← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΟΡΦΟΥ, και/ή ως έχει μετά από συγχώνευση μετονομαστε σε ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ ν.

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΟΡΦΟΥ, και/ή ως έχει μετά από συγχώνευση μετονομαστε σε ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΡΤΕΛΛΑΡΗΣ κ.α., Αρ. Γενικής Αίτησης 61/15, 29/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A98 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης 61/15 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΟΡΦΟΥ, και/ή ως έχει μετά από συγχώνευση μετονομαστεί σε ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ, από τη Λεμεσό Αιτητών και

  1. ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΡΤΕΛΛΑΡΗΣ - Πρωτοφειλέτης, από τη Λευκωσία
  2. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΑΒΒΑ - Εγγυητής, από τη Λάρνακα
  3. ΠΑΝΙΚΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ - Εγγυητής, από τη Λευκωσία
  4. ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΛΟΥΚΑ - Εγγυήτρια, από τη Λευκωσία Καθ΄ων η αίτηση ----------------------------- Ημερομηνία: 29 Φεβρουαρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Κονταξής για Σωφρόνιο Σωφρονίου Για Καθ' ων η αίτηση 1, 3, 4: κα Ειρήνη Παπαφιλίππου για Παναγιώτη Π. Κλεοβούλου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση Γενική Αίτηση οι Αιτητές αιτούνται: Την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η εγγραφή της Διαιτητικής Απόφασης ημερομηνίας 1.11.2011 εναντίον των Καθ' ων η αίτηση, ως τελική και εκτελεστή ωσάν να ήταν απόφαση πολιτικού Δικαστηρίου και συνακόλουθα η εκτέλεση της κατά τον ίδιο τρόπο όπως εκτελούνται οι εν λόγω αποφάσεις. Η Αίτηση στηρίζεται στον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.4, άρθρο 21, στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο και στις Τροποποιήσεις του Νόμου αυτού, άρθρο 52, στους περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς, Θ.79, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.1-3, καθώς και επί της συμφυούς εξουσίας (INHERENT POWER) του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Γιώργου Παπαδόπουλου, υπαλλήλου των Αιτητών. Σ' αυτήν ο ομνύων αναφέρει πως την 1.11.2011 εκδόθηκε διαιτητική απόφαση (αντίγραφο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α), υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση για το ποσό των €99.551,37 πλέον τόκους προς 11,5% ετησίως από 1.11.2011 μέχρι εξόφλησης κεφαλαιοποιημένου του τόκου δύο φορές το χρόνο, την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Αντίγραφο της διαιτητικής απόφασης επιδόθηκε στους Καθ' ων η Αίτηση 1, 3 και 4 στις 6.2.2012 και στον Καθ΄ου η Αίτηση 2 στις 11.2.2012 (αντίγραφα των σχετικών επιδοτηρίων επισυνάπτονται ως Τεκμήριο Β). Οι Καθ' ων η Αίτηση δεν εφεσίβαλαν την διαιτητική απόφαση και ως εκ τούτου αυτή κατέστη τελεσίδικη. Είναι τέλος η θέση του ομνύοντα πως είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα ώστε οι Αιτητές να προχωρήσουν σε μέτρα εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης. O Kαθ' ου η αίτηση 2 δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και στις 6.10.2015 εκδόθηκε εναντίον του το αιτούμενο διάταγμα. Οι Καθ΄ων η Αίτηση 1, 3 και 4, καταχώρησαν Ένσταση προβάλλοντας δεκαεπτά

(17)λόγους οι οποίοι συνοψίζονται ως εξής. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Η καταχώρηση της Αίτησης συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Η αναφερόμενη στην Αίτηση «απόφαση» ουδεμίαν νομική ισχύ έχει καθότι εκδόθηκε από πρόσωπο αναρμόδιο αφού ο διορισμός του έγινε από τον ΄Εφορο Συνεργατικών Εταιρειών μονομερώς χωρίς την συγκατάθεση των Καθ' ων η Αίτηση. Ο εν λόγω διορισμός παραβιάζει τις πρόνοιες του άρθρου 5
(1)
(2)
(3)
(4)και του Παρατήματος παράγραφος 1(ιζ), του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου Αρ. 93
(1)/96, οι οποίες απαγορεύουν την κατάργηση της προσφυγής στο Δικαστήριο και της άσκησης ενδίκων μέσων, καθώς επίσης και της υποχρέωσης του δανειολήπτη να αποδέχεται διαιτησία μη καλυπτόμενη από νομικές διατάξεις και άλλους περιορισμούς οι οποίοι απαριθμούνται στον Νόμο. Η διαδικασία από την οποία «εκπορεύθηκε η λεγόμενη απόφαση» ήταν παράτυπη καθότι δεν ετηρήθησαν τα δικονομικά θέσμια και παραβιάστηκε κάθε έννοια φυσικής δικαιοσύνης (δεν εδόθη στους Καθ' ων η Αίτηση δικογραφημένη απαίτηση, δεν τους εδόθη η ευκαιρία να «υπερασπίσουν» την υπόθεση τους, δεν διεξήχθη καμία δίκη, ούτε δόθηκε καμία μαρτυρία, ούτε δόθηκε στους Καθ΄ ων η Αίτηση το δικαίωμα να αντεξετάσουν κανένα μάρτυρα, δεν ετηρήθησαν οι κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας, δεν ετηρήθησαν πρακτικά, ο «λεγόμενος διαιτητής» διορίστηκε μονομερώς από τους Αιτητές, υπήρξε συνεργάτης και/ή υπάλληλος τους και δεν εδόθη το δικαίωμα στους Καθ' ων η Αίτηση να αποδεχθούν τέτοιο διορισμό και τέλος, η απόφαση είναι αναιτιολόγητη). Στο κατ΄ ισχυρισμόν οφειλόμενο ποσό περιέχονται παράνομες και/ή καταχρηστικές χρεώσεις οι οποίες επεκτείνονται σε παράνομες κεφαλαιοποιήσεις τόκων, χρεώσεις τόκων υπερημερίας, χρεώσεις τήρησης λογαριασμών και/ή άλλες παρεμφερείς χρεώσεις. Η δανειακή σύμβαση βασίστηκε στον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160(Ι)/99 (ο εν λόγω νόμος κατήργησε τον περί Τόκου Νόμο 2/77) ο οποίος παρέχει την απόλυτη ελευθερία στις τράπεζες να χρεώνουν, παράνομα, με απαράδεκτα ποσά τον δανειολήπτη και να επιβάλλουν στον λογαριασμό του μονομερώς και αυθαίρετα οποιοδήποτε επιτόκιο και να κεφαλαιοποιούν τον παράνομο τόκο και να τον ανατοκίζουν δύο φορές το χρόνο. Ο Νόμος 160(Ι)/99 είναι εν μέρει ή στο σύνολό του αντισυνταγματικός (οι πρόνοιες του δεν εναρμονίζονται με τις πρόνοιες των άρθρων 8, 9 και 26 του Συντάγματος), καθότι επιτρέπει στις τράπεζες να επιβάλλουν καταχρηστικές χρεώσεις και έτσι να κερδοσκοπούν και να πλουτίζουν αθέμιτα σε βάρος των δανειοληπτών. Διαζευκτικά, ο ρηθείς Νόμος δεν είναι εναρμονισμένος με τις Ευρωπαϊκές Οδηγίες και/ή Κανονισμούς και/ή Νομοθεσία. Η δανειακή σύμβαση ως πλήρης καταχρηστικών ρητρών, είναι άκυρη ή ακυρώσιμη στο σύνολο της ως καταχρηστική και/ή ως βασισμένη σε νομοθεσία αντισυνταγματική και/ή μη εναρμονισμένη με την Ευρωπαϊκή νομοθεσία και/ή οδηγίες και/ή κανονισμούς. Η Ένσταση βασίζεται επί των άρθρων 9 και 26 του Συντάγματος, επί του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου 93(Ι)/96, άρθρο 5
(1)
(2)
(3)
(4)και Παρατήματος Ι(ιζ), επί του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών θεμάτων Νόμου 160(Ι)/99, σε συνάρτηση με τις πρόνοιες του Συντάγματος και του προϋπάρχοντος Νόμου περί Τόκου 2/77, στις Ευρωπαϊκές Οδηγίες οι οποίες ενσωματώθηκαν από την Κυπριακή νομοθεσία, στον περί Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου 13(Ι)/08, άρθρο 4, στον περί Συμβάσεως Νόμο Κεφ. 149, άρθρο 74, στον περί των Συμβάσεων Καταναλωτικών Πίστης Νόμο 106(Ι)/2010 άρθρο 19 (Παράρτημα ΙΙΙ), στον περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο 197(Ι)/2003, άρθρα 2, 3, 4, 5, 6, 12 και 13, στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (τέταρτο τμήμα ημερομηνία 30/04/2014 C-26/12 Arpad Kasler and Vs OTP Jelzaloglank Zrt, στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85, όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, Μέρος ΧΙΙΙ και XVI, στον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4, άρθρο 10, 30, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.Δ. 2, 16, 19,20, 21, 22, 23, 31, 33, 34, 47 και 48 Κ.Κ. 1-4, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρο 37 και 33 και επί της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου. Την Ένσταση υποστηρίζει Ένορκη Δήλωση του Πανίκου Στυλιανού, Καθ' ου η αίτηση 3, δεόντως εξουσιοδοτημένου και από τους Καθ' ων η αίτηση 1 και 4. Ο ομνύων αρνείται τους ισχυρισμούς των Αιτητών και επαναλαμβάνει αυτούσιους τους λόγους Ένστασης. Η Αίτηση στηρίζεται στον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.4, καθώς επίσης και στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο (Ν.22/85)όπως τροποποιήθηκε και στους περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς του 1987 (Κ.Δ.Π. 142/87). Το άρθρο 52
(1)(α) του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου (Ν.22/85), προβλέπει πως όταν προκύπτει διαφορά μεταξύ Συνεργατικής Εταιρείας και μελών, καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους, η εν λόγω διαφορά θα παραπέμπεται από την Συνεργατική Εταιρεία ή από οποιοδήποτε από τα πιο πάνω πρόσωπα στον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών. Τα εδάφια
(2)και
(4)του ίδιου άρθρου προνοούν τα εξής: «
(2)Ο Έφορος δύναται, με τη λήψη της δυνάμει του εδαφίου
(1)παραπομπής: (α) να επιχειρήσει συνδιαλλαγή της διαφοράς ή (β) να παραπέμπει τη διαφορά προς επίλυση σε διαιτησία η οποία διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις των Θεσμών που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου
(6)ή, μέχρι την έκδοση τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Διαιτησίας Νόμου και τις διατάξεις των Θεσμών 78 και 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών του 1987 έως 2012.» «
(4)Οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση οποιουδήποτε διαιτητή ή διαιτητών, δύναται να υποβάλει Έφεση στο Δικαστήριο εντός 21 ημερών από την ημερομηνία γνωστοποίησης προς αυτόν της απόφασης.» Το εδάφιο 5 του άρθρου 52, προβλέπει πως σε περίπτωση που η απόφαση δεν εφεσιβληθεί εντός της προθεσμίας των 21 ημερών, τότε η Διαιτητική Απόφαση καθίσταται τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως οι αποφάσεις Πολιτικού Δικαστηρίου. Το άρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ.4 προνοεί τα εξής: «21. Διαιτητική απόφαση που εκδίδεται με βάση συνυποσχετικό δύναται, με άδεια του Δικαστηρίου, να εκτελεστεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως δικαστική απόφαση ή διάταγμα με την ίδια ισχύ και σε τέτοια περίπτωση δύναται να καταχωρηθεί δικαστική απόφαση με περιεχόμενο εκείνο της διαιτητικής απόφασης.» Οι αρχές οι οποίες διέπουν την έκδοση Διατάγματος ως το αιτούμενο, έχουν αποκρυσταλλωθεί στη νομολογία. Έχει αποφασισθεί πως η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση μιας διαιτητικής απόφασης ως απόφασης Δικαστηρίου, είναι ζήτημα τύπου. Στην υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας ν. Άντη Κυριακίδη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ.716 αναφέρθηκαν τα εξής: «Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου, είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να "εγγραφεί" δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι' αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο στο επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης.» Έχει αποφασιστεί επίσης πως αντικείμενο της εν λόγω διαδικασίας δεν είναι αυτή καθ' εαυτή η απόφαση του Διαιτητή, αφού ο Νόμος [άρθρο 52
(4)του Νόμου 22/85] παρέχει σε όποιον θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του Διαιτητή, δικαίωμα έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο, η οποία θα πρέπει να ασκείται μέσα στην ταχθείσα από τον ίδιο τον Νόμο, προθεσμία. Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Σωτηρούλλας Κωνσταντινίδου
(1995)1 Α.Α.Δ.827, το Δικαστήριο ανέφερε ότι: «Αντικείμενο της Αίτησης είναι το διάταγμα που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο για την καταχώρηση και εγγραφή της απόφασης του Διαιτητή. Δεν έχει εξηγηθεί όμως ποια είναι η σύνδεση της δικαστικής απόφασης η οποία αφορούσε μόνο στην καταχώρηση και εγγραφή της απόφασης του διαιτητή και συνακόλουθα της παροχής άδειας για εκτέλεση, με το πιο πάνω ζήτημα ουσίας που εγείρεται. Δεν έχει υποστηριχθεί καν ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία στο πλαίσιο εκείνης της διαδικασίας, εξέτασης τέτοιου θέματος ή οποιουδήποτε θέματος αναφερόμενου στο περιεχόμενο της απόφασης του Διαιτητή και τελικά δεν έχει υποδειχθεί με ποιο τρόπο, κατά την αντίληψη της Αιτήτριας πάσχει η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου . Δεν είναι αντικείμενο αυτής της διαδικασίας η απόφαση του Διαιτητή και, εν πάση περιπτώσει, επισημαίνω πως το άρθρο 52
(4)του Ν.22/85 παρέχει σε όποιον θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του Διαιτητή δικαίωμα έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο που πρέπει να ασκείται μέσα στην προθεσμία που τάσσει.» Είναι επίσης νομολογημένο πως το Επαρχιακό Δικαστήριο στα πλαίσια της εν λόγω διαδικασίας δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Στην υπόθεση Ανδρέας Χατζηγεωργίου Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς, Πολιτική Έφεση 357/08 ημερομηνίας 11.4.2012 λέχθηκαν τα εξής: «Το Επαρχιακό Δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου δια της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα, αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται.» Το Δικαστήριο κατά την εξέταση Αίτησης όπως η υπό κρίση, εξετάζει περιορισμένα ζητήματα τα οποία καθορίστηκαν νομολογιακά. Στην υπόθεση ΜΑΝΩΛΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΑΤΣΙΩΝ, ECLI:CY:AD:2014:A413, Πολιτική Έφεση αρ.87/11, ημερομηνίας 20 Ιουνίου 2014 αναφέρονται τα εξής: «Το πρωτόδικο δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης ημερ. 3.12.2007, γι' εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, όφειλε μόνο να διαπιστώσει κατά πόσο αυτή επιδόθηκε, ότι η απόφαση έφερε τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στον εφεσείοντα.» Τούτων λεχθέντων επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Oι Καθ΄ων η αίτηση δεν αμφισβητούν ότι η διαιτητική απόφαση φέρει τα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης. Η Ένσταση τους εστιάζεται στον διορισμό του διαιτητή και στη διαδικασία που ακολουθήθηκε. Εν πρώτοις θα έλεγα πως η διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 1.11.2011 (Τεκμήριο Α στην συνοδεύουσα την Αίτηση, Ένορκη Δήλωση) φέρει τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά έγκυρης διαιτητικής απόφασης. Είναι διατυπωμένη με σαφή και ξεκάθαρο τρόπο, χωρίς να αφήνει κενά ερμηνείας ή αβεβαιότητας είτε για τα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται (Αιτητές και Καθ' ων η αίτηση) είτε για οτιδήποτε άλλο. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί πως δεν απαιτείται η διαιτητική απόφαση να είναι διατυπωμένη με συγκεκριμένο τρόπο. Αρκεί να είναι διατυπωμένη με ξεκάθαρο και σαφή τρόπο. Τούτο προκύπτει και από το σύγγραμμα Ηalsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 2, σελ.42, παρ.96, όπου στο ζήτημα της διατύπωσης μιας διαιτητικής απόφασης, αναφέρεται ότι: «No particular form of words is requisite for the validity of an award; it may be expressed in such language as the arbitrator or umpire thinks fit provided its meaning is clear. An ambiguous or uncertain award is bad and cannot be enforced.» Ούτε και η γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης στους Καθ' ων η αίτηση αμφισβητείται. Στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση επισυνάπτονται ως Τεκμήριο Β, τα σχετικά επιδοτήρια σύμφωνα με τα οποία η διαιτητική απόφαση επεδόθη στους Καθ' ων η αίτηση 1, 3 και 4 στις 6.2.2012. Ούτε και η νομότυπη επίδοση της υπό κρίση Αίτησης στους Καθ' ων η αίτηση, αμφισβητείται. Από τον φάκελο της δικογραφίας προκύπτει πως η Αίτηση επιδόθηκε στον Καθ' ου η αίτηση 1 στις 19.2.2015, στον Καθ' ου η αίτηση 3 στις 18.3.2015 και στην Καθ' ης η αίτηση 4 στις 20.2.2015. Έχοντας υπόψη τα όσα ο Νόμος και η νομολογία επιτάσσουν είναι προφανές ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν ώστε η Αίτηση να εγκριθεί. Πλην του πρώτου λόγου Ένστασης, ο οποίος έχει εξεταστεί μέσα από όλα όσα έχουν αναφερθεί, οι υπόλοιποι λόγοι Ένστασης δεν μπορούν να εξεταστούν στο πλαίσιο της άσκησης της εξουσίας του Δικαστηρίου, για εξέταση του αιτήματος για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης. Τα θέματα τα οποία ανάγονται στην ουσία της διαφοράς σε σχέση με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση ή σε σχέση με την διαδικασία της διαιτησίας αυτή καθ' εαυτή και τον διορισμό του διαιτητή, οι Καθ' ων η αίτηση όφειλαν να τα εγείρουν ενώπιον του διαιτητή στα πλαίσια της διαδικασίας της διαιτησίας (από την διαιτητική απόφαση προκύπτει πως ειδοποιήθηκαν κατάλληλα να παρευρεθούν πλην όμως δεν παρουσιάστηκαν) ή στα πλαίσια έφεσης που είχαν δικαίωμα να υποβάλουν ενώπιον του αρμόδιου Επαρχιακού Δικαστηρίου εντός 21 ημερών από την γνωστοποίηση σ' αυτούς της διαιτητικής απόφασης, όπως προνοεί το άρθρο 52
(4)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, κάτι όμως που δεν έπραξαν. Ελλείψει έφεσης η διαιτητική απόφαση κατέστη τελεσίδικη και εφόσον πληρούνται όλες οι απαιτούμενες προϋποθέσεις δύναται να εγγραφεί και να εκτελεστεί ωσάν να ήταν απόφαση πολιτικού Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου η Αίτηση εγκρίνεται και εκδίδεται Διάταγμα ως η παράγραφος 1 αναφορικά με τους Καθ' ων η αίτηση 1, 3 και
  1. Τα έξοδα της Αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται προς όφελος των Αιτητών και σε βάρος των Καθ' ων η αίτηση 1, 3 και
  2. Νοείται ότι μέχρι ποσού εξόδων €807.42.-, υπεύθυνοι για την πληρωμή θα είναι όλοι οι Καθ' ων η αίτηση αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, περιλαμβανομένου και του Καθ' ου η αίτηση
  3. (Υπ.) .................................................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΡ, ΜΚ Subject: Civil/Other Action/Final Αναφορά: Σύμβαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.