← Κύπρος

KAMAGAMES LTD ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ. κ.α., Αρ. Αγωγής 1966/13, 24/2/2016

KAMAGAMES LTD ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ. κ.α., Αρ. Αγωγής 1966/13, 24/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A89 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: A. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1966/13 Μεταξύ: KAMAGAMES LTD, από την Λεμεσό Εναγόντων -και-

  1. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ., από τη Λεμεσό
  2. Άντρης Αντωνιάδου, από τη Λευκωσία
  3. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, από τη Λευκωσία
  4. Κυπριακής Δημοκρατίας, δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας από τη Λευκωσία
  5. Υπουργού Οικονομικών, δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας από τη Λευκωσία
  6. Κεντρικής Ευρωπαϊκής Τράπεζας, από τη Γερμανία Εναγομένων ------------------------------- Αίτηση ημερ. 16.4.2015 για παραμερισμό του διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας του Κλητηρίου Εντάλματος 24 Φεβρουαρίου 2016 Για αιτητή-εναγόμενο 6: κα Χ. Κότσαπα με κα Γιασεμή (κ. Π. Χατζηλοίζου ν' ακούσει απόφαση) Για καθ' ων η αίτηση-ενάγοντες: κ. Δ. Μιχαήλ με κα Παύλου (κα Χ. Παυλίδου ν' ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αίτηση της ημερομηνίας 16.4.2015 η εναγόμενη 6-αιτήτρια ζητεί τα εξής: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή να ακυρώνεται και/ή αναστέλλεται η ισχύς του Διατάγματος ημερομηνίας 06/10/14 που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στην αγωγή αρ. 1966/13 για επίδοση εκτός Δικαιοδοσίας της ειδοποίησης του κλητήριου εντάλματος και/ή του κλητήριου εντάλματος στην αγωγή με αρ. 1966/13 στην εναγομένη αρ. 6 δυνάμει του Ευρωπαϊκού Κανονισμού και του Συμβουλίου Περί Επίδοσης και κοινοποίησης στα κράτη μέλη δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης στη Διεύθυνση της εναγόμενης αρ. 6 Sonnemannstrasse 20, 60314 Frankfurt am Main, Γερμανία. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή να ακυρώνεται η επίδοση της ειδοποίησης του κλητήριου εντάλματος στην αγωγή αρ. 1966/13 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην εναγόμενη
  7. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή να ακυρώνεται και/ή να απορρίπτεται το κλητήριο ένταλμα της αγωγής αρ. 1966/13 και/ή το διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ημερομηνίας 06/10/
  8. Δ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία και/ή Διάταγμα το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις. Ε. Έξοδα.» Η αίτηση βασίζεται επί της Δ.2 θ.θ.1-3, Δ.3, Δ.4 θ.θ.1-9, Δ.9 θ.θ. 1, 4, 5, 7, 10 και 11, Δ.16 θ.θ.1, 7 και 9, Δ.19 θ.26, Δ.25, Δ.27 θ.3, Δ.48 θ.θ. 1 -13 και Δ.54 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, επί των άρθρων 3 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, επί του Νόμου 14/60, επί των άρθρων 268, 340 (παραγρ. 2 και 3), 256 παραγρ. 1 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επί των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και επί της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Ανδρέα Ρήγα, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την εναγόμενη 6, ημερ. 15.4.
  9. Στην ένορκη του δήλωση ο Ρήγας εξηγά γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση ότι δηλαδή η πελάτιδα τους - εναγόμενη 6 είναι όργανο που έχει την έδρα του και διεξάγει τις εργασίες του στο εξωτερικό. Εισηγείται ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή εναντίον της εναγόμενης 6-αιτήτριας, εφόσον αποκλειστική δικαιοδοσία σε διαφορές που αφορούν σε ζημιές που προκαλούνται από την άσκηση των καθηκόντων της εναγόμενης 6 έχει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επίσης ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες δεν αποκάλυψαν ουσιώδη γεγονότα όταν αποτάθηκαν στο Δικαστήριο μονομερώς για την έκδοση διατάγματος επίδοσης του Κλητηρίου στο εξωτερικό, όπως τις πρόνοιες της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι άλλη εισήγηση του ότι δεν στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις της Δ.6 θ.4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών για την εξασφάλιση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας του Κλητηρίου, ούτε και αποκαλύφθηκε εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση εναντίον της εναγόμενης
  10. Είναι ισχυρισμός του ότι η εναγόμενη 6 δεν είναι αναγκαίος διάδικος και δεν ανεγράφη επί του Κλητηρίου Εντάλματος κατά την καταχώριση του η φράση «όχι για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στην εναγόμενη 6 χωρίς τη σχετική άδεια του Δικαστηρίου». Προκύπτει επίσης ότι το Κλητήριο Ένταλμα είχε εκπνεύσει προτού αυτό επιδοθεί στην εναγόμενη
  11. Εισηγείται επίσης ότι ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός 1393/2007 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση, εφόσον δεν αφορά σε επίδοση σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο από ένα κράτος μέλος σε άλλο κράτος μέλος. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των εναγόντων-καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι προβάλλουν τους εξής λόγους ένστασης: «(α) Η Αίτηση είναι αβάσιμη, παράτυπη, αστήρικτη και ελλιπής και/ή λανθασμένη τόσο σε σχέση με τον νόμο και τη νομική βάση της όσο και στην ουσία της. (β) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις και/ή δεν αποκαλύπτονται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (γ) Το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 06.10.2014 είναι ορθό, νόμιμο, πλήρως αιτιολογημένο και συνάδει απόλυτα με τις σχετικές δικονομικές απαιτήσεις και προϋποθέσεις. (δ) Η Εναγομένη 6-αιτήτρια είναι αναγκαία διάδικος στην με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή και συνεπώς επεκτείνεται η δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου σε αυτή. (ε) Η ενάγουσα-αιτήτρια προέβηκε σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων στην αίτηση ημερ. 30.09.2014 για εξασφάλιση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. (ζ) Στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως υπόθεση (prima facie) καλή υπόθεση και/ή καλό αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εναγομένων 1 και
  12. (η) Κατά το χρόνο επίδοσης του κλητήριου εντάλματος στην εναγόμενη 6 το κλητήριο ένταλμα δεν είχε λήξει. (θ) Ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός 1393/2007 τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση. (ι) Τα Κυπριακά Δικαστήρια και δη το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού έχει δικαιοδοσία και/ή κατά τόπον και/ή άλλως πως αρμοδιότητα να ακούσει την παρούσα αγωγή και/ή να επιληφθεί της διαφοράς. (κ) Με τις αιτούμενες θεραπείες η εναγομένη 6 επιδιώκει να λάβει αθέμιτο δικονομικό πλεονέκτημα και/ή να αποφύγει τις εκ του νόμου και/ή άλλως πως υποχρεώσεις της. (λ) Η αίτηση αποτελεί προσπάθεια της εναγομένης 6-αιτήτριας να δικαιολογήσει την έλλειψη ενδιαφέροντος και τις υποχρεώσεις της προς την ενάγουσα-καθ' ης η αίτηση, η ποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων της ενάγουσας-καθ' ης η αίτηση. (μ) Στην Ένορκη Δήλωση του Ενόρκως Δηλούντα δεν αποκαλύπτονται όλα τα γεγονότα και/ή αποκρύπτονται ουσιώδη γεγονότα με τρόπο που καθιστά αυτήν παραπλανητική και/ή ελλιπή. (ν) Υπάρχει πρωτοφανής και/ή υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης αφού καταχωρήθηκε αρκετό χρονικό διάστημα μετά την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης από την εναγομένη 6-αιτήτρια. (ξ) Η εναγομένη 6-αιτήτρια δεν έχει καταδείξει οποιοδήποτε σοβαρό και εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. (ο) Η ενάγουσα-καθ' ης η αίτηση ενήργησε στα πλαίσια της νομιμότητας και πιθανή ακύρωση ή/και παραμερισμός του εκδοθέντος διατάγματος, θα τους προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά αφού θα παρεμποδιστούν από το να ασκήσουν τα δικαιώματα τους έναντι της εναγομένης 6-καθ' ης η αίτηση. (π) Δεν είναι εύλογο και/ή δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.» Η νομική βάση της ένστασης είναι περίπου η ίδια με εκείνη της αίτησης. Συνοδεύεται δε από την ένορκη δήλωση της Κάλιας Ευσταθίου, υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους ενάγοντες, ημερομηνίας 8.12.
  13. Στην ένορκη δήλωση της η Ευσταθίου ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης, παραθέτοντας περισσότερα στοιχεία. Τονίζει το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων που προκύπτει από την ύπαρξη λογαριασμού επ' ονόματι τους στην εναγόμενη 1, καθώς και τον ρόλο της εναγόμενης 6 στη ζημιά που υπέστησαν με το να μη προβεί σε αλλαγή και/ή διακοπή του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης (ELA) στην εναγόμενη 1, αν και είχε την υποχρέωση και το δικαίωμα να το πράξει. Συγκεκριμένα ενώ αρχικά το ποσό που έλαβε η εναγόμενη 1 από τον ELA ήταν €490.000.000,00 τον Φεβρουάριο του 2012, αυτό αυξήθηκε αδικαιολόγητα στα €9.200.000,00, ενώ η εναγόμενη 6 γνώριζε ότι η εναγόμενη 1 δεν ήταν σε θέση να αποπληρώσει το ποσό του δανείου. Η Ευσταθίου είναι της γνώμης ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία εκδίκασης της παρούσας Αγωγής και ότι οι ενάγοντες έχουν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση, γεγονός που εξετάστηκε από το Δικαστήριο όταν επιλαμβάνετο της αίτησης για επίδοση του Κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας. Σ' όσον αφορά τον ισχυρισμό του Ρήγα στην ένορκη δήλωση του ότι το Κλητήριο Ένταλμα είχε ήδη λήξει κατά τον χρόνο επίδοσης του στην εναγόμενη 6, δεν ευσταθεί καθότι το Κλητήριο είχε ανανεωθεί με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 17.11.
  14. Εισηγείται τέλος ότι η αίτηση καταχωρήθηκε καθυστερημένα, εφόσον μεσολάβησε αρκετός χρόνος από τις 16.4.2015 που καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης. Κατά την ακρόαση οι δικηγόροι των διαδίκων προώθησαν τις θέσεις τους με γραπτές αγορεύσεις παραπέμποντας το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία. Ιδιαίτερη αναφορά στις επί μέρους εισηγήσεις τους θα γίνεται στα κατάλληλα σημεία. Θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της αίτησης στη βάση των γεγονότων που αποκαλύπτονται από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση, εφόσον καμιά πλευρά δεν ζήτησε την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Χρήσιμη για την εξέταση της υπό κρίση αίτησης κρίθηκε η αναδρομή στο φάκελο της υπόθεσης όπου διαφαίνονται τα εξής: Η παρούσα Αγωγή καταχωρήθηκε στις 20.5.2013 σε Κλητήριο Ένταλμα Γενικώς Οπισθογραφημένο (O.2 r.1) με την οποία οι ενάγοντες αξιώνουν το ποσό των $3.927.620,61 (ισάξιο σε €3.026.834,166) που απώλεσαν λόγω εξυγίανσης και/ή εκκαθάρισης της εναγομένης 1, πλέον αποζημιώσεις για ζημιές και απώλειες καθώς και τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις. Στις 16.5.2014 εξασφαλίστηκε διάταγμα ανανέωσης του Κλητηρίου για έξη μήνες από την έκδοση του διατάγματος για σκοπούς επίδοσης του στην εναγόμενη 6, που είναι κάτοικος Γερμανίας. Στις 6.10.2014, εκδόθηκε διάταγμα του Δικαστηρίου στην μονομερή αίτηση των εναγόντων ημερομηνίας 30.9.2014, που επέτρεπε την έκδοση και επίδοση της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος και/ή του Κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας στην εναγόμενη 6, μέσω των υπηρεσιών διαβίβασης και παραλαβής του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/2007 και/ή μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης στη διεύθυνση της εναγόμενης στη Γερμανία. Στις 7.11.2014 εγκρίθηκε άλλη αίτηση των εναγόντων για ανανέωση του Κλητηρίου και εκδόθηκε διάταγμα ανανέωσης του για άλλους έξη μήνες από την έκδοση του διατάγματος. Ακολούθησε στις 16.1.2015 η καταχώρηση αίτησης για να επιτραπεί στην εναγόμενη 6 να καταχωρήσει εμφάνιση υπό διαμαρτυρία και εντός οκτώ εβδομάδων να λάβει δικαστικά διαβήματα για απόρριψη και/ή παραμερισμό της Αγωγής και/ή της επίδοσης της στην εναγόμενη 6 και στις 16.2.2015 εκδόθηκε σχετικό διάταγμα. Το σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία από πλευράς εναγόμενης 6 καταχωρήθηκε στις 27.2.2015 και στις 16.4.2015 η υπό κρίση αίτηση. Εξασφαλίστηκε περαιτέρω στις 18.5.2015 νέο διάταγμα ανανέωσης του Κλητηρίου για άλλους τέσσερις μήνες από την έκδοση του διατάγματος. Η Δ.16 θ.9 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών προβλέπει ότι ο Εναγόμενος δικαιούται χωρίς προηγουμένως να έχει εξασφαλίσει διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει να καταχωρίσει εμφάνιση υπό διαμαρτυρία, να υποβάλει αίτηση για τον παραμερισμό της επίδοσης προς αυτόν του Κλητηρίου Εντάλματος. Η νομολογία έχει καθιερώσει και δεύτερο τρόπο για την προώθηση αίτησης παραμερισμού του Κλητηρίου Εντάλματος που είναι η ταυτόχρονη καταχώρηση τέτοιας αίτησης μαζί με την καταχώρηση της υπό αίρεση εμφάνισης (βλ. Γεωργιάδης v. Χάσικου

(1991)1 Α.Α.Δ. 1136 και Παπακόκκινου v. Landroke P/C
(1995)1 A.A.Δ. 1090). Σχετική με το θέμα της καθυστέρησης στη λήψη τέτοιων διαβημάτων και τις συνέπειες που ενέχει είναι η υπόθεση G. J. Magdon Ltd v. A.L. Metal Trading Ltd
(2001)1 (Γ) A.A.Δ. 2064 όπου στη σελίδα 2027 αναφέρθηκαν τα εξής: «Προβλήθηκε ενώπιον μας η εισήγηση πως το Δικαστήριο δεν ερμήνευσε ορθά τη νομολογία. Προτείνει ο δικηγόρος της εφεσείουσας πως ως ο εναγόμενος, εφόσον δεν προέβη σε οποιοδήποτε νέο διάβημα στη διαδικασία, μπορούσε μετά την καταχώριση της υπό αίρεση εμφάνισης να προχωρήσει με την επίδικη αίτηση ακύρωσης του κλητηρίου εντάλματος. Δεν συμφωνούμε με την πιο πάνω εισήγηση, η οποία απολήγει στην ουσία σε απεριόριστο δικαίωμα του εναγομένου να ενεργεί κατά το δοκούν ενώ εκκρεμεί εναντίον του καταχωρισθείσα αγωγή. Αυτό έγινε και στην υπόθεση που εξετάζουμε, όπου η εφεσείουσα επέλεξε να καταχωρίσει την επίμαχη αίτηση 9 μήνες μετά την εκ μέρους της καταχώριση του σημειώματος εμφάνισης. Ο κανονισμός που θέσαμε πιο πάνω, και η νομολογία, αποσκοπούν στην άμεση και κατά προτεραιότητα εξέταση πιθανής ένστασης στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου. Τέτοιο ζήτημα δεν μπορεί να παραμένει στην ελεύθερη επιλογή χρόνου από τον εναγόμενο.» Σημειώνεται ότι η καθυστέρηση που αφορούσε η πιο πάνω υπόθεση ήταν 9 μήνες από την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης. Έχοντας κατά νουν την πιο πάνω νομολογία σε συνάρτηση με τα στοιχεία του φακέλου και ιδιαίτερα ότι στις 27.2.2015 καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους της εναγόμενης 6 υπό διαμαρτυρία και στις 16.4.2015 η υπό κρίση αίτηση, δηλαδή μέσα στην περίοδο των οκτώ εβδομάδων από τη σύνταξη του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 16.2.2015, ως η σχετική πρόνοια στο διάταγμα, και πριν την καταχώρηση Υπεράσπισης, από άποψης χρόνου δεν υπήρξε καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας διαδικασίας. Συνεπώς ο λόγος ένστασης ως προς την καθυστέρηση καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Εκείνο που επιζητείται ουσιαστικά με την υπό κρίση αίτηση, στο οποίο δόθηκε έμφαση στην γραπτή αγόρευση της δικηγόρου της εναγόμενης 6-αιτήτριας, είναι ο παραμερισμός του διατάγματος για επίδοση της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας και ο παραμερισμός της Ειδοποίησης λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδικάσουν την παρούσα διαφορά σε σχέση με την εναγόμενη
  1. Έχω ανατρέξει στις θεραπείες που ζητούνται με το Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, εφόσον δεν έχει ακόμη καταχωρηθεί η Έκθεση Απαίτησης, όπου διαφαίνεται ότι το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων αφορά σε αποζημιώσεις ύψους $3.927.620,61 (ισάξιο σε €3.026.834,16) από ζημιά που υπέστησαν οι ενάγοντες λόγω κατακράτησης και/ή αποστέρησης και/ή ιδιοποίησης του εν λόγω ποσού που ήταν κατατεθειμένο επ' ονόματι των εναγόντων στην εναγόμενη 1 στις 15.3.2013, όταν η τελευταία τέθηκε κάτω από το καθεστώς εξυγίανσης. Εναγόμενοι στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή είναι η Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ (εναγόμενη 1), Άντρη Αντωνιάδου (εναγόμενη 2), Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου (εναγόμενη 3), η Κυπριακή Δημοκρατία, δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (εναγόμενη 4), Υπουργός Οικονομικών, δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (εναγόμενος 5) και Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα (εναγόμενη 6) αντίστοιχα. Όλοι οι εναγόμενοι κατάγονται από την Κύπρο πλην της εναγόμενης 6 που είναι εκ Γερμανίας και είναι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Η αίτηση ημερομηνίας 30.9.2014 στη βάση της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα, η ακύρωση του οποίου επιζητείται με την παρούσα αίτηση, είχε ως νομική βάση και την Δ.6 θ.1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Η Διαταγή αυτή προνοεί για τη δυνατότητα επίδοσης Κλητηρίου Εντάλματος η ειδοποίησης του εκτός δικαιοδοσίας μόνο μετά από άδεια Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο εγκρίνει τέτοιο αίτημα αν η αγωγή εμπίπτει σε μια από τις εννιά κατηγορίες υποθέσεων που αναφέρονται στη Δ.6 θ.1(α) - (θ) και αν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.6 θ.
  2. Μια από τις προϋποθέσεις είναι η ικανοποίηση ότι ο ενάγοντας έχει εκ πρώτης όψεως καλό αγώγιμο δικαίωμα. Στο στάδιο αυτό δεν είναι αναγκαίο για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι η Ενάγουσα θα πετύχει στην Αγωγή της. Είναι αρκετό αν χρησιμοποιώντας αντικειμενικά κριτήρια διαφανεί ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή συζητήσιμη με την έννοια ότι αν δεν αντικρουστεί η Ενάγουσα θα δικαιούται σε απόφαση (βλ. Δημητρίου ν. The Dolphin Insurance Company Ltd κ.α.
(1990)1 ΑΑΔ 351). Μια από τις περιπτώσεις που εφαρμόζεται η Δ.6 θ.1 είναι εκείνη που προνοείται από τη Δ.6 θ.1(θ) που είναι: «Οιονδήποτε πρόσωπο εκτός Κύπρου είναι αναγκαίον να προστεθεί διάδικος σε αγωγή που ηγέρθη εναντίον άλλου προσώπου που του έγινε επίδοση κανονικά στην Κύπρο.» Στην υπόθεση ANS SECRETARIES LTD v. ORIANDA MANAGEMENT FZ LLC, Π.Ε. 362/09 ημερ. 3.7.2014 αποφασίστηκαν τα εξής σε σχέση με την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας του Κλητηρίου, όταν υπάρχουν συνεναγόμενοι που είναι κάτοικοι Κύπρου: «Ούτε αυτό το μέρος του λόγου έφεσης ευσταθεί. Η Δ.2 θ.2 αντιστοιχεί με την O.2 r.4 των παλαιών αγγλικών θεσμών (βλ. The Annual Practice 1955, σελ. 12). Η μόνη διαφορά είναι ότι στην αγγλική διάταξη προβλεπόταν ότι κανένα κλητήριο ή ειδοποίηση που προοριζόταν για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας θα «εκδίδεται» («issued») χωρίς άδεια του δικαστηρίου, ενώ η αντίστοιχη διάταξη των δικών μας Θεσμών προβλέπει ότι κανένα κλητήριο για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας «σφραγίζεται» («sealed») χωρίς άδεια του δικαστηρίου (βλ. Riverside Navigation Co Ltd v. Michael Antony Hambury Co Ltd a.o.
(1988)1 CLR 195). Οι δύο όροι φαίνονται ταυτόσημοι και αποβλέπουν στο δικαστικό έλεγχο της επίδοσης εκτός της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου. Σύμφωνα με το Σύγγραμμα Annual Practice 1955, στη σελίδα 12 και 112, στην Αγγλία, κατά τον χρόνο που ίσχυε η σχετική αγγλική διάταξη, όταν υπήρχε εναγόμενος εντός της δικαιοδοσίας και άλλος εναγόμενος εκτός, σημειωνόταν στο κλητήριο ότι αυτό δεν προοριζόταν για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Στη συνέχεια θα έπρεπε να υποβληθεί αίτηση για έκδοση «παράλληλου κλητηρίου» («concurrent writ») για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Με αφορμή την πιο πάνω πρακτική, φαίνεται από ορισμένες υποθέσεις που έφτασαν στο Εφετείο, να ακολουθήθηκε παρόμοια πρακτική και στην Κύπρο. Στην απουσία συγκεκριμένης δικονομικής διάταξης, αρκετοί δικηγόροι για άρση κάθε νομικού εμποδίου υιοθέτησαν την πρακτική, στις περιπτώσεις που υπήρχαν και εναγόμενοι εκτός Κύπρου, να σημειώνουν στο πάνω μέρος του κλητηρίου εντάλματος που καταχωρούν για επίδοση στους εναγομένους που βρίσκονται εντός Κύπρου, τη φράση «όχι για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στους εναγομένους αρ. .. χωρίς τη σχετική άδεια του δικαστηρίου» (βλ. Larticon Co v. Detergenta Developments Ltd, ανωτέρω και Niki Christophorou Cosmetics Ltd v. Στυλιανού κ.α., ανωτέρω). Όμως και αυτό να μη γίνει, δεν επηρεάζει τη νομιμότητα του εκδοθέντος κλητηρίου εντάλματος, εφόσον σ' αυτό υπάρχουν ημεδαποί εναγόμενοι. Σύμφωνα με τη νομολογία, οι πρόνοιες της Δ.6 θ.1 που αφορούν στην επίδοση εκτός δικαιοδοσίας είναι ουσιαστικότατες. Δεν αποτελούν απλό διαδικαστικό θέμα που αφορά μόνο την επίδοση, αλλά συνδέονται με την ανάληψη δικαιοδοσίας ή καλύτερα με την επέκταση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου ώστε να καλύπτει και εναγομένους που βρίσκονται εκτός Κύπρου, νοουμένου βέβαια ότι τηρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στη Δ.6 θ.
  1. Στην υπόθεση Philippou v. Philippou a.o., ανωτέρω, το Ανώτατο Δικαστήριο εξήγησε τη διασύνδεση της πράξης της επίδοσης με την ανάληψη δικαιοδοσίας. Όπως αναφέρθηκε:- «The Court can exercise jurisdiction only when the writ or summons is served on the defendant within the jurisdiction or by the "assumed" jurisdiction which gave the Courts a discretionary circumscribed power to summon absent defendants whether Cypriots or foreign. The service of the writ or summons was something equivalent thereto. The summons is essential as the foundation of the Court's jurisdiction. When a writ cannot legally be served upon a defendant, the Court can exercise no jurisdiction over him. Jurisdiction, according to the English Law and the system of law obtaining in this country, is based on the act of personal service. It is far otherwise in other systems where service is in no sense a foundation of jurisdiction, but merely a sine qua non before effective action is allowed. Now service being the foundation of jurisdiction, it follows that that service naturally and normally would be service within the jurisdiction. But there is an exception to this normal rule, and that is service out of the jurisdiction. This, however, is not allowed as a right but is granted in the discretion of the Judge as a privilege, and the rule in question here prescribes the limits within which that discretion should be exercised—See Johnson v. Taylor Bras. and Company Ltd., [1920] A. C. 144).» Όπου υπάρχουν και εναγόμενοι εκτός Κύπρου, μόνο μετά από εξασφάλιση άδειας του δικαστηρίου δυνάμει της Δ.6 θ.1, μπορούν να υποβληθούν στη δικαιοδοσία των κυπριακών δικαστηρίων. Μόνο μετά από τέτοια άδεια είναι δυνατή στη συνέχεια η υποκατάστατη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος σε αυτούς (βλ. Φραγκέσκου κ.α. ν. Γρηγορίου, ανωτέρω).» Σύμφωνα με την παραγρ.4 της ένορκης δήλωσης της Ευσταθίου που συνοδεύει την ένσταση «Η εναγόμενη 6-αιτήτρια ενάγεται υπό την ιδιότητα της ως η Ευρωπαϊκή Αρμόδια Αρχή και/ή οργανισμός και/ή άλλως πως, σε σχέση με την νομισματική ένωση και τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης». Στη δε παράγραφο 4(β) αναφέρει ότι «Παρόλο που η εναγόμενη 1 ήταν αναξιόχρεη από πολύ πριν το 2011, κάτι το οποίο γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει η εναγόμενη 6/αιτήτρια, καθώς και το γεγονός ότι δεν είχε επαρκείς και/ή αναγκαίες εξασφαλίσεις και/ή γιατί ήταν αφερέγγυα, εντούτοις, η εναγόμενη 6/αιτήτρια δεν προέβηκε στην αλλαγή και/ή διακοπή του ELA, ανκαι είχε το δικαίωμα και την υποχρέωση να το πράξει». Τα γεγονότα αυτά, σύμφωνα με τη θέση της Ευσταθίου και της εισήγησης του δικηγόρου των εναγόντων-καθ' ων η αίτηση στη γραπτή αγόρευση του, καθιστούν την εναγόμενη 6 ως αναγκαία και ορθή διάδικο στην Αγωγή, εφόσον οι πράξεις της είναι άμεσα συνυφασμένες με τις πράξεις της εναγόμενης 3 επί της οποίας η εναγόμενη 6 ασκεί εποπτικό ρόλο, γεγονός που δίνει δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια. Σ' όσον αφορά τη θέση της Ευσταθίου ότι οι ενάγοντες αξιώνουν επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά την έκδοση Δηλωτικής Απόφασης εναντίον της εναγόμενης 6 για σκοπούς εκτέλεσης της εκδοθησομένης απόφασης, η Γενική Οπισθογράφηση δεν αποκαλύπτει τέτοια θεραπεία. Είναι η κύρια εισήγηση της δικηγόρου της εναγόμενης 6 στη γραπτή της αγόρευση ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια ενόψει των πιο πάνω θέσεων των εναγόντων-καθ' ων η αίτηση κωλύονται να δικάσουν την παρούσα διαφορά σε σχέση με την εναγόμενη
  2. Προτάσσει ότι αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Γενικό Δικαστήριο στη βάση του άρθρου 256 της Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (που στο εξής θα αναφέρεται ως «η Συνθήκη») το οποίο κέκτηται αποκλειστικής δικαιοδοσίας να αποφαίνεται επί προσφυγών με αντικείμενο πράξεις (άρθρο 263 της Συνθήκης) ή παραλείψεις (άρθρο 265 της Συνθήκης) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (εναγόμενης 6) καθώς και αγωγών για αποζημιώσεις εναντίον της (άρθρα 268 και 340 παραγρ.2 και 3 της Συνθήκης). Έχω ανατρέξει στις πρόνοιες της Συνθήκης όπου εντοπίζεται το άρθρο 13 που αναφέρει ότι η εναγόμενη 6 είναι θεσμικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα καθήκοντα και υποχρεώσεις του οποίου διέπονται από τις πρόνοιες της Συνθήκης. Εντοπίζονται επίσης τα εξής άρθρα στην πιο πάνω Συνθήκη, επί των οποίων μάλιστα η πλευρά της αιτήτριας βασίζεται για να καταδείξει ότι η παρούσα διαφορά σε σχέση με την ίδια, εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Γενικού Δικαστηρίου αποκλείοντας τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Το άρθρο 256 προβλέπει τα εξής σε σχέση με τη δικαιοδοσία του Γενικού Δικαστηρίου: «Το Γενικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται σε πρώτο βαθμό επί των προσφυγών που αναφέρονται στα άρθρα 263, 265, 268, 270 και 272, με εξαίρεση αυτές που έχουν ανατεθεί σε ειδικευμένο δικαστήριο που συστήνεται κατ' εφαρμογή του άρθρου 257 και αυτές που ο Οργανισμός επιφυλάσσει στο Δικαστήριο. Ο Οργανισμός μπορεί να προβλέπει ότι το Γενικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο και για άλλες κατηγορίες προσφυγών.» Τα άρθρα 263 και 265 προβλέπουν σ' όσον αφορά τις πράξεις ή παραλείψεις των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης περιλαμβανομένης και της Κεντρικής Ευρωπαϊκής Τράπεζας (εναγόμενης 6) τα εξής: «
  3. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ελέγχει τη νομιμότητα των νομοθετικών πράξεων, πράξεων του Συμβουλίου, της Επιτροπής, και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, εκτός των συστάσεων και γνωμών, και των πράξεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που παράγουν νομικά αποτελέσματα έναντι τρίτων. Ελέγχει επίσης τη νομιμότητα των πράξεων των λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης που προορίζονται να παράγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων.» «
  4. Αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το Συμβούλιο, η Επιτροπή, ή η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, κατά παράβαση των Συνθηκών, παραλείπουν να αποφασίσουν, τα κράτη μέλη και τα άλλα θεσμικά όργανα της Ένωσης δύνανται να ασκούν προσφυγή στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να ζητούν τη διαπίστωση της παράβασης αυτής. Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, στα λοιπά όργανα και στους οργανισμούς της Ένωσης που παραλείπουν να αποφασίσουν.» Οι πιο πάνω πρόνοιες της Συνθήκης καθιστούν σαφές ότι οι πράξεις ή παραλείψεις των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περιλαμβανομένης και της εναγομένης 6, ελέγχονται από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης το οποίο και έχει τη σχετική αποκλειστική δικαιοδοσία. Τα άρθρα 268 και 340 προβλέπουν επίσης τα εξής σε σχέση με αξιώσεις για αποζημιώσεις εναντίον της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας: «
  5. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αρμόδιο επί των διαφορών αποζημιώσεως που προβλέπονται στο άρθρο 340, δεύτερο και τρίτο εδάφιο.» «
  6. Η συμβατική ευθύνη της Ένωσης διέπεται από το δίκαιο που εφαρμόζεται στη σχετική σύμβαση. Στο πεδίο της εξωσυμβατικής ευθύνης, η Ένωση υποχρεούται, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του δικαίου που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών, να αποκαθιστά τη ζημία που προξενούν τα θεσμικά όργανα ή οι υπάλληλοί της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Κατά παρέκκλιση από το δεύτερο εδάφιο, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα υποχρεούται να αποκαθιστά, σύμφωνα με τις γενικές αρχές δικαίου που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών, τις ζημιές που προξενεί η ίδια ή οι υπάλληλοί της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.» Στην υπόθεση C-103/11P Επιτροπή κατά Systran SA και Systran Luxembourg SA του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ημερομηνίας 18.4.2013 αναφέρονται τα εξής στην παράγραφο 60 σε σχέση με την εξωσυμβατική ευθύνη των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης: «Αντιθέτως, οι διαφορές που αφορούν την εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των κοινοτικών δικαστηρίων. Πράγματι, δυνάμει του άρθρου 235 ΕΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 225, παράγραφος 1, ΕΚ, το Δικαστήριο και το Γενικό Δικαστήριο είναι αρμόδια επί των σχετικών με αγωγές αποζημιώσεις διαφορών στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, διάταξη που έχει ακριβώς ως αντικείμενο την προαναφερθείσα εξωσυμβατική ευθύνη. Η αρμοδιότητα αυτή ανήκει αποκλειστικώς στα κοινοτικά δικαστήρια (βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 13ης Μαρτίου 1992, C-282/90, Vreugdenhil κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ.1-1937, σκέψη 14, και της 26ης Νοεμβρίου 2002, C-275/00, First και Franex, Συλλογή 2002, σ.1-10943, σκέψη 43 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και την προαναφερθείσα απόφαση Hanssens-Ensch, σκέψη 17), που οφείλουν να ελέγχουν ότι συντρέχουν σωρευτικώς οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες στοιχειοθετείται η εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας, ήτοι ότι η συμπεριφορά που προσάπτεται στα θεσμικά όργανα υπήρξε παράνομη, ότι προκλήθηκε πράγματι ζημία και ότι υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της προβαλλόμενης ζημίας (βλ. απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2006, C-243/05 P. Agraz κ.λ.π. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ.1-10833, σκέψη 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).» Η παράγραφος 3 του άρθρου 4 της Συνθήκης επιβάλλει στα κράτη-μέλη την υποχρέωση στα πλαίσια της καλόπιστης συνεργασίας μεταξύ τους τη λήψη μέτρων προκειμένου να διασφαλίσουν την ισχύ και την αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επιβάλλει επίσης την υποχρέωση μεταξύ των κρατών-μελών σεβασμού και αμοιβαίας συνεργασίας μεταξύ τους. Όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χαρακτηριστικά γνωρίσματα του Δικαίου της Ένωσης είναι η προέλευση του από αυτόνομη πηγή δικαίου την οποία αποτελούν οι Συνθήκες και η υπεροχή του έναντι του Δικαίου των κρατών-μελών (βλ. την υπόθεση 11/70 International Handelsgesellschaft κατά Einfuhr-Und Vorrratsstelle Fur Gertreide and Futtrmitted, ημερ. 17.12.70). Ως εκ της υπεροχής των προνοιών των Συνθηκών έναντι των δικών μας θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το γεγονός ότι στη παρούσα διαφορά φέρεται να ενέχεται και η εναγόμενη 6 μαζί με τους υπόλοιπους εναγόμενους εκ Κύπρου, δεν την καθιστά αναγκαίο διάδικο σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.6 θ.1(θ) και συνακόλουθα να προσδίδεται δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια σ' όσον αφορά την εναγόμενη
  7. Συνεπώς η θέση του δικηγόρου των καθ' ων η αίτηση στη γραπτή αγόρευση του ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα κατέστη «αναγκαία διάδικος» εξ ου και προχώρησε με την επίδοση της Ειδοποίησης του Κλητηρίου στην εναγόμενη 6 εκτός δικαιοδοσίας, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Ενόψει των πιο πάνω είναι προφανές ότι στην περίπτωση που η εναγόμενη 6 παραβεί τις υποχρεώσεις και καθήκοντα της στη βάση των προνοιών της Συνθήκης, είναι θέματα που επιλαμβάνεται το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όχι το Εθνικό Δικαστήριο των κρατών-μελών. Ως εκ τούτου το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 6.10.2014 με το οποίο δόθηκε άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας της Ειδοποίησης του Κλητηρίου στην εναγόμενη 6 καθώς και η επίδοση του στην βάση αυτού θα πρέπει να ακυρωθούν. Με την παρούσα αίτηση επιζητείται επίσης ο παραμερισμός και/ή ακύρωση του Κλητηρίου Εντάλματος στη βάση της Δ.27 θ.3 που περιλαμβάνεται επίσης στη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης. Η διαταγή αυτή προνοεί τα εξής: «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleading to be frivolous or vexatious or judgment to be entered accordingly as may be just» Από το κείμενο της πιο πάνω Διαταγής προκύπτει ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία, υπό κάποιες προϋποθέσεις, να αναστείλει ή να απορρίψει αγωγή ή να εκδώσει οποιαδήποτε απόφαση την οποία θεωρεί δίκαιη. Βασική προϋπόθεση για μια τέτοια απόφαση του Δικαστηρίου είναι να μην αποκαλύπτεται μέσα από το δικόγραφο εύλογη αιτία αγωγής ή απάντησης ή το δικόγραφο να είναι επιπόλαιο, κακόβουλο ή ενοχλητικό (frivolous or vexatious). Σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν τη διαγραφή δικογράφου δυνάμει της Δ.27 Θ.3 η διαγραφή δικογράφου συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. Το δικόγραφο κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενο του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτό (βλ. Drummond - Jackson v. British Medical Association and others
(1970)1 All E.R. 1094, In Re Pelmako Development Ltd v. In Re The Companies Law, Cap 113
(1991)1 A.A.Δ. 246, Cyprus Group Ltd v. Χαραλαμπίδη κ.α.
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1852, 1860 και Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2007)1 (Α) Α.Α.Δ. 21). Εφόσον το δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία αγωγής ή υπεράσπισης ή εγείρει κάποιο ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασιστεί από το Δικαστήριο, το απλό γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη και δεν ενδέχεται να πετύχει, δεν αποτελεί λόγο για τη διαγραφή του (βλ. Annual Practice 1953, σελ. 575 και Moore v. Lawson, 31 T.L.R. 418, C.A.). Σύμφωνα με το σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob´s Precedents of Pleadings (12η έκδοση) στη σελίδα 144, σε τέτοια αίτηση το ερώτημα που τίθεται δεν θα πρέπει να είναι κατά πόσο αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής αλλά αν αποκαλύπτεται μια εύλογη βάση αγωγής. Αν αποκαλύπτεται κάποια αιτία αγωγής ή κάποιο ερώτημα, είτε αυτό αφορά σε γεγονότα είτε στο νόμο το οποίο πρέπει να απαντηθεί από το Δικαστήριο, το γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη ή χωρίς πιθανότητες επιτυχίας, δεν είναι λόγος για διαγραφή της αγωγής. Στην υπόθεση Λοίζος Λουκά και Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1316 τονίστηκε ότι απόρριψη αγωγής θα πρέπει να διατάσσεται μόνο στις περιπτώσεις όπου το δικόγραφο του ενάγοντα δεν περιέχει, έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία αγωγής και όπου η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί μετά από τροποποιήσεις που μπορεί νόμιμα το Δικαστήριο να επιτρέψει. Είναι γι' αυτό το λόγο που διαφαίνεται μια σταθερή τάση φειδωλής χρήσης της εξουσίας αυτής ενώ η αγωγή βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα. Στην παρούσα περίπτωση δεν έχει ακόμη καταχωρηθεί η Έκθεση Απαίτησης ώστε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα επί των οποίων να προκύπτει το αγώγιμο δικαίωμα των καθ' ων η αίτηση. Η παράλειψη αυτή αποστερεί από το Δικαστήριο την ευκαιρία να έχει ενώπιον του όλα τα νομικά και πραγματικά δεδομένα στην βάση των οποίων να αποφασίσει κατά πόσο δικαιολογείται η απόρριψη της Αγωγής εναντίον της εναγόμενης 6 στη βάση της Δ.27 θ.
  1. Σ' όσον αφορά την εισήγηση της δικηγόρου της αιτήτριας ότι το Κλητήριο είχε ήδη λήξει όταν επιδόθηκε στην αιτήτρια, δεν ευσταθεί, εφόσον εντοπίζονται στο φάκελο της υπόθεσης τα διατάγματα του Δικαστηρίου ανανέωσης του Κλητηρίου μέχρι τις 18.9.
  2. Σε σχέση δε με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης αυτοί κρίνονται γενικοί και αόριστοι, χωρίς να τεθεί οτιδήποτε ικανό για στοιχειοθέτηση τους από πλευράς καθ' ων η αίτηση. Κατά συνέπεια η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί σε βάρος των καθ' ων η αίτηση. Η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται διάταγμα παραμερισμού του διατάγματος ημερομηνίας 6.10.2014 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, καθώς και της επίδοσης της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος στην εναγόμενη 6-αιτήτρια. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της εναγόμενης 6-αιτήτριας και εναντίον των εναγόντων-καθ' ων η αίτηση όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) .............. Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για παραμερισμό του διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας του Κλητηρίου Εντάλματος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.