← Κύπρος

SORTER INVESMENTS LIMITED ν. PESHCHANSKAYA LIUDMILA, Αρ. Αγωγής: 1659/10, 24/2/2016

SORTER INVESMENTS LIMITED ν. PESHCHANSKAYA LIUDMILA, Αρ. Αγωγής: 1659/10, 24/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A85 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ.Ι. Κίτσιου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1659/10 Μεταξύ: SORTER INVESMENTS LIMITED, από τη Λάρνακα Εναγόντων και PESHCHANSKAYA LIUDMILA, από τη Ρωσία, τώρα Λεμεσό Εναγόμενης Ημερομηνία 24.02.2016 Για τους Ενάγοντες: κ. Χρ. Χ"Στερκώτη (κα Κάττου κατά την απόφαση) Για την Εναγόμενη: κ. Άγγελος Παφίτης και κα Τερψοπούλου για Άγγελος Γ. Παφίτης ΔΕΠΕ (κα Τερψοπούλου κατά την απόφαση) Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Απαίτηση των Εναγόντων, εναντίον της Εναγόμενης, αφορά αποζημιώσεις για παράνομη κατοχή και επέμβαση σ' ένα οικόπεδο, στην τοποθεσία ΠΑΝΘΕΑ του Δήμου Μέσα Γειτονιάς, Τεμάχιο 273 (στο εξής το οικόπεδο) του οποίου εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης είναι οι Ενάγοντες, ως ισχυρίζονται. Ζητείται, ως εκ τούτου, διάταγμα που να αναγνωρίζει την παράνομη επέμβαση της Εναγόμενης, και, ότι ο μόνος δικαιούχος στην κατοχή του οικοπέδου είναι οι Ενάγοντες. Τέλος ζητείται διάταγμα που να απαγορεύει στην Εναγόμενη να επεμβαίνει κατέχοντας ή χρησιμοποιώντας το οικόπεδο. Τα δικαιώματα των Εναγόντων πηγάζουν από την αγορά του οικοπέδου από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη Χαράλαμπο Χαραλάμπους, ως ισχυρίζονται. Με την Υπεράσπισή της, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι είναι ο μοναδικός νόμιμος ιδιοκτήτης και/ή δικαιούχος στην κατοχή του επίδικου οικοπέδου. Οποιαδήποτε σύμβαση αγοράς του επίδικου οικοπέδου από τους Ενάγοντες είναι άκυρη ως προϊόν δόλου, απάτης, και οι Ενάγοντες γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι η Εναγόμενη ήταν νόμιμη ιδιοκτήτρια του οικοπέδου και/ή είχαν γνώση των δικαιωμάτων της επί αυτού. Η Εναγόμενη ως ιδιοκτήτρια του οικοπέδου από το Φεβρουάριο του 2000 ουδέποτε το πώλησε ή επέτρεψε την πώληση του ή το αποξένωσε, οι δε Ενάγοντες είναι κακόπιστοι αγοραστές. Ζητείται, ως εκ τούτου, με Ανταπαίτηση η έκδοση απόφασης με την οποία να αναγνωρίζεται ότι η Εναγόμενη είναι ο νόμιμος ιδιοκτήτης και/ή δικαιούχος στην κατοχή και χρήση του επίδικου οικοπέδου, δυνάμει σύμβασης αγοράς και/ή δυνάμει του δικαίου της επιείκειας. Ζητείται δε και διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται και/ή κηρύσσεται άκυρη οποιαδήποτε σύμβαση αγοράς υπογράφηκε μεταξύ Εναγόντων και τρίτων προσώπων σε σχέση με το επίδικο οικόπεδο, καθώς και διάταγμα με το οποίο να εξαναγκάζονται οι Εναγόμενοι (προφανώς πρόκειται για παραδρομή και εννοείται Ενάγοντες) να παρουσιαστούν στο Κτηματολόγιο Λεμεσού και να αποσύρουν τυχόν αγοραπωλητήριο συμβόλαιο που έχουν κακώς καταθέσει σε σχέση με το επίδικο οικόπεδο. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και στην Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση οι Ενάγοντες απορρίπτουν τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης ως αναληθείς, ψευδείς και ανυπόστατους και ως προϊόν δεύτερης σκέψης. Η Εναγόμενη, ισχυρίζονται, δεν ήταν ποτέ εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του επίδικου οικοπέδου και ως εκ τούτου δεν είναι δικαιούχος κατοχής αυτού. Απαίτηση και Ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν. Για την απόδειξη της Απαίτησης κατέθεσαν πέντε μάρτυρες (στο εξής Μ.Ε.). Για την Υπεράσπιση και απόδειξη της Ανταπαίτησης κατέθεσαν δύο μάρτυρες (στο εξής Μ.Υ.). Κατά την ακροαματική διαδικασία η εκδοχή των διαδίκων υποστηρίχθηκε και με την παρουσίαση εγγράφων τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια, στα οποία, θα αναφερθεί το Δικαστήριο σε μεταγενέστερο στάδιο, όπου κριθεί αναγκαίο στο βαθμό και στην έκταση που αυτά σχετίζονται με την αιτιολόγηση της απόφασής του. Μ.Ε.1 κατέθεσε ο Αντωνάκης Αριστείδου. Στις 23.07.2009, κατόπιν συμφωνίας με τον προηγούμενο ιδιοκτήτη, μέτοχο των Εναγόντων, Λευτέρη Λύρα, αγόρασε όλες τις μετοχές των Εναγόντων, αφού κατέβαλε το ποσό των €200.000,00 και έκτοτε είναι διευθυντής αυτών. Κατ' εκείνη την περίοδο, οι Ενάγοντες ήταν εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες, ενός οικοπέδου με αριθμό εγγραφής 270, Τεμάχιο 273 (επίδικο). Το εν λόγω οικόπεδο του είχε υποδειχθεί πριν την αγορά των μετοχών και στηρίχθηκε στην ύπαρξη του με πρόθεση την ανάπτυξη και ενδεχόμενη πώληση του, με σκοπό το κέρδος. Το οικόπεδο ήταν περιφραγμένο και γεμάτο χόρτα. Όταν το ξαναεπισκέφθηκε, λίγο αργότερα, είδε ότι είχε τοποθετηθεί κλειδωνιά στην καγκελόπορτα καθώς και πινακίδα με την προειδοποίηση «προσοχή σκύλος». Είδε δύο σκύλους εντός του οικοπέδου και μια κυρία μεγάλης ηλικίας, που όπως έμαθε αργότερα, είναι η Εναγόμενη. Αντέδρασε, πλην όμως δεν μπορούσε να συνεννοηθεί μαζί της, επειδή αυτή δεν μιλούσε ελληνικά. Αργότερα πληροφορήθηκε ότι η Εναγόμενη διεκδικούσε το επίδικο οικόπεδο και τον εμπόδιζε να εισέλθει σε αυτό για να το αξιοποιήσει ή να το εκμεταλλευθεί, οπότε προσέφυγε σε δικηγόρο με αποτέλεσμα την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Μ.Ε.2 κατέθεσε ο Χαράλαμπος Χαραλάμπους. Στις 18.03.1998, με βάση συμβόλαιο, πώλησε στην εταιρεία Πανίκος Α. Αριστείδου Λτδ, το επίδικο οικόπεδο στην τιμή των ΛΚ45.000,

  1. Του είχε δοθεί προκαταβολή ΛΚ5.000,
  2. Στη συνέχεια, η προαναφερόμενη εταιρεία μέσω του διευθυντή της, Πανίκου Αριστείδου, εισηγήθηκε την ακύρωση της συμφωνίας ημερομηνίας 18.03.1998 καθότι δύο ρωσίδες, που ήταν ιδιοκτήτριες συνορεύοντος, με το επίδικο οικόπεδο, ακινήτου, ήθελαν να αγοράσουν το οικόπεδο. Αυτός αποδέχθηκε την πρόταση και η συμφωνία ημερομηνίας 18.03.1998 ακυρώθηκε. Ακολούθως οι δύο ρωσίδες, ονόματι Stella Mamoulova και Olga Danilova, με συμφωνία ημερομηνίας 17.06.1998 αγόρασαν από το μάρτυρα το επίδικο οικόπεδο στην τιμή των ΛΚ45.000,
  3. Η σχετική συμφωνία κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο Λεμεσού. Με την υπογραφή δε της συμφωνίας η κατοχή του οικοπέδου παραδόθηκε στις δύο κυρίες, ενώ με πληρωμές που έγιναν κατά διαφορετικά διαστήματα, αν και δεν γίνονταν σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας, του είχαν καταβάλει ΛΚ30.000,
  4. Ο μάρτυρας συνέχισε να επισκέπτεται την κατοικία των δύο ρωσίδων αφού αυτή ήταν δίπλα από το επίδικο οικόπεδο, για να του εξοφλήσουν το τίμημα του οικοπέδου. Η κατοικία τους όμως ήταν κλειστή, εκτός από μία φορά όπου του άνοιξε κάποιος άνδρας ονόματι Andrei. Περί τις αρχές του 2001, είδε ξανά στην κατοικία τον Andrei ο οποίος τον προσέγγισε και του είπε πως ήταν πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των δύο ρωσίδων και πως ήθελε να διευθετήσουν την υπόθεση και για το οικόπεδο. Αυτός του ανέφερε ότι δεν μπορούσε να τον αναγνωρίσει ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο των δύο ρωσίδων. Κατάλαβε ότι ο Andrei ήθελε να τον ξεγελάσει με διάφορα προσχήματα και γι' αυτό δεν του παρέδωσε την κατοχή του οικοπέδου. Ο Andrei τον επισκέφθηκε και στο σπίτι του και γνωρίστηκαν περισσότερο. Του έκανε αναφορές για το οικόπεδο, πλην όμως ο μάρτυρας του έλεγε ότι αναγνωρίζει μόνο τις δύο ρωσίδες στις οποίες το είχε πωλήσει. Ταυτόχρονα όμως, οι δύο ρωσίδες είχαν εξαφανιστεί και ζήτησε από τον Andrei να του δώσει στοιχεία της διεύθυνσής τους, χωρίς όμως ανταπόκριση. Θυμόταν ακόμη πως μετά τη γνωριμία του με τον Andrei ο τελευταίος τον επισκέφθηκε αργά στο σπίτι του, ένα βράδυ περί τις 9:
  5. Ο Andrei κρατούσε ένα σακουλάκι με χρυσαφικά τα οποία ήθελε να του πωλήσει. Και άλλες φορές του είχε προτείνει να του πωλήσει διάφορα πράγματα, μεταξύ αυτών και κινητό τηλέφωνο. Ο μάρτυρας δεν ενδιαφερόταν. Την επόμενη μέρα ο Andrei τον επισκέφθηκε ξανά στο σπίτι του και τον παρακάλεσε να του φυλάξει τα χρυσαφικά, πράγμα που ο μάρτυρας του αρνήθηκε. Τον παρακάλεσε τότε να τα φυλάξει σε θυρίδα τράπεζας για 5 - 6 εβδομάδες γιατί ο Andrei θα πήγαινε στη Ρωσία. Ο τελευταίος επέμενε πάρα πολύ, και το ζήτησε ως βοήθεια. Την επόμενη ημέρα, πρωί, ο μάρτυρας με τη σύζυγο του, τη μητέρα του Andrei (Εναγόμενη) και την εγγονή της (Μ.Υ.1), πήγαν σε κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου, στη Λεμεσό, και φύλαξαν στο όνομα της συζύγου του μάρτυρα, Χρύσως Παναγιώτου, τα χρυσαφικά του Andrei. Όταν τοποθετήθηκαν τα χρυσαφικά στη θυρίδα, η Μ.Υ.1 παρακάλεσε αυτόν και τη σύζυγο του, κρατώντας ένα διπλωμένο χαρτί, να της υπογράψουν ότι τα κοσμήματα που έβαλαν στη θυρίδα ανήκαν στον πατέρα της. Τόσο αυτός όσο και η σύζυγος του, ανυποψίαστοι, υπόγραψαν ότι θα φυλάξουν τα πιο πάνω κοσμήματα στη θυρίδα, μέχρι να επιστρέψει ο Andrei. Τα εν λόγω κοσμήματα βρίσκονται μέχρι και σήμερα στη θυρίδα παρόλο που κάλεσε τον Andrei επανειλημμένα να τα παραλάβει. Διόρισε δε και δικηγόρο ο οποίος έστειλε επιστολή στη Μ.Υ.1 η οποία τηλεφωνικά του ανέφερε ότι με τα κοσμήματα εξοφλήθηκε το χρέος του οικοπέδου. Ήταν η θέση του Μ.Ε.2 πως ουδέποτε έκανε συμφωνία με τον Andrei ή τη μητέρα του - Εναγόμενη - ώστε να δεχθεί τα κοσμήματα για εξόφληση του χρέους των δύο ρωσίδων, ούτε γνώριζε άλλωστε την αξία τους. Η Εναγόμενη ουδέποτε του ζήτησε να της μεταβιβάσει το επίδικο οικόπεδο και δήλωσε έτοιμος να της παραδώσει τα χρυσαφικά. Ακολούθως, σύμφωνα με τον Μ.Ε.2, ο Πανίκος Αριστείδου ο οποίος ενεργούσε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των δύο ρωσίδων, και κατόπιν οδηγιών τους, ήγειρε αγωγή εναντίον του για διαφωνίες που είχε μαζί τους, πρόκειται για την αγωγή 3801/06 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Η εν λόγω αγωγή διευθετήθηκε μετά από διαπραγματεύσεις, μεταξύ των δικηγόρων τους. Στα πλαίσια της διευθέτησης συμφωνήθηκε να επιστραφούν στη Stella Mamulova τα χρήματα που αυτή με την κόρη της, Olga Danilova, κατέβαλαν στο μάρτυρα για την αγορά του επίδικου οικοπέδου. Συντάχθηκε προς τούτο έγγραφο ημερομηνίας 18.04.2007 για την ακύρωση της συμφωνίας ημερομηνίας 17.06.
  6. Ως εκ τούτου ο Πανίκος Αριστείδου, ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των δύο ρωσίδων, πήγε στο Κτηματολόγιο Λεμεσού και απέσυρε τη συμφωνία ημερομηνίας 17.06.
  7. Την ίδια μέρα, 18.04.2007 που έγινε η ακυρωτική συμφωνία, ο Μ.Ε.2 πώλησε το επίδικο οικόπεδο και το μεταβίβασε στους Ενάγοντες. Μ.Ε.3 κατέθεσε η Χρύσω Παναγιώτου, σύζυγος του Μ.Ε.
  8. Έμαθε για την Εναγόμενη και το γιο της, Andrei, εξαιτίας του ότι ο σύζυγος της είχε ένα οικόπεδο (το επίδικο) το οποίο πώλησε στη Stella Mamulova και Olga Danilova και ο σύζυγος της είδε τον Andrei μέσα στο οικόπεδο. Αυτή δεν ήταν παρούσα, όμως στη συνέχεια υπήρξε γνωριμία και κάποια φιλία. Θυμόταν ότι κάποια μέρα ο Andrei πήγε στο σπίτι τους με χρυσαφικά και τους πρότεινε να τα αγοράσουν σε καλή τιμή. Ο σύζυγος της του είπε ότι δεν ενδιαφερόταν και ο Andrei δεν επέμενε. Την επόμενη μέρα τους επισκέφθηκε ξανά ο Andrei και ζήτησε από το σύζυγο της να του κάνει μία ευκολία, ως χαρακτηριστικά ανέφερε, και έδωσε και σε αυτήν ένα κουτί με χάπια για το ζάχαρο, ως δώρο. Ο σύζυγος της φιλοτιμήθηκε και δέχθηκε την πρόταση του. Ο Andrei είχε ζητήσει από το σύζυγο της να πάρει την Εναγόμενη και την κόρη του (Μ.Υ.1) την επόμενη μέρα, να βάλει τα χρυσαφικά σε μία θυρίδα για 4-5 εβδομάδες. Την επόμενη μέρα αυτή με το σύζυγο της πήραν, με το αυτοκίνητο τους, την Εναγόμενη και την κόρη του Andrei στην τράπεζα για να φυλαχθούν τα χρυσαφικά. Επειδή ο σύζυγος της δεν είχε ταυτότητα μαζί του, κάτι που ήταν απαραίτητο για να ανοιχθεί θυρίδα, ανοίχθηκε τέτοια στο όνομα της που είχε την ταυτότητα μαζί της. Στη συνέχεια η Μ.Υ.1 ζήτησε και την πήραν για κάποια δουλειά που είχε περί τα 15 λεπτά, όπως τους ανέφερε, δίπλα από το ταχυδρομείο. Ωστόσο η Μ.Υ.1 έκανε μία ώρα να επιστρέψει. Μετά μετέφεραν την Εναγόμενη και τη Μ.Υ.1 στο σπίτι τους και έκτοτε ο Andrei εξαφανίστηκε. Ο σύζυγος της τηλεφωνούσε στη Μ.Υ.1 ρωτώντας την πού είναι ο πατέρας της για πάρει τα χρυσαφικά και αυτή άλλοτε έλεγε ότι δεν γνώριζε και άλλοτε ότι μπορεί να ήταν στον Καναδά. Επειδή πέρασε καιρός, χωρίς να επιστρέψει ο Andrei και να ζητήσει τα χρυσαφικά, ο σύζυγος της αποτάθηκε σε δικηγόρο και τότε για πρώτη φορά άκουσαν ότι τα χρυσαφικά τους δόθηκαν για εξόφληση του χρέους του επίδικου οικοπέδου. Σε καμία περίπτωση αποδέχτηκαν τα χρυσαφικά ως εξόφληση χρέους του οικοπέδου. Αν ήταν για τέτοιο σκοπό θα τα έπαιρναν πρώτα σε εκτιμητή για να βεβαιωθούν για την αξία τους. Μ.Ε.4 κατέθεσε ο Πανίκος Αριστείδου, εκ των διευθυντών των Εναγόντων. Ο άλλος διευθυντής είναι ο πατέρας του, Αντωνάκης Αριστείδου (Μ.Ε.1). Στις 20.03.1998 πώλησε, (προφανώς εννοεί την εταιρεία Πανίκος Α. Αριστείδου Λτδ) δυνάμει πωλητηρίου, μία κατοικία που βρίσκεται στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής J264, Τεμάχιο 267, στη Μέσα Γειτονιά, στις ρωσίδες Stella Mamulova και Olga Danilova. Από τις 18.03.1998 είχε προηγηθεί αγορά από την εταιρεία Πανίκος Α. Αριστείδου Λτδ ενός οικοπέδου - το επίδικο - το οποίο ανήκε στον Χαράλαμπο Χαραλάμπους και το οποίο συνορεύει με την προαναφερόμενη κατοικία. Ο λόγος που αγοράστηκε το επίδικο οικόπεδο ήταν επειδή επρόκειτο για περίπτωση που υπήρχαν άριστες προοπτικές ανάπτυξης, η δε εταιρεία Πανίκος Α. Αριστείδου Λτδ, της οποίας επίσης είναι διευθυντής, ασχολείτο, με ανάπτυξη γης και θα μπορούσε να ανεγείρει μια μεγάλη έπαυλη εντός αυτού ή ακόμη και πολυκατοικία. Στη συνέχεια, οι δύο ρωσίδες, που αγόρασαν την κατοικία, επέδειξαν ενδιαφέρον και για την αγορά του επίδικου, συνορεύοντος με την αγορασθείσα κατοικία τους, οικοπέδου. Η εταιρεία Πανίκος Α. Αριστείδου Λτδ αποφάσισε να προβεί στην ακύρωση του συμβολαίου αγοράς του επίδικου οικοπέδου που είχε συνάψει στις 18.03.1998 με τον τότε ιδιοκτήτη Χαράλαμπο Χαραλάμπους, πράγμα που έγινε, ύστερα από συνεννόηση με τον τελευταίο, και αφού ο Χαραλάμπους επέστρεψε το ποσό της προκαταβολής που είχε πάρει από την εταιρεία Πανίκος Α. Αριστείδου Λτδ. Ο Μ.Ε.4 έφερε σε επαφή τις δύο ρωσίδες με το Χαραλάμπους και επιτεύχθηκε η αγορά του επίδικου οικοπέδου, από τις δύο ρωσίδες, στις 17.06.
  9. Αφού περατώθηκε η κατοικία που πωλήθηκε στις δύο ρωσίδες, οι τελευταίες έφυγαν για τη Ρωσία, για μεγάλο χρονικό διάστημα, και ο Μ.Ε.4 δεν είχε επαφή μαζί τους. Στις αρχές του 2006, ο Χριστάκης Νεάρχου, αρχιτέκτονας της Stella Mamulova, ανέφερε στο Μ.Ε.4 πως αυτή πληροφορήθηκε, από κάποιο γνωστό της ρώσο που διαμένει στην Κύπρο, ότι αυτός (ο Μ.Ε.4) είχε προχωρήσει στην ακύρωση του συμβολαίου που είχε η εταιρεία του μαζί της, για την κατοικία, και ότι προχώρησε στην υπογραφή συμβολαίου πώλησης της κατοικίας με αγοραστές την Εναγόμενη και τον γιο της, Andrei Pechtchanskiy. Αυτός απάντησε ότι ήταν αλήθεια και πως ο Pechtchanskiy του παρουσίασε πληρεξούσιο ημερομηνίας 11.06.
  10. Στη συνέχεια πληροφορήθηκε, πάλι μέσω του Νεάρχου, ότι οι δύο ρωσίδες δεν έδωσαν οποιοδήποτε πληρεξούσιο στον Andrei Pechtchanskiy και πως αυτό που του παρουσιάστηκε ήταν πλαστό. Ακόμη του ειπώθηκε ότι ο Andrei Pechtchanskiy και η μητέρα του - Εναγόμενη, εξαπάτησαν τη Stella Mamulova διότι δεν υλοποίησαν οποιεσδήποτε από τις υποσχέσεις που της είχαν δώσει, αναφορικά με την πρόθεση τους να αγοράσουν τη ρηθείσα κατοικία και πως δόλια της αφαίρεσαν την κατοχή της κατοικίας και διαμένουν παράνομα σε αυτήν, χωρίς να της έχουν δώσει το συμφωνηθέν τίμημα εκτός από ένα μικρό ποσό. Το καλοκαίρι του 2006 η Stella Mamulova ήρθε στην Κύπρο για να καταγγείλει την υπόθεση στην Αστυνομία για την κατοχή της κατοικίας από την Εναγόμενη και το γιο της, πράγμα που έκανε. Κατ' αυτό το χρονικό διάστημα ο μάρτυρας συναντήθηκε με τη Stella Mamulova και της εξήγησε πως ο Andrei παρουσιάζοντας του πλαστό πληρεξούσιο, ημερομηνίας 11.06.2000, τον εξαπάτησε για να ακυρώσει τη συμφωνία που είχε συνάψει η εταιρεία του, Πανίκος Α. Αριστείδου Λτδ, μαζί της και της Olga Danilova, σχετικά με την αγορά της κατοικίας, και πως όντως συντάχθηκε νέα συμφωνία μεταξύ της εταιρείας του, Πανίκος Α. Αριστείδου Λτδ, και της Εναγόμενης, (μητέρας του Andrei) για την αγορά της κατοικίας. Στην τελευταία αυτή συμφωνία, ο μάρτυρας υπολόγισε, έναντι της συμφωνηθείσας τιμής, το ποσό που οι δύο ρωσίδες του είχαν καταβάλει ως προκαταβολή, λαμβανομένου υπόψη του πληρεξουσίου το οποίο όμως τελικά δεν ήταν γνήσιο. Για τα θέματα της υπόθεσης αυτής, η εταιρεία του Μ.Ε.4, Πανίκος Α. Αριστείδου Λτδ, κίνησε την αγωγή 5678/07 στην οποία έχει εκδοθεί απόφαση την οποία η εταιρεία Πανίκος Α. Αριστείδου Λτδ έχει εφεσιβάλει, ωστόσο, το Δικαστήριο, στην εν λόγω αγωγή, αποφάσισε ότι το πληρεξούσιο ημερομηνίας 11.06.2000 που του παρουσίασε ο Andrei δεν ήταν γνήσιο, διότι η Olga Danilova απουσίαζε από την Κύπρο κατά το χρόνο σύνταξης του και έτσι ήταν πλαστό. Προς ενίσχυση του γεγονότος ότι όντως η Olga Danilova στις 11.06.2000 δεν βρισκόταν στη Δημοκρατία, παρουσιάστηκε, στην παρούσα δίκη, από το Μ.Ε.4 σχετική επιστολή του Υπουργείου Εσωτερικών-Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Ανέφερε ακόμη ο Μ.Ε.4 πως η Stella Mamulova και Olga Danilova τον είχαν ήδη διορίσει ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους για να χειριστεί τις διαφορές που αυτές είχαν με τον Χαράλαμπο Χαραλάμπους τόσο, για το επίδικο οικόπεδο, όσο και τις διαφορές που είχαν με την Εναγόμενη και το γιο της, Andrei, για την κατοικία. Παρουσίασε το σχετικό πληρεξούσιο ημερομηνίας 05.04.2006 (Τεκμήριο 18), το οποίο υπογράφηκε στην Κυπριακή Πρεσβεία που βρίσκεται στη Μόσχα, όπου ο Μ.Ε.4 είχε μεταβεί για το σκοπό αυτό. Ο Μ.Ε.4, ενεργώντας ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των δύο ρωσίδων και κατόπιν οδηγιών τους, ήγειρε την αγωγή 3801/06, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, εναντίον του Χαράλαμπου Χαραλάμπους. Η αγωγή διευθετήθηκε και ακυρώθηκε η συμφωνία ημερομηνίας 17.06.1998 που είχε συναφθεί μεταξύ των δύο ρωσίδων και του Χαραλάμπους. Συντάχθηκε προς τούτο σχετικό ακυρωτικό έγγραφο, ημερομηνίας 18.04.
  11. Στη συνέχεια ο μάρτυρας, ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των δύο ρωσίδων, πήγε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού και απέσυρε τη συμφωνία πώλησης ημερομηνίας 17.06.
  12. Με την ακύρωση της συμφωνίας, ο Μ.Ε.4, λόγω της εμπειρίας του στα κτηματικά και γνωρίζοντας την αξία του επίδικου οικοπέδου, έχοντας δε την άποψη ότι επρόκειτο για πολύ καλή επένδυση, παρότρυνε φιλικά και συγγενικά του πρόσωπα, τα οποία είχαν συστήσει και συμμετείχαν στη μετοχική σύνθεση των Εναγόντων, να αγοράσουν το επίδικο οικόπεδο από τον Χαραλάμπους. Είναι γι΄ αυτό που στις 18.04.2007 οι Ενάγοντες αγόρασαν από τον Χαραλάμπους, αφού του κατέβαλαν το ποσό των ΛΚ88.500,00, το επίδικο οικόπεδο το οποίο μεταβιβάστηκε την ίδια μέρα επ΄ ονόματι των Εναγόντων. Ο Μ.Ε.4 κατέθεσε ακόμη ότι είχε έρθει σε προφορική συμφωνία το 2007 με τους τότε ιδιοκτήτες των Εναγόντων ότι θα το αναπτύξουν μαζί και θα έκαναν συμφωνία αντιπαροχής μόλις συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις ανάπτυξης του. Επειδή όμως καθυστερούσε η ανάπτυξη του οικοπέδου, οι ιδιοκτήτες των Εναγόντων έκαναν δεύτερες σκέψεις και ήθελαν να πωλήσουν την εταιρεία και το οικόπεδο. Τότε ο Μ.Ε.4 συνέστησε στον πατέρα του (Μ.Ε.1) να συμφωνήσει και να αγοράσει τις μετοχές των Εναγόντων για να το αναπτύξουν μαζί. Έκανε προφορική συμφωνία με τον πατέρα του για ανάπτυξη του επίδικου οικοπέδου και για αυτό αργότερα διορίστηκε και ο ίδιος διευθυντής των Εναγόντων, ούτως ώστε μόλις θα υπήρχαν πρόσφορες προϋποθέσεις, να προχωρήσουν στην ανάπτυξή του. Το 2009 ο πατέρας του, (Μ.Ε.1) αγόρασε τις μετοχές των Εναγόντων. Αργότερα δε, όταν ο πατέρας του επισκέφθηκε το επίδικο οικόπεδο ανέφερε στο Μ.Ε.4 ότι μέσα σε αυτό είδε μία ηλικιωμένη γυναίκα με την οποία δεν μπορούσε να συνεννοηθεί, εξ' αιτίας της γλώσσας που αυτή μιλούσε. Από την περιγραφή ο μάρτυρας κατάλαβε ότι επρόκειτο για την Εναγόμενη. Ακολούθως μετέβηκε και ο ίδιος επί τόπου, στο επίδικο οικόπεδο, και διαπίστωσε ότι η Εναγόμενη παράνομα επενέβαινε σε αυτό και είχε προβεί στον καθαρισμό του. Αντέδρασε και προέβηκε σε παρατηρήσεις τόσο στην ίδια όσο και στην εγγονή της (Μ.Υ.1) που έμεναν στη διπλανή κατοικία. Η εγγονή της Εναγόμενης μιλούσε ελληνικά και ο Μ.Ε.4 της ανέφερε ότι το οικόπεδο ανήκε στους Ενάγοντες και να πάψουν να επεμβαίνουν. Δεν υπήρξε αντίδραση στα λεγόμενα του παρά μόνο ειπώθηκε κάτι μεταξύ της Εναγόμενης και της εγγονής της στα ρώσικα. Στη συνέχεια ο Μ.Ε.4 συνέστησε στον πατέρα του να προχωρήσει με δικαστικές διαδικασίες. Η Εναγόμενη πριν την έγερση της παρούσας αγωγής ουδέποτε του ανέφερε ότι διεκδικούσε το επίδικο οικόπεδο. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Ε.4 ανέφερε πως οι Ενάγοντες πώλησαν στις 09.11.2012 το επίδικο οικόπεδο για €350.000,00 περίπου και δόθηκε ένα μικρό ποσό ως προκαταβολή. Τέλος ο μάρτυρας ανέφερε ότι από την εμπειρία του, ως εργολάβος, το επίδικο οικόπεδο, λόγω και της θέσης του, και επειδή στην περιοχή του γίνονταν ανεγέρσεις πολυκατοικιών, αυτό θα μπορούσε πολύ εύκολα να ενοικιαστεί, σε εργοληπτική εταιρεία, που θα τοποθετούσε τα εργαλεία και τα μηχανήματα της, ως αποθηκευτικός χώρος, και το μηνιαίο ενοίκιο το 2009, δεν θα ήταν λιγότερο από €1.000,00, ωστόσο τώρα θα ήταν λιγότερο, γύρω στα €500,00 το μήνα. Μ.Ε.5 κατέθεσε ο Ανδρέας Παναγιώτου. Υπήρξε διευθυντής της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών στο Αρχηγείο Αστυνομίας και υπεύθυνος του Εργαστηρίου Γραφολογίας από το 1988 μέχρι το
  13. Έχει κηρυχθεί εμπειρογνώμονας με την Κ.Δ.Π. 195/88 στις 22.07.
  14. Προέβηκε σε έρευνες και καταθέσεις στα Δικαστήρια της Δημοκρατίας. Για την παρούσα υπόθεση του δόθηκε εντολή από τον Πανίκο Αριστείδου (Μ.Ε.4) στις 18.03.2009 για έλεγχο της γνησιότητας των υπογραφών της Stella Mamulova και Olga Danilova στο πληρεξούσιο ημερομηνίας 11.06.2000 με αντίστοιχα δείγματα υπογραφών. Αφού προέβηκε σε σχετική εξέταση ετοίμασε γραφολογική έκθεση ημερομηνίας 26.03.2009 (Τεκμήριο 30). Παρουσίασε δε στο Δικαστήριο φωτοτεχνικούς συγκριτικούς πίνακες (Τεκμήρια 31 και 32). Όπως εξήγησε οι αμφισβητούμενες υπογραφές δεν ήταν πρωτότυπες αλλά αποτέλεσμα φωτοαντιγράφων. Στις περιπτώσεις αυτές, όπως εξήγησε, δεν αποτυπώνονται με ευκρίνεια όλες οι λεπτομέρειες των γραφολογικών γνωρισμάτων και επίσης στα φωτοαντίγραφα υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος μεταφοράς μίας υπογραφής από ένα πρωτότυπο έγγραφο ή αντίγραφο, σε οποιοδήποτε φωτοαντίγραφο με τη μέθοδο της πολλαπλής φωτοτύπησης. Παρά τις εν λόγω επιφυλάξεις έλαβε υπόψη του γραφολογικά γνωρίσματα που δεν επηρεάζονται με τη φωτοτύπηση στο βαθμό που να μην είναι αναγνωρίσιμα. Τα γραφολογικά γνωρίσματα είναι η γενική μορφή των υπογραφών, η σχέση και αναλογία μεταξύ των γραφικών κινήσεων, ο τρόπος έναρξης και κατάληξης, η κλίση των υπογραφών, η σχέση των υπογραφών με υπαρκτή ή νοητή οριζόντια γραμμή και η συνολική έκταση των υπογραφών. Η γνώμη του μάρτυρα, την οποία διατύπωσε και στο Δικαστήριο, ήταν πως με επιφύλαξη την εξέταση της πρωτότυπης υπογραφής, ο προσανατολισμός του είναι πως οι αμφισβητούμενες υπογραφές της Mamulova Stella και Danilova Olga επί του πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 11.06.2000 δεν είναι γνήσιες υπογραφές των δύο προσώπων αλλά αποτέλεσμα προσπάθειας αντιγραφής ή απομίμησης της γνήσιας υπογραφής τους από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του γνήσια υπογραφή τους. Μ.Υ.1 κατέθεσε η Elizaveta Peshchanskaya, εγγονή της Εναγόμενης και θυγατέρα του Andrei Pechtchanskiy. Δήλωσε ότι έχει προσωπική γνώση των όσων μαρτύρησε στο Δικαστήριο. Γεννήθηκε στη Μόσχα αλλά ζει μόνιμα στην Κύπρο από το 1996 και κατέχει την Κυπριακή υπηκοότητα. Διέμενε αρχικά με τον πατέρα της σε διαμέρισμα. Το καλοκαίρι του 2000 μετακόμισαν μόνιμα σε κατοικία δίπλα από το επίδικο οικόπεδο. Εκεί μένει και σήμερα μαζί με τη γιαγιά της, την Εναγόμενη, και τον πατέρα της όταν αυτός έρχεται στην Κύπρο. Η αγορά της κατοικίας στην οποία μένει με τη γιαγιά της έγινε από τη Stella Mamoulova το χειμώνα του
  15. H Mamulova ήθελε να φύγει από την Κύπρο εξ αιτίας οικονομικών προβλημάτων και ήθελε επίσης πωλήσει και ένα τεμάχιο γης, δηλαδή το επίδικο, το οποίο βρισκόταν δίπλα από το σπίτι τους. Μετά από διάφορες συζητήσεις που είχε ο πατέρας της με την γιαγιά της αποφασίστηκε να αγοραστεί και το επίδικο οικόπεδο. Με μία συμφωνία πώλησης, ημερομηνίας 15.02.2000, η Stella Mamoulova και η Olga Danilova πώλησαν στον πατέρα της την κατοικία που μένει σήμερα και το επίδικο οικόπεδο για το συνολικό ποσό των Λ.Κ. 315.000,
  16. Μετά την υπογραφή των εγγράφων ο πατέρας της, της τα παρέδωσε για φύλαξη. Η συμφωνία έγινε στην αγγλική (Τεκμήριο 55) και στη ρωσική γλώσσα. Όπως η μάρτυρας πληροφορήθηκε από τον πατέρα της συμφωνήθηκαν επιπλέον τα εξής: I. Η συμφωνία πώλησης θα υπογραφόταν στην αγγλική και ρωσική γλώσσα αφού η Stella δεν γνώριζε την αγγλική γλώσσα και η συμφωνία στην αγγλική γλώσσα ήταν απαραίτητη για σκοπούς παρουσίασης της σε διάφορες αρχές στην Κύπρο. II. Η υπογραφή της συμφωνίας θα γινόταν ενώπιον πιστοποιούντα υπάλληλου. III. Ο αγοραστής, δηλαδή ο πατέρας της, θα ελάμβανε κατοχή της κατοικίας ταυτόχρονα με την πληρωμή ολόκληρου του τιμήματος πώλησης. IV. Η συμφωνία θα υπογραφόταν στην παρουσία δύο μαρτύρων, του Sergey Titov για την Stella και την Olga, και του Gennadiy Shepelev για τον πατέρα της. Όταν υπογράφτηκε η προαναφερόμενη συμφωνία ο πατέρας της, η γιαγιά της και αυτή δεν γνώριζαν οτιδήποτε σχετικά με το παρελθόν των δύο κυριών, Stella Manoulova και Olga Danilova με τον Πανίκο Αριστείδου ούτε και πως βρίσκονταν στο Δικαστήριο για μεταξύ τους διαφορές ως προς την κατοικία. Είναι για αυτό το λόγο που ο πατέρας της άρχισε να πληρώνει κανονικά έναντι του τιμήματος πώλησης που συμφωνήθηκε. Θυμόταν ότι κάθε φορά που ο πατέρας της θα συναντούσε τη Stella, για να προβεί στις πληρωμές, τις έδινε τα χρήματα, στο σπίτι, και τα μετρούσε η ίδια. Σε πέντε δόσεις ο πατέρας της κατέβαλε το συνολικό ποσό των 500.000 Δολαρίων Αμερικής. Κατέθεσε δε αποδείξεις σχετικά με τις πληρωμές (Τεκμήρια 37 και 38). Οι πληρωμές γίνονταν ενώπιον δύο προσώπων, του Sergey Titov και του Gennady Shepelev. Παρουσίασε δε αντίγραφο δήλωσης του Sergey Titov με την οποία αυτός πιστοποιεί ότι ήταν μάρτυρας κατά τις πληρωμές και κατά την υπογραφή των αποδείξεων από τη Stella Mamoulova, καθώς, και δήλωση των Olga Danilova και Stella Mamoulova, ημερομηνίας 01.06.2000 με την οποία αυτές πιστοποιούν ότι έλαβαν από τον πατέρα της ολόκληρο το ποσό των Λ.Κ.315.000,00 και το οποίο αντιστοιχεί σε Δολάρια Αμερικής 508.064,
  17. Αν και οι πληρωμές έγιναν με πέντε δόσεις των 100.000 δολαρίων, o πατέρας της, στις 12.06.2000 έκανε επιπλέον τραπεζική μεταφορά 10.000 δολαρίων σε λογαριασμό της Olga Danilova και Stella Mamoulova για να καλύψει το επιπλέον πόσο των Δολαρίων Αμερικής 8.064,
  18. (Βλέπε έγγραφο με την ένδειξη ΙΙ ως έγγραφο που δεν έγινε αποδεκτό από το Δικαστήριο - Απόδειξη εντολής προς την τράπεζα). Επιπλέον επιχείρησε να καταθέσει χειρόγραφη συμφωνία πώλησης ημερομηνίας 08.06.2000 (βλέπε έγγραφο με την ένδειξη ΙΙΙ ως έγγραφο που δεν έγινε αποδεκτό από το Δικαστήριο). Όταν είχε εξοφληθεί ολόκληρο το ποσό και επρόκειτο να αρχίσουν οι διαδικασίες εγγραφής, στο όνομα του πατέρα της και της γιαγιάς της, τότε πληροφορήθηκαν ότι οι Stella και Olga ήταν στα Δικαστήρια με τον Πανίκο Αριστείδου, και πως ο τελευταίος καταχώρησε αγωγή εναντίον τους λόγω παραβίασης της μεταξύ τους συμφωνίας για μη εξόφληση ολόκληρου του ποσού αγοράς της κατοικίας. Θυμόταν ότι ο πατέρας της μόλις έμαθε για αυτό επέστρεψε στο σπίτι θυμωμένος και συζητούσε το θέμα με τη γιαγιά της στην παρουσία της. Συζητήθηκε ακόμη στην παρουσία της ότι αφού είχαν εξοφλήσει τις Stella και Olga δεν θα ήταν δυνατή η επιστροφή του ποσού που τους έδωσαν, αφού αυτές χρωστούσαν χρήματα σε διάφορους και τα χρήματα που πήραν από το πατέρα της τα ξόδευαν. Θεωρούσαν έτσι δεδομένο ότι τα χρήματα τους δεν θα μπορούσαν να τα πάρουν πίσω από αυτές. Κατόπιν συμβουλής δικηγόρου ο πατέρας της στις 08.06.2000 εξασφάλισε χειρόγραφο πληρεξούσιο από τη Stella ώστε αυτός να δικαιούται να ενεργεί ως δικαιούχος της κατοικίας και του επίδικου ακινήτου μέχρι να συνταχθεί κανονικό πληρεξούσιο. Η σύνταξη του εν λόγω πληρεξουσίου έγινε στην παρουσία του Sergey Titov. Κατ΄ αυτή τη συνάντηση η Stella υποσχέθηκε πως είχε πλήρη εξουσιοδότηση να εκπροσωπεί την Olga που ήταν κόρη της, και ως εκ τούτου ο πατέρας της ζήτησε από τη Stella, κατά την επόμενη συνάντηση που θα είχε μαζί του, να του δώσει και την εξουσιοδότηση από την Olga. Τρεις μέρες αργότερα, στις 11.06.2000, ο πατέρας της συνάντησε τη Stella η οποία του παρέδωσε υπογραμμένο και πιστοποιημένο πληρεξούσιο έγγραφο ώστε να την αντιπροσωπεύσει στη δικαστική διαδικασία που αυτή και η Olga είχαν μαζί με τον Πανίκο Αριστείδου στην αγωγή 661/
  19. Κατά την υπογραφή του εν λόγω πληρεξουσίου, η Μ.Υ.1 και ο πατέρας της δεν ήταν παρόντες. Σε εκείνη τη συνάντηση η Stella είχε παραδώσει στον πατέρα της και πληρεξούσιο με ημερομηνία 01.06.1998 με το οποίο η Olga διόριζε τη Stella ως γενική πληρεξούσιο της (Έγγραφο με την ένδειξη V). H M.Y.1 κατέθεσε ακόμη πως πριν αποχωρήσει η Stella από την κατοικία τους παρέδωσε το αγοραπωλητήριο που υπόγραψε στις 20.03.1998 με την εταιρεία Πανίκος Αριστείδου Λτδ για την αγορά της κατοικίας και ένα αγοραπωλητήριο με ίδια ημερομηνία πάλι με την εταιρεία Πανίκος Αριστείδου Λτδ για την αγορά του επίδικου οικοπέδου. Όταν ο πατέρας της επιχείρησε να εκπροσωπήσει τη Stella και την Olga στην αγωγή 661/2000 ο δικηγόρος του τον συμβούλευσε, ως την πληροφόρησε ο πατέρας της, ότι το πληρεξούσιο που αυτός είχε δεν ήταν ικανοποιητικό για σκοπούς διευθέτησης της αγωγής και ζήτησε από τη Stella να εκδώσει νέο. Την ίδια μέρα η Stella παρέδωσε στον πατέρα της άλλο πληρεξούσιο με ίδια ημερομηνία δηλαδή 11.06.
  20. Πρόκειται για το Τεκμήριο 19 ως το αναγνώρισε η μάρτυρας. Και σε αυτή την περίπτωση η M.Y.1 και ο πατέρας της δεν ήταν παρόντες κατά την υπογραφή και πιστοποίηση του πληρεξουσίου. Επειδή η Stella αρνιόταν ότι υπέγραψε τα πληρεξούσια, η Μ.Υ.1 επικοινώνησε με τους Sergey Titov και Gennady Shepelev οι οποίοι της πιστοποίησαν προφορικά, αλλά και γραπτώς , πως ήταν παρόντες όταν η Stella υπόγραφε όλα τα έγγραφα. Παρουσίασε, η μάρτυρας, γραπτές δηλώσεις των δύο προσώπων στα ρωσικά (Τεκμήρια 39 και 41). Αν και η ίδια προσπάθησε για να έρθουν τα δύο πρόσωπα, ως μάρτυρες στο Δικαστήριο, αυτό δεν κατέστηκε δυνατό διότι το Titov ζει στη Βραζιλία και είναι αδύνατο να έρθει στην Κύπρο, ο δε Shepelev ζει στη Ρωσία και του ήταν δύσκολο να παρουσιαστεί, αφού ως εξήγησε στον πατέρα της, δεν είναι καλά στην υγεία του. Η Μ.Υ.1 έμαθε από το δικηγόρο του πατέρα της, ότι η Stella και η Olga δεν είχαν εξοφλήσει το ποσό των Λ.Κ. 200.000,00 για το οποίο συμφώνησαν με τον Πανίκο Αριστείδου και του χρωστούσαν το ποσό των Λ.Κ. 70.278,
  21. Η Stella επίσης χρωστούσε λεφτά στο δικηγόρο της τα οποία πλήρωσε ο πατέρας της για να συνεχίσει τις υπηρεσίες του. Ο Πανίκος Αριστείδου και ο δικηγόρος του γνώριζαν ότι ο πατέρας της αγόρασε την κατοικία και το επίδικο οικόπεδο από τη Stella και Olga. Γνώριζαν επίσης και το ποσό που ο πατέρας της πλήρωσε. Η διευθέτηση της αγωγής 661/2000 έγινε κατόπιν εκβιαστικής πρότασης του Πανίκου Αριστείδου πλην όμως δεν υπήρχε άλλη επιλογή για τον πατέρα της, αφού ήταν αδύνατο να εισπράξει τα χρήματα που έδωσε στις Stella και Olga. Δόθηκε έτσι επιπλέον από τον πατέρα της ποσό των Λ.Κ.140.000,00 εκ των οποίων οι Λ.Κ.100.000,00 θα πληρώνονταν ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση της κατοικίας και του επίδικου οικοπέδου. Ο λόγος που συμφωνήθηκε η τιμή πώλησης της κατοικίας και του επίδικου ακινήτου σε Λ.Κ.269.722,00 οφείλεται στο ότι υπήρχαν κακοτεχνίες στην κατοικία κοστολογημένες σε Λ.Κ.35.000,00 τις οποίες ο Πανίκος Αριστείδου υποσχέθηκε ότι θα διεκπεραίωνε αν γινόταν αποδεκτή η πρόταση του για τις Λ.Κ.140.000,
  22. Ήταν εισήγηση του νέου δικηγόρου του Πανίκου Αριστείδου, κ. Αλέξανδρου Τσιρίδη, να υπογραφτεί το αγοραπωλητήριο πρώτα και μετά να αποσυρθεί η αγωγή 661/2000 αλλά με αγοραστή άλλο πρόσωπο και όχι τον πατέρα της και είναι εδώ που εξηγείται η εμπλοκή της Εναγόμενης, γιαγιάς της, στην υπόθεση. Ο πατέρας της θα ήταν εγγυητής ως ανέφερε. Για σκοπούς διευθέτησης της εν λόγω αγωγής, υπογράφτηκε η ακυρωτική συμφωνία ημερομηνίας 26.05.2003 μεταξύ της εταιρείας Πανίκος Α. Αριστείδου Λτδ και των δύο ρωσίδων Stella και Olga, με την οποία ακυρώθηκε η συμφωνία ημερομηνίας 20.03.1998 για την πώληση της κατοικίας. Τις υπογραφές πιστοποίησε ο πιστοποιών υπάλληλος Παντελής Σιλβέστρος που ήταν παρών. Ο εν λόγω πιστοποιών υπάλληλος πιστοποίησε επίσης και αντίγραφο του πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 11.06.2000 που είχε στην κατοχή του ο πατέρας της. Αφού έγιναν οι συμφωνημένες πληρωμές, δύο μέρες αργότερα αποσύρθηκε η αγωγή 661/2000 του Πανίκου Αριστείδου ως διευθετηθείσα. Στη συνέχεια η μάρτυρας ανέλαβε τα της εγγραφής της κατοικίας. Στην προσπάθεια της αυτή, στο Κτηματολόγιο Λεμεσού, διαπίστωσε ότι η συμφωνία ημερομηνίας 20.03.1998 δεν ήταν αναγκαία και δεν έγινε αποδεκτή από το Κτηματολόγιο. Κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο ωστόσο η συμφωνία ημερομηνίας 26.05.
  23. Παρότι η μεταβίβαση συμφωνήθηκε να γίνει σε έξι μήνες, αυτό δεν έγινε. Ο πατέρας της είχε ήδη μεταβεί για υποχρεώσεις του στη Ρωσία οπότε πλέον χειριζόταν αυτή προσωπικά το θέμα αφού η Εναγόμενη δεν μιλάει ούτε την αγγλική ούτε την ελληνική γλώσσα. Όσον αφορά στην εμπλοκή του Χαράλαμπου Χαραλάμπους, η Μ.Υ.1 μαρτύρησε ότι, κάποιους μήνες μετά που μετακόμισαν στην κατοικία, ο Χαραλάμπους σε διάφορες επισκέψεις του, έλεγε ότι η Stella και η Olga του χρωστούσαν χρήματα από την πώληση του επίδικου οικοπέδου και πως δεν τον είχαν εξοφλήσει πλήρως. Ο πατέρας της και η γιαγιά της, οι οποίοι μετά πάροδο δύο - τριών ετών είχαν πιστέψει πως έγιναν φίλοι με τον Χαραλάμπους, και τη σύζυγο του, ζήτησαν από αυτόν να τους μεταβιβάσει το επίδικο οικόπεδο όμως αυτός αρνήθηκε. Τότε ο πατέρας της και η γιαγιά της αποφάσισαν να του πληρώσουν το ποσό των Λ.Κ.3.000,00 το οποίο του χρωστούσαν η Stella και η Olga. Έγινε κάποιος υπολογισμός για την καθυστέρηση καταβολής χρημάτων, με την προσθήκη 8% τόκο για κάθε ημέρα. Η μάρτυρας επιχείρησε να καταθέσει σχετικό χειρόγραφο (το οποίο δεν έγινε τεκμήριο για το λόγο που εξήγησε το Δικαστήριο) το οποίο αυτή ετοίμασε με τον Χαραλάμπους, ως ισχυρίστηκε, και ο οποίος υπολόγισε ότι το ποσό που έπρεπε να του πληρωθεί ήταν Λ.Κ.19.268,
  24. Η συζήτηση αυτή με τον Χαραλάμπους έγινε κατά τον Ιούλιο του 2003 όταν ο πατέρας της Μ.Υ.1 πλήρωσε και τα διάφορα ποσά προς τον Πανίκο Αριστείδου για να γίνει η μεταβίβαση της κατοικίας. Επειδή ο πατέρας της Μ.Υ.1 και η γιαγιά της δεν είχαν άλλα χρήματα για να καταβάλουν στον Χαραλάμπους, συμφώνησαν μαζί του, όπως του παραδώσουν κοσμήματα της γιαγιάς της συνολικής αξίας Λ.Κ.20.300,00 με τη συμφωνία αυτός να μεταβιβάσει στη γιαγιά της το επίδικο οικόπεδο. Η αύξηση του ποσού οφείλεται στο ότι η συμφωνία τελικά ολοκληρώθηκε στις 20.11.2003 και ο Χαραλάμπους πρόσθεσε τόκους. Στις 20.11.2003 η Μ.Υ.1 με τη γιαγιά της, τον Χαραλάμπους και τη σύζυγο του πήγαν σε κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου, στη Λεμεσό, όπου ανοίχθηκε θυρίδα στο όνομα της συζύγου του Χαραλάμπους για να τοποθετηθούν τα χρυσαφικά. Επειδή δημιουργήθηκε έλλειψη εμπιστοσύνης προς τον Χαραλάμπους η Μ.Υ.1 σύνταξε μία συμφωνία (Τεκμήριο 35) με την οποία δίδεται εξήγηση για τα προαναφερόμενα και ότι ο Χαραλάμπους λάμβανε από την Εναγόμενη κοσμήματα αξίας Λ.Κ.20.300,00 την οποία και υπέγραψε ενώπιον του Κοινοτάρχη Καθολικής, Ανδρέα Χατζημιλτή, ο οποίος πιστοποιεί όλες τις υπογραφές. Μετά τη συμφωνία η Μ.Υ.1 επικοινώνησε με τον Χαραλάμπους, σε διαφορετικές ημερομηνίες, και του ζητούσε να πάνε για να γίνει μεταβίβαση του επίδικου οικοπέδου στο όνομα της γιαγιάς της, όμως αυτός πάντοτε έλεγε ότι ήταν απασχολημένος είτε δεν απαντούσε στα τηλέφωνα. Οι προσπάθειες για μεταβίβαση του επίδικου οικοπέδου συνεχίστηκαν και το 2005 - 2006 μέχρι και το
  25. Στάληκαν δε σχετικές επιστολές στον ίδιο και στους δικηγόρους του. Εν τω μεταξύ τον Απρίλιο του 2004 η Εναγόμενη είχε πάρει έγκριση για εγγραφή της κατοικίας στο όνομα της. Η μεταβίβαση της κατοικίας, παρά τις προσπάθειες που έγιναν, στις οποίες η Μ.Υ.1 αναφέρθηκε με λεπτομέρεια, δεν κατέστηκε δυνατή λόγω διαφωνιών με τον Πανίκο Αριστείδου, η εταιρεία του οποίου προχώρησε στην καταχώρηση της αγωγής 5678/2007 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Στην εν λόγω αγωγή η Εναγόμενη - γιαγιά της καταχώρησε ανταπαίτηση. Η υπόθεση δικάστηκε και εκδόθηκε απόφαση στις 09.09.2011 οπότε η γιαγιά της - Εναγόμενη κέρδισε την υπόθεση. Το Δεκέμβριο του 2006 υπήρξε επιστολή του δικηγόρου Χρ. Κιτρομηλίδη στην οποία γινόταν αναφορά στην αγωγή 3806/2006 με Ενάγουσες τις δύο ρωσίδες, Olga και Stella, και Εναγόμενο τον Χαραλάμπους. Η Μ.Υ.1 πληροφορήθηκε στη συνέχεια από το δικηγόρο του πατέρα της ότι η εν λόγω αγωγή αφορούσε απαίτηση των δύο ρωσίδων εναντίον του Χαραλάμπους, αφού προηγουμένως αυτές θα κατέβαλλαν το εναπομείναν ποσό των Λ.Κ.3.000,00, για να τους μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο. Το γεγονός αυτό ήταν έκπληξη αφού οι δύο ρωσίδες είχαν ήδη πωλήσει το επίδικο οικόπεδο στον πατέρα της. Έμαθε, ακόμα η Μ.Υ.1, ότι η αγωγή της Stella και Olga καταχωρήθηκε από τον Πανίκο Αριστείδου, ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους και αυτό προς έκπληξη τους επίσης. Εν όψει των τελευταίων πληροφοριών η Μ.Υ.1 κατέθεσε πως δεν υπήρχε πλέον αμφισβήτηση ότι έγινε συνωμοσία των Πανίκου Αριστείδου, Stella και Olga και του Χαραλάμπους με σκοπό όλων να τους πάρουν την κατοικία και το επίδικο οικόπεδο. Μ.Υ.2 κατέθεσε η, Λαρίσα Χατζηδημητρίου, μεταφράστρια γνωρίζοντας την ελληνική γλώσσα αλλά και τη ρωσική που είναι η μητρική της. Προέβηκε στη μετάφραση εγγράφων (Τεκμήριο 47) προβαίνοντας σε ένορκη δήλωση, από τη ρωσική στην ελληνική γλώσσα. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευχέρεια και παρακολούθησε με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια τη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους σε συνυφασμό με το περιεχόμενο των εγγράφων-τεκμηρίων που κατατέθηκαν, το Δικαστήριο προβαίνει στην αξιολόγηση τους. Ο Μ.Ε.1 εκ των διευθυντών των Εναγόντων διαφάνηκε πως δεν είχε προσωπική γνώση περί των επίμαχων γεγονότων που σχετίζονται με το ιστορικό της σχέσης των εκάστοτε αγοραστών ή πωλητών του επίδικου οικοπέδου. Η γνώση του προκύπτει μόνο από την ημερομηνία 23.07.2009 όπου αυτός με γραπτή συμφωνία (Τεκμήριο 3) αγόρασε τις μετοχές από τον Λευτέρη Λύρα, προηγούμενο μέτοχο των Εναγόντων. Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Δεν εντοπίζονται κλονιστικά στοιχεία ως προς την αξιοπιστία του. Δεν παραγνωρίζεται ότι είναι πατέρας του Μ.Ε.4 για τον οποίο η πλευρά της Εναγόμενης ήγειρε αρκετά θέματα ως προς το ρόλο του στη δημιουργία και εξέλιξη συμφωνιών συνυφασμένων με το επίδικο οικόπεδο. Από μόνο του όμως αυτό το στοιχείο δεν είναι αρκετό για το Δικαστήριο ώστε να μην δεχθεί τη μαρτυρία του, η οποία ήταν πειστική ως προϊόν άμεσων απαντήσεων χωρίς περιστροφές ή υπεκφυγές. Ο Μ.Ε.5 είναι γραφολόγος-εμπειρογνώμονας. Προέβηκε σε εξέταση συγκεκριμένων εγγράφων και ετοίμασε την έκθεση του (Τεκμήριο 30). Η αντεξέταση του είχε χαρακτήρα διευκρινιστικών ερωτήσεων και όχι έντονης ή κάθετης αμφισβήτησης της γνώμης του. Πρόκειται για άτομο ανεξάρτητο ως προς την έκβαση της υπόθεσης. Υπήρξε επεξηγηματικός και διαφωτιστικός για τη διεργασία στην οποία προέβηκε προκειμένου να καταλήξει στα συμπεράσματα του. Χωρίς ενδοιασμό το Δικαστήριο τον κρίνει αξιόπιστο και αποδέχεται τη γνώμη του. Αποδεκτή επίσης κρίνεται η, χωρίς αμφισβήτηση, μαρτυρία της Μ.Υ.2 η οποία μετέφρασε έγγραφα από τη ρωσική γλώσσα στην ελληνική γλώσσα και με ένορκη δήλωση της (Τεκμήριο 47) τα κατέθεσε στο Δικαστήριο. Η ικανότητα της για την ορθή μετάφραση δεν αμφισβητήθηκε. Οι Μ.Ε.2 και 3 είναι σύζυγοι, κάποιας ηλικίας και οι δύο τους. Ο Μ.Ε.2 σαφώς φαίνεται ότι είχε ενεργό ρόλο στη διαδραμάτιση σημαντικών και καθοριστικών για την υπόθεση γεγονότων. Σε μικρότερο βαθμό αλλά όχι ασήμαντο, η μαρτυρία της Μ.Ε.
  26. Η μαρτυρία αυτών των μαρτύρων συγκρούεται με μέρος μαρτυρίας της Μ.Υ.1 η οποία μαρτύρησε, δίδοντας τη δική της εκδοχή, για το πώς εξελίχθηκαν ουσιώδη για την υπόθεση γεγονότα. Συνακόλουθα το Δικαστήριο θεωρεί ότι είναι ορθό να αντιπαραβάλει τη μαρτυρία τους με τα όσα η Μ.Υ.1 κατέθεσε και εξηγώντας τους λόγους να αποφανθεί ποια μαρτυρία αποδέχεται. Ως ουσιώδη ερωτήματα είναι (α) το κατά πόσο μεταξύ του Χαραλάμπους και του Andrei, πατέρα της Μ.Υ.1, με την παράδοση των χρυσαφικών, γεγονός που είναι αποδεκτό, επήλθε συμφωνία για εξόφληση του όποιου υπολοίπου είχαν η Stella και Olga προς το Χαραλάμπους αναφορικά με το επίδικο οικόπεδο, και (β) κατά πόσο το Τεκμήριο 43 συντάχθηκε και υπογράφτηκε προς υλοποίηση της προαναφερόμενης συμφωνίας και ότι αυτό έγινε ενώπιον πιστοποιούντα υπαλλήλου. Οι εκδοχές για τα πιο πάνω ερωτήματα έχουν ήδη καταγραφεί. Το Δικαστήριο αποδέχεται την εκδοχή που έδωσαν οι Μ.Ε.2 και
  27. Η μαρτυρία τους ήταν σταθερή και συνεπής, συνάδουσα με την κοινή λογική. Εάν όντως επερχόταν συμφωνία για εξόφληση του Χαραλάμπους με την παράδοση των χρυσαφικών δεν υπήρχε λόγος να μεταβούν όλοι (οι Μ.Ε.2 και 3, η Εναγόμενη και η Μ.Υ.1) στην τράπεζα όπου θα ανοιγόταν θυρίδα για φύλαξη των χρυσαφικών. Αυτά πλέον λογικά ήταν περιουσία του Χαραλάμπους. Δεν είχε λόγο ύπαρξης εκεί η Εναγόμενη και η Μ.Υ.
  28. Το γεγονός αυτό, που δεν αμφισβητήθηκε από την Μ.Υ.1 συνάδει με την εκδοχή που έδωσαν οι Μ.Ε.2 και 3, ότι δηλαδή ενώ ανέμεναν μέσα στο αυτοκίνητο, μετά που ανοίχθηκε και η θυρίδα και τοποθετήθηκαν τα χρυσαφικά, η Μ.Υ.1 τους ανέφερε ότι έπρεπε να υπογράψουν κάτι για εξασφάλιση ότι τα χρυσαφικά ανήκαν στον πατέρα της για να είναι εξασφαλισμένος. Γίνεται αποδεκτή η εκδοχή που οι Μ.Ε.2 και 3 έδωσαν ότι υπέγραψαν κάποιο έγγραφο στηριζόμενοι στα λεγόμενα της Μ.Υ.1 χωρίς να ελέγξουν περαιτέρω το περιεχόμενο του εγγράφου που υπέγραψαν. Για το εν λόγω έγγραφο η Μ.Υ.1 κατέθεσε ότι επρόκειτο για το Τεκμήριο 43 το οποίο αυτή παρουσίασε. Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι σε καμία περίπτωση το εν λόγω έγγραφο τέθηκε ενώπιον των Μ.Ε.2 και 3 ή αναγνωρίστηκε από αυτούς, όταν κατέθεταν, για να το σχολιάσουν. Επιπρόσθετα η μαρτυρία της Μ.Υ.1 ότι το Τεκμήριο 43 υπογράφτηκε στην παρουσία πιστοποιούντα υπάλληλου, ο οποίος επιβεβαίωσε τις υπογραφές όλων, περιλαμβανομένων και της δικής της, επίσης δεν πείθει το Δικαστήριο. Η Μ.Υ.1 ήταν τότε (20.11.2003) ανήλικη, περίπου 16 χρονών. Ούτως ή άλλως στο Τεκμήριο 43 δεν φαίνεται να πιστοποιείται η υπογραφή της Μ.Υ.1 αλλά του Χαραλάμπους - Μ.Ε.2 - και της Εναγόμενης. Νομιμοποιείται ωστόσο το Δικαστήριο να διερωτάται αν κάποιος πιστοποιών υπάλληλος αποδέχθηκε να υπογράψει επί ενός εγγράφου έστω ως μάρτυρας, ένα άτομο της ηλικίας της Μ.Υ.1 στην παρουσία του, ως ήταν η εκδοχή της τελευταίας. Σημειώνεται δε πως δεν κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ο πιστοποιών υπάλληλος το όνομα του οποίου αναγράφεται στο Τεκμήριο
  29. Η Μ.Υ.1 προς ενίσχυση της εκδοχής της ότι τα χρυσαφικά δόθηκαν για την αξία των Λ.Κ.20.300,00 επειδή αυτό το ποσό είναι που υπολογίστηκε από τον Μ.Ε.2 και τηρήθηκε γραπτή σημείωση την οποία αυτή ετοίμασε, επιχείρησε να την καταθέσει. (Σημειώθηκε ως έγγραφο με ένδειξη VIII). Το Δικαστήριο εξήγησε το λόγο που δεν αποδέχθηκε το έγγραφο αυτό ως τεκμήριο. Ούτως ή άλλως όμως και αυτό το έγγραφο δεν υποδείχθηκε στο Μ.Ε.2 όταν αυτός κατέθεσε προκειμένου να τοποθετηθεί επί του περιεχομένου του. Η επιλογή αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί και δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να αποδεχθεί τη θέση της Μ.Υ.
  30. Σε συνέχεια με την εκδοχή ότι η Εναγόμενη ζητούσε από το Χαραλάμπους τη μεταβίβαση του επίδικου οικοπέδου, στη βάση της συμφωνίας (Τεκμήριο 43) η Μ.Υ.1 κατέθεσε ότι αποστέλλονταν επιστολές, παρουσιάζοντας δέσμη εγγράφων (Τεκμήριο 44). Ο Χαραλάμπους αρνήθηκε ότι ο ίδιος παρέλαβε επιστολές. Ενημερώθηκε περί ύπαρξης συμφωνίας μέσω του δικηγόρου του, Στέλιου Χαραλάμπους, όταν είχε προηγηθεί επιστολή του τελευταίου, προς τον Αndrei, κατόπιν οδηγιών του Μ.Ε.2, για να παραλάβει τα χρυσαφικά του αφού είχε εξαφανισθεί. Η μελέτη του Τεκμηρίου 44 συνηγορεί στο ότι η επιστολή της Εναγόμενης ημερομηνίας 20.11.2006 συνιστά απάντηση σε κάποια προηγούμενη επιστολή του δικηγόρου του Μ.Ε.
  31. Επίσης από το Τεκμήριο 44 δεν φαίνεται να υπάρχει προγενέστερη, του έτους 2006, επιστολή της Εναγόμενης προς τον Μ.Ε.2 για να της μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο, το οποίο αυτή ισχυρίζεται ότι εξόφλησε το
  32. Ακόμη, από το Τεκμήριο 44 δεν προκύπτει να παρέλαβε ο Μ.Ε.2 οποιαδήποτε επιστολή αν και φαίνεται να έχει συνταχθεί τέτοια επιστολή τις 19.02.2008 δηλαδή 5 χρόνια αργότερα από το 2003 και τούτο χωρίς να εγείρεται αγωγή εναντίον του Χαραλάμπους για ένα τόσο σοβαρό θέμα. Τα προαναφερόμενα κρίνονται πως συνάδουν με τη μαρτυρία - εκδοχή που ο Μ.Ε.2 έδωσε στο Δικαστήριο, ότι για πρώτη φορά αυτός έμαθε, μέσω του δικηγόρου του ότι τα χρυσαφικά είχαν δοθεί ως εξόφληση του επίδικου οικοπέδου. Ως στερούμενη πειστικότητας κρίνεται η μαρτυρία της Μ.Υ.1, ότι ο Μ.Ε.2 ήταν φιλάργυρο άτομο και γι΄ αυτό της υπολόγισε και τους τόκους μέχρι την τελευταία ημέρα επί του εγγράφου με την ένδειξη VIII. Πρόκειται για προσπάθεια απόδειξης ότι τα χρυσαφικά ήταν για το υπόλοιπο του επίδικου οικοπέδου. Πιο πειστική κρίνεται η αυθόρμητη μαρτυρία του Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3 , πως αν επρόκειτο τα χρυσαφικά να αφορούσαν εξόφληση του οικοπέδου θα τα έπαιρναν σε κάποιον εκτιμητή αφού δεν γνώριζαν την αξία τους και δεν θα τα αποδέχονταν απλά επειδή τους τα έδωσε ο Andrei. Ούτως ή άλλως μέσα από την αντεξέταση της Μ.Υ.1 διαφάνηκε πως αυτή είχε λανθασμένη εντύπωση για την έννοια της λέξης φιλάργυρος την οποία συνέδεσε και με άλλη μαρτυρία της, κατά την κύρια εξέταση, προκειμένου να πλήξει την αξιοπιστία του Μ.Ε.
  33. Είπε, η Μ.Υ.1, πως σε κάποια από τις επισκέψεις, στο σπίτι της γιαγιάς της, ο Μ.Ε.2 της είπε ότι συνήθιζε να σκηνοθετεί τροχαία δυστυχήματα και να αξιώνει χρήματα από ασφαλιστικές εταιρείες κάτι που εισηγήθηκε και σ΄ αυτήν να κάνει, όμως αυτή το θεώρησε ανήθικο. Πρόκειται, κατά το Δικαστήριο για πολύ σοβαρό ζήτημα στην αξιοπιστία του Μ.Ε.2 και ήταν αναμενόμενο να τεθεί ενώπιον του κατά την αντεξέταση του και όχι εκ των υστέρων που η Μ.Υ.1 κατέθεσε, που εν πάση περιπτώσει είναι και ένα θέμα άσχετο με τα επίδικα. Επέμενε η Μ.Υ.1, πως με τη συμφωνία ημερομηνίας 26.05.2003 που έγινε στα πλαίσια διευθέτησης της αγωγής 661/00, συμφωνήθηκε μεταξύ της εταιρείας Πανίκος Α. Αριστείδου Λτδ και του πατέρα της (Andrei), αφού ο τελευταίος θα πλήρωνε Λ.Κ.140.000,00, επιπλέον από όσα είχαν πληρώσει οι Stella και Olga, για να του μεταβιβασθεί τόσο η κατοικία αλλά και το επίδικο ακίνητο. Αν και η συμφωνία αυτή δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ωστόσο το εύλογο ερώτημα πως ήταν δυνατό η εταιρεία Πανίκος Α. Αριστείδου Λτδ να υποσχεθεί τη μεταβίβαση και του επίδικου οικοπέδου όταν αυτό ήταν ακόμη επ΄ ονόματι του Χαραλάμπους και χωρίς αυτός να ήταν διάδικος στην αγωγή 661/00 ή συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία ημερομηνίας 26.05.
  34. Επιπρόσθετα κρίνεται πως αυτή η μαρτυρία-θέση της Μ.Υ.1 δεν συνάδει με την κοινή λογική. Εφ΄ όσον είχε συμφωνηθεί στις 26.05.2003 να πληρωθεί ποσό Λ.Κ.140.000,00 όχι μόνο για την κατοικία αλλά και για το επίδικο οικόπεδο, και επομένως είχε επιλυθεί η όποια εκκρεμότητα με το οικόπεδο, προς τι η ανάγκη στις 20.11.2003, έξι μήνες αργότερα, να γίνει νέα συμφωνία για το επίδικο οικόπεδο και να δοθούν στο Χαραλάμπους τα χρυσαφικά προς εξόφληση του; Δε δόθηκε εξήγηση. Προφανώς στις 26.05.2003 δεν είχε συμφωνηθεί οτιδήποτε για το επίδικο οικόπεδο αφού αυτό ήταν επ΄ ονόματι του Χαραλάμπους και η προσπάθεια με τα χρυσαφικά αποσκοπούσε στην επίλυση της εκκρεμότητας που είχαν ο Χαραλάμπους με τις Stella Mamulova και Olga Danilova χωρίς όμως να παρουσιασθεί οποιοδήποτε πληρεξούσιο εκ μέρους τους προς την Εναγόμενη ή τον Andrei για το θέμα αυτό, αφού ήταν γνωστό ότι το οικόπεδο είχε πωληθεί από το Χαραλάμπους στις Stella και Olga. Όσον αφορά στο Μ.Ε.4 η μαρτυρία και αυτού συγκρούεται με μέρος της μαρτυρίας της Μ.Υ.
  35. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο οφείλει και εδώ να τοποθετηθεί ως προς την αποδοχή ή μη της μίας εκ των δύο μαρτυριών. Χωρίς οποιοδήποτε ενδοιασμό το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία του Μ.Ε.4 και απορρίπτει αυτή της Μ.Υ.
  36. Η μαρτυρία του Μ.Ε.4 ήταν πιο πειστική και υποστηρίζεται από συγκεκριμένα έγγραφα που υπογράφηκαν από τον ίδιο γνωρίζοντας το περιεχόμενο τους. Η εκδοχή του ήταν σταθερή παρά τη μακρά αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε. Οι πράξεις και ενέργειες του εκπροσωπώντας τις δύο ρωσίδες ήταν συνυφασμένες με έγκυρες συμφωνίες και έγκυρο πληρεξούσιο το οποίο του είχε παραχωρηθεί από τις Stella Mamulova και Olga Danilova, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε. Από την άλλη πλευρά η Μ.Υ.1 μετέφερε εξ ακοής μαρτυρία σε μεγάλο βαθμό. Για τα γεγονότα που αυτή ισχυρίζεται ότι ήταν παρούσα, το Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε τη μαρτυρία της ως έχει ήδη εξηγηθεί. Πόσο μάλλον για μαρτυρία γεγονότων που δεν ήταν παρούσα και η οποία παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες οι οποίες δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να τις δεχθεί ως αξιόπιστες. Ειδικότερα η παρουσίαση και επίκληση της συμφωνίας ημερομηνίας 15.02.2000 (Τεκμήριο 35) με την οποία η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι αγόρασε και απέκτησε έκτοτε νόμιμα την κατοχή του επίδικου οικοπέδου. Κατά πρώτο λόγο το Τεκμήριο 35, η εγκυρότητα και η γνησιότητα του οποίου αμφισβητείται, φαίνεται να υπογράφεται από τις Stella Mamulova και Olga Danilova, ως πωλήτριες και από τον Pechtchanskiy Andrei. Ουδείς εκ των προαναφερόμενων κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου για να επιβεβαιώσει το περιεχόμενο του, η δε Μ.Υ.1 δεν ήταν παρούσα κατά τη σύνταξη ή υπογραφή του. Ήταν μόλις 13 ετών. Ούτε και ο πιστοποιών υπάλληλος που φέρεται να πιστοποιεί τις υπογραφές κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατά δεύτερο λόγο ενώ το έγγραφο φέρει ημερομηνία 15.02.2000 η πιστοποίηση των υπογραφών φαίνεται να γίνεται στις 20.06.2000 χωρίς εξήγηση ενώπιον του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της επιστολής - Τεκμήριο 26 - του Τμήματος Αρχείου και Πληθυσμού, ως απάντηση στο Τεκμήριο 25, η Olga Danilova δεν βρισκόταν στην Κύπρο το έτος
  37. Επομένως στην απουσία άλλης εξήγησης ενώπιον του Δικαστηρίου η φερόμενη ως υπογραφή της δεν είναι γνήσια. Τα ίδια σχόλια ισχύουν και για τις αποδείξεις - Τεκμήριο 37 - που φαίνεται να πιστοποιούνται στις 20.06.2000 οι υπογραφές των Stella Mamulova και Olga Danilova σε έγγραφα με διαφορετικές ημερομηνίες. Ενόψει των προαναφερόμενων το Δικαστήριο δεν δίνει βαρύτητα και δεν αποδέχεται το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 35, 37 και
  38. Επιπρόσθετα των πιο πάνω διαπιστώνεται ότι, η εξ ακοής μαρτυρία της Μ.Υ.1, ως προς τους πρόσθετους όρους της συμφωνίας που ισχυρίζεται ότι σύναψε ο πατέρας της, στις 15.02.2000, με τη Stella Mamulova και Olga Danilova, έρχεται σε αντίφαση με το δικόγραφο της Εναγόμενης η οποία ισχυρίζεται ότι κατέχει το επίδικο οικόπεδο από 15.02.2000, ενώ η Μ.Υ.1 είπε πως η κατοχή συμφωνήθηκε να δοθεί στο πατέρα της με την εξόφληση του τιμήματος. Από το Τεκμήριο 37 φαίνεται ότι η τελευταία ισχυρισθείσα πληρωμή έγινε προς εξόφληση τον Ιούνιο του
  39. Περαιτέρω το Δικαστήριο δεν αποδέχεται και δεν προσδίδει βαρύτητα στα όσα αναφέρονται στις δηλώσεις (μέρος του Τεκμηρίου 47) των Sergey Titov και του Gennady Shepelev αφενός επειδή δεν κατέθεσαν τα πρόσωπα αυτά ενώπιον του Δικαστηρίου, αφετέρου λόγω των ήδη αναφερόμενων προβλημάτων στα έγγραφα που αυτοί φέρονται να επιβεβαιώνουν υπογραφές άλλων προσώπων. Όσον αφορά βέβαια στη μαρτυρία του Μ.Ε.4 για την ενοικιαγοραστική αξία του επίδικου οικοπέδου, αν και ο μάρτυρας κρίνεται αξιόπιστος, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται τη μαρτυρία του ως προς αυτό το θέμα. Δεν κατέθεσε ως ειδικός επί του θέματος και ούτε παρουσίασε συγκριτικά στοιχεία άλλων ακινήτων και την ενοικιαγοραστική τους αξία. Ευρήματα: Με βάση την προαναφερθείσα αξιολόγηση το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι, για σκοπούς επίλυσης των επίδικων θεμάτων, τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που διέπουν την παρούσα υπόθεση, και τα οποία αποτελούν ευρήματα του έχουν ως ακολούθως: Ο Χαράλαμπος Χαραλάμπους - Μ.Ε.2 - ήταν εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης, δυνάμει πιστοποιητικού εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας (Τεκμήριο 9), ενός οικοπέδου με αριθμό εγγραφής 270, τμήμα J, Φύλλο LIV/Σχέδιο 422 ΙΙΙ, τεμάχιο 273, στη Μέσα Γειτονιά Λεμεσού (καλούμενο το επίδικο οικόπεδο). Στις 18.03.1998 ο Χαραλάμπους με πωλητήριο έγγραφο (Τεκμήριο 10) πώλησε το επίδικο οικόπεδο στην εταιρεία Πανίκος Α. Αριστείδου Λτδ, διευθυντής της οποίας ήταν ο Πανίκος Αριστείου - Μ.Ε.4 - για το ποσό των Λ.Κ.45.000,00 και είχε δοθεί προκαταβολή ύψους Λ.Κ.5.000,
  40. Ακολούθως ο Αριστείδου - Μ.Ε.4 - εισηγήθηκε στον Χαραλάμπους την ακύρωση της συμφωνίας τους, επειδή, δύο ρωσίδες, η Stella Mamulova και Olga Danilova, οι οποίες είχαν αγοράσει από την εταιρεία του μία κατοικία, σε διπλανό ακίνητο από το επίδικο οικόπεδο, ενδιαφέρονταν να αγοράσουν και αυτό. Ο Χαραλάμπους αποδέχθηκε την πρόταση του Αριστείδου - Μ.Ε.4 - και προχώρησε στη σύναψη συμφωνίας πώλησης (Τεκμήριο 17) του επίδικου οικοπέδου στις 17.06.1998 ενώ στις 20.06.1998 ακύρωσε τη συμφωνία του με τον Αριστείδου (βλέπε όπισθεν τελευταίας σελίδας Τεκμηρίου 10). Το τίμημα της νέας συμφωνίας ήταν πάλι Λ.Κ.45.000,00 και η συμφωνία κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού, ενώ η κατοχή του επίδικου οικοπέδου παραδόθηκε από το Χαραλάμπους στις νέες αγοράστριες - Stella Mamulova και Olga Danilova. Ακολούθησαν πληρωμές από τις νέες αγοράστριες προς το Χαραλάμπους συνολικού ύψους Λ.Κ.35.000,00 (βλέπε Τεκμήρια 11-14) χωρίς όμως να έχουν εξοφλήσει το τίμημα του οικοπέδου. Ο Χαραλάμπους επισκεπτόταν την κατοικία των δύο ρωσίδων αναζητώντας την εξόφληση του επίδικου οικοπέδου όμως δεν τις εντόπιζε. Σε κάποια από τις επισκέψεις του, περί το 2001, του άνοιξε την πόρτα της κατοικίας τους ο Andrei Petchanskiy ο οποίος του ανέφερε ότι ήταν πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των δύο ρωσίδων και πως ήθελε να διευθετήσουν και το θέμα του οικοπέδου. Ο Χαραλάμπους του ανέφερε πως αναγνώριζε μόνο τις δύο ρωσίδες, με τις οποίες είχε συμβληθεί, υπήρξε ωστόσο περαιτέρω γνωριμία μεταξύ του Χαραλάμπους και του Andrei ο οποίος προσπαθούσε να διευθετήσει το θέμα του οικοπέδου και την εκκρεμότητα που είχαν οι δύο ρωσίδες με το Χαραλάμπους. Σε μεταγενέστερο χρόνο, προφανώς το 2003, ο Andrei επισκέφθηκε το σπίτι του Χαραλάμπους και του πρότεινε να του πωλήσει κάποια χρυσαφικά. Ο Χαραλάμπους δεν ενδιαφερόταν. Την επόμενη μέρα το πρωί ο Andrei επισκέφθηκε εκ νέου το Χαραλάμπους ζητώντας του ως χάρη να του φυλάξει σε θυρίδα τράπεζας, για κάποιες εβδομάδες, τα χρυσαφικά, επειδή θα έφευγε για το εξωτερικό. Ο Χαραλάμπους απεδέχθηκε επειδή του το ζήτησε ως διευκόλυνση, είχε δε πάρει ο Andrei και φάρμακα δώρο στη Μ.Ε.
  41. Την επόμενη ημέρα ο Χαραλάμπους, η σύζυγος του (Μ.Ε.3), η Εναγόμενη και η Elizaveta Petchanskoya (Μ.Υ.1) οι οποίες είναι μητέρα και θυγατέρα του Andrei αντίστοιχα, πήγαν σε τράπεζα στη Λεμεσό, με το αυτοκίνητο του Χαραλάμπους, και εκεί ανοίχθηκε θυρίδα στο όνομα της Μ.Ε.3 όπου τοποθετήθηκαν τα χρυσαφικά. Η Μ.Υ.1, ζήτησε από το Χαραλάμπους και τη σύζυγο του, να υπογράψουν ένα έγγραφο με το οποίο να είναι εξασφαλισμένοι ότι τα χρυσαφικά τους ανήκουν ενόψει του ότι η θυρίδα ήταν στο όνομα της Μ.Ε.
  42. Ο Χαραλάμπους και η σύζυγος του ανυποψίαστοι υπέγραψαν το έγγραφο χωρίς να διαβάσουν οτιδήποτε. Αυτό έγινε στις 20.11.
  43. Η Μ.Υ.1 ακολούθως ζήτησε να την περιμένουν για κάποια εργασία που είχε, περί τα 15 λεπτά, όμως αυτή επέστρεψε σε μία ώρα. Σε αυτό το χρονικό διάστημα ο Χαραλάμπους, η σύζυγος του και η Εναγόμενη, βρίσκονταν στο αυτοκίνητο και περίμεναν την Μ.Υ.1 μέχρι να επιστρέψει. Ο Πανίκος Αριστείδου - Μ.Ε.4 - ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Stella Mamulova και Olga Danilova (Τεκμήριο 18 το πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 05.04.2006 το οποίο υπογράφτηκε στην κυπριακή πρεσβεία, στη Μόσχα) ήγειρε εναντίον του Χαραλάμπους την αγωγή 3801/2006 με την οποία διεκδίκησε εγγραφή του επίδικου οικοπέδου επ΄ ονόματι των δύο ρωσίδων νοουμένου ότι αυτές θα κατέβαλλαν στο Χαραλάμπους το υπόλοιπο του τιμήματος. Η αγωγή αυτή διευθετήθηκε στις 18.04.2007 με επιστροφή ποσού Λ.Κ.30.000,00 από το Χαραλάμπους προς τις δύο ρωσίδες και το επίδικο οικόπεδο παρέμεινε στο όνομα και την κατοχή του αφού την ίδια μέρα ακολούθησε η απόσυρση της συμφωνίας, ημερομηνίας 18.03.1998, από το Κτηματολόγιο Λεμεσού. Την ίδια μέρα, 18.04.2007 ο Χαραλάμπους πώλησε το επίδικο οικόπεδο στους Ενάγοντες εξασφαλίζοντας πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας (Τεκμήριο 7). Η αποδεκτή μαρτυρία δεν επιτρέπει εύρημα ότι οι Ενάγοντες γνώριζαν είτε περί ύπαρξης συμφωνίας μεταξύ των δύο ρωσίδων και του Andrei ή ότι η Εναγόμενη διεκδικούσε το επίδικο οικόπεδο. Στις 23.07.2009 ο Αντωνάκης Αριστείδου - Μ.Ε.1 - πατέρας του Μ.Ε.4 αγόρασε με γραπτή συμφωνία (Τεκμήριο 3) όλες τις μετοχές των Εναγόντων που κατείχε κάποιος Λευτέρης Λύρας, οπότε ο Μ.Ε.1 κατέστηκε μοναδικός μέτοχος και διευθυντής των Εναγόντων. Σε μεταγενέστερο χρόνο ως διευθυντής των Εναγόντων διορίστηκε και ο Μ.Ε.
  44. Η εταιρεία Πανίκος Α. Αριστείδου Λτδ, το 2007 ήγειρε την αγωγή 5678/07 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εναντίον της Εναγόμενης και του γιου της, Andrei, ζητώντας την ακύρωση συμφωνίας που συνάφθηκε μεταξύ τους, στη βάση του ότι ο Andrei είχε παρουσιάσει πλαστό πληρεξούσιο έγγραφο από τις Stella και Olga πετυχαίνοντας ακύρωση της συμφωνίας ημερομηνίας 20.03.1998 - Τεκμήριο 28 - που η εταιρεία Πανίκος Α. Αριστείδου Λτδ είχε μαζί τους για την κατοικία, που συνορεύει με το επίδικο οικόπεδο, και πέτυχε τη σύναψη νέας συμφωνίας με την οποία η εν λόγω κατοικία αγοράστηκε από την Εναγόμενη. Στην αγωγή 5678/07 η Εναγόμενη και ο Andrei με ανταπαίτηση τους ζητούσαν την εγγραφή της κατοικίας επ΄ ονόματι τους. Η αγωγή εκδικάστηκε και εκδόθηκε απόφαση το
  45. Για την υπογραφή της Stella Mamulova, όπως βέβαια και για την Olga Danilova ο Μ.Ε.5, δεν εξέφρασε απόλυτη άποψη ότι αυτή δεν ήταν γνήσια επειδή δεν έλεγξε πρωτότυπα έγγραφα με την υπογραφή τους, εκφράζοντας επιφύλαξη στη γνώμη του. Ούτε το Δικαστήριο είναι ορθό να είναι βέβαιο χωρίς άλλη μαρτυρία. Το Δικαστήριο όμως στηριζόμενο στο περιεχόμενο των Τεκμηρίων 25 και 26 διαπιστώνει ότι η Olga Danilova δεν βρισκόταν στην Κύπρο το έτος
  46. Επομένως όποιο έγγραφο, μεταξύ αυτών, τα Τεκμήρια 35, 37 φέρουν την υπογραφή της, πιστοποιημένη στην Κύπρο, δεν φέρουν γνήσια υπογραφή της και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν αποδέχεται το περιεχόμενο τους. Ως είναι αποδεκτό η Εναγόμενη επεμβαίνει και κατέχει το επίδικο οικόπεδο προβάλλοντας νόμιμη κατοχή του εξαιτίας συμφωνίας με τις Stella Mamulova και Olga Danilova από τις 15.02.2000 (βλέπε παράγραφος 3Γ της Υπεράσπισης και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση). Σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Ε.4 οι Ενάγοντες πώλησαν το επίδικο οικόπεδο στις 09.11.2012 σε άλλο νομικό πρόσωπο για το ποσό των €350.000,00 περίπου παίρνοντας ένα μικρό ποσό ως προκαταβολή. Δεν διευκρινίστηκε κατά πόσο μεταβιβάστηκε η κατοχή στους νέους αγοραστές ή αν παραμένει ακόμη στους Ενάγοντες ή αν αυτό έχει μεταβιβαστεί επ΄ ονόματι των νέων αγοραστών. Νομική Πτυχή Η παρούσα υπόθεση είναι πολιτική, η απόσειση του βάρους απόδειξης θα κριθεί με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους Ενάγοντες, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους οι οποίοι περιλαμβάνονται στην έκθεση απαίτησης καθώς και στην Εναγόμενη για να αποδείξει τους ισχυρισμούς της ανταπαίτησης της. Η απόσειση του βάρους απόδειξης θα αποτιμηθεί υπό το φως της παραδεκτής μαρτυρίας, υπό το πρίσμα του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου διευκρινίζεται πως η απόσειση του βάρους απόδειξης συναρτάται αποκλειστικά με τη μαρτυρία η οποία κρίνεται αξιόπιστη. Η απαίτηση του Ενάγοντα αφορά παράνομη επέμβαση σε ακίνητο, ως εκ τούτου είναι χρήσιμο να παρατεθούν στη συνέχεια οι νομικές διατάξεις και οι αρχές που διέπουν το εν λόγω αστικό αδίκημα. ΚΕΦ. 148:- Άρθρο «43.-

(1)Παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή σε παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιονδήποτε πρόσωπο.
(2)Αν η πράξη για την οποία εγείρεται η αγωγή είναι επιτρεπτή κατά τοπικό έθιμο, αυτό αφού αποδειχθεί συνιστά υπεράσπιση αλλά σε αγωγή που εγείρεται για παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία το βάρος της απόδειξης ότι η πράξη για την οποία εγείρεται η αγωγή δεν ήταν παράνομη φέρει ο Εναγόμενος.» Γενικά θα μπορούσε να ειπωθεί πως η επέμβαση συνίσταται στην παράνομη πράξη ή ενέργεια με την οποία τίθεται υπό αμφισβήτηση η κυριότητα ή η νόμιμη κατοχή περιουσίας από κάποιο πρόσωπο και προκαλείται ενόχληση χωρίς βέβαια τη συγκατάθεση του. Όσον αφορά δε το βάρος της απόδειξης ισχυρισθείσας επέμβασης είναι προφανές ότι το φέρει ο Ενάγοντας, ωστόσο μετατίθεται στον Εναγόμενο το βάρος να αποδείξει ότι η επέμβαση δεν είναι παράνομη. Αυτό προκύπτει από το άρθρο 43§2 του Κεφ. 148 όπως έχει ερμηνευθεί στην υπόθεση Β. Παπακόκκινου ν. Σμυρλή
(2001)1 Α.Α.Δ. 1653. Στην υπόθεση Adrian Holdings Ltd v. Κυπριακή Δημοκρατία διά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1998)1 Α.Α.Δ. 1836, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 1843: «Το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι αγώγιμο per se. Όπου όμως δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ζημιάς, μπορεί να επιδικαστούν μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις και να μη δοθούν έξοδα ή ακόμη και να διαταχθεί ο Ενάγων να καταβάλει έξοδα στον Εναγόμενο. (Παπακόκκινου κ.ά. ν. Θεοδοσίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 379, Kakoullou and another v. Kakoulli
(1985)1 C.L.R. 355, Ttanis v. Hadjimichael and Another
(1982)1 C.L.R. 301 και Ευθυβούλου κ.ά. ν. Συμβούλιο Βελτιώσεως Κισσόνεργας κ.ά., Πολιτική Έφεση 9712, ημερομηνίας 21.05.98). Όπου αποδεικνύεται παράνομη κατοχή ακινήτου το μέτρο αποζημιώσεων είναι η αγοραία ενοικιαστική αξία του ακινήτου και όχι το όφελος που προσπορίζεται ο παράνομος κάτοχος από την επέμβαση.» Η καταβολή αποζημίωσης επιβάλλεται έστω και αν ο ιδιοκτήτης δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο ίδιος την περιουσία ή να την ενοικιάσει (βλέπε υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Muazzet E. Bahchecioglou κ.ά.
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 426). Επιπρόσθετα έχει καθιερωθεί από τη νομολογία, (βλέπε υπόθεση Αγγελίδης ν. Φιλίππου και Κολοκασίδης Estates Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. σελ. 327), ότι σε περίπτωση απόδειξης παράνομης επέμβασης δικαιωματικά εκδίδεται διάταγμα για άρση της επέμβασης προκειμένου να τερματιστεί η παρανομία ή απαγόρευση για το μέλλον. Συμπεράσματα Ενόψει των επίδικων θεμάτων, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από τα δικόγραφα των διαδίκων, και όπως αυτά προωθήθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία, οι Ενάγοντες για να πετύχουν στην αγωγή τους οφείλουν να αποδείξουν μόνο ότι είναι οι κύριοι - ιδιοκτήτες - και δικαιούχοι κατοχής του επίδικου οικοπέδου. Το ότι η Εναγόμενη επεμβαίνει στο επίδικο ακίνητο, είναι αποδεκτό για τους λόγους που αυτή ισχυρίζεται. Το θέμα βέβαια δεν είναι τόσο απλό ενόψει του ότι υπεισέρχονται επιμέρους θέματα. Αν και οι Ενάγοντες είναι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του επίδικου οικοπέδου από τις 18.04.2007 ταυτόχρονα η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι κατέχει νόμιμα το επίδικο οικόπεδο από τις 15.02.2000 και πως οι Ενάγοντες ήταν κακόπιστοι αγοραστές. Όπως προέκυψε ενώπιον του Δικαστηρίου μοναδικός μέτοχος των Εναγόντων, κατά τη σύσταση τους, ήταν κάποιος Λευτέρης Λύρας. Δεν προσκομίστηκε μαρτυρία η οποία να επιτρέπει στο Δικαστήριο με ασφάλεια να καταλήξει ότι αυτός ή οποιοσδήποτε εκπρόσωπος των Εναγόντων (ο Μ.Ε.4 δεν ήταν τότε διευθυντής τους) και κατ΄ επέκταση οι Ενάγοντες, κατά το χρόνο που αγόρασαν το επίδικο οικόπεδο γνώριζαν περί της ύπαρξης τυχόν συμφωνίας, που εν πάση περιπτώσει η εγκυρότητα της είναι υπό αμφισβήτηση, ή περί διεκδίκησης του επίδικου οικοπέδου από την Εναγόμενη ή τον Andrei. Είναι δεδομένο άλλωστε ότι η συμφωνία με την οποία η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι απέκτησε το επίδικο οικόπεδο δεν κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο. Δεν παραγνωρίζεται ότι ο Μ.Ε.4 έκανε λόγο για εισήγηση σε συγγενικά του πρόσωπα που είχαν συστήσει τους Ενάγοντες, για να αγοράσουν το επίδικο οικόπεδο. Αυτό όμως δεν εξυπακούει πως οι Ενάγοντες γνώριζαν για τυχόν διεκδίκηση του επίδικου οικοπέδου από την Εναγόμενη. Η πλευρά της Εναγόμενης οφείλει να αποδείξει, προς Υπεράσπιση της ότι κατέχει το επίδικο οικόπεδο νόμιμα και ειδικότερα κατόπιν συμφωνίας αγοράς από τις 15.02.2000, όπως ισχυρίζεται στο δικόγραφο της. Περαιτέρω οφείλει να αποδείξει, για σκοπούς επιτυχίας της Ανταπαίτησης της, ότι το επίδικο οικόπεδο αποτελεί περιουσία της δυνάμει σύμβασης και/ή δυνάμει του δικαίου της επιείκειας. Στο δικόγραφο της Εναγόμενης γίνεται λόγος περί εξαπάτησης της και δόλου. Κατά την ακροαματική διαδικασία και στο στάδιο όπου επρόκειτο να αρχίσει να καταθέτει η Μ.Υ.1 ηγέρθηκε θέμα ένστασης, από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγόντων, για να μην εισαχθεί μαρτυρία (η οποία περιλαμβανόταν στη γραπτή της δήλωση - Τεκμήριο 33) η οποία αντανακλούσε σε εξαπάτηση ή δόλο της Εναγόμενης, με το αιτιολογικό ότι στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της Εναγόμενης δεν διατυπώνονται λεπτομέρειες δόλου ή εξαπάτησης και ως εκ τούτου δεν θα έπρεπε να επιτραπεί τέτοια μαρτυρία. Το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί του θέματος ενόψει του ότι ακολούθησε δήλωση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Εναγόμενης ότι, η όποια μαρτυρία περιλαμβανόταν στο Τεκμήριο 33 δεν θα αποσκοπούσε στη στοιχειοθέτηση εξαπάτησης ή δόλου και κατ΄ επέκταση αίτημα για έκδοση ανάλογης απόφασης από το Δικαστήριο, αλλά θα ήταν για σκοπούς αντίκρουσης λεγομένων των Μ.Ε.. Ενόψει αυτής της δήλωσης το Δικαστήριο επέτρεψε τη μαρτυρία που η Μ.Υ.1 είχε πρόθεση να θέσει ενώπιον του χωρίς να αποφανθεί αν αυτή καλυπτόταν ή όχι από το δικόγραφο της Εναγόμενης. Κρίνεται όμως ότι η πιο πάνω δήλωση, της ευπαίδευτης συνηγόρου της Εναγόμενης, ήταν καταλυτικής σημασίας για την πορεία των επίδικων θεμάτων. Η Εναγόμενη δεν δικαιολογείται να προωθεί μέσω της αγόρευσης του συνηγόρου της πλέον επιχειρήματα ή αυθεντίες σχετικά με εξαπάτηση ή δόλο, κυρίως εκ μέρους των Εναγόντων, σε συνεργασία με άλλα πρόσωπα, είτε αυτά είναι η Stella και Olga, είτε ο Χαράλαμπος Χαραλάμπους, είτε ο Πανίκος Αριστείδου ή η εταιρεία Πανίκος Α. Αριστείδου Λτδ, για τα οποία δεν έχει εγείρει μέχρι σήμερα ανάλογη αγωγή αλλά ούτε και επιχείρησε να τους προσθέσει ως διάδικους (Εναγόμενους διά Ανταπαιτήσεως) στην παρούσα διαδικασία. Προστίθεται δε, ανεξάρτητα και πέραν των πιο πάνω, ότι σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν δικαιολογείται κατάληξη ότι οι Ενάγοντες γνώριζαν περί της ύπαρξης οποιασδήποτε συμφωνίας ή διεκδίκησης του επίδικου οικοπέδου από την Εναγόμενη είτε από τον γιο της Andrei. Όποιες υποψίες βεβαίως αιωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είναι αρκετές για ξεκάθαρο συμπέρασμα. Απαιτείται μαρτυρία και δεν υπάρχει. Επομένως ούτως ή άλλως για το θέμα της έλλειψης λεπτομερειών δόλου ή απάτης που ενδεχομένως να καλύπτονται έστω γενικά στο δικόγραφο της Εναγόμενης, η δήλωση της δικηγόρου της δεν αφήνει περιθώρια για περαιτέρω συζήτηση του θέματος, περί εξαπάτησης ή δόλου, στην παρούσα διαδικασία. Θα ήταν δε άδικο για την πλευρά των Εναγόντων που στηρίχθηκαν στη δήλωση της συνηγόρου της Εναγόμενης. Οι Ενάγοντες υπήρξαν καλόπιστοι αγοραστές εφόσον το επίδικο οικόπεδο αποκτήθηκε από εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη, τον Χαράλαμπο Χαραλάμπους - Μ.Ε.2. Η Εναγόμενη δεν συμβλήθηκε οποτεδήποτε με το Χαραλάμπους ή με τους Ενάγοντες. Ακόμη και στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η Εναγόμενη ή ο γιος της, Andrei, συμβλήθηκαν με έγκυρη συμφωνία με τις Stella Mamulova και Olga Delinova είναι από αυτές που θα πρέπει να έχουν παράπονο. Ούτως ή άλλως, το Τεκμήριο 35 έστω και αν ήθελε κριθεί έγκυρο, δεν κάνει αναφορά ότι μεταβιβάστηκε η κατοχή του επίδικου οικοπέδου προς την Εναγόμενη, ως φερόμενος δε αγοραστής είναι ο Andrei (που για ένα τόσο σημαντικότατο θέμα επέλεξε να μην έρθει να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου) και όχι η Εναγόμενη, ενώ εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης το 2000 ήταν ο Χαραλάμπους. Η υπόθεση Άννα Δημητρίου κ.ά. ν. Νίκου Θεωρή Ξανδρή,
(2012)1 Α.Α.Δ. 2184, κρίνεται ότι καλύπτει πλήρως τα ζητήματα που εγείρει η Εναγόμενη μέσα από την εκδοχή της. Στη βάση των νομολογηθέντων δεν είναι εφικτό να δικαιωθεί στην υπεράσπιση ή στις απαιτήσεις της. Παρατίθενται σχετικά αποσπάσματα από την εν λόγω υπόθεση: «
  1. Η θέση της υπεράσπισης ότι υπήρχε προηγούμενη συμφωνία μεταξύ των ιδιοκτητών των δύο τεμαχίων και ότι μάλιστα αυτή η συμφωνία ήταν εν γνώσει του εφεσίβλητου όταν αγόρασε το τεμάχιο 502 δεν τεκμηριώθηκε, επειδή η μαρτυρία της υπεράσπισης απορρίφθηκε από το δικαστήριο ως αναξιόπιστη και ως μαρτυρία στην οποία δεν μπορούσε να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Αντίθετα έγινε δεκτή η θέση του εφεσίβλητου ότι αυτός αγόρασε το τεμάχιο 502 σύμφωνα με τον τίτλο ιδιοκτησίας του και τα εν χρήσει κτηματολογικά σχέδια, δεν γνώριζε οτιδήποτε περί προηγούμενης συμφωνίας των προγενέστερων του ιδιοκτητών ούτε και δεσμευόταν από οποιαδήποτε συμφωνία ή ρύθμιση.
  2. Έστω όμως και αν η θέση της υπεράσπισης γινόταν δεκτή, ότι δηλαδή υπήρχε προγενέστερη συμφωνία μεταξύ των προηγούμενων ιδιοκτητών, οποιαδήποτε προγενέστερη συμφωνία θα συνιστούσε ενοχικό δικαίωμα (right in personam) και όχι εμπράγματο δικαίωμα (right in rem). Επομένως η οποιαδήποτε τυχόν συμφωνία θα δέσμευε προσωπικά τους προηγούμενους ιδιοκτήτες οι οποίοι προέβησαν σε τέτοια συμφωνία αλλά όχι τους εκάστοτε ιδιοκτήτες των τεμαχίων.
  3. Η επίκληση των αρχών της επιείκειας από τις εφεσείουσες δεν μπορεί να διαφοροποιήσει την κατάσταση υπέρ τους. Δεν πρόσφεραν οποιανδήποτε αξιόπιστη μαρτυρία, στη βάση της οποίας να μπορούν να θεμελιώσουν δικαίωμα δυνάμει των κανόνων της επιείκειας. Η επίκληση των αρχών της επιείκειας δεν μπορεί να γίνεται χωρίς να υπάρχει το απαραίτητο πραγματικό υπόβαθρο.
  4. ...................................... 5 ......................................
  5. ................................... Από τα ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου στοιχεία δεν προκύπτει οποιοδήποτε ζήτημα δουλείας αλλά ούτε και μπορεί να προβάλλεται από τις εφεσείουσες η θέση ότι, επειδή επεμβαίνουν παράνομα στο τεμάχιο 502, ο ιδιοκτήτης του χάνει το αγώγιμο δικαίωμά του, επειδή δεν έχει κατοχή του διαφιλονικούμενου κτήματος. Η θέση είναι χωρίς νομικό έρεισμα.» Στην υπόθεση Γ. Γλυκής ν. Ιεράς Μονής Μαχαιρά
(1999)1 Α.Α.Δ. 654, αποφασίστηκε ότι ουσιαστικό στοιχείο της παράνομης επέμβασης είναι η εκ μέρους του Ενάγοντα νόμιμη κατοχή του χώρου επί του οποίου γίνεται η επέμβαση. Η απόδειξη ιδιοκτησίας αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη κατοχής, εκτός αν προκύπτει από μαρτυρία ότι την κατοχή την έχει άλλος. Οι Ενάγοντες με την απόκτηση της ιδιοκτησίας του επίδικου οικοπέδου απέκτησαν την κατοχή αυτού, και αντέδρασαν στην κατοχή του από την Εναγόμενη και έλαβαν άμεσα δικαστικά μέτρα εναντίον της. Επιπλέον η Εναγόμενη αξιώνει την κατοχή και προφανώς την ιδιοκτησία του επίδικου οικοπέδου στη βάση του δικαίου της επιείκειας. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Μαργαρίτα Χρ. Πουργουρίδη κ.ά. ν. Θέμιδος Β. Μέζου κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, το δίκαιο της επιείκειας δεν έχει εφαρμογή στο δίκαιο της ακίνητης ιδιοκτησίας αφού αυτό εξαιρείται ρητά από τις πρόνοιες του άρθρου 4 του Κεφ. 224. Οι Ενάγοντες είναι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του επίδικου οικοπέδου και δεν χωρεί ακύρωση πιστοποιητικού εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας παρά μόνο με απόδειξη δόλου ή απάτης ως προς την εξασφάλιση του εν λόγω πιστοποιητικού εκτός αν είναι η περίπτωση που αποδεικνύεται καταπίστευμα (βλέπε Χρίστος Κληρίδης ν. Ηρόδοτου Σταυρίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 521) που δεν είναι βέβαια η περίπτωση ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατ΄ επέκταση των προλεγόμενων δεν είναι δυνατό να επιτύχει ούτε αυτή η βάση υπεράσπισης ή ανταπαίτησης της Εναγόμενης. Η Εναγόμενη όφειλε, μετά τη γνώση της ότι οι Ενάγοντες είναι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του επίδικου οικοπέδου, να εγκαταλείψει την επέμβαση της από αυτό. Συνέχισε ωστόσο, ως είναι αποδεκτό, να επεμβαίνει σε αυτό, στη βάση της διεκδίκησης τόσο της κατοχής αλλά και της ιδιοκτησίας του, όχι όμως νόμιμα. Συνακόλουθα απέτυχε να αποδείξει ότι δεν κατείχε παράνομα το επίδικο οικόπεδο. Ενόψει όλων των πιο πάνω προκύπτει ανάγκη καθορισμού της ζημιάς των Εναγόντων εξαιτίας της παράνομης επέμβασης εκ μέρους της Εναγόμενης. Το μέτρο καθορισμού αποζημίωσης όταν διαπιστωθεί παράνομη επέμβαση, σε ακίνητο, προκύπτει ξεκάθαρα μέσα από τη νομολογία (βλέπε υπόθεση Andrian Holdings, (ανωτέρω)). Πρόκειται για την ενοικιαγοραστική αξία του ακινήτου. Λαμβάνοντας υπόψη ωστόσο ότι εκ μέρους των Εναγόντων δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία από εμπειρογνώμονα για την ενοικιαγοραστική αξία του επίδικου οικοπέδου, κρίνεται ότι υπό τις περιστάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει το αναγκαίο υπόβαθρο για να επιδικάσει σχετική αποζημίωση. Με αυτή την εξέλιξη η μόνη θεραπεία που το Δικαστήριο νομιμοποιείται να παραχωρήσει στους Ενάγοντες είναι οι ονομαστικές αποζημιώσεις τις οποίες το Δικαστήριο καθορίζει σε €100,
  1. Παρεμβάλλει εδώ αναγκαία επίσης η αναφορά στο γεγονός ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Ε.4 οι Ενάγοντες πώλησαν το επίδικο οικόπεδο στις 09.11.
  2. Δεν αντεξετάστηκε ο Μ.Ε.4 αλλά ούτε και ξεκαθαρίστηκε στην επανεξέταση του, εάν κατά το χρόνο της δίκης, ήτοι 3 χρόνια μετά, μεταβιβάστηκε η κατοχή στους νέους αγοραστές ή την διατήρησαν ακόμη οι Ενάγοντες. Ούτε ξεκαθαρίστηκε αν η ιδιοκτησία παραμένει ακόμη στους Ενάγοντες ή όχι. Αυτό αφενός δημιουργεί δυσκολία στο θέμα του χρόνου της επέμβασης μετά τις 09.11.
  3. Αφετέρου ελλείπει και το αναγκαίο υπόβαθρο ώστε να εξετασθεί αν οι Ενάγοντες δικαιούνται σε διάταγμα άρσης της επέμβασης εναντίον της Εναγόμενης. Όφειλαν οι Ενάγοντες να ξεκαθαρίσουν αυτό το ζήτημα με μαρτυρία. Το Δικαστήριο ελλείψει μαρτυρίας θεωρεί ότι θα ήταν ακροσφαλές να καταλήξει ότι μεταβιβάστηκε ή όχι στους νέους αγοραστές, είτε η ιδιοκτησία είτε η κατοχή, είτε και τα δύο. Επισημαίνεται δε πρόσθετα πως ανάλογα με το τι συμβαίνει ακριβώς ενδέχεται να τίθεται και θέμα δικονομικής φύσεως, στην περίπτωση όπου η κατοχή συμφωνήθηκε να βρίσκεται στους νέους αγοραστές, αφού οι Ενάγοντες δεν θα νομιμοποιούνταν στη συνέχιση της αγωγής. Αυτά όμως σε υποθετικό επίπεδο αφού ελλείπει το πραγματικό υπόβαθρο. Ενόψει των πιο πάνω εκδίδεται απόφαση, στην Αγωγή, προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €100,00, ως ονομαστικές αποζημιώσεις. Στην υπόθεση Βερεγγάριας Παπακόκκινου διαχειρίστριας κ.α. ν. Δήμου Πάφου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 634, αναφέρθηκε ότι: «Είναι καθιερωμένη αρχή ότι το ζήτημα των εξόδων της δίκης εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του εκδικάσαντος Δικαστηρίου. Ο γενικός κανόνας είναι ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Απόκλιση από τον κανόνα δικαιολογείται μόνο εφόσον συντρέχουν ικανοί λόγοι που ανάγονται στη γενεσιουργό αιτία της πρόκλησης του συνόλου ή μέρους των εξόδων της δίκης (βλ. π.χ. Θρασυβούλου ν. Arto Estates Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 12, Αρέστη ν. Λαδόκοννου, Πολιτική Έφεση 8870, ημερομηνίας 11.6.96). Στην παρούσα υπόθεση, όπως ορθά παρατήρησε η πρωτόδικη δικαστής, αιτιολογώντας την απόφαση της να στερήσει από τις Ενάγουσες τα έξοδα τους, αλλά, ταυτόχρονα, να μην επιδικάσει έξοδα σε βάρος τους, οι Ενάγουσες πέτυχαν μεν στη βασική τους απαίτηση, που ήταν η παράνομη επέμβαση, απέτυχαν, όμως, να αποδείξουν την ισχυριζόμενη ή άλλη ζημιά εξαιτίας της επέμβασης. Βρίσκουμε ότι, εν όψει του αποτελέσματος της δίκης, η απόφαση της πρωτόδικης Δικαστού να μην εκδώσει διάταγμα για τα έξοδα ήταν εύλογα δικαιολογημένη. Η έφεση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος των εφεσειουσών.» Το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια παρότι οι Ενάγοντες δεν απέδειξαν ζημιά, ενόψει του ότι έχουν πετύχει τόσο στην Απαίτηση τους αλλά και στην Ανταπαίτηση, στην οποία δεν θα τους δοθούν έξοδα, ενόψει της συνεκδίκασης της με την Αγωγή, κρίνεται ορθό να τους δοθούν έξοδα στην Αγωγή στην κλίμακα των ονομαστικών αποζημιώσεων. Τα έξοδα της αγωγής όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στην ανάλογη κλίμακα, επιδικάζονται προς όφελος των Εναγόντων. Όσον αφορά στην Ανταπαίτηση της Εναγόμενης, ενόψει των όσων έχουν εξηγηθεί προγενέστερα απορρίπτεται. Καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ............... Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Action/Final Αναφορά: Αστικά Αδικήματα - Επέμβαση σε ακίνητο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.