ΑΛΕΚΣΑΝΤΑΡ ΤΖΟΤΟΒΙΤΣ ν. ΜΑΡΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ κ.α., Αρ. αγωγής: 1553/15, 5/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A60 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 1553/15 ΑΛΕΚΣΑΝΤΑΡ ΤΖΟΤΟΒΙΤΣ Ενάγοντας εναντίον ΜΑΡΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ Εναγόμενοι ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:5/2/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντα - αιτητή: κα Δήμητρα Νικολάου Για τους εναγόμενους - καθ΄ ων η αίτηση: κος Χρίστος Τιμοθέου ΑΠΟΦΑΣΗ Με ενδιάμεση αίτηση του, ο ενάγοντας αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων, με νομικό έρεισμα την Δ.18, Δ.48 θθ. 1-4 και 9, την νομολογία και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και με μαρτυρικό υπόβαθρο την ένορκη δήλωση του ιδίου του ενάγοντα. Ο ενάγοντας προβαίνει σε μια αναφορά ως προς την σύμβαση που υπογράφηκε μεταξύ του ενάγοντα και του εναγόμενου 1, η οποία προνοούσε πώληση μετοχών συγκεκριμένης εταιρείας από τον ενάγοντα προς τον εναγόμενο 1 και η εναγόμενη 2 εγγυήθηκε τον εναγόμενο 1 ο οποίος είναι σύζυγος της και παρέθεσε συγκεκριμένους όρους της εν λόγω συμφωνίας. Συγκεκριμένα ως προς το τίμημα πώλησης, αυτό καθορίστηκε σε τρεις ισόποσες δόσεις των €10,000, όπου η πρώτη δόση καταβλήθηκε, για την δεύτερη δόση εκδόθηκε απόφαση και εκκρεμεί η καταβολή της τρίτης δόσης, η οποία δεν καταβλήθηκε, παρά την παρέλευση του συμφωνηθέντος χρόνου και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις και παρά την αποστολή σχετικής επιστολής και το εν λόγω ποσό παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτο, εκφράζοντας ταυτόχρονα την άποψη ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν καμία υπεράσπιση. Η αίτηση αντίκρυσε την ένσταση των εναγομένων. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι : «ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΝΣΤΑΣΗ Οι Καθ' ων η Αίτηση εγείρουν προδικαστική ένσταση και ισχυρίζονται ότι η απαίτηση του ενάγοντα δεν είναι εκκαθαρισμένη δεν αφορά εκκαθαρισμένο ποσό χρημάτων αλλά η αξίωση του ενάγοντα συνιστά απαίτηση για ειδική εκτέλεση συμφωνίας. Οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση είναι οι ακόλουθοι:
- Η αίτηση είναι δικονομικά και ουσιαστικά αστήρικτη, παράτυπη και/ή αντίκειται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς.
- Η αίτηση δεν στηρίζεται στην ορθή Νομική Βάση και/ή δεν γίνεται σωστή αναφορά στους Νόμους.
- Δεν υπάρχει συμμόρφωση με τις απαιτήσεις της Διαταγής
- Η αίτηση βασίζεται επί εσφαλμένων γεγονότων και/ή είναι ουσιαστικά αβάσιμη.
- Η Ένορκος Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση διά Κλήσεως του Ενάγοντα είναι ελλειπής, ανεπαρκής και στερείται πειστικότητας.
- Ο Αιτητής έχει αποτύχει να αποδείξει την απαίτηση του καθαρά ή καθόλου.
- Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει ο νόμος για την έκδοση της αιτούμενης απόφασης.
- Η αίτηση αυτή είναι κακόπιστη και υποβάλλεται αδικαιολόγητα καθυστερημένα.
- Η αίτηση υπό τις περιστάσεις οδηγεί σε υπέρμετρα άδικο αποτέλεσμα εναντίον των καθ' ων η Αίτηση-Εναγομένων.
- Τα επισυναπτόμενα έγγραφα δεν επιβεβαιώνουν την απαίτηση.
- Οι εναγόμενοι έχουν καλή υπεράσπιση.
- Η παρούσα αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας.
- Η προσκομισθείσα διά της αιτήσεως μαρτυρία και/ή έγγραφα και η συνοδεύουσα αυτά ένορκη δήλωση του Αλεκσάνταρ Τζότοβιτς δεν επιβεβαιώνει και δεν επαληθεύει την αγωγή στο σύνολο της και/ή την απαίτηση.
- Η Ένορκη Δήλωση του κ. που συνοδεύει την αίτηση των Εναγόντων-Αιτητών ημερομηνίας 11/6/2014 δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις που θέτει η Δ.
- Θ.1.» (παρεπιμπτόντως, η ένορκη δήλωση του ενάγοντα φέρει ημερομηνία 20/10/2015) Η ένσταση στηρίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας, Δ.18, Θ.1-9, Δ.21, Δ.48 Θ.1-4 και 9 στις Γενικές Εξουσίες και Πρακτική του Δικαστηρίου και μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης, αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του εναγόμενου
- Ο εναγόμενος 1 παραδέχεται την ύπαρξη της συμφωνίας, την έκδοση απόφασης στην αγωγή 899/2014, η οποία αφορούσε έκδοση συνοπτικής απόφασης για την δεύτερη δόση, πλην όμως αναφέρει ότι η συμφωνία θα ολοκληρωνόταν με την παράδοση του εγγράφου μεταβίβασης μετοχών, ότι το έγγραφο εγγύησης είναι παράτυπο, αόριστο και άκυρο και επίσης ουδέποτε τέθηκε εις γνώση της Εναγομένης 2 η εν λόγω ισχυριζόμενη συμφωνία, δεν φέρει ημερομηνία και ουδέποτε αποτέλεσε μέρος της συμφωνίας πώλησης μετοχών. Ως προς την καταβολή της πρώτης δόσης, αναφέρει ότι αυτό το ποσό κατακρατείται παράνομα από τον ενάγοντα, το οποίο αξιώνει ανταπαιτητικώς. Ως προς την καταβολή του ποσού των €10,000, αναφέρει ότι ναι μεν έπρεπε να καταβληθεί, πλην όμως η ημερομηνία καταβολής του ρητά και/ή σιωπηρά και/ή με βάση τη συμπεριφορά και παραστάσεις του ενάγοντα τροποποιήθηκε και/ή εγκαταλείφθηκε και/ή ο ενάγοντας αποδέχτηκε να παρέλθει η εν λόγω ημερομηνία χωρίς εκπλήρωση. Παράλληλα ο ενάγοντας παρέλειψε να καταστήσει τον χρόνο εκπλήρωσης ουσιώδη και περαιτέρω ο ενόρκως δηλών αρνείται την ύπαρξη οποιασδήποτε όχλησης και παραλαβής οποιασδήποτε προειδοποιητικής επιστολής. Περαιτέρω, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η καταχώριση αγωγής συνιστά τερματισμό της συμφωνίας οπότε και ο Ενάγων θα έπρεπε να αποδείξει τη ζημιά του για την οποία καμία μαρτυρία δεν προσκόμισε, ο ενάγων όφειλε σε περίπτωση παράβασης της επίδικης συμφωνίας να την τερματίσει αφού προηγουμένως τον καλούσε να συμμορφωθεί δηλώνοντας ταυτόχρονα την ετοιμότητα του να συμμορφωθεί με τις δικές του υποχρεώσεις. Αντίθετα, χωρίς προηγουμένως να καταστήσει το χρόνο ουσιώδη, αξίωσε μέρος μόνο της συμφωνίας. Η αγωγή επομένως καθίσταται έκθετη σε απόρριψη. Ο ενάγοντας, όπως ισχυρίζεται, αξιώνει ειδική εκτέλεση της συμφωνίας, θεραπεία που δεν μπορεί να δοθεί στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης εν΄ όψει του ότι το ποσό δεν είναι εκκαθαρισμένο, η αγωγή είναι πρόωρη διότι δεν προηγήθηκε νόμιμος τερματισμός και ότι είτε θα έπρεπε να γίνει ο τερματισμός και να αξιωθούν νόμιμες αποζημιώσεις ή να καταστήσει ουσιώδη τον χρόνο και να δηλωθεί ετοιμότητα συμμόρφωσης και περαιτέρω ο εναγόμενος αναφέρει ότι υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας, διότι προωθείται η τμηματική αξίωση ισχυριζόμενου χρέους και εξάγει ο ίδιος ο εναγόμενος 1 το συμπέρασμα ότι η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία τερματίστηκε και συνακόλουθα υπάρχει κατακράτηση του καταβληθέντος ποσού των €10,000 και εν κατακλείδι αναφέρει ότι υπάρχει ανταπαίτηση, ότι σε περίπτωση επιτυχίας της αίτησης θα στερηθούν το δικαίωμα υπεράσπισης και σε περίπτωση επιτυχίας θα μπορούν να το πράξουν, ότι υπάρχει καλή υπεράσπιση και ότι η αίτηση για συνοπτική απόφαση ημερομηνίας 3/6/2014 (παρεπιμπτόντως η υπό εξέταση αίτηση είναι ημερομηνίας 20/10/2015) θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με τη Δ.18 Θ.1 (α)[1] ο ενάγων θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι: (α) Καταχωρίστηκε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. (β) Ο εναγόμενος καταχώρισε σημείωμα εμφανίσεως. (γ) Στην ένορκη δήλωση του ο ενάγων θα πρέπει να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και να δηλώνει ότι εξ όσων γνωρίζει ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όταν ο ενάγων είναι νομικό πρόσωπο, τότε μπορεί να ορκιστεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από αυτό, πρέπει όμως, να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (βλ. Stavrinides v. Cheskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130 στη σελ.133). Παράλειψη εκπλήρωσης των πιο πάνω προϋποθέσεων, στερεί από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης (βλ. Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 782 σελ. 789). Όταν και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1Β ΑΑΔ 977, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Ν. Χατζηνέστωρος
(1989)1 ΑΑΔ 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 ΑΑΔ 752 και Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239). Στην Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, ανωτέρω, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στις σελ. 791 - 792: «Στην Lagos ν. Grunwaldt [1910] 1 Κ.Β. 41, η ένορκη δήλωση έγινε από δικηγόρο ο οποίος ήταν συνέταιρος στο δικηγορικό οίκο που αντιπροσώπευε τον ενάγοντα. Το Εφετείο αποδοκίμασε με αυστηρή γλώσσα τις ένορκες δηλώσεις που βασίζονται πάνω στην πεποίθηση και πληροφορίες του ωμόσαντος. Στη σελ. 48 της απόφασης επισημαίνονται τα πιο κάτω: "It is obvious on reading this affidavit that the deponent knows nothing whatever personally, and can only swear to the best of his information and belief. The procedure under Order XIV is special... . when I bear in mind the summary proceedings which are founded upon this order, it seems to me that it is most important that the admission of such affidavits by solicitors should not be allowed." Σε ελληνική μετάφραση: "Είναι πρόδηλο από την ανάγνωση της ένορκης δήλωσης ότι ο ωμόσας δεν γνωρίζει τίποτε προσωπικώς, και μπορεί να ορκισθεί από όσα καλύτερα πληροφορείται και πιστεύει. Η διαδικασία δυνάμει της Δ.14 είναι πολύ εξειδικευμένη ... έχοντας υπόψη τη συνοπτική διαδικασία που βασίζεται πάνω στη Δ.14 μου φαίνεται ότι είναι υψίστης σημασίας ότι δεν πρέπει να επιτρέπεται η κατάθεση τέτοιων ενόρκων δηλώσεων από δικηγόρους." Στην Symon & Co. (πιο πάνω) οι ένορκες δηλώσεις έγιναν από τον Διευθυντή της ενάγουσας εταιρείας με βάση πεποίθηση που σχημάτισε και πληροφορίες που πήρε από πρόσωπα των οποίων δεν δόθηκαν τα ονόματα. Τονίσθηκε (βλ. σελ. 264) ότι αν δεν υπάρχει συμμόρφωση με τα όσα προβλέπονται από την Δ.14 θ.1 σε σχέση με την ένορκη δήλωση δεν υπάρχει δικαιοδοσία για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Πρέπει