε και δικαιολογείται η έγκριση της και οι λόγοι που παρουσιάζει η ενόρκως δηλούσα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση δεν ευσταθούν και/ή δεν δικαιολογούν επαρκώς την έγκριση των αιτούμενων θεραπειών. 5) Η ενόρκως δηλούσα δεν είναι άτομο που μπορεί να ορκισθεί θετικά στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. 6) Η αίτηση βρίσκεται σύγκρουση με την δικογραφία των εναγόντων και την μέχρι σήμερα προσφερθείσα μαρτυρία τους. 7) Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση είναι άσχετη με αυτήν και κανένα έρεισμα δεν της παρέχει. 8) Η μαρτυρία που στηρίζει την παρούσα αίτηση δεν δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή είναι παράτυπη και/ή άλλως. 9) Η προσθήκη του Κυριάκου Κωνσταντίνου ως εναγόμενου 2 στην αγωγή είναι αβάσιμη ή/και αλυσιτελής, δοθέντος του ότι δεν αξιώνεται με βάση τη δικογραφία οποιαδήποτε αξίωση εναντίον του από τους ενάγοντες. 10) Η προσθήκη του Κυριάκου Κωνσταντίνου δεν είναι αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση των θεμάτων που εγείρονται στην αγωγή, ως αυτά έχουν τεθεί ή/και αποκρυσταλλωθεί στα δικόγραφα. 11) Η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη και/ή λανθασμένη, καθώς οι αιτητές αιτούνται αύξηση θεραπείας στηριζόμενη σε γεγονότα που ουδεμία σχέση έχουν με αυτά που έχουν καταχωρηθεί και/ή δικογραφηθεί στην έκθεση απαίτησης, καθιστώντας μεταξύ άλλων ξεκάθαρο ότι η υπό κρίση αίτηση δημιουργεί και/ή αποσκοπεί σε νέα βάση αγωγής συνοδευόμενη από νέα θεραπεία. 12) Η αίτηση προωθείται με μεγάλη καθυστέρηση, χωρίς ιδιαίτερη και/ή επαρκή αιτιολογία και σε στάδιο όπου οι ενάγοντες παρουσίασαν ήδη την μαρτυρία τους στα πλαίσια της εκκρεμούσης ακροαματικής διαδικασίας. 13) Η αίτηση γίνεται αργοπορημένα και/ή με μεγάλη καθυστέρηση και/ή σε πολύ προχωρημένο στάδιο της υπόθεσης, λόγω της αμέλειας των εναγόντων αιτητών να μεταφέρουν εγκαίρως τα γεγονότα στα οποία αυτή βασίζεται και τα οποία ήταν εις γνώση τους προηγουμένως. 14) Η αίτηση δεν μπορεί να θεωρηθεί καλόπιστο λάθος, αφού η αιτούμενη θεραπεία ξεπερνά τα λογικά πλαίσια και/ή εκφεύγει του περιθωρίου για καλόπιστο λάθος και/ή αβλεψία, εφόσον μπορούσε και έπρεπε με την εύλογη επιμέλεια να συμπεριληφθούν οι εν λόγω ισχυρισμοί στην αρχική έκθεση απαίτησης. 15) Δεν δικαιολογείται και/ή δεν συντρέχουν οι προυποθέσεις για άρση του εταιρικού πέπλου. 16) Τυχόν έγκριση του αιτήματος θα έχει ως αποτέλεσμα την υπονόμευση της απονομής της Δικαιοσύνης και/ή θα είναι άδικη, αντίθετη προς την σωστή, αποτελεσματική και απρόσκοπτη απονομή της Δικαιοσύνης. Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης, αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του κ. Κυριάκου Κωνσταντίνου, ο οποίος αρχικώς προβαίνει σε αναφορά ως προς την πηγή άντλησης της εξουσιοδότησης του και της γνώσης του περί των γεγονότων, προβαίνει σε μια καθολική άρνηση των ισχυρισμών που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, με εξαίρεση την παράγραφο 3 της εν λόγω ένορκης δήλωσης και της ιδιότητας του ως διευθυντή των εναγομένων και ακολούθως υιοθετεί τους λόγους ένστασης. Περαιτέρω, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι με εύλογη επιμέλεια οι ενάγοντες θα μπορούσαν να διαπιστώσουν αν οι εναγόμενοι έπαψαν να λειτουργούν τον επίδικο σταθμό κατά την αναφερόμενη χρονική περίοδο και περαιτέρω αναφέρει ότι προωθούνται γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί και κανένα στοιχείο έχει παρουσιαστεί από τους ενάγοντες ότι οι εναγόμενοι δεν ασκούν πλέον δραστηριότητα. Επιπλέον αναφέρει ότι η οποιαδήποτε εμπλοκή του ήταν υπό την ιδιότητα του ως διευθυντή των εναγομένων και όχι υπό την προσωπική του ιδιότητα, γεγονός το οποίο ήταν γνωστό στους ενάγοντες και αυτό διαφαίνεται από την ήδη κατατεθείσα μαρτυρία στο Δικαστήριο, όπου δεν γίνεται καμία αναφορά στο πρόσωπο του, αλλά στους εναγόμενους ως ιδιοκτήτες του επίδικου σταθμού και ως συμβαλλόμενο μέρος. Εν κατακλείδι, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι οι ισχυρισμοί είναι γενικοί και αόριστοι και δεν δικαιολογούν την αύξηση της αιτούμενης θεραπείας και δεν δικαιολογείται γιατί στην παρούσα χρονική περίοδο οι ενάγοντες έχουν λόγους να πιστεύουν ότι τα έσοδα της εναγόμενης είναι περισσότερα από αυτά που είχαν προσδιοριστεί στην αγωγή και η ένορκη δήλωση αποσκοπεί σε νέα βάση αγωγής με νέα θεραπεία και δεν υπάρχει σχέση με την ήδη υπάρχουσα δικογραφία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναμφίβολα, το νομικό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση αίτηση, είναι η συνδυασμένη εφαρμογή της Δ.9 θ.10 και της Δ.25 (ως ισχύει στην υπό εξέταση αίτηση εν΄ όψει του χρόνου καταχώρησης της παρούσας αγωγής). Η Δ.9 θ.10 δεν έχει τεθεί στην νομική βάση της αίτησης και αποτέλεσε έναν από τους λόγους ένστασης, πλην όμως το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι πλέον άνευ σημασίας, διότι όπως θα διαφανεί πιο κάτω, το Δικαστήριο θα εξετάσει και θα αποφασίσει ότι δεν πληρούνται οι προυποθέσεις που θέτει η εν λόγω Διάταξη και η σχετική επί του θέματος νομολογία και συνακόλουθα από την στιγμή που το μείζον, ήτοι η μη εφαρμογή της, καλύπτει και το έλασσον, ήτοι η μη συμπερίληψη της στην νομική βάση της αίτησης, δεν τίθεται ζήτημα απόρριψης της αίτησης στο ότι δεν συμπεριλήφθηκε στην νομική βάση η εν λόγω Διάταξη, αλλά η απόρριψη της έγκειται στην μη πλήρωση των σχετικών προυποθέσων ως αυτά θα εκτεθούν αναλυτικά πιο κάτω και υπό το φως των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης. Η Δ.9 θ.10 προνοεί τα ακόλουθα: ΄΄ No cause or matter shall be defeated by reason of the misjoinder or non-joinder of parties, and the Court may in every cause or matter deal with the matter in controversy so far as regards the rights and interests of the parties actually before it. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added. No person shall be added as a plaintiff suing without a next friend, or as the next friend of a plaintiff under any disability, without his own consent in writing thereto. Every party whose name is so added as defendant shall be served with a writ of summons or notice in manner provided by Rule 11 of this Order or in such manner as may be prescribed by any special order, and the proceedings as against such party shall be deemed to have begun only on the service of such writ or notice. Υπάρχει επί του θέματος νομολογία που έχει ερμηνεύσει και εφαρμόσει την πιο πάνω Διάταξη και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά, στην υπόθεση Korkut - v - Γεωργίου κ.α. 2007 1(Β) Α.Α.Δ. σελ. 1213, όπου αποφασίσθηκαν τα ακόλουθα, από όπου το Δικαστήριο αντλεί διαφώτιση και καθοδήγηση ως προς την ερμηνεία της εν λόγω Διάταξης και κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα το οποίο μιλά από μόνο του: ΄΄Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9, θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται. Για το εάν ένας διάδικος είναι αναγκαίος ή όχι, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια. Μελέτη της Αγγλικής νομολογίας αποκαλύπτει διάφορες σχολές σκέψης για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.9, θ.
- (Βλ. Amon v. Raphael και Tuck & Sons Ltd. [1956] 1 All E.R. 273 και Gurtner v. Circuit [1968] 1 All E.R. 328). Όμως στην Κύπρο επικράτησε η σχολή η οποία αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο. (Βλ. Mepa Underwriting Management Ltd. κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 772).΄΄ Ως προς την Δ.25, όπου στηρίχθηκε η υπό εξέταση αίτηση, (ως ισχύει για την παρούσα αγωγή, εν΄ όψει του χρόνου καταχώρησης της, καθ΄ ότι σε μεταγενέστερο στάδιο έχει τροποποιηθεί) αυτή προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο, ή ο Δικαστής, μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε διάδικο να αλλάξει ή να τροποποιήσει το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ή τα δικόγραφα του με τέτοιο τρόπο και κάτω από τέτοιους όρους που θα κρίνει δίκαιο, και όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα γίνονται οι οποίες θα είναι αναγκαίες για το σκοπό της διαλεύκανσης των πραγματικών θεμάτων, για τα οποία οι διάδικοι έχουν διαφορές». Οι αρχές της νομολογίας συνοψίζονται ως ακολούθως: Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation
(1989)1Ε 33 σελ. 36-37, Clive Preece κ.α. ν. Νάσου Θεοφίλου Ρωσσίδου,
(2011)1Γ ΑΑΔ 2138 και Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη και Συνεταίροι, Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2009, ημερομηνίας 4/5/2012). Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation πιο πάνω). Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation πιο πάνω και Περικτιόνη Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 σελ 707). Η καθυστέρηση είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manufacturing v. A & G Leventis Co.
(1993)1 ΑΑΔ 726 σελ 730, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις 137/2013 και 138/2013, 20/3/2014). Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης (βλ. SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P. Agents
(1994)1 AΑΔ 426 στη σελ 432, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω) Αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. (βλ. Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 ΑΑΔ 607, United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 AΑΔ 501, Ikos Cif Ltd v
- Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου (βλ. Ikos Cif Ltd v
- Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του Αιτητή είναι εμφανής (βλ. Περικτιόνη Χρίστου ν. Αζά πιο πάνω). Η σύγχρονη τάση (πριν την τροποποίηση βεβαίως της διαταγής 25 και 30, καθ΄ ότι με την τροποποίηση των εν λόγω διατάξεων, το όλο πνεύμα έχει αλλάξει άρδην) είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, ακόμα και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 στη σελ 939 και Evripidou v. Kannaourou
(1985)1 CLR 21 στην σελ. 27). Ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (βλ. Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο (βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560). Το ότι με την τροποποίηση επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν σημαίνει αφ' εαυτού ότι η τροποποίηση δεν μπορεί να επιτραπεί (βλ. SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P. Agents πιο πάνω, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Όπου τα γεγονότα που ο αιτητής προτίθεται να εισαγάγει με την αίτησή του είναι γνωστά στον καθ' ου η αίτηση τότε το πλαίσιο της δίκης δεν μεταβάλλεται και ούτε επιφέρονται ζημιογόνες συνέπειες στα δικαιώματά του (βλ. BAUER SPEZIALTIENFBAU GMBH και άλλος ν. DIVNOGORSK SHIPPING CO LTD
(2002)1Α ΑΑΔ 618 σελ. 625) ή όπου θα συγκεκριμενοποιηθούν υφιστάμενοι ισχυρισμοί που θα θέσουν τα δικόγραφα σε τάξη Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 ΑΑΔ 44 ή όπου θα εισαχθούν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες υφιστάμενου ισχυρισμού (βλ. Alexandrou Rent a Car v. Δήμητρας Α. Νεάρχου
(1992)1 ΑΑΔ 111). Περαιτέρω και ειδικότερα το Δικαστήριο παραπέμπει και σε σχετικά πρόσφατη νομολογία όπου εν μέρει έχει αναφερθεί και πιο πάνω και πιο συγκεκριμένα: Στην υπόθεση KAYAT TRADING LIMITED - v - GENZYME CORPORATION Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012 , 4 Μαρτίου, 2013 αποφασίσθηκαν τα πιο κάτω: << Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece: ΄΄ Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Επίσης, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου: "Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.">> Στην υπόθεση D. J. KARAPATAKIS & SONS LTD - v - ΔΗΜΟΥ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 135/2011 ημερομηνίας 13/6/2013, αποφασίσθηκαν τα πιο κάτω: << Σειρά αποφάσεων διαμόρφωσε τις αρχές που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων κάτω από τη Δ.25 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η τροποποίηση ή μη δικογράφου, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται με πρωταρχικό μέλημα, το συμφέρον της δικαιοσύνης. Οι παράγοντες που επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης είναι πολλοί, όπως πολλοί είναι και οι παράγοντες που θα μπορούσαν να επιδράσουν στον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το βέβαιο είναι ότι δεν μπορούν να καθοριστούν εξαντλητικά. Στην Παπαχρυσοστόμου ν. Κ. Γρηγοριάδης & Συνέταιροι, κ.α., Π.Ε. 79/09, ημερ. 4/5/12, αναφέρονται τ' ακόλουθα: «Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Tο Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση αίτηση και λαμβάνοντας υπ΄ όψη τα δεδομένα της παρούσας αίτησης και γενικά του ιστορικού της όλης υπόθεσης, ασκεί την διακριτική του ευχέρεια και κρίνει ότι η υπό εξέταση αίτηση δεν δύναται να τύχει έγκρισης. Συγκεκριμένα, ο λόγος που έχει προβληθεί από πλευράς εναγόντων και που αφορά την αδυναμία ή δυσκολία στην εκτέλεση της οποιασδήποτε απόφασης, αυτό είναι ένα ζήτημα πρακτικό και εκτός ουσίας, διότι πρώτα αποκρυσταλλώνεται η ουσία με την ακροαματική διαδικασία και την διακρίβωση νομίμων ή συμβατικών δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων και το κατά πόσο θα υπάρχει επιτυχής εκτέλεση οποιασδήποτε απόφασης, αυτό δεν έχει οποιαδήποτε βαρύνουσα σημασία όσον αφορά την έκδοση Διατάγματος τροποποίησης, διότι το Διάταγμα τροποποίησης αποσκοπεί στην αποκρυστάλλωση των προβαλλόμενων ισχυρισμών και θέσεων και όχι στην εξασφάλιση της εκτέλεσης οποιασδήποτε απόφασης. Από την στιγμή που προβάλλεται η θέση μέσω της αγόρευσης των εναγόντων, ότι ο κ. Κυριάκος Κωνσταντίνου συνεχίζει από το 2011 προσωπικά να παραβιάζει τα δικαιώματα των εναγόντων και κάτω από άλλη εταιρεία και πάλι ως διευθυντής και ότι δεν υπάρχει εμπλοκή των εναγομένων στην οποιαδήποτε μετάδοση με αποτέλεσμα να μην δύναται να εκδοθεί και το ανάλογο Διάταγμα, αυτό δεν δικαιολογεί την προσθήκη του ως εναγόμενου 2, αλλά δικαιολογεί την έγερση νέας και αυτοτελούς αγωγής εναντίον του, διότι αυτό που προβάλλεται είναι νέα έγερση αγωγής με νέα γεγονότα εναντίον ενός νέου διαδίκου με τις ανάλογες νέες και ξεχωριστές αιτούμενες θεραπείες και συνακόλουθα, από την στιγμή που εκφεύγει των επίδικων γεγονότων και δεν αποσκοπεί σε αποκρύσταλλωση αυτών, δεν πληρούνται οι προυποθέσεις για την έκδοση της αιτούμενης τροποποίησης. Είναι πράγματι απορίας άξιο και παράδοξο, παρόλο που προβάλλεται τέτοια τοποθέτηση και να μην υπάρχει αίτηση που να συμπεριλαμβάνεται και η νέα εταιρεία με την οποία ο προτιθέμενος εναγόμενος 2 ως διευθυντής αυτής διαχειρίζεται τον επίδικο σταθμό και που εν πάση περιπτώση και πάλι δεν θα δικαιολογείτο, εν΄ όψει της αξιολόγησης της υπό εξέταση αίτησης. Ούτε βεβαίως έχει διαφανεί οποιοδήποτε στοιχείο που να δικαιολογεί την άρση του εταιρικού πέπλου, στα πλαίσια πάντα βεβαίως της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, που να δικαιολογεί την προσθήκη του κ. Κυριάκου Κωνσταντίνου ως υπεύθυνου, πέραν της οποιασδήποτε ισχυριζόμενης ευθύνης των εναγομένων ως περιγράφονται στο κλητήριο ένταλμα. Το ότι έχει καταχωρηθεί εκ συμφώνου η περαιτέρω υπεράσπιση στις 4/11/2015 με την οποία προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι οι εναγόμενοι από τις 1/7/2011 έπαψε να λειτουργεί τον επίδικο σταθμό, δεν μεταβάλλει ουδόλως την οποιαδήποτε συμβατική ευθύνη αυτών ή ακόμα και του προτιθέμενου για προσθήκη ως εναγόμενου 2 κ. Κυριάκου Κωνσταντίνου και που εν πάση περιπτώση, από την στιγμή που προβάλλεται η θέση ότι υπήρχε εμπλοκή και ευθύνη του εν λόγω προσώπου, θα μπορούσε αυτή η θέση να συμπεριληφθεί από την αρχή στο κλητήριο ένταλμα και είναι ένα άσχετο γεγονός η παύση της λειτουργίας του επίδικου σταθμού από το 2011 και σίγουρα δεν δικαιολογεί την προσθήκη του εν λόγω διαδίκου. Ούτε και έχει διαφανεί ότι με την προσθήκη του εν λόγω προσώπου ως εναγόμενου 2 θα εξυπηρετείτο ο σκοπός της Δ.9 Θ. 10, ήτοι το κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα εάν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου ως νόμιμος ιδιοκτήτης πρέπει να αντιπροσωπεύεται ή το εάν είναι αναγκαίος ή όχι ως διάδικος, όχι μόνο διότι η ιδιότητα του ως άμεσα και προσωπικά υπεύθυνου και εμπλεκόμενου έχει αμφισβητηθεί και η θέση του αυτή παρέμεινε ακλόνητη ως αυτή θα αναφερθεί πιο κάτω, αλλά και επειδή δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε στοιχείο για άρση του εταιρικού πέπλου ως έχει διαφανεί ανωτέρω και ακόμα και το στοιχείο της ιδιότητας του ως διευθυντή ή μετόχου, δεν δύναται να διαδραματίσει τέτοιο ρόλο που να επιτρέπει είτε την άρση του εταιρικού πέπλου, είτε την προσθήκη του ως εναγόμενου 2 για να υπερασπισθεί τα νομικά ή οικονομικά ή ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα του, διότι αυτά είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την πορεία και την τύχη του αποτελέσματος της παρούσας αγωγής ως προς την εναγόμενη εταιρεία και μόνο. Εν πάση περιπτώση όμως, η ιδιότητα του προτιθέμενου για προσθήκη ως εναγόμενου 2 ως άμεσα και προσωπικά υπεύθυνου και εμπλεκόμενου, έχει αμφισβητηθεί σφοδρά από τον ίδιο και η πλευρά των εναγόντων δεν έχει ζητήσει την οποιαδήποτε άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής/απαντητικής ένορκης δήλωσης ή για να αντεξετάσει τον ενόρκως δηλούντα, παραμένοντας έτσι οι εν λόγω ισχυρισμοί του κ. Κυριάκου Κωνσταντίνου ακλόνητοι, στα πλαίσια πάντα βεβαίως της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας. Γενική, ασαφής και αόριστη είναι η αναφορά των εναγόντων ότι ΄΄έχουν λόγους να πιστεύουν ότι τα έσοδα των εναγομένων ήταν περισσότερα από αυτά που αρχικά είχαν προσδιοριστεί στην αγωγή και έτσι είναι ορθό και δίκαιο να αναπροσαρμοστεί το σχετικό ποσό και να γίνει και η αναγκαία προσθήκη στο αιτητικό της αίτησης θεραπείας για απόδοση λογαριασμών, αφού τα σχετικά στοιχεία βρίσκονται στην κατοχή των εναγομένων΄΄. Αυτή η αναφορά, δεν στηρίζεται σε κανένα απτό, χειροπιαστό και πειστικό στοιχείο, για το πότε προέκυψαν αυτοί οι λόγοι και τι στοιχεία είναι αυτά που τους οδήγησαν σε αυτήν την τοποθέτηση, έτσι ώστε να δύναται το Δικαστήριο να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα για το δίκαιο και εύλογο της τροποποίησης, αλλά παρέμεινε μόνο μια γενική, ασαφής και αόριστη αναφορά που στηρίζεται σε λόγους που έχουν οι ενάγοντες να πιστεύουν. Εν κατακλείδι, διαφάνηκε στην όλη πορεία της υπό εξέταση ενδιάμεσης αίτησης, ότι η ενόρκως δηλούσα που υποστηρίζει την αίτηση, είναι η ίδια δικηγόρος που εμφανίστηκε και στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, ενσαρκώνοντας την διττή ιδιότητα της μάρτυρος και της δικηγόρου. Αναμφίβολα η νομολογία έχει κατ΄ επανάληψη επισημάνει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, αλλά δεν έχει φθάσει στο σημείο της απαγόρευσης ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση, (Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82). Η απαγόρευση αφορά την όμνυση ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, ο οποίος είναι ή στη συνέχεια της διαδικασίας, καθίσταται μάρτυρας γεγονότων οπότε και θεωρείται ασυμβίβαστος ο περαιτέρω εκ μέρους του χειρισμός της υπόθεσης, (In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R,. 319 και Thanos Hotels Ltd ν. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Επί όλου του θέματος της εκ μέρους δικηγόρου όρκισης ένορκης δήλωσης, σχετική είναι και η απόφαση στη Nikitin Alexander v. Grigorey Alexander, Πολ. Έφ. 66/2011, ημερ. 28.5.2013). Εν πάση περιπτώση όμως, πλέον καθίσταται άνευ αντικειμένου αυτή η αναφορά, διότι οι αναφορές της ενόρκως δηλούσα παρέμειναν αναπόδεικτες, από την στιγμή που αυτές έχουν σφοδρά αμφισβητηθεί από τον προτιθέμενο για προσθήκη εναγόμενο 2 και δεν έχει ζητηθεί η άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση συμπληρωματικής/απαντητικής ένορκης δήλωσης ή να αντεξεταστεί το εν λόγω πρόσωπο, παραμένοντας έτσι οι εν λόγω ισχυρισμοί ακλόνητοι και αναπάντητοι. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, δεν πληρούνται οι προυποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων με βάση τις Δ.9 θ.10 και Δ.25 και το νομολογιακό πλαίσιο αυτών και υπό το φως των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης, είναι βάσιμη η κύρια γραμμή πλεύσης της ένστασης ότι δεν πληρούνται οι σχετικές προυποθέσεις και συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένω και εναντίον των εναγόντων ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο