← Κύπρος

Αναφορικά με την εταιρεία ANDREAS E. ELLINAS & SON LTD ν. Αναφορικά με την αίτηση της NADA YIALLIKA LTD, Αρ. αίτησης: 446/2014, 8/1/2016

Αναφορικά με την εταιρεία ANDREAS E. ELLINAS & SON LTD ν. Αναφορικά με την αίτηση της NADA YIALLIKA LTD, Αρ. αίτησης: 446/2014, 8/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A7 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αίτησης: 446/2014 Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 Αναφορικά με την εταιρεία ANDREAS E. ELLINAS & SON LTD από τη Λεμεσό και Αναφορικά με την αίτηση της NADA YIALLIKA LTD για την διάλυση της εταιρείας ANDREAS E. ELLINAS & SON LTD από τη Λεμεσό ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:8/1/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους αιτητές (καθ΄ ων η αίτηση στην κυρίως αίτηση) - αιτητή: κος Χάρης Πογιαζής Για τους καθ΄ων η αίτηση (αιτητές στην κυρίως αίτηση): κος Κλεάνθης Καραμανίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με ενδιάμεση αίτηση τους, οι καθ΄ων η αίτηση στην κυρίως αίτηση (εν τοις εφ΄ εξοίς οι αιτητές) ζητούν Διάταγμα του Δικαστηρίου: Α) με βάση το οποίο να παραμερίζεται και/ή να απορρίπτει και/ή να αναστέλλει και/ή να διαγράφει την αναφορά (petition) και/ή οποιαδήποτε διαδικασία σχετίζεται με αυτήν και η οποία αναφορά φέρει τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, την οποία η αιτήτρια εταιρεία NADA YIALLIKA LTD καταχώρησε την 23/10/2014, για τον λόγο ότι το αντικείμενο και/ή η αξίωση που εγείρεται και/ή το ισχυριζόμενο χρέος στο οποίο θεμελιώνεται η αναφορά, τελεί υπό αμφισβήτηση και/ή δεν αποτελεί ξεκαθαρισμένη οφειλή και/ή για τον λόγο ότι η εταιρεία δεν θεωρείται πιστωτής και/ή δεν έχει δικαιώμα (locus standi) καταχώρησης της παρούσας διαδικασίας και/ή για τον λόγο ότι η επίδικη αναφορά είναι κακόπιστη και/ή κακόβουλη και/ή καταπιεστική και/ή εκβιαστική και/ή αποτελεί κατάχρηση της Δικαστικής διαδικασίας και/ή έχει καταχωρηθεί για αλλότριους σκοπούς. Β) με βάση το οποίο να παραμερίζεται και/ή να απορρίπτει και/ή αναστέλλει και/ή διαγράφει την αναφορά (petition) και/ή οποιαδήποτε διαδικασία σχετίζεται με αυτήν και η οποία αναφορά φέρει τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, την οποία η αιτήτρια εταιρεία NADA YIALLIKA LTD καταχώρησε την 23/10/2014, για τον λόγο ότι η αιτήτρια δεν συμμορφώθηκε με τις προυποθέσεις που θέτει το άρθρο 212(α) του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 σε σχέση με την προβλεπόμενη απαίτηση πληρωμής και/ή συνεπεία του γεγονότος ότι η αναφορά είναι κακόπιστη και/ή κακόβουλη και/ή καταπιεστική και/ή εκβιαστική και/ή αποτελεί κατάχρηση της Δικαστικής διαδικασίας και/ή έχει καταχωρηθεί για αλλότριους σκοπούς. Το παρακλητικό υπό (Γ) ουσιαστικά δεν υφίσταται πλέον εν΄ όψει της εκ συμφώνου τροποποίησης της εναρκτήριας αίτησης και συνακόλουθα η σχετική αναφορά στην ένορκη δήλωση δεν λαμβάνεται υπόψη. Δ) που να απαγορεύει στην αιτήτρια εταιρεία NADA YIALLIKA LTD και/ή σε οποιοδήποτε εκπρόσωπο της από του να προβεί σε οποιαδήποτε δημοσίευση και/ή δημοσιοποίηση της αναφοράς και/ή περίληψη της αναφοράς σε οποιαδήποτε εφημερίδα και/ή άλλως πως. Η αίτηση βασίστηκε στους περί Εταιρειών (Διάλυση) Κανονισμούς του 1933 Καν. 92, στους Διαδικαστικούς Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 θ.26, Δ.27 Θ.3, Δ.33 θ. 3 και 5, Δ.40 θ.11, Δ.48 θ. 1,2,3,5,6,7 και 8, Δ.57, Δ.64 Θ.1 και 2, στο άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 άρθρα 211, 212 (α), 213, 214, 215 και 218, στις γενικές εξουσίες, στην σύμφυτη εξουσία και στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης, αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του κ. Γιαννάκη Έλληνα, ο οποίος αρχικά προβαίνει σε μια αναφορά ως προς την πηγή άντλησης της εξουσιοδότησης του και στην πηγή γνώσης του ως προς τα επίδικα γεγονότα αλλά και της νομικής συμβουλής που έλαβε. Ακολούθως, προβαίνει σε μια αναφορά ως προς την συμφωνία που έχει συναφθεί μεταξύ των διαδίκων και το αντικείμενο και όρους που αυτοί περιελάμβανε και που βρίσκεται εντός του φακέλου της διαδικασίας, προβαίνοντας ταυτόχρονα σε ειδική αναφορά σε συγκεκριμένους όρους της εν λόγω συμφωνίας. Περαιτέρω ο ενόρκως δηλών, αναφέρει ότι με βάση συγκεκριμένους όρους της εν λόγω συμφωνίας, οι αιτητές άσκησαν το δικαίωμα που τους παρέχεται και επιστράφησαν συγκεκριμένα εμπορεύματα και οι καθ΄ ων η αίτηση τα παράλαβαν ανεπιφύλακτα και αδιαμαρτύρητα, εκδίδοντας ταυτόχρονα και σχετικές πιστωτικές σημειώσεις. Σε άλλες όμως περιπτώσεις, οι καθ΄ ων η αίτηση αρνήθηκαν να τα παραλάβουν και κατά παράβαση της εν λόγω συμφωνίας, απαιτούσαν την άμεση πληρωμή των συγκεκριμένων εμπορευμάτων με την ανάλογη αδικαιολόγητη χρέωση, με αποτέλεσμα το ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό που απαιτούν και που εν πάση περιπτώσει δεν υφίσταται και δεν είναι αποκρυσταλλωμένο και αφορά υπερχρεώσεις και αυθαίρετους υπολογισμούς και χρεώσεις επιστραφέντων εμπορευμάτων. Περαιτέρω, ο ενόρκως δηλών αρνείται την ύπαρξη οποιουδήποτε εκκαθαρισμένου ποσού, διότι θα πρέπει να είναι συγκεκριμένο και αδιαμφισβήτητο, πράγμα που δεν συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση και οι αιτητές γνήσια, καλόπιστα και ουσιαστικά, αμφισβητούν το ισχυριζόμενο χρέος, με βάση τους όρους της επίδικης συμφωνίας και της συνήθης πρακτικής και συναλλακτικής συνήθειας και συμπεριφοράς που εφάρμοζαν οι διάδικοι σε όλη την διάρκεια της μεταξύ τους συνεργασίας. Ακολούθως, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι οι καθ΄ ων η αίτηση στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την εναρκτήρια αίτηση τους, παραλείπουν εσκεμμένα και κακόπιστα να παρουσιάσουν ως όφειλαν οποιαδήποτε στοιχεία ή έγγραφα (τιμολόγια, δελτία παράδοσης, καταστάσεις λογαριασμών κλπ) στα οποία να αποκαλύπτεται το ακριβές ποσό του ισχυριζόμενου οφειλόμενου χρέους και ότι το ποσό που απαιτούν είναι εκκαθαρισμένο, γεγονός απαράδεκτο και αντινομικό. Είναι η επιπλέον θέση του ενόρκως δηλών, ότι οι καθ΄ ων η αίτηση δεν μπορούν να θεωρηθούν ως πιστωτές εν τη εννοία του σχετικού νόμου και πιο συγκεκριμένα του άρθρου 212(α) του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 και ότι η γνήσια και καλόπιστη αμφισβήτηση της ισχυριζόμενης οφειλής είναι τέτοιας φύσεως, ώστε να μην δικαιολογείται η απόδοση του όρου πιστωτής, στερώντας από τους καθ΄ ων η αίτηση του απαραίτητου locus standi να αιτηθεί την εκκαθάριση των αιτητών, εν΄ όψει της πιο πάνω αμφισβήτησης, την απουσία εκκαθαρισμένου ποσού και της μη επιβεβαίωσης του από κάποια Δικαστική απόφαση. Προέβαλε επίσης ο ενόρκως δηλών την θέση ότι οι καθ΄ ων η αίτηση κακόπιστα και εκβιαστικά, καταχώρησε την εναρκτήρια αίτηση για να ασκηθεί αθέμιτη πίεση στους αιτητές, με στόχο να αποδεχθούν ότι τους οφείλουν το ις\χυριζόμενο ποσό των € 10,418,49 παραλείποντας και αποκρύπτοντας να αποκαλύψουν όλα τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Επίσης ο ενόρκως δηλών προέβαλε την θέση και μετά από σχετική συμβουλή, ότι οι αιτητές ζητούν τον παραμερισμό της εναρκτήριας αίτησης, διότι από την στιγμή που εύλογα αμφισβητείται το ισχυριζόμενο χρέος τους, καθίσταται προφανές, κατά τον ίδιο, ότι η εναρκτήρια αίτηση καταχωρήθηκε για αλλότριους σκοπούς, με εκβιαστικά κίνητρα και με αποκλειστικό σκοπό την κακόβουλη άσκηση οικονομικής πίεσης και ως εκ τούτου, πάντα κατά τον ίδιο, η παρούσα διαδικασία είναι καταχρηστική και σίγουρα δεν αποτελεί την ενδεδειγμένη μέθοδο είσπραξης του φερόμενου ως οφειλόμενου ποσού, αφού κάλλιστα αυτό μπορούσε να εξεταστεί στα πλαίσια μιας πολιτικής αγωγής. Επισημαίνει επίσης ο ενόρκως δηλών, ότι μια πιθανή διάλυση της εταιρείας, δεν θα είναι φυσικά προς το συμφέρον του φερόμενου ως πιστωτή καθώς και των υπολοίπων πιστωτών ως συνεισφορέων της, αφού ουσιαστικά η είσπραξη οποιουδήποτε ισχυριζόμενου ποσού θα καταστεί δύσκολη έως και αδύνατη λόγω διαφόρων παραγόντων. Αντίθετα, πιθανή διάλυση της εταιρείας, θα προκαλέσει με βεβαιότητα οριστική ζημιά και κλείσιμο της επιχείρησης με συνεπακόλουθη απώλεια εργασίας για 55 άτομα. Επίσης ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι πιθανή δημοσίευση ή κοινοποίηση της εναρκτήριας αίτησης στο παρόν στάδιο, θα επιφέρει με βεβαιότητα καταστροφικά αποτελέσματα και ανεπανόρθωτες ζημιές, θα συμβάλει στην απώλεια πελατών, στην ραγδαία μείωση του κύκλου εργασιών και θα παγοποιηθούν οι τραπεζικοί λογαριασμοί και αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα την αδυναμία της εταιρείας να αντεπεξέλθει στις καθημερινές της υποχρεώσεις, πληρωμές και έξοδα λειτουργίας της, χωρίς να παραβλέπεται ο αναπόφευκτος κίνδυνος απόλυσης των εργαζομένων και τις συνέπειες στις οικογένειες τους. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλών, μια παράλειψη έκδοσης οδηγιών για δημοσιεύσεις στο παρόν στάδιο της Δικαστικής διαδικασίας, δεν θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα οποιουδήποτε πιστωτή, ενώ η ζημιά που θα προκληθεί στην εταιρεία θα είναι δυσανάλογα μεγαλύτερη από οποιαδήποτε άλλη πιθανή επίπτωση σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πιστωτή της. Εν κατακλείδι, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η εταιρεία δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αδυνατεί να πληρώσει τα κατ΄ ισχυρισμό χρέη της από την στιγμή που η σχετική αξίωση αμφισβητείται και συνακόλουθα η αιτήτρια αιτήτρια δεν μπορεί να θεωρηθεί πιστωτής εν τη εννοία του νόμου και μετά από σχετική νομική συμβουλή, θεωρεί ότι η συνέχιση της διαδικασίας συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Η υπό εξέταση αίτηση αντίκρυσε την ένσταση των αιτητών στην εναρκτήρια αίτηση και προβλήθηκαν συνολικά έξι λόγοι ένστασης. Συγκεκριμένα προβλήθηκε ότι: Α) η υπό εξέταση αίτηση ουσιαστικά συμπεριλαμβάνει υλικό, θέσεις και επιχειρηματολογία, η οποία μόνο στο πλαίσιο ένστασης στην αίτηση για εκκαθάριση θα μπορούσε να τεθεί και όχι υπό την μορφή αίτησης με την οποία επιζητούνται τα αιτούμενα Διατάγματα και ότι ουσιαστικά πρόκειται για υπεράσπιση στην κυρίως αίτηση που μόνο στο πλαίσιο δίκης με εξέταση και αντεξέταση μαρτύρων μπορεί να αποφασιστεί. Β) η νομική βάση επί της οποίας βασίζεται η ένσταση πάσχει και δεν παρέχεται δικαιοδοσία στο Δικαστήριο στο στάδιο αυτό να εκδώσει οποιεσδήποτε από τις αιτούμενες θεραπείες. Γ) η αίτηση για εκκαθάριση είναι απόλυτα δικαιολογημένη και βασίζεται πάνω σε γεγονότα και απαίτηση στην οποία δεν υπάρχει καλόπιστη υπεράσπιση και συντρέχουν όλες οι προυποθέσεις για την έκδοση Διατάγματος εκκαθάρισης, με δεδομένο ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση με την απαίτηση δυνάμει νόμου εντός της προθεσμίας, ούτε και ουσιαστική άρνηση του χρέους και τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την ενδιάμεση αίτηση, ήδη τίθενται στην ένσταση που καταχωρήθηκε και δεν είναι δυνατό το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό να επισέλθει σε αμφισβητούμενα γεγονότα και να αποφασίσει αυτά ως προυπόθεση για απόδοση των αιτούμενων θεραπειών. Δ) η καθ΄ ης η αίτηση γνώριζε για την ύπαρξη της απαίτησης και την τροχιοδρόμηση της διαδικασίας για εκκαθάριση των υποθέσεων της, εφ΄ όσον η ειδοποίηση και απαίτηση δυνάμει του νόμου επιδόθηκε στην καθ΄ ης η αίτηση την 19/6/2014 και η καταχώρηση της παρούσας αίτησης, ακολούθησε την εν λόγω επίδοση της ειδοποίησης, κατά της οποίας ουδέν νομικό μέτρο λήφθηκε, ενώ μάλιστα αποστάληκε στους δικηγόρους της εταιρείας με τηλεομοιότυπο ημερομηνίας 16/4/2015 κατάσταση λογαριασμού με την οποία αποδέχονται το ποσό που ζητούσαν στην ειδοποίηση απαίτησης ημερομηνίας 19/6/2014. Ε) οι αιτητές επαναλαμβάνουν όλους τους ισχυρισμούς τους ως η αίτηση και η ένορκη δήλωση και απορρίπτει όλους τους παραγράφους 1 έως 15 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ενδιάμεση αίτηση και τον καλεί σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του. Ζ) εν πάση περιπτώσει ουδεμία καλόπιστη υπεράσπιση εγείρει η καθ΄ ης η αίτηση στην απαίτηση του αιτητή και συμπεριλαμβάνονται σε αυτήν έκδηλα μεταγενέστερες και κακόπιστες σκέψεις, κάτι το οποίο θα διαφανεί κατά την αντεξέταση μαρτύρων της καθ΄ ης η αίτηση εταιρείας. Νομικό υπόβαθρο της ένστασης, αποτέλεσε ο περί Εταιρειών νόμος Κεφ. 113 άρθρα 211, 212(α), 213 και 218, οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ. 1,2,3,7, Δ.27 θ.3, Δ.19 θ.26, Δ.64 θθ 1 και 2, οι περί εταιρειών κανονισμοί 1-5 και 8, στους περί εταιρειών (Διάλυση) κανονισμούς 1933-1998 καν.22 και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και ως προς το μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης, αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του κ. Νεκτάριου Χριστοδούλου. Ο ενόρκως δηλών αρχικώς, προβαίνει σε μια αναφορά ως προς την πηγή άντλησης της εξουσιοδότησης του και της πηγής της γνώσης του ως προς τα γεγονότα και της σχετικής νομικής συμβουλής που έλαβε, προβαίνοντας ταυτόχρονα σε μια καθολική άρνηση των ισχυρισμών του ενόρκως δηλούντα στην ενδιάμεση αίτηση και επαναλαμβάνοντας τους ισχυρισμούς της εναρκτήριας αίτησης, βεβαιώνοντας επίσης ότι η οφειλή υφίσταται μέχρι και σήμερα. Ακολούθως, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι οι αιτητές στην υπό εξέταση αίτηση, καμία υπεράσπιση δεν έχουν και τα όσα ισχυρίζονται είναι εκ των υστέρων σκέψεις με σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου, αλλά και καθυστέρηση της υπόθεσης και ότι οι αιτητές, απέστειλαν στις 16/4/2015 δια τηλεομοιότυπου στους δικηγόρους των αιτητών στην κυρίως αίτηση, κατάσταση λογαριασμού που είχαν οι ίδιοι για δική τους ενημέρωση, στην οποία ουσιαστικά αποδέχονται ότι οφείλουν ακριβώς το αιτούμενο ποσό που ισχυρίζονται οι καθ΄ ων η αίτηση στην κυρίως αίτηση, επισυνάπτοντας ταυτόχρονα το σχετικό τεκμήριο. Περαιτέρω, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι όπως τον έχει πληροφορήσει ο δικηγόρος τους, έγινε ήδη και μια πρόταση από τους αιτητές στην ενδιάμεση αίτηση για εξόφληση του οφειλόμενου ποσού δια μηνιαίων δόσεων, κάτι που δείχνει την παραδοχή τους για το οφειλόμενο ποσό και ότι ο λόγος που δεν έχει προσκομιστεί στην κυρίως αίτηση οποιοδήποτε έγγραφο που να αποδεικνύει την οφειλή, είναι διότι από την πρώτη στιγμή οι ίδιοι αποδέχθηκαν το οφειλόμενο ποσό τόσο προφορικά, όσο και γραπτά και έκαναν προσπάθεια για εξόφληση του. Προβάλλει επίσης ο ενόρκως δηλών τις θέσεις ότι οι αιτητές στην εναρκτήρια αίτηση είναι πιστωτές εν τη εννοία του νόμου, καθώς είναι ξεκάθαρο, κατά τον ίδιο πάντα, πως δεν υπάρχει καμία γνήσια και καλόπιστη αμφισβήτηση της οφειλής, δεν υπάρχει καμία εύλογη αμφισβήτηση του οφειλόμενου χρέους, όπως αποδεικνύεται από το σχετικό τεκμήριο και τα όσα αναφέρουν οι αιτητές στην ενδιάμεση αίτηση, τα αναφέρουν στην ένσταση στην εναρκτήρια αίτηση και δεν είναι δυνατό το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό να επισέλθει σε αμφισβητούμενα γεγονότα και να αποφασίσει αυτά. Εν κατακλείδι, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η εταιρεία αρνήθηκε να πληρώσει και παρέλειψε να διασφαλίσει την πληρωμή του ποσού ή να προτείνει την διασφάλιση ή εγγύηση του και η προθεσμία έχει παρέλθει, ότι δεν υπάρχει καλή τη πίστη υπεράσπιση στην αίτηση και ότι οι αιτητές στην ενδιάμεση αίτηση όφειλαν να καταβάλουν τα οφειλόμενα εντός 21 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης και ότι εάν είχαν άλλες απαιτήσεις θα έπρεπε να τις απαιτήσουν και περαιτέρω ότι δεν υπάρχει δικαίωμα αντιλογισμού και ούτε ηγέρθηκε τέτοια θέση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Στην K.M.C Motors v. Jorephanco Trading and Constructing Company

(1984)1 C.L.R 390 όπου, όπως και στην παρούσα υπόθεση, μετά την επίδοση αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας υποβλήθηκε αίτηση για παραμερισμό και ακύρωση της αίτησης, κρίθηκε ότι με βάση τον κανονισμό 92 του περί Εταιρειών (Διάλυση) Κανονισμών 1933 όπου δεν υπάρχει πρόνοια στους εν λόγω κανονισμούς τότε οι περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμοί τυγχάνουν εφαρμογής. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο δύναται να εφαρμόσει τους περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμούς, εκεί όπου χρειάζεται και γίνεται σχετική επίκληση αυτών. Αναφορικά με την επίκληση της Δ.27 Θ.3 όπου γίνεται επίκληση της στην νομική βάση της αίτησης, η εν λόγω διαταγή προνοεί τα ακόλουθα: «3. The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defense being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered according as may be just». (Βλέπε Annual Practice 1960 - σελ. 574 αντίστοιχη αγγλική διάταξη - Ο.25 R.4). Σύμφωνα με τον πιο πάνω κανονισμό δίδεται η διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να απορρίψει μια αγωγή όταν η αγωγή δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής ή είναι επιπόλαιη ή παρενοχλητική (frivolousor vexatious). Η διαγραφή δικογράφου συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικου ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο (In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 C.L.R. 246). Εφόσον το δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία αγωγής ή υπεράσπισης ή εγείρει κάποιο ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασισθεί από το Δικαστήριο, το απλό γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη και δεν ενδέχετεαι να πετύχει δεν αποτελεί λόγο για την διαγραφή του (Annual Practice 1960 σελ. 575). (βλ. Cyber GroupLtd v. Κυριάκου Χαραλαμπίδη κ.ά
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1852). Κατά την εξέταση τέτοιου είδους αίτησης όπως η παρούσα, η άσκηση της εξουσίας κρίνεται αποκλειστικά με βάση την αντικειμενική υπόσταση του περιεχομένου της ανεξάρτητα από την μαρτυρία η οποία την υποστηρίζει. (Βλ. In Re Pelmako (πιο πάνω) και Αναφορικά με την Εταιρεία F.K. & S (Varosia) Properties Ltd Αρ. Αιτ. 623/10 ημερ. 22.6.2011). Αναφορικά με την επίκληση της Δ.19 Θ. 26, αυτή προνοεί τα εξής: «
  1. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any endorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action». Η πιο πάνω αναφερόμενη Δ.19 Θ.26 είναι πανομοιότυπη με το Ο.19 r.27 των παλιών Αγγλικών Θεσμών. Επεξηγείται δε στις σελ. 477-479 του Annual Practice του
  2. Κύριος σκοπός του είναι η συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων. Κατά την εξέταση αίτησης δυνάμει της Δ.19 Θ.26 δεν επιχειρείται εξέταση της εγκυρότητας του δικογράφου. Αυτό είναι ζήτημα που εξετάζεται δυνάμει της Δ.27 Θ.
  3. (βλ. Cyber Group Ltd v. Κυριάκου Χαραλαμπίδη κ.ά. (πιο πάνω). Όπως έχει παρατηρηθεί στην υπόθεση Lavar Shipping Co. Ltd & Anoterh v. Souras Bros. Ltd & Another
(1972)4 J.S.C σελ. 416 στις σελ. 423 και 424 «. . . . . . . though the language of Order 19 Rule 26 is wide, its operation is limited". Ειδικότερα δε, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, το Δικαστήριο αντλεί διαφώτιση και καθοδήγηση από σχετική επί του θέματος Αγγλική Νομολογία (χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζεται η εξήγηση που έχει δώσει η πλευρά των αιτητών στην σελίδα 8 της αγόρευσης τους), εν΄ όψει του ότι γίνεται επίκληση από τους αιτητές της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα: Στην υπόθεση Charles Forte Investments Ltd v. Amanda
(1964)Ch. 240 Court of Appeal στην οποία γίνεται παραπομπή στο σύγγραμμα του L.S. Sealey, Cases and Materials in Company Law σελ. 780 αναφέρεται: "The Court has inherent jurisdiction to strike out a petition for Winding up which is bound to fail, and to grant an injunction restraining the presentation of such petition". Στο σύγγραμμα Pennington's Company Law 3η έκδοση σελ. 663, ο ορισμός του πιστωτή έχει ως ακολουθως: «A creditor is a person who could enforce his claim against the company by an action of debt, and a person cannot petition as a creditor when he merely has a right of action against the company for unliquidated damages .» και στις σελίδες 664 και 665 του ιδίου συγγράμματος αναφέρονται τα ακόλουθα: «But the court will not dismiss a petition merely because the company alleges that it has a defence to the creditors claim, unless it also shows that the defence is likely to succeed in point of law, and adduces at least prima facie proof of the facts on which the defence depends.» Επίπρόσθετα, στην σελίδα 28 από το γνωστό σύγγραμμα Palmer's Company Precedents, 17η έκδοση, Part 2, Winding Up, σελ. 27 - 28 αναφέρονται τα ακόλουθα: ΄΄The court may determine the dispute at once if it depends upon the construction of a document before it or if the company's contention is clearly wrong, or may determine on the evidence before it whether the dispute is bona fide΄΄ Περαιτέρω στο σύγγραμμα του L.S. Saley γίνεται αναφορά στην υπόθεση Re London & Paris Banking Corporation
(1984)L R 19 Eq.44 όπου γίνεται αναφορά: «A Winding up order will not be made on the basis of a debt which is bona fide disputed». Στο σύγγραμμα Commercial Litigation Pre - emptive remedies Sweet & Maxwell 2007 par. AO63 αναφέρονται τα ακόλουθα: "On application by a company for an injunction to restrain the presentation of a winding up - petition, the court must balance an unpaid creditors undoubted right to petition on the basis of an undisputed debt as against the company's right not to have its commercial standing and credit damaged, so being pressured into paying a debt which is not due... If there is doubt as to whether there is a genuine dispute as to whether the debt is owed or not then it should be the company which is entitled to the benefit of it". Στην υπόθεση Bryanston Finance Ltd - v - De Vries (Νο. 2)
(1976)Ch. 63) αναφέρονται και τα ακόλουθα: "Where it is sought to restrain presentation of the petition there must be prima facie evidence that the company would succeed in establishing that the proceedings sought to be restrained would constitute an abuse of process". Στην υπόθεση Abbey National Plc - v - JSF Finance & Currency Exchange Co. Ltd
(2006)EWCA Civ. 328 αναφέρθηκε ότι: "In order to establish that there are substantial grounds for disputing the debt the company should be able to show that its contention is fairly arguable and that there is prima facie evidence of the relevant facts to support its contention . . . . ..:". Και παρακάτω επί του θέματος αν υπήρχαν βασικοί λόγοι αμφισβήτησης του χρέους, αναφέρθηκαν και τα εξής: «. ... it seems to me that the degree of particularity required to support an allegation of fraud in an action is more than that needed to demonstrate substantial grounds for disputing liability such as to make the winding up procedure inappropriate. Similarly once it is established that there are substantial grounds for disputing the claim which may include issues of law and that they are advanced honestly, the court should not go on to consider the prospects of success of either party to the dispute». To ίδιο περίπου εξάγεται και από την Truck and Machinery Sales Ltd v. Marubeni Komatsu Ltd
(1996)1 IR 12 όπου τονίζεται ότι: «Since a winding up petition was not a legitimate means of enforcing payment of a debt which was bona fide disputed the presentation of a petition would in normal circumstances be restrained if the company in good faith and on substantial grounds disputed all liability in respect of the debt claimed» Στην Mann and Another v. Goldstein and Another
(1968)1 W.L.R 1091, οι ενάγοντες ζήτησαν διάταγμα που να απαγορεύει στους εναγόμενους να δημοσιεύσουν ή να προχωρήσουν σε οποιαδήποτε διαβήματα σε σχέση με αίτηση διάλυσης. Ισχυρίστηκαν ακόμη ότι οι καθ' ων η αίτηση στην αίτηση για απαγορευτικό διάταγμα δεν ήταν πιστωτές και διαζευκτικά αμφισβητούσαν ότι οι οφειλέτριες εταιρείες όφειλαν το οφειλόμενο ποσό, ότι οι εταιρείες ήταν ικανές να πληρώσουν τα χρέη τους και η αίτηση διάλυσης δεν έγινε καλόπιστα αλλά απεναντίας συνιστούσε κατάχρηση διαδικασίας. Το Δικαστήριο εξέδωσε τα αιτούμενα διατάγματα και αποφάσισε ότι (α) για να προχωρήσει σε αίτηση διάλυσης πρέπει οι αιτητές να είναι «πιστωτές» και αφού οι αξιώσεις ήταν αμφισβητούμενες σε ουσιαστική βάση, τότε δεν μπορούσαν να θεωρηθούν πιστωτές και ως εκ τούτου δεν είχε locus standi η αίτηση στο Δικαστήριο για διάλυση. (β) Ενώ όλα τα αποδεικτικά στοιχεία έδειχναν ότι οι εταιρείες ήταν ανίκανες να πληρώσουν τα χρέη τους, οι αιτήσεις διάλυσης δεν μπορούσαν να προχωρήσουν καθότι οι αξιώσεις των διαδίκων ήταν αμφισβητούμενες (substantially disputed). Το ίδιο αποφασίσθηκε και στην απόφαση In London and Paris Banking Corporation L.R 19 Eq. 444 (ημερ. 21.11.1874). Το Δικαστήριο ασχολήθηκε ιδιαίτερα με ειδικό άρθρο που δίνει δικαίωμα σε Αιτητή να αιτηθεί διάλυση εταιρείας μετά από επίδοση απαιτώντας πληρωμή, με την παρατήρηση ότι η αμέλεια πληρωμής δεν είναι ισοδύναμη της παράλειψης πληρωμής. "Negligence is a term which is well known to the law. Negligence in paying a debt on demand, as I understand it is omitting to pay without reasonable excuse. Mere omission by itself does not amount to negligence. Therefore I should hold, upon the words of the statute, that where a debt is bona fide disputed by the debtor, and the debtor alleges, for example, that the demand for goods sold and delivered is excessive, and says that he, the debtor, is willing to pay such sum for the goods, then in that case he has not neglected to pay, and is not within the wording of the statute". Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω η εξουσία του Δικαστηρίου να παραμερίσει αίτηση (petition) για εκκαθάριση εταιρείας ασκείται όχι μόνο στα πλαίσια των διαδικαστικών κανονισμών αλλά και στα πλαίσια της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου όταν μία διαδικασία κριθεί καταχρηστική (abuse of process of the Court). Σχετική είναι η υπόθεση Γίγας ν. Ουστά
(1994)1 Α.Α.Δ 1109), όπου αναφέρθηκε: «σύμφυτη είναι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισης της με το δικαστήριο και της αναγκαιότητας ύπαρξης της για τη λειτουργία του δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίο». Στην υπόθεση In re A company Chan. Div.
(1984)1 WLR 1090, το Δικαστήριο απέρριψε αίτηση διάλυσης πιστωτή γιατί η εταιρεία αμφισβήτησε το ύψος το οφειλομένου ποσού με βάση τιμολόγιο και έκρινε ότι η αίτηση διάλυσης δεν ήταν ο νόμιμος τρόπος να διεκδικήσει ο πιστωτής το λαβείν του. (Βλ. επίσης In re A company
(1992)1 WLR 351). Στα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, 2004, reissue, volume 7
(3)para 452 σε σχέση με την ίδια έννοια σημειώνονται τα ακόλουθα: «Who may not petition. . A winding-up order may not be made on a debt which is disputed in good faith by the company; the court must see that the dispute is based on a substantial ground. A dispute as to the precise amount due is not a sufficient answer to the petition. If there is a genuine dispute, the petition may be dismissed or stayed.» Χρήσιμη αναφορά γίνεται και στην υπόθεση Ανδρέας Χατζηγιάννης ν. C & J Kyprianou Promotions Ltd
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 991 όπου εξετάστηκε, μεταξύ άλλων και το θέμα ποιός θεωρείται «πιστωτής» εταιρείας για σκοπούς γραπτής απαίτησης καταβολής οφειλής από εταιρεία. Το κριτήριο του κατά πόσο η αμφισβήτηση του χρέους είναι ουσιαστική εξηγείται ως ακολούθως στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, 24η έκδοση, σελ. 1364-1367, σε απόσπασμα που υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Χατζηγιάννης: «To fall within the general principle the dispute must be bona fide in both a subjective and an objective sense. Thus it must be honestly believed to exist and must be based on substantial or reasonable grounds. "Substantial" means having substance and not frivolous and which the court should therefore ignore. There must be so much doubt and question about the liability to pay the debt that the court sees that there is a question to be decided. The onus is on the company "to bring forward a prima facie case which satisfies the court that there is something which ought to be tried either before the court itself or in an action, or by some other proceeding".» Αναφορικά με την νομική βάση των αιτητών ως προς την Δ.33 θ.3 και 5, Δ.40 θ.11, Δ.57, Δ.64, το άρθρο 9 του Κεφ. 6 και του άρθρου 32 του Ν.14/60, αυτές οι Διατάξεις προδήλως δεν εμπίπτουν και δεν εφαρμόζονται στην υπό εξέταση αίτηση, λόγω του διαφορετικού αντικειμένου τους. Επίσης ως προς τις θέσεις που προβλήθηκαν και από τις δύο πλευρές αναφορικά με την πληρότητα των προυποθέσεων για την έκδοση του Διατάγματος εκκαθάρισης, αυτό είναι θέμα που θα διαφανεί και θα εξεταστεί στα πλαίσια της εναρκτήριας αίτησης. Υπό το φως των πιο πάνω αρχών, το Δικαστήριο θα εξετάσει την παρούσα αίτηση, έχοντας υπόψη τόσο τα γεγονότα της υπόθεσης, όσο και τις θέσεις των δύο πλευρών όπως εκφράζονται στις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων τους όπου με επιμέλεια ανέλυσαν το εγειρόμενο θέμα. Το κύριο ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο το ισχυριζόμενο χρέος είναι εύλογα αμφισβητούμενο από την εταιρεία και κατ΄ επέκταση εάν οι αιτητές της κυρίως αίτησης είναι πιστωτές εν τη εννοία του νόμου και υπό το φως της σχετικής νομολογίας και κατά πόσο υπάρχει μια καλή τη πίστη αμφισβήτηση της απαίτησης. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο δεν βρίσκει σύμφωνο με την θέση των καθ΄ ων η αίτηση ότι ισχυρισμοί και θέσεις των αιτητών που αφορούν την ύπαρξη γνήσιας, ουσιαστικής και καλόπιστης αμφισβήτησης του χρέους θα έπρεπε να τεθούν στα πλαίσια εξέτασης της κυρίως αίτησης, εν΄ όψει της πιο πάνω αναφερθείσας Νομολογίας. Θα πρέπει βεβαίως να τονιστεί, ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, δεν θα αξιολογήσει την ουσία της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, ήτοι κατά πόσο η απαίτηση των καθ΄ ων η αίτηση είναι ορθή και βάσιμη, αλλά το Δικαστήριο θα επικεντρωθεί στο κύριο ερώτημα που τίθεται και πιο συγκεκριμένα κατά πόσο το ισχυριζόμενο χρέος είναι εύλογα αμφισβητούμενο από την εταιρεία και κατ΄ επέκταση η ιδιότητα των αιτητών της κυρίως αίτησης ως ΄΄πιστωτές΄΄, ως πιο πάνω αναφέρθηκε και υπό το πρίσμα της πιο πάνω αναφερθείσας νομολογίας και αυθεντιών. Θα πρέπει επίσης να τονιστεί ότι το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει στα πλαίσια της παρούσας ενδιαμεσης αίτησης τις θέσεις των αιτητών ότι η εναρκτήρια αίτηση είναι κακόπιστη, εκβιαστική, πιεστική για είσπραξη χρέους, ότι θα έχει καταστρεπτικές συνέπειες στους εργαζομένους, στον κύκλο εργασιών που θα παγοποιηθούν μαζί με τους σχετικούς λογαριασμούς με αποτέλεσμα την στάση πληρωμών, τις δυσμενέστερες συνέπειες που θα υπάρξουν στην εταιρεία και σε άλλα πρόσωπα ή πιστωτές και στους αιτητές στην εναρκτήρια αίτηση από τυχόν εκκαθάριση της εταιρείας και γενικά ότι η εναρκτήρια αίτηση εξυπηρετεί αλλότριους σκοπούς, διότι αυτές οι θέσεις δύνανται να ακουστούν κάλλιστα στα πλαίσια της εναρκτήριας αίτησης. Το Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω αναφερθέν νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση αίτηση και έχοντας εξετάσει με προσοχή τα στοιχεία που τέθηκαν δια μέσου της υπό εξέταση αίτησης και ένστασης, κρίνει ότι η υπό εξέταση αίτηση δεν δύναται να τύχει έγκρισης, διότι το Δικαστήριο δεν έχει πειστεί ότι υπάρχει μια γνήσια, ουσιαστική και καλόπιστη αμφισβήτηση του χρέους σε ουσιαστικό και εύλογο υπόβαθρο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το Δικαστήριο αξιολογεί την θέση αυτήν των αιτητών ως προς την βασιμότητα της, διότι το Δικαστήριο δεν θα επισέλθει στην ουσία της διαφοράς, αλλά προβαίνει σε εκείνη την αναγκαία αξιολόγηση που αρμόζει στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης, με βάση πάντα το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο και την ερμηνεία που δόθηκε στους όρους γνήσια, ουσιαστική και καλόπιστη αμφισβήτηση χρέους. Συγκεκριμένα, ως προς την γραμμή πλεύσης των αιτητών ότι το ποσό είναι γνήσια, ουσιαστικά και καλόπιστα αμφισβητήσιμο, λόγω του ότι οι αιτητές άσκησαν το συμβατικό δικαίωμα τους για επιστροφή εμπορευμάτων με την ανάλογη αδικαιολόγητη άρνηση των καθ΄ ων η αίτηση να τα παραλάβουν με αποτέλεσμα να προκύπτει το ισχυριζόμενο ποσό, δεν ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι αυτή η αναφορά στοιχειοθετεί γνήσια, ουσιαστική και καλόπιστη αμφισβήτηση, διότι αυτή η αναφορά παρέμεινε γενική, ασαφής και αόριστη, χωρίς να υπάρχει μια σαφής εικόνα ως προς την ποσότητα των εμπορευμάτων και την αξία αυτών κάθε φορά, πότε ασκήθηκαν τα σχετικά δικαιώματα επιστροφής και με ποιον τρόπο, ήτοι γραπτώς ή προφορικώς και με ποια φυσικά πρόσωπα ως εμπλεκόμενα. Γενική είναι η αναφορά επίσης των αιτητών περί υπερχρεώσεων, αυθαίρετων υπολογισμών και λανθασμένων χρεώσεων εμπορευμάτων, διότι δεν υπάρχει κάποια σαφής διασύνδεση μεταξύ συγκεκριμένων εμπορευμάτων, ημερομηνιών, αξίας αυτών και που να οδηγεί αθροιστικά και με ασφάλεια για το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι το ισχυριζόμενο ποσό είναι πράγματι γνήσια, ουσιαστικά και καλόπιστα αμφισβητήσιμο. Επιπρόσθετα, ως προς την κατάσταση λογαριασμού που κατατέθηκε στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, δεν διαφαίνεται ότι αυτή η κατάσταση που αποστάληκε από τους αιτητές στους καθ΄ ων η αίτηση (που ως γεγονός ότι αυτή η αποστολή της κατάστασης λογαρισμού δεν έχει αμφισβητηθεί) έχει αποσταλεί με επιφύλαξη των δικαιωμάτων, διότι δεν διαφαίνεται και δεν αναγράφεται κάτι τέτοιο στην εν λόγω κατάσταση που να τεκμηριώνει αυτήν την θέση, όπως π.χ. η αναγραφή της φράσης ΄΄'ανευ βλάβης΄΄ ή ΄΄χωρίς επηρεασμό των δικαιωμάτων΄΄ ή ΄΄με επιφύλαξη των δικαιωμάτων΄΄ ή άλλη παρόμοια και σχετική έκφραση και αναφορά. Όσον αγορά τα όσα λέχθησαν για προσπάθειες εξώδικου συμβιβασμού, σίγουρα δεν είναι θέματα που εξετάζονται τουλάχιστον στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης. Η εν λόγω κατάσταση λογαριασμού, δεν αναγράφει οποιοδήποτε παράπονο ή θέση των αιτητών που έχει προωθηθεί για να στηρίξει την θέση τους ότι το αναγραφόμενο ποσό είναι γνήσια, ουσιαστικά και καλόπιστα αμφισβητίσιμο. Απεναντίας, οι οποιεσδήποτε πληρωμές ποσών και επιστροφές εμπορευμάτων, αυτές αναγράφονται ευκρινώς με τις ανάλογες μειώσεις στο εκάστοτε οφειλόμενο ποσό, με αποτέλεσμα να αθροίζεται λογιστικά το οφειλόμενο ποσό που οι αιτητές στην εναρκτήρια αίτηση απαιτούν και λαμβάνοντας υπ΄ όψη το χρονικό σημείο που αυτή η κατάσταση αποστάληκε, δεν έχει καταδειχθεί μια γνήσια, ουσιαστική και καλόπιστη αμφισβήτηση χρέους, με βάση το πιο πάνω αναφερθέν νομικό πλαίσιο και αναπόφευκτα συμπαρασύρει και την θέση των αιτητών ότι οι καθ΄ ων η αίτηση θα έπρεπε να παρουσιάσουν σχετικά αποδεικτικά έγγραφα που να αποδεικνύουν την ύπαρξη του οφειλόμενου ποσού. Αν και με την πιο πάνω αξιολόγηση ουσιαστικά σφραγίζεται και η τύχη της υπό εξέταση αίτησης, ήτοι η απόρριψη της, εν τούτοις το Δικαστήριο για σκοπούς πληρότητας θα εξετάσει και τους λόγους ένστασης. Ο πρώτος λόγος ένστασης δεν έχει κάποια υπό τις περιστάσεις βαρύτητα, διότι με βάση το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο, υπάρχει η δυνατότητα στα πλαίσια ενδιάμεσης αίτησης όπως της παρούσας, να εξεταστεί εάν υπάρχει γνήσια, ουσιαστική και καλόπιστη αμφισβήτηση χρέους και σίγουρα είναι διαφορετικά τα θέματα που μπορούν να προβληθούν και να εξεταστούν στα πλαίσια της εναρκτήριας αίτησης και αναπόφευκτα με την πιο πάνω αξιολόγηση συμπαρασύρεται και ο δεύτερος και τρίτος λόγος ένστασης. Αναφορικά με τον τέταρτο λόγο ένστασης, αυτός δεν έχει πλέον κάποια βαρύτητα εν΄ όψει της αξιολόγησης που έγινε πιο πάνω αναφορικά με την κατάσταση λογαριασμού ως προς την ύπαρξη γνήσιας, ουσιαστικής και καλόπιστης αμφισβήτησης χρέους και δεν εξετάζεται στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας το κατά πόσο υπήρχε αποδοχή του πιο πάνω ποσού. Ο πέμπτος λόγος ένστασης δεν αποτελεί ουσιαστικά λόγο ένστασης, αλλά τοποθέτηση επί της αιτήσεως με την επανάληψη θέσεων. Ως προς τον έκτο λόγο ένστασης, σίγουρα το πρώτο σκέλος του ευσταθεί, διότι με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη γνήσιας, ουσιαστικής και καλόπιστης αμφισβήτησης χρέους και δεν εξετάζεται στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας το δεύτερο σκέλος της ένστασης, ότι δηλαδή θα διαφανεί κατά την εξέταση και αντεξέταση μαρτύρων. Ως προς τις σχετικές θέσεις που προβάλλονται στους λόγους ένστασης αναφορικά με την πληρότητα των προυποθέσεων για την έκδοση του Διατάγματος εκκαθάρισης, έχει γίνει ειδική αξιολόγηση πιο πάνω για το τι δύναται να προβληθεί και να εξεταστεί στα πλαίσια της εναρκτήριας αίτησης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η ενδιάμεση αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος των αιτητών - καθ΄ ων η αίτηση στην εναρκτήρια αίτηση και υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση - αιτητών στην εναρκτήρια αίτηση, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της εναρκτήριας αίτησης. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.