← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΟΡΕΙΝΩΝ ΘΕΡΕΤΡΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΑΝΔΡΕΑ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ κ.α., Γενική αίτηση/΄Εφεση 819/2011, 7/1/2016

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΟΡΕΙΝΩΝ ΘΕΡΕΤΡΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΑΝΔΡΕΑ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ κ.α., Γενική αίτηση/΄Εφεση 819/2011, 7/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A1 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Μαυρονικόλα, Π.Ε.Δ. Γενική αίτηση/΄Εφεση 819/2011 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΘΕΣΜΟΥΣ ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ ΜΕΤΑΞΥ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΟΡΕΙΝΩΝ ΘΕΡΕΤΡΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ Αιτητών -και-

  1. ΑΝΔΡΕΑ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, από τις Πάνω Πλάτρες
  2. ΚΩΣΤΑΚΗ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, από τις Πάνω Πλάτρες
  3. ΜΑΡΙΑΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, από τις Πάνω Πλάτρες
  4. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, από την Πάφο Καθ' ων η αίτηση. -------------------- Αίτηση ημερ. 17.11.2011 Ημερομηνια: 7.1.2016 Για τους αιτητές: κ. Μιχάλης Λουκά Για τους καθ' ων η αίτηση: κ. Παναγιώτης Κλεοβούλου ΑΠΟΦΑΣΗ Οι αιτητές με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση αιτούνται την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων:
  5. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου που να διατάζει την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης που εξέδωσε ο κ. Δημόκριτος Αριστείδου στις 31.10.2011, δυνάμει της οποίας απέρριψε την απαίτηση των αιτητών.
  6. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου που να αναγνωρίζει ότι οι καθ' ων η αίτηση οφείλουν τα ποσά τα οποία αξιώνονται με την έκθεση απαιτήσεως και να διατάζεται η πληρωμή τους.
  7. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία την οποία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθή, εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις.
  8. Έξοδα και ΦΠΑ. Οι αιτητές επικαλούνται 35 λόγους έφεσης στους οποίους το Δικαστήριο θα αναφερθεί, όπου τούτο θεωρηθεί αναγκαίο και νοουμένου ότι έχουν προωθηθεί κατά την ακρόαση της αίτησης. Η αίτηση βασίζεται επί του άρθρου 52

(2)και
(4)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου Ν.22/85όπως τροποποιήθηκε, επί του άρθρου 20 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, στους περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.48, επί του άρθρου 36 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, επί του άρθρου 30 του Συντάγματος και επί της εγγενούς εξουσίας του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του Νίκου Νικολάου, ημερ. 17.11.2011, γραμματέα/διευθυντής των αιτητών/εφεσιόντων, ο οποίος είναι εξουσιοδοτημένος από την επιτροπεία των αιτητών να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Αναφέρει ότι γνωρίζει προσωπικά πολύ καλά τα γεγονότα της παρούσης υπόθεσης και όσα δεν γνωρίζει τα έχει πληροφορηθεί από έγγραφα, συμβόλαια, αποδείξεις και η υιοθέτηση νομικών ισχυρισμών βασίζεται σε νομική συμβουλή την οποία έχει λάβει από τον δικηγόρο που ενεργεί για λογαριασμό της συνεργατικής. Είναι η θέση του πως η παρούσα έφεση προσβάλλει ολόκληρη την απόφαση του διαιτητή κ. Δημόκριτου Αριστείδου, ημερ. 31.10.2011, την οποία και επισυνάπτει ως Τεκμ.Α. Υιοθετά τους λόγους έφεσης τους οποίους του εξήγησε ο δικηγόρος της συνεργατικής και την αιτούμενη θεραπεία. Επισυνάπτει τα ακόλουθα τεκμήρια: (α) Πρακτικά τα οποία ετοιμάστηκαν από το διαιτητή, Τεκμήριο Β. (β) Έκθεση απαιτήσεως Τεκμήριο Γ. (γ) Έκθεση υπεράσπισης Τεκμήριο Δ. (δ) Απάντηση στην υπεράσπιση, Τεκμήριο Ε. (ε) Αγόρευση δικηγόρου αιτητών/εφεσιόντων Τεκμήριο Στ. (στ) Αγόρευση δικηγόρου καθ' ων η αίτηση Τεκμήριο Ζ. (ζ) Αντίγραφο γραπτής δήλωσης του Νίκου Νικολάου, ΜΑ1, Τεκμήριο Η. (η) Αντίγραφο γραπτής δήλωσης του Ανδρέα Γεωργίου ΜΑ2, Τεκμήριο Θ. (θ) Αντίγραφο γραπτής δήλωσης του Νεόφυτου Αχιλλέως, ΜΑ3, Τεκμήριο 1. (ι) Αντίγραφο γραπτής δήλωσης του Ανδρέα Στυλιανού, ΜΥ2, Τεκμήριο 1Α. (ια) Κατάσταση που ετοιμάστηκε από εμένα και κατατέθηκε ενώπιον του διαιτητή και που αποδεικνύει τα χρέη. Τεκμήριο ΙΒ. (ιβ) Αντίγραφο έκθεσης και οικονομικές καταστάσεις της Συνεργατικής Τεκμήριο ΙΓ. Οι καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης τους, όπου επικαλούνται δύο προδικαστικούς λόγους ένστασης και έντεκα ουσιαστικούς λόγους ένστασης όπως τους περιγράφουν, στους οποίους το Δικαστήριο θα αναφερθεί, όπου θεωρεί αναγκαίο και αφού έχουν προωθηθεί κατά την ακρόαση της αιτήσεως. Η ουσιαστική νομική βάση της ένστασης είναι η ίδια της αίτησης και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση 1, ο οποίος δηλώνει πως είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος και από τους υπόλοιπους καθ' ων η αίτηση να προβεί στην παρούσα. Αναφέρει ότι έλαβε γνώση της έφεσης ημερ. 9.1.2012 υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο και ενίσταται. Δηλώνει πως πρόκειται καθαρά περί νομικής επιχειρηματολογίας, όπως και η ένσταση τους και δηλώνει ότι συμφωνεί πλήρως με όλους τους λόγους ένστασης. Ως εκ τούτου αιτείται την απόρριψη της έφεσης για τους λόγους που αναφέρονται στην ένσταση, με έξοδα σε βάρος των εφεσειόντων αιτητών. Οι εφεσείοντες-αιτητές κάλεσαν δύο μάρτυρες. Ως Μ.