Αγγελική Τάκη Χαραλάμπους κ.α. ν. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού ΛΤΔ, Συνενωμένες Αιτήσεις/Εφέσεις 115/13, 114/13 & 363/13, 25/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A90 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Συνενωμένες Αιτήσεις/Εφέσεις 115/13, 114/13 & 363/13 ΟΙ ΠΕΡΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ - (ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ 101
(2)) Αρ. Αίτησης/Έφεσης 115/13 Μεταξύ: Αγγελική Τάκη Χαραλάμπους, από την Λεμεσό Αιτήτρια-Εφεσείουσα -και- Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού ΛΤΔ, από την Λεμεσό Καθ' ων η αίτηση-Εφεσίβλητοι ---------------------------------- Αρ. Αίτησης/Έφεσης 114/2013 Μεταξύ: Χαραλάμπους Χριστάκης, από την Λεμεσό Αιτητής-Εφεσείων -και- Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού ΛΤΔ, από την Λεμεσό Καθ' ων η αίτηση-Εφεσίβλητοι ------------------------------------- Αρ. Αίτησης/Έφεσης 363/13 Μεταξύ: Γεώργιος Μιλτιάδους Διομήδης, από την Λεμεσό Αιτητής-Εφεσείων -και- Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού ΛΤΔ, από την Λεμεσό Καθ' ων η Αίτηση-Εφεσίβλητοι ------------------------------------ Αίτηση ημερ. 22.9.2014 για παραπομπή νομικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης 25 Φεβρουαρίου 2016 Για αιτητές: κα Β. Γιατρού για ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛΑΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Για καθ' ων η αίτηση: κα Φ. Μιχαηλίδου-Χρίστου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Την 1.6.2012 εκδόθηκε διαιτητική απόφαση υπέρ του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού και εναντίον των αιτητών, στην απουσία των τελευταίων, για το ποσό των €983.472,33 πλέον τόκο προς 9% ετησίως, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του δύο φορές ετησίως καθώς και διάταγμα εκποίησης δύο Υποθηκών. Η διαιτητική απόφαση επιδόθηκε στους αιτητές οι οποίοι και καταχώρησαν τις υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αιτήσεις/εφέσεις εναντίον της απόφασης. Στα πλαίσια της διαδικασίας των εφέσεων, οι οποίες συνενώθηκαν κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 9.5.2014, καταχωρήθηκε στις 22.9.2014 η υπό κρίση αίτηση από πλευράς αιτητών οι οποίοι ζητούν τα εξής: «Α
- Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου όπως τα ακόλουθα νομικά ερωτήματα να παραπεμφθούν ως προδικαστικά ερωτήματα ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ώστε να εκδοθεί απόφαση εξ αυτών: Έχει την έννοια η Οδηγία 93/13 ΕΟΚ του Συμβουλίου για τις καταχρηστικές ρήτρες ότι ένα εθνικό Δικαστήριο, που επιλαμβάνεται Έφεσης κατά Διαιτητικής απόφασης και προβαίνει σε εκτίμηση της ακυρότητας και/ή του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας περί αποκλειστικής υπαγωγής σε Διαιτησία που περιέχεται σε σύμβαση, μπορεί και/ή οφείλει να λάβει υπόψη και/ή να αξιολογήσει το γεγονός ότι ο καταναλωτής δεν ακούστηκε και/ή δεν έχει και/ή δεν είχε λόγο στο διορισμό του Διαιτητή που εξέδωσε την Διαιτητική απόφαση και έτσι θα αποφανθεί ότι η συμβατική ρήτρα διαιτησίας είναι καταχρηστική. Έχει την έννοια η Οδηγία 93/13 ΕΟΚ του Συμβουλίου για τις καταχρηστικές ρήτρες ότι ένα Δικαστήριο που επιλαμβάνεται Έφεσης κατά Διαιτητικής απόφασης και προβαίνει σε εκτίμηση της ακυρότητας και/ή του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας περί αποκλειστικής υπαγωγής σε Διαιτησία που περιέχεται σε σύμβαση, μπορεί και/ή οφείλει να αξιολογήσει και να λάβει υπόψη ότι το άρθρο 52(α) του περί Συνεργατικών εταιρειών Νόμου, το οποίο αποτελεί νομοθετικό έρεισμα της ρήτρας περί Διαιτησίας, έχει τροποποιηθεί, αφήνοντας πλέον ανεπηρέαστο το δικαίωμα και του καταναλωτή να προσφύγει σε αρμόδιο πολιτικό Δικαστήριο αντί να επιλέξει τη διαιτησία, πράγμα που δεν υπάρχει στη σχετική ρήτρα περί υπαγωγής σε Διαιτησία και έτσι να αποφανθεί ότι η συμβατική ρήτρα διαιτησίας είναι καταχρηστική. Α
- Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται η περαιτέρω διαδικασία και/ή η εκδίκαση των πιο πάνω συνενωμένων αιτήσεων μέχρι την έκδοση της απόφασης Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης επί της προδικαστικής παραπομπής. Β. Όπως τα νομικά σημεία που εγείρονται στο πρώτο λόγο Έφεσης των πιο πάνω συνενωμένων Αιτήσεων/Εφέσεων εκδικασθούν και/ή αποφασισθούν από το Δικαστήριο προκαταρκτικά και/ή πριν την ακρόαση της ουσίας. Γ. Περαιτέρω και ή άλλη θεραπεία την οποία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιη και εύλογο υπό τις περιστάσεις. Δ. Έξοδα της παρούσας αίτησης, πλέον ΦΠΑ.» Η αίτηση βασίζεται επί του άρθρου 267 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Σ.Λ.Ε.Ε) στο Χάρτη των θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης, επί του άρθρου 140 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας ως έχει τροποποιηθεί με την Πέμπτη (5η) τροποποίηση του Συντάγματος, επί του περί Προδικαστικής Παραπομπής στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Διαδικαστικού Κανονισμού (Αρ.1) του 2008, επί του άρθρου 34Α του περί Δικαστηρίων Νόμου, επί των άρθρων 20, 21, 47, 52, 53, 54 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης, επί των αρχών της δίκαιης δίκης, του Ευρωπαϊκού κεκτημένου, επί του άρθρου 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και του άρθρου 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών, επί της Δ.27, θ.θ.1, 2 και 48 θ.θ. 2 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, επί της πρακτικής και των γενικών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Αγγελικής Τάκη Χαραλάμπους, αιτήτριας στην Αίτηση/Έφεση 115/13, ημερομηνίας 22.9.
- Σ' αυτήν ισχυρίζεται ότι τα νομικά ζητήματα που εγείρονται στον πρώτο λόγο έφεσης άπτονται του κύρους της αίτησης και απόφαση επ' αυτών θα κρίνει την τύχη ολόκληρης της διαδικασίας. Τα ερωτήματα έχουν την πραγματική τους βάση στις πρόνοιες του άρθρου 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και του άρθρου 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών, όπου οποιαδήποτε διαφορά προκύψει μεταξύ Συνεργατικής Εταιρείας και μέλους της, οφειλέτη ή εγγυητή της παραπέμπεται υποχρεωτικά σε διαιτησία από τον Έφορο Συνεργατισμού ο οποίος και διορίζει τον Διαιτητή. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του καθ' ου η αίτηση ο οποίος προβάλλει τους εξής λόγους ένστασης: «
- Τα προδικαστικά ερωτήματα που τίθενται στην αίτηση των Αιτητών (Α1) είναι θεωρητικά και/ή υποθετικά και/ή ακαδημαϊκού χαρακτήρα και ουδεμία σχέση έχουν με τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υπόθεσης και/ή η παραπομπή των εγειρόμενων ερωτημάτων για ερμηνεία από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι αναγκαία για την έκδοση απόφασης του Δικαστηρίου.
- Η Οδηγία 93/13 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση καθότι εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της ρήτρες οι οποίες απηχούν εθνικές νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις, όπως συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση με τη Συμφωνία Δανείου των Αιτητών Εφεσειόντων ημερομηνίας 27.10.
- Η αίτηση των αιτητών είναι λανθασμένη και/ή παράτυπη και/ή αόριστη εφόσον ούτε στο αιτητικό της (Α1) ούτε πουθενά αλλού αναφέρεται και/ή καθορίζεται η ρήτρα και/ή όρος της συμφωνίας ο οποίος κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει και/ή αντίκειται στην οδηγία 93/13/ΕΟΚ, ενώ στην αίτηση και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, δεν επισυνάπτεται και ως τεκμήριο η συμφωνία δανείου.
- Τα εγειρόμενα στην παράγραφο Α1 ερωτήματα μπορούν να αποφασιστούν από το ίδιο το Δικαστήριο εφόσον η υπό αναφορά οδηγία έχει υιοθετηθεί και εφαρμοστεί στην εθνική νομοθεσία με τη θέσπιση και εφαρμογή από την 01/07/1999 του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου, Ν.93
(1)/96 που αποτελεί την εναρμονιστική νομοθεσία.
- Το αίτημα των Αιτητών για παραπομπή δεν αποτελεί στην ουσία αίτημα για ερμηνεία ευρωπαϊκής νομοθεσίας αλλά αίτημα για επίλυση της κύριας διαφοράς της δίκης και εφαρμογής της εθνικής νομοθεσίας στα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης.
- Το αιτητικό στην παράγραφο Α1 δεν αφορά στην πραγματικότητα προδικαστικά ερωτήματα για καταχρηστική ρήτρα αλλά μεταμφιεσμένο ερώτημα συμβατότητας εθνικής νομοθεσίας (ήτοι του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου), με ευρωπαϊκή οδηγία (93/13 ΕΟΚ).
- Η αίτηση γίνεται καταχρηστικά και κακόπιστα για κωλυσιεργία και καθυστέρηση της υπόθεσης και για αποτροπή ικανοποίησης της απαίτησης των καθ' ων η αίτηση ως εκ της διαιτητικής αποφάσεως πιστωτών ενώ τυχόν αποδοχή της αίτησης θα συνιστά παραβίαση και επηρεασμό των δικαιωμάτων των Καθ' ων η αίτηση για διεξαγωγή και περάτωση της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο σύμφωνα με το άρθρο 30 του Συντάγματος.
- Η οποιαδήποτε απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου μπορεί να εφεσιβληθεί και ως εκ τούτου καμία ζημιά δεν θα υποστούν οι αιτητές από τη μη έγκριση του υπό αναφορά αιτήματος τους (στην παράγραφο Α1), στο παρόν στάδιο.
- Τα δύο ερωτήματα είναι διατυπωμένα κατά τρόπο ασαφή, συγκεχυμένο και δυσνόητο.
- Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η αίτηση των αιτητών δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και παρουσιάζονται κατά τρόπο ψευδή και παραπλανητικό.
- Η αίτηση των αιτητών υποβάλλεται κακόπιστα και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας αφού στην ειδοποίση έφεσης ημερομηνιας 01.02.13 (στις αιτήσεις/εφέσεις 115/13 και 114/13) και στην ειδοποίηση έφεσης 363/13 ημερομηνίας 15.04.13 αλλά και στις ένορκες δηλώσεις που ακολούθησαν την καταχώρηση των ειδοποιήσεων εφέσεων δε γίνεται επίκληση και/ή δεν υπάρχει δικογραφημένος ισχυρισμός περί ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών και/ή ρητρών οι οποίες παραβιάζουν την οδηγία 93/13 ΕΟΚ ή τον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 Ν.93
(1)/96 στον οποίο νόμο, εν πάση περιπτώσει, δε γίνεται καμία αναφορά ούτε και στην παρούσα αίτηση.
- Το αίτημα για παραπομπή νομικών ερωτημάτων στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο είναι νόμω και ουσία αβάσιμο αφού δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 43Α του περί Δικαστηρίων Νόμου για παραπομπή ζητήματος στο Δικαστήριο της ευρωπαϊκής Ένωσης.
- Το αίτημα των αιτητών για να ακουστούν προδικαστικά οι δύο πρώτοι λόγοι έφεσης όπως αυτό εκτίθεται στην παράγραφο Β, θα πρέπει επίσης να απορριφθεί αφού οι δύο πρώτοι λόγοι θέτουν ισχυρισμούς γεγονότων για τους οποίους θα πρέπει να ακουστεί μαρτυρία και συνεπώς τα θέματα που εγείρουν δεν είναι αμιγώς νομικά.» Η νομική βάση της ένστασης είναι περίπου η ίδια με εκείνη της αίτησης. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Κίκας Κωνσταντίνου, υπαλλήλου του καθ' ου η αίτηση, ημερομηνίας 12.3.
