← Κύπρος

MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ν. Κατερίνας Ψαρή κ.α., Αγωγή αρ.: 5334/09, 1/2/2016

MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ν. Κατερίνας Ψαρή κ.α., Αγωγή αρ.: 5334/09, 1/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A45 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 5334/09 Μεταξύ: MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, εκ Λευκωσίας Εναγόντων και

  1. Κατερίνας Ψαρή, εκ Λεμεσού
  2. Περικλή Ψαρή, εκ Λεμεσού Εναγόμενων -------------------------------------------------- 1/2/2016 Για τους Ενάγοντες: κα Αδαμίδου για ΝΙΚΟΣ ΧΡ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ & ΣΥΝΕΤΑΙΡΟΙ (για την απαγγελία της απόφασης η κα Δήμου) Για τους Εναγόμενους: κ. Μ. Ιωάννου (για την απαγγελία της απόφασης η κα Α. Ιωάννου) Α Π Ο Φ Α Σ Η Τα δικόγραφα: Η Εναγόμενη 1 ενάγεται ως η πρωτοφειλέτης μίας ειδικής συμφωνίας στεγαστικού δανείου και μιας συμφωνίας τρεχούμενου λογαριασμού. Ο Εναγόμενος 2 ενάγεται ως εγγυητής της Εναγόμενης 1 στην ειδική συμφωνία στεγαστικού δανείου. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης, δυνάμει εγγράφου ειδικής συμφωνίας στεγαστικού δανείου ημερομηνίας 13/12/2006 και με αριθμό λογαριασμού 021-12-561790, οι Ενάγοντες παραχώρησαν στην Εναγόμενη 1 το ποσό των Λ.Κ.60.000 (€102.516,08). Κατά την ιδία ημερομηνία ο Εναγόμενος 2, δυνάμει εγγράφου συμφωνίας εγγυήσεως, εγγυήθηκε προσωπικά όλες τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 προς τους Ενάγοντες. Σε αντάλλαγμα της παραχώρησης του ρηθέντος δανείου, η Εναγόμενη 1 την 20/12/2006 εξετέλεσε την υποθήκη με αριθμό Υ12839/06, με βάση την οποία υποθηκεύτηκε το περιγραφόμενο στην Έκθεση Απαιτήσεως ακίνητο της, για το ποσό των Λ.Κ.60.000 (€102.516,08). Δυνάμει εγγράφου συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 2/8/2007, με αριθμό 021-12-564390, οι Ενάγοντες παραχώρησαν στην Εναγόμενη 1 δάνειο σε τρεχούμενο ή οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό, για το ποσό των Λ.Κ.15.000 (€25.629,02). Σε αντάλλαγμα της παραχώρησης του ως άνω δανείου, η Εναγόμενη 1 εξετέλεσε προς όφελος των Εναγόντων δεύτερη υποθήκη επί του ιδίου ακινήτου της, για το ποσό των Λ.Κ.15.000 (€25.629,02). Επειδή η Εναγόμενη 1 δεν ανταποκρίθηκε προς τις αναληφθείσες από αυτήν υποχρεώσεις, οι Ενάγοντες την 6/11/2008 της απέστειλαν προειδοποιητική επιστολή με την οποία την καλούσαν όπως εντός 21 ημερών από της ως άνω ημερομηνίας προβεί στην εξόφληση όλων των καθυστερημένων δόσεων που παρουσίαζαν οι ως άνω περιγραφόμενοι λογαριασμοί της. Περαιτέρω, οι Ενάγοντες την ίδια ημερομηνία απέστειλαν στον Εναγόμενο 2 προειδοποιητική επιστολή, με την οποία τον ενημέρωναν για την παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1, αναφορικά με το στεγαστικό δάνειο με αριθμό λογαριασμού 021-12-
  3. Τον καλούσαν δε όπως εντός 21 ημερών προβεί στη διευθέτηση των συμβατικών του υποχρεώσεων δυνάμει της συμφωνίας εγγύησης που υπέγραψε. Επειδή η Εναγόμενη 1 δεν συμμορφώθηκε με την ως άνω προειδοποιητική επιστολή, οι Ενάγοντες με νέα επιστολή τους ημερομηνίας 27/11/2008 τερμάτισαν την λειτουργία του λογαριασμού στεγαστικού δανείου με αριθμό 021-12-561790 και την κάλεσαν όπως εντός 10 ημερών εξοφλήσει το αναφερόμενο στην επιστολή τους χρεωστικό υπόλοιπο. Περαιτέρω, με επιστολή τους της ιδίας ημερομηνίας, πληροφόρησαν τον Εναγόμενο 2 για τον τερματισμό του ως άνω περιγραφόμενου λογαριασμού της Εναγόμενης
  4. Επίσης, οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 30/1/2009, την οποία απέστειλαν στην Εναγόμενη 1, τερμάτισαν τη λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμού δανείου με αριθμό 021-12-564390 και την κάλεσαν όπως εντός δέκα ημερών εξοφλήσει το αναφερόμενο στην επιστολή τους χρεωστικό υπόλοιπο. Με την υπό εξέταση αγωγή τους οι Ενάγοντες αξιώνουν την έκδοση απόφασης για τα χρεωστικά υπόλοιπα των ως άνω περιγραφόμενων λογαριασμών. Ας σημειωθεί ότι αξίωναν την έκδοση απόφασης για το χρεωστικό υπόλοιπο και τρίτου λογαριασμού, συγκεκριμένα του τρεχούμενου λογαριασμού με αριθμό 021-11-
  5. Η αξίωση όμως αυτή εγκαταλείφθηκε από τους Ενάγοντες κατά το στάδιο της αντεξέτασης του Μ.Ε.
  6. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 στο δικόγραφο της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους, πέραν του ότι αρνούνται τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων, προβάλλουν ότι οι Ενάγοντες είχαν υποχρέωση πριν προβούν στην εγγραφή της υποθήκης επί του ακινήτου που περιγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης, για το μερίδιο της Εναγόμενης 1, να εξασφάλιζαν την συγκατάθεση του Εναγόμενου 2, που είναι ο συνιδιοκτήτης του υπόλοιπου ½ μεριδίου επί του ιδίου ακινήτου. Αρνούνται ότι παρέλαβαν τις επιστολές των Εναγόντων, οι οποίες περιγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης, περαιτέρω δε προβάλλουν ότι σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι απεστάλη η επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 30/1/2009, αυτή είναι άκυρη και ανυπόστατη. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος 2 παραθέτει μια σειρά λόγων για τους οποίους, όπως ισχυρίζεται, απαλλάγηκε της εγγύησης του προς την Εναγόμενη
  7. Με την Ανταπαίτηση αξιώνεται, μεταξύ άλλων, δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος 2 απαλλάγηκε πλήρως της ως άνω περιγραφόμενης εγγύησης, καθώς και διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι Ενάγοντες όπως ακυρώσουν τις ως άνω περιγραφόμενες υποθήκες, τις οποίες παραχώρησε η Εναγόμενη 1 προς όφελος τους. Η μαρτυρία: Ο μοναδικός μάρτυρας τον οποίο παρουσίασαν οι Ενάγοντες ήταν ο Γρηγόρης Γρηγορίου (Μ.Ε.). Όπως κατέθεσε, από τον Οκτώβριο του 2000 μέχρι τις 28/3/2013 εργαζόταν στην υπηρεσία είσπραξης χρεών της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED. Από τις 29/3/2013 εργάζεται στο αντίστοιχο τμήμα της Bank of Cyprus Public Company Limited, ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ. Δυνάμει των προνοιών της Κ.Δ.Π.104/2013, η οποία εξεδόθη την 29/3/2013 από τον Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, από της ως άνω ημερομηνίας έχουν μεταβιβαστεί τα περιουσιακά στοιχεία και οποιασδήποτε άλλης μορφής συμβατικά δικαιώματα, αγώγιμα δικαιώματα ή οποιαδήποτε άλλα δικαιώματα της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED προς την Bank of Cyprus Public Company Limited, ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ. Είναι ένας εκ των Λειτουργών στους οποίους ανατέθηκε ο έλεγχος και η παρακολούθηση των επίδικων λογαριασμών της Εναγόμενης, ως εκ τούτου έχει στην κατοχή του τα έγγραφα που αφορούν τους ως άνω λογαριασμούς. Κατά την 29/11/2006 η Εναγόμενη 1 υπέβαλε Αίτηση στους Ενάγοντες (Τεκμήριο 5) για παροχή τραπεζικής διευκόλυνσης. Κατά την 13.12.2006 οι Ενάγοντες υπέγραψαν με την Εναγόμενη 1 Συμφωνία Στεγαστικού Δανείου (Τεκμήριο 4) δυνάμει της οποίας παραχώρησαν στην Εναγόμενη 1 δάνειο για το ποσό των €102.516,08 (ΛΚ60,000) για τους σκοπούς του οποίου ανοίχθηκε ο τραπεζικός λογαριασμός υπ' αριθμό 021-12-
  8. Αναπόσπαστο μέρος της Συμφωνίας Στεγαστικού Δανείου είναι οι Γενικοί Όροι και Κανονισμοί των Εναγόντων καθώς επίσης και ο Κατάλογος Επιτοκίων και Χρεώσεων (Τεκμήρια 6 και 7). Περαιτέρω η Εναγόμενη 1 υπέγραψε επιστολή προς τους Ενάγοντες με την οποία έδωσε τη συγκατάθεση της για την αποκάλυψη πληροφοριών στον Εναγόμενο 2 σχετικά με την οικονομική της κατάσταση (Τεκμήριο 8). Ο σκοπός του Δανείου ήταν η εξόφληση υφιστάμενου στεγαστικού Δανείου της Εναγόμενης 1 με το Συνεργατικό Ταμιευτήριο και η επέκταση οικίας και γραφείου. Προς το σκοπό αυτό οι Ενάγοντες την 19.12.2006 εξέδωσαν προς όφελος του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ την επιταγή υπ' αριθμό 506126 για το ποσό Λ.Κ.34.419,24 (€58.808,76) προς εξόφληση υφιστάμενου στεγαστικού Δανείου της Εναγόμενης 1 (Τεκμήριο 9). Περαιτέρω την 22.12.2006 χρέωσαν το λογαριασμό Στεγαστικού Δανείου με το ποσό των Λ.Κ.25.061,73 και ακολούθως πίστωσαν με το αντίστοιχο ποσό το λογαριασμό ταμιευτηρίου της Εναγομένης 1 υπ' αριθμό 021-08-080395 ως οι οδηγίες της (Τεκμήριο 10). Πέραν των πιο πάνω ποσών ο λογαριασμός της Εναγόμενης 1 χρεώθηκε με χαρτόσημα και έξοδα μελέτης συνολικού ποσού Λ.Κ.320 (Τεκμήριο 11). Το Στεγαστικό Δάνειο θα επιβαρυνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα αποτελείτο από το Βασικό Επιτόκιο, όπως καθοριζόταν από την Κεντρική Τράπεζα πλέον Περιθώριο, ως αναφέρεται στον πίνακα της παραγράφου 5 της Συμφωνίας Στεγαστικού Δανείου. Το Βασικό Επιτόκιο κατά την ημερομηνία υπογραφής της Συμφωνίας Στεγαστικού Δανείου ανερχόταν σε 4,500% ετησίως πάνω στα ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα. Σύμφωνα με τον όρο 17

(1)των Γενικών Όρων και Κανονισμών ο τόκος επί των Τραπεζικών Διευκολύνσεων υπολογίζεται στο ημερήσιο υπόλοιπο του κάθε λογαριασμού. Στις περιπτώσεις κυμαινόμενου επιτοκίου, όπως εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση, αυτό αποτελείται από το Εκάστοτε Βασικό Επιτόκιο προσαυξημένο κατά το περιθώριο. Για τον υπολογισμό του τόκου οι μήνες λογαριάζονται προς όσες μέρες έχει ο καθένας αλλά για υπολογισμό του ετήσιου τόκου θα λαμβάνεται σαν διαιρέτης το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 μέρες. Το Δάνειο θα αποπληρωνόταν δια 300 μηνιαίων δόσεων, ως ακολούθως: (α) 6 Δόσεις των Λ.Κ.198,35 (€338,90) μηνιαίως από 08.01.
  1. (β) 18 Δόσεις των Λ.Κ.335,78 (€573,71) μηνιαίως από 08.07.
  2. (γ) 276 Δόσεις των Λ.Κ.393,19 (€671,81) μηνιαίως από 08.01.
  3. Για τη διενέργεια των περιοδικών πληρωμών (δόσεων) οι Ενάγοντες εξουσιοδοτήθηκαν, τόσο με την Αίτηση της Εναγόμενης 1 όσο και με τους όρους της Συμφωνίας Στεγαστικού Δανείου να χρεώνουν το Λογαριασμό της Εναγόμενης 1 με αριθμό 021-08-080395 ή οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό της χωρίς άλλη ειδοποίηση. Ο τόκος υπερημερίας με τον οποίο θα χρεώνετο το Δάνειο θα ήταν κατά 5,00000 εκατοστιαίες μονάδες μεγαλύτερος από το συμβατικό επιτόκιο του Λογαριασμού όπως θα ίσχυε κατά τη χρονική στιγμή της υπερημερίας. Σύμφωνα με τον όρο 9 των Γενικών Όρων και Κανονισμών, παράλειψη ή άρνηση της Εναγόμενης 1 να καταβάλει οποιαδήποτε δόση με οποιουσδήποτε τόκους ή προμήθειες ή δικαιώματα στους Ενάγοντες στις καθορισμένες ημερομηνίες ή μόλις οι Ενάγοντες απαιτήσουν οποιαδήποτε πληρωμή εν όλω ή εν μέρει, καθιστά τις Τραπεζικές Διευκολύνσεις αμέσως πληρωτέες και απαιτητές και παρέχει στους Ενάγοντες, χωρίς επηρεασμό οποιασδήποτε άλλης θεραπείας ή δικαιώματος, το δικαίωμα να απαιτήσουν και να εισπράξουν ολόκληρο ή μέρος του ποσού οποιωνδήποτε Τραπεζικών Δικαιωμάτων μαζί με τους τόκους, προμήθεια και δικαιώματα. Σε αντάλλαγμα της παραχώρησης του Στεγαστικού Δανείου προς την Εναγόμενη 1, ο Εναγόμενος 2 στις 13.12.2006 υπέγραψε προς όφελος των Εναγόντων εγγυητήριο έγγραφο (Τεκμήριο 12). Οι Ενάγοντες με επιστολή τους της ιδίας ημερομηνίας ενημέρωσαν τον Εναγόμενο 2 αναφορικά με την πιστωτική διευκόλυνση την οποία ενέκριναν προς την Εναγόμενη 1 και τους όρους παραχώρησης της (Τεκμήριο 13). Περαιτέρω ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε στις 13.12.2006 έντυπο με το οποίο ουσιαστικά γνωστοποίησε στους Ενάγοντες ότι δεν επιθυμούσε να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή αναφορικά με το Εγγυητήριο Έγγραφο (Τεκμήριο 14). Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του Εγγυητηρίου ημερ. 13.12.2006, ο Εναγόμενος 2 εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1, είτε αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές, είτε είναι είτε θα γίνουν απαιτητές, είτε είναι προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα ή από εγγύηση προς τρίτο πρόσωπο ή πρόσωπα και είτε είναι άμεσες ή έμμεσες. Ανάλαβε δε να πληρώσει στους Ενάγοντες μόλις του το ζητήσουν οποιοδήποτε ποσό καταστεί πληρωτέο και απαιτητό σε σχέση με τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 ή οποιεσδήποτε από αυτές, συμπεριλαμβανομένων τόκων, τραπεζικών δικαιωμάτων, δικηγορικών και άλλων εξόδων. Σε αντάλλαγμα της παραχώρησης του υπό αναφορά Στεγαστικού Δανείου η Εναγόμενη 1 ενέγραψε την 20.12.2006 προς όφελος των Εναγόντων την Υποθήκη Υ12839/06 με βάση την οποία είχε υποθηκεύσει το ακίνητο - οικόπεδο με αριθμό εγγραφής 3/46220, Φύλλο/Σχέδιο 54/570503, τεμάχιο 1114, το ½ μερίδιο το οποίο βρίσκεται στην τοποθεσία Κουτσούλια, ενορία Αποστόλου Ανδρέα στην επαρχία Λεμεσού. Η υποθήκη αφορούσε το ποσό των Λ.Κ.60.000,00 (€102.516,08) μαζί με σύνθετο τόκο επί του ποσού των Λ.Κ.60.000,00 (€102.516,08) προς 8,25% (κυμαινόμενο) από τις 20.12.
  4. Την 02.08.2007 οι Ενάγοντες ενέκριναν την παροχή Δανείου στην Εναγόμενη 1 ύψους Λ.Κ.15.000,00(€25.629,02) για τους σκοπούς του οποίου ανοίχθηκε στο όνομα και προς όφελος της ο λογαριασμός με αριθμό 021-12-
  5. Κατά την ίδια ημερομηνία υπεγράφη Συμφωνία Δανείου από την Εναγόμενη 1 και τους Ενάγοντες (Τεκμήριο 16). Αναπόσπαστο μέρος της Συμφωνίας Δανείου ήταν οι Γενικοί Όροι και Κανονισμοί των Εναγόντων ως επίσης και ο Κατάλογος Επιτοκίων και Χρεώσεων (Τεκμήρια 6 και 7). Βάσει των όρων της Συμφωνίας Δανείου, ο σκοπός της σύναψης του ήταν η κάλυψη προσωπικών αναγκών της Εναγόμενης
  6. Οι Ενάγοντες την 03.08.2007 χρέωσαν το Λογαριασμό Δανείου με αριθμό 021-12-564390 με το ποσό των Λ.Κ.15.000,00(€25.629,02) και ακολούθως πίστωσαν το λογαριασμό της Εναγόμενης 1 υπ' αριθμό 021-08-080395 με το αντίστοιχο ποσό (Τεκμήριο 17). Το Δάνειο θα επιβαρυνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα αποτελείτο από το εκάστοτε Βασικό Επιτόκιο το οποίο καθορίζετο από την Κεντρική Τράπεζα πλέον Περιθώριο προς 2,25000% ως αναφέρεται στον πίνακα της παραγράφου 4 της Συμφωνίας Δανείου. Το Βασικό Επιτόκιο κατά την ημερομηνία υπογραφής της Συμφωνίας Δανείου ανερχόταν σε 4,50000% ετησίως πλέον το περιθώριο το οποίο ανερχόταν στο ποσοστό 2,25%. Ως εκ τούτου, το συνολικό ποσοστό επιτοκίου ανέρχετο στα 6,75% πάνω στα ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα. Το Δάνειο θα αποπληρωνόταν δια 120 μηνιαίων δόσεων εκ Λ.Κ.171,52 (€293,06) εκάστη από 25.08.2007, αναμένετο δε να εξοφληθεί την 25/07/
  7. Για τη διενέργεια των περιοδικών πληρωμών (δόσεων) για εξόφληση του Δανείου οι Ενάγοντες εξουσιοδοτήθηκαν να χρεώνουν το Λογαριασμό της Εναγόμενης 1 με αριθμό 021-11-046051 ή οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό της χωρίς άλλη ειδοποίηση. Ο τόκος υπερημερίας με τον οποία θα χρεώνετο το Δάνειο ήταν κατά 5,00000 εκατοστιαίες μονάδες μεγαλύτερος από το συμβατικό επιτόκιο του Λογαριασμού όπως θα ίσχυε κατά τη χρονική στιγμή της υπερημερίας. Σε αντάλλαγμα της παραχώρησης του ως άνω Δανείου, η Εναγόμενη 1 ενέγραψε την 03.08.2007 προς όφελος των Εναγόντων την Υποθήκη Υ8980/07 με βάση την οποία είχε υποθηκεύσει το ακίνητο - οικόπεδο με αριθμό εγγραφής 3/46220, Φύλλο/Σχέδιο 54/570503, τεμάχιο 1114, το ½ μερίδιο το οποίο βρίσκεται στην ενορία Αποστόλου Ανδρέα στην επαρχία Λεμεσού. Η υποθήκη αφορούσε το ποσό των Λ.Κ.15.000,00 (€25.629,02) μαζί με σύνθετο τόκο επί του ποσού των Λ.Κ.15.000,00 (€25.629,02) προς 8,25% (κυμαινόμενο) από τις 03.08.2007, σύμφωνα με τους όρους του εγγράφου υποθήκης, το οποίο επισυνάφθηκε στην αναφερόμενη υποθήκη ως αναπόσπαστο μέρος του (Τεκμήριο 18). Λόγω της μη ομαλής λειτουργίας των λογαριασμών Δανείου της Εναγόμενης 1 με αριθμούς 021-12-561790 και 021-12-564390 και της μη συμμόρφωσης της με τους όρους αποπληρωμής των Δανείων, όπως αυτοί αναφέρονται ανωτέρω, οι Ενάγοντες με επιστολή ημερομηνίας 06.11.2008, την οποία εξέδωσε το Κατάστημα της Λεωφόρου Μακαρίου Λεμεσού, ενημέρωσαν την Εναγόμενη 1 για τις καθυστερήσεις οι οποίες παρουσίαζαν οι επίδικοι λογαριασμοί Δανείων. Επιπλέον, ζήτησαν την πληρωμή όλων των καθυστερημένων δόσεων των εν λόγω δανείων εντός 21 ημερών από την ημερομηνία που έφερε η επιστολή και την προειδοποίησαν ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσης της με το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής θα προχωρούσαν άμεσα στη λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων για την είσπραξη των οφειλόμενων ποσών (Τεκμήριο 19). Επιπλέον, οι Ενάγοντες με Επιστολή τους ημερομηνίας 06.11.2008 την οποία εξέδωσε το ίδιο Κατάστημα ενημέρωσαν τον Εναγόμενο 2 ότι η Εναγόμενη 1 δεν τηρεί τις υποχρεώσεις της προς τους Ενάγοντες σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας Στεγαστικού Δανείου (Τεκμήριο 20). Λόγω της μη συμμόρφωσης της Εναγόμενης 1 με την ως άνω Επιστολή, οι Ενάγοντες απέστειλαν δεύτερη Επιστολή στην Εναγόμενη 1 την 27/11/2008 με την οποία την ενημέρωσαν ότι έχουν σταματήσει τη λειτουργία του λογαριασμού δανείου υπ' αριθμό 021-12-561790 ο οποίος αφορούσε την Συμφωνία Στεγαστικού Δανείου και την κάλεσαν για τελευταία φορά όπως ξοφλήσει το χρεωστικό υπόλοιπο του πιο πάνω λογαριασμού (Τεκμήριο 21). Περαιτέρω οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 27.11.2008 ενημέρωσαν τον Εναγόμενο 2 ότι οι υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 προς τους Ενάγοντες σχετικά με το Στεγαστικό Δάνειο δεν είχαν διευθετηθεί και ότι η λειτουργία του λογαριασμού του πιο πάνω Δανείου, τον οποίο είχε εγγυηθεί, είχε σταματήσει (Τεκμήριο 22). Λόγω της μη συμμόρφωσης της Εναγόμενης 1 με το περιεχόμενο της προειδοποιητικής επιστολής ημερ. 06.11.2008 η οποία αφορούσε, μεταξύ άλλων και τον λογαριασμό Δανείου υπ' αριθμό 021-12-564390, οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 30/01/2009 ενημέρωσαν την Εναγόμενη 1 ότι η λειτουργία του ως άνω λογαριασμού δανείου είχε σταματήσει (Τεκμήριο 23). Σύμφωνα με αρχείο το οποίο διατηρούν οι Ενάγοντες, οι επιστολές ημερ. 06.11.2008, 27.11.2008 και 30.01.2009 απεστάλησαν δια του συνήθους ταχυδρομείου στους Εναγόμενους 1 και 2 στις τελευταίες γνωστές διευθύνσεις τους. Καμία επιστροφή αλληλογραφίας στους Ενάγοντες δεν σημειώθηκε σε σχέση με τις ρηθείσες επιστολές. Οι Ενάγοντες τηρούν τραπεζικά βιβλία και σε ηλεκτρονική μορφή. Στο σύστημα που τηρείται στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές φυλάσσονται όλες οι πληροφορίες και οι πράξεις των πελατών των Εναγόντων συμπεριλαμβανομένων και των λογαριασμών της Εναγόμενης
  8. Το τραπεζικό βιβλίο το οποίο τηρείται από τους Ενάγοντες σε ηλεκτρονική μορφή ήταν και είναι καθ' όλο τον ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο, δηλαδή από το άνοιγμα των πιο πάνω λογαριασμών μέχρι σήμερα, ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία των Εναγόντων. Όλες οι καταχωρήσεις στο εν λόγω τραπεζικό βιβλίο για τους επίδικους λογαριασμούς έγιναν κατά την συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών των Εναγόντων. Το τραπεζικό βιβλίο καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν και εξακολουθεί να βρίσκεται φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις των Εναγόντων, υπό τον έλεγχο τους. Ετοίμασε Πιστοποιητικό υπογραμμένο από τον ίδιο, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 35 του Περί Αποδείξεως Νόμου, στο οποίο είναι συνημμένες οι αναδομημένες καταστάσεις του λογαριασμού στεγαστικού δανείου υπ' αριθμό 021-12-561790 ο οποίος ανοίχθηκε σύμφωνα με την Συμφωνία Στεγαστικού Δανείου και αποτελούν μέρος του Αρχείου των Εναγόντων (Τεκμήριο 24). Επίσης, ετοίμασε δεύτερο Πιστοποιητικό, σύμφωνα με τις πρόνοιες του ιδίου ως άνω άρθρου, στο οποίο είναι συνημμένες οι αναδομημένες καταστάσεις του λογαριασμού υπ' αριθμό 021-12-564390 ο οποίος ανοίχθηκε σύμφωνα με την Συμφωνία Δανείου ημερομηνίας 2/08/2007 οι οποίες επίσης αποτελούν μέρος του Αρχείου των Εναγόντων (Τεκμήριο 25). Όλες οι ως άνω καταστάσεις των επίδικων Λογαριασμών, αποτελούν αντίγραφο των καταχωρημένων στο ηλεκτρονικό αρχείο πράξεων. Το επιτόκιο και το περιθώριο με τα οποία χρεωνόταν ο λογαριασμός Στεγαστικού Δανείου υπ' αριθμό 021-12-561790 (νέος αριθμός 357016925972) από το άνοιγμα του μέχρι και τον τερματισμό ήταν το ακόλουθο: από 13/12/2006 μέχρι 07/07/2007 το επιτόκιο αποτελείτο από το βασικό το οποίο ανέρχετο σε 4,50% και το περιθώριο -0,50%, σύνολο επιτοκίου 4,00%, από 08/07/2007 μέχρι και τις 23/12/2007 το βασικό, το οποίο ανέρχετο σε 4,50% και το περιθώριο 0,00%, σύνολο επιτοκίου 4,50%, από 24/12/2007 μέχρι και τις 04/07/2008 το βασικό το οποίο ανέρχετο σε 4,00% και το περιθώριο 0,00%, σύνολο επιτοκίου 4,00%, από τις 05/07/2008 μέχρι και τις 14/10/2008 το βασικό το οποίο ανέρχετο σε 4,25% και το περιθώριο 0,00%, σύνολο επιτοκίου 4,25%, από 15/10/2008 μέχρι και τις 05/11/2008 το βασικό το οποίο ανέρχετο σε 3,75% και το περιθώριο 0,00%, σύνολο επιτοκίου 3,75%, από τις 06/11/2008 μέχρι τις 11/11/2008 το συνολικό επιτόκιο ήταν 4,00%, από 12/11/2008 μέχρι και τις 26/11/2008 το βασικό 3,25% και το περιθώριο 0,00%, σύνολο επιτοκίου 3,25% και από 27/11/2008 ημερομηνία τερματισμού μέχρι εξόφλησης ο τόκος είναι 14,00%. Το επιτόκιο και το περιθώριο με τα οποία χρεωνόταν ο λογαριασμός Δανείου αριθμός 021-12-564390 (νέος αριθμός 357016940807) από το άνοιγμα του μέχρι και τον τερματισμό ήταν το ακόλουθο: από 02/08/2007 μέχρι και τις 23/12/2007 το επιτόκιο ήταν βασικό 4,50% και το περιθώριο 2,250%, σύνολο επιτοκίου 6,750%, από 24/12/2007 μέχρι και τις 04/07/2008 το επιτόκιο ήταν βασικό 4,00% και το περιθώριο 2,25%, σύνολο επιτοκίου 6,25%, από τις 5/7/2008 μέχρι και τις 14/10/2008 το βασικό επιτόκιο 4,25% και το περιθώριο 2,25%, σύνολο επιτοκίου 6,50%, από 15/10/2008 μέχρι και τις 05/11/2008 το επιτόκιο ήταν βασικό 3,75% και το περιθώριο 2,25%, σύνολο επιτοκίου 6,00%, από τις 06/11/2008 μέχρι τις 11/11/2008 το συνολικό επιτόκιο ήταν 6,25%, από 12/11/2008 μέχρι και τις 26/11/2008 το επιτόκιο ήταν βασικό 3,25% και το περιθώριο 2,25%, σύνολο επιτοκίου 5,50% και από 27/11/2008 ημερομηνία τερματισμού μέχρι εξόφλησης ο τόκος είναι 14,00%. Οι λογαριασμοί δανείων χρεώνονταν με τόκο υπερημερίας προς 5% όταν υπήρχαν καθυστερήσεις στην πληρωμή των δόσεων. Το συνολικό ποσό τόκων υπερημερίας με το οποίο χρεώθηκε ο λογαριασμός Στεγαστικού Δανείου με αριθμό 021-12-561790 (νέος αριθμός 357016925972) από το άνοιγμα του μέχρι και τον τερματισμό είναι €42,95 και το συνολικό ποσό τόκων υπερημερίας με το οποίο χρεώθηκε ο λογαριασμός δανείου με αριθμό 021-12-564390 (νέος αριθμός 357016940807) από το άνοιγμα του μέχρι και τον τερματισμό είναι €15,38 (Τεκμήρια 27και 28). Οι μοναδικοί μάρτυρες που κατέθεσαν για την Υπεράσπιση ήταν οι Εναγόμενοι 1 και 2, οι οποίοι είναι αδέλφια. Ο Εναγόμενος 2 (Μ.Υ.1), στη δική του μαρτυρία παραδέχτηκε ότι εγγυήθηκε το δάνειο το οποίο συνήψε η αδελφή του κατά την 13/12/
  9. Μετά την ως άνω ημερομηνία δεν είχε άλλη ανάμιξη σε οποιοδήποτε οικονομικό θέμα που αφορούσε την αδελφή του. Κατοικεί στην οδό Πλουτάρχου 38Α, στη Λεμεσό. Επεξήγησε ότι πρόκειται για ένα «σωστό» οικόπεδο, επί του οποίου είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ½ μεριδίου, συγκεκριμένα του ανατολικού μέρους, ενώ το υπόλοιπο ½ μερίδιο, το δυτικό μέρος, είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι της αδελφή του. Δεν παρέλαβε ούτε την προειδοποιητική επιστολή (Τεκμήριο 20), ούτε την επιστολή τερματισμού (Τεκμήριο 22) επειδή η διεύθυνση Πλουτάρχου 38, που αναγράφεται στις υπό αναφορά επιστολές, δεν είναι η δική του. Για να καταδείξει ότι η διεύθυνση στην οποία του αποστέλλεται η αλληλογραφία είναι η Πλουτάρχου 38, κατέθεσε μια σειρά από έγγραφα όπως καταστάσεις τραπεζικών λογαριασμών (Τεκμήρια 32, 34 και 35) και αντίγραφο του δελτίου ταυτότητας του (Τεκμήριο 33). Κατά την υπογραφή του εγγράφου εγγύησης (Τεκμήριο 12), η διεύθυνση την οποία δήλωσε ήταν η Πλουτάρχου 38Α. Επίσης, η παρούσα αγωγή του επιδόθηκε στην ως άνω διεύθυνση του. Κατά την αντεξέταση του, όταν του υπεδείχθη από την ευπαίδευτη συνήγορο των Εναγόντων ότι ως διεύθυνση του αναγράφεται, τόσο στο εγγυητήριο έγγραφο (Τεκμήριο 12), όσο και στην επιστολή ημερομηνίας 13/12/2006 (Τεκμήριο 13), η Πλουτάρχου 38, έδωσε την ακόλουθη απάντηση: «Με ρωτούσε ο τραπεζικός υπάλληλος τη διεύθυνση μου και εγώ του είπα 38Α. Αν ο υπάλληλος έγραψε 38 δεν το πρόσεξα, μέσα σε τόσα πολλά έγγραφα.» Από πλευράς της η Εναγόμενη 1 (Μ.Υ.2), στη δική της μαρτυρία παραδέχτηκε ότι συνήψε ένα δάνειο στις 13.12.2006, για το ποσό των Λ.Κ.60.000, για το οποίο την εγγυήθηκε ο αδελφός της και στη συνέχεια συνήψε δεύτερο δάνειο για το ποσό των Λ.Κ.15.
  10. Για τα ως άνω δάνεια παραχώρησε υποθήκη στο ίδιο ακίνητο. Κατόπιν έρευνας την οποία έκανε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο, διαπίστωσε ότι το ακίνητο της βαρύνεται με τέσσερις υποθήκες (Τεκμήριο 36). Κατά τη σύναψη των ως άνω αναφερόμενων συμφωνιών, η διεύθυνση που δήλωσε στην τράπεζα ήταν η Πλουτάρχου
  11. Πρόκειται για τη διεύθυνση στην οποία διαμένει. Στην ίδια διεύθυνση λαμβάνει την αλληλογραφία της, συγκεκριμένα στο ταχυδρομικό κουτί που βρίσκεται στην κατοικία της. Ο αδελφός της έχει δικό του, ξεχωριστό, ταχυδρομικό κουτί. Ισχυρίστηκε ότι δεν παρέλαβε καμιά από τις επιστολές τις οποίες της έστειλε η τράπεζα (Τεκμήρια 19, 21 και 23), για το λόγο ότι στις επιστολές αυτές αναγραφόταν ως διεύθυνση της η οδός Πλουτάρχου 38Α. Σε κάποιο χρονικό διάστημα η τράπεζα της ζήτησε και άλλες εγγυήσεις, προς περαιτέρω εξασφάλιση. Ο αδελφός της δεν γνώριζε ότι παραχώρησε και άλλες εξασφαλίσεις στην τράπεζα. Γνώριζε μόνο για την πρώτη υποθήκη. Δεν αποκάλυψε στον αδελφό της ότι είχε κάμει και δεύτερο δάνειο, για το ποσό των Λ.Κ.15.
  12. Όταν ο αδελφός της το αντιλήφθηκε, τσακώθηκαν μεταξύ τους και από το 2007 δεν είχαν οποιαδήποτε επικοινωνία. Κατά την αντεξέταση της διευκρίνισε ότι στο ακίνητο, επί του οποίου παραχώρησε τις υποθήκες, υπάρχουν δύο κατοικίες. Η δική της κατοικία είναι στη δυτική πλευρά του ακινήτου και έχει αριθμό 38, ενώ του αδελφού της είναι στην ανατολική και έχει αριθμό 38Α. Παραδέχτηκε ότι ήταν μέτοχος και διευθυντής της εταιρείας "Keep Shipping Ltd", η οποία έδρευε στην οδό Πλουτάρχου 38, συγκεκριμένα διαχώρισε ένα κομμάτι από το σπίτι της και το μετέτρεψε σε γραφείο της εταιρείας. Ερωτώμενη από την ευπαίδευτη συνήγορο των Εναγόντων γιατί στον Έφορο Εταιρειών είχε δηλώσει ως διεύθυνση της εταιρείας την οδό Πλουτάρχου 38Α, αφού η εταιρεία αυτή έδρευε στο σπίτι της, απάντησε επί λέξει: «Δεν ξέρω, ίσως να έχω συγχιστεί, δεν ξέρω ειλικρινά.» Ερωτώμενη, επίσης, να επεξηγήσει πως έμαθε ο αδελφός της ότι έκαμε και δεύτερο δάνειο, απάντησε ότι, βλέποντας την να χρησιμοποιεί και άλλα χρήματα για να αγοράζει προσωπικά της πράγματα, όπως αυτοκίνητο, του μπήκαν «ψύλλοι στα αφτιά». Από τότε που ο αδελφός της παρέλαβε την αγωγή είναι σε μεγάλη ένταση μεταξύ τους. Αντάλλαξαν πολύ βαριές κουβέντες με τον αδελφό της. Ερωτώμενη να διευκρινίσει κατά πόσο παρέλαβε την προειδοποιητική επιστολή, η οποία απευθύνετο προς τον αδελφό της στη διεύθυνση Πλουτάρχου 38 (Τεκμήριο 20), απάντησε ότι δεν θυμόταν αν την παρέλαβε. Όμως, ακόμα κι αν την παρέλαβε, λόγω του θυμού που είχε μπορεί και να την πέταξε. Aξιολόγηση μαρτυρίας - ευρήματα: Παρακολούθησα με την επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Θα πρέπει να τονίσω ότι η αξιολόγηση τους δεν περιορίστηκε στην εντύπωση που άφησαν από το εδώλιο του μάρτυρα, αλλά επεκτάθηκε στην ουσία της εκδοχής τους, την οποία αντιπαρέβαλα με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό που υπάρχει ενώπιον μου (Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71). Όπως έχει αναφερθεί στην πρόσφατη υπόθεση P. & Chr. Seafood Express Ltd κ.α. ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, ECLI:CY:AD:2014:A661, Πολ. Έφεση αρ. 277/2009, ημερομηνίας 10/9/2014: «Είναι καθιερωμένη και αδιαμφισβήτητη η νομολογία που θέλει κριτή της μαρτυρίας να είναι κατ' εξοχήν το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου διεξάγεται η δίκη (Σταύρου ν. Χαραλάμπους
(2011)1 Α.Α.Δ. 193). Και αυτό βέβαια για καλό λόγο. Το Δικαστήριο μπορεί να αποτιμήσει την αξιοπιστία των μαρτύρων υπό το φως της ενώπιον του ακροαματικής διαδικασίας στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης με όλες τις εκφάνσεις και παραμέτρους της. Ο Δικαστής ο οποίος έχει το ευεργέτημα αυτής της θεώρησης πραγμάτων καλείται κατ' αντικειμενικό τρόπο να κρίνει τους συνανθρώπους του αποστασιοποιημένος βέβαια από την υπόθεση και ενσωματώνοντας το μέτρο εκείνο της αμερόληπτης και λογικής κρίσης που διέρχεται ολόκληρη την κοινωνία με πρόσθετη βέβαια τη νομική κατάρτιση του Δικαστή (Baloise Insurance Co. Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275). Ο Μ.Ε. άφησε εξαιρετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Είχε πλήρη επίγνωση του καθήκοντος του να παρουσιάσει τα γεγονότα, όπως αυτά περιήλθαν στην αντίληψη του, χωρίς προσπάθεια παραποίησης τους, ώστε να δώσει προβάδισμα στην υπόθεση των Εναγόντων. Απάντησε σε οτιδήποτε ερωτήθηκε με σαφήνεια και αυθορμητισμό. Ήταν ξεκάθαρος ότι δεν είχε προσωπική ανάμιξη στην υπόθεση από την αρχή, περιορίζοντας τη μαρτυρία του σε όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη του από τη μελέτη του φακέλου της υπόθεσης, ο οποίος του ανατέθηκε με σκοπό την προώθηση της στο Δικαστήριο. Αποκάλυψε όλα τα στοιχεία που υπήρχαν στο φάκελο του, χωρίς να αποκρύψει οτιδήποτε το οποίο δυνατό να μην εξυπηρετούσε την υπόθεση των Εναγόντων. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως πλήρως αξιόπιστη. Σε αντίθεση με το μάρτυρα των Εναγόντων, οι Εναγόμενοι άφησαν αλγεινή εντύπωση στο Δικαστήριο. Αυτό το οποίο έχω διαπιστώσει, παρακολουθώντας τους με προσοχή στο εδώλιο του μάρτυρα, ήταν μια αγωνιώδης και συγχρόνως οργανωμένη προσπάθεια και των δύο τους να παρουσιάσουν, μέσω ενός ευτελούς και προσαρμοσμένου στις ανάγκες της Υπεράσπισης τους σεναρίου, ότι δεν είχαν παραλάβει τις προειδοποιητικές επιστολές και τις επιστολές τερματισμού των Εναγόντων (Τεκμήρια 19 - 23), προφασιζόμενοι ότι οι διευθύνσεις που αναγράφονται στις επιστολές δεν ανταποκρίνονται στην ορθή διεύθυνση του κάθε ενός. Όπως ισχυρίστηκαν, η ορθή διεύθυνση της Εναγόμενης 1 είναι η Πλουτάρχου 38 και του Εναγόμενου 2 η Πλουτάρχου 38Α. Αντίθετα, η διεύθυνση που αναγράφεται στις υπό αναφορά επιστολές είναι, για μεν την Εναγόμενη 1 η Πλουτάρχου 38Α, για δε τον Εναγόμενο 2 η Πλουτάρχου
  1. Όμως, τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ακόμα και αυτά που κατατέθηκαν από τους ίδιους τους Εναγόμενους (Τεκμήρια 31 και 36), αντικρούουν τον ως άνω ισχυρισμό τους. Αντίθετα, καταδεικνύουν ότι και οι δύο τους δήλωναν, κατά το δοκούν και τις δύο διευθύνσεις, οι οποίες αφορούν τις δύο κατοικίες που έχουν ανεγερθεί επί του ιδίου ακινήτου, θεωρώντας ότι δεν είχε διαφορά για τους ιδίους αν χρησιμοποιούσαν τον αριθμό 38 ή 38Α. Συγκεκριμένα, στο πιστοποιητικό ακίνητης ιδιοκτησίας (Τεκμήριο 31), που κατατέθηκε από τον ίδιο τον Εναγόμενο 1, καταγράφεται ως διεύθυνση και των δύο Εναγομένων η Πλουτάρχου
  2. Ομοίως, στο εγγυητήριο έγγραφο που υπέγραψε ο Εναγόμενος 2 (Τεκμήριο 12), καταγράφεται η Πλουτάρχου 38 ως η διεύθυνση και των δύο Εναγομένων. Η εταιρεία της Εναγόμενης 1, Keep Shipping Ltd, όπως επιμαρτυρεί και το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο της έρευνας στα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών (Τεκμήριο 37), δηλώθηκε ότι έχει το εγγεγραμμένο της γραφείο στην οδό Πλουτάρχου 38Α. Όπως η ίδια η Εναγόμενη 1 δέχθηκε στη μαρτυρία της, η ως άνω εταιρεία της στεγαζόταν στην κατοικία της, μέρος της οποίας είχε μετατρέψει σε γραφείο της εταιρείας. Όταν δε της ζητήθηκε, κατά την αντεξέταση της, να επεξηγήσει τον λόγο που είχε δηλώσει ως διεύθυνση της εταιρείας της την Πλουτάρχου 38Α, απάντησε απλά ότι δεν ήξερε το λόγο, προφασιζόμενη ότι ίσως να είχε συγχιστεί. Από πλευράς του ο Εναγόμενος 2, όταν του υπεδείχθη ότι στην επιστολή (Τεκμήριο 13), η οποία φέρει την υπογραφή του, αναγράφεται ως διεύθυνση του η Πλουτάρχου 38 αντί 38Α, προέβαλε την ευτελή δικαιολογία ότι δεν πρόσεξε, μέσα σε τόσα πολλά έγγραφα, ότι ο τραπεζικός υπάλληλος δεν κατέγραψε την ορθή διεύθυνση, την οποία του ανέφερε. Η Εναγόμενη 1, για να αποκλείσει οποιαδήποτε υπόνοια ότι μπορεί να είχε ενημερωθεί από τον αδελφό της για τυχόν παραλαβή από αυτόν των επιστολών των Εναγόντων, οι οποίες απευθύνονταν προς την ίδια, προχώρησε ένα βήμα παραπέρα, προβάλλοντας τον ευτελή ισχυρισμό ότι από το 2007 περίπου διασαλεύτηκαν οι σχέσεις τους και διέκοψε κάθε επικοινωνία με τον αδελφό της, επειδή δεν του αποκάλυψε από την αρχή ότι είχε πάρει και δεύτερο δάνειο. Όταν δε το αντιλήφθηκε ο αδελφός της «τσακώθηκαν», αντάλλαξαν βαριές κουβέντες και διέκοψαν κάθε επαφή μεταξύ τους. Αυτό το οποίο δεν έχω αντιληφθεί είναι, ποιο λόγο είχε ο αδελφός της να έλθει σε αντιπαράθεση μαζί της για το δεύτερο δάνειο το οποίο συνήψε, από τη στιγμή που ο ίδιος δεν είχε σχέση με αυτό. Ούτε εγγυητής ήταν, ούτε παραχώρησε οποιαδήποτε άλλη εξασφάλιση προς όφελος της, ώστε να επηρεάζεται καθ' οιονδήποτε τρόπο από αυτό. Ισχυρίστηκαν ακόμα και οι δύο Εναγόμενοι ότι δεν είχαν λάβει γνώση του εγγράφου με τους γενικούς όρους και κανονισμούς (Τεκμήριο 6) όταν υπέγραψαν, η μεν Εναγόμενη τις συμφωνίες δανείου (Τεκμήρια 4 και 16), ο δε Εναγόμενος 2 τη συμφωνία εγγύησης (Τεκμήριο 12). Η πρώτη φορά δε που το είδαν ήταν στο Δικαστήριο. Αυτό το οποίο θα ήθελα να επισημάνω, όσον αφορά την Εναγόμενη 1, είναι ότι ο υπό αναφορά ισχυρισμός της καταρρίπτεται από το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο των γραπτών συμφωνιών (Τεκμήρια 4 και 16), στις οποίες ρητά δηλώνει ότι παρέλαβε το ως άνω έγγραφο (Τεκμήριο 6), έχει αποδεχθεί τους όρους και κανονισμούς που περιέχονται σ' αυτό και συμφώνησε ότι θα εξακολουθούν να ισχύουν και να την δεσμεύουν. Για όλους τους λόγους που έχω παραθέσει λεπτομερώς πιο πάνω, απορρίπτω τη μαρτυρία τους ως παντελώς αναξιόπιστη. Τα ευρήματα στα οποία καταλήγω, με βάση την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, καθώς και το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο των κατατεθέντων Τεκμηρίων, είναι τα ακόλουθα: Η Εναγόμενη 1, με γραπτή αίτηση της ημερομηνίας 29/11/2006 προς τη Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ (Τεκμήριο 5) ζήτησε την παραχώρηση δανείου. Κατόπιν εγκρίσεως της αίτησης της, υπεγράφη κατά την 13/12/2006 μεταξύ της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ και Εναγόμενης 1, ειδική συμφωνία παραχώρησης στεγαστικού δανείου, για το ποσό των Λ.Κ.60.000 (Τεκμήριο 4), σε σχέση με το οποίο ανοίχθηκε ο λογαριασμός υπ' αριθμό 021-12-
  3. Ο σκοπός του δανείου ήταν η εξόφληση υφιστάμενου στεγαστικού δανείου της Εναγόμενης 1 με το Συνεργατικό Ταμιευτήριο και η επέκταση οικίας και γραφείου. Προς το σκοπό αυτό εξεδόθη προς όφελος του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λτδ, από την ως άνω Τράπεζα, κατά την 19/12/2006 η επιταγή υπ' αριθμό 506126, για το ποσό των Λ.Κ.34.419,24 (Τεκμήριο 9). Το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.25.061,73 πιστώθηκε στο λογαριασμό της Εναγόμενης 1 υπ' αριθμό 021-08-080395 (Τεκμήριο 10), κατόπιν οδηγιών της. Σε αντάλλαγμα της παραχώρησης του ως άνω περιγραφόμενου δανείου, ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε κατά την 13/12/2006 προς όφελος της ως άνω τράπεζας εγγυητήριο έγγραφο μέχρι του ποσού των Λ.Κ.60.000 πλέον τόκοι (Τεκμήριο 12). Επίσης, η Εναγόμενη 1 παραχώρησε προς όφελος της ως άνω Τράπεζας την υποθήκη υπ' αριθμό Υ12839/06 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, επί του ακινήτου της με αριθμό εγγραφής 3/46220, Φύλλο/Σχέδιο 54/570503, τεμάχιο 1114, το ½ μερίδιο το οποίο βρίσκεται στην τοποθεσία Κουτσούλια, ενορία Αποστόλου Ανδρέα στην επαρχία Λεμεσού (Τεκμήριο 15). Κατά την 2/8/2007 υπεγράφη μεταξύ της Marfin Popular Bank Public Co Ltd και Εναγόμενης 1 συμφωνία δυνάμει της οποίας παρεχωρήθη στην Εναγόμενη 1 δάνειο για το ποσό των Λ.Κ.15.000 (Τεκμήριο 16), για τους σκοπούς του οποίου ανοίχθηκε προς όφελος της Εναγόμενης 1 ο λογαριασμός υπ' αριθμό 021-12-
  4. Το ως άνω αναφερόμενο ποσό πιστώθηκε στο λογαριασμό της Εναγόμενης υπ' αριθμό 021-08-080395 (Τεκμήριο 17). Σε αντάλλαγμα της παραχώρησης του ως άνω δανείου, η Εναγόμενη 1 ενέγραψε προς όφελος της ως άνω Τράπεζας δεύτερη υποθήκη υπ' αριθμό Υ8980/07, του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, επί του ως άνω περιγραφόμενου ακινήτου της (Τεκμήριο 18). Νομική Πτυχή: Όπως διαφαίνεται από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης, η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή ηγέρθη από τους Marfin Popular Bank Public Co Ltd. Στις παραγράφους 1 και 2 της Έκθεσης Απαίτησης του κλητηρίου εντάλματος, όπως αυτό τροποποιήθηκε με βάση το διάταγμα ημερομηνίας 31/5/2012, αναφέρεται ότι οι Ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης διά μετοχών, νόμιμα εγγεγραμμένη στην Κύπρο, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και διεξάγουν τραπεζικές εργασίες. Μέχρι την 4/12/2006 διατηρούσαν το όνομα Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ και από την 4/12/2006 μετονομάστηκαν σε Marfin Popular Bank Public Co Ltd. Παρά το ότι οι Εναγόμενοι στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους αρνούνται τους ισχυρισμούς των ως άνω παραγράφων της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων, εντούτοις κατά την ακροαματική διαδικασία δεν αμφισβητήθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο τους. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνω ότι, όπως υποδεικνύει η νομολογία μας, στην περίπτωση που αμφισβητείται η ύπαρξη του Ενάγοντα, ο Εναγόμενος υποχρεούται να κινήσει τον μηχανισμό για διαγραφή της αγωγής. Η Δ.2, Θ.3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, σκοπεί στον προσδιορισμό τόσο της οντότητας όσο και της ταυτότητας του Ενάγοντα. Η κίνηση του μηχανισμού για έγερση της αγωγής προϋποθέτει την ύπαρξη του. (Lioufis And Co Ltd v. Ανδρονίκου και άλλου
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 773, Εδαξυλ Ξυλουργικές Επιχειρήσεις Λτδ ν. Αγαθοκλέους
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 1337, Union Des Cooperatives Agricoles De Cereales De Semences v. Apak Agro Industries Ltd
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 542 και C.R.C. Holiday Park Ltd v. Αντρέα κ.ά.
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 900). Κατά την 23/10/2012 κατεχωρήθη εκ μέρους των Εναγόντων στο φάκελο της υπόθεσης η ακόλουθη ειδοποίηση, στην οποία επισυνάπτεται πιστοποιητικό αλλαγής ονόματος του Εφόρου Εταιρειών, ημερομηνίας 5/4/2012 και ειδικό ψήφισμα των μετόχων της Marfin Popular Bank Public Co Ltd. «Προς τον Πρωτοκολλητή Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού Λεμεσός Ειδοποιείστε ότι το όνομα της Ενάγουσας Εταιρείας MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD έχει αλλάξει σε CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD από τις 5/4/2012. Ένεκα τούτου όλα τα μελλοντικά δικόγραφα θα έχουν ως τίτλο το νέο όνομα και σε παρένθεση το παλαιό όνομα ήτοι CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, (πρώην MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD). Η ειδοποίηση αυτή δίδεται με βάση την Διαταγή 12, Κ.4 & 5, την Διαταγή 48, Κ.1, 2, 3, 8
(1)(p) και 8
(2), το άρθρο 19
(4)του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 όπως αυτός τροποποιήθηκε, το Αγγλικό Annual Practice του 1959 Δ.17 Κ.4 σελίδα 421, το Practice Direction 1965
(1)All E.R. σελ. 43 και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. .........................................................................................................» Το άρθρο 19
(4)του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 προνοεί τα ακόλουθα: «Αλλαγή ονόματος από εταιρεία δεν επηρεάζει οποιαδήποτε δικαιώματα ή υποχρεώσεις της εταιρείας ή καθιστά ελαττωματική οποιαδήποτε νομική διαδικασία από ή εναντίον της και οποιαδήποτε νομική διαδικασία που δυνατόν να συνεχίζεται ή άρχισε εναντίον της, με το προηγούμενο της όνομα, δύναται να συνεχίζεται ή να αρχίζει εναντίον της, με το νέο της όνομα.» Στο σύγγραμμα «The Annual Practice», 1958, στη σελίδα 421, αναφέρεται ότι δεν υπάρχει αναγκαιότητα όπως εκδοθεί διάταγμα για συνέχιση της διαδικασίας ή για τροποποίηση, σε περίπτωση αλλαγής ονόματος εταιρείας, εκκρεμούσης δικαστικής διαδικασίας. Αναφέρεται, επίσης, ότι είναι αρκετό να καταχωρείται γραπτή ειδοποίηση στο Πρωτοκολλητείο, να επιδίδεται αντίγραφο της στα υπόλοιπα μέρη της διαδικασίας και το νέο όνομα θα χρησιμοποιείται σε όλες τις μεταγενέστερες διαδικασίες. Έχοντας κατά νουν τα όσα παρατίθενται πιο πάνω, καταλήγω ότι οι Ενάγοντες συμμορφώθηκαν πλήρως με την υποχρέωση τους για καταχώρηση της ειδοποίησης αλλαγής του ονόματος των Εναγόντων. Επιπρόσθετα, είμαι της άποψης ότι δεν απαιτείτο η υποβολή αίτησης τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων, ώστε να αντικατασταθεί το όνομα τους. Στο σημείο αυτό θα πρέπει ακόμα να επισημάνω ότι ο Μ.Ε. κατέθεσε ως Τεκμήρια το πιστοποιητικό αλλαγής του ονόματος των Εναγόντων (Τεκμήριο 2) και το ειδικό ψήφισμα της έκτακτης γενικής συνέλευσης, ημερομηνίας 2/4/2012 για αλλαγή του ονόματος (Τεκμήριο 3). Τονίζω ότι το περιεχόμενο των υπό αναφορά Τεκμηρίων παρέμεινε αδιαμφισβήτητο. Κατά την 3/10/2013 κατεχωρήθη στο φάκελο του Δικαστηρίου η ακόλουθη ειδοποίηση, εκ μέρους των Εναγόντων: «Δια της παρούσης ειδοποιείστε ότι, δυνάμει των προνοιών του Διατάγματος Κ.Δ.Π.104/2013, το οποίο εκδόθηκε την 29ην Μαρτίου 2013 από τον Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, την 29/3/2013, έλαβε χώρα μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, και από την 29/3/2013 όλη η επιχειρηματική δραστηριότητα και λειτουργία και όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις (εκτός από τα προβλεπόμενα στο Παράρτημα 1 του εν λόγω Διατάγματος) της CUPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, από συμβάσεις που υπέγραψε, και όλα τα δικαιώματα επί οποιασδήποτε κινητής και ακίνητης περιουσίας, εξασφαλίσεις και οποιασδήποτε άλλης μορφής, συμβατικά δικαιώματα, αγώγιμα δικαιώματα, ή οποιαδήποτε άλλα δικαιώματα και γενικά όλα ανεξαίρετα τα περιουσιακά στοιχεία της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD μεταβιβάστηκαν ή εκχωρήθηκαν προς όφελος και αναλήφθηκαν ή αποκτήθηκαν από την BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD και στα ελληνικά ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ. Αντίγραφο του εν λόγω διατάγματος επισυνάπτεται και σημειώνεται ως Τεκμήριο 1. Δια της παρούσης ειδοποιείστε, περαιτέρω, ότι, η αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση του Ιδρύματος υπό εξυγίανση, για τους σκοπούς των διαδικασιών που εκκρεμούν, πραγματοποιείται με καταχώριση, από το αποκτών πρόσωπο ή την ενδιάμεση τράπεζα ή την εταιρεία διαχείρισης, σχετικής ειδοποίησης. Ένεκα των ανωτέρω, δια της παρούσης, οι Ενάγοντες αντικαθίστανται και/ή υποκαθίστανται από τους ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, και όλα τα μελλοντικά δικόγραφα, στον τίτλο τους, θα έχουν, ως όνομα των Εναγόντων, το όνομα του αποκτώντος προσώπου, με αναγραφή στην παρένθεση το παλαιό όνομα των Εναγόντων, ως ακολούθως: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (πρώην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD). Το αποκτών πρόσωπο διόρισε εκ νέου τους κ.κ. ΝΙΚΟΣ ΧΡ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ & ΣΥΝΕΤΑΙΡΟΙ, ως δικηγόρους του αποκτώντος προσώπου και/ή των Εναγόντων και σχετικό διοριστήριο επισυνάπτεται, ως Τεκμήριο 2. Η ειδοποίηση αυτή δίδεται από το αποκτών πρόσωπο BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD και στα ελληνικά ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ με βάση το εδάφιο
(1)του άρθρου 28 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Άλλων Ιδρυμάτων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2013 Ν.38
(1)/2013, ως τροποποιήθηκε την 17/5/2013.» Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων στην γραπτή του αγόρευση υποστηρίζει ότι Ενάγοντες, στην παρούσα υπόθεση, δεν θα έπρεπε να ήταν ούτε η Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd, ούτε η Marfin Popular Bank Public Co Ltd, αλλά η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Αυτό το οποίο έχω αντιληφθεί από την ως άνω επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εναγομένων, είναι ότι θα έπρεπε να καταχωρηθεί αίτηση τροποποίησης, ώστε οι Ενάγοντες να αντικατασταθούν με την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Την απάντηση στο εγειρόμενο από την Υπεράσπιση ζήτημα δίνει ο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμος 17
(1)/2013, όπως τροποποιήθηκε με το Νόμο 38
(1)/2013, το άρθρο 28 του οποίου αναφέρει επί λέξει τα ακόλουθα: «Νοείται ότι, ανεξαρτήτως των διατάξεων οποιουδήποτε Νόμου ή οποιουδήποτε Κανονισμού, στις περιπτώσεις όπου εκκρεμεί οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου ή Επαρχιακού Κτηματολογίου, η αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση του ιδρύματος υπό εξυγίανση για τους σκοπούς της εκκρεμούσας διαδικασίας, θα πραγματοποιείται με την καταχώριση από το αποκτών πρόσωπο ή την ενδιάμεση τράπεζα ή την εταιρεία διαχείρισης, σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο πρωτοκολλητείο ή επαρχιακό κτηματολόγιο, ανάλογα με την περίπτωση.» Εν όψει των όσων αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι δεν απαιτείτο η υποβολή αίτησης τροποποίησης, ώστε οι Ενάγοντες να αντικατασταθούν με την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Η επίδικες συμφωνίες: Οι Εναγόμενοι, στην ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία τους, παραδέχτηκαν την από μέρους τους υπογραφή όλων των επίδικων συμφωνιών. Ειδικότερον, η Εναγόμενη 1 παραδέχτηκε την υπογραφή των συμφωνιών δανείου με τους Ενάγοντες (Τεκμήρια 4 και 16), ο δε Εναγόμενος 2 την υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης (Τεκμήριο 12). Αδιαμφισβήτητο επίσης παρέμεινε και το περιεχόμενο των υπό αναφορά συμφωνιών. Αυτό το οποίο αμφισβήτησαν οι Εναγόμενοι ήταν το Τεκμήριο 6, το οποίο περιγράφεται ως «Γενικοί Όροι και Κανονισμοί». Όπως συγκεκριμένα ισχυρίστηκαν, δεν είχαν γνώση του περιεχομένου του κατά τον χρόνο υπογραφής των επίδικων συμφωνιών. Κατ' αρχή, όσον αφορά τον Εναγόμενο 2, είμαι της άποψης ότι δεν απαιτείτο να του κοινοποιηθεί το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6, για το λόγο ότι με την επιστολή ημερομηνίας 13/12/2006 (Τεκμήριο 13), την παραλαβή της οποίας δεν αμφισβήτησε, του κοινοποιήθηκαν όλοι οι όροι του στεγαστικού δανείου (Τεκμήριο 4), το οποίο εγγυήθηκε με τη συμφωνία εγγύησης (Τεκμήριο 12). Όσον αφορά την Εναγόμενη 2, σύμφωνα με το αδιαμφισβήτητο κείμενο των συμφωνιών δανείου (Τεκμήρια 4 και 16), δηλώνεται ότι έχει παραλάβει τον κατάλογο επιτοκίων και χρεώσεων καθώς και τους γενικούς όρους και κανονισμούς της τράπεζας, οι οποίοι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των υπό αναφορά συμφωνιών, τους οποίους έχει αποδεχθεί και συμφωνήσει ότι αυτοί θα εξακολουθούν να ισχύουν και να την δεσμεύουν. Το Δικαστήριο έχει υπόψη του τη νομολογιακή αρχή, σύμφωνα με την οποία, για να θεωρηθεί κάποιος ότι έχει αποδεχτεί όρους σύμβασης, θα πρέπει να τους πληροφορηθεί πριν τη σύναψη της συμφωνίας. Κανένας δεν μπορεί να συμφωνήσει σε κάτι που δεν γνωρίζει. Οι όροι θα πρέπει να τεθούν υπόψιν του συμβαλλόμενου που θα δεσμευτεί, πριν ή κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης. Αν δεν του γνωστοποιηθούν μέχρι τη σύναψη της συμφωνίας, δεν έχουν οποιοδήποτε αποτέλεσμα (Holiday Tours Ltd. v. Κούτα κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 766, Olley v. Marlborough Court Ltd
(1949)1 K.B. 532). Στην υπό εξέταση υπόθεση η ρητή δήλωση της Εναγόμενης 1 ότι παρέλαβε τους γενικούς όρους και κανονισμούς της Τράπεζας και ότι τους έχει αποδεχτεί εξυπακούει, λογικά, ότι περιήλθαν εις γνώση της πριν θέσει την υπογραφή της επί της επίδικης συμφωνίας. Συνεπώς ικανοποιείται πλήρως, κατά την άποψη μου, η ως άνω νομολογιακή αρχή, με αποτέλεσμα η Εναγόμενη 1 να δεσμεύεται από τους όρους του Τεκμηρίου 6, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος και των δύο συμφωνιών δανείου. Οι επίδικες υποθήκες: Συμφώνως των ευρημάτων στα οποία έχω καταλήξει, η Εναγόμενη 1 παραχώρησε, προς όφελος των Εναγόντων, τις υποθήκες υπ' αριθμό Υ12839/06 και Υ8980/07 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της προς τους Ενάγοντες. Οι Εναγόμενοι, στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους, προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι οι Ενάγοντες είχαν υποχρέωση, πριν προβούν στην καταχώρηση των ως άνω υποθηκών, να εξασφάλιζαν και την συγκατάθεση του Εναγόμενου 2 ο οποίος, όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο, είναι ο εγγεγραμμένος συνιδιοκτήτης επί του υποθηκευθέντος ακινήτου. Επιπρόσθετα, στην Ανταπαίτηση τους αξιώνουν διάταγμα το οποίο να διατάσσει τους Ενάγοντες όπως εξαλείψουν τις ως άνω περιγραφόμενες υποθήκες. Αυτό το οποίο διαπιστώνω είναι ότι δεν έχει εξειδικευτεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγομένων σε ποια νομοθετική ή κανονιστική διάταξη στηρίζει το επιχείρημα του, ότι θα έπρεπε να είχε εξασφαλιστεί η συγκατάθεση του Εναγόμενου 2 για την υποθήκευση του εγγεγραμμένου μεριδίου της Εναγόμενης
  1. Έχω ανατρέξει στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο αρ. 9/1965, όμως δεν έχω εντοπίσει κάποια πρόνοια του που θα μπορούσε να στηρίξει το επιχείρημα του κ. Ιωάννου. Κατά συνέπεια, αυτό απορρίπτεται ως παντελώς ανεδαφικό. Αναφορικά με τον ισχυρισμό της υπεράσπισης ότι πέραν των επίδικων υποθηκών έχουν εγγραφεί μεταγενέστερα και άλλες υποθήκες, άσχετες με τα επίδικα δάνεια, αυτό το οποίο θα ήθελα να επισημάνω είναι ότι δεν έχει επεξηγηθεί πως οι μεταγενέστερες υποθήκες δυνατόν να επηρεάζουν την εγκυρότητα των επίδικων. Πέραν των πιο πάνω, κατά την αντεξέταση του Μ.Ε., του υπεβλήθη ότι το έγγραφο υποθήκης (Τεκμήριο 15) είναι παραποιημένο και δεν αντιπροσωπεύει το έγγραφο που κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο. Όμως, δεν έχει καθοριστεί, από τον κ. Ιωάννου, τι ακριβώς παραποιήθηκε από το συγκεκριμένο έγγραφο. Ενόψει του γενικού και αόριστου τρόπου με τον οποίο τέθηκε ο ως άνω ισχυρισμός, δεν παρέχεται η ευχέρεια στο Δικαστήριο να τον εξετάσει εις βάθος. Η στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης της Εναγόμενης 1 για την αποπληρωμή των χρεωστικών υπολοίπων των επίδικων λογαριασμών: Στις επίδικες συμφωνίες δανείων καθορίζεται ο τρόπος αποπληρωμής των ληφθέντων από την Εναγόμενη 1 δανείων, που είναι με μηνιαίες πληρωμές. Ειδικότερον, η συμφωνία Τεκμήριο 4 διαλαμβάνει ότι το δάνειο θα πληρωθεί σε 300 μηνιαίες δόσεις, η πρώτη δόση πληρωτέα την 8/1/2007 και κάθε επόμενη την 8η μέρα κάθε επόμενου μήνα, με τελευταία ημερομηνία εξόφλησης την 8/12/
  2. Το ύψος των δόσεων ξεκινά από Λ.Κ.198,35 και σταδιακά φτάνει το ποσό των Λ.Κ.393,
  3. Η συμφωνία (Τεκμήριο 16) διαλαμβάνει ότι το δάνειο θα πληρωθεί σε 120 ισόποσες μηνιαίες δόσεις των Λ.Κ.171,52 η κάθε μία, η πρώτη εκ των οποίων ήταν πληρωτέα κατά την 25/8/2007 και η τελευταία την 25/7/
  4. Ο όρος 9 των Γενικών Όρων και Κανονισμών (Τεκμήριο 6) οι οποίοι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των επίδικων συμφωνιών δανείου, προνοεί επί λέξει τα ακόλουθα: «Παράληψη ή άρνηση του Πελάτη να καταβάλει οποιαδήποτε δόση με οποιουσδήποτε τόκους, ή προμήθειες, ή δικαιώματα της Τράπεζας στις καθορισμένες ημερομηνίες, ή μόλις η Τράπεζα απαιτήσει οποιαδήποτε πληρωμή εν όλω ή εν μέρει, καθιστά τις επηρεαζόμενες Τραπεζικές Διευκολύνσεις, αμέσως πληρωτέες και απαιτητές και παρέχει στην Τράπεζα, χωρίς επηρεασμό οποιασδήποτε άλλης θεραπείας ή δικαιώματος, το δικαίωμα να απαιτήσει και να εισπράξει ολόκληρο ή μέρος του ποσού οποιωνδήποτε Τραπεζικών Διευκολύνσεων μαζί με τους τόκους, προμήθεια και δικαιώματα.» Το Δικαστήριο, βασιζόμενο στην αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Ε. οδηγείται σε εύρημα ότι η Εναγόμενη 1 δεν συμμορφώθηκε με τους όρους αποπληρωμής των επίδικων δανείων όπως αυτοί έχουν περιγραφεί πιο πάνω. Όπως επιμαρτυρείται και από το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο των επιστολών, Τεκμήρια 19- 23, ο λογαριασμός του στεγαστικού δανείου κατά την 6/11/2008 παρουσίαζε καθυστερημένες δόσεις ύψους €563,06 και ο λογαριασμός τρεχούμενου δανείου καθυστερημένες δόσεις ύψους €286,
  5. Συνεπώς, καταλήγω σε εύρημα ότι η Εναγόμενη 1 παρέβηκε τους όρους αποπληρωμής των επίδικων δανείων. Ενόψει της ως άνω παράβασης της Εναγόμενης 1, οι Ενάγοντες είχαν δικαίωμα, βάσει του όρου 9 του Τεκμηρίου 6, να τερματίσουν τη λειτουργία των επίδικων λογαριασμών και να απαιτήσουν από την Εναγόμενη 1 την πληρωμή ολόκληρου του χρεωστικού υπολοίπου που παρουσίαζαν οι λογαριασμού υπ' αριθμό 021-12-561790 που αντιστοιχούσε στη συμφωνία δανείου (Τεκμήριο 4) και 021-12-564390 που αντιστοιχούσε στη συμφωνία δανείου (Τεκμήριο 16). Στην υπόθεση Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465 αναφέρθηκε ότι το κυρίαρχο στοιχείο στη στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης αποπληρωμής είναι ο τερματισμός του λογαριασμού, ενώ η ειδοποίηση προς τον πρωτοφειλέτη για αποπληρωμή επωδός της υποχρέωσης αυτής και όχι προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος ανάκτησης του χρέους. Στην ίδια υπόθεση, με αναφορά στη Savvides v. Christofides
(1978)1 C.L.R. 303, αναφέρθηκε ότι, εφόσον το χρέος καταστεί πληρωτέο από τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής καθίσταται παράλληλα υπόλογος για την αποπληρωμή του, χωρίς να παρίσταται ανάγκη, εκτός αν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, υποβολής αξίωσης από το δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει. Εφόσον στοιχειοθετείται η υποχρέωση του πρωτοφειλέτη, καθίσταται υπόλογος και ο εγγυητής να εξασφαλίσει την αποπληρωμή της οφειλής. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκαν δύο επιστολές ημερομηνίας 27/11/2008 και 30/1/2009 (Τεκμήρια 21 και 23 αντίστοιχα), οι οποίες απευθύνονται προς την Εναγόμενη
  1. Με την επιστολή (Τεκμήριο 21) της γνωστοποιείται ότι οι Ενάγοντες τερματίζουν τη συμφωνία δανείου με αρ. λογαριασμού 021-12-561790 (Τεκμήριο 4) και της ζητείται όπως εξοφλήσει το υπόλοιπο των €99.634,
  2. Με την επιστολή (Τεκμήριο 23) της γνωστοποιείται ότι οι Ενάγοντες τερματίζουν τη συμφωνία δανείου με αριθμό λογαριασμού 021-12-564390 (Τεκμήριο 16) και της ζητείται η εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου των €23.962,60 του ως άνω λογαριασμού. Ας σημειωθεί ότι κατατέθηκε και η Τρίτη επιστολή ημερομηνίας 27/11/2008 (Τεκμήριο 22), η οποία απευθύνεται προς τον Εναγόμενο 2, με την οποία ενημερώνεται για τον τερματισμό της συμφωνίας δανείου της Εναγόμενης 1, την οποία εγγυήθηκε. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων, κατά την αντεξέταση του Μ.Ε. δεν αμφισβήτησε την ετοιμασία και υπογραφή των υπό αναφορά επιστολών τερματισμού εκ μέρους των Εναγόντων. Επισημαίνω ακόμα ότι αυτές κατατέθηκαν χωρίς ένσταση από πλευράς υπεράσπισης. Συνεπώς, καταλήγω σε ανάλογο εύρημα ότι οι Ενάγοντες συνέταξαν τις επιστολές (Τεκμήρια 21, 22 και 23). Αδιαμφισβήτητη, από πλευράς υπεράσπισης, παρέμεινε και η σύνταξη των δύο προειδοποιητικών επιστολών ημερομηνίας 6/11/2008 (Τεκμήρια 19 και 20), οι οποίες απευθύνονται προς τους Εναγόμενους 1 και 2 αντίστοιχα. Με την επιστολή (Τεκμήριο 19) η Εναγόμενη 1 πληροφορείται ότι οι επίδικοι λογαριασμοί δανείου παρουσιάζουν καθυστερημένες δόσεις και της ζητείται η πληρωμή τους εντός 21 ημερών. Με την επιστολή (Τεκμήριο 20), ο Εναγόμενος 2 πληροφορείται για τις καθυστερημένες δόσεις του λογαριασμού της συμφωνίας δανείου της Εναγόμενης 1, την οποία εγγυήθηκε. Επισημαίνω ότι και στην περίπτωση των Τεκμηρίων 19 και 20 δεν ηγέρθη ένσταση από την υπεράσπιση στην κατάθεση τους. Η από μέρους των Εναγόντων σύνταξη των επιστολών τερματισμού επιμαρτυρεί, κατά την άποψη μου, την απόφαση τους να τερματίσουν τις επίδικες συμφωνίες δανείου. Συνεπώς, καταλήγω σε εύρημα ότι οι επίδικες συμφωνίες έχουν τερματιστεί νόμιμα από τους Ενάγοντες. Κατ' επέκταση, το χρεωστικό υπόλοιπο των λογαριασμών των επίδικων δανείων κατέστη απαιτητό. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη (ανωτέρω), στην περίπτωση τρεχούμενου λογαριασμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων ο τερματισμός του λογαριασμού συνιστά πράξη προσδιοριστική του χρέους και συναφώς των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων. Η ταχυδρόμηση των επιστολών τερματισμού: Όπως έχει ήδη αναφερθεί, στις επιστολές τερματισμού (Τεκμήρια 21 και 23) περιλαμβάνεται και η απαίτηση των Εναγόντων για εξόφληση του καθοριζόμενου στις ως άνω επιστολές χρεωστικού υπολοίπου των επίδικων λογαριασμών. Επισημαίνω ότι το δικαίωμα απαίτησης των Εναγόντων διαλαμβάνεται στον όρο 9 του Τεκμηρίου
  3. Στις ίδιες επιστολές καθορίζεται προθεσμία 10 ημερών από την ημερομηνία της κάθε επιστολής, για εξώληση των ως άνω χρεωστικών υπολοίπων. Επίσης, ενημερώνεται η Εναγόμενη 1 ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσης της θα λαμβάνονταν δικαστικά μέτρα εναντίον της, χωρίς άλλη ειδοποίηση. Από τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καθίσταται φανερό ότι οι Ενάγοντες είχαν υποχρέωση να φέρουν σε γνώση της Εναγόμενης 1 τις ως άνω επιστολές (Τεκμήρια 21 και 23). Ο Μ.Ε. στη γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο 1) αναφέρει, στην παράγραφο 49 ότι, σύμφωνα με αρχείο που διατηρούν οι Ενάγοντες, όλες οι ως άνω αναφερόμενες επιστολές, περιλαμβανομένων και των προειδοποιητικών (Τεκμήρια 19 - 23), απεστάλησαν δια του συνήθους ταχυδρομείου στους Εναγόμενους 1 και 2, στις τελευταίες τους γνωστές διευθύνσεις. Καμιά επιστροφή αλληλογραφίας στους Ενάγοντες σημειώθηκε. Στο σημείο αυτό αξίζει να γίνει αναφορά και στον όρο 14 της συμφωνίας εγγύησης (Τεκμήριο 12), ο οποίος διαλαμβάνει ότι η γραπτή απαίτηση προς τον εγγυητή θα θεωρείται ότι έγινε κατάλληλα αν υποβληθεί με επιστολή μέσω συνήθους ταχυδρομείου[1]. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων αμφισβήτησε την ταχυδρόμηση των ως άνω επιστολών, αντεξετάζοντας το Μ.Ε. επί του συγκεκριμένου σημείου. Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι και στο δικόγραφο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους οι Εναγόμενοι αρνούνται τις παραγράφους 9 και 10 της Έκθεσης Απαίτησης, οι οποίες αναφέρονται στην αποστολή των ως άνω περιγραφόμενων επιστολών, ισχυριζόμενοι ότι δεν τις παρέλαβαν. Όπως ο Μ.Ε. επεξήγησε στη μαρτυρία του, όλες οι ως άνω επιστολές ετοιμάστηκαν στο κατάστημα των Εναγόντων της Λεμεσού, το οποίο παραχώρησε τα επίδικα δάνεια και στάληκαν στο τμήμα αλληλογραφίας, το οποίο εδρεύει στη Λευκωσία, για να ταχυδρομηθούν στους Εναγόμενους με σύνηθες ταχυδρομείο. Όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία του, ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε ανάμιξη στα της αποστολής και ταχυδρόμησης των υπό αναφορά επιστολών. Απλά, με τα όσα κατέθεσε, περιέγραψε τη συνήθη πρακτική που ακολουθείτο από τους Ενάγοντες, σε σχέση με την ετοιμασία και ταχυδρόμηση επιστολών προς τους πελάτες τους. Επισημαίνω ότι δεν γνώριζε ούτε το όνομα του υπαλλήλου του συγκεκριμένου τμήματος, ο οποίος ταχυδρόμησε τις ως άνω επιστολές. Στην πρόσφατη υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v.
  4. Avena Motor Show Ltd κ.ά., Πολ. Έφεση 84/2009, ημερομηνίας 2/10/2015, αναφέρθηκε ότι από τη στιγμή που η συμφωνία εγγύησης των Εφεσίβλητων διαλάμβανε ότι γραπτή ζήτηση προς τους εγγυητές θα θεωρείται ότι έγινε αν δοθεί με επιστολή που θα έχει σταλεί με συνηθισμένο ταχυδρομείο, όφειλε η Εφεσείουσα, ως φέρουσα το βάρος απόδειξης, να αποδείξει, με ικανή μαρτυρία, την αποστολή των επιστολών με σύνηθες ταχυδρομείο. Στην ίδια υπόθεση μνημονεύεται το ακόλουθο απόσπασμα από τους Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Reissue, τόμος 74, σελ. 393, παρ. 882: "
  5. Proof of posting. The posting of a letter may be proved by the person who posted it, or by showing facts from which posting may be presumed. Thus, evidence of posting may be given by proving that a letter was delivered to an employee who in the ordinary course of business would have posted it, or that it was put into a box which was cleared every day by the postman. The fact that a letter has been copied into a letter book is evidence against the person keeping the book that the letter was posted. The postmark on an envelope is prima facie evidence of the time and place of posting, and the date which a letter bears is prima facie evidence of the date on which it was written." Στην ως άνω αναφερόμενη υπόθεση, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν είχε αποδειχθεί η αποστολή των επιστολών τερματισμού, δεχόμενο ότι η μαρτυρία του Μ.Ε.1, ενός εκ των διευθυντών της εφεσείουσας στην Πάφο, σύμφωνα με την οποία οι επιστολές τερματισμού ετοιμάστηκαν από το Τμήμα Χορηγήσεων της Τράπεζας και στάληκαν από συγκεκριμένη συνάδελφο του κατόπιν δικών του εντολών, ουδέποτε δε επεστράφησαν, σε συνδυασμό με το ότι κατατέθηκαν χωρίς ένσταση, ήταν επαρκής προς απόδειξη της ταχυδρόμησης των επιστολών. Στην υπό εξέταση υπόθεση, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο Μ.Ε. δεν είχε οποιαδήποτε προσωπική ανάμειξη στα της ετοιμασίας και ταχυδρόμησης των υπό αναφορά επιστολών. Από την άλλη όμως δεν μπορεί να διαφύγει της προσοχής μου ότι η Εναγόμενη 1 κατά την αντεξέταση της, όταν ρωτήθηκε για την επιστολή (Τεκμήριο 20) αρχικά απάντησε ότι δεν θυμόταν αν την παρέλαβε. Αμέσως μετά όμως ισχυρίστηκε ότι και να την παρέλαβε, μπορεί και να την πέταξε, λόγω του θυμού που είχε. Επισημαίνω ότι το Τεκμήριο 20 είναι η ενημερωτική επιστολή, η οποία απευθύνεται προς τον Εναγόμενο 2, με την οποία ενημερώνεται για τις καθυστερήσεις που υπήρχαν στο λογαριασμό της συμφωνίας δανείου της Εναγόμενης 1, την οποία είχε εγγυηθεί. Από την ως άνω μαρτυρία της Εναγόμενης 1 αναδύεται, κατά την άποψη μου, η αποδοχή της ότι παρέλαβε την επιστολή (Τεκμήριο 20), όσο κι αν προσπάθησε να δημιουργήσει σύγχιση στο Δικαστήριο σχετικά με την παραλαβή της. Η παραλαβή της όμως καθιστά ως στοιχείο πλέον "sine qua non" και την ταχυδρόμηση της από τους Ενάγοντες. Αναμφίβολα, αν δεν ταχυδρομείτο η επιστολή δεν θα ήταν δυνατό να την παραλάβει. Επιπρόσθετα, συνηγορεί υπέρ του ότι η ακολουθητέα από τους Ενάγοντες πρακτική για την ταχυδρόμηση επιστολών εφαρμόστηκε και στην υπό εξέταση υπόθεση. Θα ήθελα ακόμα να αναφέρω ότι το θεωρώ εντελώς απίθανο και απομακρυσμένο να ταχυδρομήθηκε από τους Ενάγοντες μόνο μία επιστολή (Τεκμήριο 20) και να μην ταχυδρομήθηκαν και οι υπόλοιπες επιστολές που απευθύνονταν στους Εναγόμενους (Τεκμήρια 19, 21, 22, 23). Ως λογικό επακόλουθο καταλήγω ότι ταχυδρομήθηκαν όλες οι ως άνω επιστολές προς τους Εναγόμενους. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Εναγόμενης 1 ότι μπορεί και να την πέταξε λόγω του θυμού ο οποίος, ως αντιλαμβάνομαι, οφείλετο στην αντιπαράθεση που είχε με τον αδελφό της, θα πρέπει να επισημάνω ότι το Δικαστήριο, για τους λόγους που παράθεσε σε προγενέστερο σημείο της απόφασης του, απέρριψε τον ισχυρισμό της ότι ήλθε σε αντιπαράθεση με τον αδελφό της, επειδή δεν του είχε αναφέρει εξαρχής ότι συνήψε και δεύτερο δάνειο. Συνεπώς, δεν αποδέχομαι ούτε τη θέση της ότι ήταν θυμωμένη με τον αδελφό της. ΄Όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι επιστολές που απευθύνονται προς την Εναγόμενη 1 αναγράφουν ως διεύθυνση της την Πλουτάρχου 38Α, ενώ οι επιστολές που απευθύνονται προς τον Εναγόμενο 2 αναγράφουν ως διεύθυνση του την Πλουτάρχου
  6. Το Δικαστήριο, σε προγενέστερο σημείο της απόφασης του απέρριψε τον ισχυρισμό των Εναγομένων ότι δεν είναι η ορθή διεύθυνση του καθενός. Αντίθετα, κατέληξε ότι αμφότεροι δήλωναν ως δικές τους και τις δύο ως άνω διευθύνσεις κατά το δοκούν. Όπως δε οι ίδιοι οι Εναγόμενοι παραδέχθηκαν στη μαρτυρία τους, δεν έχουν αλλάξει διεύθυνση από της ημερομηνίας υπογραφής των επίδικων συμφωνιών. Θα πρέπει ακόμα να υπογραμμίσω ότι το Δικαστήριο απέρριψε και τον ισχυρισμό τους ότι δεν παρέλαβαν τις υπό αναφορά επιστολές. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να επισημάνω την καθ' όλα αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Ε., σύμφωνα με την οποία δεν υπήρχε οτιδήποτε στο φάκελο του που να καταδεικνύει ότι οι ως άνω αναφερόμενες επιστολές επιστράφηκαν από το ταχυδρομείο. Έχοντας κατά νουν όλα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω, καταλήγω σε εύρημα ότι όλες οι ως άνω αναφερόμενες επιστολές ταχυδρομήθηκαν από τους Ενάγοντες με σύνηθες ταχυδρομείο, περαιτέρω δε ότι παραλήφθηκαν από τους Εναγόμενους. Όσον αφορά τον Εναγόμενο 2, στη συμφωνία εγγύησης την οποία υπέγραψε (Τεκμήριο 12) προβλέπονται τα ακόλουθα, στον όρο 1: «
  7. Εγώ, για μένα, τους διαδόχους, εκδοχείς και τους νόμιμους αντιπροσώπους μου με το έγγραφο αυτό εγγυούμαι, όλες τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη σε σας είτε αυτές είναι, παρούσες ή μελλοντικές, είτε είναι, ή θα γίνουν απαιτητές είτε είναι, προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα ή από εγγύηση προς τρίτο πρόσωπο ή πρόσωπα και είτε είναι άμεσες ή έμμεσες. Αναλαμβάνω δε να σας πληρώσω μόλις μου ζητήσετε οποιοδήποτε ποσό καταστεί πληρωτέο και απαιτητό σε σχέση με τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη ή οποιεσδήποτε από αυτές, συμπεριλαμβανομένων τόκων, τραπεζικών δικαιωμάτων, δικηγορικών και άλλων εξόδων.» Αυτό το οποίο προκύπτει, με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο από το κείμενο του όρου 1, είναι ότι τα μέρη κατέστησαν αναγκαία την παροχή ειδοποίησης προς τον εγγυητή για την πληρωμή του χρεωστικού υπολοίπου του πρωτοφειλέτη. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη (ανωτέρω), ο εγγυητής καθίσταται υπόχρεος να καταβάλει το χρέος εφόσον αυτό καταστεί απαιτητό έναντι του πρωτοφειλέτη. Στην ίδια υπόθεση με αναφορά στην απόφαση του Αγγλικού Εφετείου, Stimpson v. Smith
(1999)2 All E.R. 833, αναφέρθηκε ότι ο όρος για την παροχή ειδοποίησης προς τον εγγυητή να καταβάλει το χρέος του πρωτοφειλέτη σηματοδοτεί «. the time from which the liability can be enforced." Σύμφωνα με εύρημα στο οποίο έχω καταλήξει, το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού της συμφωνίας δανείου (Τεκμήριο 4) την οποίο εγγυήθηκε ο Εναγόμενος 2 κατέστη απαιτητό. Κατά συνέπεια, ο Εναγόμενος 2 κατέστη και αυτός υπόλογος για την πληρωμή του ως άνω χρεωστικού υπολοίπου. Επιπρόσθετα, έχοντας κατά νουν το εύρημα μου ότι οι επιστολές των Εναγόντων οι οποίες απευθύνονται προς τον Εναγόμενο 2 (Τεκμήρια 20 και 22) ταχυδρομήθηκαν με σύνηθες ταχυδρομείου και παραλήφθηκαν από αυτόν, συμπερασματικά καταλήγω ότι οι Ενάγοντες συμμορφώθηκαν και με την υποχρέωση που τους επιβάλλει ο όρος 1 της συμφωνίας εγγύησης (Τεκμήριο 12) για την υποβολή απαίτησης πληρωμής προς τον Εναγόμενο 2. Το χρεωστικό υπόλοιπο των λογαριασμών των επίδικων συμφωνιών δανείου: Ο Μ.Ε. προς απόδειξη των ως άνω χρεωστικών υπολοίπων, παρουσίασε δύο πιστοποιητικά, τα οποία ετοίμασε βάσει του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, στο καθένα από τα οποία επισυνάπτονται αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού οι οποίες αφορούν το λογαριασμό της κάθε συμφωνίας δανείου ξεχωριστά (Τεκμήρια 24 και 25). Τα υπό αναφορά πιστοποιητικά υπογράφονται από τον ίδιο. Το άρθρο 35 του Κεφ. 9 προνοεί τα ακόλουθα: "35
(1)Έγγραφο, το οποίο καταδεικνύεται ότι αποτελεί μέρος του αρχείου δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, δύναται να προσαχθεί ως αποδεικτικό στοιχείο, χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω απόδειξη.
(2)Έγγραφο, το οποίο καταδεικνύεται ότι αποτελεί μέρος του αρχείου επιχείρησης, δύναται να προσαχθεί ως αποδεικτικό στοιχείο, η αξία του οποίου αποτιμάται από το Δικαστήριο.
(3)Έγγραφο θεωρείται ότι αποτελεί μέρος του αρχείου επιχείρησης ή δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, εφόσον προσάγεται στο Δικαστήριο πιστοποιητικό υπογραμμένο από αρμόδιο λειτουργό της σχετικής επιχείρησης ή δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής με το οποίο βεβαιούται το γεγονός αυτό. Για το σκοπό αυτό- (α) Πιστοποιητικό, το οποίο φέρεται να είναι πιστοποιητικό υπογραμμένο από αρμόδιο λειτουργό επιχείρησης ή δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, τεκμαίρεται μαχητώς ότι έγινε και υπογράφτηκε δεόντως από τον εν λόγω λειτουργό· και (β) πιστοποιητικό θεωρείται ότι έχει υπογραφεί από πρόσωπο και στην περίπτωση που αυτό φέρει σφραγίδα της υπογραφής του.» Όπως ο μάρτυρας αναφέρει στα υπό αναφορά πιστοποιητικά του και στη συνέχεια επεξήγησε στη μαρτυρία του, οι επισυνημμένες στο κάθε ένα από αυτά καταστάσεις παρήχθησαν από το αρχείο, το οποίο διατηρούσαν οι Ενάγοντες σε ηλεκτρονική μορφή καθ' όλους τους ουσιώδεις για την παρούσα αγωγή χρόνους και εξακολουθούν να διατηρούν, αποτελούν μέρος του αρχείου των Εναγόντων και σ' αυτές γίνεται καταγραφή όλων των πράξεων που αφορούν τον κάθε λογαριασμό ξεχωριστά. Έχοντας κατά νουν όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι τα υπό αναφορά πιστοποιητικά πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 35 του Κεφ. 9, γι' αυτό γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο ως συνιστώντα πιστά αντίγραφα του ηλεκτρονικού αρχείου της τράπεζας. Κατά συνέπεια, συνιστούν αποδεικτικά στοιχεία των καταχωρήσεων που εμπεριέχουν. Όπως αναφέρεται και στην υπόθεση Παναγιώτης Ζερβός ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφεση αρ.340/2009, ημερ. 21/11/2013, οι υπό αναφορά καταστάσεις λογαριασμού, εφόσον γίνουν αποδεκτές από το Δικαστήριο, συνιστούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των καταχωρήσεων που περιέχουν. Κατ' επέκταση, το βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους του Εναγόμενου για να αποδείξει είτε την ανυπαρξία των καταχωρήσεων, είτε την καταχώρηση λανθασμένων καταχωρήσεων. Όπως ο Μ.Ε. επεξήγησε στη μαρτυρία του, οι επισυνημμένες στα δύο πιστοποιητικά καταστάσεις αφορούν, για μεν το λογαριασμό 021-12-561790 (συμφωνία στεγαστικού δανείου) την περίοδο από 19/12/2006 που ανοίχθηκε ο λογαριασμός, μέχρι την 5/3/2015, για δε το λογαριασμό 021-12-564390 την περίοδο από 3/8/2007 που ανοίχθηκε ο λογαριασμός μέχρι την 5/3/
  1. Όπως περαιτέρω επεξήγησε, για την ετοιμασία τους βασίστηκε στις μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού τις οποίες επίσης κατέθεσε στο Δικαστήριο (Τεκμήρια 29 και 30) ως αποτελούσες, και αυτές, μέρος του αρχείου που διατηρούν οι Ενάγοντες σε ηλεκτρονική μορφή. Πέραν των Τεκμηρίων 24 και 25, κατατέθηκαν από τον Μ.Ε. ξεχωριστές καταστάσεις (Τεκμήρια 27 και 28) στις οποίες καταγράφονται οι χρεωθέντες τόκοι, περιλαμβανομένων των τόκων υπερημερίας για τον κάθε λογαριασμό. Όπως επεξήγησε, οι τόκοι υπερημερίας υπολογίστηκαν μόνο επί των καθυστερημένων δόσεων που δημιουργήθηκαν την κάθε χρονική περίοδο. Όπως επίσης ανέφερε, τα Τεκμήρια 27 και 28 παρήχθησαν και αυτά από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή στον οποίο φυλάσσεται το αρχείο των Εναγόντων. Ο Μ.Ε. αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγομένων μόνο επί μίας χρέωσης τόκων επί των καταστάσεων του Τεκμηρίου 29, συγκεκριμένα επί του ποσού των €6.
  2. Ο μάρτυρας επεξήγησε τόσο τη χρονική περίοδο για την οποία χρεώθηκε το συγκεκριμένο ποσό, όσο και τον τρόπο με τον οποίο υπολογίστηκε. Δεν υπήρξε οποιοσδήποτε αντίλογος από πλευράς υπεράσπισης επί του συγκεκριμένου σημείου. Υπεβλήθη μόνο στο μάρτυρα ότι οι χρεώσεις που γίνονταν στους επίδικους λογαριασμούς ήταν υπερβολικές. Όμως, δεν έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς υπεράσπισης, που να καταδεικνύει ότι οι χρεώσεις ήταν υπερβολικές. Πρόκειται για γενική και αόριστη υποβολή χωρίς συγκεκριμένη θέση γιατί και πως οι ως άνω χρεώσεις ήταν υπερβολικές (Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Limited
(2012)1 A.A.Δ. 2059). Όσον αφορά την αλλαγή στους αριθμούς των λογαριασμών των επίδικων δανείων, όπως ο μάρτυρας επεξήγησε, με πειστικότητα, μετά τη συγχώνευση των δύο τραπεζών δεν μπορούσαν να μεταφερθούν οι ίδιοι αριθμοί στα συστήματα της Τράπεζας Κύπρου, γι' αυτό ο λογαριασμός υπ' αριθμό 021-12-561790 μετατράπηκε σε 35701625972 και ο λογαριασμός υπ' αριθμό 021-12-564390 μετατράπηκε σε
  1. Όπως επίσης επεξήγησε, οι νέοι αριθμοί αντιστοιχούν στους αρχικούς αριθμούς των επίδικων λογαριασμών. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφέρω ότι δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση της Υπεράσπισης ότι οι Ενάγοντες θα έπρεπε να δικογραφήσουν την αλλαγή στους αριθμούς των επίδικων δανείων. Επισημαίνω ότι οι καταστάσεις λογαριασμού με τους νέους αριθμούς λογαριασμών κατατέθηκαν χωρίς ένσταση από πλευράς υπεράσπισης. Οι τόκοι με τους οποίους χρεώνονταν οι επίδικοι λογαριασμοί: Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Ε. το στεγαστικό δάνειο (Τεκμήριο 4), βαρύνετο με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα αποτελείτο από το βασικό επιτόκιο, όπως καθοριζόταν από την Κεντρική Τράπεζα πλέον περιθώριο, όπως αυτό περιγράφεται στο πίνακα της παραγράφου 5 της συμφωνίας (Τεκμήριο 4). Το βασικό επιτόκιο κατά την ημερομηνία υπογραφής της Συμφωνίας ήταν 4,500% ετησίως επί των ημερήσιων χρεωστικών υπολοίπων. Όσον αφορά τον τόκο υπερημερίας, όπως επιμαρτυρεί και το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4,συμφωνήθηκε σε 5,00000 εκατοστιαίες μονάδες, πέραν του συμβατικού επιτοκίου, όπως θα ίσχυε κατά τη χρονική στιγμή της υπερημερίας. Όσον αφορά την αλλαγή του βασικού επιτοκίου, ο μάρτυρας κατέθεσε αντίγραφα σειράς δημοσιεύσεων σε καθημερινές εφημερίδες με τις κοινοποιήσεις των αλλαγών που γίνονταν στο βασικό επιτόκιο (Τεκμήριο 26), το περιεχόμενο των οποίων παρέμεινε αδιαμφισβήτητο. Ο μάρτυρας στη γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο 1) περιγράφει λεπτομερώς στην παράγραφο 60[2], το ποσοστό επιτοκίου και το περιθώριο με το οποίο χρεωνόταν ο ως άνω λογαριασμός από το άνοιγμα του μέχρι τον τερματισμό του. Παρέθεσε, επίσης, το συνολικό ποσό του τόκου υπερημερίας με το οποίο χρεώθηκε συνολικά ο λογαριασμός από το άνοιγμα μέχρι τον τερματισμό του, που ήταν €42,
  2. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, κατέθεσε αναλυτική κατάσταση στην οποία περιγράφονται όλοι οι χρεωθέντες τόκοι, περιλαμβανομένων των τόκων υπερημερίας (Τεκμήριο 27). Από μια προσεκτική εξέταση του Τεκμηρίου 27 διαπιστώνω ότι το ως άνω περιγραφόμενο ποσό αντιστοιχεί στο συνολικό ποσό των χρεωθέντων τόκων υπερημερίας. Έχοντας κατά νουν όλα τα πιο πάνω, αποδέχομαι ως ορθές και νόμιμες όλες τις χρεώσεις τόκων επί του ως άνω λογαριασμού, όπως αυτές περιγράφονται στις αναλυτικές καταστάσεις (Τεκμήρια 24 και 27), από την ημερομηνία ανοίγματος του λογαριασμού μέχρι την ημερομηνία τερματισμού του, που ήταν η 27/11/
  3. Όσον αφορά τη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 2/8/2007 (Τεκμήριο 16), όπως επιμαρτυρεί το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο της, το ληφθέν από την Εναγόμενη 1 δάνειο θα επιβαρύνετο με κυμαινόμενο επιτόκιο, όπως θα καθορίζετο κατά καιρούς από την Κεντρική Τράπεζα, πλέον περιθώριο 2,25000%. Επίσης, ο τόκος υπερημερίας με τον οποίο θα χρεώνονταν οι εκάστοτε καθυστερημένες δόσεις συμφωνήθηκε στις 5,00000 εκατοστιαίες μονάδες πέραν του συμβατικού επιτοκίου, το οποίο θα ίσχυε κατά τη χρονική στιγμή της υπερημερίας. Ο Μ.Ε. στη γραπτή του δήλωση περιγράφει λεπτομερώς στην παράγραφο 61[3], το ποσοστό επιτοκίου και το περιθώριο με το οποίο χρεωνόταν εκάστοτε ο υπό αναφορά λογαριασμός από το άνοιγμα του μέχρι την 27/11/
  4. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνω ότι η ως άνω ημερομηνία λανθασμένα αναφέρεται από το μάρτυρα ως η ημερομηνία τερματισμού του υπό αναφορά δανείου. Σύμφωνα με τα ευρήματα μου, η ημερομηνία τερματισμού του ήταν η 30/1/
  5. Όσον φορά το συνολικό ποσό του τόκου υπερημερίας με το οποίο χρεώθηκε ο ως άνω λογαριασμός μέχρι την 27/11/2008, όπως επεξήγησε ο μάρτυρας και, όπως προκύπτει περαιτέρω από την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 28), αυτό ανέρχεται στο ποσό των €15,
  6. Έχοντας κατά νουν τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, αποδέχομαι ως ορθές και νόμιμες όλες τις χρεώσεις τόκων και επί του ως άνω λογαριασμού, όπως αυτές περιγράφονται στις αναλυτικές καταστάσεις (Τεκμήρια 25 και 28) από το άνοιγμα του λογαριασμού μέχρι τις 27/11/
  7. Πέραν του συμβατικού επιτοκίου οι Ενάγοντες αξιώνουν την επιδίκαση τόκου προς 14% από της ημερομηνίας τερματισμού των επίδικων συμφωνιών δανείου. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επαναλάβω ότι σε σχέση με το δάνειο ημερομηνίας 2/8/2007 (Τεκμήριο 16), λανθασμένα στη γραπτή δήλωση του Μ.Ε. αναφέρεται ως ημερομηνία τερματισμού της συμφωνίας η 27/11/
  8. Όπως έχω ήδη καταλήξει, η ημερομηνία τερματισμού του υπό αναφορά δανείου ήταν η 30/1/2009, ως επιμαρτυρεί και η επιστολή τερματισμού της ίδιας ημερομηνίας (Τεκμήριο 23). Επιπρόσθετα, παρατηρώ ότι και στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού που επισυνάπτονται στο πιστοποιητικό του Μ.Ε. (Τεκμήριο 25), το ως άνω ποσοστό επιτοκίου χρεώνεται στο λογαριασμό της Εναγόμενης 1 από 27/11/
  9. Μετά από μελέτη του κειμένου των επίδικων συμφωνιών (Τεκμήρια 4 και 16), καθώς και των γενικών όρων και κανονισμών (Τεκμήριο 6), έχω καταλήξει ότι δεν δικαιολογείται η επιδίκαση του ως άνω επιτοκίου. Στις υπό αναφορά συμφωνίες προνοείται ρητά ότι ο τόκος υπερημερίας με τον οποίο θα χρεώνεται το δάνειο θα είναι 5,00000 εκατοστιαίες μονάδες πέραν του συμβατικού επιτοκίου του λογαριασμού, όπως θα ισχύει κατά τη χρονική στιγμή της υπερημερίας. Η αρχή η οποία προκύπτει από τη νομολογία μας είναι ότι εφόσον στη μεταξύ των μερών σύμβαση προνοείται τόκος υπερημερίας ή πρόσθετη επιβάρυνση, η χρέωση τους είναι νόμιμη (Γεώργιος Κ. Ιωαννίδης κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A484, Πολ. Έφεση αρ. 1/2010, ημερομηνίας 8/7/2014 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1Α Α.Α.Δ. 479). Έχοντας κατά νουν την ως άνω νομολογιακή αρχή, καταλήγω ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται στην επιδίκαση τόκου υπερημερίας, από της ημερομηνίας τερματισμού, στο ποσοστό όμως που καθορίζεται στις επίδικες συμφωνίες. Ο τόκος υπερημερίας θα υπολογιστεί επί του επιτοκίου το οποίο ίσχυε κατά την αμέσως πριν την ημερομηνία τερματισμού των συμφωνιών ημερομηνία. Όσον αφορά τον λογαριασμό στεγαστικού δανείου υπ' αριθμό 021-12-561790 (νέος αριθμός 357016925972), το επιτόκιο που ίσχυε πριν την ημερομηνία τερματισμού ήταν 3,25%. Όσον αφορά το λογαριασμό του δανείου υπ' αριθμό 021-12-564390, το επιτόκιο το οποίο ίσχυε κατά την 27/11/2008 ήταν 5,50%. Φυσικά, ο τόκος υπερημερίας θα υπολογιστεί από την ημερομηνία τερματισμού της συμφωνίας που ήταν η 30/1/
  1. Μέχρι την ημερομηνία τερματισμού θα επιδικαστεί το συμβατικό επιτόκιο. Ο τόκος υπερημερίας θα επιδικαστεί επί των χρεωστικών υπολοίπων που υπήρχαν κατά την ημερομηνία τερματισμού. Έχοντας κατά νουν τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού που επισυνάπτονται στα πιστοποιητικά του Μ.Ε. (Τεκμήρια 24 και 25), το υπόλοιπο του δανείου υπ' αρ. λογαριασμού 021-12-561790 (νέος αριθμός 357016925972), ήταν €99.511,
  2. Όσον αφορά τον λογαριασμό υπ' αριθμό 021-12-564390 (νέος αριθμός 357016940807), το οφειλόμενο υπόλοιπο κατά την αμέσως προ της αλλαγής του επιτοκίου σε 14% ημερομηνία (27/11/2008), ήταν €23.631,
  3. Αξιώνεται, επίσης, από τους Ενάγοντες, εξαμηνιαίος ανατοκισμός. Ο όρος 17
(1)(δ) των Γενικών Όρων και Κανονισμών (Τεκμήριο 6), προνοεί για το δικαίωμα των Εναγόντων να προβαίνουν σε ανατοκισμό όχι περισσότερο από δύο φορές το χρόνο. Κατά συνέπεια, από τη στιγμή που ο εξαμηνιαίος ανατοκισμός προνοείται στους Γενικούς Όρους και Κανονισμούς, κρίνω ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται στην ως άνω θεραπεία. Άλλες Υπερασπίσεις των Εναγομένων: Ο Εναγόμενος 2, στην παράγραφο 14 του δικογράφου της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, προβάλλει μια σειρά από λόγους για τους οποίους, κατά τον ισχυρισμό του, έχει απαλλαγεί πλήρως από την επίδικη εγγύηση. Ειδικότερον, οι λόγοι οι οποίοι προβάλλει είναι οι ακόλουθοι: «α. Οι Ενάγοντες μετέβαλαν τους όρους της συμφωνίας των μετά της πρωτοφειλέτιδας άνευ της συναινέσεως του Εναγομένου αρ.
  1. β. Ο Εναγόμενος αρ. 2 απαλλάγηκε πάσης ευθύνης των υποχρεώσεων του από την ρηθείσα εγγύηση καθ' ότι οι Ενάγοντες δεν ήγειραν την παρούσα αγωγή εναντίον της πρωτοφειλέτιδας ως Εναγομένης αρ. 1 κατά τον χρόνο που η εν λόγω οφειλέτιδα παρέβηκε τις συμβατικές της υποχρεώσεις προς τους Ενάγοντες απαλλάσσοντας έτσι τον Εναγόμενο αρ. 2 των υποχρεώσεων του. γ. Οι Ενάγοντες προέβησαν εις συμβιβασμό μετά της Εναγομένης αρ. 1 εις την οποίαν παράσχαν παράταση χρόνου εκπληρώσεως των υποχρεώσεων της με συνέπεια να παραβλαφθούν τα δικαιώματα και συμφέροντα του Εναγομένου αρ.
  2. δ. Οι Ενάγοντες τέλεσαν πράξεις ασυμβίβαστους προς τα δικαιώματα του Εναγομένου αρ. 2 με συνέπεια ο Εναγόμενος αρ. 2 να μην είναι εις θέση να στραφεί εναντίον της πρωτοφειλέτιδας και να αξιώσει πληρωμή ποσών τα οποία τυχόν θα πληρωθούν. ε. Οι Ενάγοντες μετά την υπογραφή του Συμβολαίου μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγομένης αρ. 1 συνήψαν άλλες συμφωνίες ήτοι Συμφωνίες οι όροι των οποίων είχαν σχέση και/ή επηρέαζαν την αρχική συμφωνία ημερ. 13.12.2006 κατά τρόπον ώστε η δοθείσα εγγύηση του Εναγομένου αρ. 2 προς την Εναγομένη αρ. 1 να έχει ακυρωθεί και ειδικότερα οι Ενάγοντες εν αγνοία και άνευ της συγκαταθέσεως του Εναγομένου αρ. 2 προέβησαν στην σύναψη άλλων συμφωνιών και/ή υποθηκών και/ή άλλως πως με ημερομηνίες 20.12.2006, 09.07.2007, 02.08.2007, 03.08.2007 και έτσι ο Εναγόμενος αρ. 2 έχει απαλλαγεί από την δοθείσα εγγύηση. ζ. Ενώ ήτο ουσιώδης όρος της συμφωνίας ημερ. 13.12.2006 και/ή εις οιανδήποτε άλλη ισχυριζόμενη συμφωνία την οποία εγγυήθηκε ο Εναγόμενος αρ. 2 ότι το δάνειο θα παραχωρείτο για στεγαστικούς σκοπούς εφάνη εκ των υστέρων ότι το ποσό του δανείου δεν χρησιμοποιήθη για τον σκοπό που εδόθη αλλά εσπαταλήθη για άλλους λόγους και ενώ η Ενάγουσα τράπεζα γνώριζε και είχε γνώση αυτού του γεγονότος αντί να στραφεί εναντίον της Εναγομένης αρ. 1 και να ζητήσει αποπληρωμή του δανείου προχώρησε και έδωσε και άλλα δάνεια στην Εναγομένη αρ. 1 και προέβηκε σε περαιτέρω υποθήκευση και αυτοί είναι λόγοι για τους οποίους πρέπει να απαλλαγεί ο Εναγόμενος από την εγγύηση.» Έχω μελετήσει με προσοχή τους ως άνω ισχυρισμούς του Εναγόμενου
  3. Είμαι της άποψης ότι κανένας από αυτούς δεν μπορεί να πετύχει. Επισημαίνω ότι η προσαχθείσα μαρτυρία δεν θεμελιώνει κανένα από αυτούς. Ειδικά όμως σε σχέση με τον ισχυρισμό του Εναγόμενου ότι μετά την υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνίας 13/12/2006 (Τεκμήριο 4), την οποία εγγυήθηκε ο Εναγόμενος 2, υπεγράφησαν μεταξύ Εναγόντων και Εναγόμενης 1 άλλες συμφωνίες, οι όροι των οποίων επηρέαζαν τη συμφωνία δανείου την οποία είχε εγγυηθεί, έχω να αναφέρω ότι η δεύτερη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 2/8/2008 (Τεκμήριο 16), η οποία υπεγράφη μεταξύ Εναγόντων και Εναγόμενης 1, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να επηρεάζει είτε την αρχική συμφωνία, είτε τη συμφωνία εγγύησης του Εναγόμενου 2, για το λόγο ότι ο Εναγόμενος 2 δεν ήταν εγγυητής στη δεύτερη συμφωνία δανείου. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι το δάνειο, το οποίο παραχωρήθηκε με τη συμφωνία στεγαστικού δανείου (Τεκμήριο 4), δεν χρησιμοποιήθηκε για τον σκοπό για τον οποίο δόθηκε, έχω να αναφέρω ότι στο κείμενο της υπό αναφορά συμφωνίας καταγράφεται ρητά ο σκοπός για τον οποίο παραχωρείται το δάνειο[4]. Δεν υπάρχει ενώπιον μου ίχνος μαρτυρίας ότι το υπό αναφορά δάνειο χρησιμοποιήθηκε για οποιοδήποτε άλλο σκοπό, πέραν αυτών που αναφέρονται στο Τεκμήριο
  4. Ως εντελώς ανυπόστατος κρίνεται και ο ισχυρισμός του Εναγόμενου 2 ότι οι Ενάγοντες δεν ήγειραν την παρούσα αγωγή κατά τον χρόνο που η πρωτοφειλέτης παρέβηκε τις συμβατικές της υποχρεώσεις, με αποτέλεσμα ο Εναγόμενος 2 να απαλλαγεί των υποχρεώσεων του. Ο χρόνος των 11 περίπου μηνών που μεσολάβησε από την ημερομηνία τερματισμού της συμφωνίας δανείου, ημερομηνίας 2/8/2007 (Τεκμήριο 16), μέχρι την καταχώρηση της αγωγής δεν επηρέασε, κατά την άποψη μου, καθ' οιονδήποτε τρόπο τις συμβατικές υποχρεώσεις του Εναγόμενου
  5. Όσον αφορά την Ανταπαίτηση των Εναγόμενων, ενόψει της αποτυχίας της Υπεράσπισης τους, κρίνω ότι δεν έχει περιθώρια επιτυχίας και θα πρέπει να απορριφθεί. Ενόψει του ότι εκδικάστηκε μαζί με την αγωγή, δεν θα επιδικάσω οποιαδήποτε έξοδα υπέρ των Εναγόντων. Οι Ενάγοντες φυσικά δικαιούνται στα έξοδα της αγωγής, ενόψει του ότι είναι οι επιτυχόντες διάδικοι. Για όλους τους λόγους που παραθέτω λεπτομερώς πιο πάνω, καταλήγω ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται σε απόφαση εναντίον των Εναγομένων, ως ακολούθως:
(1)Εναντίον της Εναγόμενης 1: (α) Απόφαση για €99.511,57, με τόκο προς 8,25% από 28/11/2008 μέχρι εξοφλήσεως, με δικαίωμα ανατοκισμού δύο φορές το χρόνο. (β) Απόφαση για €23.631,76, με τόκο προς 5,5% επί του ως άνω ποσού, από 27/11/2008 μέχρι 30/1/2009 και από 31/1/2009 τόκο προς 10,5% επί του ως άνω ποσού, μέχρι εξοφλήσεως, με δικαίωμα ανατοκισμού δύο φορές το χρόνο. (γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την εκποίηση της υποθήκης με αριθμό Υ12839/06 και την δια δημόσιου πλειστηριασμού πώληση της υπό της ως άνω καλυπτόμενης ακίνητης ιδιοκτησίας της Εναγομένης 1 και όπως τα έσοδα από την πώληση αυτή διατεθούν έναντι και/ή προς εξόφληση του οφειλομένου και/ή πληρωτέου ποσού προς τους Ενάγοντες. (δ) Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την εκποίηση της υποθήκης με αριθμό Υ8980/07 και την δια δημόσιου πλειστηριασμού πώληση της υπό της ως άνω καλυπτόμενης ακίνητης ιδιοκτησίας της Εναγομένης 1 και όπως τα έσοδα από την πώληση αυτή διατεθούν έναντι και/ή προς εξόφληση του οφειλομένου και/ή πληρωτέου ποσού προς τους Ενάγοντες.»
(2)Εναντίον του Εναγόμενου 2: (α) Απόφαση για €99.511,57, με τόκο προς 8,25% από 28/11/2008 μέχρι εξοφλήσεως, με δικαίωμα ανατοκισμού δύο φορές το χρόνο.
(3)Εναντίον και των δύο Εναγομένων, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα: Απόφαση για τα έξοδα της παρούσας αγωγής, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται, χωρίς καμιά διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ........... Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΘΘ/ΑΓ Subject: Civil / Other actions / Final Αναφορά: Αγωγή τράπεζας για δάνειο [1] «
  1. Νοείται πάντοτε ότι γραπτή απαίτηση πληρωμής από σας προς εμένα θα θεωρείται ότι έγινε κατάλληλα σε μένα ή τους διαχειριστές ή τους εκτελεστές της περιουσίας μου αν υποβληθεί με επιστολή μέσω συνήθους ταχυδρομείου στη διεύθυνση μου που φαίνεται πιο κάτω και θα είναι ισχυρή παρά την τυχόν αλλαγή της διεύθυνσης μου και έστω και αν η αλλαγή κοινοποιηθεί σε σας. Η απαίτηση αυτή θα θεωρείται ότι λήφθηκε από μένα ή τους διαχειριστές ή εκτελεστές 24 ώρες μετά την ταχυδρόμηση της και θα είναι ισχυρή αν υπογραφεί εκ μέρους σας από οποιοδήποτε υπάλληλο σας.» [2] «
  2. Το επιτόκιο και το περιθώριο με τα οποία χρεωνόταν ο λογαριασμός Στεγαστικού Δανείου υπ' αριθμό 021-12-561790 (νέος αριθμός 357016925972) από το άνοιγμα του μέχρι και τον τερματισμό ήταν το ακόλουθο: από 13/12/2006 μέχρι 07/07/2007 το επιτόκιο αποτελείτο από βασικό το οποίο ανέρχετο σε 4,50% και το περιθώριο -0,50%, σύνολο επιτοκίου 4,00%, από 08/07/2007 μέχρι και τις 23/12/2007 το επιτόκιο το οποίο αποτελείτο από βασικό το οποίο ανέρχετο σε 4,50% και το περιθώριο 0,00%, σύνολο επιτοκίου 4,50%, από 24/12/2007 μέχρι και τις 04/07/2008 το επιτόκιο αποτελείτο από βασικό το οποίο ανέρχετο σε 4,00% και το περιθώριο 0,00%,σύνολο επιτοκίου 4,00%, από τις 05/07/2008 μέχρι και τις 14/10/2008 το επιτόκιο αποτελείτο από βασικό το οποίο ανέρχετο σε 4,25% και το περιθώριο 0,00%, σύνολο επιτοκίου 4,25%, από 15/10/2008 μέχρι και τις 05/11/2008 το επιτόκιο αποτελείτο από βασικό το οποίο ανέρχετο σε 3,75% και το περιθώριο 0,00%, σύνολο επιτοκίου 3,75%, από τις 06/11/2008 ως η επιστολή προτερματισμού μέχρι τις 11/11/2008 το συνολικό επιτόκιο ήταν 4,00%, από 12/11/2008 μέχρι και τις 26/11/2008 το επιτόκιο αποτελείτο από το βασικό 3,25% και το περιθώριο 0,00%, σύνολο επιτοκίου 3,25% και από 27/11/2008 ημερομηνία τερματισμού μέχρι εξόφλησης ο τόκος είναι 14,00%.» [3] «
  3. Το επιτόκιο και το περιθώριο με τα οποία χρεωνόταν ο λογαριασμός Δανείου αριθμός 021-12-564390 (νέος αριθμός 357016940807) από το άνοιγμα του μέχρι και τον τερματισμό ήταν το ακόλουθο: από 02/08/2007 μέχρι και τις 23/12/2007 το επιτόκιο ήταν βασικό 4,50% και το περιθώριο 2,250%, σύνολο επιτοκίου 6,750%, από 24/12/2007 μέχρι και τις 04/07/2008 το επιτόκιο ήταν βασικό 4,00% και το περιθώριο 2,25%, σύνολο επιτοκίου 6,25%, από τις 05/07/2008 μέχρι και τις 14/10/2008 το επιτόκιο ήταν βασικό 4,25% και το περιθώριο 2,25%, σύνολο επιτοκίου 6,50%, από 15/10/2008 μέχρι και τις 05/11/2008 το επιτόκιο ήταν βασικό 3,75% και το περιθώριο 2,25%, σύνολο επιτοκίου 6,00%, από τις 06/11/2008 ως η επιστολή προτερματισμού μέχρι τις 11/11/2008 το συνολικό επιτόκιο ήταν 6,25%, από 12/11/2008 μέχρι και τις 26/11/2008 το επιτόκιο ήταν βασικό 3,25% και το περιθώριο 2,25%, σύνολο επιτοκίου 5,50% και από 27/11/2008 ημερομηνία τερματισμού μέχρι εξόφλησης ο τόκος είναι 14,00%.» [4] «Σκοπός: Εξόφληση υφιστάμενου στεγαστικού δανείου με το Συνεργατικό Ταμιευτήριο, επέκταση οικίας και γραφείου.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.