Α.1 κατέθεσε ο Κυριάκος Παπαχαραλάμπους, ο οποίος σύμφωνα με τη γραπτή δήλωση του Τεκμ.1, είναι πρώτος συνεργατικός λειτουργός στην υπηρεσία εποπτείας συνεργατικών εταιρειών (στη συνέχεια ο «Έφορος»). Είναι προϊστάμενος των Επαρχιακών Γραφείων Λεμεσού και Πάφου στον τομέα διοίκησης, συντονισμού, υποστήριξης και ανάπτυξης των συνεργατικών εταιρειών και γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, τόσο από προσωπική του γνώση όσο και από έγγραφα που περιήλθαν στην κατοχή και τον έλεγχο του. Αναφέρει ότι περί τις 30.12.2005 η τότε Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πάνω Πλατρών, η οποία στη συνέχεια διαλύθηκε και συγχωνεύθηκε με τους αιτητές, ζήτησε από τον έφορο την παραπομπή της μεταξύ αυτής και των καθ' ων η αίτηση διαφοράς σε διαιτησία, λόγω ελλειμμάτων και παράτυπων δανείων που είχαν παραχωρηθεί από τον τότε γραμματέα καθ' ου η αίτηση 1 και τα οποία είχαν παρουσιαστεί και ανακαλυφθεί κατά την αναχώρηση του από τη θέση του γραμματέα της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πάνω Πλατρών. Ο έφορος δυνάμει των εξουσιών που του παρέχει ο περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος και οι περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμοί, διόρισε διαιτητή για εκδίκαση της διαφοράς τον δικηγόρο κ. Δημόκριτο Αριστείδου. Κατέθεσε ως Τεκμ.2 την επιστολή του εφόρου ημερ. 17.7.2006 προς τον κ. Δημόκριτο Αριστείδου (στη συνέχεια ο «Διαιτητής»), με την οποία τον διορίζει διαιτητή για επίλυση της διαφοράς μεταξύ των μερών. Ο έφορος δυνάμει του άρθρου 79
(1)των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών, καθορίζει προς το διαιτητή το χρόνο εντός του οποίου ο διαιτητής θα πρέπει να εκδώσει την απόφαση του. Όπως φαίνεται από το Τεκμ. 2, ο έφορος καθόρισε ως χρονικό περιθώριο για εκδίκαση της διαιτησίας και έκδοση της απόφασης του διαιτητή τους έξι μήνες. Ο διαιτητής αποδέχτηκε τον διορισμό του με επιστολή του ημερ. 27.9.2006 (Τεκμ. 3). Είναι η θέση του ότι από το φάκελο της υπόθεσης φαίνεται ότι η υπό αναφορά διαιτησία δεν ολοκληρώθηκε εντός της εξάμηνης προθεσμίας που είχε καθορίσει ο έφορος στον διαιτητή αλλά κράτησε για αρκετά χρόνια μέχρι την τελική απόφαση του, ήτοι από το 2006 μέχρι το 2011, οπότε και εκδόθηκε η απόφαση. Όπως φαίνεται από το φάκελο της διαιτησίας ο διαιτητής δεν ολοκλήρωσε την εκδίκαση της διαιτησίας μέσα στην προθεσμία των έξι μηνών που δόθηκε από τον έφορο με την επιστολή του διορισμού του. Περαιτέρω από τα πρακτικά της διαιτησίας φαίνεται ότι ο διαιτητής συνέχισε την εκδίκαση της υπόθεσης και μετά τη λήξη του διορισμού του, εκδίδοντας και ενδιάμεσες αποφάσεις χωρίς να ζητήσει ανανέωση του. Ζήτησε για πρώτη φορά ανανέωση ή παράταση του διορισμού του το 2011 με επιστολή του ημερ. 7.10.2011 (Τεκμ.4). Ο έφορος με επιστολή του ημερ. 18.10.2011 προς τον διαιτητή παραχώρησε παράταση του χρόνου ολοκλήρωσης της υπόθεσης μέχρι τις 30.11.2011 (Τεκμ.5). Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο έφορος αναμένει να ενημερωθεί αν ο διαιτητής επιθυμεί παράταση. Παράταση δόθηκε με το Τεκμ.5, μέχρι 30.11.2011 και η απόφαση εξεδόθη ένα μήνα προηγουμένως. Ως Μ.Α.2 κατέθεσε ο Νίκος Νικολάου, ο οποίος σύμφωνα με γραπτή δήλωση του, Τεκμ.10, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση χρόνο βρισκόταν στην υπηρεσία των αιτητών και ασκούσε τα καθήκοντα του γραμματέα και γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, έχει διαβάσει την παρούσα αίτηση-έφεση και υιοθετεί τους λόγους που εγείρει ο δικηγόρος των αιτητών. Είναι η θέση του ότι ο διαιτητής ουδέποτε και σε κανένα στάδιο της διαιτησίας δεν ανέφερε στους διάδικους ότι δεν είχε ανανεώσει το διορισμό του ούτως ώστε να τηρούνται οι πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας και των σχετικών θεσμών. Η διαφορά η οποία παραπέμφθηκε σε διαιτησία αφορούσε ελλείμματα τα οποία προέκυψαν κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του καθ' ου η αίτηση 1, ως γραμματέα στην τότε ΣΠΕ Πλατρών, καθώς επίσης και για δάνεια που παραχώρησε χωρίς την έγκριση της επιτροπείας και κατά παράβαση των καθηκόντων του. Αναφέρει ότι ήταν ο πρώτος μάρτυρας των αιτητών κατά τη διάρκεια της διαιτησίας, κατά την οποία παρουσίασε ενώπιον του διαιτητή όλα τα στοιχεία που είχε στην κατοχή του και τα οποία αφορούσαν την ενώπιον του διαιτητή υπόθεση. Ειδικότερα παρουσίασε και κατέθεσε ενώπιον του διαιτητή την κατάσταση που είχε ετοιμάσει και στην οποία φαινόταν το έλλειμμα των Λ.Κ.56.992,75 σέντ, ισάξιο σε ευρώ 97.377,89, το οποίο είχε προκύψει στο λογαριασμό της ΣΠΕ Π. Πλατρών κατά το διάστημα στο οποίο ο καθ' ου η αίτηση 1 ήταν γραμματέας της. Η εν λόγω κατάσταση είναι κατατεθειμένη στο Δικαστήριο ως Τεκμ.1Β και είχε κατατεθεί ενώπιον του διαιτητή ως Τεκμ.
  1. Η ετοιμασία της πιο πάνω κατάστασης ήταν αναγκαία για τη διακρίβωση του ελλείμματος διότι ο καθ' ου η αίτηση 1 δεν τηρούσε τα κατάλληλα βιβλία. Για την ετοιμασία της πιο πάνω κατάστασης βασίστηκε στις αποδείξεις πληρωμών και εισπράξεων που είχαν εκδοθεί από τον καθ' ου η αίτηση 1 κατά το διάστημα που ήταν γραμματέας της ΣΠΕ Πάνω Πλατρών και το ποσό των 97.377,89 σέντ αποτελεί τη συνολική διαφορά των εισπράξεων και πληρωμών για τα έτη 2003 και
  2. Υποστηρίζει ότι επεξήγησε στο διαιτητή ότι το κάθε στοιχείο που ήταν καταχωρημένο στην κατάσταση λογαριασμού που ετοίμασε, βασιζόταν στις αποδείξεις πληρωμών και εισπράξεων και το αποτέλεσμα αποδείκνυε με απόλυτα σαφή και ξεκάθαρο τρόπο το έλλειμμα που προέκυψε από τη συμπεριφορά του καθ' ου η αίτηση. Κατά τον ουσιώδη χρόνο οι αποδείξεις βρίσκονταν στα χέρια της αστυνομίας. Είναι η θέση του ότι τα εν λόγω ελλείμματα οφείλονται στην πλημμελή και αμελή άσκηση των καθηκόντων του καθ' ου η αίτηση 1 και επιβεβαιώθηκαν από τις εκθέσεις της ελεγκτικής υπηρεσίας συνεργατικών εταιρειών. Η έκθεση των ελεγκτών είναι κατατεθειμένη στο Δικαστήριο ως Τεκμ. 1Γ και είχε κατατεθεί ενώπιον του διαιτητή ως Τεκμ.
