Άριστος Ζαρής ν. Aleksei Suroezhkin κ.α., Αρ. αγωγής: 4917/2015, 18/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A25 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 4917/2015 Άριστος Ζαρής Ενάγoντας εναντίον Aleksei Suroezhkin Psm Am (Cyprus) Limited Εναγόμενοι ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:18/1/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντα - αιτητή: κα Ευτυχία Koυζαρή Για εναγόμενους - καθ΄ ων η αίτηση: κος Μάριος Παναγίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με ενδιάμεση μομομερή αίτηση του, ο ενάγοντας αιτείται την έκδοση προσωρινών Διαταγμάτων, με βάση τα οποία οι εναγόμενοι να διατάσσονται όπως παραδώσουν το αυτοκίνητο που αναγράφεται στην αίτηση σε αποθήκη αποταμίευσης (bonded) και όπως απαγορεύει σε αυτούς όπως εξάξουν ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αποξενώσουν αυτό, μέχρι τελικής εκδίκασης της υπόθεσης και την πλήρη ικανοποίηση της οποιασδήποτε απόφασης που πιθανό εκδοθεί υπέρ του ενάγοντα ή μεχρι νεότερης Διαταγής του Δικαστηρίου. Νομικό υπόβαθρο της αίτησης, αποτέλεσε το άρθρο 32 του Ν.14/60, τα άρθρα 4, 7 και 9 του Κεφ.6, η Δ.48 θ.1,2 και 7, η διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου και μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης, αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του ενάγοντα και της κας Άλκηστις Νικολάου. Χωρίς να επαναλαμβάνεται αυτολεξεί το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα, ο ενάγοντας αναφέρει ότι αγόρασε το διαμέρισμα το οποίο περιγράφει από την εταιρεία που ήταν μέχρι πρότινος ιδιοκτήτες αυτού, όπου ενοικιαστής ήταν ο εναγόμενος 1 και η εναγόμενη 2 τον έχει εγγυηθεί. Λόγω αυτής της μεταβίβασης, ο εναγόμενος 1 ενημερώθηκε για αυτήν την εξέλιξη και απαιτήθηκε από αυτόν όπως υπογράψει την ακυρωτική συμφωνία με τους προηγούμενους ιδιοκτήτες και όπως υπογράψει νέα με τον ενάγοντα, πράγμα για το οποίο δεν υπήρξε ανταπόκριση, με αποτέλεσμα να αποσταλεί νέα ειδοποίηση, με βάση την οποία τον ενημέρωναν ότι τα δικαιώματα μίσθωσης εκχωρήθηκαν στον ενάγοντα και ότι η σύμβαση ενοικίασης ίσχυε με τους ίδιους όρους. Μετά από αυτήν την εξέλιξη, ο εναγόμενος υπέγραψε μεν την ακυρωτική συμφωνία, όχι όμως και οποιανδήποτε άλλη νέα, συνιστώντας κατά τον ενάγοντα αδικαιολόγητο τερματισμό της συμφωνίας, λόγω της ενημέρωσης που είχε περί της μη αναγκαιότητας υπογραφής της ακυρωτικής συμφωνίας και οι δικηγόροι των προηγούμενων ιδιοκτητών αρνούνται την τοποθέτηση περί τερματισμού αυτής. Ακολούθως ο ενάγοντας αναφέρει ότι παραδόθηκε ελεύθερη η κατοχή του διαμερίσματος άνευ βλάβης των δικαιωμάτων, παραμένουν οφειλόμενα ενοίκια ύψους € 6,600 και όπως αναφέρει ο ενάγων, θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί Δικαιοσύνη αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα, λόγω του ότι υπάρχει από την μια ο κίνδυνος μείωσης της αξίας του αυτοκινήτου αλλά και μεταπώλησης σε καλόπιστο αγοραστή και γενικά αποξένωσης του και ότι υπάρχει το ενδεχόμενο φυγής του εναγόμενου 1, λόγω του ότι είναι Ρωσικής καταγωγής και δεν έχει δεσμούς με την Δημοκρατία και όπως έχει πληροφορηθεί από γνωστούς, δεν διεξάγει πλέον εργασίες και γενικά οι εναγόμενοι δεν είναι αξιόχρεοι, διότι δεν έχουν άλλη περιουσία με βάση πληροφόρηση που έχει από συνεργάτες των εναγομένων. Η ενόρκως δηλούσα κα Άλκηστις Νικολάου, ουσιαστικά επαναλαμβάνει το πιο πάνω ιστορικό της υπόθεσης, εμπλουτίζοντας την όμως την ένορκη της δήλωση με τα σχετικά εκείνα τεκμήρια, όπως είναι η πρώτη σύμβαση ενοικίασης και η σχετική μετέπειτα αλληλογραφία. Το Δικαστήριο ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια, διέταξε όπως η μονομερής αίτηση επιδοθεί και με την επίδοση της, οι εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης και ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση και προβλήθηκαν συνολικά οκτώ λόγοι ένστασης, οι οποίοι πραγματεύονται την μη πλήρωση των προυποθέσεων για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων και στο ότι ο ενάγοντας απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα και ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης. Νομικό υπόβαθρο της αίτησης, αποτέλεσε το άρθρο 32 του Ν.14/60, τα άρθρα 3, 4, 5, 7 και 9 του Κεφ.6, η Δ.48, η σύμφυτη εξουσία και γενική πρακτική του Δικαστηρίου και μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης, αποτέλεσε η ένορκη δήλωση της κας Στάλως Παπουή. Η ενόρκως δηλούσα αρχικά, προβαίνει σε μια αναφορά ως προς την πηγή άντλησης της εξουσιοδότησης της και της γνώσης της περί των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Ακολούθως, η ενόρκως δηλούσα εξιστορεί τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης που εν πολλοίς είναι παραδεκτά και η κύρια διαφωνία είναι η θέση ότι δεν υπάρχει συμβατική σχέση του ενάγοντα με τους εναγόμενους και ότι η τυχόν οποιαδήποτε απαίτηση, θα πρέπει να υφίσταται από τους πρώην ιδιοκτήτες του διαμερίσματος και που εν πάση περιπτώση, με την ακυρωτική συμφωνία δεν τίθεται ένα τέτοια ζήτημα. Ακολούθως η ενόρκως δηλούσα αντικρούει την θέση του ενάγοντα περί αφερεγγυότητας των εναγομένων, λέγοντας ότι ο μεν εναγόμενος 1 εργάζεται με μισθό € 6,000 μηνιαίως, παρουσιάζοντας ταυτόχρονα και σχετικό τεκμήριο και ότι η εναγόμενη 2 είναι εταιρεία νομίμως συσταθείσα με άδεια από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου και προσφέρει σχετικές υπηρεσίες. Εν κατακλείδι, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι ο ενάγοντας δεν προσκόμισε στοιχεία που να ικανοποιούν την απαίτηση του, ότι οι αναφορές του ενάγοντα είναι γενικές και αόριστες και ότι δεν έχει προβεί ο ενάγοντας σε οποιεσδήποτε αναφορές για την προσσπάθεια του να ενοικιάσει το εν λόγω διαμέρισμα. NOMIKH ΠΤΥΧΗ Το Δικαστήριο σε αιτήσεις όπως η παρούσα, εξετάζει τα πιο κάτω: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί σαν επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. (β) Πιθανότητες ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. (Σχετικές είναι οι αποφάσεις Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Acropol Shipping Co Ltd v. Rossis
(1976)1 Α.Α.Δ 38, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, National Bank of Greece v. Motovia
(1987)1 Α.Α.Δ. 303, ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ"Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152 και Cyprus Sulphur & Copper Co Ltd & άλλων ν. Παραλράμα Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 1051). Με βάση τις νομικές αρχές που διέπουν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων, στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν επιχειρεί να αποφασίσει επί των αμφισβητούμενων γεγονότων της ουσίας της αγωγής και έχει υποχρέωση να αποφύγει να προχωρήσει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Στη φάση αυτής της διαδικασίας το Δικαστήριο πρέπει να πεισθεί για σοβαρές ενδείξεις ουσιαστικών δικαιωμάτων και δεν είναι ο χρόνος για να κρίνει αν αυτά αποδείχθηκαν ή όχι (βλ. T. A. Micrologic Computer Consultant Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802 και Δημοκρατίας της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.P.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225). Το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται σε αυτό το στάδιο να εμπλακεί σε οτιδήποτε που να προσομοιάζει με προκαταρκτική εκδίκαση της αγωγής πάνω σε συγκρουόμενες ένορκες δηλώσεις για να αξιολογήσει τη δυνατότητα της υπόθεσης του κάθε μέρους. Η διαδικασία σε παρόμοιες αιτήσεις δεν είναι η πρέπουσα για τη διεξαγωγή έρευνας σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα (Βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2026). Το Δικαστήριο κρίνει και αποφασίζει πάνω στην ολότητα του ενώπιον του υλικού χωρίς να διαφεύγει της προσοχής ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως την παρούσα, δεν είναι επιθυμητό να προσπαθήσει να αποφασίσει με βάση τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του τα διαφιλονικούμενα θέματα πάνω στα οποία θα κριθεί τελικά η απαίτηση του ενάγοντα, έργο το οποίο εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 623 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802, υποδεικνύεται ότι σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Το άρθρο 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμων παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Αυτό έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις. Αυτές είναι: - Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. - Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. - Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναγνωρίζεται πως αφού ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 236). Στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, 2041 υιοθετείται η επί του προκειμένου Αγγλική νομολογία όπως εκφράζεται στο σύγγραμμα Copinger and Skone James on Copyright, 12η έκδοση παραγ. 621 (σε μετάφραση): «Συζητήσιμη υπόθεση. .. Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Ο ενάγων δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ότι έχει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή ακόμα πιθανότητα ότι θα επιτύχει στη δίκη. Το βάρος στον ενάγοντα είναι λιγότερο, πρέπει να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση .» ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση αίτηση και που αφορά την έκδοση προσωρινού Διατάγματος και έχοντας υπ΄ όψη του τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ως αυτά έχουν εκτεθεί και από τις δύο πλευρές, ασκεί την διακριτική του ευχέρεια και κρίνει ότι δεν πληρούνται οι προυποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων. Χωρίς βεβαίως το Δικαστήριο να ειπησέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και χωρίς βεβαίως το Δικαστήριο να προκρίνει την ουσία της παρούσας αγωγής και να εξάγει ευρήματα και συμπεράσματα ουσίας, αλλά προβαίνοντας αμιγώς σε μια αντικειμενική θεώρηση των δεδομένων που τέθηκαν ενώπιον του και καθαρά για σκοπούς εξέτασης της παρούσας αίτησης, κρίνεται ότι έχουν δημιουργηθεί κάποια ερωτηματικά και κενά στο οικοδόμημα της υπόθεσης του ενάγοντα, που δεν υπάρχει πρόσφορο έδαφος για να εξάξει το Δικαστήριο ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα περί ύπαρξης εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπόθεσης και συνακόλουθα δεν πληρούνται οι πρώτες δύο προυποθέσεις για την έγκριση της παρούσας αίτησης. Συγκεκριμένα, αρχικώς απαιτήθηκε από τους μέχρι πρότινος ιδιοκτήτες, όπως υπογραφεί τόσο ακυρωτική συμφωνία, όσο και νέα ενοικίαση με τον ενάγοντα, πλην όμως ακολούθως υπήρξε ανάκληση αυτής της απαίτησης, πληροφορόντας τον εναγόμενο 1 ότι η σύμβαση αυτή ισχύει ως έχει. Προκύπτουν ανυπέρβλητα ερωτηματικά και αμφιβολίες μέσα από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου που πηγάζουν από την ίδια την διαδοχή των γεγονότων που προέβαλε ο ενάγοντας και πιο συγκεκριμένα, να υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου η ακυρωτική συμφωνία που να φέρει ημερομηνία 31/3/2015 με την οποία μάλιστα να συμφωνείται ότι δεν υπάρχει καμία απαίτηση και γενικά καμία εκκρεμότητα που να σχετίζεται με την σύμβαση ενοικίασης μεταξύ των προηγούμενων ιδιοκτητών και του εναγόμενου 1 και από την άλλη να τίθεται μαρτυρικό υπόβαθρο, με βάση το οποίο τον Μάιο του ιδίου έτους να πληροφορείται ο εναγόμενος 1 από τους προηγούμενους ιδιοκτήτες ότι η συμφωνία η οποία ακυρώθηκε εκ συμφώνου παραμένει σε ισχύ χωρίς οποιαδήποτε άλλη βλάβη. Αυτή η ανακολουθία, εγείρει πολύ σοβαρά ερωτηματικά που θίγουν ακριβώς την γένεση των γεγονότων όπου στηρίζει την απαίτηση του ο ενάγοντας και τα ερωτηματικά εντείνονται από την στιγμή που η ακυρωτική συμφωνία δεν τελούσε κάτω από οποιονδήποτε όρο που να προνοεί ρητά και την υπογραφή νέας με τον ενάγοντα ως νέο αντισυμβαλλόμενο και κυρίως, τα εύλογα ερωτηματικά εντείνονται από την στιγμή που υπάρχει ο ισχυρισμός ότι ο εναγόμενος 1 δεν ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα των προηγούμενων ιδιοκτητών για υπογραφή ακυρωτικής συμφωνίας και νέας συμφωνίας αντίστοιχα με αποτέλεσμα να στείλουν οι προηγούμενοι ιδιοκτήτες ειδοποίηση με βάση την οποία τον ενημέρωναν για την μεταβίβαση της ιδιοκτησίας και ότι η σύμβαση ενοικίασης παραμένει σε ισχύ και ότι οι εν λόγω ιδιοκτήτες έλαβαν μόνο την ακυρωτική συμφωνία και αυτός ο ισχυρισμός δημιουργεί την εύλογη απορία, ήτοι, πως είναι δυνατόν να παραλαμβάνουν οι εν λόγω ιδιοκτήτες μόνο την ακυρωτική συμφωνία στις 20/5/2015 από την στιγμή που αυτοί υπέγραψαν την ακυρωτική συμφωνία ενωρίτερα, ήτοι στις 31/3/2015 και να υπάρχει μάλιστα ρητή πρόνοια ότι η ακυρωτική συμφωνία έγινε σε δύο αντίγραφα και κάθε πλευρά κράτησε από ένα. Από τα πιο πάνω καθίσταται πλέον άνευ αντικειμένου η οποιαδήποτε εμπλοκή των εναγομένων 2 οι οποίοι είναι οι εγγυητές του εναγομένου 1 στην σύμβαση ενοικίασης μεταξύ εναγομένου 1 και προηγούμενων ιδιοκτητών. Εν πάση περιπτώση όμως, ακόμα και να συνέτρεχαν οι δύο πρώτες προυποθέσεις, η τρίτη προυπόθεση δεν πληρείται. Ο ενάγοντας προέβαλε μια γενική, αλλά και διαζευκτική αναφορά ότι οι εναγόμενοι θα πωλήσουν ή και εξάξουν το υπό αναφορά αυτοκίνητο, λέγοντας ότι από όσο καλύτερα γνωρίζει, πιστεύει και πληροφορείται, χωρίς να γίνεται μια σαφής αναφορά ως προς την πηγή άντλησης της γνώσης του αυτής. Πέραν τούτου, η αναφορά του ότι ο εναγόμενος 1 ενδέχεται να φύγει από την Δημοκρατία επειδή είναι Ρωσικής καταγωγής και δεν έχει διεξάγει πλέον εργασίες στην Κύπρο όπως έχει πληροφορηθεί από γνωστούς του ο ενάγοντας, όχι μόνο έχει παραμείνει γενική, ασαφής και αόριστη και δεν αποκαλύπτεται ποιοι είναι αυτοί οι γνωστοί του ενάγοντα που επίσης ως πρόσωπα και ισχυρισμός παρέμεινε στην σφαίρα της ασάφειας, αλλά επιπλέον η θέση αυτή του ενάγοντα αντικρούεται από την σαφή και λεπτομερή αναφορά του εναγόμενου 1 η οποία συνοδεύεται και από έγγραφη μαρτυρία, που καταδεικνύει τον δεσμό του με την Δημοκρατία και την εργοδότηση του σε αυτή με μισθό € 6,000 μηνιαίως, ισχυρισμός ο οποίος παρέμεινε αναντίλεκτος, διότι δεν ζητήθηκε η οποιαδήποτε αντεξέταση ή προσαγωγή συμπληρωματικής - απαντητικής ένορκης δήλωσης που να αντικρούει αυτήν την θέση και συνακόλουθα δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο η εισήγηση που έγινε από πλευράς ενάγοντα μέσα από την αγόρευση των δικηγόρων του και που συνίστατο στην μη καταχώρηση επακριβώς των πραγματικών του απολαβών, διότι είτε είναι ακάθαρτες αυτές οι απολαβές, είτε είναι οι καθαρές, δεν παύει από του να αντικρούει την θέση του ενάγοντα ότι δεν διεξάγει πλέον εργασίες στην Κύπρο. Η εισήγηση του ενάγοντα που τέθηκε στην αγόρευση των δικηγόρων του ότι αποδεικνύεται ο μη στενός δεσμός του εναγόμενου 1 με την αναφορά της ενόρκως δηλούσας των εναγομένων ότι απουσίαζε για τις γιορτές των Χριστουγέννων μέχρι τις 9/1/2016, είναι τουλάχιστον ατυχής και θα αναμένετο τουλάχιστον μια πιο ανθρώπινη και λογική προσέγγιση. Επίσης αντικρούεται και η θέση του ενάγοντα περί αφερεγγυότητας των εναγομένων 2, διότι υπάρχει ο σαφής ισχυρισμός ότι οι εναγόμενοι 2 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και αδειοδοτημένη από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου και παρέχει σχετικές υπηρεσίες και η εισήγηση που έγινε στην αγόρευση του ενάγοντα ότι η εναγόμενη 2 ανά πάσα στιγμή μπορεί να πάψει να υφίσταται ή ακόμα και να τερματιστούν οι υπηρεσίες του εναγόμενου 1 προς την εναγόμενη 2 και ότι η οποιαδήποτε άδεια μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή, παρέμειναν στην σφαίρα του υποθετικού και χωρίς κάποια χειροπιαστή ένδειξη για αυτόν τον κίνδυνο και που εν πάση περιπτώση δεν ζητήθηκε η οποιαδήποτε αντεξέταση ή προσαγωγή συμπληρωματικής - απαντητικής ένορκης δήλωσης που να αντικρούει αυτήν την θέση και όσον αφορά την θέση ότι η εναγόμενη δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεινύει την ύπαρξη οποιασδήποτε περιουσίας, δεν αποτελεί υπό το φως της πιο πάνω αξιολόγησης και της τύχης της παρούσας αίτησης ικανοποιητική ένδειξη που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων. Η θέση του ενάγοντα περί αντικανονικότητας της ένορκης δήλωσης από πλευράς εναγομένων, δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ρητώς ότι είναι εξουσιοδοτημένη από τους εναγόμενους όπως προβεί στην ένορκη δήλωση και λόγω της πρόσκαιρης απουσίας του εναγόμενου 1 και λόγω των στενών χρονοδιαγραμμάτων που τέθηκαν από το Δικαστήριο και είναι η δικαιολογημένη η καταχώρηση της από την ίδια εν΄ όψει του χρόνου που επέστρεφε ο εναγόμενος 1, του χρόνου όπου ήταν η παρούσα αίτηση ορισμένη και η εισήγηση του ενάγοντα όπως αυτή τέθηκε στην αγόρευση των δικηγόρων του περί απουσίας αναφοράς για το πότε αναχώρησε ο εναγόμενος 1, δεν διαδραματίζει οποιοδήποτε ρόλο και που εν πάση περιπτώση το υπόβαθρο της ενόρκως δηλούσας που δικαιολογεί την καταχώρηση εκ μέρους της ένορκης δήλωσης παρέμεινε αναντίλεκτο, διότι δεν ζητήθηκε η αντεξέταση της και ούτε η καταχώρηση οποιασδήποτε συμπληρωματικής - απαντητικής ένορκης δήλωσης. Η ενόρκως δηλούσα είναι μεν δικηγόρος, αλλά δεν χρησιμοποίησε την ιδιότητα της αυτή ως μάρτυρας και ως δικηγόρος αντίστοιχα και συνακόλουθα δεν τίθεται ζήτημα παρατυπία. Αναμφίβολα η νομολογία έχει κατ΄ επανάληψη επισημάνει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, αλλά δεν έχει φθάσει στο σημείο της απαγόρευσης ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση, (Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82). Η απαγόρευση αφορά την όμνυση ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, ο οποίος είναι ή στη συνέχεια της διαδικασίας, καθίσταται μάρτυρας γεγονότων οπότε και θεωρείται ασυμβίβαστος ο περαιτέρω εκ μέρους του χειρισμός της υπόθεσης, (In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R,. 319 και Thanos Hotels Ltd ν. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Επί όλου του θέματος της εκ μέρους δικηγόρου όρκισης ένορκης δήλωσης, σχετική είναι και η απόφαση στη Nikitin Alexander v. Grigorey Alexander, Πολ. Έφ. 66/2011, ημερ. 28.5.2013). Αναφορικά με την θέση που προβλήθηκε από πλευράς εναγομένων ότι δεν έχει καταδειχθεί η οποιαδήποτε προσπάθεια για μείωση της ζημιάς του ενάγοντα και που συνίσταται στις προσπάθειες του για εξεύρεση νέου ενοικιαστή, αυτό δεν εξετάζεται στα πλαίσια εξέτασης της παρούσας διαδικασίας, αλλά στα πλαίσια της κανονικής ακροαματικής διαδικασίας, διότι είναι ούτως ή άλλως γνωστή η αρχή ότι κάθε μέρος οφείλει να λάβει τα δέοντα μέτρα για μείωση της ζημιάς του. Εν πάση περιπτώση όμως και ειρήσθω εν παρόδω, εάν η απαίτηση του ενάγοντα τελικώς θα υπερβεί τις € 10,000 εν΄ όψει του παρακλητικού Β και Γ του κλητηρίου εντάλματος, θα πρέπει να γίνει και η ανάλογη επικόλληση χαρτοσήμων. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει ότι πληρούνται οι προυποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων και συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος του ενάγοντα και υπέρ των εναγομένων ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο