← Κύπρος

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ κ.α. ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΗ, Αρ. αγωγής: 5880/2012, 5/2/2016

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ κ.α. ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΗ, Αρ. αγωγής: 5880/2012, 5/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A56 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 5880/2012 ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ Ενάγοντες εναντίον ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΗ Εναγόμενος ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:5/2/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντα - αιτητή: κος Παναγιώτης Παναγιώτου Για τον εναγόμενο - καθ΄ ου η αίτηση: κος Λευτέρης Ελευθερίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με ενδιάμεση αίτηση τους, οι ενάγοντες αιτούνται την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης τους, με την οποία ζητούν την αύξηση της κλίμακας σε κλίμακα που εμπίπτει στην δικαιοδοσία Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή, ως επίσης αιτούνται την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης, η οποία αιτούμενη τροποποίηση, περιλαμβάνει την διόρθωση του αριθμού εγγραφής του επίδικου ακινήτου, την αναγραφή της αξίας του επίδικου ακινήτου, την περιγραφή του ανθοπωλείου ιδοκτησίας του εναγομένου, λεπτομέρειες της επίδικης σύμβασης ενοικίασης ως αυτή έχει τροποποιηθεί, του τρόπου καταβολής του ενοικίου και του ύψους αυτού, του τρόπου τερματισμού αυτής και των συνθηκών τερματισμού της επίδικης συμφωνίας, διαγραφής παραγράφων και αναρρίθμησης κάποιων, ως επίσης περιλαμβάνει και αναμόρφωση του παρακλητικού της έκθεσης απαίτησης, το οποίο περιλαμβάνει λεπτομερέστερο αιτούμενο Διάταγμα ανάκτησης κατοχής, ως επίσης και λεπτομερής καταγραφή αιτούμενων ποσών για συγκεκριμένες περιόδους, λόγω μη πληρωμής ενοικίων και ως αποζημιώσεων. Νομικό έρεισμα της αίτησης, αποτέλεσε η Δ.25 θ.1-5, Δ.48 θ.1-3 και 9, οι γενικές αρχές του Νόμου, οι κανόνες της Επιείκιας, της πρακτικής και της σύμφυτης εξουσίας των Δικαστηρίων. Μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του ενάγοντα 2, ο οποίος αρχικά αναφέρει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος όπως προβεί στην ένορκη δήλωση του. Ακολούθως, προβαίνει σε μια αναδρομή της πορείας της παρούσας διαδικασίας, η οποία περιελάμβανε δύο αιτήσεις τροποποίησης και η υπό εξέταση αίτηση είναι η τρίτη στην σειρά. Ως κύριο λόγο για την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης, ανέφερε ότι αποχώρησε από το δικηγορικό γραφείο η δικηγόρος που χειριζόταν την υπόθεση στις 31/3/2015 και στα πλαίσια ετοιμασίας για την ακροαματική διαδικασία στις 30/9/2015 με άλλο δικηγόρο του γραφείου, διαπιστώθηκε η απουσία των ουσιωδών εκείνων γεγονότων, τα οποία πρέπει να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου με σαφήνεια για να προσδιοριστούν τα επίδικα θέματα, ενώ σε περίπτωση που παραμείνει η έκθεση απαίτησης ως έχει, θα είναι αδύνατο να υποβληθούν σχετικές ερωτήσεις και να αποφασισθούν επίδικα θέματα, ενώ με την τροποποίηση η πλευρά του εναγόμενου θα αποζημιωθεί με έξοδα και θα μπορεί να έχει ενώπιον του μια ξεκάθαρη εικόνα και έχοντας υπ΄ όψη ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ξεκινήσει ακόμα. Εξέφρασε επίσης την άποψη ότι με την τροποποίηση αποφεύγεται η πολλαπλότητα, θα υπάρχει διασαφήνιση των επιδίκων θεμάτων και ότι δεν υπάρχει αμέλεια ή καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Η αίτηση αντίκρυσε την ένσταση του εναγομένου, με νομικό έρεισμα την Δ.48 θ.1-4, 7 και 9, Δ.20 θ.1, Δ.25 θ.1-5, Δ.26, η εγγενής εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Προβλήθηκαν συνολικά 10 λόγοι ένστασεις, οι οποίοι άπτονται στην μη βασιμότητα της αίτησης με βάση το νομικό πλαίσιο και τα γεγονότα της υπό εξέτασης υπόθεσης, στο ότι αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας διότι η υπό εξέταση αίτηση είναι η τρίτη κατά σειρά αίτηση τροποποίησης, στο ότι τα γεγονότα τα οποία προτίθενται να εισάξουν οι ενάγοντες ήταν γνωστά σε αυτούς και θα μπορούσαν να τα συμπεριλάβουν σε προηγούμενο στάδιο, στο ότι η αλλαγή δικηγόρου δεν δικαιολογεί την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, στο ότι εισάγεται νέα βάση αγωγής και θέματα προκαλώντας αναστοιχειοθέτηση των επιδίκων θεμάτων με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν δυσμενείς και ανεπανόρθωτες συνέπειες και επιπτώσεις στον εναγόμενο, στο ότι υπάρχει κακοπιστία και κακοβουλία που αποσκοπεί στον εκτροχιασμό της υπόθεσης και σε σύγχυση, στην ύπαρξη κατάχρησης της διαδικασίας εν΄ όψει της διάρρευσης του χρονικού διαστήματος από την τελευταία τροποποίηση και στο ότι οι παραλείψεις και αβλεψίες των εναγόντων και των δικηγόρων δεν αποτελούν βάσιμο λόγο για να δικαιολογηθεί η αίτηση τροποποίησης. Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης, αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του εναγόμενου, ο οποίος επανέλαβε τους λόγους ένστασης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Δ.25, Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (ως ισχύει για την παρούσα αγωγή, εν΄ όψει του χρόνου καταχώρησης της, καθ΄ ότι σε μεταγενέστερο στάδιο έχει τροποποιηθεί) προνοεί: «Το Δικαστήριο, ή ο Δικαστής, μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε διάδικο να αλλάξει ή να τροποποιήσει το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ή τα δικόγραφα του με τέτοιο τρόπο και κάτω από τέτοιους όρους που θα κρίνει δίκαιο, και όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα γίνονται οι οποίες θα είναι αναγκαίες για το σκοπό της διαλεύκανσης των πραγματικών θεμάτων, για τα οποία οι διάδικοι έχουν διαφορές». Οι αρχές της νομολογίας συνοψίζονται ως ακολούθως: Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation

(1989)1Ε 33 σελ. 36-37, Clive Preece κ.α. ν. Νάσου Θεοφίλου Ρωσσίδου,
(2011)1Γ ΑΑΔ 2138 και Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη και Συνεταίροι, Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2009, ημερομηνίας 4/5/2012). Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation πιο πάνω). Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation πιο πάνω και Περικτιόνη Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 σελ 707). Η καθυστέρηση είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manufacturing v. A & G Leventis Co.
(1993)1 ΑΑΔ 726 σελ 730, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις 137/2013 και 138/2013, 20/3/2014). Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης (βλ. SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P. Agents
(1994)1 AΑΔ 426 στη σελ 432, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω) Αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. (βλ. Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 ΑΑΔ 607, United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 AΑΔ 501, Ikos Cif Ltd v
  1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου (βλ. Ikos Cif Ltd v
  2. Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του Αιτητή είναι εμφανής (βλ. Περικτιόνη Χρίστου ν. Αζά πιο πάνω). Η σύγχρονη τάση (πριν την τροποποίηση βεβαίως της διαταγής 25 και 30, καθ΄ ότι με την τροποποίηση των εν λόγω διατάξεων, το όλο πνεύμα έχει αλλάξει άρδην) είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, ακόμα και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 στη σελ 939 και Evripidou v. Kannaourou
(1985)1 CLR 21 στην σελ. 27). Ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (βλ. Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο (βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560). Το ότι με την τροποποίηση επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν σημαίνει αφ' εαυτού ότι η τροποποίηση δεν μπορεί να επιτραπεί (βλ. SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P. Agents πιο πάνω, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Όπου τα γεγονότα που ο αιτητής προτίθεται να εισαγάγει με την αίτησή του είναι γνωστά στον καθ' ου η αίτηση τότε το πλαίσιο της δίκης δεν μεταβάλλεται και ούτε επιφέρονται ζημιογόνες συνέπειες στα δικαιώματά του (βλ. BAUER SPEZIALTIENFBAU GMBH και άλλος ν. DIVNOGORSK SHIPPING CO LTD
(2002)1Α ΑΑΔ 618 σελ. 625) ή όπου θα συγκεκριμενοποιηθούν υφιστάμενοι ισχυρισμοί που θα θέσουν τα δικόγραφα σε τάξη Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 ΑΑΔ 44 ή όπου θα εισαχθούν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες υφιστάμενου ισχυρισμού (βλ. Alexandrou Rent a Car v. Δήμητρας Α. Νεάρχου
(1992)1 ΑΑΔ 111). Περαιτέρω και ειδικότερα το Δικαστήριο παραπέμπει και σε σχετικά πρόσφατη νομολογία όπου εν μέρει έχει αναφερθεί και πιο πάνω και πιο συγκεκριμένα: Στην υπόθεση KAYAT TRADING LIMITED - v - GENZYME CORPORATION Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012 , 4 Μαρτίου, 2013 αποφασίσθηκαν τα πιο κάτω: << Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece: ΄΄ Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Επίσης, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου: "Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.">> Στην υπόθεση D. J. KARAPATAKIS & SONS LTD - v - ΔΗΜΟΥ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 135/2011 ημερομηνίας 13/6/2013, αποφασίσθηκαν τα πιο κάτω: << Σειρά αποφάσεων διαμόρφωσε τις αρχές που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων κάτω από τη Δ.25 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η τροποποίηση ή μη δικογράφου, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται με πρωταρχικό μέλημα, το συμφέρον της δικαιοσύνης. Οι παράγοντες που επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης είναι πολλοί, όπως πολλοί είναι και οι παράγοντες που θα μπορούσαν να επιδράσουν στον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το βέβαιο είναι ότι δεν μπορούν να καθοριστούν εξαντλητικά. Στην Παπαχρυσοστόμου ν. Κ. Γρηγοριάδης & Συνέταιροι, κ.α., Π.Ε. 79/09, ημερ. 4/5/12, αναφέρονται τ' ακόλουθα: «Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω αναφερθέν νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση αίτηση, κρίνει ότι η υπό εξέταση αίτηση πληρεί τις προυποθέσεις για την έγκριση της. Βεβαίως, ως προς το αίτημα για αύξηση της κλίμακας, αυτό δεν δύναται να αποτελέσει αντικείμενο της υπό εξέταση αίτησης, διότι η οποιαδήποτε αύξηση κλίμακας, δύναται να γίνει με την σχετική ειδοποίηση και την επικόλληση των ανάλογων χαρτοσήμων. Η αιτούμενη τροποποίηση που αφορά τον αριθμό εγγραφής του επίδικου ακινήτου, προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι πρόκειται και περί απλού τυπογραφικού λάθους και είναι ορθό και δίκαιο όπως τροποποιηθεί και αναγραφεί ο ορθός αριθμός. Η αιτούμενη τροποποίηση που αφορά την αξία της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας, αποτελεί συμμόρφωση με την ρητή απαίτηση της Δ.2 Θ.10, ήτοι θα πρέπει να δικογραφείται η αξία αυτής της περιουσίας της οποίας επιδιώκεται η ανάκτηση της κατοχής της και συνεπώς είναι δικαιολογημένη η εν λόγω τροποποίηση. Η αξία της εν λόγω ιδιοκτησίας, ουδόλως μεταβάλλει την κλίμακα της παρούσας αγωγής και δεν επηρεάζει την δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου, εν΄ όψει και της ρητής πρόνοιας του άρθρου 22
(3)(β) του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και ο νομοθέτης, εν τη σοφία του, έθεσε αυτήν την Διάταξη, διότι θα οδηγούσε ίσως στο παράδοξο αποτέλεσμα, οι πλείστες αγωγές να εκδικάζοντας από Ανώτερο Επαρχιακό Δικαστή ή Πρόεδρο Επαρχιακού Δικαστηρίου, λόγω ακριβώς του γεγονότος ότι οι ακίνητες ιδιοκτησίες, στις πλείστες των περιπτώσεων, θα είχαν αξία μεγαλύτερη από το όριο εκδικάσεως υποθέσεων από Επαρχιακούς Δικαστές. Ως προς την τροποποίηση που αφορά την περιγραφή του φυτωρίου του εναγομένου, δεν διαπιστώνεται οτιδήποτε το μεμπτό, από την στιγμή που δίνεται μια λεπτομέρεια ως προς την τοποθεσία του φυτωρίου του εναγομένου. Ως προς τις αιτούμενες τροποποιήσεις που αφορούν λεπτομέρειες της επίδικης συμφωνίας, το τρόπο καταβολής του ενοικίου, το ύψος αυτού, την τροποποιήση της συμφωνίας, τον τρόπο τερματισμού αυτής και των συνθηκών του τερματισμού της, αυτά αναμφίβολα ήταν εις γνώση των εναγόντων ευθύς εξ΄ αρχής, εν΄ όψει και του χρόνου στον οποίο αναφέρονται, αλλά και στο ότι θα μπορούσαν να εισάξουν αυτούς τους ισχυρισμούς σε προηγούμενη αίτηση τροποποίησης. Από την άλλη όμως, δεν διαπιστώνεται εισαγωγή οποιασδήποτε νέας βάσης αγωγής, αλλά αυτό που διαπιστώνεται σφαιρικά και αντιπαραβάλλοντας την υπάρχουσα έκθεση τροποποίησης με την τροποποίηση που επιχειρήται, είναι σε γενικές γραμμές μια πιο λεπτομερής καταγραφή των θέσεων των εναγόντων, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζεται και η διαφορετικότητα σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως π.χ. η διαγραφή ορισμένων παραγράφων, ως επίσης και η τροποποίηση κάποιων όρων της επίδικης συμφωνίας και που εν πάση περιπτώσει, ο κεντρικός άξονας του αγώγιμου δικαιώματος παραμένει αναλλοίωτος και που αφορά την ανάκτηση της κατοχής του επίδικου ακινήτου μετά και την ανεπιτυχή έκκληση των εναγόντων προς τον εναγόμενο όπως τους παραδώσει την κατοχή του επίδικου ακινήτου. Το γεγονός ότι η παρούσα αίτηση είναι η τρίτη στην σειρά, η δε τελευταία έλαβε χώρα δύο χρόνια προηγουμένως και το ότι επιχειρήται η εν λόγω τροποποίηση λόγω και της αποχώρησης της δικηγόρου που χειριζόταν την υπόθεση από το δικηγορικό γραφείο των εναγόντων, σίγουρα είναι ένα στοιχείο το οποίο προβλημάτισε ιδιαίτερα το Δικαστήριο, πλην όμως, λόγω του ότι διαφαίνεται ότι δεν μεταβάλλεται ουσιωδώς ο κεντρικός άξονας και η αιτία της αγωγής και γενικά τα επίδικα θέματα ως αναφέρθηκε ανωτέρω, το ότι έστω και την υστάτη και με καθυστέρηση και μετά από προσεκτική μελέτη των εναγόντων με τον δικηγόρο τους εντόπισαν κατά την προετοιμασία της ακρόασης τα ουσιώδη εκείνα γεγονότα τα οποία θεωρούν οι ίδιοι αναγκαία και χωρίς το Δικαστήριο να έχει εντοπίσει οποιαδήποτε κακοβουλία, κακοπιστία ή κατάχρηση, αλλά και λόγω του ότι ο εναγόμενος θα έχει την ευκαιρία να απαντήσει στην τροποποίηση, αλλά και να αποζημιωθεί με την ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα και εν΄ όψει του ότι η ακροαματική διαδικασία δεν άρχισε ακόμα, ασκεί την διακριτική του ευχέρεια το Δικαστήριο και εγκρίνει την αίτηση. Ως προς τις αιτούμενες θεραπείες που αφορούν την περιγραφή του αιτούμενου Διατάγματος, το Δικαστήριο δεν εντοπίζει οτιδήποτε το επιλήψιμο, παρά μόνο μια πιο λεπτομερή αιτούμενη θεραπεία η οποία δεν διαφέρει ουσιωδώς από την ήδη αιτούμενη θεραπεία με την υπάρχουσα έκθεση απαίτησης. Ως προς τις αιτούμενες θεραπείες που αφορούν την καταβολή ενοικίων και αποζημιώσεων, το Δικαστήριο δεν εντοπίζει οτιδήποτε το επιλήψιμο και κρίνει ότι οι εν λόγω αιτούμενες θεραπείες είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την αιτία αγωγής, ήτοι την καταβολή ενοικίου ή ακόμα και αποζημιώσεων, μέχρι ανακτήσεως της κατοχής της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας και συνεπώς δεν μεταβάλλεται η όλη δομή της αγωγής. Με βάση λοιπόν και την πιο πάνω αξιολόγηση της αίτησης και της συνακόλουθης έγκρισης της, ταυτόχρονα συμπαρασύρουν και τους λόγους ένστασης οι οποίοι είναι έκθετοι προς απόρριψη και απορρίπτονται ως αβάσιμοι, ως προκύπτει από την πιο πάνω αξιολόγηση. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η αίτηση είναι βάσιμη, η ένσταση αβάσιμη και συνακόλουθα εκδίδεται Διάταγμα ως η αίτηση, το Διάταγμα να πληρωθεί αυθημερόν, τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από την σύνταξη του Διατάγματος, τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης να καταχωρηθεί εντός περαιτέρω 14 ημερών από την παράδοση της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης και τροποιημένη απάντηση στην τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από την παράδοση της τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης. Τα έξοδα της αίτησης και τα έξοδα που θα προκύψουν από την τροποποίηση, επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου και εναντίον των εναγόντων, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. Η παρούσα αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 31/3/2015. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.