  3. Η ελεγκτική υπηρεσία επιβεβαίωσε την ορθότητα των υπολογισμών των ελλειμμάτων. Περαιτέρω αναφέρει ότι είχε καταθέσει ενώπιον του διαιτητή ως Τεκμ.7 τη δήλωση μετρητών ημερ. 3.5.2004 την οποία είχε υπογράψει ο καθ' ου η αίτηση 1, κατά την παραίτηση του από τη θέση του γραμματέα, όπως επίσης κατέθεσε ενώπιον του διαιτητή ως Τεκμ. 8, τα πρακτικά παράδοσης των περιουσιακών στοιχείων της ΣΠΕ Πάνω Πλατρών από τον καθ' ου η αίτηση προς τον ίδιο, στα οποία περιλαμβάνονται και όλες οι αποδείξεις και τα σχετικά έγγραφα στα οποία είχε στηρίξει την έρευνα του για εντοπισμό του ελλείμματος. Στο Δικαστήριο κατέθεσε τη δήλωση μετρητών ημερ. 3.5.2004 και τα πρακτικά παράδοσης των περιουσιακών στοιχείων της ΣΠΕ Πάνω Πλατρών, τα οποία σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 6 και 7 αντίστοιχα. Είναι η θέση του ότι επεξήγησε πλήρως και με σαφήνεια κατά την αντεξέταση του τα μέσα ελέγχου των αποδείξεων και της μεθοδολογίας που ακολουθείται αναφορικά με τον τρόπο συμπλήρωσης του βιβλίου εισπράξεων και πληρωμών. Την κατάσταση λογαριασμού που ετοίμασε μετά την παραίτηση του καθ' ου η αίτηση 1 από τη θέση του, την κατέθεσε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού κατά την ακρόαση της ποινικής υπόθεσης που είχε καταχωρηθεί εναντίον του καθ' ου η αίτηση για τα ελλείμματα για τα οποία αφορά η διαιτησία. Ο μάρτυρας αναφέρεται επίσης στην κατάθεση ενώπιον του διαιτητή του Ανδρέα Γεωργίου, προέδρου της επιτροπής κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο οποίος κατέθεσε μεταξύ άλλων ενώπιον του διαιτητή ως Τεκμ.11 και 12 τα πρακτικά των συνεδριάσεων της επιτροπής της ΣΠΕ Πάνω Πλατρών, ημερ. 28.4.2004 και 29.4.2004, τα οποία είναι υπογεγραμμένα από τον καθ' ου η αίτηση 1 και στα οποία φαίνεται ότι ο καθ' ου η αίτηση 1 καμία ένσταση δεν έφερε αναφορικά με τα ελλείμματα και τις παράτυπες παραχωρήσεις δανείων και πιστωτικών διευκολύνσεων. Τα πρακτικά ημερ. 28.4.2004 και ημερ. 29.4.2004 κατατέθησαν ως Τεκμ.8 και 9 αντίστοιχα. Είναι η θέση του πως το αναφερόμενο έλλειμμα, ο τρόπος και η μέθοδος με την οποία κατέληξε σε αυτό, επιβεβαιώθηκαν και από τον Νεόφυτο Παπαχιλλέως της ελεγκτικής υπηρεσίας συνεργατικών εταιρειών, ο οποίος κατέθεσε ενώπιον του διαιτητή ως 3ος μάρτυρας. Υποστηρίζει επίσης πως ο καθ' ου η αίτηση με τις πράξεις και παραλείψεις του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του προκάλεσε ζημιά στη συνεργατική εταιρεία παραχωρώντας δάνεια χωρίς την έγκριση της επιτροπείας και χωρίς τις απαιτούμενες εξασφαλίσεις. Πλήρη στοιχεία των λογαριασμών που αναφέρονται στην απαίτηση που υποβλήθηκε ενώπιον του διαιτητή για την απόδειξη των οφειλομένων ποσών, ετοίμασε και παρέδωσε ως τεκμήρια στο διαιτητή. Όπως εξήγησε στο διαιτητή, αλλά αγνόησε, ο λόγος που άλλαξαν οι αριθμοί λογαριασμών όλων των πελατών ήταν εξαιτίας της συγχώνευσης της ΣΠΕ Πλατρών με την ΣΠΕ Ορεινών Θερέτρων Λεμεσού, χωρίς όμως να διαφοροποιηθούν τα στοιχεία του κάθε λογαριασμού. Είναι η θέση του πως ο διαιτητής είχε ενώπιον του όλα τα στοιχεία με βάση τα οποία μπορούσε ξεκάθαρα να αποφασίσει ότι οι αιτητές απέδειξαν την οφειλή του καθ' ου η αίτηση 1 και των άλλων ως εγγυητών και να εκδώσει απόφαση εναντίον τους. Όπως τον συμβουλεύει ο δικηγόρος του η απόφαση του διαιτητή είναι αποτέλεσμα κακού χειρισμού και προσέγγισης της υπόθεσης και θα πρέπει να ακυρωθεί με έξοδα εις βάρος των καθ' ων η αίτηση. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας δεν συμφώνησε πως ο διαιτητής ενήργησε νομίμως. Υπέδειξε πως δεν τους ανέφερε ότι είχε λήξει ο διορισμός του, ο οποίος σύμφωνα με τη νομοθεσία γίνεται για έξι μήνες. Σε υποβολή ότι τα ελλείμματα ουδέποτε διαπιστώθηκαν, επειδή δεν παρουσιάστηκε πρωτογενές υλικό για τεκμηρίωση τους, ο μάρτυρας δεν συμφώνησε, λέγοντας, περαιτέρω, ότι το πρωτογενές υλικό ήταν κατατεθειμένο στο ποινικό δικαστήριο και στα χέρια της αστυνομίας. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι το ίδιο υλικό που τέθηκε ενώπιον του διαιτητή έχει τεθεί και ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι καταστάσεις πληρωμών είναι το Τεκμ.1Β, τις οποίες ετοίμασε ο ίδιος. Σε υποβολή ότι καμιά απόδειξη δεν παρουσίασε στον διαιτητή, απάντησε ότι αρκετά από τα τεκμήρια τα κρατούσε η αστυνομία. Επίσης δεν συμφώνησε ότι το έλλειμμα δεν είχε αποδειχθεί. Τέλος σε υποβολή ότι δεν υπήρχε εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση παραδοχή, απάντησε ότι βάσει των πρακτικών Τεκμ.8 και 9, φαίνεται πως δεν έφερε ένσταση ως προς τα ελλείμματα και τις παράτυπες παραχωρήσεις δανείων και πιστωτικών διευκολύνσεων. Εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση κατέθεσε ως Μ.Υ.1 ο κ. Δημόκριτος Αριστείδου, διαιτητής στην υπόθεση τον οποίο διόρισε ο έφορος σύμφωνα με το Τεκμ.
  4. Σύμφωνα με τον διορισμό του, η απόφαση όφειλε να εκδοθεί σε έξι μήνες. Εκδόθηκε στις 31.11.
  5. Θεωρούσε ότι ενεργούσε νόμιμα κατά την έκδοση της. Κατά τη διάρκεια της δίκης η υπόθεση αναβλήθηκε με τη πρωτοβουλία και των δύο διαδίκων και απεφάσισε επί νομικών θεμάτων, αφού κανένα από τα μέρη δεν έφερε ένσταση και σε μία από τις ενδιάμεσες αποφάσεις του ήταν η θέση των αιτητών ότι ο διορισμός του ήταν καθ' όλα νομότυπος να ενεργεί ως διαιτητής, ενώ η θέση του κ. Κλεοβούλου ήταν ότι ο διορισμός του ήταν παράτυπος. Η απόφαση του επί τούτου εξεδόθη απ' ότι θυμάται το 2ο εξάμηνο του
  6. Ο μάρτυρας υποδεικνύει το Τεκμ.5 με το οποίο του παραχωρήθηκε παράταση χρόνου μέχρι τις 30.11.2011 για να εκδώσει την απόφαση του. Αντεξεταζόμενος επανέλαβε ότι κατά τη διάρκεια της διαιτησίας οι αιτητές δεν έθεσαν θέμα παράτυπου διορισμού του. Σε υποβολή ότι παραπλάνησε τους διαδίκους και προχώρησε σε παράτυπη διαδικασία, απάντησε πως αυτή είναι ύβρις και πως ήταν ενήμεροι και ενέκριναν τη διαδικασία. Σε υποβολή ότι όλες οι ενδιάμεσες αποφάσεις και διατάγματα που εξέδωσε κατά την εκδίκαση της διαιτησίας ήταν παράτυπες, ο μάρτυρας διαφώνησε λέγοντας ότι ενήργησε βάση των κρατούντων και νόμιμα εξέδωσε την απόφαση του. Για την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης οι αιτητές επικαλούνται το άρθρο 20
(2)του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.
  1. Χωρίζουν τη γραπτή αγόρευση τους σε τρεις ενότητες. Στην 1η ενότητα, η οποία καλύπτει τους λόγους αίτησης - 5.1, 5.2 και 5.
  2. Εισηγούνται ότι ο διαιτητής εκδίκασε και εξέδωσε απόφαση ενώ ο διορισμός του από τον Έφορο Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών είχε λήξει και δεν ανανεώθηκε και αυτός συνέχισε την εκδίκαση της διαφοράς χωρίς την έγκριση του εφόρου και χωρίς να αποκαλύψει στους διαδίκους και στους δικηγόρους τους το νομικό αυτό κώλυμα, με αποτέλεσμα η απόφαση να εκδοθεί από πρόσωπο το οποίο δεν ήταν νομιμοποιημένο ή έπαυσε να είναι, να δικάσει τη διαφορά. Είναι η θέση τους πως η διαιτητική απόφαση πρέπει να ακυρωθεί αφού ο διαιτητής εκδίκαζε για μια περίοδο τεσσάρων χρόνων χωρίς να έχει την απαιτούμενη νομιμοποίηση από τον έφορο. Αναλυτικότερα, η θέση των αιτητών είναι ότι μετά την πάροδο της προθεσμίας των έξι μηνών και χωρίς την παράταση της από τον έφορο δεν ήταν νόμιμα συγκροτημένο το διαιτητικό δικαστήριο και όλες οι αποφάσεις του είναι άκυρες. Ο διαιτητής διορίστηκε από τον έφορο με βάση της εξουσίες που του παρέχει το άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, όπως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο της παραπομπής σε διαιτησία και το άρθρο 79 των θεσμών. Για τον διορισμό του ο έφορος απέστειλε στον προτιθέμενο διαιτητή επιστολή ημερομηνίας 17.7.2006 (Τεκμ.2) και οι όροι διορισμού του έγιναν αποδεκτοί από τον διαιτητή με επιστολή του ημερ. 27.9.2006 (Τεκμ.3). Ο διαιτητής παρά το γεγονός ότι παρήλθαν οι έξι μήνες από την ημερομηνία του διορισμού του κατά παράβαση των όρων εντολής του, της νομοθεσίας και των θεσμών, συνέχισε την εκδίκαση της υπόθεσης χωρίς να ενημερώσει τους διαδίκους και τους δικηγόρους τους αλλά ούτε και τον έφορο για τη λήξη του διορισμού του και χωρίς να ζητήσει την ανανέωση του διορισμού του συνέχισε και ολοκλήρωσε τη διαιτητική διαδικασία. Για πρώτη φορά ζήτησε από τον έφορο παράταση του χρόνου έκδοσης της απόφασης του με επιστολή του ημερ. 7.10.2011 (Τεκμ.4) και ο έφορος με επιστολή του ημερ. 18.10.2011 (Τεκμ.5) παραχώρησε παράταση στο διαιτητή για έκδοση της απόφασης του μέχρι τις 30.11.
  3. Σύμφωνα με το μάρτυρα κ. Παπαχαραλάμπους ο έφορος δεν είχε ενημερωθεί για την πορεία της υπόθεσης. Περαιτέρω, ο διαιτητής απέκρυψε από τον έφορο το ουσιαστικό γεγονός ότι για περίοδο τεσσάρων χρόνων εκδίκαζε τη διαιτησία ενώ είχε λήξει ο διορισμός του και χωρίς την έγκριση του εφόρου. Είναι η θέση των αιτητών ότι ο διαιτητής για χρονικό διάστημα σχεδόν τεσσάρων χρόνων ήτοι από τις 17.1.2007, οπότε και εξέπνευσε η προθεσμία των έξι μηνών για έκδοση της απόφασης του, μέχρι και τις 18.10.2011 που παραχωρήθηκε σε αυτόν παράταση του χρόνου έκδοσης της διαιτητικής απόφασης, ενεργούσε χωρίς την ανάλογη εξουσία και δικαιοδοσία, με αποτέλεσμα όλες οι πράξεις, ενέργειες και αποφάσεις του που τελέστηκαν ή λήφθηκαν κατά το διάστημα εκδίκασης της υπόθεσης, χωρίς την απαιτούμενη από τον διαιτητή εξουσία, να είναι άκυρες και ανυπόστατες και κατά συνέπεια άκυρη και η διαιτητική απόφαση που εξέδωσε. Κατά το πιο πάνω διάστημα στις 16.9.2008 ο διαιτητής ενώ είχε λήξει η προθεσμία του διορισμού του εξέτασε αίτημα τροποποίησης έκθεσης υπεράσπισης των καθ' ων η αίτηση, όπως επίσης εξέτασε και ένσταση των αιτητών ότι δεν είχε αρμοδιότητα να εκδικάσει τη διαφορά επειδή αφορούσε ποινικό αδίκημα και συνεπώς έπρεπε να δικαζόταν από Επαρχιακό Δικαστήριο χωρίς να τους αποκαλύψει ότι δεν εξασφάλισε ανανέωση του διορισμού του και καθ' υπέρβαση και χωρίς δικαιοδοσία προχώρησε στην εκδίκαση της αίτησης τροποποίησης και έκδωσε ενδιάμεση απόφαση με την οποία επέτρεψε την τροποποίηση. Συνεπώς η ενδιάμεση απόφαση του είναι άκυρη και συμπαρασύρει σε ακυρότητα και την τελική του απόφαση. Είναι περαιτέρω η θέση των αιτητών πως ο διαιτητής κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία του αναγνώρισε ότι μετά τη λήξη των έξι μηνών από την ημερομηνία του διορισμού του δεν είχε ζητήσει παράταση του διορισμού του και κατά το χρονικό αυτό διάστημα λαμβάνετο μαρτυρία και εκδίδοντο ενδιάμεσες αποφάσεις, θεωρώντας τον εαυτό του ότι ενεργούσε νόμιμα, εφόσον κανένας δεν έφερε ένσταση, επιβεβαιώνει ότι δεν θεώρησε αναγκαίο να ζητήσει, όπως και δεν ζήτησε, ανανέωση του διορισμού του εφόσον δεν υπήρξε ένσταση εκ μέρους των διαδίκων. Η παράλειψη όμως του διαιτητή χωρίς να διασφαλίσει την παράταση της προθεσμίας που του έθεσε ο έφορος, δεν τον νομιμοποιούσε να συνεχίσει τη δίκη. Η παραδοχή του διαιτητή ότι δεν ζήτησε ανανέωση ή παράταση του διορισμού του καθιστά την απόφαση του άκυρη. Είναι επίσης η θέση των αιτητών πως ο διαιτητής ασκεί οιονεί δικαστικό έργο, συνεπώς πρέπει πρώτιστα να εξετάσει αν έχει δικαιοδοσία να δικάσει τη διαφορά και να μεριμνήσει ώστε να τη διατηρήσει μέχρι την έκδοση της τελικής του απόφασης. Στην παρούσα υπόθεση, με βάση το διορισμό του ο διαιτητής ανέλαβε δικαιοδοσία, νόμιμα να εκδικάσει τη διαφορά. Είχε όμως υποχρέωση να διασφαλίσει ότι η δικαιοδοσία που ανέλαβε θα συνέχιζε και μετά τη λήξη της προθεσμίας των έξι μηνών. Είναι ξεκάθαρο όμως ότι δεν ενήργησε στα πλαίσια των όρων εντολής του, όπως αυτά καθορίστηκαν από τον έφορο κατά το χρόνο διορισμού του. Μετά την πάροδο των έξι μηνών ο διαιτητής δεν είχε την εξουσία να αποφασίζει και οποιαδήποτε μετέπειτα απόφαση του είναι άκυρη. Το λάθος του διαιτητή να μην ζητήσει ανανέωση του διορισμού του, δεν μπορεί να θεραπευτεί από το δικαστήριο και επομένως η απόφαση του πρέπει να ακυρωθεί. Επίσης είναι η θέση των αιτητών πως ούτε η συμφωνία των διαδίκων προσδίδει δικαιοδοσία ή εξουσία στο διαιτητή. Περαιτέρω είναι η θέση των αιτητών πως υπήρξε καθυστέρηση στην έκδοση της απόφασης, που αποτελεί λόγο ακύρωσης της απόφασης. Στη 2η ενότητα γίνεται εισήγηση για λανθασμένη απόρριψη ή αποδοχή μαρτυρίας, με αποτέλεσμα ο διαιτητής να καταλήξει στο λανθασμένο συμπέρασμα ότι δεν αποδείχθηκε το έλλειμμα. Είναι η θέση των αιτητών πως η παράλειψη αυτή συνιστά λανθασμένο χειρισμό της υπόθεσης και ανάρμοστη συμπεριφορά που τον οδηγεί σε ακύρωση του πορίσματος του. Ο διαιτητής κατά την εισήγηση λανθασμένα και κατά παρέκκλιση της νομολογίας απέρριψε τη μαρτυρία των αιτητών, εφόσον οι καθ' ων η αίτηση αμφισβητούσαν την κατάσταση του λογαριασμού που παρουσίασαν οι αιτητές και γενικά τη μαρτυρία τους τότε έφεραν το ανάλογο βάρος να αποδείξουν το λάθος, την ανακρίβεια και την μη οφειλή. Τέλος κατά την 3η εισήγηση των αιτητών ο διαιτητής με τη στάση και τη συμπεριφορά του προέβηκε σε σχόλια που δεν περιλαμβάνονταν στους όρους εντολής του. Με τη γραπτή αγόρευση τους οι καθ' ων η αίτηση εισηγούνται πως η απόφαση του διαιτητή είναι πλήρης, εμπεριστατωμένη, αιτιολογημένη και ορθότατη. Οι λόγοι έφεσης αφορούν ισχυριζόμενη κακή συμπεριφορά του διαιτητή, παράτυπη διαδικασία και αδικαιολόγητη καθυστέρηση, οι οποίοι ισχυρισμοί ουδέποτε ετέθησαν στον διαιτητή. Οι αιτητές υποστηρίζουν ότι δεν ευσταθεί ο λόγος έφεσης ότι η διαδικασία της διαιτησίας δεν ολοκληρώθηκε εντός των χρονικών πλαισίων των έξι μηνών από το διορισμό του. Δηλώνουν όμως ότι είναι παραδεκτό γεγονός ότι υπήρξε κανονικός διορισμός του διαιτητή (Τεκμ.2) και αποδοχή του (Τεκμ.3). Είναι η θέση τους ότι οι αιτητές ουδέποτε ήγειραν θέμα μη νομιμοποιήσεως του διαιτητή και πως για πρώτη φορά ηγέρθη τούτο με την αίτηση έφεσης τους αφού απερρίφθη η αξίωση τους. Η εν λόγω θέση των αιτητών εγείρεται προσχηματικά και κατά συνέπεια καταχρηστικά. Συμφωνούν οι καθ' ων η αίτηση πως υπήρξε καθυστέρηση στη διεκπεραίωση της διαδικασίας την οποία αποδίδουν όμως στις επανειλημμένες αναβολές τις οποίες οι αιτητές ζήτησαν. Τέλος είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι το παρόν δικαστήριο ως εφετείο δεν μπορεί να παρέμβει στα ευρήματα και στα θέματα αξιολόγησης του διαιτητή ο οποίος ενήργησε ως πρωτόδικο δικαστήριο. Περαιτέρω το παρόν δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του οιονδήποτε μαρτυρικό υλικό για να προβεί σε δική του αξιολόγηση και σε δικά του ευρήματα. Η παρούσα υπόθεση αφορά την αίτηση/έφεση που καταχώρισαν οι αιτητές δυνάμει του άρθρου 52
(4)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 κατά της διαιτητικής απόφασης (Τεκμ.Α) ημερ. 31.10.2011. Σύμφωνα με το άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου όπως τροποποιήθηκε, όταν προκύψει διαφορά μεταξύ της εταιρείας και μέλους ή πρώην μέλους, οφειλετών ή των εγγυητών τους, της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής ή οιουδήποτε αξιωματούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας αναφορικά με εργασίες συνεργατικής εταιρείας, εφαρμόζεται ο περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος του 1985 (Ν.22/85)ως έχει τροποποιηθεί και ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο διορισμού του διαιτητή. Παραθέτω το μέρος του εδαφίου
(1),
(2)και
(4)του άρθρου 52, ως ίσχυε, που μας ενδιαφέρει: «52.-
(1)Οσάκις εγείρεται οιαδήποτε διαφορά αφορώσα τας εργασίας εγγεγραμμένης εταιρείας - ...................................................................................................................... η τοιαύτη διαφορά θα παραπέμπηται υφ' οιουδήποτε εξ αυτών εις τον Έφορον: .......................................................................................................................
(2)Ο Έφορος δύναται, επί τη λήψει της δυνάμει του εδαφίου
(1)παραπομπής: (α) να επιχειρήση συνδιαλλαγήν της διαφοράς ή (β) να παραπέμπη την διαφοράν προς επίλυσιν εις διαιτησίαν ήτις διεξάγεται συμφώνως προς τας διατάξεις της εκάστοτε ισχυούσης νομοθεσίας περί διαιτησίας. ........................................................................................................................
(4)Οιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτόν του ηδικημένον από την απόφασιν οιουδήποτε διαιτητού ή διαιτητών δύναται να υποβάλη έφεσιν εις το Δικαστήριον εντός είκοσι και μιάς ημερών από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της αποφάσεως. Το άρθρο 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών προνοεί σχετικά με το διορισμό διαιτητή από τον έφορο τα εξής: «79
(1)Εάν ο Έφορος παραπέμψη οιανδήποτε διαφοράν εις διαιτησίαν θα ορίζη το όνομα, μέρος διαμονής και επάγγελμα του διαιτητού η διαιτητών και των προθεσμίαν εντός της οποίας η διαιτητών και την προθεσμίαν εντός της οποίας η διαιτητική απόφασις θα υποβάλλεται υπό του διαιτητού ή των διαιτητών προς τον Έφορον. Νοείται ότι ο Έφορος δύναται να παρατείνη το χρονικόν διάστημα εντός του οποίου θα εκδίδεται η τοιαύτη διαιτητική απόφασης. Για την ακύρωση διαιτητικής απόφασης το άρθρο 20
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, προνοεί τα εξής: «20
(2)Όταν ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση ή όταν η διαιτησία διεξάχθηκε παράτυπα η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα, το Δικαστήριο δύναται να ακυρώσει τη διαιτητική απόφαση.» Στην υπόθεση Κλεοβούλου ν. Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Επαγγελματικού Κλάδου Επιχειρηματιών Κύπρου (ΣΤΕΚΕΚ) Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A507, Π.Ε. 304/2010, ημερ. 10.7.2015, το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε τα εξής σχετικά: «Η παραπομπή διαφοράς σε διαιτησία και η όλη φιλοσοφία του μηχανισμού επίλυσης διαφορών στα πλαίσια διαδικασίας διαιτητικής μορφής, συνίσταται ακριβώς στην ανάγκη για ταχεία και τελεσίδικη επίλυση της διαφοράς. Τα Δικαστήρια είναι κατά κανόνα απρόθυμα να επεμβαίνουν στις διαιτητικές διαδικασίες, εκτός όπου νομοθετικά παρέχεται ειδικά τέτοια δυνατότητα. Οι αποφάσεις των διαιτητών ανατρέπονται δικαστικά στις περιπτώσεις όπου ο διαιτητής υπερέβη τη δικαιοδοσία του ή ενήργησε κατά τρόπο εμφανώς ενάντια στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. Όπως εντοπίζεται στην απόφαση Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd
(2010)1 AAΔ 687, ο διαιτητής βαρύνεται με την υποχρέωση να ενεργήσει στα πλαίσια των όρων εντολής του και το ζητούμενο είναι η συμμόρφωσή του με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης σε όλη την πορεία της οιονεί δικαστικής αποστολής του. Πέραν της υποχρέωσης αυτής ο διαιτητής είναι δεσμευμένος να συμμορφώνεται και με τις βασικές αρχές του δικαίου. Άλλωστε η διαιτησία διεξάγεται πάντοτε σύμφωνα με τις καθιερωμένες νομικές αρχές και ο κάθε διαιτητής είναι υποχρεωμένος να τηρεί τους δικονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στις δικαστικές διαδικασίες, προκειμένου να εξασφαλίζεται η ισονομία, βασική αρχή του δικαίου. Η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή συνιστά λόγο ακύρωσης του τελικού πορίσματός του και η κατάλληλη θεραπεία εξαρτάται από τη φύση της πλημμέλειας και τις περιστάσεις της υπόθεσης (Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 2, παράγραφοι 670, 692, 693).» Περαιτέρω στην ίδια πιο πάνω απόφαση με αναφορά στην Κούλλουρου ν. Σ.Π.Ε. Αθηαίνου
(2005)1 Α.Α.Δ.987, κρίθηκε ορθή η απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι η εφεσείουσα δεν μπορούσε να θέσει ενώπιον του θέσεις τις οποίες δεν είχε προωθήσει ενώπιον του διαιτητή. Λέχθηκε περαιτέρω πως ούτε το πρωτόδικο δικαστήριο ούτε το εφετείο θα μπορούσαν να κρίνουν εξ' υπαρχής θέματα, εκτός εάν από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του διαιτητή δεν δικαιολογείτο η απόφαση του. Όσον αφορά τα ουσιαστικά γεγονότα της 1ης εισήγησης των αιτητών παραμένουν αδιαμφισβήτητα και συνοψίζονται ως ακολούθως: Περί τις 30.12.2005 η τότε Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πάνω Πλατρών, η οποία στη συνέχεια διαλύθηκε και συγχωνεύθηκε με τους αιτητές, ζήτησε από τον έφορο την παραπομπή της μεταξύ αυτής και των καθ' ων η αίτηση διαφοράς σε διαιτησία, λόγω ελλειμμάτων και παράτυπων δανείων που είχαν παραχωρηθεί από τον τότε γραμματέα καθ' ου η αίτηση 1 και τα οποία είχαν παρουσιαστεί και ανακαλυφθεί κατά την αναχώρηση του από τη θέση του γραμματέα της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πάνω Πλατρών. Ο έφορος δυνάμει των εξουσιών που του παρέχει ο περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος και οι περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμοί, άρθρα 78 και 79, διόρισε διαιτητή για την εκδίκαση της διαφοράς τον δικηγόρο κ. Δημόκριτο Αριστείδου με επιστολή του ημερ. 17.7.2006 (Τεκμ.2). Ο έφορος δυνάμει του άρθρου 79
(1)των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών, καθόρισε προς τον διαιτητή το χρονικό περιθώριο των έξι μηνών εντός του οποίου ο διαιτητής θα έπρεπε να εκδώσει την απόφαση του. Ο διαιτητής αποδέχτηκε τον διορισμό του με επιστολή του ημερ. 27.9.2006 (Τεκμ. 3). Η διαιτησία δεν ολοκληρώθηκε εντός της εξάμηνης προθεσμίας που είχε καθορίσει ο έφορος στον διαιτητή εντός της οποίας η διαιτητική απόφαση θα υποβαλλόταν προς τον έφορο αλλά κράτησε μέχρι τις 30.11.2011, οπότε και εκδόθηκε η απόφαση. Από τα πρακτικά της διαιτησίας φαίνεται ότι ο διαιτητής συνέχισε την εκδίκαση της υπόθεσης και μετά τη λήξη της εξάμηνης προθεσμίας εκδίδοντας και ενδιάμεσες αποφάσεις χωρίς να ζητήσει την παράταση του χρόνου εντός του οποίου θα εκδίδετο η διαιτητική απόφαση του. Ζήτησε για πρώτη φορά παράταση του χρονικού διαστήματος εντός της οποίας η διαιτητική απόφαση θα υποβαλλόταν προς τον έφορο με επιστολή του ημερ. 7.10.2011 (Τεκμ.4). Ο έφορος με επιστολή του ημερ. 18.10.2011 προς τον διαιτητή παραχώρησε παράταση του χρόνου ολοκλήρωσης της υπόθεσης μέχρι τις 30.11.2011 (Τεκμ.5). Όπως υποδεικνύεται στους Halsbury's Laws of England 4η έκδοση, Τόμος 2, σελ.310, παραγρ. 596, έστω όπου ο χρόνος έκδοσης της απόφασης είναι περιορισμένος αυτός μπορεί να παραταθεί, έστω και αν έχει εκπνεύσει ή όχι. Πέραν του άρθρου 79
(1)των Θεσμών περί Συνεργατικών Εταιρειών και το άρθρο 18 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.4, προνοεί: «18. Ο χρόνος για την έκδοση της διαιτητικής απόφασης μπορεί να παρατείνεται από καιρό σε καιρό με διάταγμα του Δικαστηρίου είτε ο χρόνος για την έκδοση της απόφασης έχει εκπνεύσει είτε όχι.» Τα πιο πάνω εφαρμόζονται και στην αγγλική νομολογία που ερμηνεύει το αντίστοιχο άρθρο s. 13
(2)του Arbitration Act του 1950, ότι: «An award bad at the time it was made owning to the expiry of an arbitrators authority can be validated ex post factor». (βλ. σημείωση 5 των Halsbury's (ανωτέρω) σελ. 311). Περαιτέρω συνάγεται από το άρθρο 13
(1)του Νόμου Περί Διαιτησίας, Κεφ. 4, ότι μόνο το δικαστήριο δύναται, μετά από αίτηση οποιουδήποτε από τους συμβαλλόμενους, να απομακρύνει τον διαιτητή ή επιδιαιτητή ο οποίος αμελεί να ενεργήσει με τη δέουσα ταχύτητα στην ανάληψη και συνέχιση της παραπομπής και την έκδοση της απόφασης του. Συναφώς, εφόσον ο νόμιμος διορισμός του κ. Δημόκριτου Αριστείδου ως διαιτητή προς επίλυση της επίδικης διαφοράς δεν αμφισβητείται και ο διορισμός του δεν είχε ανακληθεί, η διαδικασία της διαιτησίας καλώς διεξήχθηκε και η εκδοθείσα απόφαση είναι έγκυρη. Στην ίδια εισήγηση προβάλλεται ισχυρισμός ότι υπήρξε καθυστέρηση στην έκδοση της απόφασης που αποτελεί λόγο ακύρωσης της. Στην υπόθεση Βίκτωρος ν. Χριστοδούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 512, η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου εκδόθηκε πέραν των πέντε χρόνων μετά την επιφύλαξη της και, εξαιτίας της καθυστέρησης, ακυρώθηκε η απόφαση και διατάχθηκε η επανεκδίκαση της υπόθεσης. Στην υπόθεση Ανδρέας Σταύρου Μακρή κ.ά. ν. Μέγα Χ»Ευαγγέλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 203, κρίθηκε ότι η υπόθεση Βίκτωρος ν. Χριστοδούλου αποφασίστηκε πάνω στα ιδιαίτερά της περιστατικά και ειδικότερα στη στάση των δικηγόρων των διαδίκων. Στην υπόθεση Πουγιούκα κ.ά. ν. Θρασυβούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 2014, επαναλήφθηκε ότι καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης συνιστά άρνηση απονομής της, ότι η κατά το δυνατό ταχύτερη εκδίκαση των υποθέσεων και η εντός ευλόγου χρόνου έκδοση της επιφυλαχθείσας απόφασης διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και την ΕΣΔΑ που κυρώθηκε με το Νόμο 37/62. Η καθυστέρηση στην υπόθεση εκείνη ήταν 9 μήνες, από την επιφύλαξη μέχρι την έκδοση της απόφασης, και κρίθηκε ότι δεν ήταν τέτοια που να δικαιολογείται ανατροπή της απόφασης, υπό τις περιστάσεις. Στην Κουντουρίδης Λτδ ν. Awadalla κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 852, η καθυστέρηση ήταν περίπου 15 μηνών και το Εφετείο έκρινε ότι, στην περίπτωση εκείνη, δεν είχε επηρεάσει την τελική ετυμηγορία του Δικαστηρίου. Παρατηρήθηκε ότι οι εφεσείοντες μπορούσαν και οι ίδιοι να κάνουν χρήση των προνοιών των προαναφερθέντων Κανονισμών για έκδοση οδηγιών από το Ανώτατο Δικαστήριο, πράγμα που δεν έπραξαν. Στην Λουκαϊδης ν. Εκδοτική Εταιρεία Αλήθεια Λτδ κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 22, η καθυστέρηση ήταν περίπου 16 μηνών, είχαν δοθεί οδηγίες από το Ανώτατο Δικαστήριο για παράταση χρόνου έκδοσης της απόφασης και το Εφετείο έκρινε ότι και πάλι η καθυστέρηση δεν έιχε προκαλέσει αδικία στον εφεσείοντα. Ο προαναφερόμενος Διαδικαστικός Κανονισμός, όπως λέχθηκε, δεν αποβλέπει στην αποτίμηση των επιπτώσεων των καθυστερήσεων στην έκδοση απόφασης, επί των δικαιωμάτων των διαδίκων. Στην απόφαση Andrei Pechtchanske v. Raidie M. Keogh Πολ. Έφ. 317/2009, ημερομηνίας 23.4.2013, η οποία αφορούσε καθυστέρηση 26 μηνών στην έκδοση επιφυλαχθείσας απόφασης, παρά το ότι η καθυστέρηση δε δικαιολογείτο, κρίθηκε ότι αυτό δε δικαιολογούσε την ακύρωση της απόφασης, έχοντας υπόψη ότι από την ίδια την απόφαση φαινόταν ότι η καθυστέρηση δεν επηρέασε την κρίση του Δικαστηρίου και την απονομή της δικαιοσύνης. Στην παρούσα υπόθεση δεν υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην έκδοση της απόφασης. Αυτή επιφυλάχθηκε την 1.3.2011 και εκδόθηκε στις 31.10.
  1. Υπήρξε όμως μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης η οποία σε μεγάλο βαθμό οφειλόταν στους αιτητές. Από τις 29.5.2007 μέχρι και τις 17.7.2008 η υπόθεση αναβαλλόταν ένεκα της συγχώνευσης των αιτητών με άλλες συνεργατικές εταιρείες και της ανάγκης τροποποίησης του τίτλου της έκθεσης απαίτησης τους και στη συνέχεια του αιτήματος τους για αναβολή επειδή το αποδεικτικό υλικό βρισκόταν ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου. Κατά το ίδιο πιο πάνω διάστημα έγινε και αλλαγή των δικηγόρων των αιτητών η οποία προκάλεσε περαιτέρω καθυστέρηση. Στις 16.9.2008 εκδικάστηκε αίτημα για τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης το οποίο εγκρίθηκε. Η εκδίκαση της υπόθεσης άρχισε στις 12.11.2008 με την κατάθεση του Μ.Α.
  2. Η συνέχιση της ακρόασης αναβλήθηκε για τις 16.12.2008 οπόταν κατόπιν αιτήματος των καθ' ων- αιτητών αναβλήθηκε για τις 27.1.2009 και στη συνέχεια κατόπιν αιτήματος των αιτητών η υπόθεση αναβλήθηκε για τις 26.3.09, 30.4.09 και 4.6.
  3. Η αντεξέταση του Μ.Α.1 περατώθηκε στις 17.6.09 και στις 23.6.
  4. Αναβλήθηκε και πάλι κατόπιν αιτήματος των αιτητών στις 10.7.09, 29.9.09 και 21.10.
  5. Στις 11.11.09 κατέθεσε ο Μ.Α.2 ο οποίος αντεξετάστηκε στις 18.11.
  6. Στις 3.12.09 η υπόθεση αναβλήθηκε και πάλι κατόπιν αιτήματος των αιτητών. Στις 8.12.09 κατέθεσε ο Μ.Α.3, στις 15.12.09 ο Μ.Υ.1, στις 22.12.09 κατέθεσε ο Μ.Υ.2 και στις 13.1.2010 κατέθεσε ο Μ.Υ.
  7. Μετά υπήρξαν κάποιες αναβολές για να γίνουν οι γραπτές αγορεύσεις των μερών, να δοθούν κάποιες διευκρινίσεις και τελικώς η απόφαση επιφυλάχθηκε την 1.3.
  8. Από την πιο πάνω πορεία της υπόθεσης παρατηρώ ότι την κύρια ευθύνη για την καθυστέρηση διεκπεραίωσης της υπόθεσης την φέρουν οι αιτητές, οι οποίοι αν είχαν δίκαιο θα μπορούσαν να αποταθούν στο Δικαστήριο και να ζητήσουν την απομάκρυνση του διαιτητή, όπως προνοεί το άρθρο 13
(1)του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.4. Με βάση τα πιο πάνω είναι η κατάληξη μου ότι η 1η εισήγηση των αιτητών δεν ευσταθεί. Αναφορικά με τη 2η εισήγηση των αιτητών, το άρθρο 20
(2)του Κεφ.4, προνοεί ότι όπου ο διαιτητής επέδειξε απρεπή συμπεριφορά («κακή συμπεριφορά» στην ελληνική μετάφραση του Κεφ.4) ή αν η διαδικασία διαιτησίας διεξήχθη αντικανονικά, το Δικαστήριο δύναται να παραμερίσει την απόφαση του. Στην υπόθεση P.N.P. Constructions Ltd v. Χαραλαμπίδη κ.ά.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ.1395, λέχθηκαν τα εξής: «Ο όρος «ανάρμοστη συμπεριφορά» έχει ερμηνευτεί επανειλημμένα και περιλαμβάνει διάφορες κατηγορίες που δυνατόν να αφορούν στη συμπεριφορά του διαιτητή ή στον τρόπο διεξαγωγής της διαιτησίας (Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 687). Η κλασσική αντιμετώπιση της έννοιας της «απρεπούς συμπεριφοράς» αναφέρεται στη δωροδοκία του διαιτητή ή στην ύπαρξη εκ μέρους του μυστικού συμφέροντος στην ενώπιόν του διαφορά. Επεκτείνεται όμως ακόμη και στην απουσία ηθικά ή δεοντολογικά ανάρμοστης συμπεριφοράς. Ελέγχονται δηλαδή και οι περιπτώσεις λανθασμένης λήψης ή αποκλεισμού μαρτυρίας ή η αποδοχή εξωγενούς μαρτυρίας για την ερμηνεία συμβολαίου (Paniccos Harakis Ltd v. The Official Receiver as administrator of the estate of the bankrupt Takis Vryonides
(1978)1 C.L.R. 15, ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ. Λτδ ν. Lakis Georghiou Constructions Ltd
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 223). Όπως όμως επισημαίνεται στην υπόθεση Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd, ανωτέρω, ουδέποτε η μέχρι τούδε νομική θεώρηση των προνοιών του Άρθρου 20
(2)δεν έχει συμπεριλάβει και την ενδεχομένως λανθασμένη νομική ερμηνεία εγγράφου. Τα δικαστήρια ήταν πάντοτε απρόθυμα να επεμβαίνουν στις διαιτητικές διαδικασίες, εκτός όπου η νομοθεσία ειδικά παρείχε τέτοια δυνατότητα, οι δε αποφάσεις των διαιτητών γενικά δεν ήταν δεκτικές αναθεώρησης από το δικαστήριο, εκτός στο βαθμό που ο διαιτητής υπερέβη τη δικαιοδοσία του ή ενήργησε κατά πασιφανή τρόπο εναντίον των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης (Russel on Arbitration, 2007, σελ. 375, παρ. 7-056). Εν όψει των πιο πάνω καταλήγουμε ότι το επιχείρημα των εφεσειόντων ότι η ερμηνεία του συγκεκριμένου εγγράφου, με τίτλο «Δήλωση» που δίδει ο διαιτητής εμπίπτει στις περιπτώσεις όπου παρατηρείται απρεπής συμπεριφορά, θα πρέπει να απορριφθεί, αφού δεν φαίνεται να στηρίζεται από τη νομολογία. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι τόσο στη νομολογία μας, αλλά και σε άλλες συγγενείς δικαιοδοσίες, οι περιστάσεις που θα θεωρούνταν απρεπής συμπεριφορά, τείνουν να περιοριστούν αντί να επεκταθούν. Στην υπόθεση Αναφορικά με τη Διαιτησία μεταξύ της Τσιμεντοποιΐας Βασιλικού Λτδ ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(2001)1 Α.Α.Δ. 23, επισημαίνεται η ανάγκη για φειδώ με την οποία τα δικαστήρια πρέπει να προσεγγίζουν παρόμοια θέματα. Στην πιο πάνω απόφαση τονίστηκε ότι ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της διαιτησίας είναι ο περιορισμός των ένδικων μέσων κατά της διαιτητικής απόφασης και έτσι το Κεφ. 4 επιτρέπει την ακύρωση μιας τέτοιας απόφασης μόνο για τους περιορισμένους λόγους που εκθέτει το Άρθρο 20
(2). Η νομική εμβέλεια της έννοιας της απρεπούς συμπεριφοράς δεν περιλαμβάνει και τη νομική ερμηνεία εγγράφου και αυτό σφραγίζει, όπως και στην υπόθεση Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd, ανωτέρω, και την τύχη της έφεσης.» Είναι η εισήγηση των αιτητών ότι έγινε λανθασμένη αξιολόγηση της μαρτυρίας που πρόσφεραν, η οποία αν γινόταν αποδεκτή οι καθ' ων η αίτηση θα έφεραν το ανάλογο βάρος να αποδείξουν την μη οφειλή τους. Παρατηρώ ότι ο διαιτητής στην πολυσέλιδη απόφαση του, 53 σελίδων, αναλύει την προσαχθείσα μαρτυρία σε πολλή λεπτομέρεια την οποία στη συνέχεια αξιολογεί σε δέκα ολόκληρες σελίδες, όπου εξηγεί με λεπτομέρεια τους λόγους για τους οποίους έκρινε τη μαρτυρία του Μ.Α.1 ότι αυτή παρουσιάζει σημαντικά κενά και ελλείψεις που τον οδήγησαν στην απόρριψη της. Τη μαρτυρία δε του Μ.Α.2 επίσης δεν αποδέχτηκε αφού το αποδεικτικό υλικό που κατέθεσε δεν πρόσθεσε τίποτε που να διαφοροποιεί τη θέση του αναφορικά με την αποδεικτική αξία του υλικού που κατατέθηκε από τον Μ.Α.1, τόσο για το ισχυριζόμενο έλλειμμα όσο και για τα παρατραβήγματα. Επίσης αξιολόγησε τη μαρτυρία του Μ.Α.3 και έκρινε πως δεν συμπληρώνει τις ελλείψεις και τα κενά της μαρτυρίας των δύο προηγούμενων μαρτύρων και ως εκ τούτου και αυτή δεν την αποδέχτηκε. Στη συνέχεια αφού αξιολόγησε και τη μαρτυρία των Μ.Υ.1, 2 και 3 κατέληξε σε ευρήματα σύμφωνα με τα οποία οι αιτητές απέτυχαν να αποσείσουν το βάρος απόδειξης και να αποδείξουν την υπόθεση τους στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Όπως είναι νομολογημένο, το νομικό ή γενικό βάρος απόδειξης (legal or persuasive burden of proof) σε μια πολιτική δίκη το φέρει κατά κανόνα ο ενάγων ο οποίος και θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεση του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. Σοφοκλέους ν. Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ.663, Χρυσάνθου κ.ά. ν. Φραντζή
(2010)1 Α.Α.Δ. 1295). Αυτό δεν μεταφέρεται, παραμένει μέχρι τέλους της δίκης στους ώμους του ενάγοντος και διακρίνεται του αποδεικτικού βάρους απόδειξης (evidential burden) το οποίοι πολλοί συγγραφείς το θεωρούν μεταφερόμενο. Δεν πρέπει να συγχύζεται με το ζήτημα της αξιοπιστίας που εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης (βλ. Ιορδάνου ν. Ζήνωνος
(1998)1 Β Α.Α.Δ. 652, 657, Πελεκάνος κ.ά. ν. Πελεκάνου κ.ά.
(2010)1 Α.Α.Δ. 1746, Διιστάμενη απόφαση Ερωτοκρίτου Δ. σελ. 1782, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λ. Χαριλάου Λτδ κ.ά
(2009)1 Α Α.Α.Δ. 479, 493 και για περαιτέρω ανάλυση βλ. το σύγγραμμα του Murphy on Evidence, 9η έκδοση, σελ. 66-76). Συναφώς το αποδεικτικό βάρος απόδειξης θα μετατίθετο στους ώμους των καθ' ων η αίτηση μόνο αν η μαρτυρία των αιτητών κρινόταν αξιόπιστη και είχαν αποσείσει το βάρος απόδειξης που τους βάρυνε. Πράγμα που δεν έγινε. Επομένως με βάση τα πιο πάνω, βρίσκω ότι ο διαιτητής κατόπιν ορθής αξιολόγησης της μαρτυρίας λειτούργησε στη βάση ορθής καθοδήγησης ως προς το βάρος απόδειξης και κατέληξε σε ορθό συμπέρασμα. Τέλος αναφορικά με την 3η εισήγηση των αιτητών θεωρώ τα σχόλια του διαιτητή στο τέλος της απόφασης του ως παρατηρήσεις που δεν αφορούν το ratio decidendi της απόφασης και δεν συνιστούν επ' ουδενί λόγο «ανάρμοστη συμπεριφορά» όπως έχει ερμηνευθεί η πρόνοια του άρθρου 20
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.4. Εν όψει των πιο πάνω καταλήγω ότι καμιά από τις εισηγήσεις που προβλήθηκαν στην παρούσα αίτηση δικαιολογεί και/ή αποδεικνύει οποιαδήποτε τέτοια συμπεριφορά από μέρους του διαιτητή η οποία να τείνει να κριθεί ως κακός χειρισμός ή κακή συμπεριφορά που να οδηγεί σε ακύρωση της διαιτητικής απόφασης. Συνεπώς η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της επιδικάζονται σε βάρος των αιτητών και υπέρ των καθ' ων η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Μ. Μαυρονικόλας, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΑΛ Subject: Civil / Other Actions Αναφορά: Aίτηση για ακύρωση διαιτητικής απόφασης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.