← Κύπρος

MAGOT INCORPORATION LIMITED ν. VEBECA HOLDINGS LIMITED κ.α., Γενική Αίτηση αρ.: 8/15, 8/2/2016

MAGOT INCORPORATION LIMITED ν. VEBECA HOLDINGS LIMITED κ.α., Γενική Αίτηση αρ.: 8/15, 8/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A61 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Γενική Αίτηση αρ.: 8/15 Αίτηση ημερ.: 23/7/15 Αναφορικά με τον περί της Σύμβασης περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικό) Νόμο του 1979 (Ν. 84/79) Και Αναφορικά με τον περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987 (Ν.101/87) Και Αναφορικά με τον περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο του 2000 (Ν. 121(Ι)/00) Και Αναφορικά με την διαιτησία στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Λονδίνου (London Court of International Arbitration) και την Διαιτητική Απόφαση του ημερομηνίας 23/05/2014, όπως αυτή τροποποιήθηκε και διορθώθηκε με περαιτέρω απόφαση ημερομηνίας 23/06/2015, στην Υπόθεση Διαιτησίας με Αρ. 122213 αναφορικά με την διαφορά μεταξύ των: MAGOT INCORPORATION LIMITED, εκ Λεμεσού Και

(1)VEBECA HOLDINGS LIMITED, εκ Λεμεσού
(2)NABI KAYUMOVICH SHADIEV, εκ Ουζμπεκιστάν -------------------------------------------------- 8/2/2016 Για τον Αιτητή: κ. Ν. Κυπραίος για Λ. Παπαφιλίππου & Σία ΔΕΠΕ Για τους Καθ' ων η Αίτηση: δρ. Π. Κούρτελλος για D. Katsis LLC (για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Π. Παυλίδης) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Αιτητές, με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση τους, ζητούν διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της απόφασης που εκδόθηκε από το Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Λονδίνου (London Court of International Arbitration) στην Υπόθεση Διαιτησίας με Αρ. 122213, ημερομηνίας 23/05/2014, όπως αυτή τροποποιήθηκε και διορθώθηκε με περαιτέρω απόφαση και/ή μνημόνιο ημερομηνίας 23/06/2015 («η Διαιτητική Απόφαση»), υπέρ του NABI KAYUMOVICH SHADIEV και εναντίον της MAGOT INCORPORATION LIMITED για το ποσό των US$ 561.065,86 (πεντακόσιες εξήντα μία χιλιάδες εξηνταπέντε δολλάρια Η.Π.Α. και ογδόντα έξι σεντ). Οι Καθ' ων η Αίτηση εναντιώθηκαν στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Με την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης, την οποία καταχώρησαν, προβάλλουν σειρά λόγων, στους οποίους στηρίζουν την ένσταση τους. Η ειδοποίηση τους υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Αντώνη Βαφέα, δικηγόρου και ενός εκ των διευθυντών των Καθ' ων η Αίτηση. Με την υπό εξέταση αίτηση τους οι Αιτητές αξιώνουν την έκδοση διατάγματος το οποίο να επιτρέπει την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης τους για αναγνώριση και εκτέλεση της ως άνω αναφερόμενης απόφασης του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου. Η αίτηση τους υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Ευστάθιου Χριστοφίδη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Αιτητές. Λεπτομερής αναφορά στο περιεχόμενο της θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο της απόφασης. Οι Καθ' ων η Αίτηση εναντιώθηκαν στην αιτούμενη θεραπεία. Με την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης τους, την οποία καταχώρισαν, προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης: «
  1. Το πραγματικό και/ή νομικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται η Αίτηση δεν δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή δεν ευρίσκουν έρεισμα στις οικείες νομικές αρχές και/ή την νομολογία και/ή δεν συντρέχουν οι λόγοι προκειμένου να ασκηθεί θετικά η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων.
  2. Ο Αιτητής δεν αποκαλύπτει καλό λόγο προκειμένου να επιτραπεί υπό του Δικαστηρίου η καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης και/ή δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις της νομολογίας και/ή των οικείων Κανονισμών αναφορικά με το αιτούμενο διάταγμα.
  3. Ο Αιτητής δεν σκοπεί να απαντήσει παρά σε ισχυρισμούς που όφειλε και/ή μπορούσε να προβλέψει ώστε δεν συντρέχει καλός λόγος υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος και/ή το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης πάσχει γενικότητας και/ή αοριστείας και/ή δεν καταφαίνεται και/ή τεκμηριώνεται η αναγκαιότητα για παροχή άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.
  4. Ο Αιτητής επιζητεί να θέσει και/ή εισαγάγει στην διαδικασία νέα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου πέραν αυτών που έθεσε μετά του αρχικού πραγματικού υπόβαθρου της κυρίως Αίτησης εξ' ου και δεν αποκαλύπτει και/ή δεν εξειδικεύει το περιεχόμενο των απαντήσεων και/ή των εξηγήσεων που επιθυμεί να προσφέρει με την αιτούμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση.
  5. Η υπό κρίση Αίτηση σκοπεί στην επανόρθωση πρωθύστερων παραλείψεων έτσι ώστε να μεταβληθεί και/ή αλλοιωθεί και/ή θεραπευθεί εκ των υστέρων η εικόνα και/ή το υπόβαθρο των γεγονότων που εξετέθη πρωταρχικά στο Δικαστήριο προκειμένου να παράσχει θεραπεία.
  6. Ο Αιτητής προωθεί την αίτηση καταχρηστικά και/ή κακόπιστα καθώς επιχειρεί να εισαγάγει στο παρόν στάδιο ανεπίτρεπτη και/ή μη αποδεκτή μαρτυρία και/ή να παραπλανήσει το Δικαστήριο και/ή μείζον μέρος των όσων διώκει να εισαγάγει συμπληρωματικά αποτελεί επιχειρηματολογία και/ή αχρείαστο σχολιασμό μαρτυρίας.
  7. Ο Αιτητής διώκει καταχρηστικά την εξασφάλιση άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ως εκ του ότι καταχώρησε την Αίτησή του πρόωρα και πλέον ετεροχρονισμένα καίτοι προωθούσε την εσπευσμένη εκδίκαση της κυρίας αίτησης διώκει την θεραπεία της καίτοι πάσχει εξ' υπαρχής.
  8. Δεν είναι εύλογο και/ή δίκαιο και/ή δικαιολογημένο εκ των πραγμάτων όπως εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και/ή ο Αιτητής είχε την ευκαιρία να θέσει προσηκόντως την μαρτυρία του και/ή να προβάλλει δεόντως τις θέσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου στο κατάλληλο ως εκ της φύσης της διαδικασίας στάδιο και/ή διώκεται εισαγωγή ισχυρισμών των οποίων είχε γνώση κατά την ημερομηνία καταχώρισης της αρχικής ένορκης δήλωσης.
  9. Ο Αιτητής ως εκ της φύσης της διαδικασίας όφειλε και/ή εδύνατο εφόσον επεδείκνυε την προσήκουσα επιμέλεια να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου εξ' υπαρχής όλα τα γεγονότα που υποστηρίζουν την Αίτηση του και όχι αντικανονικά να επιχειρεί να θεραπεύσει εκ των υστέρων τα όποια κενά της Αίτησης αφής μάλιστα έχει ήδη τεθεί η μαρτυρία των Καθ' ων η Αίτηση.
  10. Τα όσα επιζητεί να θέσει ο Αιτητής ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης θα μπορούσε κάλλιστα να τα έθετε στο στάδιο υποβολής της Κυρίως αίτησης μέσα στα πλαίσια της παρουσίασης της πλήρους και ολοκληρωμένης εικόνας των γεγονότων εφόσον τα γεγονότα τα οποία επιθυμεί να εισαγάγει με την υπό κρίση αίτηση ενέπιπταν έκτοτε στη σφαίρα γνώσης του πλην όμως μέρος απόκρυψε τούτων.
  11. Το πραγματικό υπόβαθρο που στηρίζει την Αίτηση είναι ανεπαρκές και δεν δικαιολογεί την έκδοση της αιτούμενης άδειας και/ή τα όσα επιχειρείται να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν εξυπηρετούν κανένα σκοπό και/ή δεν μπορεί να ληφθούν υπόψη και/ή να επηρεάσουν τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της Αίτησης για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.
  12. Έτι δε περαιτέρω η Αίτηση δέον να απορριφθεί ως εκ του ότι δεν θεωρείται επιτρεπτή η προσαγωγή συμπληρωματικής μαρτυρίας η οποία απαντά και/ή απορρίπτει την εκδοχή της άλλης πλευράς αφής στιγμής στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών και/ή δεν προβαίνει σε ευρήματα ως προς το αληθές των ενώπιών του ισχυρισμών.
  13. Η αίτηση είναι κακόπιστη (mala fides) και/ή καταχρηστική της οικείας διαδικασίας ώστε το ισοζύγιο ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης.» Η ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Αντώνη Βαφέα, στην οποία παρατίθενται τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζονται οι λόγοι ένστασης. Η υπό εξέταση αίτηση στηρίζεται στον Περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεων) Νόμου του 2000, Άρθρο 5
(1)(ζ), στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48 ΘΘ. 1, 2, 3, 4
(1), 4
(2)και 9, στην διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στηρίζεται στα άρθρα Ι, ΙΙ, ΙΙΙ, ΙV, V του Νόμου Κυρών την Σύμβαση περί Αναγνώρισης και Εκτέλεσης Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων Νόμος Αρ. 84/1979, στον Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο Ν.101/87, Άρθρα 2, 3, 7, 16, 18, 19, 20, 31, 34 Μέρος VIII Άρθρα 35 και 36, στον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4 Άρθρο 21, στον Περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο του 2000 (Ν.121(Ι)/2000), στα Άρθρα 1-6 στον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.35, Δ.39, Δ.40 κ.9, 42(α) κ.1-13, Θ.Θ. 1, 2, 3, 6, 7, 9, 10, 12, Δ.48 Θ. 1, 2, 3, 4
(1)και
(2), 6, 8, 9, 10, 11, 12 και 13, Δ.59, Δ.64, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960, άρθρα 2, 29, 30, 31, 32, 33 και 42, στις αρχές του κοινού δικαίου (common law)και του δικαίου της επιείκειας (equity), στη Νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων και στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν την επιχειρηματολογία τους τόσο σε γραπτές αγορεύσεις που ετοίμασαν, όσο και προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου. Αμφότερες οι πλευρές συμφωνούν ότι η αίτηση για εγγραφή αλλοδαπής απόφασης, δυνάμει του Νόμου 121
(1)/2000, αποτελεί πρωτογενή αίτηση. Η πλευρά των Αιτητών εισηγείται ότι, από τη στιγμή που η υπό αναφορά αίτηση είναι πρωτογενής, δεν τυγχάνει εφαρμογής η Δ.48 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών η οποία, ως εισηγείται, εφαρμόζεται επί ενδιάμεσων αιτήσεων. Αντίθετη ήταν η άποψη της πλευράς των Καθ' ων η Αίτηση, οι οποίοι εμμένουν στην εφαρμογή της Δ.48. Το άρθρο 5
(1)του Νόμου ο οποίος προνοεί για την αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση αποφάσεων αλλοδαπών Δικαστηρίων 121
(1)/2000, περιέχει τους δικονομικούς κανόνες για την εγγραφή απόφασης αλλοδαπών Δικαστηρίων. Όπως συγκεκριμένα αναφέρεται: «5
(1)(α) Η διαδικασία αρχίζει με καταχώριση στο δικαστήριο αίτησης δια κλήσεως που συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, με τις ανάλογες προσαρμογές, στην οποία εμφαίνεται ως αιτητής η αρμόδια αρχή ή το πρόσωπο προς όφελος του οποίου εξεδόθη η απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου, αναλόγως της περιπτώσεως, και ως καθ' ου η αίτηση το πρόσωπο εναντίον του οποίου ζητείται η αναγνώριση, εγγραφή ή εκτέλεση της απόφασης αλλοδαπού δικαστηρίου» Αυτό το οποίο έχω να αναφέρω είναι ότι η πρόνοια στο ως άνω άρθρο ότι η διαδικασία ξεκινά με αίτηση διά κλήσεως, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Θεσμούς, δεν την εξομοιώνει με ενδιάμεση αίτηση (Udruzena Beogradska Banka v. Westacre Investment, Inc
(1999)1 Α.Α.Δ. 124). Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται, με τις ανάλογες προσαρμογές, μόνο σε σχέση με την υποβολή της αίτησης για εγγραφή της αλλοδαπής απόφασης. Η ακρόαση της αίτησης όμως δεν διεξάγεται στη βάση μόνο των αρχικών ενόρκων δηλώσεων, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των ενδιάμεσων αιτήσεων. Συνεπώς, δεν μπορεί, κατά την άποψη μου, να τύχει εφαρμογής η Δ.48, Θ.4
(2), η οποία προνοεί ότι η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης επιτρέπεται μόνο εφόσον συντρέχει η προϋπόθεση που καθορίζει η υπό αναφορά διαταγή, συγκεκριμένα εφόσον καταδειχθεί καλός λόγος. Είμαι της άποψης ότι στην παρούσα διαδικασία τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 5
(1)(ζ) του Νόμου 121
(1)/2000, το οποίο ρητά προνοεί ότι η απόδειξη των γεγονότων δύναται να γίνει είτε με ένορκη δήλωση, είτε με προφορική μαρτυρία, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Το άρθρο αυτό παρέχει την ευχέρεια στο Δικαστήριο να καθορίσει τον τρόπο με τον οποίο θα διεξαχθεί η ακρόαση της υπόθεσης, η οποία μπορεί να διεξαχθεί είτε με την καταχώριση ένορκης ή ενόρκων δηλώσεων για απόδειξη των γεγονότων της υπόθεσης, είτε με προφορική μαρτυρία. Αναμφίβολα δε η ένορκη δήλωση η οποία προβλέπεται στο άρθρο αυτό, είναι επιπρόσθετη της ένορκης δήλωσης η οποία συνοδεύει την εναρκτήρια αίτηση. Από τα όσα αναφέρω αμέσως πιο πάνω, καθίσταται φανερό ότι δεν είναι αναγκαίο να καταδειχθεί από τους Αιτητές καλός λόγος ώστε να τους επιτραπεί η καταχώρηση επιπρόσθετης μαρτυρίας υπό μορφή ένορκης ή ενόρκων δηλώσεων. Αυτό το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί στη συνέχεια είναι το κατά πόσο το Δικαστήριο θα επιτρέψει στους Αιτητές να προσκομίσουν την αιτούμενη συμπληρωματική μαρτυρία, χωρίς να υπησέλθει στην εξέταση της σχετικότητας της με τα θέματα τα οποία θα εξεταστούν στα πλαίσια της εναρκτήριας αίτησης. Το άρθρο 5
(1)(ε) του Νόμου 121
(1)/2000 καθορίζει, περιοριστικά θα έλεγα, τους λόγους επί των οποίων μπορεί να στηριχτεί η ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση. Όπως συγκεκριμένα αναφέρεται στο άρθρο αυτό: «5
(1)(ε) Οι λόγοι επί των οποίων ο καθ' ου η αίτηση δύναται να στηρίξει την ένσταση του περιορίζονται στο θέμα της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου ή στην αποδεδειγμένη ικανοποίηση της απόφασης και στην ύπαρξη των προϋποθέσεων που αναφέρονται στην συνθήκη σχετικά με την εφαρμογή της.» Το ως άνω αναφερόμενο άρθρο οριοθετεί το πλαίσιο στο οποίο μπορεί να κινηθεί η μαρτυρία που θα προσκομιστεί από πλευράς των Καθ' ων η Αίτηση. Συνεπώς μαρτυρία, η οποία είναι άσχετη με τους υπό αναφορά λόγους ένστασης, δεν θα ληφθεί υπόψιν από το Δικαστήριο. Κατ' επέκταση και η επιπρόσθετη μαρτυρία την οποία ζητά η πλευρά των Αιτητών όπως της επιτραπεί να παρουσιάσει, με την υπό εξέταση αίτηση, θα πρέπει να σχετίζεται με τους λόγους ένστασης, οι οποίοι θα εξεταστούν από το Δικαστήριο. Στην παράγραφο 4(
  1. i)της ενόρκου δηλώσεως του κ. Χριστοφίδη, ζητείται από τον ενόρκως δηλούντα όπως δοθεί το δικαίωμα στον Αιτητή να απαντήσει στον ισχυρισμό ότι είναι καταζητούμενος και φυγόδικος, επιπλέον δε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα γεγονότα, τα οποία περιγράφονται λεπτομερώς στην παράγραφο αυτή. Ειδικότερον, επιδιώκεται να εισαχθεί μαρτυρία σε σχέση με τα ακόλουθα γεγονότα: «- Η ποινική δίωξη που ξεκίνησε στο Αζερμπαϊτζάν προωθήθηκε κατόπιν της επιρροής των πραγματικών και τελικών ιδιοκτητών της Καθ' ης η Αίτηση. - Αρχικά κατασκευάστηκε μια ποινική υπόθεση σε σχέση με γεγονότα που υποτίθεται ότι έλαβαν χώρα το 2006 και για τα οποία υπήρξε Συμφωνία συμβιβασμού και παραίτησης αξιώσεων που υπογράφτηκε το 2011. - Ακολούθως τον Φεβρουάριο του 2014 κατόπιν πολυάριθμων παραπόνων των δικηγόρων του Αιτητή προς την Interpol, το όνομα του διαγράφηκε από τη λίστα των καταζητούμενων. - Μετά την πιο πάνω διαγραφή κατασκευάστηκε μια άλλη ποινική υπόθεση για «απάτη» του Αιτητή και του γιού του Odil σχετικά με την υπόθεση Stupino που αποτέλεσε αντικείμενο της διαιτητικής διαδικασίας ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου που ο Αιτητής επιθυμεί να εκτελέσει στη Κύπρο. - Αναφορικά με τη νέα υπόθεση διορίστηκε Ανακριτική Επιτροπή στην Ρωσία αναφορικά με τα ίδια γεγονότα της ποινικής υπόθεσης που ξεκίνησε στο Αζερμπαϊτζάν. Στα πλαίσια αυτής της υπόθεσης έγιναν ανακρίσεις από τις Ρωσικές αρχές, οι οποίες στις 5/2/2015 εξέδωσαν την απόφαση τους για την απόρριψη της ποινικής υπόθεσης λόγω μη στοιχειοθέτησης της απάτης. - Παράλληλα για την ίδια υπόθεση ο γιός του Αιτητή συνελήφθηκε στο αεροδρόμιο του Ελσίνκι στη Φιλανδία δυνάμει του πιο πάνω διεθνούς εντάλματος σύλληψης. Στις 26/3/2015 το Ανώτατο Δικαστήριο της Φιλανδίας, βασιζόμενο στην έρευνα και τις ανακρίσεις της Κεντρικής Ποινικής Αστυνομίας, αποφάσισε να αρνηθεί την απέλαση του Odil λόγω αντιφάσεων στη ποινική υπόθεση που παρουσίασε το Αζερμπαϊτζάν και τη μη στοιχειοθέτηση της απάτης. - Προς υποστήριξη όλων των πιο πάνω θα προσκομιστούν ως Τεκμήρια όλα τα σχετικά έγγραφα, αλληλογραφία των δικηγόρων του Αιτητή και οι Αποφάσεις των Φιλανδικών και Ρωσικών Αρχών.» Είμαι της άποψης ότι τα ως άνω γεγονότα τα οποία επιθυμεί να εισάξει ο Αιτητής, είναι άσχετα με τα ζητήματα που θα εξεταστούν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, γι' αυτό θεωρώ αχρείαστη και άσκοπη την εισαγωγή τους στο μαρτυρικό υλικό. Όσον αφορά το αίτημα του ενόρκως δηλούντα για να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τους λόγους για τους οποίους η ένορκη δήλωση, η οποία υποστηρίζει την εναρκτήρια αίτηση, δεν γίνεται από τον ίδιο τον Αιτητή, είμαι της άποψης ότι και αυτό είναι αχρείαστο, για το λόγο ότι στην παράγραφο 3 της ενόρκου δηλώσεως του κ. Χριστοφίδη, η οποία συνοδεύει την εναρκτήρια αίτηση, παρατίθενται λεπτομερώς οι λόγοι για τους οποίους η ένορκη δήλωση δεν γίνεται από τον Αιτητή. Στην παράγραφο 4(iii) της ενόρκου δηλώσεως του κ. Χριστοφίδη, υποστηρίζεται ότι ο κ. Βαφέας, ο οποίος ορκίζεται για την πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση, παραλείπει να αναφέρει στο Δικαστήριο ότι, παρά την απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου περί μη ύπαρξης δικαιοδοσίας, εντούτοις το Δικαστήριο προχώρησε και αποφάσισε όλα τα επίδικα θέματα, συμπεριλαμβανομένων των ερωτημάτων κατά πόσο οι Καθ' ων η Αίτηση στοιχειοθέτησαν δόλο ή απάτη από πλευράς του Αιτητή. Γι' αυτό ζητείται όπως εισαχθεί σχετική επί του ζητήματος αυτού μαρτυρία. Δεν θα συμφωνούσα ότι δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο στην ένορκη δήλωση του κ. Βαφέα. Στην παράγραφο 35 της ενόρκου δηλώσεως του, ρητά αναφέρεται ότι, πέραν του θέματος της δικαιοδοσίας, σε ότι αφορά τον Αιτητή, το Διαιτητικό Δικαστήριο εξέτασε τις απαιτήσεις που ήγειραν οι Καθ' ων η Αίτηση εναντίον του Αιτητή, στη βάση απάτης και/ή καταδολίευσης, οι οποίες ωστόσο απερρίφθησαν από το Δικαστήριο. Συνεπώς, κρίνω ότι ούτε επ' αυτού του ζητήματος χρειάζεται οποιαδήποτε διευκρίνιση ή συμπληρωματική μαρτυρία. Στην παράγραφο 4(
  2. iv)της ενόρκου δηλώσεως του κ. Χριστοφίδη, γίνεται αναφορά στις παραγράφους 37-40 της ενόρκου δηλώσεως του κ. Βαφέα, ειδικά στο ότι ο Αιτητής κωλύεται λόγω δεδικασμένου και ότι εμποδίζεται λόγω των διαπιστώσεων του Διαιτητικού Σώματος να προωθεί την κυρίως αίτησης. Σε σχέση με το θέμα αυτό, ζητείται όπως παρουσιαστεί μαρτυρία Άγγλου εμπειρογνώμονα, αναφορικά με το ισχυριζόμενο κώλυμα. Αυτό το οποίο παρατηρώ είναι ότι στην παράγραφο 37 της ενόρκου δηλώσεως του κ. Βαφέα, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο Αιτητής κωλύεται λόγω δεδικασμένου (res judicata), και λόγω κωλύματος σε σχέση με επίδικο θέμα (cause of issue estoppel/estoppel by record) και εμποδίζεται ως εκ των διαπιστώσεων του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου επί τη ελλείψει δικαιοδοσίας επί του Αιτητή, ώστε η όλη διαδικασία ενώπιον του ημεδαπού Δικαστηρίου να πάσχει εξ υπαρχής και να προωθείται αντινομικά. Επιπρόσθετα, στην παράγραφο 39 της ενόρκου δηλώσεως του προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο Αιτητής στερείται locus standi και δεν νομιμοποιείται όπως προωθεί την εγγραφή και/ή αναγνώριση διαιτητικής απόφασης ως εκ του ότι υπήρξε τρίτο μη κανονικό διάδικο μέρος σε διεθνή διαιτησία, η όποια δε απόφαση του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου δεν υπήρξε προϊόν άσκησης της δικαιοδοσίας του επί του Αιτητή, τουναντίον το ίδιο το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι δεν είχε δικαιοδοσία, συνεπώς ελλείπει το δικαιοδοτικό βάθρο άσκησης της διακριτικής εξουσίας του ημεδαπού Δικαστηρίου που θεμελιώνεται στη συναίνεση και αποδοχή των μερών για επίλυση τυχόν διαφοράς σε forum διαιτησίας. Έχοντας κατά νουν ότι τα ως άνω εγειρόμενα από τους Καθ' ων η Αίτηση ζητήματα σχετίζονται με το ζήτημα της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, θεωρώ ορθό όπως επιτρέψω την παρουσίαση της μαρτυρίας του Άγγλου εμπειρογνώμονα, την οποία επιζητεί η πλευρά των Αιτητών. Όσον αφορά τα ζητήματα στα οποία επιθυμεί να απαντήσει ο Αιτητής, όπως αυτά περιγράφονται στις παραγράφους 4(v)(
  3. vi)και (vii) της ενόρκου δηλώσεως, αυτό το οποίο διαπιστώνω είναι ότι η μαρτυρία που ζητείται να εισαχθεί σχετίζεται με την τήρηση των τυπικών προϋποθέσεων της παρούσας διαδικασίας. Ο κ. Βαφέας στις παραγράφους 49 - 67 της ενόρκου δηλώσεως του αμφισβητεί ότι τα έγγραφα που έχει παρουσιάσει ο Αιτητής με την εναρκτήρια αίτηση του πληρούν τις απαιτούμενες τυπικές προϋποθέσεις. Το άρθρο IV του Νόμου ο οποίος Κύρωσε τη Σύμβαση για την Αναγνώριση και Εκτέλεση Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων 84/79, προνοεί τα ακόλουθα: «1. Προς επίτευξιν της εν τω προηγουμένω άρθρω αναφερομένης αναγνωρίσεως και εκτελέσεως, το αιτούν την αναγνώρισιν και εκτέλεσιν μέρος οφείλει, κατά τον χρόνον της υποβολής της αιτήσεως, να προσκομίση: (α) το δεόντως κεκυρωμένον πρωτότυπον της αποφάσεως ή δεόντως πιστοποιημένον αντίγραφον αυτής· (β) το πρωτότυπον της εν άρθρω ΙΙ αναφερομένης συμφωνίας ή δεόντως πιστοποιημένον αντίγραφον αυτής. 2. Εάν η ειρημένη απόφασις ή συμφωνία δεν συνετάχθη εις την επίσημον γλώσσαν της χώρας εις την οποίαν γίνεται επίκλησις αυτής, το αιτούν την αναγνώρισιν και εκτέλεσιν της αποφάσεως μέρος δέον να προσκομίση μετάφρασιν των εγγράφων τούτων, εις την γλώσσαν ταύτην. Η μετάφρασις δέον να πιστοποιήται υπό επισήμου ή ορκωτού μεταφραστού ή υπό διπλωματικού ή προξενικού αντιπροσώπου.» Έχοντας κατά νουν τα όσα έχω αναφέρει αμέσως πιο πάνω, έχω καταλήξει ότι θα πρέπει να δοθεί η άδεια στον Αιτητή να παρουσιάσει τη μαρτυρία, η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 4(v), (
  4. vi)και (vii) της ενόρκου δηλώσεως του κ. Χριστοφίδη. Υπό το φως των όσων έχω αναφέρει πιο πάνω, το Δικαστήριο παραχωρεί την άδεια στους Αιτητές να προσκομίσουν τη μαρτυρία η οποία περιγράφεται πιο πάνω, υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων. Οι ένορκες δηλώσεις να κατατεθούν εντός επτά ημερών. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης, δεν βλέπω λόγο για απόκλιση από τον γενικό κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση. Τα έξοδα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ........... Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΘΘ/ΑΓ Subject: Civil / Other actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε πρωτογενή αίτηση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.