← Κύπρος

ETHIMEX S.A. ν. CHRIST. HAGGIPAVLU SONS LIMITED, Αρ. αγωγής: 1804/2013, 11/1/2016

ETHIMEX S.A. ν. CHRIST. HAGGIPAVLU SONS LIMITED, Αρ. αγωγής: 1804/2013, 11/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 1804/2013 ETHIMEX S.A. από την Ελβετία Ενάγοντες εναντίον CHRIST. HAGGIPAVLU SONS LIMITED Εναγόμενοι ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:11/1/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες - αιτητές: κα Χριστιάνα Θεοδώρου Για εναγόμενους - καθ΄ ων η αίτηση: κος Αυγερινός Χαρτσιώτης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με ενδιάμεση αίτηση τους οι ενάγοντες αιτούνται τα πιο κάτω: (Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής με την αντικατάσταση του ονόματος των εναγόντων με το όνομα ETHIMEX LTD από το Ηνωμένο Βασίλειο και ακολούθως αιτούνται τις ανάλογες τροποποιήσεις της έκθεσης απαίτησης εκεί όπου γίνεται αναφορά σε ενάγοντες να γίνεται αναφορά στην ονομασία των εναγόντων ως είναι στο αρχικό κλητήριο ένταλμα, ως επίσης και η περιγραφή των προτιθέμενων για αντικατάσταση των εναγόντων ως προς την προέλευση τους. Περαιτέρω αιτούνται τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης, με την οποία να εισάγεται ο ισχυρισμός ότι οι ενάγοντες της παρούσας αγωγής μεταβίβασαν το επίδικο χρέος στους προτιθέμενους για αντικατάσταση ενάγοντες και τέλος, αιτούνται την τροποποιήση που συνίσταται στην ανάλογη αναρίθμηση των παραγράφων της έκθεσης απαίτησης. Νομικό έρεισμα της αίτησης, αποτέλεσε η Δ.9 θ.2, Δ.12 θ.3 και 4, Δ.25 θ.1 έως 6, Δ.48 θ.1-4 και 9, η εγγενή δικαιοδοσία και πρακτική του Δικαστηρίου και μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης, αποτέλεσε η ένορκη δήλωση της κας Χριστιάνας Θεοδώρου, η οποία αρχικώς προβαίνει σε αναφορά ως προς την πηγή άντλησης των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Ακολούθως αναφέρει ότι οι ενάγοντες είναι μια Ελβετική εταιρεία, η οποία έχει εκκινήσει διαδικασία να τεθεί σε κατάσταση εκκαθάρισης, για τον λόγο ότι η επιχείρηση των εναγόντων θα μεταφερθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο και την προώθηση συγκεκριμένων υποθέσεων και χρεών θα αναλάβει η εταιρεία ETHIMEX LTD. Ένα από τα χρέη που οι ενάγοντες επιθυμούν να συνεχίσουν την διαδικασία ανάκτησης του, είναι αυτό σε βάρος των εναγομένων για το ποσό των € 21,219,30 που ζητείται με την παρούσα αγωγή και επισύναψε προς αυτόν τον σκοπό σχετικό τεκμήριο. Ακολούθως αναφέρει ότι έχουν ήδη έλθει σε συνεννόηση με τους ETHIMEX LTD και ως εκ τούτου οι τελευταίοι έχουν ήδη αποδεκτεί την μεταφορά του χρέους των εναγομένων προς τους ενάγοντες, μεταφέροντας το από τα βιβλία των εναγόντων στα βιβλία των κ.κ. ETHIMEX LTD και επισύναψε σχετικό τεκμήριο, εκφράζοντας ταυτόχρονα την πεποίθηση ότι η αιτούμενη θεραπεία είναι αναγκαίο συνεπακόλουθο της πιο πάνω αντικατάστασης των εναγόντων και οι εν λόγω εξελίξεις καθιστούν επιτακτική ανάγκη την εν λόγω τροποποίηση. Εν κατακλείδι, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν αναφέρεται στην ουσία της αγωγής, ούτε την ανατρέπει ή μεταβάλλει και η αιτούμενη τροποποίηση ουδεμία βλάβη ή αιφνιδιασμό δύναται να επιφέρει στους εναγόμενους. Η αίτηση αντίκρυσε την ένσταση των εναγομένων. Νομικό έρεισμα της ένστασης, αποτέλεσε η Δ.12 θ.3 και 4, Δ.25 θ.1-6, Δ.48 θ.1-4, 8 1(ν), Δ.64, η νομολογία, οι συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και οι γενικές αρχές του νόμου. Προβλήθηκαν συνολικά 25 λόγοι ένστασης καιπιο συγκεκριμένα: 1) Υπάρχει κατάχρηση των διαδικασιών και των εξουσιών 2) Η αίτηση δεν ικανοποιεί τις προυποθέσεις για την απόδοση των αιτούμενων θεραπειών. 3) Με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν δίνονται βάσιμοι λόγοι ώστε να δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. 4) Δεν συντρέχουν οι πραγματικοί και νομικοί λόγοι που εκ του νόμου και εκ της νομολογίας απαιτούνται ως απαραίτητες προυποθέσεις για την επιτυχία της αίτησης. 5) Οι θέσεις των αιτητών είναι γενικές και αόριστες και δεν παρατίθενται από πλευράς αιτητών απολύτως κανένα στοιχείο ως επιχείρημα η οποία να στηρίζει και/ή δικαιολογεί το αίτημα τους και να αποκαλύπτει οποιαδήποτε βάση για στήριξη της αίτησης τους. 6) Δεν συντρέχουν οι νομικές και/ή πραγματικές προυποθέσεις έγκρισης της αίτησης και/ή αυτή είναι άνευ αντικειμένου. 7) Δεν έχει εξασφαλιστεί η άδεια του Δικαστηρίου και/ή εξουσιοδότηση του Επίσημου Παραλήπτη για συνέχεια της διαδικασίας. 8) Η διαδικασία σε αιτήσεις τροποποίησης διεξάγεται στη βάση της μαρτυρίας που περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση. 9) Οι εναγόμενοι δεν έχουν συγκατατεθεί στην ανάθεση του ισχυριζόμενου χρέους στην ETHIMEX LTD. 10) Δεν προβλέπεται στις μεταξύ των διαδίκων συναλλαγές και/ή συμφωνίες η ανάθεση υποχρεώσεων και/ή δικαιωμάτων σε τρίτους. 11) Δεν έχει δοθεί καμία λεπτομέρεια και/ή στοιχεία ως προς την νομική δομή και/ή την σχέση μεταξύ των εναγόντων και την ETHIMEX LTD. 12) Σύμφωνα με την νομοθεσία και/ή την νομολογία μας όταν έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης ή έχει διοριστεί προσωρινός εκκαθαριστής, καμία αγωγή ή διαδικασία συνεχίζεται ή αρχίζει εναντίον της εταιρείας, εκτός μετά από άδεια του Δικαστηρίου και με τέτοιους όρους που το Δικαστήριο δυνατό να επιβάλει. 13) Σύμφωνα με την νομοθεσία και/ή νομολογία μας κατά την εκκαθάριση εταιρείας από το Δικαστήριο, οποιαδήποτε διάθεση της ιδιοκτησίας της εταιρείας, περιλαμβανομένων και αγώγιμων δικαιωμάτων που γίνεται μετά την έναρξη της εκκαθάρισης είναι άκυρη, εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά. 14) Η ETHIMEX LTD δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εναγομένων και/ή δεν υπάρχει καμία συμβατική σχέση μεταξύ των εναγομένων και της ETHIMEX LTD. 15) Οι ενάγοντες είναι οι ορθοί διάδικοι στην αγωγή και η Δ.9 θ.2 δεν εφαρμόζεται στην παρούσα. 16) Η τροποποίηση της αγωγής με την διαγραφή των εναγόντων και την προσθήκη της ETHIMEX LTD δεν είναι η ορθή διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί υπό τις περιστάσεις. 17) Η αίτηση είναι πρόωρη αφού ως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, η επιχείρηση των εναγόντων δεν έχει μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης μεταφερθεί στην ETHIMEX LTD. 18) Η αίτηση είναι πρόωρη αφού σύμφωνα με τα τεκμήρια 1 και 2 που επισυνάφθηκαν στην αίτηση των εναγόντων, το ισχυριζόμενο χρέος δεν έχει μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης μεταφερθεί στην ETHIMEX LTD. 19) Η ETHIMEX LTD είναι ξεχωριστή νομική οντότητα και καμία σχέση δεν έχει με την παρούσα αγωγή. 20) Η προτεινόμενη τροποποίηση δεν αποσκοπεί προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης. 21) Η προτεινόμενη τροποποίηση οδηγεί σε δυσμενή επηρεασμό των συμφερόντων των εναγομένων. 22) Η επιδιωκόμενη τροποποίηση υποβάλλεται με κακή πίστη και προς κατάχρηση της διαδικασίας. 23) Δεν δικαιολογείται και δεν δίδεται βάσιμη και/ή επαρκής εξήγηση για την καθυστέρηση υποβολής της αίτησης. 24) Τυχόν έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης θα προκαλέσει στους εναγόμενους ανεπανόρθωτη βλάβη. 25) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση γίνεται από μη εξουσιοδοτημένο από τους ενάγοντες άτομο. Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης, αποτέλεσε η ένορκη δήλωση της κας Ευαγγελίας Δημοσθένους, η οποία προβαίνει σε μια αναφορά ως προς την πηγή άντλησης της εξουσιοδότησης της και της γνώσης της περί των γεγονότων, υιοθετώντας, συμφωνόντας και επαναλαμβάνοντας τους πιο πάνω λόγους ένστασης, αναφέροντας επίσης ρητά ως προς το ζήτημα της εξουσιοδότησης της ενόρκως δηλούσας των αιτητών, ότι αυτό θα έπρεπε να αναφερόταν ρητώς στην ένορκη της δήλωση ότι είναι εξουσιοδοτημένη από τους ενάγοντες. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Μία από τις νομοθετικές διατάξεις, αλλά όχι βεβαίως η μοναδική, που διέπει την υπό εξέταση αίτηση, είναι αυτή της Δ.9 θ.2 η οποία προνοεί τα ακόλουθα: ΄΄Where an action has been commenced in the name of the wrong person as plaintiff, or where it is doubtful whether it has been commenced in the name of the right plaintiff, the Court or a Judge may, if satisfied that it has been so commenced through a bona fide mistake, and that it is necessary for the determination of the real matter in dispute so to do, order that any other person consenting thereto be substituted or added as plaintiff upon such terms as may be just΄΄. Από τη γραμματική ερμηνεία της πιο πάνω διάταξης συνάγεται σαφώς ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία για αντικατάσταση ενάγοντα, εάν η αγωγή καταχωρήθηκε από λάθος πρόσωπο ως ενάγοντα ή υπάρχει αμφιβολία εάν ο ενάγοντας είναι το σωστό πρόσωπο για την καταχώρηση αγωγής εφόσον βέβαια συντρέχουν οι πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) Να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι η καταχώρηση με λανθασμένο πρόσωπο ως ενάγοντα οφείλεται σε λάθος που έγινε καλή τη πίστη. (β) Ότι η αντικατάσταση είναι απαραίτητη για την επίλυση της διαφοράς που προκύπτει μέσα από το δικόγραφο. (γ) Το πρόσωπο που θα τεθεί ως νέος ενάγοντας να συγκατατίθεται προς τούτο. Εφόσον το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις εκδίδει διάταγμα αντικατάστασης ή προσθήκης ενάγοντα με τέτοιους όρους που το Δικαστήριο θα κρίνει ορθό και δίκαιο. Όπως προκύπτει από τις αυθεντίες που διέπουν το υπό κρίση ζήτημα, η Δ.9 Κ.2 είναι σχεδόν πανομοιότυπη με τη Δ.16 Κ.2 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών, επομένως μπορεί να γίνει χρήσιμη αναφορά μέσα από την πλούσια πρακτική που έχει υπάρξει από την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης. Όπως συνάγεται από το σύγγραμμα The Annual Practice του 1958, σελίδες 325 και επόμενες, το πρόσωπο το οποίο ζητείται να αντικαταστήσει τον ενάγοντα ή να προστεθεί ως ενάγοντας θα πρέπει να δώσει τη συγκατάθεση του προς τούτο γραπτώς. Αυτό άλλωστε αποτελεί ρητή προϋπόθεση σύμφωνα με τη δική μας Δ.9 Κ.2. Στο εν λόγω σύγγραμμα αναφέρεται επίσης σχετικά με την ερμηνεία των λέξεων «through a bona fide mistake», ότι η σύγχρονη τάση της πρακτικής είναι να επιτρέπεται η τροποποίηση όταν ο εναγόμενος μπορεί να διασφαλιστεί ή εξασφαλιστεί ως προς τα έξοδα του και η προσθήκη ή αντικατάσταση του ενάγοντα είναι απαραίτητη για να καταστήσει δυνατή την επίλυση του επίδικου θέματος. Στην υπόθεση The Duke of Bucclench

(1982)p.204, σε αγωγή από ιδιοκτήτες πλοίου και φορτίου για ζημιές, ιδιοκτήτης μέρους του φορτίου αντικαταστάθηκε από τον ενάγοντα ο οποίος ήταν απλώς και μόνο αντιπρόσωπος του μετά από αναφορά σε αρμόδια υπηρεσία ή τμήμα για εκτίμηση της ζημιάς. Όσον αφορά δε τους όρους που τυχόν μπορεί να θέσει το Δικαστήριο σε περίπτωση έκδοσης του σχετικού για αντικατάσταση ή προσθήκη διατάγματος αναφέρεται στο πιο πάνω σύγγραμμα στη σελίδα 326 ότι στις περιπτώσεις προσθήκης ενάγοντα, ο ενάγοντας μπορεί να διαταχθεί να βαρύνεται με όλα τα έξοδα της αγωγής μέχρι το χρονικό σημείο της προσθήκης ή αντικατάστασης του ενάγοντα. Παρόμοιοι όροι ως προς τα έξοδα τέθηκαν και στις υποθέσεις Ives v. Brown
(1919)2 Ch. 314 και A.G. v. Pontypridd Waterworks
(1908)1 Ch.
  1. Σχετική είναι επίσης και η Δ.12 θ. 3 και 4, όπου προνοούνται τα ακόλουθα: ΄΄
  2. In case of an assignment, creation, or devolution of any estate or title pendente lite, the cause or matter may be continued by or against the person to or upon whom such estate or title has come or devolved.