- Στην ένορκη δήλωση της η Κωνσταντίνου ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης παραθέτοντας περισσότερα στοιχεία. Τονίζει ότι στα νομικά ερωτήματα δεν καθορίζεται ο όρος ή η ρήτρα της σύμβασης δανείου που φέρεται να παραβιάζει την οδηγία 93/13/ΕΟΚ και ούτε περιλαμβάνεται στη σύμβαση όρος για υποχρεωτική παραπομπή των διαφορών σε διαιτησία. Αντίθετα ο σχετικός όρος στη σύμβαση αναφέρεται σε αποδοχή των συμβαλλομένων ότι δέχονται τη διαδικασία της διαιτησίας για επίλυση των διαφορών τους. Εν πάση περιπτώσει, είναι εισήγηση της Κωνσταντίνου ότι η οδηγία 93/13 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση, εφόσον ο σχετικός όρος στη σύμβαση παραπέμπει στις πρόνοιες του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, με αποτέλεσμα να εκπίπτει της εμβέλειας της Οδηγίας 93/
- Καταλήγοντας υποστηρίζει ότι η αίτηση γίνεται κακόπιστα και καταχρηστικά ενώ τυχόν έγκριση της θα προξενήσει καθυστέρηση στην εκδίκαση των αιτήσεων/εφέσεων. Κατά την ακρόαση οι δικηγόροι των δυο πλευρών υποστήριξαν τις θέσεις τους με γραπτές αγορεύσεις παραπέμποντας σε νομολογία. Ιδιαίτερη αναφορά στις επί μέρους εισηγήσεις τους θα γίνεται στα κατάλληλα σημεία. Η αίτηση βασίζεται ουσιαστικά επί του άρθρου 267 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης που προνοεί τα εξής: «
- Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις: α) επί της ερμηνείας των Συνθηκών, β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί επ' αυτού. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο. Όταν ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους, η οποία αφορά πρόσωπο υπό κράτηση, το Δικαστήριο αποφαίνεται στο συντομότερο δυνατόν.» Οι πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου ενσωματώθηκαν στην Κυπριακή Νομοθεσία με το άρθρο 34 Α
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60)το οποίο προνοεί τα εξής: «34 Α.-
(1)Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου
(2), δικαστήριο ενώπιον του οποίου ανακύπτει ζήτημα, το οποίο αφορά το κύρος και την ερμηνεία των αποφάσεων-πλαίσιο και των αποφάσεων που εκδίδονται βάσει του Τίτλου VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στην ερμηνεία των συμβάσεων που καταρτίζονται με βάση τον Τίτλο VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στο κύρος και την ερμηνεία των μέτρων εφαρμογής τους, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για να αποφανθεί επ' αυτού». Όπως αποφασίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 78/2009 CYPRA LIMITED v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ. 5.6.13, το άρθρο 267 (πρώην άρθρο 234) της Συνθήκης, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας παρέχει στο Δ.Ε.Ε. την εξουσία να ερμηνεύει τη Συνθήκη, δεν του παρέχει όμως ειδικά την εξουσία να εφαρμόζει τη Συνθήκη στα γεγονότα μιας συγκεκριμένης υπόθεσης. Το εν λόγω άρθρο δεν παραθέτει το πλαίσιο διαδικασίας έφεσης, ούτε και το Δ.Ε.Ε. ενεργεί σαν Εφετείο από αποφάσεις εθνικών δικαστηρίων. Η λειτουργία του είναι "essential for the preservation of the Community character of law established by the Treaty and has the object of ensuring that in all circumstances this law is the same In all States of the Community" (είναι αναγκαία για τη διατήρηση του Κοινοτικού χαρακτήρα του νόμου που καθιδρύεται από τη Συνθήκη και έχει στόχο να διασφαλίσει ότι σε όλες τις περιστάσεις ο νόμος αυτός είναι ο ίδιος σε όλα τα Κράτη Μέλη της Κοινότητας) (Υπόθεση 166/73, Rheinmuhlen-Dusselfdorf v. EVGF, [1974] ECR 33). Το Δ.Ε.Ε. αποφαίνεται επί θεμάτων ερμηνείας και εγκυρότητας του Κοινοτικού Δικαίου και όχι του Εθνικού Δικαίου ή της συμβατότητας του τελευταίου με το πρώτο. Τα θέματα αυτά αποφασίζονται από τα εθνικά δικαστήρια και τα ερωτηματικά που πηγάζουν από τα εν λόγω θέματα απαντώνται από τα εθνικά δικαστήρια. Με άλλα λόγια, το Δ.Ε.Ε. αποφαίνεται επί νομικών θεμάτων/ζητημάτων και δεν εφαρμόζει το νόμο επί των γεγονότων της υπόθεσης που είναι ενώπιον του (Duringello v. INPA, Case C-186/90). Θα πρέπει βέβαια να λεχθεί ότι ο διαχωρισμός μεταξύ νομικών θεμάτων και γεγονότων δεν είναι πάντα εύκολος. Γι΄ αυτό δεν είναι άγνωστες οι περιπτώσεις όπου η διατύπωση μιας απόφασης του Δ.Ε.Ε. ελάχιστη ή καμιά διακριτική ευχέρεια αφήνει στα εθνικά δικαστήρια ως προς το πώς θα εφαρμόσουν την απόφαση στα γεγονότα της υπόθεσης που είναι ενώπιον του. (Υπόθεση 235/87, Annunziatta Matteucci v. Communaute Francaise de Belgigeu, [1988] CMLR 357). Χρήσιμη περίληψη των λόγων που δικαιολογούν παραπομπή προδικαστικού ερωτήματος στο Δ.Ε.Ε. περιέχεται στην απόφαση του Δικαστή MacPherson στην υπόθεση R. V. H.M. Treasury, ex parte Daily Mail and General Trust plc.
(1987)C.M.L.R.
(2), p. 1, 4. Ενόψει της πιο πάνω νομοθεσίας και νομολογίας καθίσταται σαφές ότι προϋπόθεση για την υποβολή νομικού ερωτήματος είναι όπως η απόφαση επ' αυτού από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να είναι αναγκαία για την έκδοση απόφασης από το εθνικό Δικαστήριο, στην περίπτωση εδώ επί των Αιτήσεων/Εφέσεων. Σημειώνεται ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στα πλαίσια της διαδικασίας αίτησης/έφεσης κατά διαιτητικής απόφασης. Το δικαίωμα καταχώρησης έφεσης εναντίον της απόφασης του διαιτητή παρέχεται από το άρθρο 52
(4)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985 που προνοεί ότι οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από διαιτητική απόφαση δύναται να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο εντός 21 ημερών από την ημερομηνία γνωστοποίησης της απόφασης. Ένας από τους λόγους για τους οποίους επιζητείται η ακύρωση της διαιτητικής απόφασης είναι ότι ο διαιτητής διορίστηκε στη βάση όρου της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας δανείου μονομερώς από τον καθ' ου η αίτηση, με αποτέλεσμα την διενέργεια μιάς άδικης και μεροληπτικής διαδικασίας χωρίς να δοθεί το δικαίωμα στους αιτητές να έχουν λόγο στο διορισμό του διαιτητή. Η πλευρά των Αιτητών χαρακτηρίζει τον σχετικό όρο στη σύμβαση ως καταχρηστική ρήτρα και συνακόλουθα άκυρο. Καταρχήν θα πρέπει να λεχθεί ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίσει επί γεγονότων που εγείρονται στη διαδικασία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αλλ' ούτε και να επιλύει διαφορές σ' όσον αφορά στην ερμηνεία ή εφαρμογή ζητημάτων εθνικού δικαίου. Η διαιτησία είναι ένας παραδεδειγμένος τρόπος επίλυσης διαφορών σε παγκόσμιο επίπεδο. Στην παρούσα περίπτωση εντοπίζεται ο όρος 15 στην κατ' ισχυρισμό μεταξύ των διαδίκων συμφωνία δανείου, αντίγραφο της οποίας είναι επισυνημμένο στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, που προνοεί τα εξής: «15. Για τους σκοπούς εκτέλεσης του παρόντος εγγράφου και των σχετιζομένων με αυτό, και τα δύο μέρη διακηρύσσουν ότι δέχονται τη διαδικασία της Διαιτησίας όπως προνοείται στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, χωρίς τούτο να αποκλείει το Δικαίωμα της Συνεργατικής να επιλέξει αντί διαιτησίας τη παραπομπή του χρεώστη στα πολιτικά δικαστήρια και λάβει οποιαδήποτε δικαστικά μέτρα εναντίον του χρεώστη σε οποιοδήποτε δικαστήριο της Κύπρου ή άλλης χώρα;.» Δεν θα επεκταθώ περισσότερο σ' όσον αφορά την ουσία του συγκεκριμένου λόγου έφεσης και κατά πόσο συνιστά καταχρηστική ρήτρα ή όχι, εφόσον δεν είναι το κατάλληλο στάδιο. Εκείνο όμως που μπορεί να λεχθεί είναι ότι στην ουσία οι αιτητές επιζητούν όπως το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο επιληφθεί και αποφασίσει ότι ο συγκεκριμένος όρος, προφανώς ο πιο πάνω, στη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία συνιστά καταχρηστική ρήτρα, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Οδηγίας 93/13 ΕΟΚ. Σημειώνεται ότι η Οδηγία αυτή που πραγματεύεται περί καταχρηστικών ρητρών ενσωματώθηκε πλήρως στον Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο του 1996 (Ν. 93
(1)/96), οπότε δίνεται δικαίωμα στα Κυπριακά Δικαστήρια να αποφασίσουν επί του θέματος αλλά και στους διαδίκους να υποβάλουν περαιτέρω έφεση κατά της απόφασης του Δικαστηρίου αν επιθυμούν. Αν οι αιτητές υπονοούν ότι δεν συμφωνεί ο δικός μας Νόμος με την Ευρωπαϊκή Οδηγία γι' αυτό και επιζητούν την παραπομπή των νομικών ερωτημάτων για να διαφανεί η διαφορά, τότε σίγουρα το θέμα εκπίπτει της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αποφασίσει υπό τύπο προδικαστικής παραπομπής, στη βάση της πιο πάνω νομολογίας Όπως έχει τονιστεί σε αριθμό αποφάσεων του, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφασίζει επί νομικών θεμάτων και δεν εφαρμόζει τον Νόμο επί των γεγονότων της υπόθεσης ενώπιον του. Από την άλλη δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου ως προς την ύπαρξη ασάφειας οποιασδήποτε Κοινοτικής Διάταξης που είναι σημαντική για την κρίση της εκκρεμούσης υπόθεσης στο παρόν Δικαστήριο ή ασάφειας της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, ώστε να χρήζει ερμηνείας από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ενόψει των πιο πάνω είναι κατάληξη μου ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 34Α
(1)του Ν.14/60 για παραπομπή του ζητήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σ' όσον αφορά την εισήγηση στην γραπτή αγόρευση της δικηγόρου των αιτητών περί παραπομπής άλλου νομικού ερωτήματος που άπτεται της προθεσμίας των 21 ημερών που προνοεί το άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου ότι και αυτό αποτελεί καταχρηστική ρήτρα, δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο για τους ίδιους λόγους που αναφέρθησαν πιο πάνω για το νομικό ερώτημα σε σχέση με το διορισμό του διαιτητή, αλλά και γιατί δεν περιλαμβάνεται στους λόγους έφεσης. Ως εκ τούτου στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο κρίνει, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, ότι δεν δικαιολογείται η παραπομπή των νομικών ερωτημάτων ως προδικαστικά ερωτήματα ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον δεν είναι αναγκαία για την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου στις υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αιτήσεις/Εφέσεις. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου δεν κρίνω απαραίτητο να εξετάσω τους υπόλοιπους λόγους ένστασης. Ένα άλλο αίτημα των αιτητών είναι όπως τα προδικαστικά σημεία που αναφέρονται στον πρώτο λόγο έφεσης και που σχετίζονται με τον διορισμό του διαιτητή, εκδικαστούν πριν την ακρόαση. Η ευχέρεια παραπομπής ενός νομικού σημείου προς απόφαση πριν την ακρόαση της Αγωγής παρέχεται στο Δικαστήριο από τη Διαταγή 27 θ.θ. 1 και 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Η επίλυση θέματος προδικαστικά και γενικότερα, η επίλυση θέματος έξω από το πλαίσιο της δίκης, συνιστά εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο, εφόσον τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά (βλ. Λανίτης Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1991)1 Α.Α.Δ. 225). Στην περίπτωση που τα δικόγραφα και οι ισχυρισμοί που αυτά περιέχουν δεν είναι συγκεκριμένοι ή απαιτείται διεξοδική αναζήτηση και μελέτη των δικογράφων από το Δικαστήριο η αίτηση απορρίπτεται. (Βλ. ΚΟΤ ν. Philippa Estates Ltd κ.α.
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1431). Έχοντας κατά νουν την πιο πάνω νομολογία σε συνάρτηση με τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου, το αίτημα για προδικαστική εξέταση των σημείων που εγείρονται με τον πρώτο λόγο έφεσης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό, εφόσον δεν φαίνεται να υπάρχει συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών ως προς τα γεγονότα. Η διαφωνία είναι εμφανής ακόμη και ως προς το συγκεκριμένο όρο της συμφωνίας δανείου που οι αιτητές θεωρούν ότι συνιστά καταχρηστική ρήτρα, για τον οποίο οι αιτητές δεν δίνουν επακριβή στοιχεία. Ως αποτέλεσμα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του καθ΄ ου η αίτηση και σε βάρος των αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για παραπομπή νομικών ερωτημάτων στο ΔΕΕ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο