← Κύπρος

ΕΥΓΕΝΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΙΔΟΥ ν. KROCUS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 4872/15, 1/2/2016

ΕΥΓΕΝΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΙΔΟΥ ν. KROCUS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 4872/15, 1/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A44 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4872/15 Mεταξύ: ΕΥΓΕΝΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΙΔΟΥ Eνάγουσας - και -

  1. KROCUS LIMITED
  2. YURI KHALTURIN
  3. ANDREY KRASNOSHCHEKOV
  4. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΛΑΖΑΡΙΔΗ Εναγομένων ------------------ Aίτηση ημερ. 9.12.15 ------------------- Hμερομηνία: 1.2.16 Για την αιτήτρια-ενάγουσα: κος Μ. Ιωάννου (για ν' ακούσει απόφαση η κα Ιωάννου) Για τους καθ'ων η αίτηση-εναγόμενους: κος Φ. Σωφρονίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αίτηση της η ενάγουσα-αιτήτρια ζητά: "A. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στους Εναγόμενους 1, 2, 3 και 4 και/ή τους υπηρέτες και/ή τους αντιπροσώπους των και/ή οποιοδήποτε από αυτούς από το να πωλήσουν, μεταβιβάσουν, υποθηκεύσουν, επιβαρύνουν, εκχωρήσουν και/ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο αποξενώσουν τις κατοικίες με το διακριτικό Α και C οι οποίες έχουν ανεγερθεί εις το ακίνητο αρ. εγγραφής 3/381 Φ/Σχ.2-210-342 Τεμάχιο 344 εις Άγιο Τύχωνα Λεμεσός ιδιοκτησία της Εναγομένης 1 και/ή όπως το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο υπό τις περιστάσεις μέχρις αποπεράτωσης της παρούσης αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Περαιτέρω ή άλλη θεραπεία την οποία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθή και δίκαια υπό τις περιστάσεις.» Η αίτηση βασίζεται στο Νόμο Πολιτικής Δικονομίας Κεφ. 6, άρθρα 4(1-3), άρθρο 5(1-5) και 9(1-4), στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 στη Δ.48 θθ1, 2 και 3, στις γενικές αρχές, πρακτική και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της ενάγουσας Ευγενίας Παρασκευαϊδη η οποία αναφέρει ότι είναι διευθύντρια της εναγομένης 1 και γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης. Αναφέρει περαιτέρω ότι κατέχει 250 μετοχές της εναγομένης 1, ο εναγόμενος 2 κατέχει 255 μετοχές, ο εναγόμενος 3 κατέχει 245 μετοχές και ο εναγόμενος 4 κατέχει 250 μετοχές. Η εναγομένη 1 είναι ιδιοκτήτρια του ακινήτου με αρ. εγγραφής 3/381 στον Άγιο Τύχωνα στη Λεμεσό στο οποίο η εναγόμενη 1 ανήγειρε τέσσερις κατοικίες από τις οποίες πωλήθηκαν οι δύο και δεν έχουν πωληθεί οι άλλες δύο. Σε συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης 1 στις 31.7.15 εγκρίθηκε η πώληση των 250 μετοχών που κατέχει προς τον εναγόμενο 2 στην τιμή των €300.
  5. Αναγνωρίστηκε επίσης στην ίδια συνεδρίαση ότι η εναγομένη 1 της οφείλει το ποσό των €100.
  6. Αποφασίστηκε επίσης όπως απαλλαγεί από την προσωπική εγγύηση που έδωσε προς την Ελληνική Τράπεζα για το λογαριασμό δανείου της εναγομένης 1 και ότι περαιτέρω δεν θα είχε οποιαδήποτε προσωπική υποχρέωση ή εκκρεμότητα προς τον Έφορο Φορολογίας σχετικά με την πώληση των μετοχών της. Οποιεσδήποτε πληρωμές κεφαλαιουχικών κερδών και φορολογικών υποχρεώσεων θα καταβάλλοντο από τους εναγόμενους 3 και
  7. Επειδή οι εναγόμενοι παρέλειψαν να της πληρώσουν το ποσό των €400.000 όπως είχε συμφωνηθεί και παρέλειψαν να εξοφλήσουν το δάνειο της εναγομένης 1 προς την Ελληνική Τράπεζα προκειμένου να απαλλαγεί από την προσωπική της εγγύηση, αποτάθηκε μέσω του δικηγόρου της τόσο προς το δικηγόρο των εναγομένων, όσο και προς τους λογιστές της εναγομένης 1 και τους επεσήμανε ότι παρά την απόφαση ημερομηνίας 31.7.15 τίποτε δεν έπραξαν και τους ενημέρωσε ότι θα προχωρούσε στο Δικαστήριο για προστασία των δικαιωμάτων της. Ο δικηγόρος των εναγομένων με επιστολή ημερ. 26.10.15 ανέφερε ότι ανέμενε εντός των επόμενων ημερών να υλοποιηθεί η συμφωνία, τίποτε όμως δεν έγινε. Είναι ο ισχυρισμός της ενόρκως δηλούσας ότι θα πρέπει να εκδοθεί το ζητούμενο διάταγμα γιατί σε αντίθετη περίπτωση εάν οι εναγόμενοι προχωρήσουν στην πώληση των κατοικιών όπως αναφέρουν στην επιστολή ημερομηνίας 4.12.15, η ίδια δεν θα μπορεί να εισπράξει το ποσό των €400.000 και θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά γιατί η οφειλή της εναγομένης 1 προς την Ελληνική Τράπεζα ανέρχεται σε €1.095.763,48 στην οποία εξακολουθεί να είναι προσωπικά εγγυήτρια παρά το γεγονός ότι η συμφωνία ημερ. 31.7.15 προνοούσε ότι οι εναγόμενοι θα πλήρωναν και θα απάλλασαν την΄ιδια από την εγγύηση. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι τα γεγονότα και τα περιστατικά της υπόθεσης είναι τέτοια που θα είναι αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αφού οι εναγόμενοι θα μεταβιβάσουν επ' ονόματι τρίτων τις κατοικίες και δεν θα μπορεί να εισπράξει το ποσό των €400.000 το οποίο οι εναγόμενοι αναγνώρισαν ότι της οφείλουν αφού η εναγόμενη 1 δεν έχει άλλη περιουσία. Το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες όπως η αίτηση επιδοθεί στους καθ'ων η αίτηση-εναγόμενους και στην αίτηση αυτή οι καθ'ων η αίτηση-εναγόμενοι καταχώρισαν ένσταση. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: (α) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (β) Η Ενάγουσα δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και κωλύεται να αιτείται την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου προς όφελος της και/ή της συμφυούς εξουσίας για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (γ) Η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, ανυπόστατη και καταχρηστική. (δ) Δεν υπάρχει ορατή πιθανότητα θεραπείας και/ή επιτυχίας της αγωγής για την Ενάγουσα. (ε) Δεν καταδεικνύεται επαρκώς και/ή καθόλου ότι θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (στ) Δεν καταδεικνύεται και/ή δεν υποστηρίζεται επαρκώς το κατεπείγον της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. (ζ) Ενδεχόμενη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει πολύ μεγαλύτερη ζημιά στους Καθ'ων η Αίτηση από ότι στην Αιτήτρια. (η) Δεν αποκαλύπτεται οποιαδήποτε ζημιά η οποία να μην μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος και/ή δεν υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί αδυναμίας και/ή αφερεγγυότητας των Καθ'ων η αίτηση. (θ) Δεν είναι προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης η έκδοση τω αιτούμενων διαταγμάτων. (ι) Η αίτηση και η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει είναι ασαφής και/ή αόριστη και/ή δεν περιέχει και/ή δεν καταδεικνύει οποιαδήποτε γεγονότα και/ή λόγους για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος με αποτέλεσμα η Αιτήτρια να μην αποσείσει το σχετικό βάρος απόδειξης από τους ώμους της. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η ένσταση των καθ'ων η ένσταση φαίνονται στην ένορκη δήλωση του Κωνσταντίνου Λαζαρίδη - εναγόμενου 4, ο οποίος αναφέρει ότι είναι και ένας εκ των διευθυντών της εναγομένης 1, η άλλη διευθύντρια είναι η ενάγουσα. Γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα και είναι εξουσιοδοτημένος και από τους άλλους εναγόμενους να προβεί στην ένορκη δήλωση. Παραδέχεται ότι στη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης 1 ημερομηνίας 31.7.15 συμφωνήθηκαν τα όσα αναφέρονται στα πρακτικά (Τεκμήριο Ζ) στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας, αλλά η συμφωνία πώλησης των μετοχών της ενάγουσας τελούσε όπως ισχυρίζεται υπό την αίρεση και την προϋπόθεση ότι θα πωληθεί όλο το μετοχικό κεφάλαιο της εναγόμενης 1 σε προτιθέμενους αγοραστές. Για να πραγματοποιηθεί η πώληση των μετοχών της εναγομένης 1 θα έπρεπε να γίνει έλεγχος της εταιρείας από λογιστή των προτιθέμενων νέων αγοραστών, όμως η ενάγουσα αρνιόταν να παραδοθούν τα απαραίτητα έγγραφα και καταστάσεις λογαριασμών της εταιρείας στους προτιθέμενους αγοραστές. Η συμπεριφορά αυτή της ενάγουσας οδήγησε στη συνεδρίαση ημερ. 31.7.15 και μετά από την συνεδρίαση, η ενάγουσα παρέδωσε τα έγγραφα που είχε στην κατοχή της στο λογιστή της εταιρείας. Είναι ο ισχυρισμός του ότι μετά από δικές του προσπάθειες βρήκε κατά το Μάιο 2015 αγοραστές οι οποίοι επιθυμούσαν να αγοράσουν όλες τις μετοχές της εναγόμενης 1 ώστε έμμεσα να αποκτήσουν και τις δύο κατοικίες που δεν έχουν ακόμη πωληθεί. Είναι ο ισχυρισμός του ενόρκως δηλούντα ότι όλα τα συμφωνηθέντα όπως και για την πώληση των 250 μετοχών της ενάγουσας τελούσαν υπό την αίρεση ότι οι προτιθέμενοι αγοραστές θα προχωρούσαν με την αγορά όλου του μετοχικού κεφαλαίου της εναγομένης
  8. Με τη διευθέτηση αυτή θα πωλούσαν τις κατοικίες και τις μετοχές και θα μπορούσε να πληρωθεί το χρέος στην Ελληνική Τράπεζα. Η πιο πάνω προϋπόθεση για την αγορά των μετοχών της ενάγουσας φαίνεται όπως ισχυρίζεται και από την επιστολή ημερ. 26.10.15 των εναγομένων προς το δικηγόρο της ενάγουσας και στην επιστολή ημερ. 4.12.15 προς την ενάγουσα. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός του ότι ήταν σε όλους γνωστό και κατανοητό ότι χωρίς την ολοκλήρωση της συμφωνίας με τους προτιθέμενους αγοραστές δεν μπορούσαν να ισχύσουν τα συμφωνηθέντα στη συνεδρίαση ημερομηνίας 31.7.15 και επίσης ήταν γνωστό ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε οικονομική δυνατότητα από τον εναγόμενο 2 να αγοράσει τις μετοχές της ενάγουσας καθότι η εναγομένη 1 με βάση τους σχετικούς λογαριασμούς του οφείλει το ποσό του €1.421.203,00 το οποίο ο ίδιος δάνεισε στην εναγόμενη 1 με προτροπές της ενάγουσας. Μετά την καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης αρ. 17573/15 ενώπιον του Κακουργιοδικείου που αφορά την εναγόμενη 1, ενημέρωσε σχετεικά τους λογιστές που προέβαιναν στον έλεγχο της εναγομένης 1 για λογαριασμό των προτιθέμενων αγοραστών οι οποίοι όταν το πληροφορήθηκαν, τον ενημέρωσαν ότι δεν ενδιαφέρονται πλέον για να αγοράσουν το μετοχικό κεφάλαιο της εναγομένης
  9. Σε περίπτωση που απαγορευθεί η πώληση των δύο κατοικιών όπως είναι η αίτηση της ενάγουσας, η εναγομένη 1 θα οδηγηθεί όπως ισχυρίζεται σύντομα από τους ενυπόθηκους δανειστές της στο Δικαστήριο για την είσπραξη της οφειλής τους και ο εναγόμενος 2 που έχει να λαμβάνει ποσό €1.421.203,00 να μην μπορεί να το εισπράξει ποτέ. Η ενάγουσα εξακολουθεί να είναι μια εκ των διευθυντών της εναγομένης 1 και καμία πώληση των κατοικιών δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς την υπογραφή της. Δεν έχει καταδειχθεί εκ μέρους της ενάγουσας σε κανένα βαθμό ότι θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και καμιά ζημιά δεν θα υποστεί η ενάγουσα από τη μη έκδοση του διατάγματος, ενώ αντίθετα τόσο ο ίδιος όσο και ο εναγόμενος 2 θα υποστούν πολύ μεγαλύτερη ζημιά αφού θα διακινδυνευθεί η δυνατότητα καταβολής σε αυτούς του ποσού που τους οφείλει η εναγόμενη 1 και τα ποσά αυτά είναι πολύ μεγαλύτερα από την απαίτηση της ενάγουσας. Καμιά πλευρά δεν ζήτησε την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων και οι συνήγοροι των δύο πλευρών ανέπτυξαν τις θέσεις τους στις οποίες θα αναφερθώ όπου κριθεί σκόπιμο. Πριν προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης, θα πρέπει να αναφέρω ότι οι λόγοι ένστασης που αναφέρονται στις παραγράφους (β) και (στ) της ένστασης, δεν ισχύουν αφού το Δικαστήριο δεν εξέδωσε το διάταγμα μονομερώς, αλλά έδωσε οδηγίες όπως η αίτηση επιδοθεί. Η αίτηση στηρίζεται τόσο στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όσο και στο άρθρο 4 του Κεφ.
  10. Το άρθρο 4 έχει σχέση με έκδοση διαταγμάτων που σχετίζονται με το αντικείμενο της αγωγής και το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπίπτοντων διαταγμάτων και εξετάστηκε σε σωρεία αποφάσεων (βλ. Odysseos v. Pieris Estates

(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motoria Ltd
(1987)1 C.L.R. 303, Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.ά.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453). Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο Ενάγων σε θεραπεία, και (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας η ενάγουσα να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο και/ή ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα στο πλαίσιο της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από την ενάγουσα-αιτήτρια μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση δηλαδή ότι χωρίς τη έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ της ενάγουσας στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων της, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Οι δύο πρώτες προϋποθέσεις είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες ιδιαίτερα στην περιορισμένη έκταση εξέτασης σ' αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα (βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, Ζωντίλης ν. Αντρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouris Trading
(1998)1 A.A.Δ. 149). Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του και πρέπει να αποφύγει την αναλυτική εξέταση των επίδικων θεμάτων της αγωγής, καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 235: "οι διαπιστώσεις στις οποίες προβαίνουμε, γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος, . Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εξεταστεί η ουσία της." Στην υπόθεση επίσης P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802 αναφέρθηκε ότι: "Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του." Η βάση της αγωγής είναι ουσιαστικά η απαίτηση της ενάγουσας να εφαρμοστεί η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης 1 ημερ. 31.7.15 και όπως ανέφερα η διαδικασία περιορίστηκε στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση και καμιά πλευρά δεν ζήτησε να αντεξετάσει τους ενόρκως δηλούντες. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου ημερ. 31.7.15 ήταν ανέκκλητη και δεσμευτική και παρά τα συμφωνηθέντα οι εναγόμενοι παρέλειψαν να τα υλοποιήσουν. Οι εναγόμενοι παραδέχονται ότι συμφωνήθηκαν τα όσα η ενάγουσα ισχυρίζεται στη συνεδρίαση ημερ. 31.7.15 αλλά ισχυρίζονται περαιτέρω ότι τα συμφωνηθέντα ήταν υπό την προϋπόθεση ότι θα επωλείτο σε τρίτα πρόσωπα ολόκληρο το μετοχικό κεφάλαιο της εναγομένης
  1. Ισχυρίζονται επίσης οι εναγόμενοι ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε δεσμευτική συμφωνία για την πώληση των μετοχών της ενάγουσας προς τον εναγόμενο αρ. 2 ώστε η ενάγουσα να δικαιούται στις θεραπείες που αξιώνει εναντίον του και η συμφωνία πώλησης των μετοχών της ενάγουσας είναι αόριστη και γενική. Ισχυρίζονται ακόμη οι εναγόμενοι ότι ήταν γνωστό στην ενάγουσα ότι ο εναγόμενος 2 δεν ήταν σε θέση να καταβάλει το ποσό των €300.000 για την αγορά των μετοχών αφού η εναγομένη 1 οφείλει σε αυτόν €1.421.203,00 από δάνειο που έκανε ο ίδιος προς την εταιρεία. Οι εναγόμενοι παραπέμπουν στην επιστολή ημερ. 29.7.15 που ο δικηγόρος τους απέστειλε στο δικηγόρο της ενάγουσας και στην οποία όπως ισχυρίζονται φαίνεται ότι η πώληση των μετοχών της ενάγουσας προς τον εναγόμενο 2 και η πληρωμή του ποσού των €400.000 προς την ενάγουσα συνδέεται με την πώληση των μετοχών της εταιρείας σε τρίτους προτιθέμενους αγοραστές. Οι ισχυρισμοί των εναγομένων παραμένουν αναντίλεκτοι και η διασύνδεση της πληρωμής των οφειλόμενων ποσών με την πώληση του συνόλου των μετοχών της εταιρείας, δεν αμφισβητήθηκε από την αιτήτρια. Στα πρακτικά ημερομηνίας 31.7.15 που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας αναφέρεται ότι «από το ποσό της πώλησης θα εξοφληθεί το δάνειο στην Ελληνική Τράπεζα Λτδ και θα απαλλαγεί από την προσωπική της εγγύηση η κα Ευγενία Παρασκευαϊδου». Αναφέρεται επίσης στη σελίδα 4 των πρακτικών ότι «τα πιο πάνω συμφωνηθέντα θέματα να τεθούν υπόψη των νέων αγοραστών σε περίπτωση πώλησης της εταιρείας καθώς και των αγοραστών που αγόρασαν τις κατοικίες Β και Δ». Η ενάγουσα με την αγωγή της απαιτεί την εφαρμογή των συμφωνηθέντων στη συνεδρίαση ημερ. 31.7.15 αλλά παραλείπει να αναφερθεί τόσο στις πιο πάνω παραγράφους των πρακτικών ημερομηνίας 31.7.15 όσο και στους ισχυρισμούς που οι εναγομένοι προβάλλουν ότι η υλοποίηση των συμφωνηθέντων ημερ. 31.7.15 εξαρτάται από την προϋπόθεση πώλησης του συνόλου των μετοχών της εναγομένης
  2. Το γεγονός αυτό δεν έχει επιτευχθεί αφού όπως περαιτέρω ισχυρίζονται οι προτιθέμενοι αγοραστές απέσυραν το ενδιαφέρον τους όταν πληροφορήθηκαν για την καταχώριση της ποινικής υπόθεσης ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι τα πρακτικά ημερ. 31.7.15 δεν αποτελούν συμφωνία μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου 2 ούτως ώστε η ενάγουσα να απαιτεί την εφαρμογή της. Χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε ευρήματα αφού τα όποια επίδικα θέματα παραμένουν ανοικτά για να αποφασιστούν κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης, παρατηρώ ότι τα πρακτικά ημερομηνίας 31.7.15 αναφέρονται σε έγκριση της πώλησης των 250 μετοχών της ενάγουσας προς τον εναγόμενο 2 αλλά είναι γεγονός ότι συμφωνία για το θέμα αυτό δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα πρακτικά επίσης ημερομηνίας 31.7.15 αναφέρονται στα συμφωνηθέντα αλλά δεν καθορίζουν συγκεκριμένο χρόνο υλοποίησης τους με αποτέλεσμα ο χρόνος υλοποίησης να είναι αόριστος. Η ενάγουσα απαιτεί εναντίον των εναγομένων διάταγμα με το οποίο να απαλλάσσεται από την προσωπική της εγγύηση προς την Ελληνική Τράπεζα παραλείποντας να αναφερθεί στο γεγονός ότι η εξόφληση του δανείου προς την τράπεζα συμφωνήθηκε όπως φαίνεται στα πρακτικά ημερομηνίας 31.7.15 και από την ίδια, να γίνει από το ποσό της πώλησης των μετοχών και των κατοικιών άρα κάτω από κάποιες προϋποθέσεις. Η ενάγουσα έχει το βάρος να στοιχειοθετήσει τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 και με τα όσα αναφέρω πιο πάνω, καταδεικνύεται ότι υπάρχουν αμφισβητούμενα θέματα στην ένορκη δήλωση του Κωνσταντίνου Λαζαρίδη για τα οποία δεν ζητήθηκε να αντεξεταστεί αλλά και συγκρουόμενες θέσεις της ενάγουσας με τα πρακτικά ημερομηνίας 31.7.15 που αποτελούν τη βάση της απαίτησης της. Περαιτέρω, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι εάν δεν εκδοθεί το ζητούμενο διάταγμα η ίδια θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά χωρίς και πάλι να απαντηθεί ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η ενάγουσα ως διευθύντρια της εναγομένης εταιρείας έχει λόγο στην πώληση των δύο κατοικιών και κατά συνέπεια η έκδοση του διατάγματος θα έχει ως μοναδικό αποτέλεσμα σε περίπτωση που εξευρεθούν αγοραστές, η εναγομένη 1 να μην μπορεί να προχωρήσει στην πώληση και να υποστεί τεράστια οικονομική ζημιά. Για τους λόγους που έχω αναφέρει, θεωρώ ότι η ενάγουσα που έχει το βάρος απόδειξης σοβαρών ενδείξεων πιθανότητας ύπαρξης δικαιωμάτων εναντίον των εναγομένων, απέτυχε να το πράξει και θεωρώ ότι η ενάγουσα απέτυχε να στοιχειοθετήσει τις προϋποθέσεις 1 και 2 του άρθρου 32 αλλά ακόμη και σε περίπτωση που υπήρχε το υπόβαθρο αυτό, θεωρώ ότι απέτυχε να στοιχειοθετήσει και την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 αφού δεν έχει καταδείξει ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα. Θεωρώ όμως ότι και στο ισοζύγιο της ευχέρειας το οποίο υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου για να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη, θεωρώ ότι το διάταγμα δεν θα πρέπει να εκδοθεί. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της αιτήτριας-ενάγουσας και υπέρ των καθ'ων η αίτηση-εναγομένων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............ Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΔΔ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Ενδιάμεση Απόφαση - προσωρινό διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.