απαραιτήτως να ικανοποιείται ο όρος που θέτει η Δ.14 θ.1. Το πρόσωπο που ορκίζεται πρέπει να είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Το ζήτημα τέθηκε ως πιο κάτω στη σελ. 266: "It is sufficient to say that the facts essential for the purpose of verifying the cause of action are not here stated on affidavit by a person who can swear positively to them, but by a person who can only vouch information and belief with respect to them; moreover his belief appears to be founded upon information which does not commend itself to me as being satisfactory." Σε ελληνική μετάφραση: "Είναι αρκετό να ειπωθεί ότι τα γεγονότα που είναι απαραίτητα για την επαλήθευση της αιτίας της αγωγής δεν έχουν τεθεί με ένορκη δήλωση από πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά για αυτά, αλλά από πρόσωπο το οποίο επικαλείται πληροφορίες και πεποίθηση σε σχέση με αυτά. Περιπλέον η πεποίθηση του φαίνεται να βασίζεται πάνω σε πληροφορίες οι οποίες δεν μου δίνουν την εντύπωση ότι είναι ικανοποιητικές."» Από πλευράς εναγομένου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή, ή ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ πιο πάνω, Ευάγγελος Λαζάρου και Άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817). Ο εναγόμενος πρέπει επίσης να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιο μέρος από την απαίτηση του ενάγοντα αμφισβητεί. (Βλ. Δ.18, θ.3 (b)[2]) Δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς για ανυπαρξία αντιπαροχής. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισης του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης
(1983)1 CLR 333 στις σελ. 337 - 338 και 339 - 340). Σχετική ως προς το βάρος που πρέπει να αποσείσει ο εναγόμενος είναι η απόφαση R.C.K. Sports Ltd ν. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα (Καλλής Δ. στις σελ. 1080-1081 - απόσπασμα από το Annual Practice 1967): «Η εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones ν. Stones
(1984)A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια δίκαιη υπόθεση για υπεράσπιση, ή εύλογους λόγους για να θέσει μια υπεράσπιση ή ακόμη και μια δίκαιη πιθανότητα ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72; Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18; Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198; Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C.P.D. 213; Ray ν. Barker, 4 Ex.D. 279). Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd ν. Delap
(1905)92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone,
(1894)A.C. 122; Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A.; Jacobs v. Booth' s Distillery Co.
(1901)85 L.T. 262, H.L.; Lindsay ν. Martin, 5 T.L.R. 322)». Η διαδικασία που ακολουθείται με την Δ.18 επιτρέπει στην σύντομη έκδοση απόφασης χωρίς της διεξαγωγή δίκης. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Δ. Χριστοδούλου στην Sensus Gymnasium Ltd κ.α ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφεση 27/2010, 4/9/2013: «Σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι η έκδοση γρήγορα απόφασης, εκεί όπου τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του ενάγοντα είναι καθαρή και δεν χρειάζεται η διεξαγωγή κανονικής δίκης και παράλληλα, να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή, όμως, η διαδικασία αυτή αποστερεί, ουσιαστικά, από τον εναγόμενο το δικαίωμα να υπερασπίσει την υπόθεση του σε κανονική δίκη, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, αραιά, και με βάση ορισμένα κριτήρια (βλ. Robert v. Plant [1895] 1 Q.B. 597, The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 ΑΑΔ 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 CLR 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1968, Sigma Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408, Νεάρχου κα ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 818.)» ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω αναφερθέν νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση και έχοντας υπ΄ όψη του δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του, κρίνει ότι πληρούνται οι προυποθέσεις για την έκδοση απόφασης εναντίον των εναγομένων από αυτό το στάδιο. Συγκεκριμένα, ως προς την πρώτη προυπόθεση, αυτή πληρούται, διότι καταχωρήθηκε κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο στις 27/4/
- Η δεύτερη προυπόθεση επίσης πληρούται, διότι οι εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στις 22/9/2015 και η τρίτη προυπόθεση επίσης πληρείται, διότι ο ενάγοντας στο κείμενο της ένορκης του δήλωσης, επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και να δηλώνει ότι εξ όσων γνωρίζει ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Επίσης κρίνεται ότι οι εναγόμενοι δεν προέβαλαν τέτοια υπεράσπιση, έτσι ώστε να καθίσταται επιβεβλημένη η διεξαγωγή ακροαματικής διαδικασίας. Από την προσκομισθείσα μαρτυρία αποτελεί κοινό έδαφος η μετοχική δομή της Εταιρείας, η υπογραφή της συμφωνίας πώλησης μετοχών ημερομηνίας 20/9/12 (Τεκμήριο 1) και η καταβολή του ποσού των €10000 με την υπογραφή της. Είναι επίσης παραδεκτό από τους Εναγομένους ότι δεν καταβλήθηκε η τρίτη και τελευταία δόση στον Ενάγοντα στις 30/9/
- Η παρούσα αγωγή αφορά ακριβώς αυτήν την τρίτη και τελευταία δόση και το Δικαστήριο, κρίνει ότι είναι ουσιώδης ζήτημα η ερμηνεία της επίδικης συμφωνίας. Συγκεκριμένα, οι όροι 4, 5 και 12 της συμφωνίας πώλησης μετοχών προνοούν τα ακόλουθα (τους παραθέτω αυτούσιους) : «
- ΤΡΟΠΟΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ Το τίμημα πώλησης θα καταβληθεί από τον Αγοραστή ως ακολούθως: Α. € 10.000 ταυτόχρονα με την υπογραφή της παρούσας B. €10.000 μέχρι την 30/9/2013 Γ. €10.000 μέχρι την 30/9/2014 Σε περίπτωση που για οιονδήποτε λόγο δεν καταβληθεί το τίμημα πώλησης στις ανωτέρω αναφερθείσες ημερομηνίες το οιονδήποτε παραμένον υπόλοιπο θα φέρει τόκο προς 5% ετησίως από την ημερομηνία που έπρεπε να καταβληθεί το ποσό μέχρι εξόφλησης.
- ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑΣ Α. H συμπλήρωση της δικαιοπραξίας θα πραγματοποιηθεί την ημέρα που θα εξοφληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης ή σε ενωρίτερη ημερομηνία ως ήθελε συμφωνηθεί από τα μέρη. B. Ταυτόχρονα με την υπογραφή της παρούσης θα λάβουν χώρα οι εξής ενέργειες: (α) Ο Πωλητής θα παραδώσει στους ελεγκτές της εταιρείας Mouzouris & Polyviou Limited Έγγραφο μεταβίβασης των μετοχών από τον Πωλητή στον Αγοραστή υπογραμμένο δεόντως από τον Πωλητή. (β) Το έγγραφο μεταβίβασης των μετοχών θα παραδωθεί στον Αγοραστή την ημέρα που θα εξοφληθεί το τίμημα Πώλησης.
- ΓΕΝΙΚΑ ...... (β) Όλοι οι όροι της Συμφωνίας είναι ουσιώδεις και παράβαση οποιονδήποτε όρου από οποιονδήποτε των Συμβαλλομένων θα δίδει το δικαίωμα στο αναίτιο μέρος είτε να αξιώσει την πιστή τήρηση και εφαρμογή των όρων της Συμφωνίας και αποζημιώσεις για τις ζημιές που υπέστη από την παράβαση είτε να τερματίσει την Συμφωνία και να ζητήσει αποζημιώσεις.» Ο συνδυασμός των πιο πάνω όρων δίδει ουσιαστικά το δικαίωμα στον καθένα από τους συμβαλλόμενους να επιμείνει στην εκτέλεση της συμφωνίας σε περίπτωση παράβασης της. Όσον αφορά τον πωλητή, Ενάγοντα στην προκειμένη περίπτωση, αξίωση των οφειλόμενων ποσών όταν αυτά καταστούν πληρωτέα και ειδική εκτέλεση στον Αγοραστή (εδώ Εναγόμενο 1), σε περίπτωση άρνησης του Πωλητή να προβεί σε μεταβίβαση. Η νομική επιχειρηματολογία των εναγομένων εστιάστηκε στα ακόλουθα σημεία: Η απαίτηση δεν είναι εκκαθαρισμένη. Ο ενάγοντας απαιτεί ειδική εκτέλεση της συμφωνίας. Η αγωγή που έχει εγείρει ο ενάγοντας είναι πρόωρη καθότι δεν προηγήθηκε νόμιμος τερματισμός της συμφωνίας. Ο ενάγοντας παρέλειψε να καταστήσει τον χρόνο ουσιώδη και να δηλώσει ότι είναι πρόθυμος να εκπληρώσει την αντιπαροχή του. Ο ενάγοντας έπρεπε να τερματίσει τη συμφωνία αξιώνοντας νόμιμες αποζημιώσεις για παράβαση ουσιώδους όρου, είτε να καταστήσει το χρόνο ουσιώδη δηλώνοντας την ετοιμότητά του να εκπληρώσει τη δική του αντιπαροχή. Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται οποιαδήποτε από τις πιο πάνω θέσεις. Όπως αναφέρθηκε ειδικότερα πιο πάνω, η παρούσα αγωγή αφορά τη μη πληρωμή της τρίτης δόσης σύμφωνα με τον όρο 4Β της συμφωνίας και συνεπώς δεν αφορά αγωγή για ειδική εκτέλεση. Αποτελεί βασική αρχή του δικαίου των συμβάσεων ότι το αθώο μέρος σε περίπτωση παράβασης της συμφωνίας μπορεί, είτε να τερματίσει τη συμφωνία και να αξιώσει αποζημιώσεις είτε να επιμείνει στην τήρηση της και να αξιώσει αποζημιώσεις. (βλ. Θεοχαρίδης ν. Ιωάννου, Πολιτική Έφεση 23/2009, 20/6/2012). Ο ενάγοντας στην υπό εξέταση υπόθεση, άσκησε σύμφωνα με τον όρο 12 της επίδικης συμφωνίας το δικαίωμα του να επιμείνει στην πιστή τήρηση των όρων της, δηλαδή στην αξίωση της τρίτης δόσης και συνεπώς δεν ήταν υπόχρεος να προβεί σε τερματισμό της συμφωνίας και ούτε ο ενάγοντας με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής τερμάτισε την επίδικη συμφωνία. Επίσης τονίζεται ότι δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς των εναγομένων ότι ο ενάγοντας δεν τήρησε την υποχρέωση του με βάση τον όρο 5, να παραδώσει δηλαδή στους ελεγκτές της Εταιρείας, Mouzouris & Polyviou Limited, το έγγραφο μεταβίβασης των μετοχών του. Από τα αναφερόμενα στη συμφωνία προκύπτει επομένως σαφής υποχρέωση του Εναγομένου 1 να πληρώσει σε συγκεκριμένες ημερομηνίες ή ενωρίτερα το συνολικό ποσό των €
- Από πλευράς του ο ενάγοντας είχε υποχρέωση παράδοσης του εν λόγω εγγράφου μεταβίβασης μετοχών στους ελεγκτές της Εταιρείας. Στην Κυριάκος Σάββα Σπύρου ν. Aristo Developers Ltd
(2004)1Β ΑΑΔ 1159, στην οποία αναφέρθηκε ο συνήγορος των Εναγομένων, η συμφωνία αφορούσε πώληση ακινήτου και η υποχρέωση καταβολής της τελευταίας δόσης από τον αγοραστή θα γινόταν ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση. Κρίθηκε πρωτόδικα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 51 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, ότι ο πωλητής δεν είχε δικαίωμα τερματισμού της συμφωνίας πώλησης αφού δεν πληροφόρησε τους αγοραστές μέχρι την ημερομηνία πληρωμής της τελευταίας δόσης, ότι ήταν έτοιμος και πρόθυμος να μεταβιβάσει το ακίνητο. Δεν μπορούσε επομένως, να θεωρηθεί ότι οι αγοραστές αθέτησαν την υπόσχεσή τους για πληρωμή κατά την ορισθείσα ημερομηνία. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Το ουσιώδες ή μη του χρόνου εκπλήρωσης (βλ. άρθρα 46 - 50 και 55 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149), θα είχε σημασία αν ο ενάγοντας προέβαινε σε τερματισμό της συμφωνίας. Θα κρινόταν δηλαδή, αν με βάση τη συμφωνία είχε ή όχι δικαίωμα να τερματίσει τη συμφωνία (βλ. σχετικά Paraskeva v Lanta
(1988)1 CLR 285 και Rodoulli v Papasavvas
(1988)1 CLR 540). Στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται θέμα νόμιμου ή μη τερματισμού, διότι ο ενάγοντας δεν τερμάτισε τη συμφωνία αλλά επέλεξε πιστή τήρηση των προνοιών της και κίνησε διαδικασία για τη μη καταβολή της τρίτης δόσης. Από τη στιγμή που ο Εναγόμενος 1, δεν αμφισβητεί την εγκυρότητα της συμφωνίας ή δεν ισχυρίζεται ότι ο ίδιος τερμάτισε για νόμιμο λόγο την ισχύ της, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν έχει καταδείξει βάσιμη υπεράσπιση και ότι ο ενάγοντας δικαιούται απόφαση εναντίον του ως η απαίτηση και περαιτέρω δεν διαδραματίζει οποιαδήποτε βαρύτητα η εντύπωση του εναγομένου 1 ότι η επίδικη συμφωνία έχει τερματιστεί. Επίσης είναι γενική, ασαφής και αόριστη η αναφορά του εναγόμενου 1 περί τροποποίησης της συμφωνίας ως προς την ημερομηνία καταβολής της δόσης και μάλιστα είναι σε τέτοιο βαθμό, όπου προβάλλονται διαζευκτικές θέσεις, όπως είναι η τροποποίηση, εγκατάλειψη, αποδοχή, ρητώς και σιωπηρώς και με συμπεριφορά και παραστάσεις από πλευράς ενάγοντα, χωρίς αυτές να εξειδικεύονται. Όσον αφορά την προβαλλόμενη υπεράσπιση από την Εναγομένη 2, το Δικαστήριο κρίνει επίσης ότι αυτή είναι γενική, ασαφής και αόριστη, δεν προβάλλονται λόγοι ακυρότητας, ούτε σχετικές λεπτομέρειες, δεν διευκρινίζεται από τον Εναγόμενο 1, τι εννοεί όταν ισχυρίζεται ότι «ουδέποτε τέθηκε εις γνώση της συζύγου μου», δεν διευκρινίζονται οι περιστάσεις υπογραφής της εγγύησης, αναφέρεται αόριστα, ότι ουδέποτε αποτέλεσε μέρος της συμφωνίας πώλησης μετοχών. Ήταν επίσης λογικά αναμενόμενο όπως η ίδια η Εναγομένη 2 θα προέβαλλε τη θέση της. Οι γενικές και αόριστες αναφορές του Εναγομένου 1, όπως προβάλλονται, δεν αποκαλύπτουν νομικά και πραγματικά βάσιμη υπεράσπιση. Αναφορικά με την θέση του εναγόμενου 1 περί καταχρηστικής διαδικασίας λόγω τμηματικής αξίωσης, το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οποιαδήποτε κατάχρηση, διότι για την μεν δεύτερη δόση εκδόθηκε ήδη Δικαστική απόφαση, για την μεν πρώτη αυτή είναι παραδεκτό ότι καταβλήθηκε από τον εναγόμενο 1 και συνεπώς υπήρξε συμμόρφωση του με τα συμφωνηθέντα και δεν έπεισε η υπεράσπιση που προέβαλε και συνεπώς δικαιωματικά ο ενάγοντας διεκδικεί την καταβολή και της τρίτης δόσης. Αν και με την πιο πάνω αξιολόγηση ουσιαστικά σφραγίζεται και η τύχη της αίτησης, ήτοι η έγκριση της, εν τούτοις το Δικαστήριο θα αξιολογήσει έστω και συνοπτικά τους λόγους ένστασης για σκοπούς πληρότητας. Αναφορικά με την προδικαστική ένσταση, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν νοείται προδικαστική ένσταση σε ένσταση, εν πάση όμως περιπτώση, το περιεχόμενο της προδικαστικής ένστασης δεν θα μπορύσε να εξεταστεί προδικαστικά ελλείψει κοινού μαρτυρικού υποβάθρου και περαιτέρω, μέσα από το περιεχόμενο της προδικαστικής ένστασης, αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει κανονικό λόγο ένστασης καθ΄ ότι έγκειται στην αμφισβήτηση του αγώγιμου δικαιώματος, το οποίο έχει ήδη αξιολογηθεί πιο πάνω και πιο συγκεκριμένα έχει κριθεί ότι ο ενάγοντας ζήτησε την τήρηση των όρων της επίδικης συμφωνίας και το ποσό είναι εκκαθαρισμένο διότι αυτό που απομένει είναι η καταβολή της τρίτης δόσης και ο εναγόμενος δεν έχει αποκαλύψει συζητήσιμη υπεράσπιση. Ως προς τους λόγους ένστασης που αφορούν την βασιμότητα της αίτησης και την ορθότητα του διαβήματος, το Δικαστήριο ήδη έκρινε ότι η υπό εξέταση αίτηση τηρεί της προυποθέσεις της Δ.
- Το ίδιο ισχύει και για τους λόγους ένστασης που αφορούν την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, διότι αυτή προέρχεται από τον ίδιο τον ενάγοντα, ο οποίος ορκίστηκε θετικά επί των γεγονότων και η ένορκη του δήλωση πληρεί τις προυποθέσεις της Δ.18, επαληθεύει την αιτία αγωγής και το ίδιο ισχύει με τα επισυναπτόμενα τεκμήρια και συνεπώς συμπαρασύρεται και ο λόγος ένστασης που αφορά την θέση ότι αυτά δεν επιβεβαιώνουν την απαίτηση. Αναφορικά με τους λόγους ένστασης που άπτονται των γεγονότων επί των οποίων εδράζεται η αίτηση, το Δικαστήριο ήδη τα έχει αξιολογήσει και έχει εξάξει τα ανάλογα συμπεράσματα που καταδεικνύουν την βασιμότητα της απαίτησης και ταυτόχρονα την έλλειψη αποκάλυψης καλής και συζητήσιμης υπεράσπισης, με αποτέλεσμα να συμπαρασύρεται και ο λόγος ένστασης που ηγέρθηκε και που αφορά την ύπαρξη υπεράσπισης. Ως προς τον λόγο ένστασης που αφορά την κακοπιστία και την αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν έχει εντοπιστεί οποιοδήποτε στοιχείο κακοπιστίας, αλλά απεναντίας κρίθηκε η βασιμότητα της αίτησης και ούτε έχει σημειωθεί οποιαδήποτε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, εν΄ όψει και του χρόνου γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος. Ως προς τον λόγο ένστασης που αφορά το υπέρμετρο άδικο αποτέλεσμα εναντίον των εναγομένων, αυτός ο λόγος είναι υπό τις περιστάσεις και εκ του αποτελέσματος της ένστασης τουλάχιστον αντινομικός, διότι δεν νοείται η επιτυχής κατάληξη της αίτησης ενός διαδίκου σε άδικο αποτέλεσμα για άλλο διάδικο, διότι αυτό που έχει σημασία είναι η απόδοση της Δικαιοσύνης. Ως προς τον λόγο ένστασης που αφορά την κατάχρηση της διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οποιοδήποτε στοιχείο κατάχρησης της διαδικασίας και εν πάση περιπτώση η επιτυχής έκβαση της αίτησης, εκθεμελιώνει αυτόν τον λόγο ένστασης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ενόψει των πιο πάνω η αίτηση του Ενάγοντα εναντίον των Εναγομένων επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων για το ποσό των €10,000 πλέον τόκο 5% από την 30/9/2014 μέχρι τελείας εξοφλήσεως πλέον έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής [1] Ord. 18, r.
- (a): Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend. [2] Ord.18, r.
- (b): The affidavit shall state whether the defence alleged goes to the whole or to part only, and (if so) to what part of the plaintiff's claim. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο