← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ ν. ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ κ.α., Γενική Αίτηση 24/2014, 26/2/2016

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ ν. ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ κ.α., Γενική Αίτηση 24/2014, 26/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A93 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Γενική Αίτηση 24/2014 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑΣ ΝΟΜΟΝ ΚΕΦ.4 ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟΝ 22/85 Ως ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΝΟΜΟΥΣ 68/87, 8/92, 22

(1)92, 140
(1)2000 ΚΑΙ 17(Ι) 2000, ΑΡΘΡΑ 52 ΚΑΙ 53 ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΘΕΣΜΟΥΣ 142/87 ΘΕΣΜΟΣ 79 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ, εκ Λευκωσίας Αιτητών -και-
  1. ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ (ΑΔΤ 488666), εκ Γερμασόγειας
  2. ΑΝΔΡΟΥΛΛΑΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ (ΑΔΤ 472429), άλλως Ανδρούλα Δημήτρη Στυλιανού, εκ Γερμασόγειας Καθ' ων η Αίτηση ------------------------------ Αίτηση ημερ. 30.9.2014 για παραπομπή νομικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης 26 Φεβρουαρίου 2016 Για αιτητές: κα Β. Γιατρού για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες (κα Λ. Χ"Ξενοφώντος ν' ακούσει απόφαση) Για καθ' ων η αίτηση: κα M. Mαυρή για κ. Χρ. Ευσταθίου (κα Π. Κυριακίδου ν' ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 21.6.2012 εκδόθηκε διαιτητική απόφαση υπέρ της Συνεργατικής Οικοδομικής και Ταμιευτηρίου Δημοσίων Υπαλλήλων Λτδ και εναντίον των αιτητών, στην απουσία των τελευταίων, για το ποσό των €896.359,06 πλέον τόκο προς 9% ετησίως από 21.6.2012, καθώς και διάταγμα εκποίησης Υποθήκης. Η διαιτητική απόφαση επιδόθηκε στους αιτητές και εφόσον δεν εφεσιβλήθηκε εντός 21 ημερών από την επίδοση ακολούθησε στη συνέχεια στις 29.1.2014 η καταχώρηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενικής Αίτησης από πλευράς Ταμιευτηρίου για άδεια του Δικαστηρίου για εγγραφή και εκτέλεση της απόφασης. Στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής καταχωρήθηκε στις 30.9.2014 η υπό κρίση αίτηση από πλευράς αιτητών οι οποίοι ζητούν τα εξής: «ΑΙ. Διάταγμα και/η απόφαση του Δικαστηρίου όπως τα ακόλουθα νομικά ερωτήματα να παραπεμφθούν ως προδικαστικά ερωτήματα ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ώστε να εκδοθεί απόφαση εξ αυτών: • Έχει την έννοια η Οδηγία 93/13 ΕΟΚ του Συμβουλίου για τις καταχρηστικές ρήτρες ότι μπορεί ένα εθνικό Δικαστήριο που επιλαμβάνεται αίτηση εγγραφής και εκτέλεσης Διαιτητικής απόφασης η οποία δεν εφεσιβλήθηκε εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των 21 ημερών να προβαίνει σε εκτίμηση της ακυρότητας και/η του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας περί αποκλειστικής υπαγωγής σε Διαιτησία που περιέχεται σε σύμβαση στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής, έστω και αν η ημεδαπή νομολογία υποδεικνύει ότι στο στάδιο της αίτησης εγγραφής μιας διαιτητικής απόφασης το Δικαστήριο δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. • Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα, έχει την έννοια η Οδηγία 93/13 ΕΟΚ του Συμβουλίου για τις καταχρηστικές ρήτρες ότι το εθνικό Δικαστήριο που στα πλαίσια αίτησης εγγραφής και εκτέλεσης Διαιτητικής απόφασης προβαίνει σε εκτίμηση της ακυρότητας και/η του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας περί αποκλειστικής υπαγωγής σε Διαιτησία που περιέχεται σε σύμβαση, μπορεί και/η οφείλει να λάβει υπόψη και/η να αξιολογήσει το γεγονός ότι ο καταναλωτής δεν ακούστηκε και/η δεν έχει και/η δεν είχε λόγο στο διορισμό του Διαιτητή που εξέδωσε την Διαιτητική απόφαση και έτσι να αποφανθεί ότι η ρήτρα είναι καταχρηστική. • Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα, έχει την έννοια η Οδηγία 93/13 ΕΟΚ του Συμβουλίου για τις καταχρηστικές ρήτρες ότι το εθνικό Δικαστήριο που στα πλαίσια αίτησης εγγραφής και εκτέλεσης Διαιτητικής απόφασης προβαίνει σε εκτίμηση της ακυρότητας και/η του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας περί αποκλειστικής υπαγωγής σε Διαιτησία που περιέχεται σε σύμβαση, μπορεί και/η οφείλει , να αξιολογήσει και να λάβει υπόψη ότι το άρθρο 52 (α) του Περί Συνεργατικών εταιρειών Νόμου , το οποίο αποτελεί νομοθετικό έρεισμα της ρήτρας περί Διαιτησίας, έχει τροποποιηθεί αφήνοντας πλέον ανεπηρέαστο το δικαίωμα και του καταναλωτή να προσφύγει σε αρμόδιο πολιτικό Δικαστήριο αντί να επιλέξει τη διαιτησία, πράγμα που δεν υπάρχει στη σχετική ρήτρα περί υπαγωγής σε Διαιτησία. Α
  3. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται η περαιτέρω διαδικασία και/η η εκδίκαση της Γενικής Αίτησης με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό μέχρι την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκές Ένωσης επί της προδικαστικής παραπομπής. A
  4. Οπως τα νομικά σημεία που εγείρονται στους λόγους 1 και 3 της ένστασης του ως άνω Αιτητή εκδικασθούν και/η αποφασισθούν από το Δικαστήριο προκαταρκτικά και/η πριν την ακρόαση της ουσίας της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Αίτησης. Β. Τα έξοδα, πλέον Φ.Π.Α.» Η αίτηση βασίζεται επί του άρθρου 267 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Σ.Λ.Ε.Ε στο Χάρτη των θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης), επί του άρθρου 140 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας ως έχει τροποποιηθεί με την Πέμπτη (5η) τροποποίηση του Συντάγματος, επί του περί Προδικαστικής Παραπομπής στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Διαδικαστικού Κανονισμού (Αρ.1) του 2008, επί του άρθρου 34Α του περί Δικαστηρίων Νόμου, επί των άρθρων 20, 21, 47, 52, 53, 54 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης, επί των αρχών της δίκαιης δίκης, του Ευρωπαϊκού κεκτημένου, επί του άρθρου 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και του άρθρου 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών, επί της Δ.27, θ.θ.1, 2 και 48 θ.θ. 2 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, επί της πρακτικής και των γενικών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Αθηνούλλας Χαραλάμπους, υπαλλήλου στο δικηγορικο γραφείο που εκπροσωπεί τους αιτητές, ημερομηνίας 30.9.
  5. Σ' αυτήν ισχυρίζεται ότι τα νομικά ζητήματα που εγείρονται στους λόγους ένστασης 1 και 3 άπτονται του κύρους της αίτησης και η απόφαση επ' αυτών θα κρίνει την τύχη ολόκληρης της διαδικασίας. Τα θέματα είναι αμιγώς νομικά και άπτονται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου γι' αυτό και η απόφαση στο στάδιο αυτό θα περισώσει πολύτιμο δικαστικό χρόνο, κόπο και έξοδα. Σε σχέση με τα αιτητικά Α1 και Α2 είναι της άποψης ότι το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να υποβάλει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης προδικαστικά ερωτήματα εφόσον είναι αναγκαίο να κριθεί ζήτημα ερμηνείας ή κύρους του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως αυτό αντικατοπτρίζεται στο Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα ερωτήματα έχουν την πραγματική τους βάση στις πρόνοιες του άρθρου 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και του άρθρου 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών, όπου οποιαδήποτε διαφορά προκύψει μεταξύ Συνεργατικής Εταιρείας και μέλους της, οφειλέτη ή εγγυητή της παραπέμπεται υποχρεωτικά σε διαιτησία από τον Έφορο Συνεργατισμού ο οποίος και διορίζει τον Διαιτητή χωρίς το μέλος να έχει λόγο στο διορισμό του. Σε σχέση με το άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου που αφορά το δεύτερο προτεινόμενο προδικαστικό ερώτημα αναφέρει ότι έχει πλέον τροποποιηθεί ώστε ο οποιοσδήποτε μπορεί να προσφύγει στο Δικαστήριο αντί να επιλέξει τη διαιτησία. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του καθ' ου η αίτηση ο οποίος προβάλλει τους εξής λόγους ένστασης: «
  6. Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, ενοχλητική και καταχρηστική, αφού σκοπό έχει την καθυστέρηση της εκδίκασης της υπόθεσης
  7. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 267 της Συνθήκης για την λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συγκεκριμένα: (ι) δεν πληρείται η βασική προϋπόθεση να μην υπόκειται η υπόθεση σε ένδικα μέσα εσωτερικού δικαίου, και (ιι) τα ερωτήματα πρέπει να αφορούν ερμηνεία αποκλειστικά Ενωσιακού Δικαίου
  8. Τα ερωτήματα δεν αφορούν ερμηνεία της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 93/13, αλλά κατά πόσο μπορεί η εν λόγω Οδηγία να παρεκκλίνει την εθνική νομοθεσία που αφορά την εγγραφή τελεσίδικης διαιτητικής απόφασης.
  9. Η αίτηση είναι λανθασμένη και/ή παράτυπη και/ή αόριστη εφόσον οι Καθ' ων η αίτηση στο αιτητικό τους δεν αναφέρουν και/ή δεν καθορίζουν την ρήτρα και/ή όρο της συμφωνίας που επικαλούνται και ούτε και επισυνάπτεται ως Τεκμήριο στην υπό κρίση Αίτηση η εν λόγω συμφωνία.
  10. Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και τυχόν έγκριση της θα συνιστά κατάφωρη παραβίαση και επηρεασμό των δικαιωμάτων του Αιτητή γιατί η αίτηση εγείρεται σε λανθασμένο χρονικό στάδιο και/ή διαδικασία.
  11. Τα εν λόγω ερωτήματα υποβάλλονται κακόπιστα αφού σε κανένα στάδιο, ούτε στην διαιτησία ούτε κατ έφεση, αλλά ούτε και στην ειδοποίηση ένστασης τους στην αίτηση για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης δεν εγέρθηκαν οι ισχυρισμοί περί καταχρηστικότητας ρητρών.
  12. Τα εν λόγω ερωτήματα θα έπρεπε να εγερθούν κατά την διαδικασία της διαιτησίας και/ή κατόπιν έφεσης όπως ορίζεται στην εθνική νομοθεσία.
  13. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 34 Α του Περί Δικαστηρίου Νόμου και/ή του Άρθρου 267 της Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συγκεκριμένα: i) Δεν τίθεται ζήτημα διευκρίνισης ή ερμηνείας Ενωσιακού Δικαίου αλλά ζήτημα που αφορά ξεκάθαρα Εθνική Νομοθετική Διάταξη, ii) Τα εγειρόμενα ερωτήματα δεν μπορούν να αποφασιστούν από το εκδικάζων δικαστήριο διότι το αίτημα για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης τεκμαίρει ότι η εν λόγω διαιτητική απόφαση είναι τελεσίδικη.
  14. Η παραπομπή στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) δεν είναι αναγκαία για την έκδοση απόφασης στην υπό εκδίκαση κυρίως υπόθεση η οποία αφορά εγγραφή διαιτητικής απόφασης.
  15. Με τα ερώτημα επιζητείται ουσιαστικά η εφαρμογή του Ενωσιακού Δίκαιου στα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και όχι η ερμηνεία αυτού, ρόλος που ανήκει στον εθνικό Δικαστή και όχι στο ΔΕΕ.
  16. Το ΔΕΕ δεν είναι αρμόδιο ούτε να επιλύει διαφορές που ανακύπτουν ως προς τα πραγματικά περιστατικά της κύριας Υπόθεσης ούτε να εκφέρει άποψη σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων εθνικού δικαίου.
  17. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα παραβιάσει το δικαίωμα των Αιτητών για Δίκαιη Δίκη αλλά και την έννοια της τελεσιδικίας.» Η νομική βάση της ένστασης είναι περίπου η ίδια με εκείνη της αίτησης. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Γεωργίας Θεοδώρου, υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον καθ' ου η αίτηση, ημερομηνίας 28.4.
  18. Στην ένορκη δήλωση της η Θεοδώρου ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης παραθέτοντας περισσότερα στοιχεία. Τονίζει ότι ελλείπει ως λόγος ένστασης η καταχρηστικότητα ρήτρας. Επίσης είναι εισήγηση της ότι το παρόν στάδιο δεν είναι κατάλληλο για να υπεισέλθουν οι διάδικοι στην ουσία των γεγονότων. Από την άλλη το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ακούει μόνο προδικαστικές ενστάσεις που άπτονται της ερμηνείας Συνθηκών που δεν είναι η παρούσα περίπτωση. Κατά την ακρόαση οι δικηγόροι των δυο πλευρών υποστήριξαν τις θέσεις τους με γραπτές αγορεύσεις παραπέμποντας σε νομολογία. Ιδιαίτερη αναφορά στις επί μέρους εισηγήσεις τους θα γίνεται στα κατάλληλα σημεία. Η αίτηση βασίζεται ουσιαστικά επί του άρθρου 267 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης που προνοεί τα εξής: «
  19. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις: α) επί της ερμηνείας των Συνθηκών, β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί επ' αυτού. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο. Όταν ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους, η οποία αφορά πρόσωπο υπό κράτηση, το Δικαστήριο αποφαίνεται στο συντομότερο δυνατόν.» Οι πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου ενσωματώθηκαν στην Κυπριακή Νομοθεσία με το άρθρο 34 Α
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60)το οποίο προνοεί τα εξής: «34 Α.-
(1)Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου
(2), δικαστήριο ενώπιον του οποίου ανακύπτει ζήτημα, το οποίο αφορά το κύρος και την ερμηνεία των αποφάσεων-πλαίσιο και των αποφάσεων που εκδίδονται βάσει του Τίτλου VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στην ερμηνεία των συμβάσεων που καταρτίζονται με βάση τον Τίτλο VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στο κύρος και την ερμηνεία των μέτρων εφαρμογής τους, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για να αποφανθεί επ' αυτού». Όπως αποφασίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 78/2009 CYPRA LIMITED v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ. 5.6.13, το άρθρο 267 (πρώην άρθρο 234) της Συνθήκης, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας παρέχει στο Δ.Ε.Ε. την εξουσία να ερμηνεύει τη Συνθήκη, δεν του παρέχει όμως ειδικά την εξουσία να εφαρμόζει τη Συνθήκη στα γεγονότα μιας συγκεκριμένης υπόθεσης. Το εν λόγω άρθρο δεν παραθέτει το πλαίσιο διαδικασίας έφεσης, ούτε και το Δ.Ε.Ε. ενεργεί σαν Εφετείο από αποφάσεις εθνικών δικαστηρίων. Η λειτουργία του είναι "essential for the preservation of the Community character of law established by the Treaty and has the object of ensuring that in all circumstances this law is the same In all States of the Community" (είναι αναγκαία για τη διατήρηση του Κοινοτικού χαρακτήρα του νόμου που καθιδρύεται από τη Συνθήκη και έχει στόχο να διασφαλίσει ότι σε όλες τις περιστάσεις ο νόμος αυτός είναι ο ίδιος σε όλα τα Κράτη Μέλη της Κοινότητας) (Υπόθεση 166/73, Rheinmuhlen-Dusselfdorf v. EVGF, [1974] ECR 33). Το Δ.Ε.Ε. αποφαίνεται επί θεμάτων ερμηνείας και εγκυρότητας του Κοινοτικού Δικαίου και όχι του Εθνικού Δικαίου ή της συμβατότητας του τελευταίου με το πρώτο. Τα θέματα αυτά αποφασίζονται από τα εθνικά δικαστήρια και τα ερωτηματικά που πηγάζουν από τα εν λόγω θέματα απαντώνται από τα εθνικά δικαστήρια. Με άλλα λόγια, το Δ.Ε.Ε. αποφαίνεται επί νομικών θεμάτων/ζητημάτων και δεν εφαρμόζει το νόμο επί των γεγονότων της υπόθεσης που είναι ενώπιον του (Duringello v. INPA, Case C-186/90). Θα πρέπει βέβαια να λεχθεί ότι ο διαχωρισμός μεταξύ νομικών θεμάτων και γεγονότων δεν είναι πάντα εύκολος. Γι΄ αυτό δεν είναι άγνωστες οι περιπτώσεις όπου η διατύπωση μιας απόφασης του Δ.Ε.Ε. ελάχιστη ή καμιά διακριτική ευχέρεια αφήνει στα εθνικά δικαστήρια ως προς το πώς θα εφαρμόσουν την απόφαση στα γεγονότα της υπόθεσης που είναι ενώπιον του. (Υπόθεση 235/87, Annunziatta Matteucci v. Communaute Francaise de Belgigeu, [1988] CMLR 357). Χρήσιμη περίληψη των λόγων που δικαιολογούν παραπομπή προδικαστικού ερωτήματος στο Δ.Ε.Ε. περιέχεται στην απόφαση του Δικαστή MacPherson στην υπόθεση R. V. H.M. Treasury, ex parte Daily Mail and General Trust plc.
(1987)C.M.L.R.
(2), p. 1, 4. Ενόψει της πιο πάνω νομοθεσίας και νομολογίας καθίσταται σαφές ότι προϋπόθεση για την υποβολή νομικού ερωτήματος είναι όπως η απόφαση επ' αυτού από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να είναι αναγκαία για την έκδοση απόφασης από το εθνικό Δικαστήριο. Σημειώνεται ότι η διαδικασία στα πλαίσια της οποίας εγείρονται τα νομικά ερωτήματα αφορά σε αίτηση για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 52
(5)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου. Προηγήθηκε η λήψη διαιτητικής απόφασης εναντίον των αιτητών στη βάση της διαδικασίας που προβλέπεται από το άρθρο 52
(1)και
(2)του ιδίου Νόμου. Στην υπόθεση Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 707 όπου αντικείμενο εξέτασης ήταν επίσης η εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης αποφασίστηκαν τα εξής: «Το Επαρχιακό Δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται. Στην προκείμενη περίπτωση το πρωτόδικο δικαστήριο ενήργησε στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του και ορθά εφάρμοσε τις προαναφερόμενες νομικές αρχές. Ξ Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν και στην πρόσφατη υπόθεση Μανώλης Χριστοφή ν. ΣΠΕ Λατσιών, ECLI:CY:AD:2014:A413, Π.Ε. 87/11, ημερ. 20.6.
  1. Ένας από τους λόγους για τους οποίους οι αιτητές ενίστανται στην εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι ότι ο διαιτητής διορίστηκε στη βάση όρου της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας δανείου μονομερώς από τον καθ' ου η αίτηση, με αποτέλεσμα την διενέργεια μιάς άδικης και μεροληπτικής διαδικασίας χωρίς να δοθεί το δικαίωμα στους αιτητές να έχουν λόγο στο διορισμό του διαιτητή. Η πλευρά των Αιτητών χαρακτηρίζει τον σχετικό όρο στη σύμβαση ως καταχρηστική ρήτρα και συνακόλουθα μη εφαρμόσιμο. Καταρχήν θα πρέπει να λεχθεί ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίσει επί γεγονότων που εγείρονται στη διαδικασία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αλλ' ούτε και να επιλύει διαφορές σ' όσον αφορά στην ερμηνεία ή εφαρμογή ζητημάτων εθνικού δικαίου. Η διαιτησία είναι ένας παραδεδειγμένος τρόπος επίλυσης διαφορών σε παγκόσμιο επίπεδο. Στην παρούσα περίπτωση εντοπίζεται ο όρος 12 στην μεταξύ των διαδίκων συμφωνία δανείου, αντίγραφο της οποίας είναι επισυνημμένο στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Λώριας Χ"Ξενοφώντος, που συνοδεύει την αίτηση, ημερομηνίας 13.11.2015 που προνοεί τα εξής: «
  2. Ο χρεώστης αναγνωρίζει και αποδέχεται το δικαίωμα του Ταμιευτηρίου για παραπομπή του ιδίου ή των εγγυητών του σε διαιτησία σύμφωνα με τις διατάξεις του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου χωρίς τούτο να υποδηλοί ότι αποκλείει το Ταμιευτήριο να επιλέξει αντί διαιτησίας την παραπομπή του στα πολιτικά δικαστήρια.» Δεν θα επεκταθώ περισσότερο σ' όσον αφορά την ουσία του συγκεκριμένου λόγου έντασης στην αίτηση εγγραφής της απόφασης και κατά πόσο συνιστά καταχρηστική ρήτρα ή όχι, εφόσον δεν είναι το κατάλληλο στάδιο. Εκείνο όμως που μπορεί να λεχθεί είναι ότι στην ουσία οι αιτητές επιζητούν όπως το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο επιληφθεί και αποφασίσει ότι ο συγκεκριμένος όρος 12 στη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, συνιστά καταχρηστική ρήτρα, σύμφωνα με την Οδηγία 93/13 ΕΟΚ. Σημειώνεται ότι η Οδηγία αυτή που πραγματεύεται περί καταχρηστικών ρητρών ενσωματώθηκε πλήρως στον Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο του 1996 (Ν. 93
(1)/96), οπότε δίνεται δικαίωμα στα Κυπριακά Δικαστήρια να αποφασίσουν επί του θέματος στην κατάλληλη διαδικασία αλλά και στους διαδίκους να υποβάλουν περαιτέρω έφεση κατά της απόφασης του Δικαστηρίου αν επιθυμούν. Αν οι αιτητές υπονοούν ότι δεν συμφωνεί ο δικός μας Νόμος με την Ευρωπαϊκή Οδηγία γι' αυτό και επιζητούν την παραπομπή των νομικών ερωτημάτων για να διαφανεί η διαφορά, τότε σίγουρα το θέμα εκπίπτει της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αποφασίσει υπό τύπο προδικαστικής παραπομπής, στη βάση της πιο πάνω νομολογίας Όπως έχει τονιστεί σε αριθμό αποφάσεων του, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφασίζει επί νομικών θεμάτων και δεν εφαρμόζει τον Νόμο επί των γεγονότων της υπόθεσης ενώπιον του. Από την άλλη δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου ως προς την ύπαρξη ασάφειας οποιασδήποτε Κοινοτικής Διάταξης που είναι σημαντική για την κρίση της εκκρεμούσης αίτησης στο παρόν Δικαστήριο για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης ή ασάφειας της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, ώστε να χρήζει ερμηνείας από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σ' όσον αφορά την εισήγηση στην γραπτή αγόρευση του δικηγόρου των αιτητών περί παραπομπής άλλου νομικού ερωτήματος που άπτεται της προθεσμίας των 21 ημερών που προνοεί το άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου ότι και αυτό αποτελεί καταχρηστική ρήτρα, δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο για τους ίδιους λόγους που αναφέρθησαν πιο πάνω για το νομικό ερώτημα σε σχέση με το διορισμό του διαιτητή, αλλά και γιατί δεν συνιστά λόγο ένστασης στην κυρίως αίτηση. Στην υπόθεση Χριστίνα Περικλέους ν. ELLINAS FINANCE LTD κ.α, ECLI:CY:AD:2015:A170, Π.Ε. 283/10, ημερ. 10.3.2015 το Ανώτατο Δικαστήριο αρνήθηκε να παραπέμψει προδικαστικό ερώτημα γιατί αυτό δεν συνδέετο με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των αιτητών και επομένως δεν αποτελούσαν θέματα που θα μπορούσαν να εξεταστούν από το Δικαστήριο. Ως εκ τούτου στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν δικαιολογείται η παραπομπή των νομικών ερωτημάτων ως προδικαστικά ερωτήματα ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον αυτή δεν είναι αναγκαία για την έκδοση της απόφασης του επί της αίτησης για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης. Βασική προϋπόθεση εγγραφής μιας διαιτητικής απόφασης είναι η απόφαση να φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά και στοιχεία μιας έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στον καθ' ου η αίτηση. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς και ούτε εξετάζει την ορθότητα της απόφασης. Ένα άλλο αίτημα των αιτητών είναι όπως τα νομικά σημεία που αναφέρονται στους λόγους ένστασης 1 και 3 και που σχετίζονται με τη νομική βάση της κυρίως αίτησης, εκδικαστούν πριν την ακρόαση. Η ευχέρεια παραπομπής ενός νομικού σημείου προς απόφαση πριν την ακρόαση της Αγωγής παρέχεται στο Δικαστήριο από τη Διαταγή 27 θ.θ. 1 και 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Η επίλυση θέματος προδικαστικά και γενικότερα, η επίλυση θέματος έξω από το πλαίσιο της δίκης, συνιστά εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο, εφόσον τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά (βλ. Λανίτης Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1991)1 Α.Α.Δ. 225). Στην περίπτωση που τα δικόγραφα και οι ισχυρισμοί που αυτά περιέχουν δεν είναι συγκεκριμένοι ή απαιτείται διεξοδική αναζήτηση και μελέτη των δικογράφων από το Δικαστήριο η αίτηση απορρίπτεται. (Βλ. ΚΟΤ ν. Philippa Estates Ltd κ.α.
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1431). Έχοντας κατά νουν την πιο πάνω νομολογία σε συνάρτηση με τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου, το αίτημα για προδικαστική εξέταση των σημείων που εγείρονται σ' όσον αφορά τη νομική βάση και τον τύπο της αίτησης και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό, εφόσον δεν φαίνεται να υπάρχει συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών ως προς τα γεγονότα. Επιπλέον έλαβα υπόψη και τη φύση της κυρίως διαδικασίας και τι καλείται το Δικαστήριο ν' αποφασίσει, οπότε προδικαστική εξέταση ορισμένων εκ των λόγων ένστασης δεν εξυπηρετεί κανένα σκοπό είτε από άποψη χρόνου ή εξόδων. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου δεν κρίνω απαραίτητο να εξετάσω τους υπόλοιπους λόγους ένστασης. Ως αποτέλεσμα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του καθ' ου η αίτηση και σε βάρος των αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για παραπομπή νομικών ερωτημάτων στο ΔΕΕ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.