Στέλλας Φασουλιώτου ν. Νίκης Δημητρίου, ως προτεινόμενης εκτελέστριας της διαθήκης του αποβιώσαντα Κώστα Φασουλιώτη κ.α., Αρ. Αγωγής: 1867/2013, 18/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A24 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1867/2013 ΜΕΤΑΞΥ: Στέλλας Φασουλιώτου Ενάγουσας και
- Νίκης Δημητρίου, ως προτεινόμενης εκτελέστριας της διαθήκης του αποβιώσαντα Κώστα Φασουλιώτη, από τη Νότιο Αφρική
- Νικόλα Μαστορούδη Εναγόμενων ---------------------------------------------------------------- Αίτηση των Εναγομένων 1 και 2 ημερομηνίας 17/03/14 Ημερομηνία: 18 Ιανουαρίου 2016 Για τους Εναγόμενους 1 και 2 - Αιτητές : κα. Χ.Μήτα για Δημόκριτος Αριστείδου & Σία (για να ακούσει απόφαση κα N.Δημητρίου) Για την Ενάγουσα - Καθ' ής η Αίτηση : κα Αρκάδη για Μάριος Χαρτσιώτης & Σία Δ.Ε.Π.Ε (για να ακούσει απόφαση κα Δημοσθένους) Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγικά - Επίδικη Αίτηση Στις 14/05/13 η ενάγουσα καταχώρησε την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 αξιώνοντας ακύρωση της ούτω καλούμενης (όπως την ονομάζει η ίδια) διαθήκης ημερ.10/10/06 του Κώστα Φασουλιώτη. Οι εναγόμενοι στην αγωγή αφού προηγουμένως καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία, στις 17/03/14 καταχώρησαν την επίδικη αίτηση με την οποία ζητούν : απόρριψη και ή παραμερισμό και ή ακύρωση του κλητήριου εντάλματος και ή της μέχρι σήμερα διαδικασίας στην παρούσα αγωγή, ως αντικανονική και ή ως αντιβαίνουσα στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και στους Νόμους και ή ως νομικά αστήριχτη και ή ενοχλητική. Η αίτηση, ως τροποποιήθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου ημερ.27/10/2015, βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.27 Θ.2 και 3, Δ.48 Θ.1-13, Δ.2 Θ.5, 13 και 6, στα άρθρα 54
(2)και
(3)και 58 του Κεφ.189 και στις εγγενείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της εναγομένης 1 εις την οποία αναφέρει τα ακόλουθα: "
- Είμαι η Εναγόμενη 1 στην πιο πάνω αγωγή, είμαι Δικηγόρος και ενάγομαι με την ιδιότητα μου ως προτεινόμενη εκτελέστρια της διαθήκης του αποβιώσαντα Κώστα Φασουλιώτη και γνωρίζω καλά και προσωπικά τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένη και από τον Εναγόμενο 2 να κάμω αυτήν την ένορκη δήλωση.
- Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε σε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα Ο.2 r.6 ενώ η αξίωση της ενάγουσας συντάχθηκε με ειδική οπισθογράφηση, από τη Στέλλα Φασουλιώτη την 14/5/2013 και επιδόθηκε σε μένα την 19/8/2013 και στον Εναγόμενο 2 την 17/8/
- Κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας το Κλητήριο Ένταλμα: (α) Έχει καταχωρηθεί σε λανθασμένο τύπο. (β) Δεν αποκαλύπτεται στο κλητήριο ένταλμα η ιδιότητα της Ενάγουσας όπως ρητά ορίζει η Διαταγή 5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.
- Ως εκ των ως άνω και ως με πληροφορούν οι Δικηγόροι των Εναγομένων η παρούσα αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εναντίον της Ενάγουσας. " Ένσταση Στην επίδικη αίτηση η Ενάγουσα αντέδρασε καταχωρώντας ένσταση, εις την οποία καταγράφονται έντεκα
(11)λόγοι ένστασης που είναι οι ακόλουθοι:
- Η αίτηση δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και των εξουσιών του για έγκριση της αίτησης και/ή δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις.
- Η αίτηση των εναγομένων - αιτητών δεν περιέχει όλα τα στοιχεία και/ή είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και/ή μη σύμφωνη με τον Νόμο και τους Δικαστικούς Θεσμούς.
- Η Αίτησης συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και/ή είναι κακόπιστη και/ή με αλλότριο σκοπό.
- Υπήρχε μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης και δεν δίνονται ικανοποιητικοί και/ή καθόλου λόγοι για την καθυστέρηση υποβολής της πιο πάνω αίτησης και/ή για την υποβολή της αίτησης σε αυτό το στάδιο.
- Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται σε άσχετες και/ή λανθασμένες διατάξεις οι οποίες δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για ακύρωση του κλητηρίου εντάλματος.
- Οι θέσεις των αιτητών είναι γενικές και αόριστες και δεν παρατίθενται από πλευράς Αιτητών απολύτως κανένα στοιχείο ή επιχείρημα που να στηρίζει και/ή δικαιολογεί το αίτημα τους και να αποκαλύπτει οποιαδήποτε βάση για στήριξη της αίτησης.
- Όσον αφορά τον πρώτο λόγο ένστασης, που αναφέρεται στην παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, η έκδοση διατάγματος για ακύρωση κλητηρίου εντάλματος λόγω λανθασμένου τύπου κλητηρίου εντάλματος θεωρείται σύμφωνα με την νομολογία ένα «δρακόντειο μέσο» που δεν εκδίδεται συχνά καθώς η διάταξη Δ64
(3)των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών καθόρισε ότι ένα κλητήριο ένταλμα δεν παραμερίζεται για το λόγο ότι έχει χρησιμοποιηθεί διαφορετικό εναρκτήριο μέσο για την έναρξη της διαδικασίας.
- Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο ένστασης, που αναφέρεται στην παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση σχετικά με την ιδιότητα της ενάγουσας, δεν ευσταθεί αφού η ιδιότητα της ενάγουσας διαφαίνεται ξεκάθαρα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει το κλητήριο ένταλμα ημερομηνίας 14/05/2014, ως κληρονόμος του αποβιώσαντος. Η Διάταξη 2 Κανονισμός 13 των Θεσμών Περί Πολιτικής Δικονομίας, ορίζει ότι η έγερση μιας αγωγής για διάταγμα που να κηρύσσει εναντίον της εγκυρότητας υποτιθέμενης διαθήκης απαιτεί ένορκη δήλωση που να δείχνει το συμφέρον της ενάγουσας στην περιουσία του αποβιώσαντα.
- Η παρούσα αίτηση δεν αποσκοπεί προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και επηρεάζονται και/ή πλήττονται άμεσα τα δικαιώματα της ενάγουσας.
- Δεν συντρέχουν οι πραγματικοί και νομικοί λόγοι που εκ του νόμου και εκ της νομολογίας απαιτούνται ως απαραίτητες προϋποθέσεις για την επιτυχία της αίτησης.
- Περαιτέρω λόγους ένστασης η καθ' ης η αίτηση επιφυλάσσεται να δώσει κατά τη δικάσιμο. Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.2 Θ.5, 6, 13, Δ.48 Θ.1-13, Δ.27 Θ.2 και 3 και Δ.64, στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις συμφυείς εξουσίες και εγγενή εξουσία καθώς και την πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση της ενάγουσας συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Μάριου Χαρτσιώτη, ο οποίος είναι δικηγόρος και εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της ενάγουσας. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει κατ' αρχήν ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο από μελέτη του φακέλου της υπόθεσης όσο και από στοιχεία και πληροφορίες της ίδιας της ενάγουσας και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Προβαίνει δε ο ίδιος αναφέρει στην ένορκη δήλωση καθότι η ενάγουσα διαμένει στην Νότιο Αφρική και είναι δύσκολο και δαπανηρό να προβεί η ίδια στην ένορκη δήλωση. Ακολούθως δε αναφέρει ότι η ενάγουσα ενίσταται στην αίτηση για τους λόγους ουσιαστικά που αναφέρονται πιο πάνω ως λόγοι ένστασης, τους οποίους επαναλαμβάνει, και ζητά απόρριψη της αίτηση. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση των εναγομένων Κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου οι εναγόμενοι καταχώρησαν στις 30/10/15 και συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Η εναγόμενη 1 αναφέρει δε σε αυτήν ότι : « H ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αγωγή για ακύρωση της διαθήκης (probate action) υπογράφεται κατά παράβαση της Δ.2 Κ.13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας από το Δικηγόρο Μάριο Χαρτσιώτη και όχι από την ίδια την ενάγουσα, γεγονός το οποίο ακυρώνει εξ' ολοκλήρου την αγωγή. » Η επιχειρηματολογία των δικηγόρων των διαδίκων Οι θέσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών περιλαμβάνονται αναφέρω στις γραπτές αγορεύσεις που παρέδωσαν στο Δικαστήριο, οι οποίες σημειώνω έχουν τύχει ενδελεχούς μελέτης από το Δικαστήριο. Δεν κρίνω όμως σκόπιμο αναφέρω εδώ να παραθέσω ότι οι συνήγοροι αναφέρουν με τις αγορεύσεις τους. Εξέταση Αίτησης Κατ' αρχήν να λεχθεί ότι αναμφίβολα η αγωγή που καταχώρησε η ενάγουσα είναι «αγωγή διαθήκης» ("Probate Action"), γι' αυτό : (α) Στην οπισθογράφηση του κλητήριου εντάλματος θα έπρεπε να φαίνεται η ιδιότητα της ενάγουσας, ως προνοείται στη Δ.2 Θ.5 * των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. * In probate actions the indorsement shall show whether the plaintiff claims as creditor, executor, administrator, legatee, heir, or in any and what other character. (β) Μαζί με την αγωγή θα έπρεπε να καταχωρηθεί η ένορκη δήλωση που προνοεί η Δ.2 Θ.13* των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προς επαλήθευση της οπισθογράφησης του κλητήριου εντάλματος. * The sealing of a writ of summons in probate actions shall be preceded by the filing of an affidavit by the plaintiff, or one of the plaintiffs, in verification of the indorsement on the writ. Στην προκειμένη περιπτώσει από μελέτη του φακέλου της υπόθεσης προκύπτει εν σχέση με τα πιο πάνω ότι αφενός στην οπισθογράφηση του κλητήριου δεν φαίνεται υπό ποια ιδιότητα ενάγει η ενάγουσα, ως προνοεί δηλαδή η Δ.2 Θ.5, και αφετέρου ενώ η ιδιότητα αυτή προκύπτει από την ένορκη δήλωση που επισυνάπτεται στην αγωγή εντούτοις η ένορκη αυτή δήλωση δεν είναι της ενάγουσας ως προνοείται από την Δ.2 Θ.13 αλλά του δικηγόρου της. Σύμφωνα με τους εναγόμενους δε τα πιο πάνω αποτελούν παραβάσεις των Θεσμών που είναι μοιραίες για την αγωγή. Πριν προχωρήσω όμως με την εξέταση των πιο πάνω, θα ήθελα περαιτέρω να αναφερθεί εδώ ότι δεν υπάρχει αμφιβολία για την ύπαρξη εξουσίας στο Δικαστήριο να απορρίψει από το στάδιο αυτό την αγωγή με βάση τη Δ.27 Θ.2 και 3 * των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Παρεμβάλλω ότι με βάση όσα αναφέρει η συνήγορος της ενάγουσας στην αγόρευση της συνάγεται ότι δεν αμφισβητεί την εξουσία αυτή του Δικαστηρίου και εισηγείται ότι αυτή ασκείται σε εξαιρετικές περιπτώσεις που αφορούν αναντίλεκτα ανυπόστατο δικόγραφο. Η θέση αυτή είναι σημειώνω ορθή. Θα έθετα δε το θέμα διαφορετικά και ως εξής : το Δικαστήριο ασκεί την εξουσία του αυτή με φειδώ, σε απλές και καθαρές περιπτώσεις. *
- If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just.
- The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just. Με αυτά υπόψη και με την σημείωση ότι αναμφίβολα οι πρόνοιες των Θεσμών 5 και 13 της Δ.2 ανωτέρω είναι επιτακτικές (βλ. λέξεις shall show και shall be preceded αντίστοιχα εις αυτούς τις οποίες έχω υπογραμμίσει, Πολιτική Έφεση Αρ. 9835 Πετρίχου v. Χ''Ιωσήφ
(1998)1Α Α.Α.Δ 81 και Δημητρίου κ.ά. ν. Προδρόμου
(1983)1 Α.Α.Δ. 301), αναφέρω ότι στην προκειμένη περίπτωση έχω προβληματιστεί πάρα πολύ. Έχω καταλήξει όμως ότι δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να απορρίψω την αγωγή με βάση τα πιο πάνω. Εν σχέση με το πρώτο θέμα, γιατί η ιδιότητα με την οποία εγείρει την αγωγή η ενάγουσα εμφαίνεται ξεκάθαρα στην ένορκη δήλωση που επισυνάπτεται στην αγωγή. Όμως και επειδή σε κάθε περίπτωση η καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης που θα ακολουθήσει στη συνεχεία από πλευράς ενάγουσας με όλες τις λεπτομέρειες της απαίτησης είναι βέβαιο πως θα ξεκαθαρίζει το θέμα αυτό. Δεν μπορούμε συνεπώς εδώ να μιλούμε για «αναντίλεκτα ανυπόστατο» δικόγραφο ή για αγωγή που δεν μπορεί να διασωθεί (βλ. Λοίζος Λουκά & Υιοί Λτδ v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1316,1326, εις την οποία ας σημειωθεί αναφορά κάνουν με τις αγορεύσεις τους αμφότεροι οι συνήγοροι). Σε ότι αφορά δε το δεύτερο θέμα δηλαδή της καταχώρησης ένορκης δήλωσης από τον δικηγόρο και όχι από την ενάγουσα, επειδή έχω την άποψη ότι η διάταξη είναι επιτακτική ως προς την αναγκαιότητα καταχώρησης ένορκης δήλωσης (βλ. υποθέσεις Πετρίχου και Δημητρίου πιο πάνω), όμως δεν θεωρώ ότι αυτό επεκτείνεται ώστε να αποκλείει την καταχώρηση ένορκης δήλωσης από ένα δεόντως εξουσιοδοτημένο δικηγόρο, ο οποίος ορκίζεται για την ενάγουσα. Δεν μου διαφεύγει σημειώνω ότι στο Annual Practice 1958, τόμος 1, σελ.66, σε ότι αφορά την καταχώρηση της ένορκης δήλωσης από τον ενάγοντα σε probate actions αναφέρεται ότι η ένορκη δήλωση μπορεί να γίνει μόνον από τον ενάγοντα ή από ένα εκ των εναγόντων, ενώ γίνεται αναφορά στην υπόθεση Re Luke
(1909)25 T. L. R. 825, στην οποία το Δικαστήριο αρνήθηκε να επιτρέψει στον δικηγόρο του ενάγοντα να προβεί στην ένορκη δήλωση ενώ ο ενάγοντας ευρισκόταν προσωρινά εκτός δικαιοδοσίας. Σημειώνω όμως εδώ με σεβασμό ότι μελετώντας την υπόθεση Re Luke πιο πάνω, στην οποία βασίζεται αντιλαμβάνομαι το σύγγραμμα, δεν θεωρώ ότι ο διάλογος ουσιαστικά του Δικαστηρίου και του δικηγόρου του ενάγοντα στο πρακτικό εν σχέση με το αίτημα και οι αναφορές του Δικαστηρίου απλά σε «μη ύπαρξη εξουσίας στο τμήμα διαθηκών να επιληφθεί της αίτησης» ή ότι «είναι ενάντια στην πρακτική που ακολουθείται η έγκριση της αίτησης», καλύπτουν το θέμα εξαντλητικά ή ακόμη ότι με βάση αυτήν τίθεται κάποιος σαφής απαγορευτικός κανόνας. Και επαναλαμβάνω ο ενάγοντας εκεί ευρισκόταν μόνον προσωρινά εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Έτσι αν ανατρέξουμε στο σύγγραμμα TRISTRAM AND COOTES'S PROBATE PRACTICE, 20η έκδοση, σελ.572, διαπιστώνουμε ότι πέραν από την Re Luke γίνεται αναφορά και στην υπόθεση Cf. Hutley
(1869), I P. & M. 596; 23 Digest 277, 3405 και προβάλλεται ουσιαστικά η θέση ότι «θα επιτραπεί σε ένα κατάλληλα εξουσιοδοτημένο δικηγόρο να προβεί στην ένορκη δήλωση». Εδώ η ενάγουσα διαμένει μόνιμα στην Νότιο Αφρική και όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του Μάριου Χαρτσιώτη, είναι δύσκολο και ή ουσιωδώς δαπανηρό να προβεί η ίδια η ενάγουσα στην ένορκη δήλωση. Από εκεί και πέρα ο Μάριος Χαρτσιώτης αναφέρει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την ενάγουσα να προβεί στην ένορκη δήλωση και αυτό δεν αμφισβητείται. Το Δικαστήριο δεν μπορεί εν πάση περιπτώσει να ερμηνεύσει τα πράγματα τόσο αυστηρά ώστε να αρνηθεί στην ενάγουσα την πρόσβαση της στην Κυπριακή Δικαιοσύνη, όταν η ίδια επαναλαμβάνω διαμένει μόνιμα στη Νότιο Αφρική. Ο τρίτος λόγος για τον οποίο οι εναγόμενοι ζητούν την ακύρωση του κλητήριου είναι γιατί όπως αναφέρουν η ενάγουσα καταχώρησε λανθασμένο τύπο κλητήριου εντάλματος. Κατ' αρχήν να αναφερθεί εδώ ότι πράγματι διαπιστώνεται ότι ενώ στην πρώτη σελίδα του κλητήριου γίνεται αναφορά σε κλητήριον ειδικώς οπισθογραφημένο (Δ.2 Θ.6) εντούτοις δεν επισυνάπτεται εις αυτό έκθεση απαίτησης όπως προνοούν οι Θεσμοί αλλά οπισθογράφηση απαιτήσεως όπως καταχωρείται δηλαδή σε κλητήριο γενικώς οπισθογραφημένο (Δ.2 Θ.1). Είναι προφανές δηλαδή ότι η θέση των εναγομένων περί λανθασμένου τύπου ευσταθεί. Το ερώτημα λοιπόν που ευθέως τίθεται είναι κατά πόσο αυτό είναι μοιραίο για την αγωγή όπως εισηγούνται οι εναγόμενοι ή αν η θέση της πλευράς της ενάγουσας περί θεραπεύσιμης παρατυπίας με βάση τη Δ.64 ευσταθεί. Η υπόθεση Φαλέκκου v. Χριστοφίδη, Πολ. Έφ. 63/10, ημ.17.12.13, αφορούσε καταχώριση ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος σύμφωνα με τη Δ.2 Θ.6 (Τύπος 2) αντί γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου σύμφωνα με τη Δ.2 Θ.1 (Τύπος 1). Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι αυτό αποτελούσε απλή παρατυπία και εξέδωσε διάταγμα απαλλαγής από αυτή δυνάμει της Δ.64 Θ.2. Ο εφεσείων εισηγήθηκε ότι το συμπέρασμα του Δικαστηρίου είναι εσφαλμένο. Το Εφετείο κατέληξε ως εξής: «Έχουμε εξετάσει τις πρόνοιες της Δ.2 θ.6 και δεν συμφωνούμε με την εισήγηση του συνηγόρου του Εφεσίβλητου. Η Δ.2 θ.6 βασικά προβλέπει ότι ο ενάγων σ' όλες τις αγωγές μπορεί να εναγάγει τον εναγόμενο με κλητήριο στο οποίο «δύναται» ("may") να οπισθογραφήσει και την έκθεση απαίτησης. Η χρήση της αγγλικής λέξης "may" υποδηλώνει δικαίωμα και επιλογή και όχι επιτακτική πρόνοια, οπότε θα χρησιμοποιείτο το ρήμα "shall". Όμως το δικαίωμα επιλογής δεν παρέχεται στον ενάγοντα όπου η φύση της αγωγής συμπεριλαμβάνεται στις εξαιρέσεις της Δ.2 θ.6
(4). Η διαφορά μεταξύ γενικής και ειδικής οπισθογράφησης, φαίνεται σήμερα να έχει περισσότερο ιστορική σημασία παρά πρακτική και ενδεχομένως οι περιπτώσεις για τις οποίες προβλέπετο γενική οπισθογράφηση να ήταν εκείνες στις οποίες κρίθηκε ότι δεν θα έπρεπε να υπάρχουν τα στενά περιθώρια καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης, καταχώρισης έκθεσης υπεράσπισης και οι κίνδυνοι διεκδίκησης απόφασης λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης, που υπάρχουν στην περίπτωση που στο κλητήριο περιλαμβάνεται σε ειδική οπισθογράφηση και η έκθεση απαίτησης. Πέραν των πιο πάνω, φαίνεται ότι η μόνη άλλη πρακτική σημασία να ήταν ότι ο ενάγων, όπου είχε τη δυνατότητα να προχωρήσει με ειδική οπισθογράφηση αλλά προχωρούσε με γενική οπισθογράφηση, δεν εδικαιούτο έξοδα για τη μετέπειτα σύνταξη έκθεσης απαίτησης (βλ. The Annual Practice, 1955, σελ. 17). Όμως σήμερα, εκτός των περιπτώσεων που ο ενάγων δεν έχει όλες τις πληροφορίες για τη σύνταξη της έκθεσης απαίτησης του, η γενική οπισθογράφηση δεν είχε οποιαδήποτε άλλη χρησιμότητα, αλλά αντίθετα αποτελεί πηγή καθυστέρησης και δημιουργεί περιττά έξοδα. Στο παρελθόν υπήρξαν εισηγήσεις για κατάργηση της διάκρισης, πλην ορισμένων περιπτώσεων, π.χ. όπου η αγωγή κινδύνευε να αποκλειστεί λόγω παραγραφής ή όπου παρίστατο ανάγκη να διεκδικηθεί παρεμπίπτον διάταγμα, αλλά ο ενάγων δεν είχε όλα τα στοιχεία ή το χρόνο για να συντάξει την έκθεση απαίτησης του. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο ενάγων θα διατηρούσε το δικαίωμα να προχωρήσει με γενική οπισθογράφηση. Παρά τις πιο πάνω παρατηρήσεις, η πρόνοια της Δ.2 θ.6 για γενική οπισθογράφηση συνεχίζει να υφίσταται για τις σοβαρές εκείνες περιπτώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο
(4)του θεσμού 6, με αποτέλεσμα σε αγωγή στην οποία υπάρχει ισχυρισμός για δόλο, ο ενάγων να μην έχει δυνατότητα επιλογής ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου σύμφωνα με τον Τύπο 2. Επομένως, η κατάληξη της πρωτόδικης δικαστού ότι στην προκειμένη περίπτωση η χρήση από τον Εφεσίβλητο του Τύπου 1 ήταν επιβεβλημένη, είναι απόλυτα ορθή.» Ακολούθως το Εφετείο θεώρησε ότι «η μη συμμόρφωση με τη Δ.2 θ.6
(4)ήταν μια από τις περιπτώσεις που προσπάθησε ρητά να καλύψει η Δ.64 θ.1
(3), ώστε η λανθασμένη χρήση εναρκτήριου μέσου να μην οδηγεί σε ακύρωση» και με γνώμονα τη μη πρόκληση αδικίας στην άλλη πλευρά επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση για άρση της παρατυπίας. Παρόλο που στην εν λόγω απόφαση κρίθηκε ότι ο εφεσίβλητος είχε υποχρέωση να καταχωρίσει γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο, εντούτοις προκύπτει ξεκάθαρα από το προαναφερόμενο απόσπασμα ότι καθοριστικό κριτήριο για την κατάληξη του Εφετείου ήταν η πρακτική σημασία και η χρησιμότητα αυτού του τρόπου δικογράφησης και η μη πρόκληση αδικίας στην άλλη πλευρά. Το Εφετείο βασίστηκε στις πρόνοιες του εδαφίου
(3)του Θ.1 της Δ.64 που ρυθμίζει ειδικά το εξετασθέν στην εν λόγω υπόθεση θέμα. Επίσης στην εν λόγω απόφαση επιβεβαιώνεται η παλαιότερη νομολογία πως το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια ως προς το κατά πόσο θα άρει την παρατυπία ή όχι. Ειδικότερα το Εφετείο αναφέρθηκε στην υπόθεση Πέτριχου ν. Χ΄΄Ιωσήφ
(1998)1 Α.Α.Δ. 81, λέγοντας τα εξής: «Όμως εκείνο που τονίστηκε στην Πέτριχου, ήταν ότι η νέα Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια στη μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, τους οποίους δεν έχει σκοπό να καταργήσει. Τονίστηκε ότι η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο το οποίο ο διάδικος μπορεί να χρησιμοποιήσει για να θεραπεύσει παρατυπίες. Όμως το Δικαστήριο με κανένα τρόπο δεν περιόρισε τη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου, όταν με κάποιο τρόπο εγείρεται ενώπιον του θέμα μη συμμόρφωσης με τους Κανονισμούς, να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχεται από τη Δ.64 θ.1
(3)και είτε να παραμερίσει το μη θεραπεύσιμο εναρκτήριο μέσο, είτε να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, όπως κρίνει δίκαιο και πρέπον αναφορικά με τη διαδικασία.» Στην προκειμένη περίπτωση είναι προφανές ότι έγινε απλά ένα λάθος από πλευράς ενάγουσας κατά την καταχώρηση της αγωγής. Ενώ δηλαδή είχε πρόθεση να καταχωρήσει αγωγή γενικώς οπισθογραφημένη (Δ.2 Θ.1) και πράγματι καταχώρησε τέτοια αγωγή και αυτό φαίνεται από το ότι στη δεύτερη σελίδα σημειώνεται οπισθογράφηση απαιτήσεως, εντούτοις στην πρώτη σελίδα γίνεται αναφορά σε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο. Δεν τίθεται θέμα ακύρωσης του κλητήριου με βάση τα πιο πάνω, ούτε το Δικαστήριο είναι διατεθειμένο να ακυρώσει το κλητήριο για ένα τέτοιο λάθος. Οπότε, με δεδομένο ότι δεν θα προκληθεί κατά την κρίση μου καμία αδικία στους εναγόμενους, εκδίδω διάταγμα για άρση της παρατυπίας με βάση τη Δ.64. Ολοκληρώνοντας αναφέρω πολύ επιγραμματικά ότι δεν θα απέρριπτα την αίτηση ένεκα καθυστέρησης στην υποβολή της. Δεν συμφωνώ συνεπώς με την ευπαίδευτη συνήγορο των εναγομένων και την σχετική εισήγηση της στην τελευταία σελίδα της αγόρευσης της, η οποία είναι με σεβασμό λέω γενική και αόριστη. Δεν θεωρώ εν πάση περιπτώσει ότι στην προκειμένη υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης που να είναι μοιραία για την αίτηση. Κατάληξη Συνεπώς η αίτηση ημερ. 17/03/14 απορρίπτεται. Σε ότι αφορά τα έξοδα της αίτησης αυτά επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1 και 2, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα βεβαίως θα είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Interim Αναφορά: Αστικές/Αίτηση για απόρριψη και ή παραμερισμό και ή ακύρωση κλητήριου εντάλματος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο