Viliana Petrova ν. Στίβεν Νικόλας Χριστοδούλου κ.α., Αρ. Αγωγής: 746/13, 11/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A113 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 746/13 Μεταξύ: Viliana Petrova, από τη Βουλγαρία Ενάγουσα και
- Στίβεν Νικόλας Χριστοδούλου, από τη Λεμεσό
- Γιάννης Βασιλειάδης, από τη Λευκωσία Εναγομένων ----------------------------------- Αίτηση ημερ. 28.8.2013 για παρακοή διατάγματος Ημερομηνία: 11 Μαρτίου, 2016 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κος Α. Χαραλάμπους για κ.κ. Chrysses Demetriades & Co LLC Για Καθ' ου η Αίτηση/Εναγόμενο 1: κος Λ. Κολατσής Καθ' ου η Αίτηση παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 19.2.2013 εκδοθήκαν από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού ενδιάμεσα προσωρινά διατάγματα εναντίον του Καθ ου η Αίτηση/Εναγόμενου 1, σύμφωνα με μονομερή αίτηση ημερ. 18.2.13, την οποία καταχώρησε η Αιτήτρια ταυτόχρονα με την καταχώρηση του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου. Της έκδοσης του Διατάγματος, ακολούθησαν ατέρμονες διαδικασίες μεταξύ των διαδίκων αναφορικά με αιτήματα αντεξέτασης, καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων και αιτήσεις διαταγμάτων υποκατάστατης επίδοσης τόσο του Διατάγματος όσο και της παρούσας Αίτησης. Η Αίτηση ημερ. 18.2.13, στα πλαίσια της οποίας εκδοθήκαν τα ενδιάμεσα προσωρινά Διατάγματα και διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal ημερ. 19.2.13, εκδικάστηκε και το Δικαστήριο με απόφαση του ημερ. 29.7.13 ακύρωσε μέρος του Διατάγματος ημερ. 19.2.13, το οποίο αφορούσε την ισχυριζόμενη παρακοή η οποία εξετάζεται με την παρούσα Αίτηση. Το μέρος του Διατάγματος το οποίο είχε ισχύ από 19.2.13 (ημέρα έκδοσης) μέχρι 29.7.13 (ημέρα ακύρωσης), είχε ως εξής: «Το Δικαστήριο αυτό δια του παρόντος διατάττει όπως: .................................
- Εκδοθεί και δια το παρόντος εκδίδεται διάταγμα το οποίο απαγορεύεται στον Εναγόμενο αρ. 1 από του να παρουσιάζει ότι διαθέτει συμφέρον επί του ιδιοκτησιακού καθεστώτος και μετοχών της εταιρείας LC MERCURY LIMITED μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας Αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. .................................» Στις 28.8.13 η Αιτήτρια καταχώρησε την παρούσα Αίτηση. Στη συνέχεια ο Καθ ου η Αίτηση/Εναγόμενος 1, καταχώρησε την Αίτηση ημερ. 17.2.14 δια της οποίας αιτήθηκε την αναστολή της Αίτησης παρακοής ημερ. 28.8.13, της αίτησης για υποκατάστατο επίδοση ημερ. 13.12.13 και της ισχύος της απόφασης ημερ. 7.1.14 καθώς και του Διατάγματος και της εκτέλεσης και/ή της ισχύος του Διατάγματος ημερ. 7.1.14 και της σχετικής κλήσης μάρτυρα προς τον Εναγόμενο 1 ημερ. 7.1.14, μέχρι εκδίκασης της Έφεσης 243/13 η οποία καταχωρήθηκε στις 9.8.13 σε σχέση με την Απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 29.7.
- Η Αίτηση ημερ. 17.2.14 εκδικάστηκε και απορρίφθηκε με Απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 9.7.
- Ταυτόχρονα με την πιο πάνω Αίτηση ημερ. 17.2.14, ο Εναγόμενος 1 καταχώρησε Αίτηση ημερ. 17.2.14 ζητώντας τον παραμερισμό της παρούσας Αίτησης ημερ. 28.8.13 και/ή την ακύρωση της και όλων των σχετικών διαδικασιών περιλαμβανομένων της αίτησης ημερ. 13.12.13 και του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης ημερ. 7.1.
- Η εν λόγω Αίτηση εκδικάστηκε και απορρίφθηκε με Απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 3.4.
- Στις 11.4.14 καταχωρήθηκε εκ νέου Αίτηση για υποκατάστατο επίδοση της Αίτησης 28.8.13 και της μαρτυρικής κλήσης. Στις 22.10.14 όπου ήταν ξανά ορισμένη η Αίτηση 28.8.13 ο κος Χαραλάμπους εκ μέρους της Αιτήτριας ανέφερε ότι η Αίτηση 28.8.13 επιδόθηκε στον Καθ ου η Αίτηση στις 19.9.
- Ο κος Κολατσής ανέφερε κατά την 22.10.14, σύμφωνα με το πρακτικό του Δικαστηρίου ίδιας ημερομηνίας, ότι έχει επιφυλάξεις κατά πόσο έγινε η επίδοση κατά την πιο πάνω ημερομηνία και επιφύλαξε το δικαίωμα του να αντεξετάσει τον επιδότη εφόσον κατά τον ίδιο ο πελάτης του Εναγόμενος 1 δεν ήταν στην Κύπρο την σχετική ημερομηνία επίδοσης της Αίτησης. Η Αίτηση για υποκατάστατο επίδοση ημερ. 11.4.14 αποσύρθηκε στις 22.10.
- Η καταγραφή των πιο πάνω καθίσταται αναγκαία εφόσον ως θα διαφανεί κατωτέρω, ο Καθ ου η Αίτηση προβάλλει ως λόγο ένστασης στην υπό κρίση Αίτηση ότι δεν επιδόθηκε νομότυπα η Αίτηση ημερ. 28.8.13, θέμα το οποίο θα εξεταστεί κατωτέρω. Στρεφόμενη τώρα στην ουσία της υπό κρίση Αίτησης, ζητείται από την Αιτήτρια σύμφωνα με την Αίτηση της: «Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου που να διατάσσει τον Εναγόμενο 1 όπως παρουσιαστεί στο Δικαστήριο και να δείξει λόγο γιατί να μην καταβάλει πρόστιμο και/ή να μη φυλακιστεί και/ή να μην τιμωρηθεί από το Δικαστήριο, λόγω της παράλειψης συμμόρφωσης του προς το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 19.2.13 και/ή λόγω της παρακοής του εν λόγω διατάγματος από τον Εναγόμενο 1 κατά ή περί την 30.5.13 στα πλαίσια της μαρτυρίας του στην αγωγή 30467-12-11 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου του Τελ Αβίβ, στο Ισραήλ και/ή λόγω περιφρόνησης του εν λόγω διατάγματος του Δικαστηρίου από τον Εναγόμενο 1 (όπως με λεπτομέρεια αναφέρεται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Θωμά Χριστοδούλου ημερομηνίας 28.8.13 που συνοδεύει την παρούσα Αίτηση.» Νομική βάση της Αίτησης αποτελεί, μεταξύ άλλων, η Δ.34 Κ. 5, Δ.40 Κ. 9, Δ.42Α Κ. 1-13 και Δ.48 Κ.1-13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το άρθρο 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 και τα άρθρα 30
(3)και 162 του Συντάγματος. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση του Θωμά Χριστοδούλου, δικηγόρου στην Δικηγορική Εταιρεία η οποία εκπροσωπεί την Αιτήτρια. Όπως μπορώ συνοπτικά να αναφέρω, ο ομνύον αναφέρει ότι γνωρίζει καλά τα γεγονότα της υπόθεσης με βάση πληροφορίες τις οποίες έλαβε από την Ενάγουσα και τον δικηγόρο Ανδρέα Χαραλάμπους ο οποίος χειρίζεται την υπόθεση. Μελέτησε επίσης τα έγγραφα τα οποία βρίσκονται στον φάκελο της υπόθεσης και είναι κατάλληλα εξουσιοδοτημένος από την Ενάγουσα να προβεί στην ένορκο δήλωση. Τόσο η αίτηση όσο και το διάταγμα του Δικαστηρίου επιδόθηκαν προσωπικά στον Εναγόμενο κατά την 26.2.13 και επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 τη σχετική ένορκο δήλωση επίδοσης της αίτησης και του Διατάγματος εις το οποίο συμπεριλήφθηκε και η προβλεπόμενη οπισθογράφηση. Αναφέρει επίσης ότι η επίδοση δεν αμφισβητείται από τον Εναγόμενο 1 και παραπέμπει στην παράγραφο 13 της ένορκης δήλωσης της Λούντας Ζερβού η οποία συνοδεύει την ένσταση των Εναγομένων ημερ. 15.4.
- Από πληροφορίες τις οποίες έλαβε από τον κ. Χαραλάμπους και την Ενάγουσα, ενώ εκκρεμούσε η εκδίκαση της Αίτησης ημερ. 18.2.13, ο Εναγόμενος 1 παρουσιάστηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου του Τελ Αβίβ του Ισραήλ και έδωσε μαρτυρία στα πλαίσια της αγωγής με αριθμό CC30467-12-11 που η Ενάγουσα καταχώρησε εναντίον του. Συγκεκριμένα, από πληροφορίες τις οποίες πήρε από τον κ. Χαραλάμπους και την Ενάγουσα, στις 30.5.13 και κατά την διάρκεια της μαρτυρίας του στο Δικαστήριο του Τελ Αβίβ, ο Εναγόμενος 1 κατόπιν ερωτήσεων που έγιναν από τον δικηγόρο της Ενάγουσας ισχυρίστηκε ότι είναι ιδιοκτήτης της Εταιρείας LC Mercury Limited, τις μετοχές της οποίας κατείχε ως κατεμπιστευματοδόχος ο Εναγόμενος 2, μέχρι που ο Εναγόμενος 1 του ζήτησε να τις μεταβιβάσει στο όνομα του. Μετά την πιο πάνω εξέλιξη, η Ενάγουσα ζήτησε από τον δικηγόρο της στο Ισραήλ να λάβει αντίγραφα των πρακτικών της δίκης ημερ. 30.5.13 για να σταλούν στον κ. Χαραλάμπους. Πληροφορείται από τον κ. Χαραλάμπους ότι τα εν λόγω πρακτικά στάλησαν στον ίδιο μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από την Ενάγουσα στις 9.6.13, αντίγραφα των οποίων επισυνάπτει ως Τεκμήριο 2, παραπέμποντας στις σελίδες 431 - 452, από τις οποίες κατά τον ομνύον, επιβεβαιώνεται η αδιαφορία του Εναγόμενου 1 στο επίδικο διάταγμα, η περιφρόνηση και η παρακοή που διέπραξε με το να ισχυριστεί ότι ήταν ιδιοκτήτης της εταιρείας LC Mercury Limited και των μετοχών. Στη συνέχεια αναφέρεται στα πρακτικά του Δικαστηρίου ημερ. 27.2.13, σε μέρος της ένορκης δήλωσης της Λούντας Ζερβού ημερ. 15.4.13, στην γραπτή αγόρευση του δικηγόρου του Εναγομένου 1 ημερ. 20.6.13 παρ. 27.5 και στην γραπτή αγόρευση των Εναγομένων 1 και 2 προς υποστήριξη της Αίτησης ημερ. 15.4.13 παρ. 34.3.1 έως 34.3.5, 45.4 και 45.
- Όλες οι πιο πάνω αναφορές βρίσκονται εντός του φακέλου της υπόθεσης και υποστηρίζει ότι τα πιο πάνω ενισχύουν την θέση της Ενάγουσας σε σχέση με την στάση που έχει επιδείξει ο Εναγόμενος 1 όσον αφορά το διάταγμα ημερ. 19.2.13 και την ξεκάθαρη αδιαφορία και πρόθεση περιφρόνησης του διατάγματος είτε έμμεσα είτε άμεσα. Ως πληροφορείται από τον κ. Χαραλάμπους φαίνεται ότι ο Εναγόμενος 1 δεν είχε πρόθεση να συμμορφωθεί με το διάταγμα, παραπέμποντας στα πρακτικά ημερ. 27.2.13 εξ' ού και τελικά το παρέβηκε στις 30.5.
- Στην παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση στις 6.2.
- Με την ένσταση του ο Καθ ου η Αίτηση προβάλλει σωρεία λόγων ένστασης. Με όλο τον σεβασμό προς τον συνήγορο του Καθ ου η Αίτηση, δεν μπορεί να μην καταγραφεί η παρατήρηση του Δικαστηρίου ότι στους λόγους ένστασης περιλαμβάνεται επιχειρηματολογία και αχρείαστη αναφορά γεγονότων και εισηγήσεων και οι λόγοι ένστασης καταγράφονται με περιττή λεπτομέρεια, καθιστώντας έτσι την κατανόηση και εξακρίβωση της ουσίας των λόγων ένστασης, δυσχερές έργο για το Δικαστήριο. Περαιτέρω, προβάλλονται διαζευκτικοί λόγοι ένστασης έτσι ώστε οι θέσεις του Καθ ου η Αίτηση να γίνονται δύσκολα αντιληπτές. Η πλευρά της Αιτήτριας δεν έθεσε οποιοδήποτε θέμα εν σχέση με τα πιο πάνω, επομένως το θέμα δεν θα απασχολήσει περαιτέρω το Δικαστήριο, εφόσον ως θα διαφανεί και πιο κάτω το βάρος απόδειξης στην υπό κρίση Αίτηση φέρει η Αιτήτρια. Όπως μπορώ να συνοψίσω, ο Καθ ου η Αίτηση υποβάλλει ως βασικότερους λόγους ένστασης ότι, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου για στοιχειοθέτηση της παρακοής, δεν υπήρξε παράβαση ή παρακοή του Διατάγματος, ανεξαρτήτως και χωρίς επηρεασμό των υπόλοιπων λόγων ένστασης το Διάταγμα είναι ελαττωματικό και/ή γενικό και αόριστο και/ή το λεκτικό του δεν εξειδικεύει τις πράξεις τις οποίες απαγορεύει και/ή επιβάλλει στον Καθ ου η Αίτηση. Δεν ικανοποιείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος του άρθρου 42 του Ν. 14/
- Άνευ βλάβης και χωρίς επηρεασμό των όσων αναφέρονται πιο πάνω και αν ακόμα ήθελε αποδειχθεί ότι η οποιαδήποτε πράξη του Καθ ου η Αίτηση θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει αντικειμενική υπόσταση τότε και πάλι δεν μπορεί να υπάρχει καμία καταφρόνηση αφού η οποιαδήποτε τυχόν ανυπακοή δεν ήταν ηθελημένη και δεν υπήρχε πρόθεση ανυπακοής προς το Διάταγμα του Δικαστηρίου. Η μαρτυρία την οποία επικαλείται η Αιτήτρια, συμπεριλαμβανομένου και του Τεκμηρίου 2 (πρακτικά δίκης στο Τελ Αβίβ) δεν είναι νόμιμη και/ή επαρκής και δεν είναι και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και/ή να ληφθεί υπόψη. Το εκδοθέν Διάταγμα εκδόθηκε καθ' υπέρβαση εξουσίας και έχει εφεσιβληθεί. Δεν υπάρχει ορθή επίδοση του Διατάγματος αφού μεταξύ άλλων δεν επιδόθηκε στα Αγγλικά κατά παράβαση του Συντάγματος και της Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Δεν υπάρχει ορθή επίδοση της Αίτησης Παρακοής και της μαρτυρικής κλήσης και ουδέποτε υπέγραψε για την παραλαβή τους. Τέλος προβάλλει ότι η διαδικασία παρακοής πρέπει να απορριφθεί διότι το εκδοθέν Διάταγμα δεν επιδέχεται της ερμηνείας που προσπαθεί να προσδώσει η Αιτήτρια, δεν απαγορεύει στον Καθ ου η Αίτηση να προβεί στις πράξεις για τις οποίες παραπονείται η Αιτήτρια και η παρούσα Αίτηση και οι απορρέουσες από αυτή διαδικασίες είναι καταχρηστικές. Υπό την ενότητα του λόγου ένστασης υπ' αριθμό 11, ως έχει συνοπτικά καταγραφεί ανωτέρω, καταγράφονται συνολικά 11 υποπαραγράφοι οι οποίες κυρίως αποτελούν επιχειρηματολογία και καταγραφή γεγονότων ως έχει προαναφερθεί και δεν καθίσταται αναγκαίο να επαναληφθεί το περιεχόμενο τους. Αναφορικά με τους λόγους ένστασης 8 (το εν λόγω Διάταγμα εκδόθηκε καθ' υπέρβαση εξουσίας κλπ) και 11.4 (το εν λόγω Διάταγμα κακώς εξεδόθη και/ή θα έπρεπε να είχε ακυρωθεί εξ αρχής και προς τούτο καταχωρήθηκε η Έφεση 243/13 η οποία εκκρεμεί) καθώς και των σχετικών αναφορών του Καθ ου η Αίτηση στην ένορκο δήλωση του στους πιο πάνω λόγους ένστασης, τονίζεται ότι δεν μπορούν να εξεταστούν από το παρών Δικαστήριο και κακώς προβάλλονται από μέρος του Καθ ου η Αίτηση στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Ο Καθ ου η Αίτηση ουσιαστικά καλεί το Δικαστήριο να εξετάσει θέματα τα οποία έχουν προσβληθεί με Έφεση και αναμένεται η εξέταση τους από το Εφετείο καθώς επίσης, κατά ανεπίτρεπτο τρόπο, προβάλλει ότι προηγούμενο Διάταγμα του Δικαστηρίου εκδόθηκε καθ' υπέρβαση εξουσίας, ζήτημα για το οποίο το παρών Δικαστήριο στερείται αρμοδιότητας και δικαιοδοσίας να εξετάσει. Η Ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση του Καθ ου η Αίτηση στα Αγγλικά με συνημμένη μετάφραση αυτής στα Ελληνικά ως Τεκμήριο Β. Εις την ένορκο δήλωση του ο Καθ ου η Αίτηση ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και αναφέρει τις δικαστικές διαδικασίες τις οποίες έλαβε ο δικηγόρος του με σκοπό την προστασία του ιδίου και εν σχέση με το εκδοθέν Διάταγμα ημερ. 19.2.
- Ο Καθ ου η Αίτηση με την ένορκο δήλωση του ισχυρίζεται ότι δεν προέβηκε στην ισχυριζόμενη παρακοή. Στην παρ. 10 της ένορκης δήλωσης του αναφέρει τα ακόλουθα και κρίνεται αναγκαίο να καταγραφεί μέρος της εν λόγω παραγράφου: «10..................η Ενάγουσα προχώρησε σε καταχώρηση αίτησης παρακοής ημερομηνίας 28.8.13, εναντίον μου, για το λόγο, όπως ισχυρίζεται η Ενάγουσα, ότι εγώ, παρέβηκα το ακυρωθέν μέρος 2, του προρρηθέντος διατάγματος, διότι όπως η ίδια ισχυρίζεται, στα πλαίσια της διεξαγωγής ακρόασης της Αγωγής CC304-67-11 στο Ισραήλ και ενώ έδινα την μαρτυρία μου, στο τοπικό Δικαστήριο, και αφού προηγουμένως προκλήθηκα κατά την αντεξέταση από τους Δικηγόρους της Ενάγουσας, είπα στο εν λόγω Δικαστήριο την αλήθεια και προέβαλα τη θέση μου, ότι δηλαδή εγώ είμαι ο ιδιοκτήτης της Εταιρείας LC Mercury Ltd........» και παραπέμπει στις παρ. 6 και 7 της ένορκης δήλωσης του κ. Θωμά Χριστοδούλου η οποία υποστηρίζει την παρούσα Αίτηση. Η Ακρόαση της υπό κρίση Αίτησης διεξήχθη με την προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας, αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων και στην συνέχεια οι συνήγοροι κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Το Δικαστήριο μελέτησε με προσοχή τόσο την Αίτηση μετά της συνημμένης ενόρκου δηλώσεως και Τεκμηρίων όσο και την Ένσταση μετά των συνημμένων ενόρκων δηλώσεων και Τεκμηρίων καθώς και το περιεχόμενο των αγορεύσεων, σε μέρος των οποίων θα αναφερθώ κατωτέρω όπου κρίνεται αναγκαίο. Ακολούθως θα προχωρήσω στην αξιολόγηση της προσφερθείσας μαρτυρίας η οποία προσκομίστηκε κατά την δίκη σε συνάρτηση πάντοτε με το περιεχόμενο της Αίτησης και Ένστασης καθώς και των ενόρκων δηλώσεων οι οποίες συνοδεύουν αυτές. Ο ενόρκως δηλών στην Αίτηση κ. Θωμάς Χριστοδούλου κατά την κυρίως εξέταση του υιοθέτησε το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του και κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 τα έγγραφα τα οποία αναφέρει στις παρ. 14.1 - 14.4 της ένορκης δήλωσης του. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι προέβηκε στην ένορκο δήλωση από πληροφορίες τις οποίες έλαβε από τον κο Χαραλάμπους, την Ενάγουσα και τον δικηγόρο της από το Ισραήλ προς επιβεβαίωση των πρακτικών της διαδικασίας στο Ισραήλ. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε: «Ως επί των πλείστων αυτά που μου είπαν, λέω.». Σε ερώτηση κατά πόσο όσα λέει είναι εξ ακοής, ανέφερε για παράδειγμα ότι γνωρίζει ότι καταχωρήθηκε η Αγωγή και γνωρίζει για το απαγορευτικό Διάταγμα, γιατί έχει μελετήσει το φάκελο. Ερωτηθείς αναφορικά με το αντικείμενο των διαδικασιών στο Ισραήλ και στην Κύπρο, τόνισε ότι υπέγραψε την ένορκο δήλωση για την αίτηση παρακοής και μόνο και εν σχέση με το Διάταγμα εξέφρασε την άποψη ότι αυτό απαγόρευε στον Εναγόμενο 1 να δώσει μαρτυρία ή να παρουσιάζει ότι έχει συμφέρον στην εταιρεία. Αποτελεί επίσης άποψη του ότι το Διάταγμα είναι ευρύ και του απαγόρευε μεταξύ άλλων να δώσει μαρτυρία στο Ισραήλ. Θέση του μάρτυρα ήταν ότι ο Καθ ου η Αίτηση προέβηκε σε παρακοή του Διατάγματος κατά την αντεξέταση του στην διαδικασία στο Ισραήλ. Ερωτηθείς, κατά την αντεξέταση του εν σχέση με την πιο πάνω θέση του, κατά πόσο αυτό έγινε εφόσον προκλήθηκε από ερώτηση του δικηγόρου της Ενάγουσας, ο μάρτυρας παρέπεμψε στην παρ. 7 της ένορκης δήλωσης του όπου αναφέρει την πληροφορία την οποία έλαβε από τον κ. Χαραλάμπους ότι ο Καθ ου η Αίτηση στις 30.5.13 κατά την αντεξέταση του στην διαδικασία στο Ισραήλ ανέφερε ότι είναι ιδιοκτήτης της εταιρείας LC Mercury Ltd. Αποτέλεσε κύρια θέση του ότι η αναφορά στα πρακτικά του Δικαστηρίου ημερ. 27.2.13 και τα όσα αναφέρει στις παρ. 14.1 - 14.4 της ένορκης δήλωσης του αποτελούν απόδειξη της πρόθεσης του Καθ ου η Αίτηση να μην συμμορφωθεί με το Διάταγμα. Ερωτηθείς σχετικά με το Τεκμήριο 2 το οποίο επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση του και κατά πόσο τα εν λόγω έγγραφα είναι πρακτικά, ο μάρτυρας ανέφερε ότι στην πρώτη σελίδα του Τεκμηρίου 2 γράφει «minutes» όπου σήμαινε πρακτικά. Όπως ανέφερε, είχαν μιλήσει με τον δικηγόρο στο Ισραήλ ο οποίος τους επιβεβαίωσε ότι είναι τα πρακτικά τα οποία μπορούν να ληφθούν πληρώνοντας μέσω smart card και την κάρτα αυτή την έχουν μόνο οι δικηγόροι. Ο δικηγόρος στο Ισραήλ επιβεβαίωσε στον μάρτυρα τηλεφωνικώς ότι το εν λόγω Τεκμήριο 2 είναι τα πρακτικά. Τα πρακτικά, κατά τον ίδιο, δοθήκαν από τον δικηγόρο στο Ισραήλ στην Ενάγουσα η οποία τα έδωσε στον κ Χαραλάμπους. Ανέφερε στη συνέχεια ότι εάν το Δικαστήριο στο Ισραήλ έχει διαφορετικά πρακτικά, δεν το γνωρίζει. Δεν γνωρίζει ποιος έκανε την μετάφραση των πρακτικών. Σε υποβολή ότι το Τεκμήριο 2 είναι εξ ακοής μαρτυρία, είναι αντίγραφο, δεν είναι επικυρωμένο, είναι συνταγμένο και μεταφρασμένο από άγνωστο πρόσωπο, το όνομα του Εναγομένου 1 είναι διαφορετικό στα πρακτικά και επομένως δεν είναι πρακτικά, ανέφερε ότι ο δικηγόρος στο Ισραήλ επιβεβαίωσε ότι είναι τα πρακτικά με την μετάφραση. Εξετάζοντας και αξιολογώντας συνολικά την μαρτυρία του πιο πάνω μάρτυρα, προκύπτει από τις απαντήσεις του, ως παραδέχεται άλλωστε και ο ίδιος, ότι πλείστα από τα όσα ανέφερε τόσο στην ένορκο δήλωση του όσο και κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, αφορούν θέματα και γεγονότα για τα οποία ο ίδιος του δεν έχει προσωπική γνώση. Όπως ξεκαθάρισε ο ίδιος του υπέγραψε μόνο την ένορκο δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση και γνωρίζει την ύπαρξη της Αγωγής και του Διατάγματος από μελέτη του φακέλου. Ο μάρτυρας ανέφερε τις πηγές γνώσεων του που είναι ο κ Χαραλάμπους, η Ενάγουσα και εις ότι αφορά το Τεκμήριο 2, έλαβε τηλεφωνική διαβεβαίωση από τον δικηγόρο στο Ισραήλ ότι αποτελεί τα πρακτικά της διαδικασίας στο Ισραήλ. Καμία από τις πιο πάνω πηγές του μάρτυρα δεν παρουσιάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προς επιβεβαίωση των όσων ανέφερε. Εις ότι αφορά το Τεκμήριο 2 όπου κατά τον ίδιο αποτελούν τα πρακτικά της διαδικασίας στο Ισραήλ, να σημειωθεί ότι η μαρτυρία του δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εφόσον παρέμεινε εξ ακοής. Σύμφωνα με τον ίδιο τα όσα ανέφερε σχετικά με το Τεκμήριο 2 βασίζονται στα όσα του ανέφερε ο δικηγόρος στο Ισραήλ και ο ίδιος του δεν έχει οποιαδήποτε γνώση. Στο θέμα των πρακτικών θα επανέλθω κατωτέρω, εφόσον κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 4 από τον δεύτερο μάρτυρα τον οποίο κάλεσε η Αιτήτρια. Το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του κ. Χριστοδούλου, το οποίο αφορά το εύρος εφαρμογής του Διατάγματος αλλά και κατά πόσο οι αναφορές του ιδίου στο Τεκμήριο 1 το οποίο κατέθεσε και κατά τον ίδιο τεκμηριώνουν την ηθελημένη παρακοή του Διατάγματος από τον Καθ ου η Αίτηση, αποτελούν έκφραση της δικής του άποψης η οποία ας σημειωθεί ότι, και πάλι σύμφωνα με τον ίδιο, πηγάζει από πληροφορίες που έλαβε από τον κ. Χαραλάμπους και την Ενάγουσα. Η μαρτυρία του κ. Χριστοδούλου, παρ' όλη την ειλικρίνεια του, παρέμεινε εξ ακοής χωρίς αυτή να επιβεβαιωθεί και η βαρύτητα η οποία μπορεί να της δοθεί προς απόδειξη της ισχυριζόμενης παρακοής, αποτελεί ξεχωριστό ζήτημα το οποίο θα εξεταστεί κατωτέρω από το Δικαστήριο. Ο κ. Κώστας Γεωργιάδης, δεύτερος μάρτυρας από πλευράς Αιτήτριας, είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της Αιτήτριας. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 ηλεκτρονικό μήνυμα το οποίο στάληκε στις 16.11.15 από τον δικηγόρο της Ενάγουσας στο Ισραήλ, σύμφωνα με τον ίδιο, με το οποίο στάλησαν τα πρακτικά στον κ Χαραλάμπους. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 3 ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 16.11.15 το οποίο στάληκε από τον δικηγόρο της Ενάγουσας στο Ισραήλ προς τον κ Χαραλάμπους. Όπως ανέφερε ο μάρτυρας, σύμφωνα με το Τεκμήριο 3, πρόσβαση στα πρακτικά έχουν μόνο δικηγόροι που χειρίζονται την υπόθεση. Κατά τον ίδιο, έχει στην κατοχή του τα επικυρωμένα πρακτικά τα οποία στάλησαν μέσω courier και κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
- Ο κος Κολατσής έφερε ένσταση στην κατάθεση των πρακτικών ως Τεκμήριο και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του επέτρεψε την κατάθεση των εγγράφων ως Τεκμήριο. Πρόσθεσε ότι μετά από οδηγίες του κ Χαραλάμπους σύγκρινε το Τεκμήριο 4 με το Τεκμήριο 2 το οποίο κατατέθηκε με την ένορκο δήλωση του κ Χριστοδούλου και είναι τα ίδια, εκτός από την αρίθμηση των σελίδων 431-434 όπου στο Τεκμήριο 4 είναι 623-
- Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν γνωρίζει Εβραϊκά, δεν διάβασε αναλυτικά τα δυο Τεκμήρια, η σύγκριση έγινε μόνο με το μάτι και επικεντρώθηκε στα όσα αναφέρει ο κ Θωμάς Χριστοδούλου για τις σελίδες 431-
- Συμφώνησε με άλλες διαφορές μεταξύ των δυο Τεκμηρίων που του υπέδειξε ο κ Κολατσής και συμφώνησε ότι η αρίθμηση των παραγράφων είναι διαφορετική και ότι το όνομα του Εναγόμενου 1 στην παρούσα αναγράφεται ως «Christobolo». Στη συνέχεια ανέφερε ότι δεν είναι εμπειρογνώμονας για να γνωρίζει κατά πόσο το Τεκμήριο 2 στην ένορκο δήλωση του κ. Χριστοδούλου είναι αντίγραφο του Τεκμηρίου 4, δεν γνωρίζει όμως γιατί υπάρχουν δυο διαφορετικά πρακτικά. Σε ερώτηση μήπως υπάρχουν δυο διαφορετικά πρακτικά για τον λόγο ότι το ένα δεν είναι αληθινό απάντησε «Δεν γνωρίζω». Η μαρτυρία του πιο πάνω μάρτυρα επικεντρώνεται στην παρουσίαση των πρακτικών της διαδικασίας στο Ισραήλ. Η μαρτυρία την οποία μετέφερε και πάλι αποτελεί στο μεγαλύτερο μέρος της εξ ακοής. Δεν γνωρίζει ποιος συνέταξε το Τεκμήριο 4, δεν γνωρίζει ποιος το μετέφρασε από τα Εβραϊκά στα Αγγλικά και δεν μπορούσε να εξηγήσει τις διαφορές οι οποίες παρατηρούνται μεταξύ των δυο διαφορετικών πρακτικών τα οποία παρουσιαστήκαν στο Δικαστήριο. Ο μάρτυρας φάνηκε ειλικρινής, παρ' όλα αυτά όμως, η θέση του ότι σύγκρινε τα δυο διαφορετικά πρακτικά με το μάτι και είναι σίγουρος ότι είναι τα ίδια αλλά στη συνέχεια να συμφωνεί με την πλευρά του Καθ ου η Αίτηση ότι όντως υπάρχουν διαφορές, έστω και επουσιώδεις κατά τον ίδιο, σε συνάρτηση με την άγνοια του ως προς την μετάφραση η οποία περιλαμβάνεται στα εν λόγω πρακτικά, έχουν ως αποτέλεσμα να μην μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει με ασφάλεια ότι όντως το Τεκμήριο 4 αποτελεί τα πραγματικά πρακτικά της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου του Τελ Αβίβ. Δεν παραβλέπω επίσης ότι σε ερώτηση μήπως υπάρχουν δυο πρακτικά για τον λόγο ότι το ένα δεν είναι αληθινό απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να καταλήξει με ασφάλεια ως προς το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 για ακόμα ένα ουσιαστικό λόγο. Δεν υπάρχει ενώπιον μου μαρτυρία αναφορικά με την γλώσσα όπου διεξάγετο η διαδικασία στο Ισραήλ, ποια η προέλευση της μετάφρασης στα Αγγλικά η οποία φαίνεται από το Τεκμήριο 4 και κατά πόσο η μετάφραση από τα Εβραϊκά στα Αγγλικά είναι ορθή. Ακόμα και η σφραγίδα του Δικαστηρίου του Τελ Αβίβ και ο τίτλος APPOSTILE στο εν λόγω Τεκμήριο 4, από μόνα τους δεν μπορούν να παράσχουν στο Δικαστήριο την απαραίτητη βεβαιότητα και ασφάλεια ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 είναι τα αληθινά πρακτικά της διαδικασίας. Η απουσία επίσης εξήγησης για ποιο λόγο υπάρχουν δυο διαφορετικά πρακτικά, ενισχύει την κατάληξη του Δικαστηρίου, εφόσον δημιουργούνται αμφιβολίες ως προς το περιεχόμενο τους λαμβάνοντας επίσης υπόψη το γεγονός ότι το Τεκμήριο 4 λήφθηκε σε πλαίσια διαδικασίας άγνωστης προς το Δικαστήριο. Ο Καθ ου η Αίτηση υιοθέτησε το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του. Τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση του υποστήριξε την θέση του ότι το Τεκμήριο 2 το οποίο συνοδεύει την Αίτηση και το Τεκμήριο 4 (πρακτικά), δεν τα αναγνωρίζει ως πρακτικά, είναι λανθασμένα και το όνομα του δεν αναγράφεται σε αυτά ορθά. Κατά την αντεξέταση του αποδέχτηκε ότι έδωσε μαρτυρία μια φορά στην διαδικασία στο Ισραήλ αλλά δεν θυμόταν να αναφέρει τι απάντησε στο Δικαστήριο και επέμενε ότι τα όσα ανέφερε ήταν η αλήθεια. Κατά την αντεξέταση του ερωτήθηκε για ποιο λόγο ανέφερε κατά την διαδικασία στο Ισραήλ ότι είναι ιδιοκτήτης της εταιρείας LC Mercury Ltd, απάντησε ότι δεν γνωρίζει γιατί αναφέρθηκε το όνομα της εταιρείας, εφόσον δεν ήταν διάδικος, προσθέτοντας ότι προκλήθηκε. Πρόσθεσε ότι είχε λάβει νομική γνωμάτευση ότι είχε συνταγματικό δικαίωμα να αναφέρει ότι ήθελε χωρίς να παραβιάζει οτιδήποτε. Τέλος αρνήθηκε ότι του επιδόθηκε προσωπικά η Αίτηση παρακοής και ανέφερε ότι εμφανίστηκε στο Δικαστήριο κατόπιν συμβουλής του δικηγόρου του. Ο Καθ ου η Αίτηση φάνηκε να είναι προσεκτικός και μετρημένος αναφορικά με τις απαντήσεις τις οποίες έδιδε στο Δικαστήριο. Καταλήγω στην πιο πάνω διαπίστωση εφόσον τόσο στην ένορκο δήλωση του όσο και κατά την ενώπιον μου μαρτυρία, ουδέποτε αρνήθηκε ρητά το γεγονός ότι όντως ανέφερε ότι είναι ιδιοκτήτης της εταιρείας LC Mercury Ltd, αλλά απέφευγε επιμελώς να τοποθετηθεί ευθέως επί τούτου, προβάλλοντας ότι αμφισβητεί την μετάφραση του Τεκμηρίου 4 καθώς και το ότι τα όσα ανέφερε κατά την μαρτυρία του στο Ισραήλ, ήταν η αλήθεια και λέχθηκαν κατόπιν πρόκλησης. Να σημειωθεί ότι στην υπό κρίση Αίτηση δεν εξετάζεται η αλήθεια των δηλώσεων ή θέσεων του Καθ ου η Αίτηση οι οποίες πιθανό να αποτελούν την Υπεράσπιση του στην Αγωγή. Κρίνοντας συνολικά την μαρτυρία του Καθ ου η Αίτηση, καταλήγω ότι απέκρυψε την πραγματικότητα αποφεύγοντας να απαντήσει ευθέως κατά πόσο προέβηκε στην εν λόγω αναφορά ή όχι, όπου αποτελεί και την ουσία της υπόθεσης. Κατά το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του κρίνεται ειλικρινής. Η νομολογία αποκαλύπτει ότι η διαδικασία παρακοής διατάγματος σε αστική υπόθεση έχει ποινικό χαρακτήρα αφού επιδιώκεται η τιμωρία του καθ΄ ου η αίτηση. Η αίτηση για καταδίκη προσλαμβάνει το χαρακτήρα κατηγορίας, η απόδειξη της οποίας υπόκειται στους κανόνες που διέπουν την απόδειξη ποινικού αδικήματος. Πρόκειται για «οιονεί», όπως χαρακτηρίστηκε, ποινική διαδικασία, γι΄ αυτό και το μέτρο απόδειξης της είναι εκείνο που εφαρμόζεται στις ποινικές υποθέσεις, απόδειξη δηλαδή πέραν από κάθε λογική αμφιβολία (βλ. Ιωάννου ν Μανώλη κ.α.
(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1423, Παπαχρυσοστόμου ν Σιδερά
(1993)1 (Ε) Α.Α.Δ. 750) και Houssein Halin V Naime Timour κ.α, Πολ. Εφ. Αρ. 64/2005, Ημερομηνίας 21/03/2005). Ενόψει του ότι η αστική παρακοή προσομοιάζει της ποινικής διαδικασίας και επιφέρει ανάλογες σοβαρές οικονομικές κυρώσεις υπό τύπο προστίμου ή κατάσχεσης περιουσίας ή στέρηση της ελευθερίας με ενδεχόμενη φυλάκιση, όλα τα τυπικά και ουσιαστικά εχέγγυα του ποινικού δικαίου πρέπει να ικανοποιούνται (βλ. In re Bramblevale Ltd
(1970)Ch. 128 at p. 1063 και Savings and Investment Bank Ltd V Gasco (No 2)
(1998)1 All E.R. 975). Είναι γι΄ αυτό το λόγο που η νομολογία δείχνει ότι τα διατάγματα πρέπει να εξειδικεύουν με την μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια ποιες πράξεις απαγορεύονται και υπό ποια ιδιότητα και πρέπει η πράξη αυτή για την οποία ζητείται η τιμωρία ενός καθ΄ ου η αίτηση να εμπίπτει με σαφήνεια εντός των ρητών και αναμφισβήτητων προδιαγραφών που το λεκτικό του διατάγματος καταγράφει (βλ. Iberian Trust Ltd V Founders Trust and Investment Co Ltd
(1932)1 All E.R. 176, P.A. Thomas & Co. and Others v Mould and Others
(1968)1 All E.R. 963, όπως επίσης και στο σύγγραμμα Borie & Lowe: The Law of Contempt, σελ. 315). Στην απόφαση Safarino v. Sun Shoes
(1984)1 C.L.R. 738 λέχθηκαν τα ακόλουθα (σε μετάφραση): «Ένα διάταγμα Δικαστηρίου ισοδυναμεί με διαταγή του ίδιου του Νόμου και είναι ακόμα περισσότερο ακριβές γιατί προσδιορίζει τι πρέπει ή τι δεν πρέπει να γίνει. Κατά κανόνα, η ανυπακοή προς τέτοιο Διάταγμα, υπονομεύει την αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας και αποτελεί μια περιφρόνηση με ευρύτερες κοινωνικές συνέπειες. Η υπακοή σε Διατάγματα Δικαστηρίου αποτελεί ένα από τα θεμέλια της πολιτισμένης ζωής.» Στην απόφαση Δρόσος Μιχαηλίδης v. Margita Μιχαηλίδου Poliakova Π.Ε. 22/2009 ημερ.24.2.2011, λέχθηκαν τα εξής: "Για να καταδειχθεί παρακοή, όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση Λάζαρος Μαύρος ν. Θεόδωρου Στυλιανού
(1998)1 Α.Α.Δ. 2389, πρέπει να ικανοποιείται και η αντικειμενική υπόσταση («actus reus»), αλλά και η υποκειμενική υπόσταση («mens rea»), του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης όπως προδιαγράφεται στο άρθρο 42 του Νόμου αρ. 14/60. Στη δε υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309, λέχθηκε με αναφορά στη Μουζούρης ν. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287, ότι: «.. για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί η ηθελημένη ανυπακοή του καθ' ου η αίτηση προς την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή πρόθεση ανυπακοής προς το διάταγμα του δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ' εαυτού δεν αρκεί. πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του δικαστηρίου.» Τυχόν παράβαση των όρων ενός διατάγματος χωρίς πρόθεση ή κατά τυχαίο τρόπο δεν επιφέρει βεβαίως την καταδίκη του καθ' ου, εφόσον η συμπεριφορά του δεν κατέδειξε είτε αδιαφορία προς το διάταγμα, είτε εκ προθέσεως καταστρατήγηση των όρων του. (δέστε Fairclough & Sons v. Manchester Ship Canal Co. (No. 2)
(1897)Sol Jo 225 και Borrie & Lowe 2η έκδ. σελ. 400-1)". Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Τάκη Μακρίδη
(1991)1 Α.Α.Δ. 401, 406 αναφέρεται πως: «. σε περιπτώσεις, όπως εδώ που αφορούν την ελευθερία του πολίτη οι δικονομικές διατάξεις που ρυθμίζουν τη διαδικασία, πρέπει να τηρούνται αυστηρά και κατά γράμμα.» Η δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων για την τιμωρία προσώπου για ανυπακοή σε δικαστικό διάταγμα αντλείται από το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίου Νόμου, που αποτελεί το ουσιαστικό δίκαιο. Οι δικονομικές διατάξεις που διέπουν και ρυθμίζουν την άσκηση της δικαιοδοσίας αυτής καθορίζονται στη Διαταγή 42 Α των Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι οι πιο κάτω προϋποθέσεις πρέπει να υφίστανται προς απόδειξη της παρακοής:
- Ύπαρξη διατάγματος.
- Αναγκαία οπισθογράφηση.
- Προσωπική επίδοση του διατάγματος.
- Προσωπική επίδοση της αίτησης παρακοής.
- Αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης, άρθρο 42, Ν.14/
- Στη βάση των πιο πάνω αρχών έρχομαι να εξετάσω τα ιδιαίτερα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, υπό το πρίσμα και των αγορεύσεων των δυο πλευρών. Να σημειωθεί ότι η πλευρά του Καθ ου η Αίτηση προβάλλει σωρεία ζητημάτων. Το Δικαστήριο θα εξετάσει τις εκατέρωθεν προβαλλόμενες θέσεις στον βαθμό όπου αυτές σχετίζονται άμεσα και ουσιαστικά με την διαμόρφωση της κρίσης του Δικαστηρίου. Ο Καθ ου η Αίτηση προβάλλει με τους λόγους ένστασης 9 και 10 ότι το Διάταγμα ημερ. 19.2.13 καθώς και η Αίτηση παρακοής και μαρτυρική κλήση, των οποίων αμφισβητά την επίδοση, δεν είναι στα Αγγλικά ή σε κατανοητή γι' αυτόν γλώσσα. Το άρθρο 3
(1)του Συντάγματος καθιερώνει την Ελληνική και την Τουρκική ως επίσημες γλώσσες της Κυπριακής Δημοκρατίας. Με τον περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμου του 1988 Ν.67/88, όπως τροποποιήθηκε, καταργήθηκε ο προσωρινός νόμος, ο περί Νόμων και Δικαστηρίων (κείμενο και διαδικασία) Νόμος του 1965 (Ν.51/65)και τερματίστηκε η μεταβατική περίοδος και ενεργοποιήθηκαν οι Συνταγματικές διατάξεις που καθιστούσαν τις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας τις μόνες γλώσσες στις οποίες διεξάγεται η δικαστική διαδικασία. Έτσι από τις 27.5.1988 αποκλείστηκε η χρησιμοποίηση της Αγγλικής γλώσσας με τον Ν.67/88 και/ή οποιασδήποτε άλλης από τις επίσημες γλώσσες στην επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων ή στη λήψη οποιουδήποτε άλλου μέτρου. Παρατηρώ ότι στην ένορκο δήλωση του Καθ ου η Αίτηση η οποία συνοδεύει την Ένσταση αναφέρει ότι οι δικηγόροι του μετέφρασαν στα Αγγλικά το περιεχόμενο της Αίτησης και της ενόρκου δηλώσεως του κ Χριστοδούλου. Επίσης προκύπτει ότι η επίδοση του διατάγματος και της παρούσας Αίτησης, ως θα διαφανεί πιο κάτω, έγινε ενώ αυτός βρισκόταν στην Κύπρο, εντός της δικαιοδοσίας του Κυπριακού Δικαστηρίου, εφόσον ο ίδιος του κατά την μαρτυρία του δεν ανέφερε ότι δεν βρισκόταν στην Κύπρο, παρά μόνο ανέφερε ότι η επίδοση της Αίτησης δεν έγινε προσωπικά. Kamal HassaNein v. Hellenic Island and/or Island κ.α. (Αρ.1)
(1994)1 A.A.Δ. 303, Νικόλας Σοφοκλέους ν. Χρίστος Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 81, Τhe United Bible Societies (Gulf) v. Κώστα Χατζηκακού
(1990)1 Α.Α.Δ. 395. Η επίδοση σε αλλοδαπό, ο οποίος δεν γνωρίζει την γλώσσα δικαστικού εγγράφου συντεταγμένου στα Ελληνικά είναι δυνάμει της πιο πάνω συνταγματικής διάταξης καθ' όλα νόμιμη και έγκυρη. Κάθε διάδικο μέρος οφείλει να αναγνωρίζει πως σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία η οποία ξεκίνησε ή εκκρεμεί στη Δημοκρατία και η οποία τον αφορά, θα διεξάγεται σε μια από τις επίσημες γλώσσες της. Κατά συνέπεια κάθε διάδικος οφείλει να αναγνωρίζει πως σε κάθε τέτοια περίπτωση και τα δικαστικά έγγραφα θα είναι συντεταγμένα σε μια από τις δυο επίσημες γλώσσες. (βλ. KEAN Soft Drinks Ltd v. Safmarine Container Lines N.Y κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1784, 1788). Επομένως οι σχετικές ενστάσεις του Καθ ου η Αίτηση επί του προκειμένου ζητήματος απορρίπτονται. Κρίνεται σκόπιμο να εξετάσω σε αυτό το στάδιο κατά πόσο το Διάταγμα ημερ. 19.2.13 και η παρούσα Αίτηση μετά της σχετικής μαρτυρικής κλήσης επιδόθηκαν στον Καθ ου η Αίτηση. Όσον αφορά την επίδοση του Διατάγματος προκύπτει από την ένορκο δήλωση του κ Χριστοδούλου η οποία συνοδεύει την Αίτηση ότι το Διάταγμα με την απαραίτητη οπισθογράφηση και την Αίτηση στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε το Διάταγμα επιδόθηκε προσωπικά στον Καθ ου η Αίτηση στις 26.2.13 σύμφωνα με ένορκο δήλωση του επιδότη ημερ. 26.2.
- Να σημειωθεί ότι ο Καθ ου η Αίτηση δεν αμφισβήτησε την επίδοση του Διατάγματος στον ίδιο κατά την Ακρόαση της Αίτησης καθώς επίσης το εν λόγω θέμα ήδη εξετάστηκε από το Δικαστήριο κατά την εξέταση της Αίτησης ημερ. 18.2.
- Όσον αφορά την επίδοση της παρούσας Αίτησης και της μαρτυρικής κλήσης στον Καθ ου η Αίτηση, ο Καθ ου η Αίτηση ανέφερε κατά την μαρτυρία του ότι δεν επιδόθηκε στον ίδιο προσωπικά η Αίτηση. Ο κ Κολατσής υποστήριξε ότι αμφισβήτησε από την πρώτη στιγμή την επίδοση της Αίτησης εφόσον ο Καθ ου η Αίτηση δεν ήταν στην Κύπρο και παρέπεμψε προς τούτο στα πρακτικά του Δικαστηρίου ημερ. 22.10.
- Δεν μπορώ να συμφωνήσω με την πιο πάνω θέση του Καθ ου η Αίτηση για τους ακόλουθους λόγους: Κατά πρώτο, εντός του φακέλου βρίσκεται η ένορκος δήλωση του ιδιώτη επιδότη Χαράλαμπου Γεωργίου ημερ. 22.9.14 στην οποία αναφέρει ότι επέδωσε την Αίτηση και μαρτυρική κλήση στον Καθ ου η Αίτηση προσωπικά στις 19.9.14 χωρίς την υπογραφή του. Η πλευρά του Καθ ου η Αίτηση δεν αμφισβήτησε με οποιοδήποτε τρόπο την ένορκο δήλωση του πιο πάνω ιδιώτη επιδότη, η οποία παραμένει επαρκής και αναλλοίωτη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ως προς την απόδειξη της επίδοσης της Αίτησης και μαρτυρικής κλήσης στον Καθ ου η Αίτηση. Κατά δεύτερο, παρατηρώ από τα πιο πάνω πρακτικά ημερ. 22.10.14 ότι πράγματι ο κ Κολατσής δεν αποδέχεται την επίδοση και επιφυλάσσεται εν σχέση με την επίδοση. Δεν έχει όμως ληφθεί οποιοδήποτε διάβημα για τον παραμερισμό ή αμφισβήτηση της εν λόγω επίδοσης. Η δήλωση και μόνο του κ Κολατσή δεν μπορεί να ανατρέψει το εύρημα περί προσωπικής επίδοσης στον Καθ ου η Αίτηση ο οποίος δεν έχει καταδείξει το αντίθετο. Το ορθό στάδιο όπου θα μπορούσε να αμφισβητηθεί ουσιαστικά η επίδοση της Αίτησης είναι στα πλαίσια εκδίκασης της παρούσας Αίτησης, όπου όμως ο Καθ ου η Αίτηση δεν έχει καταδείξει λόγο για τον οποίο το Δικαστήριο να μην αποδεχτεί την επίδοση. Κατά τρίτο, ο Καθ ου η Αίτηση αντεξεταζόμενος δεν ανέφερε ότι δεν βρισκόταν στην Κύπρο στις 19.9.14 όπου έγινε η επίδοση, σε αντίθεση με τα όσα αναφέρει ο κ Κολατσής ενώπιον του Δικαστηρίου στις 22.10.
- Ενόψει των πιο πάνω κρίνεται ότι τόσο το Διάταγμα ημερ. 19.2.13 όσο και η Αίτηση ημερ. 28.8.13 και μαρτυρική κλήση επιδόθηκαν νομότυπα και κανονικά στον Καθ ου η Αίτηση, ο οποίος εμφανίστηκε προσωπικά ενώπιον του Δικαστηρίου, υπογράφοντας προσωπική εγγύηση προς εξασφάλιση της παρουσίας του. Αναφορικά με την προϋπόθεση για την ύπαρξη Διατάγματος, κάτι τέτοιο δεν αμφισβητείται. Αυτό που αμφισβητεί ο Καθ ου η Αίτηση είναι την ερμηνεία την οποία δίδει σε αυτό η Αιτήτρια προβάλλοντας συνάμα ότι το Διάταγμα ήταν ασαφής και ζητήθηκε επανειλημμένα από τον δικηγόρο του Καθ ου η Αίτηση από το Δικαστήριο να διευκρινιστεί το εύρος εφαρμογής αυτού. Σε αυτό το θέμα θα επανέλθω κατωτέρω. Όσον αφορά την προϋπόθεση για την ύπαρξη οπισθογράφησης εις το Διάταγμα κρίνεται ότι ικανοποιείται εφόσον κατά πρώτο είναι εμφανής από το περιεχόμενο του Διατάγματος και κατά δεύτερο δεν αμφισβητείται. Υπενθυμίζεται ότι η Αιτήτρια στηρίζει την ύπαρξη παρακοής στο γεγονός ότι ο Καθ ου η Αίτηση στην διαδικασία στο Τελ Αβίβ απάντησε σε σχετική ερώτηση ότι είναι ιδιοκτήτης της εταιρείας LC Mercury Ltd. Όπως έχει προαναφερθεί, το Τεκμήριο 2 το οποίο επισυνάπτεται στην Αίτηση και το Τεκμήριο 4, δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλή βάση προς τεκμηρίωση της θέσης της Αιτήτριας. Η Υπεράσπιση στηρίχτηκε στο ότι ο Καθ ου η Αίτηση δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε παρακοή. Χωρίς ο Καθ ου η Αίτηση να αρνείται ρητά ότι προέβηκε στην εν λόγω αναφορά, προβάλλει την θέση ότι ακόμα και αν αναφέρθηκε στην εταιρεία αυτό έγινε κατόπιν πρόκλησης από πλευράς Ενάγουσας. Παραθέτει επίσης ως Υπεράσπιση το γεγονός ότι είχε λάβει προηγουμένως νομική συμβουλή εν σχέση με το επίδικο Διάταγμα, με βάση την οποία λέχθηκε ότι το Διάταγμα δεν μπορούσε να περιορίσει το Συνταγματικό δικαίωμα του να Υπερασπιστεί την υπόθεση του στο Ισραήλ. Παρά το ότι το Δικαστήριο δεν προσδίδει οποιαδήποτε βαρύτητα στο Τεκμήριο 4 και Τεκμήριο 2 της ενόρκου δηλώσεως του κ Χριστοδούλου, εις το οποίο στηρίζεται η Αιτήτρια για να αποδείξει την αντικειμενική υπόσταση της παρακοής, το Δικαστήριο έχει ενώπιον του στοιχεία και μαρτυρία, με τα οποία ικανοποιείται και αυτή η προϋπόθεση, ως θα αναφερθώ κατωτέρω. Καταλήγω στα πιο πάνω εφόσον ο Καθ ου η Αίτηση ουδέποτε αμφισβήτησε ότι προέβηκε στην εν λόγω αναφορά την οποία του καταλογίζει η Αιτήτρια και ούτε αρνήθηκε το εν λόγω γεγονός. Αυτό το οποίο έχει σημασία για την υπόθεση είναι ότι ο Καθ ου η Αίτηση στην ένορκο δήλωση του παρ. 10, ως καταγράφεται ανωτέρω, χωρίς να αρνείται ότι προέβηκε στην εν λόγω αναφορά, αποδέχεται ότι προκλήθηκε προς τούτο από τον δικηγόρο της Ενάγουσας στο Ισραήλ. Παρατηρώ επίσης ότι δεν υποβλήθηκε στους μάρτυρες της Αιτήτριας ότι ο Καθ ου η Αίτηση δεν ανέφερε τα όσα του καταλογίζουν. Αυτό που προβλήθηκε από πλευράς Καθ ου η Αίτηση είναι ότι είχε κάθε δικαίωμα να αναφερθεί στην εταιρεία, είπε την αλήθεια και ότι το Διάταγμα δεν του απαγόρευε να προβεί σε τέτοια αναφορά. Τα πιο πάνω όμως δεν είναι αρκετά για να αποδείξουν την ισχυριζόμενη παρακοή. Απομένει να εξεταστεί κατά πόσο η Αιτήτρια απέδειξε ότι η παρακοή ήταν ηθελημένη, το βάρος απόδειξης το οποίο φέρει η ίδια. Η Αιτήτρια προς απόδειξη της πρόθεσης του Καθ ου η Αίτηση να παρακούσει το Διάταγμα, στηρίζεται στην ένορκο δήλωση του κ Χριστοδούλου, ενόρκως δηλών στην Αίτηση, όπου στην παρ. 14 της ένορκης δήλωσης του παραπέμπει στα πρακτικά του Δικαστηρίου ημερ. 27.2.13 καθώς και σε άλλα αποσπάσματα της δικογραφίας από προηγούμενες διαδικασίες, όπου κατά τον ίδιο τεκμηριώνουν την πρόθεση του Καθ ου η Αίτηση να παρακούσει το Διάταγμα. Όπως φαίνεται από το πρακτικό ημερ. 27.2.13, παρατηρώ ότι ο κ Κολατσής απευθυνόμενος προς το Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα: « ...Ο πελάτης μου πρέπει να δώσει μαρτυρία αναφορικά και να παρουσιάσει τον εαυτό του ότι είναι ιδιοκτήτης αυτών των μετοχών..αν μπορεί το Δικαστήριο να μας αποσαφηνίσει κατά πόσο αυτό το διάταγμα επεκτείνεται στο να απαγορεύει από τον από τον οποιοδήποτε να δώσει μαρτυρία σε δικαστήριο» Από το πιο πάνω απόσπασμα προκύπτει ότι ο Καθ ου η Αίτηση προβάλλει ότι το Διάταγμα δεν ήταν σαφές και ξεκάθαρο και χαρακτηρίζεται από γενικότητα και ασάφεια, λαμβάνοντας υπόψη ότι αρχικά εζητείτο από την Αιτήτρια η εφαρμογή του εντός και εκτός Κύπρου, κάτι που δεν εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Γεγονός το οποίο προβλημάτιζε τον ίδιο εφόσον εκκρεμούσε η διαδικασία στο Ισραήλ στα πλαίσια της οποίας θα έδιδε μαρτυρία. Μπορούν όμως τα πιο πάνω να αποτελέσουν απόδειξη της πρόθεσης του Καθ ου η Αίτηση να παρακούσει το Διάταγμα; Σε αυτό το στάδιο θα εξετάσω κατά πόσο το Διάταγμα ήταν σαφές και ξεκάθαρο. Η νομολογία έχει διαχρονικά και με συνέπεια ακολουθήσει τη γραμμή ότι «για να είναι δυνατή η τιμωρία ενός καθ' ου η αίτηση, τα διατάγματα θα πρέπει να εξειδικεύονται με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια ώστε να μην αφήνεται αμφιβολία ως προς το ποιες πράξεις απαγορεύονται και υπό ποία ιδιότητα» βλ. Yugos Finance κ.α. v Halebay Holdings Ltd Πολ. Εφ. 180/90 ημερ. 08/03/2013 Υπό τις παρούσες περιστάσεις και έχοντας κατά νου ότι κατά την έκδοση του Διατάγματος εκκρεμούσε η διαδικασία στο Ισραήλ και της μαρτυρίας την οποία ο Καθ ου η Αίτηση θεωρούσε αναγκαία να παρουσιάσει προς Υπεράσπιση του, κρίνεται ότι εις ότι αφορά το εύρος εφαρμογής του Διατάγματος και κατά πόσο αυτό ισχύει και για σκοπούς μαρτυρίας ενώπιον Δικαστηρίου αλλά και το κατά πόσο ισχύει εντός και εκτός Κύπρου, κρίνεται ότι το Διάταγμα εμπεριέχει το στοιχείο της ασάφειας με αποτέλεσμα να δημιουργείται αβεβαιότητα ως προς τις ενέργειες οι οποίες απαγορεύονται στον Καθ ου η Αίτηση και ειδικότερα κατά πόσο το Διάταγμα θα μπορούσε να του απαγορεύσει να παραθέσει την απαιτούμενη κατά τον ίδιο μαρτυρία προς Υπεράσπιση της υπόθεσης του στο Ισραήλ. Δεν μπορώ επίσης να παραβλέψω ότι το Δικαστήριο ακύρωσε την ισχύ του Διατάγματος λαμβάνοντας υπόψη μεταξύ άλλων το ότι η συνέχιση του θα επηρέαζε την Υπεράσπιση του στην διαδικασία η οποία εκκρεμούσε στο Ισραήλ. Δεν παραβλέπω επίσης το γεγονός ότι ο Καθ ου η Αίτηση λόγω των ανησυχιών του ενόψει της ύπαρξης του Διατάγματος αλλά και της ανάγκης να υπερασπιστεί τον εαυτό του στο Ισραήλ, ζήτησε νομική συμβουλή την οποία έλαβε σύμφωνα με το Τεκμήριο 2 στην ένορκο δήλωση Λούντας Ζερβού ημερ. 15.4.13, δια της οποίας του λέχθηκε ότι ήταν δικαίωμα του να δώσει μαρτυρία κατά τρόπο που να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Βέβαια σύμφωνα με την Νομολογία παρακοή η οποία διενεργείται μετά από νομική συμβουλή δεν μπορεί να αποτελέσει Υπεράσπιση. Στην υπόθεση Parker and another (t/aNBC Services) v Rasalingham (t/a Microtec) and others [2000] All E.R (D)912 όπου αποφασίστηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: "Τhe fact that the defendants have acted on legal advice in pursuing conduct which is held to amount to a contempt does not excuse the contempt but "may be relevant, and sometimes very important as mitigation" Re Mileage Conference Group on the Tyre Manufacturers Conference [1966]1WLR 1137,1162.But in this case I do not consider that any significant weight should be attached to this factor which is relevant both to penalties and to costs. This is because the advice ,which (as I have said) is nowhere recorded, was based on instructions which had no factual foundation and given by an adviser who did not have any knowledge of it and did not make any enquiries about it. It is not a case of defendant having a bona fide belief in the correctness of legal advice which later turns out to be untrue." (η υπογράμμιση και έμφαση είναι του Δικαστηρίου). Σύμφωνα με το πιο πάνω απόσπασμα, στην υπό κρίση υπόθεση, η νομική συμβουλή είναι κατατεθειμένη ως Τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου και φαίνεται να δόθηκε από δικηγόρο ο οποίος γνώριζε το περιεχόμενο του Διατάγματος. Στην παρούσα περίπτωση το γεγονός της λήψης νομικής συμβουλής από τον Καθ ου η Αίτηση συνυπολογίζεται υπό το φως όλων των υπόλοιπων γεγονότων και θέσεων του Καθ ου η Αίτηση και το Δικαστήριο δεν επικεντρώνεται στην ύπαρξη της νομικής συμβουλής και μόνο για να διαπιστώσει κατά πόσο ο Καθ ου η Αίτηση είχε ή δεν είχε πρόθεση να παρακούσει το Διάταγμα. Η ενέργεια του Καθ ου η Αίτηση να ζητήσει νομική συμβουλή, συνεκτιμώντας την εν λόγω ενέργεια στο πλαίσιο των περιστατικών της υπόθεσης, κατά την άποψη μου καταδεικνύει την ανησυχία του Καθ ου η Αίτηση να μην παρακούσει το Διάταγμα. Επομένως καταλήγω ότι τα όσα αναφέρονται από τον κ Κολατσή ενώπιον του Δικαστηρίου σύμφωνα με το πρακτικό ημερ. 27.2.13, δεν τεκμηριώνουν πρόθεση από μέρους του Καθ ου η Αίτηση να παρακούσει το Διάταγμα αλλά καταδυκνείουν την προσπάθεια του Καθ ου η Αίτηση να διαφυλάξει τα δικαιώματα του εν σχέση με την διαδικασία στο Ισραήλ, αποφεύγοντας την όποια παρακοή προς το Διάταγμα, όπου για τον ίδιο δεν ήταν ξεκάθαρο κατά πόσο του απαγόρευε ή όχι να δώσει την σχετική μαρτυρία. Έχω επίσης μελετήσει την ένορκο δήλωση της Λούντας Ζερβού ημερ. 15.4.13 και τις αγορεύσεις από μέρους του Εναγομένου οι οποίες καταχωρήθηκαν στα πλαίσια ακρόασης των Αιτήσεων ημερ. 18.2.13 και 11.6.13, και στις οποίες στηρίζεται η Αιτήτρια προς απόδειξη της πρόθεσης του Καθ ου η Αίτηση να παρακούσει το Διάταγμα. Δεν διαπιστώνω όμως ότι τα πιο πάνω τεκμηριώνουν την πρόθεση του Καθ ου η Αίτηση να παραβεί το Διάταγμα. Αυτό το οποίο μπορώ να διακρίνω είναι την προβολή των θέσεων του Καθ ου η Αίτηση τις οποίες προέβαλε για την ακύρωση του Διατάγματος και την προώθηση των θέσεων του εν σχέση με την ουσία της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, τις οποίες παρέθεσε στα πλαίσια άλλων διαδικασιών. Το Δικαστήριο συνυπολογίζοντας και λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι ο Καθ' ου η Αίτηση αντιμετώπιζε μια διαδικασία σε Δικαστήριο του Τελ Αβίβ στο Ισραήλ, η οποία αφορούσε μεταξύ άλλων το ιδιοκτησιακό καθεστώς της εταιρείας και όπως προκύπτει από το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 27.2.13 ο Καθ ου η Αίτηση στα πλαίσια της Υπεράσπισης του στην πιο πάνω διαδικασία, ήταν αναγκασμένος να προβάλει τις θέσεις του καθώς επίσης και την ενέργεια του ιδίου να λάβει νομική συμβουλή αναφορικά με την μαρτυρία του στο Ισραήλ υπό το φως του Διατάγματος, χωρίς να κρίνεται το περιεχόμενο της νομικής συμβουλής που έλαβε, καταλήγω ότι ο Καθ ου η Αίτηση δεν προέβηκε στην αναφορά ότι είναι ιδιοκτήτης της εταιρείας με σκοπό και πρόθεση να παρακούσει το Διάταγμα ή αδιαφορώντας για την ύπαρξη του Διατάγματος, αλλά η εν λόγω αναφορά έγινε αποκλειστικά και μόνο για την προώθηση της Υπεράσπισης του στην υπόθεση στο Ισραήλ. Προκύπτει επίσης από την μαρτυρία του Καθ ου η Αίτηση ότι προέβηκε στην εν λόγω αναφορά μετά από ερώτηση του Δικηγόρου της Ενάγουσας. Με αυτή τη θέση συμφωνεί και ο κ Χριστοδούλου, εφόσον στην παρ. 7 της ενόρκου δηλώσεως του αναφέρει ότι ο Καθ ου η αίτηση μετά από ερώτηση του συνηγόρου της Ενάγουσας προέβηκε στην εν λόγω αναφορά. Επομένως δεν έχει καταδειχθεί ότι ο Καθ ου η Αίτηση από μόνος του προέβηκε στην εν λόγω απάντηση με σκοπό και πρόθεση την παρακοή του Διατάγματος. Δεν έχει καταδειχθεί από την Αιτήτρια οποιαδήποτε άλλη ενέργεια του Καθ ου η Αίτηση πέραν της απάντησης στην οποία έδωσε στον συνήγορο της Ενάγουσας στο Ισραήλ, η οποία θα μπορούσε να τεκμηριώσει τέτοια πρόθεση. Παραμένει άγνωστο επίσης κατά πόσο ο Καθ ου η Αίτηση θα προέβαινε σε τέτοια αναφορά εάν δεν υποβαλλόταν ερώτηση από τον συνήγορο της Ενάγουσας στο Ισραήλ. Κρίνοντας συνολικά την συμπεριφορά και ενέργειες του Καθ ου η Αίτηση οι οποίες προηγήθηκαν της μαρτυρίας του στις 30.5.13 στο Ισραήλ, ως έχει λεπτομερώς αναφερθεί πιο πάνω, δεν μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει σε εύρημα πρόθεσης παρακοής του Διατάγματος. Δεν παραβλέπω επίσης ότι η Αιτήτρια η οποία είχε το βάρος απόδειξης της ηθελημένης παρακοής του Καθ ου η Αίτηση δεν παρέθεσε πειστικά στοιχεία τα οποία να τεκμηριώνουν κάτι τέτοιο. Καταλήγω επομένως ότι η Αιτήτρια δεν απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την πρόθεση και θέληση του Καθ ου η Αίτηση να παρακούσει το Διάταγμα ημερ. 19.2.
- Θεωρώ ορθό να προβώ σε μια τελική παρατήρηση. Κρίνεται ανεπίτρεπτο, το Κλητήριο Ένταλμα να καταχωρήθηκε στις 18.2.13, η Έκθεση Απαίτησης στις 3.9.15 και μέχρι σήμερα να μην έχουν καν συμπληρωθεί τα δικόγραφα. Η Ενάγουσα οφείλει, εφόσον καταχώρησε την παρούσα Αγωγή, να προωθήσει την υπόθεση της ανεξαρτήτως των παράλληλων ενδιάμεσων διαδικασιών οι οποίες εκκρεμούσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ούτε ο Εναγόμενος μέχρι σήμερα καταχώρησε την Υπεράσπιση του. Αντίθετα, προκύπτει ότι μέχρι σήμερα οι διάδικοι ασχολήθηκαν μόνο με την ύπαρξη και αποτελέσματα του Διατάγματος ημερ. 19.2.13 το οποίο δεν θα επιφέρει την οριστική επίλυση των διαφορών τους. Αντιλαμβάνομαι και αναγνωρίζω ότι αποτελεί δικαίωμα των διαδίκων η λήψη μέτρων που σχετίζονται με το Διάταγμα ημερ. 19.2.13 αλλά κάτι τέτοιο δεν μπορεί να δικαιολογήσει την αδράνεια των διαδίκων στην προώθηση και ολοκλήρωση της Αγωγής. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Καθ' ου η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................................................. Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Action/ Interim/746-13parakoidiatagmatos cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο