← Κύπρος

ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΑΡΑΣΑΜΑΝΗΣ ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής 1746/13, 17/2/2016

ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΑΡΑΣΑΜΑΝΗΣ ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής 1746/13, 17/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A74 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1746/13 Μεταξύ: ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΑΡΑΣΑΜΑΝΗΣ Ενάγοντα και CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED

  1. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
  2. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
  3. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ Εναγομένων ----------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 3.11.15 για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 17 Φεβρουαρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα-Αιτητή: κα Ασσιώτου για ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛΑΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη 1-Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Β. Αντωνίου για ΤΟΡΝΑΡΙΤΗΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη 2-Καθ' ης η αίτηση: κα Οικονόμου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη 3-Καθ' ης η αίτηση: κα Ραφτοπούλου για ΑΛΕΚΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο 4-Καθ' ου η αίτηση: κα Τσιντίδου για Γενικό Εισαγγελέα Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγοντας στην αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, αξιώνει από τους εναγόμενους «προσωπικώς και/ή αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως και/ή άλλως πως», επιστροφή του ποσού των €430.000.- πλέον τόκους, που κατέβαλε για την αγορά αξιογράφων από την εναγόμενη 1 καθώς και αποζημιώσεις για τη ζημιά που υπέστη ως ιδιοκτήτης και/ή κάτοχος των εν λόγω αξιογράφων. Αξιώνει επίσης την έκδοση διατάγματος με το οποίο να ακυρώνονται «τα αξιόγραφα και/ή ομόλογα και/ή δάνεια και/ή καταθετικά προϊόντα» καθώς επίσης και διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται η μετατροπή όλων ή μέρους των αξιογράφων και/ή άλλως πως εγγράφων, σε μετοχές. Σύμφωνα με ό,τι προβάλλεται στην Έκθεση Απαίτησης, ο ενάγοντας ο οποίος ήταν πελάτης της εναγόμενης 1 (εταιρεία περιορισμένης ευθύνης που ασχολείτο με τραπεζικές και/ή χρηματοπιστωτικές και/ή άλλες συναφείς εργασίες) για πολλά χρόνια, έχοντας αναπτύξει άριστες σχέσεις και σχέσεις εμπιστοσύνης με τους υπαλλήλους στο υποκατάστημα στο οποίο διατηρούσε λογαριασμούς και/ή καταθέσεις, κατά ή περί τον Ιούλιο του 2011, προέβηκε σε αγορά €430.000.- αξιογράφων αξίας ενός ευρώ έκαστο, χρησιμοποιώντας χρήματα που είχε δεσμευμένα προς όφελος λογαριασμού ορίου της εταιρείας του, New Way Trading Ltd η οποία ασχολείται με τις εισαγωγές και πωλήσεις ρούχων. Είναι η θέση του πως η εναγόμενη 1 δια των υπαλλήλων και/ή υπηρετών και/ή αντιπροσώπων της, τον ξεγέλασαν και/ή τον καταδολίευσαν και/ή τον παραπλάνησαν με ψευδείς ή παραπλανητικές δηλώσεις και/ή τον εξανάγκασαν να πράξει τούτο. Ο ενάγοντας προβάλλει λεπτομέρειες των ενεργειών στις οποίες προέβησαν τα εν λόγω πρόσωπα (του παρουσίασαν ότι επρόκειτο για ένα νέο ελκυστικό και/ή αναβαθμισμένο καταθετικό σχέδιο διάρκειας πέντε

(5)χρόνων το οποίο έφερε επιτόκιο 7%, ότι επρόκειτο για μια ασφαλή και ιδανική κατάθεση καθώς το κεφάλαιο και/ή η τοκοφορία ήταν απόλυτα εξασφαλισμένα και ότι το ποσό που θα χρησιμοποιούσε για την αγορά των αξιογράφων θα μπορούσε να ενεχυριαστεί για αύξηση του ορίου του λογαριασμού της εταιρείας του). Πράγματι η εναγόμενη 1, μετά την αγορά των αξιογράφων, προέβη σε αύξηση του ορίου του λογαριασμού της εταιρείας του ενάγοντα σε €650.000.- αντί του αρχικού ποσού των €430.000.-. Κατά ή περί την 18.1.2013, η εναγόμενη 1 προέβη σε μετατροπή των αξιογράφων του ενάγοντα σε μετοχές αξίας €0.10 η κάθε μία. Ο ενάγοντας διατείνεται πως η εναγόμενη 1 του παρείχε επενδυτική υπηρεσία, κατά παράβαση των σχετικών νόμων και κανονισμών και τον κατέστησε εν αγνοία του επενδυτή. Η εναγόμενη 2 (εταιρεία ασχολούμενη επίσης με τραπεζικές ή χρηματοπιστωτικές εργασίες) ενάγεται ως το νομικό πρόσωπο στον οποίο μεταβιβάστηκαν περιουσιακά στοιχεία, τίτλοι ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις της εναγόμενης 1, δυνάμει διατάγματος του διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ημερομηνίας 29.3.2013 (Ο περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd, Κ.Δ.Π. 104/13), το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του
  1. Η εναγόμενη 3 ενάγεται ως το νομικό πρόσωπο οι αρμοδιότητες του οποίου περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την εποπτεία των τραπεζών, την διασφάλιση της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος, την εποπτεία της παροχής επενδυτικών υπηρεσιών από τραπεζικά ιδρύματα. Ο εναγόμενος 4 ενάγεται «υπό την ιδιότητα του ως ο νομικός σύμβουλος του κράτους». Στους υπαλλήλους και/ή αξιωματούχους και/ή όργανα του κράτους αποδίδεται αμέλεια και/ή παράλειψη και/ή πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων τους. Ο ενάγοντας καταλογίζει στους εναγομένους 3 και 4 ευθύνη, καθότι διατείνεται πως οι πράξεις και οι παραλείψεις της εναγομένης 1 έγιναν κάτω από την πλημμελή εποπτεία και έλεγχο και αμέλεια των εναγομένων 3 και 4 κατά την άσκηση της εποπτείας και άλλων νομίμων καθηκόντων τους. Mε την υπό κρίση Αίτηση ο ενάγοντας-αιτητής αιτείται την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Επιδιώκονται διαγραφές ισχυρισμών, αντικαταστάσεις και προσθήκες νέων ισχυρισμών. Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 θ.2, 4, 5, 7, 10 και 11, Δ.12, Δ.39, Δ.25 θ.1-5, Δ.48 θ.2-4 και 9, Δ.63 θ.2, στην πρακτική και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της Λώριας Χατζηξενοφώντος, δικηγόρου στο γραφείο Κώστας Μελάς & Συνεργάτες, δικηγόρων του ενάγοντα. Όπως αναφέρει η ομνύουσα, κατόπιν λεπτομερούς μελέτης της υπόθεσης, το καλοκαίρι (προφανώς του 2015) για σκοπούς προετοιμασίας της ακρόασης και αξιολόγησης των γεγονότων καθώς και των νομικών ζητημάτων και ιδιαιτεροτήτων της, κρίθηκε αναγκαίο να τροποποιηθεί η Έκθεση Απαίτησης ώστε να συμπεριληφθεί σ' αυτήν το πλήρες φάσμα των πραγματικών γεγονότων, ισχυρισμών και αξιώσεων. Οι προσθήκες που επιδιώκονται, προσθέτει, είναι απόλυτα σχετικές με τα επίδικα θέματα, το πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης αλλά «και τα λεπτά, πρωτότυπα και πρωτόγνωρα νομικά ζητήματα που καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει και να κρίνει». Στην ουσία, αναφέρει, πρόκειται για την ευθύνη που έχει η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, αλλά και το κράτος απέναντι στον ενάγοντα τόσο για τα γεγονότα που προηγήθηκαν της πώλησης των αξιογράφων στην προκειμένη περίπτωση, αλλά και αυτά που διαδραματίστηκαν από τον Μάρτιο του 2013 και μετά. Επιδιώκεται, συνεχίζει, να δικογραφηθούν αναλυτικά όλες οι ενέργειες και παραλείψεις της εναγομένης 1 ώστε να καταστεί δυνατόν να προσκομιστεί σχετική μαρτυρία κατά το στάδιο της ακρόασης. Είναι η θέση της πως με αυτό τον τρόπο, θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα σχετικά γεγονότα και ο ενάγοντας θα μπορέσει να προωθήσει την υπόθεση του. Τέλος αναφέρει πως η Αίτηση γίνεται καλόπιστα, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και δεν θα επιφέρει αδικία ή θα προκαλέσει ζημιά στους εναγόμενους που να μην μπορεί να αποκατασταθεί με έξοδα. Αντίθετα, καταλήγει, εάν δεν εγκριθούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις, θα πληγούν σε μεγάλο βαθμό τα συμφέροντα του ενάγοντα ο οποίος δεν θα μπορέσει να προωθήσει πλήρως τις θέσεις και τις αξιώσεις του για τις ζημιές που υπέστηκε. Το υπό κρίση αίτημα συνάντησε την ένσταση των εναγομένων 1, 3 και
  2. Μόνο η εναγόμενη 2 συγκατατέθηκε. Η εναγόμενη 3 καταχώρησε Ένσταση προβάλλοντας δώδεκα
(12)συνολικά λόγους. Προβάλλει πως με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιχειρείται η εισαγωγή αγώγιμων δικαιωμάτων εναντίον της για αστικά αδικήματα που παραγράφηκαν αφού αφορούν κατ' ισχυρισμόν πράξεις και/ή παραλείψεις της που έλαβαν χώραν από το
  1. Ότι επιχειρείται η δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος εναντίον της. Ότι όσον αφορά την ίδια, η βάση της αγωγής στην υφιστάμενη Έκθεση Απαίτησης, είναι ουσιωδώς διαφορετική από τη βάση της απαίτησης που επιχειρείται να εισαχθεί. Ότι μέρος των τροποποιήσεων αφορούν κατ' ισχυρισμόν πράξεις ή παραλείψεις της Αρχής Εξυγίανσης η οποία δεν είναι διάδικος στην αγωγή. Ότι με αυτές (τις τροποποιήσεις) δεν προσδιορίζεται η ουσία της διαφοράς αλλά αντίθετα δημιουργείται πολλαπλότητα νομικών ζητημάτων και μεταβάλλεται εξ' ολοκλήρου ο χαρακτήρας της αγωγής εναντίον της. Ότι το σύνολο των γεγονότων και όλο το απαραίτητο υλικό το οποίο σκοπείται να εισαχθεί ήταν σε γνώση του ενάγοντα-αιτητή πριν την καταχώρηση της αγωγής. Τέλος προβάλλει πως η υπό κρίση Αίτηση καταχωρείται με μεγάλη καθυστέρηση και τούτο έχει καταλυτική επίδραση στα δικαιώματα της, λόγω εκτροχιασμού της δικαστικής διαδικασίας και πως τυχόν έγκριση της Αίτησης θα προκαλέσει στην ίδια αδικία. Την Ένσταση στηρίζει Ένορκη Δήλωση της ΄Ελενας Σκίτσας, δικηγόρου στο γραφείο Αλέκος Ευαγγέλου & Σία Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόρων της εναγομένης
  2. Η ομνύουσα αναπτύσσει νομική επιχειρηματολογία επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τους λόγους ένστασης. Προς επίρρωση της θέσης πως το σύνολο των γεγονότων που επιθυμεί να προσθέσει στην Έκθεση Απαίτησης του ο ενάγοντας ήταν σε γνώση του πριν την καταχώρηση της αγωγής, επισυνάπτει αριθμό Εκθέσεων Απαιτήσεως σε αντίστοιχες αγωγές, στις οποίες εγείρονται πανομοιότυποι, κατά την ίδια, ισχυρισμοί με αυτούς που σκοπούνται να εισαχθούν εν προκειμένω. Ο εναγόμενος 4, επίσης καταχώρησε Ένσταση προβάλλοντας έντεκα
(11)συνολικά λόγους οι οποίοι στην πλειοψηφία τους είναι οι ίδιοι με τους λόγους Ένστασης της εναγόμενης
  1. Διατείνεται πως ο ενάγοντας επιδιώκει να δημιουργήσει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του, πως σε σχέση με τον ίδιο δεν υπάρχει συνάφεια μεταξύ της βάσης της αγωγής στην υφιστάμενη Έκθεση Απαίτησης με αυτή που επιχειρείται να εισαχθεί με την αιτούμενη τροποποίηση, πως τα αστικά αδικήματα που του καταλογίζονται έχουν παραγραφεί αφού αφορούν κατ' ισχυρισμόν πράξεις ή παραλείψεις που έλαβαν χώραν από το
  2. Προβάλλει επίσης πως ο ενάγοντας επιδιώκει να ανασκευάσει τα γεγονότα και να αλλάξει τους δικούς του ισχυρισμούς που περιέχονται στην υφιστάμενη Έκθεση Απαίτησης και να εκτροχιάσει την πορεία της υπόθεσης όπως έχει μέχρι σήμερα προσδιοριστεί. Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση της Δέσποινας Κουρουσίδου, δικηγόρου στο γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα, η οποία αναφέρεται στο ιστορικό της υπόθεσης από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι και την ημερομηνία καταχώρησης της υπό κρίση Αίτησης. Υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους Ένστασης και τέλος υποστηρίζει πως δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του ενάγοντα και ότι η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Τόσο η Ένσταση της εναγόμενης 3, όσο και η Ένσταση του εναγομένου 4, στηρίζονται στην ίδια με την Αίτηση νομική βάση, καθώς επίσης στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, στον Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο 66
(1)/2012, όπως τροποποιήθηκε, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και στη σχετική επί του θέματος νομολογία. Η Ένσταση της εναγόμενης 3 στηρίζεται περαιτέρω στον περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο 66
(1)/97, όπως τροποποιήθηκε και στον περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμο 138
(1)/2002, όπως επίσης τροποποιήθηκε. Η εναγόμενη 1 δεν καταχώρησε Ένσταση. Οι δικηγόροι της δήλωσαν ότι καλύπτονται από τις Ενστάσεις που καταχώρησαν οι εναγόμενοι 3 και 4. Η εναγόμενη 2 δεν φέρει Ένσταση στις αιτούμενες τροποποιήσεις. Οι αρχές που διέπουν τα της τροποποίησης δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου με τη δέουσα σαφήνεια. (SABA & CO (T.M.P.) ν. T.M.P. Agents
(1994)1 ΑΑΔ 426, Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.ά. ν. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 ΑΑΔ 726). Κλασσική απόφαση που δείχνει την λεγόμενη τάση φιλελευθεροποίησης των τροποποιήσεων δικογράφων είναι η απόφαση στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934. Όπως χαρακτηριστικά είχε λεχθεί εκεί, αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Διευκρινίζοντας ή περιορίζοντας τη γενικότητα με την οποία είχε αποδοθεί η πιο πάνω αρχή, το Ανώτατο Δικαστήριο παρατήρησε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου (ανωτέρω) πως όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Ότι γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Για παράδειγμα, σε εκείνη την υπόθεση κρίθηκε πως ορθά απορρίφθηκε αίτημα τροποποίησης που υποβλήθηκε κατά την ημερομηνία ακρόασης, εφόσον κατά τη δικάσιμο που είχε οριστεί το 1988 είχε υποβληθεί αίτημα για αναβολή έτσι ώστε να γίνει διάβημα τροποποίησης, η υπόθεση ανεβλήθη παρά την ένσταση της άλλης πλευράς, με οδηγίες να υποβληθεί αίτηση τροποποίησης εντός δύο μηνών, αλλά αίτηση δεν υποβλήθηκε ούτε απασχόλησε ξανά το θέμα παρά μόνο όταν κατά το 1990 η υπόθεση επαναορίστηκε ξανά για ακρόαση. Η θεμελιακή αρχή την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας σ΄ αυτού του είδους τις αιτήσεις, τέθηκε με σαφήνεια στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ
  1. Στην υπόθεση αυτή καταχωρήθηκε αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ούτως ώστε να συνάδει η Έκθεση Απαίτησης με την προσκομισθείσα μαρτυρία. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση τόνισε ότι εν πρώτοις δεν είναι νομικά επιλήψιμη η επιδίωξη τροποποίησης για να συνάδει η προσαχθείσα μαρτυρία με το δικόγραφο του διαδίκου. Στη σελίδα 707 της απόφαση αναφέρονται χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις, είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.» Στην υπόθεση Geto Tracing Import - Export Ltd v. Το Πλοίο M/V Vladimir Vaslyayev, Αγ. Ναυτοδικείου αρ. 56/93, ημερ. 30.9.1993, λέχθηκε πως: «Ο κυρίαρχος λόγος που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του τις πραγματικής επίδικες διαφορές.» Ειδικότερα για το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης θα παραθέσω όσα εύστοχα είχαν λεχθεί στην απόφαση στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. (ανωτέρω). «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντα ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.» Για το ίδιο θέμα της καθυστέρησης, σημαντική είναι και η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. N. Σιακόλα, Πολ. Έφεση 10341, ημερ. 19/1/
  2. Το Εφετείο επιβεβαίωσε ότι η μακρά εκκρεμότητα μιας αγωγής δεν μπορεί να επενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα στην έγκριση αιτήματος τροποποίησης δικογράφου, αλλά αποτελεί παράγοντα ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη για ταχύτερη προώθηση της διαδικασίας. Ότι, δε, η έννοια της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος προϋποθέτει βέβαια τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και για να συνιστά κώλυμα θα πρέπει να μην είναι καλόπιστη. Αναφορικά με το θέμα της παροχής εξήγησης για την καθυστέρηση που διαπιστώνεται στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, και με αυτό ασχολήθηκε το Εφετείο στην υπόθεση (SABA & CO (T.M.P.) v. T.M.P. Agents (ανωτέρω). Όπως λέχθηκε, η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης, ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Μια καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Από τα ανωτέρω προκύπτει πως ο παράγοντας «καθυστέρηση» εξετάζεται σε συνάρτηση με τους ουσιαστικότερους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και βασικά σαν συνισταμένη τυχόν επηρεασμού των δικαιωμάτων του καθ΄ ου η αίτηση. Τούτων λεχθέντων επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Βασικός λόγος ένστασης των εναγομένων 3 και 4, είναι πως με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιχειρείται η εισαγωγή εναντίον τους αγώγιμων δικαιωμάτων για αστικά αδικήματα που έχουν παραγραφεί αφού αφορούν «ισχυριζόμενες πράξεις και/ή παραλείψεις που έλαβαν χώρα από το 2006». Σχετικές είναι οι προτεινόμενες παραγράφοι 20Α, 20Β, 20Γ και 20Δ, καθώς και η αιτούμενη θεραπεία Θ1, στο Παρακλητικό της αξίωσης. Με την προτεινόμενη παράγραφο 20Α, επιχειρείται να εισαχθεί ο ισχυρισμός πως η εναγόμενη 3 επέδειξε βαριά αμέλεια κατά την εποπτεία της εναγόμενης 1 και έτσι συνήργησε με αυτή, την ανέχθηκε, την ενθάρρυνε άμεσα ή έμμεσα, την κάλυψε και την συγκάλυψε ώστε η εναγόμενη 1 να προβεί στις ενέργειες που περιγράφονται στα προτεινόμενα σημεία της παραγράφου
  3. Επιχειρείται επίσης να εισαχθεί ο ισχυρισμός ότι οι εν λόγω ενέργειες της εναγόμενης 1 ήταν το αποτέλεσμα κακής άσκησης εξουσίας σε δημόσια θέση (public misfeasance) των αρμοδίων αρχών και/ή οργάνων και/ή υπαλλήλων της Δημοκρατίας η οποία εκπροσωπείται από τον εναγόμενο
  4. Στις προαναφερόμενες προτεινόμενες παραγράφους, παρατίθενται λεπτομέρειες των πράξεων και παραλείψεων που αποδίδονται στους εναγόμενους 3 και
  5. Για κάποιες από αυτές που αφορούν την εναγόμενη 3, προσδιορίζεται ως χρόνος διάπραξης «κατά ή περί το 2006», για άλλες «κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του 2011» και για άλλες «τα τέλη του 2011». Όπως έχει επιχειρηματολογήσει η κα Ραφτοπούλου εκ μέρους της εναγόμενης 3, όλες οι αναφορές σε αστικά αδικήματα που κατ' ισχυρισμό διέπραξε η εναγόμενη 3 πριν την 1.7.2012, δεν μπορούν να προστεθούν στο δικόγραφο του ενάγοντα, καθότι αυτά έχουν παραγραφεί. Επικαλέστηκε τις πρόνοιες του άρθρου 68 του Κεφ. 148 (Ο περί Αστικών Αδικημάτων Νόμος) και των άρθρων 24(ε), 28 και 29 του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου Αρ. 66(Ι)/2012, όπως τροποποιήθηκε, για να εισηγηθεί πως για πράξεις και παραλείψεις που συνιστούν αστικά αδικήματα τα οποία επεσυνέβησαν πριν την έναρξη του Νόμου 66(Ι)/2012, δηλαδή πριν την 1.7.2012, ισχύ έχει το άρθρο 68 του Κεφ. 148, σύμφωνα με το οποίο αγωγή για αστικό αδίκημα πρέπει να καταχωρείται εντός τριών
(3)ετών αμέσως μετά την πράξη ή παράλειψη για την οποία ηγέρθη η αγωγή. Όσον αφορά τον λόγο ένστασης, πως με την αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκεται η «δημιουργία» αγώγιμου δικαιώματος εναντίον της εναγομένης 3, η κα Ραφτοπούλου επικαλέστηκε την απόφαση στις υποθέσεις IKOS CIF LTD v. MARTIN COWARD κ.ά., Π.Ε. 137-138/2013, ημερ. 20.3.2014 για να υποστηρίξει πως «η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν μπορεί να ασκηθεί υπέρ του αιτητή σε αίτηση τροποποίησης όταν με αυτήν επιδιώκεται η δημιουργία βάσης αγωγής εναντίον των εναγομένων». Ανάλογη ήταν και η επιχειρηματολογία της κας Τσιντίδου εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα. Εισηγήθηκε πως η αγωγή δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγομένου 4 (το θέμα ηγέρθη με προδικαστική Ένσταση και στην Έκθεση Υπεράσπισης του), οπότε η αιτούμενη τροποποίηση, τόνισε, στοχεύει στη «δημιουργία» αγώγιμου δικαιώματος εναντίον του, που μόνο με νέα αγωγή μπορεί να προωθηθεί. Παρέπεμψε επίσης το Δικαστήριο στην υπόθεση IKOS CIF LTD v. MARTIN COWARD κ.ά. (ανωτέρω). Στον αντίποδα, η κα Ασσιώτου εκ μέρους του ενάγοντα, εισηγήθηκε στη δική της αγόρευση πως δεν είναι οι συγκεκριμένες πράξεις και παραλείψεις των εναγομένων 3 και 4 που συνθέτουν την βάση της αγωγής, αλλά η ζημιά που απορρέει από αυτές τις πράξεις και παραλείψεις και ότι η περίπτωση ξεκάθαρα εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 68(γ) του Κεφ.
  1. Τα επίδικα θέματα, τόνισε, στρέφονται γύρω από την πώληση των αξιογράφων και την ζημιά που υπέστη ο ενάγοντας, η οποία είναι συνεχής και δεν προέκυψε μόνο όταν η εναγόμενη 1 σταμάτησε την καταβολή τόκων επί των αξιογράφων, αλλά συνεχίστηκε και μετά τα γεγονότα του Μαρτίου του 2013 με την κατάρρευση της εναγόμενης
  2. Ο ενάγοντας, κατέληξε, υπέστη ζημιά που προέκυψε από την αγορά των αξιογράφων αλλά και περαιτέρω βλάβη μετά την μεταβίβαση των εργασιών της εναγόμενης 1 στην εναγόμενη
  3. Το άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 προνοεί ότι: «Καμιά αγωγή δεν εγείρεται για αστικό αδίκημα, εκτός αν αυτή εγερθεί - (α) εντός τριών ετών αμέσως μετά την πράξη ή παράλειψη για την οποία εγέρθηκε η αγωγή, ή (β) αν το αστικό αδίκημα προκαλεί νέα ζημιά κατά εξακολούθηση από μέρα σε μέρα, εντός τριών ετών από την κατάπαυση αυτής, ή (γ) αν η βάση της αγωγής δεν προκύπτει από την τέλεση οποιασδήποτε πράξης ή παράλειψης για τέλεση πράξης αλλά από τη ζημιά που απορρέει από την πράξη αυτή ή παράλειψη εντός των τριών αμέσως επόμενων ετών μετά που ο ενάγοντας υπέστη τη ζημιά, ή (δ) αν το αστικό αδίκημα δόλια αποκρύφτηκε από τον εναγόμενο, εντός τριών ετών από την ανακάλυψή του από τον ενάγοντα, ή από το χρόνο που θα ανακαλύπτετο από αυτό αν κατέβαλλε εύλογη φροντίδα και επιμέλεια.» Σύμφωνα με τους περί της Παραγραφής Αγωγίμων Δικαιωμάτων Νόμους του 2012 έως 2014, άρθρο 29
(1)και Παράρτημα, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Νόμου, δηλαδή την 1.7.2012, καταργείται το άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 αλλά μόνο σε σχέση με πράξη ή παράλειψη που επεσυνέβη κατά ή μετά την έναρξη ισχύος του Νόμου. Έχω διαβάσει με ιδιαίτερη προσοχή τόσο την υφιστάμενη Έκθεση Απαίτησης όσο και τις προτεινόμενες τροποποιήσεις. Η θέση των συνηγόρων του ενάγοντα με βρίσκει σύμφωνη. Τα επίδικα θέματα όπως προσδιορίζονται από την Έκθεση Απαίτησης, έχουν ως πυρήνα την ζημιά που ο ενάγοντας υπέστη ως κάτοχος αξιογράφων. Η τέλεση της γενεσιουργού πράξεως συνεπεία της οποίας προκλήθηκε η ζημιά, τοποθετείται χρονικά τον Μάρτιο του 2013 με την έκδοση των αναφερόμενων στην Έκθεση Απαίτησης, διαταγμάτων του διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας. Με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις επιχειρείται να εισαχθούν ισχυρισμοί σε σχέση με το πλέγμα των ενεργειών των εναγομένων 3 και 4 που επεσυνέβησαν, κατ' ισχυρισμόν πάντα, σε χρόνους προγενέστερους και είχαν ως αποτέλεσμα τα καταλυτικά, όπως τα χαρακτηρίζει ο ενάγοντας, αποτελέσματα του Μαρτίου του
  1. Αυτό, κατά την κρίση μου, δεν μεταβάλλει τον ιστό της υπόθεσης του ενάγοντα και την βασική αιτία της αγωγής του. Δεν έχω διαπιστώσει να υπάρχει αλλαγή πλεύσης εκ μέρους του όσον αφορά την γραμμή που εξ' αρχής ακολούθησε σε σχέση με την υπόθεση του. Εξάλλου σκοπός είναι η διακρίβωση των πραγματικών ζητημάτων για τα οποία υπάρχει διαφωνία μεταξύ των μερών. Κυρίαρχο στοιχείο, όπως νομολογιακά έχει λεχθεί, είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Ούτε και οι θέσεις των εναγομένων 3 και 4 πως με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιχειρείται η δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος εναντίον τους, με βρίσκει σύμφωνη. Στους υπαλλήλους ή αξιωματούχους του κράτους αποδίδεται αμέλεια και πλημμελής άσκηση των καθηκόντων τους κατά την άσκηση της εποπτείας της εναγομένης
  2. Με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις επιδιώκεται η διεύρυνση των εν λόγω ισχυρισμών σε σχέση με τα επίδικα θέματα που ήδη βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα της υπόθεσης IKOS CIF LTD (ανωτέρω) την οποία επικαλέστηκαν οι συνήγοροι των εναγομένων 3 και 4 διαφοροποιούνται από τα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης. Στην υπόθεση IKOS επιχειρήθηκε η δημιουργία βάσης αγωγής εναντίον εναγομένων οι οποίοι προστέθηκαν στον τίτλο της αγωγής, χωρίς όμως να υφίσταται οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους στην αρχική Έκθεση Απαίτησης. Οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί της ενάγουσας στην Έκθεση Απαίτησης, αφορούσαν μόνο συγκεκριμένο εναγόμενο και δεν συνιστούσαν βάση απαίτησης εναντίον των υπολοίπων εναγομένων οι οποίοι προστέθηκαν αργότερα. Έχοντας τούτο ως πραγματικό υπόβαθρο, το Δικαστήριο απεφάσισε πως «υπό αυτές τις συνθήκες, τυχόν ικανοποίηση του αιτήματος τροποποίησης θα είχε ως αποτέλεσμα τη διαφοροποίηση της αγωγής, κατά τρόπο που θα μετέβαλλε εξ' ολοκλήρου το χαρακτήρα της». Εν προκειμένω στην υφιστάμενη Έκθεση Απαίτησης αποκαλύπτεται βάση αγωγής τόσο εναντίον της εναγομένης 3 όσο και εναντίον του εναγομένου
  3. Το επόμενο θέμα που θα εξετάσω είναι κατά πόσον ο ενάγοντας- αιτητής καθυστέρησε αδικαιολόγητα να υποβάλει το αίτημα του. Νομολογιακά έχει λεχθεί πως όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί τον διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους. Σε σχέση με τον παράγοντα αυτό, δίδονται σαφείς και επαρκείς εξηγήσεις στην υποστηρίζουσα την Αίτηση Ένορκη Δήλωση, για την χρονική στιγμή που κατέστη, σύμφωνα με την πλευρά του ενάγοντα, αναγκαία η τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Εξάλλου η υπόθεση δεν έχει αχθεί ακόμη σε ακρόαση και δεν βρίσκω ότι θα προκληθεί καθυστέρηση στην εκδίκαση της εάν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση. Ούτε θα δημιουργηθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί χρηματικά. Ούτε έχω πεισθεί από την υπάρχουσα ενώπιον μου μαρτυρία ότι ο ενάγοντας ενεργεί με κακή πίστη ή ότι θα δημιουργηθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί χρηματικά εάν εγκριθεί το αίτημα του. Η θέση των εναγομένων πως όλο το υλικό ήταν σε γνώση του ενάγοντα πριν την καταχώρηση της αγωγής και γι' αυτό δεν πρέπει να επιτραπεί η τροποποίηση, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Η ενέργεια του ενάγοντα να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση, μπορεί να υποδηλοί αβλεψία, λάθος ή ακόμη και αμέλεια εκ μέρους του όχι όμως κακοπιστία. Κρίνω ότι θα πρέπει να δοθεί στην πλευρά του ενάγοντα το δικαίωμα να προβάλει τις θέσεις του ούτως ώστε να δοθεί στο Δικαστήριο η ευκαιρία να απονείμει δικαιοσύνη υπό το φως πληρέστερων στοιχείων. Συνοψίζοντας τα πιο πάνω και συνεκτιμώντας όλα τα στοιχεία της υπόθεσης βρίσκω ότι έχουν τεθεί οι προϋποθέσεις και ότι θα πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου εξουσία υπέρ της παραχώρησης διατάγματος τροποποίησης. Διά ταύτα επιτρέπεται η τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης ως η Αίτηση. Η τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 20 ημερών από την σύνταξη του Διατάγματος. Έκθεση Υπεράσπισης εκ μέρους των εναγομένων να καταχωρηθεί εντός των επόμενων 20 ημερών από της καταχώρησης της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης. Να ακολουθηθούν οι θεσμοί για τα περαιτέρω. Τα έξοδα της Αίτησης, καθώς επίσης και εκείνα που θα προκύψουν συνεπεία της τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον του ενάγοντα. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα να καταβληθούν μετά το πέρας της δίκης. (Υπ.) .................................................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΚ, ΜΡ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Αίτηση τροποποίησης έκθεσης απαίτησης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.