  3. Where by reason of death, bankruptcy, or any other event occurring after the commencement of a cause or matter, and causing a change or transmission of interest or liability, or by reason of any person interested coming into existence after the commencement of the cause or matter, it becomes necessary or desirable that any person not already a party should be made a party, or that any person already a party should be made a party in another capacity, an order that the proceedings shall be carried on between the continuing parties, and such new party or parties, may be obtained ex parte on application to the Court or a Judge, upon an allegation of such change, or transmission of interest or liability, or of any such person interested having come into existence΄΄. Υπάρχει επί του θέματος Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ - ν - Χαρίδη 2011 1Β Α.Α.Δ. σελ. 825, στην οποία ανατράπηκε πρωτόδικη απόφαση με την οποία δεν επιτράπηκε η τροποποίηση και αντικατάσταση διαδίκου λόγω της μεταβίβασης των εργασιών, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε άλλο νομικό πρόσωπο και το Ανώτατο Δικαστήριο την αντικατέστασε, εκδίδοντας Διάταγμα αντικατάστασης διαδίκου και της σχετικής τροποποίησης, τονίζοντας ότι, όπως οι ίδιες οι πρόνοιες της Δ.12, κ.3 αναφέρουν, σε περίπτωση εκχώρησης δικαιωμάτων ή μεταβίβασης τίτλου εκκρεμούσας αγωγής, η αγωγή μπορεί να συνεχισθεί από το πρόσωπο το οποίο απέκτησε τον τίτλο ή το δικαίωμα. Σχετική δε αίτηση υποβάλλεται για σκοπούς δικονομικής τάξης, ενώ σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.48, κ.8
(1)(p) η αίτηση για άδεια συνέχισης διαδικασίας μεταξύ υφιστάμενου και νέου διάδικου μπορεί να γίνει μονομερώς (ex parte). Επίσης αναφέρθηκε και αποφασίσθηκε, ότι εκείνο που ουσιαστικά ζητείτο, ήταν η τυπική εφαρμογή της νέας κατάστασης πραγμάτων στα πλαίσια της εκκρεμούσας αγωγής, με την υποκατάσταση του υφιστάμενου ενάγοντα από το νέο ο οποίος δικαιωματικά μπορούσε να συνεχίσει την αρξάμενη διαδικασία. Αποφασίσθηκε επίσης ότι, είτε αυτή η θεραπεία χαρακτηριζόταν ως «υποκατάσταση» ή «τροποποίηση» ή και τα δύο, ή άλλως πως, δεν ενέχει καμιά σημασία και ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εκαλείτο όπως εγκρίνει την επελθούσα αλλαγή με υποκατάσταση του ονόματος του ενός διαδίκου από άλλο και αυτό μπορούσε να γίνει δικονομικά στη βάση τόσο της Διαταγής 12 όσο και της Διαταγής 25 στις οποίες βασιζόταν η αίτηση και θα είχε ως αποτέλεσμα τη νόμιμη συνέχιση της διαδικασίας από το νέο διάδικο. Παραχωρουμένης δηλαδή της θεραπείας τροποποίησης του ονόματος του διαδίκου, εγκρινόταν η υποκατάσταση του και παρείχετο συνακόλουθα και η άδεια για συνέχιση της διαδικασίας από τον ίδιο, την οποία και εδικαιούτο. Στην Ceska Konsolidanci Agentura - v - Sampratrans Shipping Ltd 2009 1 (A) A.A.Δ. σελ. 615, όπου τέθηκε επίσης ζήτημα εφαρμογής Δικαίου, αποφασίσθηκε ότι είναι δοσμένη αρχή του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου ότι θέματα δικονομίας κυβερνώνται από το lex fori, ενώ θέματα ουσίας κυβερνώνται από το lex domicilii. και ότι το θέμα αναλύθηκε με σαφήνεια στην υπόθεση Fredericou v. Acuac
(2000)1 A.A.Δ. 580 και πως το status μιας εταιρείας, ως θέμα ουσίας, διέπεται από το δίκαιο της χώρας σύστασης της και ότι διασωζόταν η εκεί διαδικασία με βάση τη Δ.12, θ.1, αφού υπάρχει επίδικο θέμα, ανεξαρτήτως προσώπου (διαδίκων) και συνακόλουθα δικαιολογείτο η εκεί αιτούμενη τροποποίηση. Αναφορικά με το μέρος εκείνο της αίτησης που αφορά την τροποποίηση των παραγράφων από την έκθεση απαίτησης, (νοουμένου βεβαίως ότι θα επιτραπεί η αντικατάσταση των εναγόντων, καθ΄ ότι απόρριψη του αιτήματος της αντικατάστασης, αυτομάτως καθιστά άνευ αξίας και αντικειμένου το υπόλοιπο μέρος της αίτησης) σχετική είναι η Δ.25 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (ως ισχύει για την παρούσα αγωγή, εν΄ όψει του χρόνου καταχώρησης της, καθ΄ ότι σε μεταγενέστερο στάδιο έχει τροποποιηθεί) η οποία προνοεί: «Το Δικαστήριο, ή ο Δικαστής, μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε διάδικο να αλλάξει ή να τροποποιήσει το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ή τα δικόγραφα του με τέτοιο τρόπο και κάτω από τέτοιους όρους που θα κρίνει δίκαιο, και όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα γίνονται οι οποίες θα είναι αναγκαίες για το σκοπό της διαλεύκανσης των πραγματικών θεμάτων, για τα οποία οι διάδικοι έχουν διαφορές». Οι αρχές της νομολογίας συνοψίζονται ως ακολούθως: Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation
(1989)1Ε 33 σελ. 36-37, Clive Preece κ.α. ν. Νάσου Θεοφίλου Ρωσσίδου,
(2011)1Γ ΑΑΔ 2138 και Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη και Συνεταίροι, Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2009, ημερομηνίας 4/5/2012). Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation πιο πάνω). Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation πιο πάνω και Περικτιόνη Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 σελ 707). Η καθυστέρηση είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manufacturing v. A & G Leventis Co.
(1993)1 ΑΑΔ 726 σελ 730, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις 137/2013 και 138/2013, 20/3/2014). Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης (βλ. SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P. Agents
(1994)1 AΑΔ 426 στη σελ 432, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω) Αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. (βλ. Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 ΑΑΔ 607, United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 AΑΔ 501, Ikos Cif Ltd v
  1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου (βλ. Ikos Cif Ltd v
  2. Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του Αιτητή είναι εμφανής (βλ. Περικτιόνη Χρίστου ν. Αζά πιο πάνω). Η σύγχρονη τάση (πριν την τροποποίηση βεβαίως της διαταγής 25 και 30, καθ΄ ότι με την τροποποίηση των εν λόγω διατάξεων, το όλο πνεύμα έχει αλλάξει άρδην) είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, ακόμα και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 στη σελ 939 και Evripidou v. Kannaourou
(1985)1 CLR 21 στην σελ. 27). Ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (βλ. Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο (βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560). Το ότι με την τροποποίηση επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν σημαίνει αφ' εαυτού ότι η τροποποίηση δεν μπορεί να επιτραπεί (βλ. SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P. Agents πιο πάνω, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Όπου τα γεγονότα που ο αιτητής προτίθεται να εισαγάγει με την αίτησή του είναι γνωστά στον καθ' ου η αίτηση τότε το πλαίσιο της δίκης δεν μεταβάλλεται και ούτε επιφέρονται ζημιογόνες συνέπειες στα δικαιώματά του (βλ. BAUER SPEZIALTIENFBAU GMBH και άλλος ν. DIVNOGORSK SHIPPING CO LTD
(2002)1Α ΑΑΔ 618 σελ. 625) ή όπου θα συγκεκριμενοποιηθούν υφιστάμενοι ισχυρισμοί που θα θέσουν τα δικόγραφα σε τάξη Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 ΑΑΔ 44 ή όπου θα εισαχθούν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες υφιστάμενου ισχυρισμού (βλ. Alexandrou Rent a Car v. Δήμητρας Α. Νεάρχου
(1992)1 ΑΑΔ 111). Περαιτέρω και ειδικότερα το Δικαστήριο παραπέμπει και σε σχετικά πρόσφατη νομολογία όπου εν μέρει έχει αναφερθεί και πιο πάνω και πιο συγκεκριμένα: Στην υπόθεση KAYAT TRADING LIMITED - v - GENZYME CORPORATION Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012 , 4 Μαρτίου, 2013 αποφασίσθηκαν τα πιο κάτω: << Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece: ΄΄ Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Επίσης, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ανωτέρω: "Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.">> Στην υπόθεση D. J. KARAPATAKIS & SONS LTD - v - ΔΗΜΟΥ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 135/2011 ημερομηνίας 13/6/2013, αποφασίσθηκαν τα πιο κάτω: << Σειρά αποφάσεων διαμόρφωσε τις αρχές που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων κάτω από τη Δ.25 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η τροποποίηση ή μη δικογράφου, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται με πρωταρχικό μέλημα, το συμφέρον της δικαιοσύνης. Οι παράγοντες που επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης είναι πολλοί, όπως πολλοί είναι και οι παράγοντες που θα μπορούσαν να επιδράσουν στον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το βέβαιο είναι ότι δεν μπορούν να καθοριστούν εξαντλητικά. Στην Παπαχρυσοστόμου ν. Κ. Γρηγοριάδης & Συνέταιροι, κ.α., Π.Ε. 79/09, ημερ. 4/5/12, αναφέρονται τ' ακόλουθα: «Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ To Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση αίτηση και έχοντας υπόψη του τα ενώπιον του δεδομένα μέσα από την μελέτη του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, ασκεί την διακριτική του ευχέρεια και κρίνει ότι η υπό εξέταση αίτηση είναι βάσιμη και συνακόλουθα τα αιτούμενα Διατάγματα θα εκδοθούν. Κρίνεται σκόπιμο όπως εξετάζονται ταυτόχρονα αίτηση και λόγοι ένστασης, λόγω του ότι αποδοχή της αίτησης, αυτομάτως καταρρίπτονται και οι σχετικοί λόγοι ένστασης. Ως προς τον πρώτο λόγο ένστασης, αυτός είναι αβάσιμος. Το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οποιοδήποτε στοιχείο που να δικαιολογεί το συμπέρασμα ότι υπάρχει κατάχρηση των διαδικασιών. Διαφαίνεται μέσα από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, ότι οι ενάγοντες προωθούν την υπό εξέταση αίτηση, εγκαίρως, δικαιολογημένα και αιτιολογημένα, καθ΄ ότι όπως φαίνεται μέσα από τα τεκμήρια 1 και 2 που έχουν επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση και που φέρουν ημερομηνίες Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου του 2015, ότι έχει γίνει η σχετική μεταβίβαση και εγγραφή στα σχετικά βιβλία της νέας εταιρείας το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων και συνακόλουθα δεν τίθεται ζήτημα κατάχρησης. Ως προς τους λόγους ένστασης από 2 - 6, αυτοί αποτελούν μια ενότητα, διότι πραγματεύονται την βασιμότητα της αίτησης και αυτοί οι λόγοι ένστασης είναι αβάσιμοι, διότι το Δικαστήριο κρίνει ότι η υπό εξέταση αίτηση είναι βάσιμη. Έχει διαφανεί ευκρινώς, σαφώς και λεπτομερώς δια μέσου των τεκμηρίων 1 και 2, αλλά και μέσα από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση, ότι έχει γίνει η μεταβίβαση του αγώγιμου δικαιώματος στην νέα εταιρεία, λόγω του ότι οι ενάγοντες τέθηκαν σε εκούσια εκκαθάριση όπως φαίνεται στο τεκμήριο 1 και ήδη το αγώγιμο δικαίωμα έχει εγγραφεί στα βιβλία της νέας εταιρείας, έχει υπογραφει ήδη από τα εμπλεκόμενα μέρη όπως φαίνεται στο τεκμήριο 2 και συνακόλουθα το Δικαστήριο κρίνει για σκοπούς εξέτασης της παρούσας αίτησης και όχι βεβαίως της ουσίας της αγωγής, ότι υπάρχει σχετική υποκατάσταση στο έννομο συμφέρον που είναι η ανάκτηση του επίδικου χρέους και ήδη μέσα από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, η νέα εταιρεία συγκατατίθεται στην μεταφορά του χρέους και συνακόλουθα τηρούνται οι προυποθέσεις της Δ.12 θ. 3 και 4 και τηρουμένων βεβαίως των αναλογιών (mutatis mutandis), το Δικαστήριο κρίνει ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης προσομοιάζουν, χωρίς βεβαίως να είναι ταυτόσημα, με αυτά της υπόθεσης Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ - ν - Χαρίδη 2011 1Β Α.Α.Δ. σελ. 825, λόγω της μεταβίβασης του αγώγιμου δικαιώματος στην νέα εταιρεία. Αναφορικά με τον όγδοο λόγο ένστασης, αυτός είναι προδήλως αβάσιμος, διότι εκάστη πλευρά διατηρεί το δικαίωμα να ζητήσει την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα της άλλης πλευράς. Ως προς τους λόγους ένστασης με αριθμούς 7, 12, 13, το Δικαστήριο αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από την πιο πάνω αναφερθείσα απόφαση Ceska Konsolidanci Agentura - v - Sampratrans Shipping Ltd 2009 1 (A) A.A.Δ. σελ. 615 και από την στιγμή που εμπλέκονται και ζητήματα αλλοδαπού δικαίου, κρίνεται ορθό ότι από την στιγμή που η όλη διαδικασία που ακολουθήθηκε είναι νόμιμη ή όχι με βάση το αλλοδαπό δίκαιο, αυτό θα πρέπει να εξεταστεί στα πλαίσια της ουσίας της αγωγής και όχι στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης, διότι το αλλοδαπό δίκαιο αποδεικνύεται με μαρτυρία από εμπειρογνώμονα, ως επιτάσσει και η νομολογία και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην υπόθεση BANK OF SKOTLAND .V. GEODRILL LTD κ.α. 1993 1 Α.Α.Δ. 753 και συνακόλουθα αυτοί οι λόγοι ένστασης δύνανται να τεθούν μόνο ως υπεράσπιση ουσίας της αγωγής. Αναφορικά με τον ένατο και δέκατο λόγο ένστασης, το Δικαστήριο κρίνει ότι και αυτός ο λόγος ένστασης δύναται να τεθεί ως υπεράσπιση ουσίας της αγωγής, διότι άπτεται της βασιμότητας και του νομότυπου της μεταβίβασης του επίδικου αγώγιμου δικαιώματος. Ο ένατος λόγος ένστασης, είναι και αυτός αβάσιμος, διότι μέσα από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση και τα σχετικά τεκμήρια, διαφαίνεται ξεκάθαρα η δια αποδοχής και συνακόλουθα δια συμφωνίας η μεταβίβαση του ισχυριζόμενου αγώγιμου δικαιώματος από τους ενάγοντες στην νέα εταιρεία. Ως προς τον 14ον λόγο ένστασης, το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι αβάσιμος, διότι από την μια αυτός ο ισχυρισμός μπορεί κάλλιστα να τεθεί ως υπεράσπιση στα πλαίσια της αγωγής και εν πάση περιπτώση, ως έχει διαφανεί και αξιολογηθεί ανωτέρω κατά την αξιολόγηση της βασιμότητας της αίτησης, το Δικαστήριο κρίνει για σκοπούς εξέτασης της παρούσας αίτησης και όχι βεβαίως της ουσίας της αγωγής, ότι υπάρχει σχετική υποκατάσταση στο έννομο συμφέρον που είναι η ανάκτηση του επίδικου χρέους και ήδη μέσα από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, η νέα εταιρεία συγκατατίθεται στην μεταφορά του χρέους και συνακόλουθα τηρούνται οι προυποθέσεις της Δ.12 θ. 3 και 4 και τηρουμένων βεβαίως των αναλογιών (mutatis mutandis), το Δικαστήριο κρίνει ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης προσομοιάζουν, χωρίς βεβαίως να είναι ταυτόσημα, με αυτά της υπόθεσης Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ - ν - Χαρίδη 2011 1Β Α.Α.Δ. σελ. 825, λόγω της μεταβίβασης του αγώγιμου δικαιώματος στην νέα εταιρεία. Τα όσα λέχθησαν ανωτέρω κατά την εξέταση του 14ου λόγου ένστασης, αναπόφευκτα συμπαρασύρουν και τον 15ον 16ον λόγο ένστασης, λόγω ακριβώς της ορθότητας της διαδιασίας που ακολουθείται με την αντικατάσταση των εναγόντων με την νέα εταιρεία ως ορθούς διαδίκους και που εν πάση περιπτώση, τηρούνται οι πρόνοιες της Δ.12 θ.3 και 4 που τέθηκαν στην νομικη βάση της αίτησης και οι οποίες είναι άρρηκτες συνδεδεμένες και αλληλεξαρτώμενες με αυτές της Δ.25 και δεν έχει σημασία εάν η αιτούμενη θεραπεία ονομάζεται υποκατάσταση ή τροποποίηση, όπως λέχθηκε και στην προαναφερόμενη απόφαση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ - ν - Χαρίδη 2011 1Β Α.Α.Δ. σελ. 825. Ο 17ος 18ος λόγος ένστασης είναι επίσης αβάσιμος, διότι όπως έχει διαπιστωθεί δια μέσου της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση και κυρίως μέσα από τα επισυνημμένα τεκμήρια 1 και 2, έχει γίνει ήδη η εγγραφή του επίδικου αγώγιμου δικαιώματος στα βιβλία της νέας εταιρείας (τεκμήριο 2) και όπως ρητά αναφέρεται στο τεκμήριο 1, η νέα εταιρεία ΄΄it is active and trading and should continue to pursue the owed debt΄΄, εκθεμελιώνοντας έτσι κάθε υπόβαθρο θεμελίωσης αυτών των λόγων ένστασης. Ο 19ος λόγος ένστασης, είναι και αυτός αβάσιμος, διότι ναι μεν η νέα εταιρεία είναι ξεχωριστή νομική οντότητα, πλην όμως είναι το νομικό εκείνο πρόσωπο που δικαιωματικά, ως αξιολογήθηκε ανωτέρω, υποκαθίσταται ως ενάγοντες με βάση την μεταβίβαση του ισχυριζόμενου αγώγιμου δικαιώματος και σίγουρα είναι διαφορετικό το ζήτημα του νομότυπου και της βασιμότητας της εν λόγω μεταβίβασης, ζήτημα που δεν εξετάζεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, αλλά είναι ζήτημα που εξετάζεται στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας της ουσίας της αγωγής. Ως προς τον 20ον λόγο ένστασης, αναπόφευκτα κρίνεται ως αβάσιμος, διότι από την στιγμή που κρίνεται δικαιολογημένη η υπό εξέταση αίτηση, συνακόλουθα και εκ του αποτελέσματος κρίνεται ότι είναι και προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης. Ο 21ος λόγος ένστασης είναι επίσης αβάσιμος, διότι το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οποιονδήποτε επηρεασμό των συμφερόντων των εναγομένων, διότι από την μια θα αποζημιωθούν με την ανάλογη επιδίκαση των εξόδων και από την άλλη, δύνανται να προωθήσουν τις θέσεις περί της βασιμότητας και του νομότυπου της μεταβίβασης του επίδικου αγώγιμου δικαιώματος και κατά πόσο νομιμοποιούνται οι νέοι ενάγοντες στην έγερση ή συνέχιση αυτού, ζητήματα τα οποία ήδη ήγειραν οι εναγόμενοι στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και κρίθηκε ότι είναι ζητήματα ουσίας και υπεράσπισης. Ως προς τον 22ον λόγο ένστασης, το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι αβάσιμος, διότι δεν έχει εντοπιστεί οποιοδήποτε στοιχείο κακοπιστίας, αλλά απεναντίας, κρίθηκε ως πιο πάνω αναφέρθηκε, ότι οι ενάγοντες προωθούν την υπό εξέταση αίτηση, εγκαίρως, δικαιολογημένα και αιτιολογημένα, καθ΄ ότι όπως φαίνεται μέσα από τα τεκμήρια 1 και 2 που έχουν επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση και που φέρουν ημερομηνίες Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου του 2015, ότι έχει γίνει η σχετική μεταβίβαση και εγγραφή στα σχετικά βιβλία της νέας εταιρείας το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων και συνακόλουθα δεν τίθεται ζήτημα κατάχρησης. Ο 23ος λόγος ένστασης είναι επίσης αβάσιμος, διότι ως έχει ήδη αξιολογηθεί ανωτέρω, οι ενάγοντες έγκαιρα προωθούν την υπό εξέταση αίτηση και αυτό διαφαίνεται ξεκάθαρα από το γεγονός ότι τα τεκμήρια 1 και 2 που επισυνάφθησαν στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζουν την αίτηση και που υποστηρίζουν και θέτουν το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης, φέρουν ημερομηνίες σύνταξης 3 και 4 μηνών πριν την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, χρονικό διάστημα το οποίο κρίνεται εύλογο υπό τις περιστάσεις και δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε καθυστέρηση στην καταχώρηση της. Ο 24ος λόγος ένστασης είναι επίσης αβάσιμος, διότι το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οποιοδήποτε στοιχείο που να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι εναγόμενοι με την τροποποίηση θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά, οι εναγόμενοι θα αποζημιωθούν με την ανάλογη επιδίκαση των εξόδων που θα προκύψουν από την τροποποίηση και περαιτέρω και ως έχει ήδη αξιολογηθεί ανωτέρω, οι εναγόμενοι δύνανται να προωθήσουν τις θέσεις περί της βασιμότητας και του νομότυπου της μεταβίβασης του επίδικου αγώγιμου δικαιώματος και κατά πόσο νομιμοποιούνται οι νέοι ενάγοντες στην έγερση ή συνέχιση αυτού, ζητήματα τα οποία ήδη ήγειραν οι εναγόμενοι στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και κρίθηκε ότι είναι ζητήματα ουσίας και υπεράσπισης. Τέλος, ο 25ος λόγος ένστασης είναι και αυτός αβάσιμος, διότι ναι μεν δεν αναφέρεται ρητώς ότι η ενόρκως δηλούσα είναι εξουσιοδοτημένη από τους ενάγοντες, πλην όμως γίνεται αναφορά ότι η ενόρκως δηλούσα ενημερώθηκε από τους ενάγοντες ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και συνακόλουθα δεν έχει διακριθεί οποιοδήποτε πρόσφορο έδαφος για να ευδοκιμήσει η προβολή ως λόγου ένστασης για το παράτυπο της ένορκης δήλωσης, πλην όμως θα πρέπει να τονιστεί, ότι έχει παρατηρηθεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, ότι και οι δύο ενόρκως δηλούσες, εμφανίστηκαν και υπό την ιδιότητα τους ως δικηγόροι. Αναμφίβολα η νομολογία έχει κατ΄ επανάληψη επισημάνει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, αλλά δεν έχει φθάσει στο σημείο της απαγόρευσης ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση, (Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82). Η απαγόρευση αφορά την όμνυση ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, ο οποίος είναι ή στη συνέχεια της διαδικασίας, καθίσταται μάρτυρας γεγονότων οπότε και θεωρείται ασυμβίβαστος ο περαιτέρω εκ μέρους του χειρισμός της υπόθεσης, (In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R,. 319 και Thanos Hotels Ltd ν. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Επί όλου του θέματος της εκ μέρους δικηγόρου όρκισης ένορκης δήλωσης, σχετική είναι και η απόφαση στη Nikitin Alexander v. Grigorey Alexander, Πολ. Έφ. 66/2011, ημερ. 28.5.2013). ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η υπό εξέταση αίτηση πληρεί τις προυποθέσεις για έγκριση της με βάση το νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο που έχει γίνει ειδική αναφορά και παραπομπή και σε συνάρτηση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όλοι οι λόγοι ένστασης δεν ευσταθούν και συνακόλουθα εκδίδεται Διάταγμα ως το Α της αίτησης, τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 14 ημερών από την σύνταξη του Διατάγματος το οποίο να ζητηθεί και πληρωθεί αυθημερόν, τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης να καταχωρηθεί εντός 14 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης και απάντηση στην τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης. Ακολούθως να τηρηθούν οι θεσμοί. Τα έξοδα της αίτησης και τα έξοδα που θα προκύψουν από την τροποποίηση, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.