← Κύπρος

ΣΕ ΟΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΗΜΙΟΡΕΙΝΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Φανή Μιχάλης κ.α., Γεν. Αίτηση: 240/2013, 23/2/2016

ΣΕ ΟΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΗΜΙΟΡΕΙΝΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Φανή Μιχάλης κ.α., Γεν. Αίτηση: 240/2013, 23/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A83 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Γεν. Αίτηση: 240/2013 ΣΕ ΟΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑΣ ΝΟΜΟ ΚΕΦ. 4 ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ 22/85, 68/87 ΚΑΙ 171

(1)2000 ΑΡΘΡΑ 52 ΚΑΙ 53 ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΘΕΣΜΟΥΣ 142/87 ΘΕΣΜΟΣ 79. ΚΑΙ ΣΕ ΟΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΗΜΙΟΡΕΙΝΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Αιτητές ΚΑΙ ΣΕ ΟΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΟΥΣ: Φανή Μιχάλης, Εκ Λεμεσού Χρυστοστόμου Άθως, εκ Λεμεσού ------------- Ημερομηνία: 23.2.2016 Για Αιτητές: κα Α. Τσαγγάρη Για Καθ΄ ου η αίτηση: κος Α. Μελάς ΑΠΟΦΑΣΗ Με αίτηση τους, οι αιτητές αιτούνται την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε στις 20/10/2010 εναντίον του καθ΄ ου η αίτηση 1, με νομικό υπόβαθρο τα άρθρα 21 και 30 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4, τα άρθρα 51,52 και 53 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85, οι περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμοί θ.79, οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί Δ.48 θ. 1-3 και οι εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης, αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του κ. Σοφοκλή Παππά, ο οποίος αρχικά προβαίνει στην αποκάλυψη της πηγής άντλησης της γνώσης του ως προς τα γεγονότα της παρούσας αίτησης και της εξουσιοδότησης του να προβεί στην ένορκη του δήλωση. Ακολούθως κάνει αναφορά στην έκδοση της υπό αναφορά διαιτητικής απόφασης και το περιεχόμενο αυτής, η οποία κοινοποιήθηκε στον καθ΄ ου η αίτηση 1 στις 14/2/2013 και έχει παρέλθει η προθεσμία των 21 ημερών χωρίς να εφεσιβληθεί η εν λόγω απόφαση και θεωρεί ορθό και δίκαιο όπως εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα για σκοπούς εκτέλεσης. Ο καθ΄ ου η αίτηση 1 καταχώρησε ένσταση με νομικό έρεισμα το ίδιο με αυτό των αιτητών και επιπρόσθετα το άρθρο 28 και 30 του Συντάγματος, το άρθρο 6 της Ευρωπαικής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Ε.Σ.Δ.Α), η Δ.48 θ. 4, Δ.55, Δ.60 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και προέβαλε συνολικά 9 λόγους ένστασης και που είναι οι ακόλουθοι: Α) Η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη, ελλειπής και/ή οι νόμοι και οι θεσμοί επί των οποίων στηρίζεται η παρούσα αίτηση δεν νομιμοποιούν εις την αιτούμενη θεραπεία και/ή δεν προσδίδουν στο Δικαστήριο εξουσία να ασχοληθεί με την παρούσα αίτηση. Β) Τα γεγονότα που περιγράφονται στην ένορκη δήλωση είναι ανεπαρκή και/ή δεν δικαιολογούν ή στηρίζουν την αιτούμενη θεραπεία. Γ) Η αίτηση δεν έχει συνταχθεί δικονομικά ορθά και/ή πάσχει τυπικά και/ή δεν έχει περιβληθεί με τον ορθό δικονομικό τύπο και/ή μορφή και ως εκ τούτου είναι ανυπόστατη και/ή άκυρη και/ή ανυπόστατη. Δ) Η υπαγωγή του καθ΄ ου η αίτηση 1 στην δικαιοδοσία και απόφαση του διορισθέντος υπό των αιτητών διαιτητή, παραβιάζει και/ή στερεί το δικαίωμα του για πρόσβαση σε ανεξάρτητο, αμερόληπτο και αρμόδιο Δικαστήριο, διότι ο διαιτητής διορίζεται μονομερώς από τους αιτητές χωρίς δικαίωμα του καθ΄ ου η αίτηση να ακουστεί επί του θέματος. Ε) Η διαιτητική απόφαση είναι άκυρη και/ή ανυπόστατη καθώς δεν έχει ανανεωθεί, ούτε έχει επιδοθεί έγκαιρα. Στ) Η υπαγωγή του καθ΄ ου η αίτηση 1 στην δικαιοδοσία και απόφαση του διορισθέντος υπό των αιτητών διαιτητή, παραβιάζει κατά καταστρατήγηση του Συντάγματος, της Ε.Σ.Δ.Α. και του περί Διαιτησίας Νόμου το δικαίωμα του για πρόσβαση στο Δικαστήριο προς διάγνωση της ισχυριζόμενης αστικής υποχρέωσης του. Ζ) Ο καθ΄ ου η αίτηση 1 υπέγραψε ως εγγυητής κατ΄ όπιν ψευδών παραστάσεων, παραπληροφόρησης και απόκρυψης ουσιωδών στοιχείων από τους αιτητές, ισχυρισμοί οι οποίοι μεταξύ άλλων επηρεάζουν την εγκυρότητα της ευθύνης του και οι οποίοι δεν θα μπορούσαν να είχαν προβληθεί και αποφασιστεί από τον διαιτητή, αλλά από αρμόδιο Δικαστήριο. Η) Η απόφαση του διαιτητή στερείται της δέουσας και επαρκούς αιτιολογίας. Θ) Η διαιτητική απόφαση δεν επιδόθηκε στον καθ΄ ου η αίτηση νομότυπα και/ή επιδόθηκε κατά παράβαση των σχετικών δικονομικών προνοιών. Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης, αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του ιδίου του καθ΄ ου η αίτηση 1, ο οποίος υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους πιο πάνω λόγους ένστασης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με τη Νομολογία οι αρχές οι οποίες διέπουν την έκδοση Διατάγματος ως το αίτημα στην παρούσα Αίτηση, μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Στην Πολιτική Έφεση 188/06 Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας ν. Άντη Κυριακίδη κ.α.,
(2008)1 ΑΑΔ 716 αναφέρθηκε ότι: «Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί" δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι΄αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο στο επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης.» Περαιτέρω στην υπόθεση αναφορικά με την αίτηση της Σωτηρούλας Κωνσταντινίδου
(1995)1 Α.Α.Δ. 827, το Δικαστήριο ανέφερε ότι δεν είναι αντικείμενο της διαδικασίας εγγραφής διαιτητικής απόφασης κατά πόσο η απόφαση του διαιτητή περιλάμβανε τόκο πέρα του επιτρεπομένου επισημαίνοντας ταυτόχρονα πως το άρθρο 52
(4)του Νόμου 22/85 παρέχει σε όποιο θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του διαιτητή δικαίωμα έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο που πρέπει να ασκείται μέσα στην προθεσμία που τάσσει. Από τη στιγμή που δεν έχει ασκηθεί έφεση εναντίον της απόφασης του διαιτητή η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη και δεν έχει εξηγηθεί πως θα μπορούσε να εξεταστεί στα πλαίσια της διαδικασίας εγγραφής της απόφασης τέτοιο παράπονο. Στη Ανδρέας Χατζηγεωργίου-Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς Πολιτική Έφεση 357/08, ημερομηνίας 11/4/2012, αποφασίστηκε: «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται». Στην ακόμα πιο πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση ΜΑΝΩΛΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΑΤΣΙΩΝ , ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 87/11, 20 Ιουνίου,2014, καθορίστηκαν περιοριστικά ποια ζητήματα εξετάζει το Δικαστήριο κατά την εξέταση Αίτησης ως η παρούσα, επιτάσσοντας μάλιστα ότι η εξέταση οποιονδήποτε άλλων παραμέτρων δεν αρμόζει σε τέτοιες περιπτώσεις ως η παρούσα. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα ακόλουθα: «Το πρωτόδικο δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης ημερ. 3/12/2007, γι' εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, όφειλε μόνο να διαπιστώσει κατά πόσο αυτή επιδόθηκε, ότι η απόφαση έφερε τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στον εφεσείοντα.» Στο σύγγραμμα Halsbury's Lawsof England, 3η έκδοση, Τόμος 2, σελ. 42, παρ. 96 δίνεται περιγραφή μιας απαιτούμενης διαιτητικής απόφασης όπου αναφέρεται: «No particular form of words is requisite for the validity of an award; it may be expressed in such language as the arbitrator or umpire thinks fit provided its meaning is clear. An ambiguous or uncertain award is bad and cannot be enforced». Στη τέταρτη έκδοση του ιδίου συγγράμματος, παρ. 713, γίνεται αναφορά στη σημασία του τρόπου διατύπωσης της απόφασης, ήτοι του τύπου αυτής, όπου και το σχετικό απόσπασμα: «The court will grant leave to enforce the award as a judgment unless there is either a real ground for doubting the validity of the award or the award is not a form in which it can be enforced as a judgment». Σύμφωνα με το άρθρο 52
(1)(α) του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου (Ν.22/85), όταν προκύπτει διαφορά μεταξύ Συνεργατικής Εταιρείας και μελών, καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους, η διαφορά αυτή θα παραπέμπεται από την εταιρεία ή από οποιοδήποτε από τα πιο πάνω πρόσωπα στον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών. Τα εδάφια
(2)&
(4)δε του ίδιου άρθρου προνοούν τα ακόλουθα: «
(2)Ο Έφορος δύναται, με τη λήψη της δυνάμει του εδαφίου
(1)παραπομπής: (α) να επιχειρήσει συνδιαλλαγή της διαφοράς ή (β) να παραπέμπει τη διαφορά προς επίλυση σε διαιτησία η οποία διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις των Θεσμών που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου
(6)ή, μέχρι την έκδοση τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Διαιτησίας Νόμου και τις διατάξεις των Θεσμών 78 και 79 των Περί Συνεργατικών εταιρειών Θεσμών του 1987 έως 2012 .» «
(4)Οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση οποιουδήποτε διαιτητή ή διαιτητών δύναται να υποβάλει Έφεση στο Δικαστήριο εντός 21 ημερών από την ημερομηνία γνωστοποίησης προς αυτόν της απόφασης.» Σε περίπτωση που η απόφαση δεν εφεσιβληθεί, σύμφωνα με το εδάφιο 5 του άρθρου 52 πιο πάνω, καθίσταται τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο, ως οι αποφάσεις του πολιτικού δικαστηρίου. Το άρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, είναι σχετικό και προνοεί τα εξής: « 21. Διαιτητική απόφαση που εκδίδεται με βάση συνυποσχετικό δύναται, με άδεια του Δικαστηρίου, να εκτελεστεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως δικαστική απόφαση ή διάταγμα με την ίδια ισχύ και σε τέτοια περίπτωση δύναται να καταχωρηθεί δικαστική απόφαση με περιεχόμενο εκείνο της διαιτητικής απόφασης. » Οι Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμοί του 1987 όπως έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, ως επίσης και οι Περί Συνεργατικών Εταιρειών Κανονισμοί που εξακολουθούν να ισχύουν με βάση το άρθρο 59
(2)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985 (22/85) εφόσον δεν αντίκεινται στις διατάξεις του Νόμου, προνοούν συγκεκριμένο τύπο αίτησης για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης. Συνεπεία των πιο πάνω, αλλά και του γεγονότος ότι η Δ.55* των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί και καλύπτει διαφορετικά ζητήματα από αυτά της υπό εξέταση αίτησης, το Δικαστήριο κρίνει και καταλήγει ότι δύναται να γίνει χρήση του τύπου της δια κλήσεως αίτησης με βάση τη Δ.48 ως εναρκτήριου μέσου. Δεν θα πρέπει να λησμονείται ότι με βάση το πιο πάνω αναφερθέν νομολογιακό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση αίτηση, τα επίδικα ζητήματα είναι αποκρυσταλλωμένα και ουδεμία σχέση έχουν με αυτά που προνοεί και καλύπτει η Δ.
  1. *Διάταξη 55 «
  2. Any person claiming to be interested under a deed, will, or other written instrument, may apply to the Court by originating summons (Forms 50 and 51) for the determination of any question of construction arising under the instrument, and for a declaration of the rights of the persons interested.
  3. The Court or Judge may direct such persons to be served with the summons as they or he may think fit.
  4. The application shall be supported by such evidence as the Court or Judge may require.
  5. The Court or Judge shall not be bound to determine any such question of construction if in their or his opinion it ought not to be determined on originating summons. » Στην αίτηση 473/11, Αναφορικά με την Εταιρεία G. Paraskevaides
(1966)Ltd, ημερ.03/03/2015, ο έντιμος Πρόεδρος του Ε.Δ.Λευκωσίας κ.Πογιατζής, αποφάσισε τα πιο κάτω, με τα οποία το παρόν Δικαστήριο συμφωνεί απόλυτα, ευθυγραμμίζεται και αντλεί διαφώτιση και καθοδήγηση: « Δύναται η Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας να χρησιμοποιηθεί ως εναρκτήριο δικονομικό μέσο; Η δική μου απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα, είναι καταφατική. Όπου ένας νόμος ή κανονισμός προβλέπει για κάποιου είδους διαδικασία προς επίτευξη συγκεκριμένου σκοπού και δεν κάνει ρητή πρόνοια για τη διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθηθεί, θεωρώ ότι ορθή πορεία είναι η καταχώριση αίτησης με βάση τη Δ.48 η οποία να αποτελεί εναρκτήρια διαδικασία. Κάτι τέτοιο, πρέπει να πω, γίνεται ήδη στην πράξη και για την εν λόγω διαδικασία έχει επικρατήσει η χρήση του όρου «γενική αίτηση» ακόμη «πρωτογενής αίτηση». Οι δικηγόροι που έχουν να καταχωρίσουν διαδικασία προς συγκεκριμένο στόχο και δεν έχουν ρητή νομοθετική πρόνοια για χρήση συγκεκριμένου δικονομικού μέσου, βρίσκονται σε δίλημμα ως προς τη φύση της διαδικασίας που θα πρέπει να ακολουθήσουν. Ορθά, κατά τη γνώμη μου, πολλές φορές χρησιμοποιούν τον Τύπο της Δ.48 ως εναρκτήρια κλήση. Παραθέτω πιο κάτω τις απόψεις που υποστηρίζουν και την άποψη αυτή, αλλά και την αντίθετη. Παλαιότερα υπήρχε η άποψη ότι η Δ.48 μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μόνο σε ενδιάμεσες αιτήσεις. Στην HjiChambis v. Attorney General of the Republic and others
(1986)1 C.L.R. 386, 390-391, που αφορούσε σε αίτηση Εκλογοδικείου, ο Λοϊζου Δ., αφού αντιπαρέβαλε τον ορισμό του όρου «action» (αγωγή) που περιέχεται στη Δ.1, θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας με αυτόν που απαντάται στο Άρθρο 2 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, 14/60, προχώρησε να αναφέρει ότι αίτηση με βάση τη Δ.48 πρέπει να είναι παρεμπίπτουσα («incidental») του σκοπού για τον οποίο ενυπάρχει ήδη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου. Το εν λόγω απόσπασμα υιοθετήθηκε στην υπόθεση In re Fileleftheros Ltd
(1988)1 C.L.R. 344, 347. Περαιτέρω στην Χαραλαμπίδης ν. (Μελωδία) Χαραλαμπίδου
(1997)1(Β) Α.Α.Δ.724, με αίτηση δυνάμει της Δ.48 επιδιώχθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο η έκδοση διατάγματος για διακοπή της διαδικασίας που είχε αρχίσει στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και είχε διαταχθεί επανεκδίκασή της λόγω διορισμού του ενός δικαστή που αποτελούσε το Πλήρες Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, στο Ανώτατο Δικαστήριο. Λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η Δ.48 διέπει την υποβολή ενδιάμεσων αιτήσεων. Η επίδικη αίτηση συνιστούσε εναρκτήρια πρωτογενή αίτηση, γι΄ αυτό και το Ανώτατο Δικαστήριο διατηρούσε επιφυλάξεις για το παραδεκτό της αίτησης ενόψει του μέσου με το οποίο είχε υποβληθεί. Βλ. επίσης Udruzena Beogradska Banka v. Westacre Investment Inc
(1999)1(A) A.A.Δ. 124, 131-132. Προσωπικά, διατηρώ αντίθετη άποψη και θεωρώ ότι πρόσφατες εξελίξεις και νομολογία υποστηρίζουν ότι η Δ.48 μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εναρκτήριο δικονομικό μέσο. Κατ΄ αρχήν στο ίδιο το λεκτικό της Δ.48 δεν φαίνεται περιορισμός των προνοιών της σε ενδιάμεσες αιτήσεις. Αυτό, παρά το γεγονός ότι γίνεται ρητή αναφορά σε μεγάλο αριθμό ενδιάμεσων αιτήσεων που μπορούν να καταχωριστούν είτε μονομερώς, είτε διά κλήσεως, είτε με ένορκη δήλωση, είτε χωρίς ένορκη δήλωση. Περαιτέρω, στη Δ.63 η οποία τιτλοφορείται « Title of Proceedings, File of Proceedings, and Record of Appeal», γίνεται ρητή αναφορά σε «writ of summons», «originating summons», «application» και «petition», εννοώντας ότι αυτά αποτελούν εναρκτήρια δικονομικά μέσα και γίνεται πρόνοια ως προς τον τίτλο της κάθε διαδικασίας. Η διαδικασία στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd
(1998)1 (Δ) Α.Α.Δ. 1978, αφορούσε σε απομάκρυνση διαιτητή με βάση τον Περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ.
  1. Το Ανώτατο Δικαστήριο θεώρησε ότι η Δ.48 μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εναρκτήριο δικονομικό μέσο εφόσον το ίδιο το Κεφ.4 προνοεί για υποβολή «αίτησης». Λέχθηκαν σχετικά (Πικής, Δ. στη Σελ. 1982), (η υπογράμμιση είναι δική μου): «Εφόσον δεν εκδοθεί Διαδικαστικός Κανονισμός, ρυθμιστικός των διαβημάτων που μπορεί να ληφθούν βάσει του Νόμου, το Άρθρο 30 του Νόμου καθιστά, τηρουμένων των αναλογιών, τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας εφαρμοστέους για την υποβολή και εκδίκαση αιτημάτων, θεμελιωμένων στις πρόνοιές του. Η υποβολή αίτησης, βάσει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, διέπεται από τη Δ.
  2. Η Δ.48 είναι, κατ΄ εξοχήν, προσαρμοσμένη στην υποβολή ενδιάμεσων αιτήσεων. Όπως προκύπτει από τους τύπους, οι οποίοι θεσμοθετούνται (Τύπος 45, Τύπος 46), η αίτηση υποβάλλεται στο πλαίσιο υφιστάμενης δικαιοδοσίας. Παρέχεται, όμως, η δυνατότητα προσαρμογής της σε εναρκτήρια αίτηση.» Υπάρχουν και περιπτώσεις όπου η ίδια η νομολογία φαίνεται να καθορίζει τη Δ.48 ως το εναρκτήριο δικονομικό μέσο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμος, 121 (Ι)/
  3. Το Άρθρο 5, το οποίο για την ακολουθητέα διαδικασία, αναφέρει ότι «η διαδικασία αρχίζει με καταχώριση στο δικαστήριο αίτησης δια κλήσεως που συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών.» Θεωρώ ότι προκύπτει σαφώς από το πιο πάνω λεκτικό ότι η ακολουθητέα διαδικασία θα πρέπει να είναι δυνάμει της Δ.
  4. Βλ. Αναφορικά με την Αίτηση της Gratio Holdings Ltd, Πολιτική ECLI:CY:AD:2014:D304, Αίτηση 32/2014, ημερομηνίας 9.5.2014, Μιχαηλίδου, Δ. Έχουν αναφερθεί πιο πάνω οι επιδράσεις που επήλθαν στο νομικό μας σύστημα και διαδικασία από την ένταξη μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί η διαδικασία που προνοείτο από τον Κανονισμό (Ε.Κ.) 44/2001 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία αναφορικά με την κήρυξη εκτελεστότητας Απόφασης Δικαστηρίου που εκδόθηκε σε ένα κράτος μέλος, στο άλλο κράτος μέλος (Άρθρα 38-52). Ο εν λόγω Κανονισμός προνοούσε για καταχώριση αίτησης η οποία μπορεί να υποβληθεί μονομερώς κατά το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης (Άρθρο 40). Ελλείψει ειδικών δικονομικών κανόνων, ορθά κατά τη γνώμη μου, επικράτησε η χρήση μονομερώς αίτησης στον τύπο της Δ.
  5. Το ίδιο συμβαίνει και όταν επιχειρείται η ακύρωση της κήρυξης εκτελεστότητας. Σε τέτοια περίπτωση καταχωρίζεται αίτηση δια κλήσεως και αναλόγως και ένστασης και πάλι με βάση τις πρόνοιες της Δ.
  6. Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι από τις 10.1.2015, ο Ε.Κ.44/2001 έχει καταργηθεί και αντικατασταθεί από τον Κανονισμό (ΕΕ) 1215/2012, ο οποίος πλέον προνοεί για κήρυξη εκτελεστότητας αυτόματα χωρίς οποιαδήποτε διαδικασία (Άρθρο 39). Οι πιο πάνω πρόνοιες φαίνεται να αναιρούν την άποψη που είχε εκφραστεί στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση την Cyllenius Holding Ltd κ.α.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 136, ότι οι μονομερείς γενικές αιτήσεις είναι άγνωστες στο δικονομικό μας σύστημα. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε ότι η «γενική αίτηση» είναι τρόπος έναρξης διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου και πρέπει να επιδίδεται στον αντίδικο για να έχει την ευκαιρία να ακουσθεί. Πρέπει όμως να τονισθεί ότι η διαδικασία στην υπόθεση αυτή, αφορούσε σε καθορισμό εξωδικαστηριακής δικηγορικής αμοιβής. Κατά συνέπεια η διαδικασία με βάση τον Κανονισμό ΕΚ 44/2001, αποτελούσε ένα ακόμη παράδειγμα όπου η Δ.48 δύναται να χρησιμοποιηθεί ως εναρκτήριο δικονομικό μέσο. » Η διαιτητική απόφαση θα θεωρείται ουσιαστικά απόφαση Δικαστηρίου και θα μπορεί να εκτελεστεί μετά την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, οπότε τότε είναι που θα εφαρμόζεται εν σχέση με αυτήν η Δ.40 Θ.8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Προτού το Δικαστήριο προχωρήσει στην αξιολόγηση της υπό εξέταση αίτησης και ένστασης, θα πρέπει να γίνει αναφορά στο αίτημα από πλευράς του καθ΄ ου η αίτηση 1, όπως διατυπώθηκε μέσα από την αγόρευση του και που αφορούσε παραπομπή για εξέταση της συμβατότητας και γενικά της επάρκειας της χρονικής περιόδου των 21 ημερών που προνοεί η νομοθεσία για άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης. Το αίτημα αυτό, δεν δύναται να γίνει αποδεκτό, διότι αυτό διατυπώθηκε στα πλαίσια των αγορεύσεων στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης και δεν έχει γίνει σχετικό γραπτό αίτημα. Εν πάση όμως περιπτώση, το αίτημα αυτό συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, διότι προηγήθηκαν προηγούμενες ενδιάμεσες διαδικασίες και αποφάσεις και που αφορούσαν πάλι προδικασμό νομικών σημείων και δεν δύναται η κάθε πλευρά να προωθεί ανά πάσα στιγμή αιτήματα τέτοιας φύσεως σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας και μάλιστα σε τόσο προχωρημένο στάδιο. Εν πάση όμως περιπτώση, το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει ποια θα ήταν η σημασία ή η αναγκαιότητα εξέτασης αυτού του σημείου, διότι ο καθ΄ ου η αίτηση 1 δεν έχει προβάλει κάποιο ικανοποιητικό λόγο που να καταδεικνύει ότι η προθεσμία των 21 ημερών ήταν μια περίοδος ασφυκτική για τον ίδιο που τον οδήγησε στην στέρηση του δικαιώματος άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης. Είναι γνωστή η αρχή ότι νομικά σημεία δεν εξετάζονται για θεωρητικούς ή ακαδημαικούς σκοπούς, αλλά η εξέταση τους θα πρέπει να κρίνεται αναγκαία για την επίλυση της διαφορας, πράγμα που δεν υφίσταται στην παρούσα υπόθεση. Το Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω αναφερθέν νομολογιακό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση αίτηση, κρίνει ότι πληρούνται οι προυποθέσεις για την εγγραφή της επίδικης διαιτητικής απόφασης. Συγκεκριμένα, μέσα από το κείμενο της διαιτητικής απόφασης, διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι ο καθ΄ ου η αίτηση 1 έχει ενημερωθεί κατάλληλα και αυτός δεν έχει εμφανιστεί και δεν έχει προσκομιστεί οποιοδήποτε σαφές και λεπτομερές μαρτυρικό υπόβαθρο από πλευράς καθ΄ ου η αίτηση 1 ότι αυτός δεν έχει λάβει γνώση της διαιτητικής διαδικασίας. Η διαιτητική απόφαση έχει επιδοθεί δεόντως στον καθ΄ ου η αίτηση 1, διότι όπως φαίνεται μέσα από τον φάκελλο της διαδικασίας, η διαιτητική απόφαση επιδόθηκε στον καθ΄ ου η αίτηση 1 στις 14/2/2013 δεόντως, δυνάμει της Δ.5 θ.2
(1)(ii) και το ότι η διαιτητική απόφαση επιδόθηκε στο πρόσωπο που αναγράφεται στην ένορκη δήλωση επίδοσης δεν έχει αμφισβητηθεί και που εν πάση περιπτώση δεν έχει προσκομιστεί από πλευράς του καθ΄ ου η αίτηση 1 οποιαδήποτε σαφής και λεπτομερής αντικρουστική μαρτυρία περί τούτου. Έχει παρέλθη άπρακτη η προθεσμία των 21 ημερών για την άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης. Η διαιτητική απόφαση, φέρει εκείνα τα χαρακτηριστικά που πρέπει να φέρει και είναι σαφής και ξεκάθαρη, διότι μέσα από το περιεχόμενο της, είναι σαφές ποιο είναι το αποτέλεσμα της και τι προηγήθηκε αυτού. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι η διαιτητική απόφαση λήφθηκε χωρίς την προβολή οποιασδήποτε αμφισβήτησης από πλευράς του καθ΄ ου η αίτηση 1 και συνεπώς, δεν δύναται ο καθ΄ ου η αίτηση να προβάλει την θέση ότι η απόφαση είναι αναιτιολόγητη, διότι ο διαιτητής είχε ενώπιον του αναντίλεκτα στοιχεία και συνεπώς, δεν είχε οποιαδήποτε αντικρουστική μαρτυρία, έτσι ώστε να χρήζει αξιολόγησης και αιτιολόγησης αμφισβητούμενων θέσεων, γεγονότων και γενικά εκδοχών. Αν και με την πιο πάνω αξιολόγηση ουσιαστικά σφραγίζεται και η τύχη της αίτησης, ήτοι η έγκριση της, εν τούτοις το Δικαστήριο για σκοπούς πληρότητας, θα εξετάσει και θα αξιολογήσει τους προβληθέντες λόγους ένστασης. Το Δικαστήριο κρίνει ότι ο πρώτος λόγος ένστασης είναι νόμω και ουσία αβάσιμος, διότι η αίτηση στηρίζεται στην ορθή νομοθετική βάση, ως φαίνεται και στο κείμενο της αίτησης και που η εν λόγω νομοθετική βάση τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα αίτηση και προσδίδει εξουσία στο Δικαστήριο και το οποίο αντλεί διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω αναφερθέν νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση αίτηση. Ο δεύτερος λόγος της ένστασης είναι νόμω και ουσία αβάσιμος, διότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, αποκαλύπτουν και κάνουν αναφορά σε εκείνα τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν και δικαιολογούν την έγκριση της αίτησης, ως πιο πάνω αναφέρθηκε με την αξιολόγηση του Δικαστηρίου ότι πληρούνται οι προυποθέσεις για την έγκριση της αίτησης. Ο τρίτο λόγος της ένστασης είναι νόμω και ουσία αβάσιμος, διότι ως πιο πάνω αναφέρθηκε κατά την παράθεση του νομοθετικού και νομολογιακού πλαισίου, η καταχώρηση της παρούσας αίτησης με τον τύπο που συντάχθηκε, είναι ορθός. Ο τέταρτος λόγος ένστασης είναι νόμω και ουσία αβάσιμος, διότι όχι μόνο δεν καλύπτεται από τα θέματα που εξετάζει το Δικαστήριο σε αίτηση για εγγραφή διαιτητικής απόφασης με βάση το πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο, αλλά και επειδή ο καθ΄ ου η αίτηση 1 δεν έχει προβάλει την θέση του αυτή ενώπιον του διαιτητή και ούτε έχει ασκήσει το ένδικο μέσο της έφεσης. Ο πέμπτος λόγος ένστασης είναι νόμω αβάσιμος, διότι όπως αναφέρθηκε πιο πάνω κατά την παράθεση του νομοθετικού και νομολογιακού πλαισίου της υπό εξέταση αίτησης, η διαιτητική απόφαση θα θεωρείται ουσιαστικά απόφαση Δικαστηρίου και θα μπορεί να εκτελεστεί μετά την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, οπότε τότε είναι που θα εφαρμόζεται εν σχέση με αυτήν η Δ.40 Θ.8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ο έκτος λόγος ένστασης είναι νόμω και ουσία αβάσιμος και ισχύουν τα ίδια με αυτά που αναφέρθησαν κατά την αξιολόγηση του τέταρτου λόγου ένστασης. Ο έβδομος λόγος ένστασης είναι νόμω και ουσία αβάσιμος, διότι όχι μόνο είναι γενικός, ασαφής και αόριστος που δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να αντιληφθεί ποιο είναι το παράπονο του καθ΄ ου η αίτηση 1, αλλά κυρίως επειδή το Δικαστήριο δεν εξετάζει τέτοιες θέσεις με βάση το πιο πάνω αναφερθέν νομολογιακό πλαίσιο και θα έπρεπε ο καθ΄ ου η αίτηση 1 να προβάλει αυτήν την θέση του ενώπιον του διαιτητή και εάν δεν παρέμενε ικανοποιημένος να ασκήσει το ένδικο μέσο της έφεσης και ουδέν έπραξε ο καθ΄ ου η αίτηση 1. Ο όγδοος λόγος ένστασης είναι νόμω και ουσία αβάσιμος, διότι όπως πιο πάνω αναφέρθηκε, η διαιτητική απόφαση φέρει εκείνα τα χαρακτηριστικά που πρέπει να φέρει με βάση και το νομικό πλαίσιο που έχει γίνει αναφορά ανωτέρω. Ο ένατος λόγος ένστασης είναι νόμω αβάσιμος, διότι όπως πιο πάνω αναφέρθηκε, η διαιτητική απόφαση επιδόθηκε δεόντως. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η αίτηση κρίνεται ως νόμω και ουσία βάσιμη, η ένσταση ως νόμω και ουσία αβάσιμη και συνακόλουθα εκδίδεται Διάταγμα εγγραφής της διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε στις 20/10/2010 εναντίον του καθ΄ ου η αίτηση 1. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εναντίον του καθ΄ ου η αίτηση 1, ως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ....... ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.