Μάκη Μιχαηλίδη ν. Ζωούλας Κυριάκου ως διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιωσάσης Ελένης Χριστοφή άλλως Ελένης Χριστοφή Γεωργίου, Αγωγή Αρ.: 3501/08, 29/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A96 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Μαυρονικόλα, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ.: 3501/08 Μεταξύ: Μάκη Μιχαηλίδη από τη Λευκωσία Και Ζωούλας Κυριάκου από τη Λεμεσό ως διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιωσάσης Ελένης Χριστοφή άλλως Ελένης Χριστοφή Γεωργίου τέως από τη Λεμεσό ---------------------------------- Ημερομηνία: 29.2.2016 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Μ. Χαραλάμπους για Μ. Κυπριανού & Σία ΔΕΠΕ Για την Εναγομένη: κα Σ. Ευριπίδου για Ρ. Ερωτοκρίτου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγων ήγειρε την παρούσα αγωγή εναντίον της εναγομένης της οποίας στις 29.6.2007 δόθησαν έγγραφα διαχείρισης της περιουσίας της Ελένης Χριστοφή Γεωργίου και αξιώνει: Α) Γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας ή για παράνομο τερματισμό συμφωνίας που συνήφθη κατά ή περί την 30.9.1980 μεταξύ του ενάγοντος και κάποιου Ανδρέα Χαριλάου Αλωνεύτη από τη μια και της αποβιωσάσης Ελένης Χριστοφή Γεωργίου από την άλλη που αφορούσε την πώληση των πιο κάτω ακινήτων:
- i)Aρ. Εγγραφής 6358, τεμάχιο 291, Φ/Σχ. LIV/19 & LIV20, τοποθεσία «Ανκούλια & Πλακιά».
- ii)Αρ. εγγραφής 6357, τεμάχιο 170, Φ/Σχ. LIV/19, τοποθεσία «Μακρής Πεύκος». iii) Αρ. εγγραφής 6356, τεμάχιο 169, Φ/Σχ. LIV/19, τοποθεσία «Μακρής Πεύκος», όλα στην Ακρούντα της επαρχίας Λεμεσού. Β) Διάταγμα και/ή δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο τερματισμός της προαναφερόμενης συμφωνίας ημερομηνίας 30.9.1980 που έγινε με επιστολή των δικηγόρων της εναγομένης ημερομηνίας 3.3.2007 είναι παράνομος και πως η εν λόγω συμφωνία ημερομηνίας 30.9.1980 τερματίστηκε εξ υπαιτιότητας της εναγομένης. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης ο ενάγων ισχυρίζεται ότι δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ημερομηνίας 30.9.1980 ο ενάγων αγόρασε με κάποιο Χαριλάου Αλωνεύτη από την Ελένη Χριστοφή Γεωργίου τα ως άνω αναφερθέντα κτήματα Ο Αλωνεύτης ήταν πρώην συνέταιρος του ενάγοντος στο αρχιτεκτονικό του γραφείο και απεβίωσε στις 28.6.1998. Οι δυο διευθέτησαν όλες τις μεταξύ τους οικονομικές εκκρεμότητες με έγγραφο ημερομηνίας 14.7.2005 και οι κληρονόμοι του Αλωνεύτη δεν έχουν οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον του ενάγοντος. Η συμφωνηθείσα τιμή για την αγορά των κτημάτων ήταν £2.000,00 και μέχρι την 11.3.1981 είχε καταβληθεί προς την Γεωργίου το ποσό των £500,00 έναντι της τιμής αγοράς. Η εναγόμενη με την Υπεράσπιση της παραδέχεται πως για το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος ποσού κινήθηκε αγωγή εναντίον του ενάγοντος και εναντίον του Αλωνεύτη την 17.9.1981 και εκδόθηκε απόφαση εναντίον τους στις 22.10.1981 για το ποσό των £1.500,00. Αρνείται όμως πως μετά την έκδοση της εν λόγω απόφασης ο ενάγοντας κατέβαλε το ποσό των £1.500,00 στην Γεωργίου πλέον τόκους και δικηγορικά έξοδα και εξόφλησε την οφειλή του προς αυτή. Αρνείται επίσης ότι μετά την εξόφληση του τιμήματος αγοράς ο ενάγων και ο Αλωνεύτης ζήτησαν κατ' επανάληψη όπως η Γεωργίου προβεί στη μεταβίβαση προς αυτούς των κτημάτων, ως ήταν η υποχρέωση της βάσει της συμφωνίας. Η Γεωργίου απεβίωσε την 11.5.1993 χωρίς να έχει προβεί στη σχετική μεταβίβαση. Στη συνέχεια, ισχυρίζεται, πως ο ίδιος και ο Αλωνεύτης έλαβαν κατοχή των κτημάτων και τα μεταχειρίζονταν ως αν να ήταν δικά τους. Ο ενάγων δε, πλήρωνε και πληρώνει μέχρι και σήμερα τις φορολογικές του υποχρεώσεις σε σχέση με τα κτήματα. Στη συνέχεια μετά το θάνατο της Γεωργίου ανέλαβε ο γιος του ενάγοντος, Μάριος Μιχαηλίδης, όπως γίνει σχετική μεταβίβαση. Ο σύζυγος της Γεωργίου ουδέποτε αρνήθηκε ότι το τίμημα είχε εξοφληθεί και ότι υπήρχε υποχρέωση μεταβίβασης των κτημάτων. Δέχτηκε την εν λόγω υποχρέωση και ενώπιον του κοινοτάρχη της Ακρούντας, Χριστόφορου Παπαδόπουλου. Ο ενάγων αποτάθηκε στους δικηγόρους του οι οποίοι απέστειλαν επιστολές ημερομηνίας 20.6.2006 και 1.8.2006 στους κληρονόμους της Γεωργίου, ο δικηγόρος των οποίων απάντησε με επιστολής ημερομηνίας 6.8.2006 και 10.8.2006. Με επιστολή ημερομηνίας 3.3.2007 ο δικηγόρος των κληρονόμων ακύρωσε τη συμφωνία ισχυριζόμενος μη πληρωμή του υπολοίπου των £1.500,00. Ο δικηγόρος του ενάγοντος απάντησε με επιστολή του ημερομηνίας 19.6.2007. Ισχυρίζεται πως ο τερματισμός της συμφωνίας είναι παράνομος και αυτή τερματίστηκε εξ υπαιτιότητας της εναγομένης. Ισχυρίζεται πως η αγοραία αξία των κτημάτων κατά την 3.3.2007, ημερομηνία τερματισμού της συμφωνίας ήταν £144.318,00. Με την τροποποιημένη υπεράσπιση της η εναγομένη αρνείται όλους τους ισχυρισμούς του ενάγοντος και υποστηρίζει πως και εάν συνήφθηκε οποιαδήποτε συμφωνία αυτή δεν βρίσκεται σε ισχύ αφού η συμπεριφορά του ενάγοντος ισοδυναμεί με ανάκληση (revocation) ή διάψευση (frustration) της ισχυριζόμενης συμφωνίας, αφού δεν προέβη στην εξόφληση του οφειλομένου ποσού των £1.500,00 για 26 χρόνια δημιουργώντας την εύλογη εντύπωση στην αποβιώσασα, καθώς και στους κληρονόμους της πως δεν υπάρχει υποχρέωση στην περιουσία της αποβιωσάσης. Εγείρει την Υπεράσπιση του Laches (defence of laches). Περαιτέρω ισχυρίζεται πως η συμφωνία ήταν εξ υπαρχής άκυρη αφού το αγοραπωλητήριο δεν έφερε ημερομηνία, ούτε ο ενάγοντας κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό προς την αποβιώσασα. Τέλος ισχυρίζεται πως ήταν όρος του πωλητηρίου εγγράφου ότι «οιοσδήποτε εκ των συμβαλλομένων ακυρώσει τη συμφωνία τούτη υποχρεούται εις την πληρωμή νομίμου αποζημιώσεως εκ Λ.Κ.500,00». Επομένως είναι ισχυρισμός της εναγομένης πως και αν ακόμη ήθελε αποδειχθεί πως ο τερματισμός της συμφωνίας εκ μέρους της εναγομένης ήταν άκυρος και η εναγόμενη θα κληθεί να καταβάλει αποζημίωση με βάση τον πιο πάνω όρο δεν πρέπει να ξεπερνά το ποσό των £500,00. Ο ενάγων για να αποδείξει την υπόθεση του κάλεσε τρεις μάρτυρες και για την Υπεράσπιση κατέθεσε η εναγομένη. Ο Μ.Ε.1 κατέθεσε ο Μάριος Μιχαηλίδης, ο οποίος σύμφωνα με την γραπτή δήλωση του, (Τεκμ.12), είναι ο υιός του ενάγοντος και είχε προσωπική ανάμειξη στα γεγονότα αυτής της υπόθεσης. Υποστηρίζει ότι δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ημερομηνίας 30.9.1980 (Τεκμ.1), ο ενάγων αγόρασε μαζί με κάποιο Ανδρέα Χαριλάου Αλωνεύτη από την Ελένη Χριστοφή Γεωργίου τα κτήματα που αναφέρονται ανωτέρω στο χωριό Ακρούντα της επαρχίας Λεμεσού. Κατέθεσε επίσης το επίσημο κτηματικό σχέδιο όπου σημειώθηκαν τα τρία πιο πάνω κτήματα (Τεκμ.2). Αναφέρει ότι ο Ανδρέας Χαριλάου Αλωνεύτη ήταν πρώην συνέταιρος του ενάγοντoς και απεβίωσε στις 28.6.1998. Όλες οι οικονομικές εκκρεμότητες μεταξύ τους έχουν διευθετηθεί. Σχετικό έγγραφο ημερομηνίας 14.7.2005 κατατέθηκε ως Τεκμ.3. Η συμφωνηθείσα τιμή αγοράς των κτημάτων ήταν £2.000,00 και μέχρι τις 11.3.1981 καταβλήθηκε το ποσό των £500,00 έναντι της τιμής αγοράς. Για το υπόλοιπο κινήθηκε αγωγή (Τεκμ.4) εναντίον του ενάγοντος και του Ανδρέα Αλωνεύτη στις 17.9.1981 και εκδόθηκε εναντίον τους στις 22.10.1981 απόφαση για το ποσό των £1.500,00 πλέον τόκοι και δικηγορικά έξοδα. Υποστηρίζει ότι μετά την έκδοση της απόφασης ο ενάγων κατέβαλε το ποσό των £1.500,00 στη Γεωργίου και εξόφλησε πλήρως την οφειλή του προς αυτή. Σχετική γραπτή δήλωση ημερομηνίας 15.3.2006 του ιερέα Οικονόμου Ανδρέα κατατέθηκε Τεκμ.5. Στη συνέχεια ο ενάγων και ο Ανδρέας Αλωνεύτης έλαβαν κατοχή των τριών κτημάτων και τα μεταχειρίζονταν σαν δικά τους. Βεβαίωση από τον τότε κοινοτάρχη Ακρούντας Χριστόφορο Παπαδόπουλο που βεβαιώνει ότι ο ενάγων πλήρωνε και πληρώνει τις φορολογικές του υποχρεώσεις σε σχέση με την ιδιοκτησία και κατοχή των κτημάτων κατατέθηκε ως Τεκμ.6. Διάφορες πληρωμές φορολογιών που έγιναν από τον ενάγοντα κατατέθηκαν ως Τεκμ.7. Μετά την εξόφληση του τιμήματος αγοράς ο ενάγων ζήτησε κατ' επανάληψη όπως η Γεωργίου προβεί στη μεταβίβαση των κτημάτων, όμως αυτή απεβίωσε στις 11.5.1993, χωρίς να έχει προβεί στη σχετική μεταβίβαση. Κληρονόμοι της είναι τα πέντε της παιδιά και ο σύζυγος της. Μετά το θάνατο της μερίμνησε ο ίδιος όπως γίνει η μεταβίβαση. Επικοινώνησε αρκετές φορές με το σύζυγο της Γεωργίου, ο οποίος υποσχόταν πάντοτε ότι θα μιλούσε με τα παιδιά του για να γίνει η μεταβίβαση. Ως σύζυγος της Γεωργίου ουδέποτε το αρνήθηκε ότι το τίμημα αγοράς των κτημάτων είχε εξοφληθεί. Ζήτησε από τον τότε κοινοτάρχη, Χριστόφορο Παπαδόπουλο, να μεσολαβήσει για να διευθετηθεί το θέμα της μεταβίβασης. Διευθετήθηκε συνάντηση στη Λεμεσό, όπου ο σύζυγος της Γεωργίου δεσμεύθηκε να μιλήσει με τα παιδιά του και να προχωρήσουν με τη μεταβίβαση των κτημάτων. Όταν θα χαραζόταν νέος δρόμος στη κοινότητα που θα επηρέαζε μέρος ενός εκ των τριών τεμαχίων ο σύζυγος της Γεωργίου τους ζήτησε όπως αποταθούν στον ενάγοντα. Επειδή δεν υπήρξε αποτέλεσμα αποτάθηκε σε δικηγόρο, ο οποίος απέστειλε επιστολές στους κληρονόμους της Γεωργίου με ημερομηνίες 20.6.2006 και 1.8.2006 (Τεκμ.7). Απαντητικές επιστολές του δικηγόρου των κληρονόμων με ημερομηνίες 6.7.2006 και 10.8.2006 κατατέθηκαν Τεκμ.8. Με επιστολή ημερομηνίας 3.3.2007 ο δικηγόρος των κληρονόμων ακύρωσε τη συμφωνία ισχυριζόμενος μη πληρωμή του υπολοίπων των £1.500,00 (Τεκμ.9). Το περιεχόμενο της πιο πάνω επιστολής το απέρριψε ο δικηγόρος του με επιστολή ημερομηνίας 19.6.2007 (Τεκμ.10). Μετά την πιο πάνω εξέλιξη ζήτησε από εκτιμητή ακινήτων να προβεί σε εκτίμηση της αγοραίας αξίας των κτημάτων κατά την 3.3.2007, ημερομηνία τερματισμού ή ακύρωσης της συμφωνίας έκθεση εκτίμησης που ετοιμάστηκε από το γραφείων εκτιμητών ακινήτων Κίκης Αθηνοδώρου & Συνεργάτες Λτδ, ημερομηνίας 26.5.2008 κατατέθηκε ως Τεκμ.11. Σύμφωνα με την εκτίμηση η αγοραία αξία και των τριών κτημάτων κατά την πιο πάνω ημερομηνία ήταν Λ.Κ.144.318,00. Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι γνωρίζει τα γεγονότα από τον πατέρα του και τον συνέταιρο του. Μετά το 1993 ο πατέρας του τον εξουσιοδότησε να διεκπεραιώσει τη μεταβίβαση. Το ότι έχουν εξοφληθεί τα κτήματα του το ανέφερε ο πατέρας του και ο σύζυγος της αποβιωσάσης. Τα παιδιά της αποβιωσάσης δεν γνώριζαν για την εξόφληση των κτημάτων και δημιουργούσαν πρόβλημα στη μεταβίβαση τους. Αναγκάστηκε να αποταθεί στο Δικαστήριο όταν η συμφωνία ακυρώθηκε. Ήταν η πρώτη φορά με το Τεκμ.9 που δηλώθηκε ότι δεν θα τηρούντο τα συμφωνηθέντα. Για πολλά χρόνια προηγουμένως ο σύζυγος της αποβιωσάσης του έλεγε ότι θα γίνει η μεταβίβαση φτάνει να ενημερωθούν τα παιδιά της γιατί αυτά κατά τα λεγόμενα του δεν γνώριζαν ότι τα εν λόγω κτήματα πωλήθηκαν από τη μητέρα τους. Επανέλαβε ότι κατείχαν τα κτήματα, πλήρωναν τους φόρους και ο σύζυγος της αποβιωσάσης στην παρουσία του κοινοτάρχη τον διαβεβαίωνε ότι τα κτήματα είναι δικά τους. Συμφώνησε πως μέχρι την έγερση της αγωγής 2971/81 δεν είχε εξοφληθεί. Επανέλαβε ότι η εκδοθείσα απόφαση για το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς των κτημάτων εξοφλήθηκε. Αρνήθηκε υποβολή ότι δεν εξόφλησαν το τίμημα, εξήγησε δε γιατί δεν έχει σχετικές αποδείξεις. Σε υποβολή ότι ο τερματισμός ήταν νόμιμος γιατί παρέλειψαν να καταβάλουν τις £1.500,00 ο μάρτυρας δεν συμφώνησε. Σε υποβολή ότι δεν κατέβαλαν οποιαδήποτε φορολογία για τα κτήματα επανέλαβε ότι πληρώθηκαν. Σε υποβολή ότι καμιά πληρωμή δεν έγινε μέσω του ιερέα Οικονόμου Ανδρέα ο μάρτυρας αναφέρθηκε στο Τεκμ.5 λέγοντας ότι το πήρε πολύ πριν την έγερση της αγωγής. Περαιτέρω αρνήθηκε πως δεν έγινε όχληση για μεταβίβαση και πως ο ίδιος δεν αναμείχθηκε στην υπόθεση. Ως Μ.Ε.2 κατέθεσε ο προσοντούχος εκτιμητής και μέλος του ΕΤΕΚ Κυριάκος Αθηνοδώρου, ο οποίος έχει προβεί σε εκτίμηση της αγοραίας αξίας των επίδικων κτημάτων κατά την 3.3.2007. Ετοίμασε γραπτή εκτίμηση, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε και κατέθεσε ως τεκμήριο 11. Σύμφωνα με τον μάρτυρα η αγοραία αξία των επιδίκων ακινήτων κατά την 3.3.2007, για όλα τα μερίδια ανερχόταν σε £144.318, δηλαδή €246.582. Όπως εξήγησε υιοθέτησε ως αγοραία αξία του τεμαχίου 169 το ποσό των £3.000 το δεκάριο, ήτοι η συνολική αξία ανερχόταν στις £20.067. Για το ακίνητο με αριθμό 175 υιοθέτησε ως αγοραία αξία του το ποσό των £2.500 το δεκάριο, ήτοι η συνολική αξία του ανερχόταν στις £35.955. Για το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 292 υιοθέτησε ως αγοραία αξία του το ποσό των £12.000 το δεκάριο, ήτοι η συνολική αξία του ανερχόταν στις £88.296. Ο μάρτυρας εξήγησε πως επισκέφθηκε την περιοχή και ανέλυσε όλες τις πωλήσεις ακινήτων που έγιναν κατά τον ουσιώδη χρόνο, εξασφάλισε από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού 13 πωλήσεις οι οποίες θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για την εκτίμηση. Στο παράρτημα Α της εκτίμησης του επισύναψε 7 πωλήσεις ως βάση για την εκτίμηση. Αναφορικά με τα ακίνητα Α και Β θεωρεί ότι οι συγκριτικές πωλήσεις 1 και 5 παρουσιάζουν παρόμοια φυσικά και νομικά χαρακτηριστικά. Αφού έκανε την ανάλογη αναπροσαρμογή στο χρόνο ημερομηνίας πώλησης έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα υπό εκτίμηση τεμάχια υστερούν από τα συγκριτικά 1 και 5 λόγω κυρίως του μεγάλου εμβαδού, της επαφής με αργάκι και της επικλινούς επιφάνειας. Ως εκ τούτου, για το ακίνητο Α υιοθέτησε την αγοραία αξία £3.000 το δεκάριο και για το ακίνητο Β υιοθέτησε ως αγοραία αξία το ποσό των £2.500 το δεκάριο. Σημαντικός παράγοντας στον καθορισμό της αξίας των ακινήτων Α και Β, είναι η επαφή τους με το αργάκι γεγονός το οποίο αποτελεί μειονέκτημα, η επικλινής επιφάνειας τους και η ένταξη τους σε ζώνη προστασίας Ζ3. Αναφορικά με το ακίνητο Γ αυτό βρίσκεται σε μια περιοχή η οποία παρουσιάζει ψηλότερες συγκριτικές πωλήσεις. Για παράδειγμα οι συγκριτικές πωλήσεις 6 και 7, οι πωλήσεις αυτές εφάπτονται σε υπό εγγραφή δρόμο. Το συγκριτικό 4 βρίσκεται σε απόσταση 80 με 100 μέτρα του υπό εκτίμηση ακινήτου και η αγοραία αξία του κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν £7 το μέτρο. Θεωρεί πως το υπό εκτίμηση ακίνητο υπερτερούσε σημαντικά από το συγκριτικό αυτό. Το συγκριτικό 2 βρίσκεται βορειοανατολικά του ακινήτου Γ, είναι επίσης περίκλειστο με επικλινή επιφάνεια και η τιμή κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν £8.520 το δεκάριο. Κατά τον ουσιώδη χρόνο το εν λόγω ακίνητο ήταν περίκλειστο το οποίο έχει μειωμένη αξία σε σχέση με ακίνητο που εφάπτεται δρόμου κατά 25%. Αντεξεταζόμενος εξήγησε πως τα στοιχεία των επίδικων ακινήτων τα έλαβε από τον Ενάγοντα δακτυλογραφημένα σε άσπρη κόλλα. Δεν του προσκόμισε τίτλους ιδιοκτησίας. Εξήγησε, ο μάρτυρας, πως και τα τρία κτήματα είναι περίκλειστα το οποίο έλαβε υπόψη κατά την εκτίμηση του. Επανέλαβε πως το συγκριτικό 1 είναι περίκλειστο κτήμα και παρουσιάζει πολύ παρόμοια χαρακτηριστικά και κατά τον ουσιώδη χρόνο η αξία ήταν £4.026 το δεκάριο. Το συγκριτικό 5 βρίσκεται σε καλύτερο σημείο από το επίδικα κτήματα και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν £5.850 το δεκάριο. Έχει αναπροσαρμόσει την αξία λαμβάνοντας υπόψη ότι τα ακίνητα Α και Β εφάπτονται αργακιού, έχουν επικλινή επιφάνεια και μεγαλύτερο εμβαδό. Όλα αυτά λήφθηκαν ως βάση για την αναπροσαρμογή της αξίας. Εξήγησε πως οι ζώνες Γ3 και Ζ3, όπου βρίσκονται τα ακίνητα, παρουσιάζουν τους ίδιους συντελεστές δόμησης και κάλυψης. Ο μάρτυρας διαφώνησε σε εισήγηση πως τα επίδικα ακίνητα δεν έχουν τα ίδια νομικά και φυσικά χαρακτηριστικά με τα συγκριτικά. Επίσης δεν συμφώνησε πως η έκθεση εκτίμησης του είναι ατεκμηρίωτη. Ως Μ.Ε.3, κατέθεσε ο Χριστόφορος Παπαδόπουλος ο οποίος από τον Μάιο του 1994 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2001, ασκούσε τα καθήκοντα κοινοτάρχη στην Ακρούντα. Εξήγησε πως γνωρίζει τον Ενάγοντα επειδή τον Μάιο του 1994, όταν ανέλαβε κοινοτάρχης, έπρεπε να κάνει κατάλογο φορολογίας και στα διάφορα ονόματα βρήκε το όνομα του Ενάγοντος ο οποίος του πλήρωνε τη φορολογία για τις κοινοτικές υπηρεσίες. Αναγνώρισε τα τεκμήρια 5 και 6 και εξήγησε πως το τεκμήριο 5 αφορά μια υπεύθυνη δήλωση από τον ιερέα Ανδρέα Παπαχριστοφόρου, ο οποίος την υπέγραψε στην παρουσία του. Η δήλωση έγινε στις 15.3.2006. Ο εν λόγω ιερέας μέχρι και σήμερα λειτουργεί στην εκκλησία. Στο τεκμήριο 6 αναγνώρισε δήλωση του ημερομηνίας 17.1.2006, όπου τα επίδικα κτήματα δηλώνει πως φορολογούνται στο όνομα του Ενάγοντος. Ως δέσμη, Τεκμήριο 13, κατέθεσε 7 αποδείξεις πληρωμής φορολογικών υποχρεώσεων του Ενάγοντος για τα επίδικα κτήματα. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι μετά την γνωριμία του με τον Ενάγοντα και επειδή γνώριζε τον σύζυγο της αποβιωσάσης ιδιοκτήτριας των επιδίκων κτημάτων, προσπάθησε και διευθέτησε συνάντηση μεταξύ τους το 2006 απέναντι από το κτηματολόγιο, όπου προέκυψε πως ο σύζυγος είχε κάποια έξοδα κάπου £200, που εάν του πληρώνοντο θα γινόταν η πράξη όμως θα έπρεπε να το πει στα παιδιά του. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας εξήγησε πως τη φορολογία την εισπράττει από τον Ενάγοντα για τα τρία επίδικα κτήματα όπως την βρήκε από τον προηγούμενο κοινοτάρχη. Όταν δε επισκέφθηκε τον σύζυγο της αποβιωσάσης για να τους πληρώσει αυτός αρνήθηκε λέγοντας τους να βρουν τον Ενάγοντα. Τούτο έγινε το 2005 περίπου. Σε υποβολή πως οι συγκεκριμένες αποδείξεις δεν αφορούν τα επίδικα κτήματα, απάντησε πως δεν φορολογείται το τεμάχιο αλλά το άτομο. Δεν συμφώνησε επίσης πως οι δηλώσεις Τεκμήρια 5 και 6, συντάχθηκαν από τον ίδιο με σκοπό να βοηθήσει τον Ενάγοντα. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε η εναγομένη. Σύμφωνα με γραπτή δήλωση της Τεκμ.14 έχει προσωπική γνώση των γεγονότων που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Η μάρτυς αναφέρεται στην έγγραφη συμφωνία ημερομηνίας 30.9.1980 και υποστηρίζει πως οι αγοραστές κατέβαλαν στην μητέρα της £500,00 αλλά παρέλειψαν να καταβάλουν μέχρι και σήμερα το υπόλοιπο ποσό που ανέρχεται στις £1.500,00. Επαναλαμβάνει πως η μητέρα της καταχώρισε μέσω του δικηγόρου της την αγωγή 2979/81 με την οποία απαίτησε την πλήρη εξόφληση του ποσού των £1.500,00 στην οποία εκδόθηκε απόφαση για το εν λόγω ποσό. Ισχυρίζεται ότι ο ενάγων παρά την έκδοση της πιο πάνω απόφασης δεν συμμορφώθηκε και δεν κατέβαλε μέχρι και σήμερα το πιο πάνω ποσό. Υποστηρίζει πως ο ενάγων επέδειξε αντισυμβατική συμπεριφορά αφού δεν προέβηκε στην εξόφληση του ποσού των £1.500,00 και ουδέποτε όχλησε προφορικά ή γραπτώς για να προβεί η μητέρα της σε εγγραφή και σε μεταβίβαση των επίδικων κτημάτων στο όνομα τους. Αν ο ενάγων κατέβαλε το ποσό των £1.500,00 η μητέρα της δεν θα είχε λόγο να μην προχωρήσει στη μεταβίβαση των κτημάτων. Αντίθετα η συμπεριφορά του δημιούργησε την εύλογη εντύπωση στην μητέρα της, στην ίδια και στα αδέλφια της ότι κανένα δικαίωμα δεν έχει στην περιουσία της όπως ο ίδιος ισχυρίζεται. Εάν είχε εξοφλήσει το τίμημα το 1981 δεν είναι εύλογο να έχει αφήσει να παρέλθουν τόσα χρόνια καταχωρώντας την αγωγή το 2008. Στη συνέχεια η μάρτυς αρνείται τα όσα ο ενάγων αποδίδει στον πατέρα της, τερμάτισαν και ακύρωσαν τη συμφωνία αγοραπωλησίας όταν έλαβαν την επιστολή από δικηγόρο του ενάγοντος. Αντεξεταζόμενη συμφώνησε ότι με πρωτοβουλία του ενάγοντος έγινε η αίτηση 157/07 για να γίνει περιορισμένη διαχείριση της περιουσίας της αποβιωσάσης μητέρας της στην οποία δέχτηκε, αφού της επιδόθηκε, να διοριστεί σαν διαχειρίστρια. Συμφώνησε επίσης ότι έγινε συμφωνία πώλησης των τριών επιδίκων κτημάτων και μετά που δεν πλήρωναν η μητέρα της ήγειρε αγωγή για το υπόλοιπο του τιμήματος. Είναι η θέση της ότι δεν υπήρξε λόγος να μην προχωρήσουν στην μεταβίβαση εάν το υπόλοιπο του τιμήματος είχε εξοφληθεί. Σε υποβολή πως το Τεκμ.8, επιστολή του δικηγόρου της, δεν συνάδει με τα όσα ανέφερε δεν συμφώνησε. Έμαθε ότι η μητέρα της εξέδωσε απόφαση για το υπόλοιπο του τιμήματος το 2007. Αν εξοφλούσαν και ζητούσαν την μεταβίβαση δηλώνει πως η μητέρα της θα συμμορφώνετο. Δήλωσε πως τον πάτερ Ανδρέα δεν τον γνωρίζει και δεν συμφωνά με τα όσα αναφέρει στην επιστολή του. Όταν μίλησε με τον πατέρα της, ο οποίος απεβίωσε πριν 3 ½ μήνες της είπε πως δεν έχουν εξοφλήσει τις υποχρεώσεις τους. Είναι κοινή η θέση των δύο πλευρών ότι στις 30.9.1980 μεταξύ του ενάγοντος και κάποιου Ανδρέα Αλωνεύτη από την μια και της αποβιωσάσης Ελένης Χριστοφή Γεωργίου συνήφθη το Αγοραπωλητήριο έγγραφο (Τεκμ.1) το οποίο προνοούσε τα εξής: «ΠΩΛΗΤΗΡΙΟΝ ΕΓΓΡΑΦΟΝ ΣΥΜΦΩΝΙΑ γενομένη σήμερον .Ελένη Χριστοφή Γεωργίου ΜΕΤΑΞΥ ..ΑΚΡΟΥΝΤΑ (εν τοις εφ' εξής καλουμένου ο Πωλητής) ΚΑΙ Μάκης Μιχαηλίδης & Ανδρέας Αλωνεύτης (εν τοις εφ' εξής καλουμένου ο Αγοραστής) ΕΠΙΒΕΒΑΙΟΙ τα ακόλουθα: 1. Ο Πωλητής δια του παρόντος πωλεί εις τον Αγοραστήν και ο Αγοραστής αγοράζει παρά του Πωλητού τα κάτωθι κτήματα:- Αρ. Έγγρ. Φύλ/Σχ. Τεμ. Κτήμα Τοποθε. Έκτασις Μερίδιο 1) 6353 292 LIV/10 5. & 2 προστάθια όλον 2) 6357 170 LIV/10 10. & 3 « 3) 6356 160 LIV/19 5 & ---- 2. H τιμή πωλήσεως συνεφωνήθη εκ £2000= (Δύο χιλιάδες λίρες μόνον) Πληρωτέον ως ακολούθως: α) Προκαταβολή £100= β) Ο αγοραστής υποχρεούται να πληρώση το υπόλοιπον ποσόν εκ £1900 λιρών ως εξής: 1) 30.11.1980 £400= Και 2) 31.3.1981 £1500= προς Τελική εξώφλησιν. 3. Ο Πωλητής υποχρεούται όπως άμα της αποπληρωμής του ως άνω τιμήματος πωλήσεως να μεταβιβάση τα άνωθι κτήματα επ' ονόματι του Αγοραστού ή οιουδήποτε προσώπου υποδειχθησομένου υπ' αυτού. 4. Ο Αγοραστής άμα τη υπογραφή του παρόντος, δικαιούται όπως λάβη κατοχήν και εκμεταλλεύεται τα ως άνω κτήματα άνευ της επεμβάσεως του Πωλητού. 5. Η παρούσα συμφωνία δεσμεύει τους Συμβαλλομένους, τους κληρονόμους, διαδόχους και εκδοχείς των. 6. Οιοσδήποτε εκ των συμβαλλομένων ακυρώσει την συμφωνίαν ταύτην υποχρεούται εις την πληρωμήν νομίμου αποζημιώσεως εκ £500= πλέον τόκοι και δικαστικά έξοδα. ΕΙΣ ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΣΙΝ των ανωτέρω εθέσαν επί του παρόντος τας υπογραφάς μας. ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΟΙ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΙ ........... .......... ........... ..........» Είναι επίσης κοινή θέση των δύο πλευρών ότι από τους αγοραστές μέχρι την 11.3.1981 καταβλήθηκε το ποσό των £500 και για το υπόλοιπο ποσό των €1.500, στις 17.9.1981 κινήθηκε αγωγή (Τεκμ.4) εναντίον του ενάγοντος και του Αλωνεύτη από την αποβιώσασα Ελένη Χριστοφή Γεωργίου και στις 22.10.1981 εκδόθηκε απόφαση εναντίον τους για το ποσό των £1.500 πλέον τόκους και έξοδα. Η Γεωργίου απεβίωσε στις 11.5.1993. Στις 3.3.2007 ο δικηγόρος των κληρονόμων της Γεωργίου ακύρωσε την συμφωνία ισχυριζόμενος μη πληρωμή του υπολοίπου ποσού του τιμήματος αγοράς των £1.500 (Τεκμ.9). Τα επίδικα θέματα που τίθενται για απόφαση είναι: (α) Ποια πλευρά παραβίασε την σύμβαση. (β) Εάν είναι η πλευρά της εναγομένης, τι αποζημιώσεις δικαιούται ο ενάγων. Για να απαντηθεί το πρώτο επίδικο θέμα θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο το υπόλοιπο ποσό των £1500 του τιμήματος πωλήσεως έχει πληρωθεί στην Γεωργίου. Είναι κοινή θέση των δύο πλευρών ότι μέχρι την 31.3.1981 το πιο πάνω ποσό δεν είχε πληρωθεί και κινήθηκε η αγωγή 2979/81 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού (Τεκμ. 4) από την Γεωργίου εναντίον του ενάγοντος και του Αλωνεύτη και στις 22.10.1981 εκδόθηκε απόφαση εναντίον τους για το ποσό των £1500 πλέον τόκους και έξοδα. Καθώς πρόκειται για αστική υπόθεση, το Δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει σε ευρήματα πάνω στο ζυγό των πιθανοτήτων με βάση τη μαρτυρία που θα κρίνει αξιόπιστη (βλ. Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Θα αξιολογήσω την προσαχθείσα μαρτυρία με επίκεντρο τα επίδικα θέματα. Υποδείχθηκε στην Al Ittiham Al Watani κ.α. ν. Παπαδόπουλου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1924, 1937: «... ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιλαμβάνει κάθε πτυχή της μαρτυρίας αλλά εκείνη που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα (βλ. Σωτηρίου κ.α. ν. Stelios Stylianides (Holdings) Ltd κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 391). Ο σχολιασμός της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων δεν είναι απαραίτητος (βλ. Κυριακίδης κ.α. ν. Tiba Publishing Ltd
(1998)1 A.A.Δ. 1984). Δεν είναι απαραίτητο να αξιολογείται ξεχωριστά η μαρτυρία του κάθε μάρτυρα ούτε και να γίνεται αναφορά σε κάθε σημείο που αναφέρεται στη μαρτυρία (βλ. Paphos Stone Estates v. Ζαβρού κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1854).» Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είναι σε θέση να αξιολογήσει την αξιοπιστία τους. Επίσης έχει συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων συνεκτιμώντας την προφορική μαρτυρία με τα τεκμήρια που κατατέθηκαν και τις θέσεις που προβάλλουν οι διάδικοι στα δικόγραφά τους. Εξέτασα με προσοχή την μαρτυρία του Μ.Ε.1 σε αντιπαράθεση με την μαρτυρία της εναγομένης (Μ.Υ.1) και πιστεύω ο Μ.Ε.1 είναι αξιόπιστος και σταθερός στις θέσεις του, η δε εκδοχή του υποστηρίζεται σε μεγάλο βαθμό από τον Μ.Ε.3 τον οποίο επίσης κρίνω ως αξιόπιστο μάρτυρα. Επίσης η μαρτυρία και των δύο υποστηρίζεται σε μεγάλο βαθμό από τα τεκμήρια που κατέθεσαν ή αναγνώρισαν. Αντίθετα η Μ.Υ.1 δεν μου έδωσε την εντύπωση ειλικρινούς ανθρώπου. Εξέτασα με προσοχή τη μαρτυρία της και κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ σε αυτή. Πιο συγκεκριμένα φαίνεται από την επιστολή των δικηγόρων της (Τεκμ. 8), ο οποίος ζητά αντίγραφο του αγοραπωλητηρίου και αντίγραφο απόδειξης των £2000, ότι η εναγομένη δεν γνώριζε για το αγοραπωλητήριο ούτε είχε υπόψη της για τον τρόπο πληρωμής του τιμήματος. Περαιτέρω με την υπεράσπιση της δηλώνει ότι αγνοεί βασικά ζητήματα της υπόθεσης, όπως την καταβολή της προκαταβολής. Περαιτέρω το γεγονός ότι δεν λήφθηκε κανένα μέτρο εκτέλεσης της απόφασης στην αγωγή 2979/81 εναντίον των εναγομένων ενισχύει τον ισχυρισμό του Μ.Ε.1 ότι εξοφλήθηκε το τίμημα πώλησης. Με βάση τα πιο πάνω βρίσκω ότι μετά την έκδοση της απόφασης στην αγωγή 2979/81 ο ενάγων την εξόφλησε μαζί με τους τόκους και τα έξοδα. Περαιτέρω, πιστεύω η συζήτηση που έγινε κατά τη δίκη ως προς το ζήτημα της εξόφλησης του τιμήματος έγινε εντελώς αχρείαστα. Με δεδομένη την κοινή θέση των δύο πλευρών ότι για το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης ηγέρθη η αγωγή 2979/81 στην οποία εξεδόθη απόφαση, το γεγονός τούτο δημιούργησε δεδικασμένο το οποίο έχει αποσβέσει το αγώγιμο δικαίωμα και συναρτά στη συνέχεια τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των διαδίκων με την εκδοθείσα δικαστική απόφαση. Στο Σύγγραμμα ANSON'S LAW OF CONTRACT 28η έκδοση σελ. 584, αναφέρεται: «..when judgment is given in the claimant΄s favour, the cause of action is merged into matter of record, and only the judgment can be enforced. ................................ A person may be estopped per rem judicatam from re-litigating in subsequent proceedings a cause of action in respect of which judgment was given against that person in earlier proceedings, or an issue raised and determined against him or her in such proceedings." Mε επιστολή του ο δικηγόρος του ενάγοντος, ημερ. 20.6.2006 (Τεκμ. 7) κάλεσε τους κληρονόμους της Ελένης Χριστοφή Γεωργίου όπως εντός 10 ημερών από τη λήψη της επιστολής να μεταβιβάσουν τα επίδικα κτήματα επ' ονόματι του ενάγοντος. Με επιστολή του ημερ. 3.3.2007 (Τεκμ. 9) ο δικηγόρος των κληρονόμων ακύρωσε την επίδικη συμφωνία, παραβαίνοντας τους όρους της. Ο ενάγων ο οποίος είχε δικαίωμα να τερματίσει την σύμβαση, το έπραξε διεκδικώντας με την καταχώριση της αγωγής του αποζημιώσεις που συμβιβάζονται μόνο με τoν τερματισμό της σύμβασης. Αποζημιώσεις: Υποδεικνύεται στην υπόθεση Καλησπέρας ν. Δρυάδης
(1998)1 Α.Α.Δ. 867: «Αδιαμφισβήτητο είναι ότι, βάσει των γενικών αρχών του δικαίου, χρηματικό ποσό, το οποίο καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο έναντι ανταλλάγματος, το οποίο δεν παρέχεται, είναι ανακτητέο ως χρέος (money had and received). Ό,τι παραγνωρίζεται από τον εφεσείοντα, είναι ότι το ποσό καταβλήθηκε αποκλειστικά για την απόκτηση της ιδιοκτησίας του διαμερίσματος. Η απουσία ανταλλάγματος ήταν πλήρης. ανάλογα απόλυτη ήταν και η υποχρέωση του εφεσείοντα να επιστρέψει το ποσό στους εφεσίβλητους, για την αποκατάστασή τους. (Βλ. Hicks v Hicks [1802] 3 East 16, 102 E.R. 502· Rover International v Cannon Film Sales (No. 3) [1989] 3 All E.R. 423· Westdeutsche v Islington London BC [1996] 2 All E.R. 961· Guinness Mahon v Kensington BC [1998] 2 All E.R. 272.) Δεν υπάρχει αμφιβολία ως προς τις αρχές οι οποίες διέπουν τον καθορισμό των αποζημιώσεων, λόγω της διάρρηξης της σύμβασης, γενικά, και, ειδικά, για την πώληση γης. Το Άρθρο 75 του περί Συμβάσεων Νόμου ορίζει ότι, πρόσωπο, το οποίο αποκηρύττει τη σύμβαση (υπαναχωρεί νόμιμα από τη σύμβαση), δικαιούται σε αποζημίωση για ζημία, την οποία υπέστη λόγω της μη εκπλήρωσής της. Όπως εξηγείται στην Παντζιαρή ν. Aquarian Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 748, το Άρθρο 75 διαφυλάττει το δικαίωμα συμβαλλομένου, ο οποίος ακυρώνει τη σύμβαση για βάσιμο λόγο, να διεκδικήσει αποζημιώσεις για ζημία, που έχει υποστεί λόγω ανακοπής ή μη εκπλήρωσης του συμβολαίου. Το Άρθρο 73, εξάλλου, καθορίζει την αποζημίωση, την οποία δικαιούται ο συμβαλλόμενος από τη διάρρηξη της συμφωνίας από τον αντισυμβαλλόμενο. Το λογικά προβλεπτό της ζημίας, όπως διαγράφεται από τη σύμβαση, είναι το μέτρο της αποζημίωσης. Ο κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της είναι, κατά κανόνα, ο χρόνος της διάρρηξης και το επίμετρο η διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς και της αξίας του ακινήτου κατά το χρόνο της διάρρηξης.» Ο ενάγων για να αποδείξει την αξία των επιδίκων ακινήτων κατά τον χρόνο της διάρρηξης κάλεσε τον Μ.Ε.2 προσοντούχο εκτιμητή Κυριάκο Αθηνοδώρου. Ο Μ.Ε.2 κατέθεσε σαν εμπειρογνώμονας, ιδιότητα που δεν αμφισβητήθηκε και η μαρτυρία του έχει προσεγγιστεί και αξιολογηθεί με βάση τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση εμπειρογνωμόνων μαρτύρων. Ο εν λόγω μάρτυρας έχει δώσει στο Δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων του, έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση σε εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, ο οποίος ετοίμασε την έκθεση εκτίμησης (Τεκμ. 11) για τα επίδικα κτήματα, η αγοραία αξία των επιδίκων κτημάτων κατά την 3.3.2007 υπολογίστηκε στο ποσό των £144.318 δηλαδή €246.582. Ο μάρτυρας εξήγησε με επάρκεια την μέθοδο και τις συγκριτικές πωλήσεις που χρησιμοποίησε για να καταλήξει στα συμπεράσματα του. Η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη και την υιοθετώ για σκοπούς ευρημάτων μου. Κατά πόσο ο όρος 3 της επίδικης σύμβασης με τον οποίο καθορίστηκε ποσό £500 πληρωτέο σε περίπτωση παράβασης συνιστούσε ποινική ρήτρα είναι το επόμενο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί ώστε να καθοριστούν οι αποζημιώσεις που δικαιούται ο ενάγων. Στην υπόθεση Ανόρθωσης ν. Απόλλων
(2002)1 Α.Α.Δ. 518, 524 επ. λέχθηκαν τα εξής: «Το ζήτημα είναι νομικό εφόσον υπάρχει όντως θέμα ερμηνείας της σύμβασης. Βασικό κριτήριο για την ερμηνεία του περιεχομένου των συμβάσεων, αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και όρων της συμφωνίας. Για να διακριβωθεί η σημασία και το πραγματικό νόημα των όρων μιας γραπτής συμφωνίας πρέπει το κείμενό της να ερμηνεύεται συνολικά και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά έτσι ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος δυσαρμονίας στην εξήγηση τους που στο τέλος δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών. Βλ. Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499 και Θάλεια Θεολόγου κ.ά. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 407. ...................................... Το άρθρο 74
(1)* του ίδιου νόμου είναι ταυτόσημο με το άρθρο 74 του Indian Contract and Specific Relief Act, 1872 που τροποποιήθηκε από το Indian Contract (Amendment) Act, 1889 και αναφέρεται στο θέμα της αποζημίωσης για παράβαση σύμβασης η οποία διαλαμβάνει ποινική ρήτρα. Σαφώς προκύπτει από τη συγκεκριμένη νομοθετική διάταξη ότι ο προκαθορισμός της ζημιάς στη σύμβαση δεν είναι δεσμευτικός· επενεργεί μόνο στην οριοθέτηση του ανώτατου ορίου της αποζημίωσης που μπορεί να επιδικασθεί. Όπου η προβλεπόμενη αποζημίωση συνιστά γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημιάς η οποία θα προκύψει από τη διάρρηξη συμφωνίας, αυτή μετρά ως στοιχείο σχετικό, στον καθορισμό της εύλογης αποζημίωσης και λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο. Βλ. Iordanou v. Anyftos (1959-60) 24 C.L.R. 97, The Holy Monastery of Ayios Neophytos Paphos v. Antoniades
(1968)1 C.L.R. 10, Panayiotou v. Island Beach Development Ltd
(1985)1 C.L.R. 623, Σταύρος Χαραλάμπους v. A.N. Stasis Estates Ltd κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 418, Παγιάση κ.ά ν. Σταυρινίδη Κεμ. Λτδ
(1993)1 Α.Α.Δ. 232 και Μούρτζινος ν. Πλοίου "Galaxias" κ.ά
(1997)1 Α.Α.Δ. 80 στη σελ. 146. Στην Iordanou v. Anyftos (ανωτέρω) ο Ζεκιά, Δ., αναφέρει: «It is clear from the wording of the section itself that whether the sums stipulated are in the nature of a genuine pre-estimate of damages or in the nature of penalty that makes no difference as to the discretion of the Judge to award as reasonable compensation to the party entitled thereto a sum not exceeding the amount stipulated. No doubt when the amount named in the contract is in the nature of pre-estimated damages, that will carry weight with the Judge in fixing the amount of damages but in either case a Court is precluded from awarding damages beyond and in excess of the amount named in the contract." ...................................... Παρενθετικά αναφέρουμε ότι στην Dunlop Pneumatic Tyre Co Ltd v. New Garage and Motor Co Ltd [1915] 79 (A.C.) ο Λόρδος Dunedin προσδιόρισε την ποινική ρήτρα ως όρο ο οποίος αποβλέπει στον εκφοβισμό μέσω του ύψους της αποζημίωσης που καθορίζεται στην εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων. Eκ των ανωτέρω συνάγεται ότι στην Κύπρο, σε αντίθεση με ό,τι ισχύει στην Αγγλία, η διάκριση μεταξύ ενός γνησίου εκ των προτέρων υπολογισμού των αποζημιώσεων (a genuine pre-estimate of damages) και μιας ποινικής ρήτρας (penalty) δεν έχει ουσιαστική σημασία καθότι, το δικαστήριο, διατηρεί και στις δύο περιπτώσεις, τη διακριτική του εξουσία να επιδικάσει εύλογη αποζημίωση η οποία ωστόσο σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να ξεπερνά το ονομαζόμενο στη σύμβαση ποσό είτε τούτο αποτελεί ποινική ρήτρα είτε όχι. Απλά το δικαστήριο, αφού καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το ποσό που αναφέρεται στη σύμβαση μπορεί να θεωρηθεί ως ένας προκαθορισμός των αποζημιώσεων, βοηθείται καλύτερα στο δικό του υπολογισμό των αποζημιώσεων οι οποίες μπορούν να είναι και λιγότερες του ονομαζόμενου ποσού, αλλά όχι περισσότερες. Η ποινική ρήτρα θα μπορούσε να ορισθεί ότι είναι ένας συμβατικός όρος ο οποίος, περιέχει υπόσχεση του ενός συμβαλλόμενου μέρους προς το έτερο ότι σε περίπτωση που δεν θα εκπληρώσει ή δεν θα εκπληρώσει προσηκόντως οφειλόμενη παροχή τότε θα υποχρεούται να καταβάλει προς το έτερο (αθώο) μέρος, συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, υπό μορφή τιμωρίας.» Είναι σαφές από την παράγραφο 3 του επίδικου πωλητηρίου εγγράφου ότι η πωλήτρια είχε υποχρέωση μετά την εξόφληση του τιμήματος πωλήσεως να μεταβιβάσει τα κτήματα επ' ονόματι των αγοραστού ή οποιουδήποτε προσώπου της υποδεικνύετο. Όπως έχω αποφασίσει οι κληρονόμοι της πωλήτριας ακύρωσαν την συμφωνία. Με την παράγραφο 6 της σύμβασης τα μέρη καθόρισαν τις αποζημιώσεις που θα υποχρεούται να καταβάλει το υπαίτιον μέρους προς το αθώο, στις £500 πλέον τόκους και δικαστικά έξοδα. Κρίνω το πιο πάνω αποτελεί το νόημα της συμφωνίας και εκφράζει τα συμφωνηθέντα μεταξύ των μερών. Στην προκείμενη υπόθεση ο όρος 6 της επίδικης σύμβασης περιείχε και το στοιχείο του εκφοβισμού αν ληφθεί υπόψη ότι το 1981 όταν συνήφθη η σύμβαση το ποσό των £500 αποτελούσε το 25% του συνολικού τιμήματος. Εάν σήμερα το εν λόγω ποσό θεωρείται μικρό οφείλεται στο ότι ο ενάγων άφησε 27 χρόνια να περάσουν για να διεκδικήσει τα δικαιώματα του, διάστημα κατά το οποίο η αξία του χρήματος μειώθηκε δραστικά. Είναι το συμπέρασμα μου ότι ο ενάγων εκείνο το οποίο δικαιούται είναι επιστροφή του καταβληθέντος ποσού των £2000 και αποζημιώσεις £500 νόμιμο τόκο και έξοδα. Επομένως εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντος και εναντίον της εναγομένης για το συνολικό ποσό των €3.427 (£2500) πλέον νόμιμους τόκους και έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............... Μ. Μαυρονικόλας, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΛ Subject: Civil/Other Action/Final Αναφορά: Παράβαση συμφωνίας - αποζημιώσεις. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο