← Κύπρος

Ραφαήλ Νεοφύτου, ανήλικου μέσω των γονέων και πλησιεστέρων συγγενών και φίλων αυτού και προσώπων που ασκούν τη γονική μέριμνα Παντελή Νεοφύτου και Ευο

Ραφαήλ Νεοφύτου, ανήλικου μέσω των γονέων και πλησιεστέρων συγγενών και φίλων αυτού και προσώπων που ασκούν τη γονική μέριμνα Παντελή Νεοφύτου και Ευούλλας Θεοδούλου Νεοφύτου ν. Χρυσούλας Θεοδώρου κ.α., Αγωγή αρ.: 4/10, 28/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A142 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 4/10 Μεταξύ: Ραφαήλ Νεοφύτου, εκ Λεμεσού, ανήλικου μέσω των γονέων και πλησιεστέρων συγγενών και φίλων αυτού και προσώπων που ασκούν τη γονική μέριμνα Παντελή Νεοφύτου και Ευούλλας Θεοδούλου Νεοφύτου, από τη Λεμεσό Ενάγοντα και

  1. Χρυσούλας Θεοδώρου, από τη Λεμεσό
  2. Σάββα Θεοδώρου, από τη Λεμεσό Εναγομένων -------------------------------------------------- 28/3/2016 Για τον Ενάγοντα: κ. Μ. Χαρτσιώτης (κ. Αυγ. Χαρτσιώτης για ν' ακούσει απόφαση) Για τους Εναγόμενους: κα Στ. Ερωτοκρίτου για Ανδρέας Π. Ερωτοκρίτου & Σία (κ. Π. Κωνσταντίνου για ν' ακούσει απόφαση) Παρών ο κ. Παντελής Νεοφύτου, πατέρας του Ενάγοντα Α Π Ο Φ Α Σ Η ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ - ΑΔΙΑΜΦΙΣΒΗΤΗΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ: O Ενάγοντας, με την υπό τον ως άνω αριθμό αγωγή του, αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και άλλες ζημιές, τις οποίες υπέστη συνεπεία αυτοκινητικού δυστυχήματος, το οποίο επεσυνέβη κατά την 25/5/2008, για την πρόκληση του οποίου καθιστά υπεύθυνους τους Εναγόμενους. Όπως ειδικότερον ισχυρίζεται στην Έκθεση Απαιτήσεως του, κατά την ως άνω ημερομηνία, ενώ διασταύρωνε νόμιμα την οδό Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, στην περιοχή Αγίου Συλά, στη Λεμεσό (νότια προς βόρεια), η Εναγόμενη 1 οδηγώντας το ιδιοκτησίας του Εναγόμενου 2 όχημα με αριθμό εγγραφής KHZ876, στον ίδιο δρόμο, με ανατολική κατεύθυνση, τοσούτον αμελώς και/ή κατά παράβαση των νομίμων καθηκόντων της, επέπεσε, κτύπησε, παρέσυρε και τραυμάτισε σοβαρά τον Ενάγοντα, με αποτέλεσμα αυτός να υποστεί μόνιμες σωματικές και διανοητικές βλάβες, απώλεια, ζημιά και έξοδα. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 στο δικόγραφο της Υπεράσπισης τους παραδέχονται μεν την πρόκληση του ως άνω περιγραφόμενου ατυχήματος, αρνούνται όμως ότι υπέχουν οποιαδήποτε ευθύνη. Ισχυρίζονται ότι αυτό οφειλόταν στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια του Ενάγοντα. Ειδικότερον, ισχυρίζονται ότι ο Ενάγοντας έτρεξε από δεξιά της Εναγόμενης 1 να διασταυρώσει το δρόμο, διερχόμενος μέσω σταματημένων αυτοκινήτων που βρίσκονταν στα δεξιά της Εναγόμενης 1, με αποτέλεσμα να επισυμβεί το ατύχημα. Σύμφωνα με το κοινά παραδεκτό υπόβαθρο γεγονότων ο Ενάγοντας, ο οποίος θα αναφέρεται με το μικρό του όνομα, ηλικίας 8 χρόνων κατά το χρόνο του δυστυχήματος, το απόγευμα της 25/5/2008 βρισκόταν, μαζί με άλλα παιδιά, στο σπίτι συμμαθητή του, ο οποίος γιόρταζε τη μέρα εκείνη τα γενέθλιά του. Τα παιδιά έπαιζαν στην μπροστινή αυλή του σπιτιού, η οποία είναι περιφραγμένη με περιτοίχισμα και κάγκελο και εφάπτεται του δημόσιου δρόμου, συγκεκριμένα της οδού που περιγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης. Σε κάποια στιγμή η μπάλα με την οποία έπαιζαν τα παιδιά, προφανώς μετά από κτύπημα, πέρασε πάνω από το περιτοίχισμα της αυλής και ρίχτηκε σε ανοιχτό χώρο, ο οποίος βρισκόταν απέναντι από την αυλή, στην οποία έπαιζαν τα παιδιά. Ο Ραφαήλ βγήκε από την αυλή και κατευθύνθηκε στην απέναντι πλευρά του δρόμου, για να πάρει την μπάλα. Καθ' ον χρόνο επέστρεφε, διασχίζοντας το δρόμο για να εισέλθει εντός της αυλής, κτυπήθηκε από το διερχόμενο αυτοκίνητο που οδηγούσε η Εναγόμενη
  3. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Η Ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος: Η μαρτυρία που παρουσίασε η πλευρά του Ενάγοντα προέρχεται από τον εξεταστή του δυστυχήματος, Αστ. 4845 Χάρη Μπέρο (Μ.Ε.1), ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Πολεμιδιών και τον Αστ. 2869 Α. Αργυρού (Μ.Ε.2), της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού. Ο Μ.Ε.1 κατέθεσε ότι την 25/5/2008 και περί ώρα 19.30, ενώ ήταν καθήκον στον Σταθμό Πολεμιδιών, πήρε κλήση μέσω τηλεφώνου ότι στην οδό Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, στον Άγιο Συλά, επεσυνέβη τροχαίο δυστύχημα, με τραυματία. Μετά από πάροδο 10 - 15 λεπτών από τη λήψη του μηνύματος, επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος, μαζί με τον Αστ. 549, Αντώνη Βαρελλιτζιή. Βρήκε το ενεχόμενο αυτοκίνητο της Εναγόμενης 1 στην τελική του θέση, ενώ η ίδια και ο τραυματίας είχαν ήδη μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, πριν την άφιξή του. Αφού προέβηκε στις απαραίτητες μετρήσεις ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής (Τεκμήριο 2). Με βάση το πρόχειρο σχέδιό του, ετοίμασε το επίσημο σχεδιαγράφημα (Τεκμήριο 3). Κατά την Άφιξη του δεν υπήρχαν αυτοκίνητα πλησίον της κατοικίας, στην οποία έγινε το παιδικό πάρτι γενεθλίων. Ο φυσικός φωτισμός κατά την ώρα που έγινε το δυστύχημα ήταν ικανοποιητικός και δεν υπήρχε λόγος να θέσει κάποιος σε λειτουργία τα φώτα του αυτοκινήτου του. Στη συνέχεια μετέβηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, για να δει την κατάσταση του Ραφαήλ. Εκεί, συνάντησε την Εναγόμενη 1, η οποία βρισκόταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση και δεν μπορούσε να προβεί σε οποιαδήποτε κατάθεση. Την 28/5/2008 πήρε ανακριτική κατάθεση από την Εναγόμενη 1 (Τεκμήριο 4). Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας κατάθεσε τα ακόλουθα Τεκμήρια: Κατάθεση την οποία πήρε από τον πατέρα του Ραφαήλ (Τεκμήριο 5). Κατάθεση που λήφθηκε από τον Λούκα Παναγιώτου, ιδιοκτήτη της κατοικίας, στην οποία είχε γίνει το παιδικό πάρτι γενεθλίων (Τεκμήριο 6). Δέσμη φωτογραφιών, την οποία ετοίμασε ο Μ.Ε.2 (Τεκμήριο 7). Κατάθεση του Αστ. 549, Αντώνη Βαρελλιτζιή, ο οποίος κατηγόρησε γραπτώς την Εναγόμενη 1 (Τεκμήριο 9). Συνοπτική έκθεση του δυστυχήματος (Τεκμήριο 10). Γραπτό μήνυμα (Τεκμήριο 11). Αντίγραφο του πιστοποιητικού ασφάλισης, σε σχέση με το αυτοκίνητο της Εναγόμενης 1 (Τεκμήριο 12). Ο Μ.Ε.2 κατέθεσε ότι είναι εκπαιδευμένος στη λήψη φωτογραφιών. Σε σχέση με το επίδικο δυστύχημα, την 25/5/2008, περί ώρα 21.20, του ζητήθηκε από τον Μ.Ε.1 όπως μεταβεί στη σκηνή του δυστυχήματος και πάρει αριθμό φωτογραφιών. Περί ώρα 22.40 μετέβηκε στη σκηνή, όπου στην παρουσία και καθ' υπόδειξη του Μ.Ε.1, πήρε αριθμό φωτογραφιών. Ξαναεπισκέφθηκε τη σκηνή το πρωί της επόμενης μέρας, όπου πήρε και άλλες φωτογραφίες. Από τα αναλλοίωτα αρνητικά εμφανίστηκαν 18 φωτογραφίες, τις οποίες έδεσε σε βιβλιάριο (Τεκμήριο 7). Από πλευράς Υπεράσπισης, έδωσε μαρτυρία η Εναγόμενη
  4. Μέρος της κυρίως εξέτασης της αποτέλεσε η ανακριτική της κατάθεση (Τεκμήριο 4). Όπως αναφέρει στην κατάθεση της, την 25/5/2008, περί ώρα 19.00, ξεκίνησε με το αυτοκίνητο της για να πάει στο κοιμητήριο Πολεμιδιών. Κατά την ώρα που οδηγούσε υπήρχε ικανοποιητικός φωτισμός και δεν χρειαζόταν να θέσει σε λειτουργία τα φώτα του αυτοκινήτου της. Ο δρόμος που οδηγούσε ήταν ευθύς και στεγνός. Ενώ οδηγούσε στην οδό Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη στον Άγιο Συλά, σε κάποιο σημείο του δρόμου υπήρχαν αρκετά αυτοκίνητα σταθμευμένα στο χωμάτινο παγκέτο, τόσο της αριστερής όσο και της δεξιάς πλευράς του δρόμου, καταλάμβαναν δε και μέρος της ασφάλτου, ειδικά τα αυτοκίνητα που βρίσκονταν στα δεξιά της. Ελάττωσε ταχύτητα και κρατούσε μια λογική πορεία, σύμφωνα με το δρόμο που διαμορφώθηκε μπροστά της. Απ' ότι αντιλήφθηκε, υπήρχε πάρτι σε σπίτι που βρισκόταν στα αριστερά του δρόμου, σε σχέση με την πορεία της. Ενώ συνέχιζε κανονικά την πορεία της, ένα μικρό αγόρι πετάχτηκε τρέχοντας από τα δεξιά της, μέσα στην πορεία της. Το αγόρι πρέπει να βρισκόταν μπροστά από αυτοκίνητο, στη δεξιά πλευρά του δρόμου, δεν θυμόταν όμως αν το αυτοκίνητο ήταν τύπου σαλούν ή τζιπ. Το αγόρι, κρατώντας μια μπάλα, μπήκε εντελώς μπροστά της. Ήταν πολύ κοντά στο αυτοκίνητό της, που δεν μπόρεσε να αντιδράσει, εκτός από του να εφαρμόσει το σύστημα πέδησης του αυτοκινήτου της. Το αγόρι βρισκόταν σε τέτοια θέση που δεν φαινόταν, σύμφωνα με την πορεία της. Κτύπησε πάνω στο μπροστινό, αριστερό μέρος του καπό και μετά έπεσε στο δρόμο, μπροστά, αριστερά. Αμέσως κατέβηκε από το αυτοκίνητό της και φώναξε προς τους ένοικους του σπιτιού που γινόταν το πάρτι, να έλθει κάποιος για βοήθεια. Ήλθαν κάποια άτομα έξω και αποφάσισαν να πάρουν το παιδί στο νοσοκομείο, κάτι το οποίο έκαμαν. Επεξήγησε ότι, όπως οδηγούσε, τα αυτοκίνητα ήταν κατά σειρά, στα δεξιά και αριστερά της και κάλυπταν μέρος της ασφάλτου, γι' αυτό αναγκάστηκε να οδηγεί σχεδόν στο κέντρο του δρόμου. Με το που πρόσεξε τόσα πολλά αυτοκίνητα πήγαινε πάρα πολύ αργά. Το παιδί δεν φαινόταν και υπέθεσε ότι πρέπει να ήταν ανάμεσα στα αυτοκίνητα. Η ταχύτητα με την οποία οδηγούσε της επέτρεπε να βλέπει καλά. Διευκρίνισε, επίσης, ότι η απόσταση στην οποία βρισκόταν το παιδί ήταν περίπου 4 - 5 μέτρα. Κατά την αντεξέταση της, σε ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Ενάγοντα, πού είδε για πρώτη φορά το μωρό, απάντησε ότι το είδε σχεδόν μπροστά στο αυτοκίνητο της. Το είδε να τρέχει και αμέσως σταμάτησε. Επέμενε στη θέση της ότι το μωρό δεν στάθηκε στην άκρη του δρόμου, γι' αυτό υπολογίζει ότι πρέπει να ήταν ανάμεσα στα αυτοκίνητα. Σταμάτησε μόλις είδε το μωρό. Μόλις σταμάτησε έγινε η σύγκρουση. Διευκρίνισε ότι δεν κτύπησε το μωρό και μετά να σταματήσει. Η σύγκρουση έγινε ταυτόχρονα. Οι τραυματισμοί που υπέστη ο Ραφαήλ από το δυστύχημα: Δεν υπήρξε διαφωνία μεταξύ των μερών ως προς τους τραυματισμούς του Ραφαήλ από το δυστύχημα. Συνεπώς, κατατέθηκαν εκ συμφώνου, προς απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου τους, τα ακόλουθα ιατρικά πιστοποιητικά: Ιατρικό πιστοποιητικό του δρ. Κ. Αχιλλέως, Ιατρικού Λειτουργού Α' τάξης, στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού (Τεκμήριο 17). Ιατρική βεβαίωση του νευροχειρουργού δρ. Α. Κουγιάλη, του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας (Τεκμήριο 18), με τη διόρθωση ότι ο Ραφαήλ νοσηλεύτηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας μέχρι τις 30/5/2008 και όχι μέχρι τις 5/6/2008, όπως λανθασμένα αναφέρεται στην εν λόγω βεβαίωση. Επίσης, δηλώθηκε ότι το αρχικό επίπεδο συνείδησης του, με βάση την κλίμακα κώματος Γλασκόβης, ήταν 10/15 και όχι 5/15, όπως λανθασμένα αναφέρεται στην υπό αναφορά βεβαίωση. Ιατρικό σημείωμα των γιατρών Σ. Χριστοφορίδη και Μ. Ονουφρίου, της Παιδιατρικής Κλινικής του Νοσοκομείου Αρχ. Μακάριος Γ' Λευκωσίας (Τεκμήριο 19). Ιατρική βεβαίωση του δρ. Μ. Ονουφρίου, Ιατρικού Λειτουργού Α' τάξης, της Παιδιατρικής Κλινικής του Νοσοκομείου Αρχ. Μακάριος Γ' Λευκωσίας (Τεκμήριο 20). Η διαφωνία μεταξύ των μερών εστιάστηκε στη μετατραυματική κατάσταση της υγείας του Ραφαήλ και στις επιπτώσεις που είχε σ' αυτήν το τραύμα το οποίο υπέστη. Ένα από τα ζητήματα που απασχόλησαν ήταν η πιθανότητα ανάπτυξης μετατραυματικής επιληψίας. Για τον Ενάγοντα έδωσε μαρτυρία ο νευρολόγος Κυριάκος Κυριαλλής (Μ.Ε.3). Κατέθεσε ότι εξέτασε για πρώτη φορά τον Ραφαήλ την 6/8/
  5. Τα ευρήματα του καταγράφονται σε έκθεση την οποία παρουσίασε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 14). Η νευρολογική εξέταση του Ραφαήλ ήταν φυσιολογική. Παρουσίαζε όμως υπερκινητικότητα, έλλειψη συγκέντρωσης, μνήμης και μείωση πνευματικής ικανότητας. Το εγκεφαλογράφημα στο οποίο υπέβαλε τον Ραφαήλ ήταν παθολογικό, συμβατό με κρανιοεγκεφαλική κάκωση και παρουσίαζε επεισόδια επιληπτικής δραστηριότητας τόσο γενικευμένα όσο και εστιακά αριστερά. Παρουσίασε το πόρισμα του εγκεφαλογραφήματος του Ραφαήλ (Τεκμήριο 15). Εισηγήθηκε στους γονείς του τη συνέχιση της λήψης προληπτικά αντιεπιληπτικής αγωγής. Την 21/4/10 επανεξέτασε το Ραφαήλ. Τα ευρήματα του καταγράφονται σε νέα έκθεση, την οποία παρουσίασε (Τεκμήριο 16). Συνέχιζε να παρουσιάζει υπερκινητικότητα και μείωση των πνευματικών του ικανοτήτων όπως και της ικανότητας συγκέντρωσης και μνήμης. Το εγκεφαλογράφημα στο οποίο υπέβαλε εκ νέου το Ραφαήλ παρέμεινε παθολογικό, με τα ίδια ευρήματα επιληπτικής δραστηριότητας. Παρά το ότι δεν υπήρξε επιληπτικό επεισόδιο, συνέστησε τη συνέχιση της φαρμακευτικής αγωγής προληπτικά, μέχρι το εγκεφαλογράφημα να επιστρέψει στο φυσιολογικό. Η άποψη του ήταν ότι τα ως άνω περιγραφόμενα συμπτώματα είναι πλέον μόνιμα, για το λόγο ότι δύο σχεδόν χρόνια μετά τον τραυματισμό του Ραφαήλ εξακολουθούσαν να υπάρχουν. Όσα συμπτώματα θα ανέμενε κάποιος να βελτιωθούν, θα βελτιώνονταν εντός των δύο χρόνων. Έκτοτε δεν έχει επανεξετάσει το Ραφαήλ. Κατά την αντεξέταση του υποστήριξε ότι η πιθανότητα να υποστεί ο Ραφαήλ επιληπτικό επεισόδιο στο μέλλον είναι μεν μειωμένη, κάτω του 5%, είναι όμως μεγαλύτερη από το ποσοστό ανάπτυξης επιληψίας στο φυσιολογικό πληθυσμό, που στατιστικά είναι 1%, για τα στατιστικά δεδομένα της Κύπρου. Διευκρίνισε επίσης ότι το εύρημα του για μειωμένη συγκέντρωση και μνήμη του Ραφαήλ προήλθε από το ιστορικό που του έδωσαν οι γονείς του. Από πλευράς της η υπεράσπιση, προς αντίκρουση των ευρημάτων του Μ.Ε.3, παρουσίασε το νευροχειρουργό Αχιλλέα Περδίο (Μ.Υ.1). Κατέθεσε ότι εξέτασε το Ραφαήλ την 6/9/2010 και ετοίμασε έκθεση με τα ευρήματα του (Τεκμήριο 23). Η νευρολογική εικόνα του ήταν φυσιολογική, δεν διαπιστώθηκαν κινητικές ή αισθητικές διαταραχές. Παρουσίαζε όμως αρνητισμό και δεν ήταν ιδιαίτερα συνεργάσιμος. Απ' ότι θυμόταν, στις ερωτήσεις που του υπέβαλλε, για να δει τι θυμόταν, αρνείτο να απαντήσει. Ήθελε να βγει έξω από το ιατρείο. Μετά από επιμονή συγκατένευσε να εξεταστεί. Η συμπεριφορά αυτή οφείλεται στο άγχος και το φόβο της ιατρικής εξέτασης που έχουν κάποια παιδιά. Η άποψη του ήταν ότι, εφόσον ο Ραφαήλ στα χρόνια που ακολούθησαν του τραυματισμού του δεν παρουσίασε επιληψία, το ποσοστό εμφάνισης της στο μέλλον εμπίπτει σ' αυτό του φυσιολογικού πληθυσμού. Στηριζόμενος σε απόσπασμα από βιβλιογραφία, το οποίο παρουσίασε (Τεκμήριο 24), υποστήριξε ότι εφόσον δεν παρουσιάστηκε μετατραυματική επιληψία μετά από την πάροδο 2 - 3 χρόνων από τον τραυματισμό, ο κίνδυνος εμφάνισης της μειώνεται σ' αυτόν του συνήθους πληθυσμού που είναι 3% - 5%. Σε σχέση με τα εγκεφαλογραφήματα στα οποία υπεβλήθη ο Ραφαήλ από το Μ.Ε.3, η θέση του ήταν ότι από μόνο του το εγκεφαλογράφημα δεν αρκεί για κατάληξη σε εύρημα ότι ο ασθενής έχει επιληψία. Το κυριότερο κριτήριο είναι, κατά τη γνώμη του, η κλινική εικόνα που παρουσιάζει ο ασθενής. Χαρακτήρισε την κρανιοεγκεφαλική κάκωση που υπέστη ο Ραφαήλ μετρίου βαθμού, από άποψη σοβαρότητας. Επρόκειτο για ένα κλειστό τραύμα, χωρίς ρήξη της μήνιγγος, του χιτώνα δηλαδή που περιβάλλει τον εγκέφαλο. Όπως επίσης υποστήριξε, υπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα ανάπτυξης επιληψίας στα ανοικτά, παρά στα κλειστά τραύματα. Κατά την αντεξέταση του υποστήριξε ότι για το θέμα της συμπεριφοράς της συγκέντρωσης απαιτείται εξειδικευμένη εξέταση από κλινικό ψυχίατρο ή ψυχολόγο με κάποια "test", τα οποία γίνονται για να διαπιστωθεί η συγκέντρωση ή η διαταραχή του mental, της συμπεριφοράς γενικά της μνήμης. Διευκρίνισε ότι κατά την εξέταση του Ραφαήλ είχε ενώπιον του το πόρισμα του εγκεφαλογραφήματος που έγινε από το Μ.Ε.3 (Τεκμήριο 15). Διευκρίνισε επίσης ότι το ποσοστό του κινδύνου εμφάνισης επιληψίας στο σύνηθες πληθυσμό που ανέφερε στην κυρίως εξέταση του, αφορά γενικά ιατρικά δεδομένα, δεν γνωρίζει όμως αν το ποσοστό αυτό ισχύει και για την Κύπρο. Πέραν του νευρολόγου Κυριαλλή (Μ.Ε.3), μαρτυρία έδωσαν για την πλευρά του Ενάγοντα η παιδοψυχίατρος Νίκη Χριστοφή (Μ.Ε.4), οι δασκάλες Έλενα Καυκαλιά (Μ.Ε.5) και Μαρία Νικολάου (Μ.Ε.6) και ο πατέρας του, Παντελής Νεοφύτου (Μ.Ε.7). Η Μ.Ε.4 κατέθεσε ότι εργάζεται στο Μακάριο Νοσοκομείο από το
  6. Στις 10/12/08 οι γονείς του Ραφαήλ επικοινώνησαν με τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας Παίδων και Εφήβων του Υπουργείου Υγείας και ζήτησαν παιδοψυχιατρική αξιολόγηση του παιδιού, αναφέροντας ότι η συμπεριφορά του ήταν αλλαγμένη. Λόγω του ότι στο τμήμα τότε της Λεμεσού δεν υπήρχε παιδοψυχίατρος, ο Ραφαήλ παραπέμφθηκε κοντά της. Η εκτίμηση της προέκυψε μετά από 3 ατομικές συναντήσεις που είχε με το Ραφαήλ και μια με τους γονείς του, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν μεταξύ Ιανουαρίου - Φεβρουαρίου
  7. Η αξιολόγηση της καταγράφεται σε γνωμάτευση την οποία παρουσίασε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 21). Από την παιδοψυχιατρική εκτίμηση προέκυψε ότι η νοημοσύνη του Ραφαήλ, αδρά εκτιμώμενη, βρίσκεται στα πλαίσια του φυσιολογικού. Ο ειρμός της σκέψης του ήταν φυσιολογικός. Ο λόγος του ήταν ομαλός, δεν ήταν ασυνάρτητος, αλλά περιορισμένος κατά τις συναντήσεις. Ειδικότερον, δεν ήταν ομιλητικός, απαντούσε μονολεκτικά, με μικρές προτάσεις και με ένα τρόπο που δεν άρμοζε στα πλαίσια της συνάντησης. Χαριτολογούσε μαζί της, χρησιμοποιούσε λανθασμένο όνομα, συγκεκριμένα την αποκαλούσε «άτε κόρη Μαρία», ενώ του είχε πει το όνομα της. Γενικά και στις τρεις συναντήσεις δεν ήταν καθόλου συνεργάσιμος και παρουσίαζε αρνητισμό, δηλαδή δεν ήταν δεκτικός να προβεί σε οποιαδήποτε δραστηριότητα που μπορούσε να του προτείνει. Του ζήτησε να φέρει τη σχολική του τσάντα, την έφερε αλλά αρνήθηκε να βγάλει τα βιβλία του. Φαινόταν βαριεστημένος, συγκεκριμένα καθόταν απλωμένος στην πολυθρόνα, δεν ήταν στημένος και με μειωμένο κίνητρο για οποιαδήποτε δραστηριότητα. Το συναίσθημα του παρουσίαζε ανωριμότητα που δεν αντιστοιχούσε στις περιστάσεις των συναντήσεων. Παρουσίαζε επίσης μειωμένες αναστολές. Βάσει των δεδομένων του πλαισίου και της σχέσης τους, είχε μια υπερβολική οικειότητα προς την ίδια, ως να ήταν συνομήλικη του. Ήταν σε θέση να καταγράψει στην αξιολόγηση της ότι η προσοχή του Ραφαήλ αποσπάτο εύκολα, δεν μπορούσε όμως να καταγράψει περισσότερα ως προς την ικανότητα του για συγκέντρωση, επειδή δεν ήταν συνεργάσιμος, ήταν αρνητικός, βαριεστημένος. Γι' αυτό η ικανότητα του για συγκέντρωση δεν αξιολογήθηκε επαρκώς. Συνέστησε επαναξιολόγηση της κατάστασης του σε τρεις μήνες. Οι γονείς ανησυχούσαν για το παιδί τους, ήταν αγχωμένοι και σημείωναν ότι έβλεπαν αλλαγή στην προσωπικότητα του. Ανησυχούσαν επίσης για την αλλαγή του στο σχολείο. Ενώ πριν τον τραυματισμό είχε ενδιαφέρον για τα μαθήματα του, μετά το τραυματισμό του μπορούσε να ξεκινήσει να διαβάζει, διέκοπτε, μπορούσε να δει τηλεόραση και ξανάρχιζε. Στην τάξη δεν προλάβαινε να αντιγράψει από τον πίνακα. Η εικόνα την οποία παρατήρησε, σε σύγκριση με το ιστορικό που είχε, για τον προ του ατυχήματος χρόνο, ήταν συγκρουσιακή, δηλαδή δεν συνείδε με το ιστορικό που είχε. Η αλλαγή αυτή ήταν, κατά την άποψη της, το αποτέλεσμα των κακώσεων που υπέστη ο Ραφαήλ από το ατύχημα. Κατά την αντεξέταση της συμφώνησε με τη θέση της υπεράσπισης ότι δεν υπήρχε αναφορά για υπερκινητικότητα. Ο Ραφαήλ δεν επανήλθε κοντά της για επαναξιολόγηση, όπως είχε συστήσει. Δεν γνωρίζει αν τα προβλήματα που εντόπισε στο Ραφαήλ με την πάροδο του χρόνου έχουν αποκατασταθεί. Η Μ.Ε.5 κατέθεσε ότι τη σχολική χρονιά 2007 - 2008 υπηρετούσε στο Β' Δημοτικό Σχολείο Ύψωνα. Ο Ραφαήλ φοιτούσε τότε στη Β' τάξη και ήταν ένας εκ των μαθητών της. Τον περιέγραψε ως ένα πολύ ήσυχο παιδί, που δεν εμπλεκόταν σε καυγάδες. Ήταν εργατικός, πρόθυμος να μάθει και συμμετείχε στο μάθημα. Η επίδοση του ήταν αρκετά καλή. Προς το τέλος της χρονιάς έκαμε πολλή πρόοδο και προχώρησε στο «πολύ καλός». Τη χρονιά εκείνη ο Ραφαήλ δεν επανήλθε στο σχολείο μετά το ατύχημα. Παρά τις απουσίες του, όμως, προήχθη στην επόμενη τάξη. Κατά την αντεξέταση της διευκρίνισε ότι στην αρχή της χρονιάς ο Ραφαήλ ήταν μαθητής του Β- και προς το τέλος της είχε φτάσει στο Β+. Η Μ.Ε.6 κατέθεσε ότι τη σχολική χρονιά 2008 - 2009 ο Ραφαήλ ήταν ένας εκ των μαθητών της. Φοιτούσε στην Γ' τάξη. Είχε πληροφορηθεί για το ατύχημα που είχε από τη διεύθυνση του σχολείου. Τον περιέγραψε ως ένα πάρα πολύ χαμένο μαθητή, πάρα πολύ αφηρημένο σε βαθμό που δεν μπορούσε να ακολουθήσει τον ρυθμό της τάξης. Όσον αφορά τον γνωσιολογικό τομέα, παρουσιάστηκε αρκετά αδύνατος. Αυτό οφειλόταν και στη συχνή απουσία του από τα μαθήματα για ιατρικές εξετάσεις. Είχε σοβαρά προβλήματα μνήμης, ακόμα και πρόσφατα περιστατικά δεν μπορούσε να τα ανακαλέσει στη μνήμη του. Ήταν πολύ ήσυχος, κλεισμένος στον εαυτό του. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι ο Ραφαήλ, στο τέλος της σχολικής χρονιάς, προήχθη στη Δ' τάξη. Η βαθμολόγηση του ήταν μεταξύ Γ - Δ. Δεν ζήτησε να παραπεμφθεί ο Ραφαήλ σε εκπαιδευτικό ψυχολόγο. Όπως επεξήγησε, ο λόγος που δεν το έκανε ήταν ότι για να μπει ένα παιδί σε αυτή τη διαδικασία χρειάζεται τουλάχιστον ένας χρόνος. Για την ίδια, αυτό το οποίο προείχε ήταν η προσαρμογή του Ραφαήλ. Ο Μ.Ε.7 κατέθεσε ότι ο Ραφαήλ είναι το μικρότερο από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας του. Το απόγευμα της 25/5/2008, ενώ ήταν στο σπίτι του, του τηλεφώνησαν ότι ο Ραφαήλ κτύπησε και τον μετέφεραν στις Πρώτες Βοήθειες. Πήγε αμέσως με τη γυναίκα του στο Νοσοκομείο Λεμεσού. Την ίδια μέρα ο Ραφαήλ μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, όπου έγινε εισαγωγή του στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας. Την 5η μέρα μεταφέρθηκε στην Εντατική Μονάδα του Νοσοκομείου Αρχ. Μακάριος Γ' Λευκωσίας. Την 17η ημέρα της νοσηλείας του άρχισε να στέκεται στα πόδια του και ξεκίνησε να υποβάλλεται σε φυσιοθεραπεία. Άρχισε να περπατά και να μιλά βραχνά, αδύνατα. Μετά την έξοδο του από το νοσοκομείο, τον μετέφεραν στο σπίτι τους και τον έπαιρνε για φυσιοθεραπεία στον Ερυθρό Σταυρό. Κατά το διάστημα αυτό ο Ραφαήλ ήθελε να είναι κάποιος κοντά του συνεχώς για βοήθεια. Τους πρώτους 2 - 3 μήνες είχε συνεχώς ζαλάδες και δεν αντιλαμβανόταν αυτά που του έλεγαν. Δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν μαζί του. Τον Σεπτέμβρη της ίδιας χρονιάς ο Ραφαήλ φοίτησε κανονικά στη Γ' τάξη. Τον περιέγραψε ως ένα μωρό χαμένο στην τάξη και φοβισμένο. Στο σπίτι δεν διάβαζε, ήταν αδιάφορος. Λόγω της κατάστασης του δεν μπορούσαν να τον πιέσουν για να διαβάσει. Η επίδοση του στο δημοτικό σχολείο, μετά το ατύχημα, ήταν από μέτρια έως κακή. Όταν τον έπαιρναν κάπου, εκτός κατοικίας, μπορούσε να ζητά πράγματα από ξένα πρόσωπα. Τα πρώτα δύο χρόνια έδειχνε μια υπερκινητικότητα, με την πάροδο όμως του χρόνου η κατάσταση βελτιώθηκε. Τη σχολική χρονιά 2014 - 2015, ο Ραφαήλ φοίτησε στη Γ' γυμνασίου. Η βαθμολογία του στα περισσότερα μαθήματα είναι Δ. Την ίδια επίδοση είχε και στις προηγούμενες τάξεις του Γυμνασίου. Ο Ραφαήλ συνεχίζει να χάνει την αυτοσυγκέντρωση του. Ενώ συζητούν για κάποιο θέμα ξεφεύγει. Γενικά, υστερεί σε σύγκριση με άλλα παιδιά της ηλικίας του. Συνηθίζει να συναναστρέφεται με παιδιά μικρότερης του ηλικίας, ενώ αποφεύγει να συναναστρέφεται με παιδιά της δικής του ηλικίας. Επίσης, όταν έλθει σε επαφή με τον ήλιο, έχει ζαλάδες. Όσον αφορά τη συμπεριφορά του στο σπίτι, τις περισσότερες φορές είναι αντιδραστικός, δεν είναι συνεργάσιμος. Τυχαίνει να πετάξει μια πένα ή ένα πιρούνι, στη συνέχεια αντιλαμβάνεται την πράξη του και ζητά συγνώμη. Κατά την αντεξέταση του διευκρίνισε ότι ο Ραφαήλ μπορεί να πετάξει ένα πιρούνι ή μια πέννα όταν θυμώσει. Ερωτώμενος τι έκαμαν για να αντιμετωπίσουν αυτή την κατάσταση, απάντησε ότι τον πήραν σε γιατρούς. Συγκεκριμένα, τον πήραν στον Κυριαλλή 3 - 4 φορές. Η τελευταία φορά ήταν μεταξύ 2010 -
  8. Δεν συνεχίστηκε όμως η θεραπεία επειδή δεν υπήρξε βελτίωση της κατάστασης του. Όταν ζητά από το Ραφαήλ να επισκεφθούν γιατρό, αυτός αντιδρά. Σε ερώτηση της συνηγόρου υπεράσπισης κατά πόσο ζήτησε τη βοήθεια εκπαιδευτικού ψυχολόγου, απάντησε ότι οι εκπαιδευτικοί του Ραφαήλ ήταν ενήμεροι για το ατύχημα. Μίλησε μαζί τους αν χρειαζόταν να απευθυνθεί σε σύμβουλο ή σε άλλο ψυχολόγο, αλλά δεν του το συνέστησαν. Η θεραπεία με τη Μ.Ε.4 δεν συνεχίστηκε επειδή αντιδρούσε ο Ραφαήλ. Από την πλευρά τους δεν ζήτησαν καθοδήγηση ως προς το τι έπρεπε να κάμουν για να έρθει σε επαφή ο γιος τους με ψυχολόγο. Ενώ κάποιες φορές τυχαίνει να συζητούν για κάποιο θέμα, ο Ραφαήλ χάνει την αυτοσυγκέντρωση του, αλλάζει κουβέντα. Επίσης, δεν συγκεντρώνεται να διαβάσει. Σε ερώτηση της συνηγόρου υπεράσπισης απάντησε ότι ανέφεραν το ζήτημα της υπερκινητικότητας του Ραφαήλ στη Μ.Ε.
  9. Συγκεκριμένα, της είπαν ότι ενώ τύγχανε να έχουν μια συζήτηση, ο Ραφαήλ μπορούσε να πηγαίνει πάνω -κάτω, να μην κάθεται. AΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Παρακολούθησα με την επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Θα πρέπει να τονίσω ότι η αξιολόγηση τους δεν περιορίστηκε στην εντύπωση που άφησαν από το εδώλιο του μάρτυρα, αλλά επεκτάθηκε στην ουσία της εκδοχής τους, την οποία αντιπαρέβαλα με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό που υπάρχει ενώπιον μου (Αντωνίου ν. Αστυνομίας

(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71). Όπως αναφέρθηκε στην πρόσφατη υπόθεση P. & Chr. Seafood Express Ltd κ.α. ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, ECLI:CY:AD:2014:A661, Πολ. Έφεση αρ. 277/2009, ημερομηνίας 10/9/2014: «Είναι καθιερωμένη και αδιαμφισβήτητη η νομολογία που θέλει κριτή της μαρτυρίας να είναι κατ' εξοχήν το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου διεξάγεται η δίκη (Σταύρου ν. Χαραλάμπους
(2011)1 Α.Α.Δ. 193). Και αυτό βέβαια για καλό λόγο. Το Δικαστήριο μπορεί να αποτιμήσει την αξιοπιστία των μαρτύρων υπό το φως της ενώπιον του ακροαματικής διαδικασίας στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης με όλες τις εκφάνσεις και παραμέτρους της. Ο Δικαστής ο οποίος έχει το ευεργέτημα αυτής της θεώρησης πραγμάτων καλείται κατ' αντικειμενικό τρόπο να κρίνει τους συνανθρώπους του αποστασιοποιημένος βέβαια από την υπόθεση και ενσωματώνοντας το μέτρο εκείνο της αμερόληπτης και λογικής κρίσης που διέρχεται ολόκληρη την κοινωνία με πρόσθετη βέβαια τη νομική κατάρτιση του Δικαστή (Baloise Insurance Co. Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275). O εξεταστής του δυστυχήματος (Μ.Ε.1) άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Κρίνεται ως αντικειμενικός, αμερόληπτος, ανεξάρτητος. Είμαι ικανοποιημένος ότι η από μέρους του διερεύνηση του δυστυχήματος ήταν ενδελεχής και πλήρης. Αποδέχομαι ότι στα σχεδιαγραφήματα του (Τεκμήρια 2 και 3) αποτύπωσε πιστά τα όσα εντόπισε στη σκηνή του δυστυχήματος. Αποδέχομαι επίσης ως ορθές όλες τις μετρήσεις, στις οποίες προέβηκε επιτόπου. Πέραν των πιο πάνω θα πρέπει να επισημάνω ότι η μαρτυρία του παρέμεινε αδιαμφισβήτητη στην ολότητά της. Όσον αφορά το μήνυμα της Αστυνομίας το οποίο κατατέθηκε από το μάρτυρα (Τεκμήριο 11), παρά το ότι το περιεχόμενο του παρέμεινε αδιαμφισβήτητο, εντούτοις θα πρέπει να επισημάνω ότι σ' αυτό αναφέρεται ότι, ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης, ο Ραφαήλ εκτινάχθηκε και έπεσε στο έδαφος. Όμως δεν υπάρχει ενώπιον μου ίχνος μαρτυρίας ότι ο Ραφαήλ, από τη σύγκρουση με το αυτοκίνητο της Εναγόμενης 1, εκτινάχθηκε και μετά έπεσε στο έδαφος. Συνεπώς, το σημείο αυτό του Τεκμηρίου 11 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό από το Δικαστήριο. Έχοντας αποδεχθεί την ορθότητα της πραγματικής μαρτυρίας, όπως την περιέγραψε στο δικαστήριο ο εξεταστής του δυστυχήματος, θεωρώ ότι μπορώ να την χρησιμοποιήσω ως γνώμονα για την κρίση μου επί της αξιοπιστίας της μαρτυρίας των ενεχόμενων στο δυστύχημα προσώπων (βλ. Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1388 και Πανίκος Παντελή ν. Νικόλα Χριστοφή και άλλου
(2000)1 Α.Α.Δ. 634). Όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί η πραγματική μαρτυρία συνιστά αμετακίνητο οδηγό του οδικού δυστυχήματος που ιχνηλατεί τα περιστατικά του και γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας και έλεγχο της ακριβείας της προφορικής μαρτυρίας αναφορικά με τις συνθήκες που το περιβάλλουν (Ευαγγέλου ν. Γιαννακού
(1992)1 Α.Α.Δ. 1243). Αμερόληπτος και ανεξάρτητος κρίνεται από το Δικαστήριο και ο Μ.Ε.
  1. Φυσικά θα πρέπει να επισημάνω ότι η ανάμιξη του στη διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος ήταν περιορισμένης έκτασης, αφού περιορίστηκε στη λήψη των φωτογραφιών που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 7). Επισημαίνω ακόμα ότι, όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο, ενεργούσε κατ' εντολή και καθ' υπόδειξη του Μ.Ε.
  2. Αποδέχομαι ότι στις φωτογραφίες υπ' αρ. 1 - 7 απεικονίζεται πιστά το μέρος του δρόμου στο οποίο επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα, στην κατάσταση που αυτός βρισκόταν κατά το χρόνο της λήψης των φωτογραφιών. Φυσικά δεν παραγνωρίζω ότι μέρος των φωτογραφιών του Τεκμηρίου 7 λήφθηκε το πρωί της επόμενης μέρας. Όμως, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι η σκηνή παρέμεινε αναλλοίωτη από το προηγούμενο βράδι. Αποδέχομαι ακόμα ότι στις φωτογραφίες υπ' αρ. 10 - 18 απεικονίζεται πιστά η ζημιά, το βούλλωμα συγκεκριμένα που προκλήθηκε στο αυτοκίνητο που οδηγούσε η Εναγόμενη 1 συνεπεία της επίδικης σύγκρουσης. Επιπλέον, παρά το ότι ο μάρτυρας δεν φωτογράφισε το αυτοκίνητο της Εναγόμενης 1 στην τελική του θέση, καθότι αυτό είχε μετακινηθεί μέχρι να μεταβεί στη σκηνή, εντούτοις θα πρέπει να υποδείξω ότι η τελική θέση του αυτοκινήτου της Εναγόμενης 1, όπως αποτυπώνεται στο σχεδιαγράφημα της σκηνής που ετοίμασε ο Μ.Ε.1 υπήρξε αδιαμφισβήτητη. Η Εναγόμενη άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Απάντησε σε οτιδήποτε της ζητήθηκε με ευθύτητα και αυθορμητισμό, χωρίς δισταγμούς και αμφιταλαντεύσεις. Έδωσε πειστικές επεξηγήσεις, χωρίς να αφήσει οποιοδήποτε σημείο της εκδοχής της ασαφές ή αδιευκρίνιστο. Ειδικότερον, θα πρέπει να υπογραμμίσω ότι επεξήγησε κατά τρόπο πειστικότατο το λόγο για τον οποίο στην κατάθεση της αναφέρει ότι το αγόρι «πρέπει» να βρισκόταν μπροστά από αυτοκίνητο στη δεξιά πλευρά του δρόμου. Όπως συγκεκριμένα ανέφερε, επειδή το μωρό δεν φαινόταν, υπέθεσε ότι πρέπει να ήταν ανάμεσα σε αυτοκίνητα που ήταν σταθμευμένα στη δεξιά πλευρά του δρόμου. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της ότι πάτησε τα φρένα του αυτοκινήτου της, δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι δεν εντοπίστηκαν στη σκηνή οποιαδήποτε ίχνη τροχοπέδησης. Από την άλλη, όμως, όπως επεξήγησε, το αυτοκίνητο της ακινητοποιήθηκε μόλις πάτησε τα φρένα του. Θεωρώ απόλυτα λογική την επεξήγηση που έδωσε σε σχέση με το λόγο που δεν βρέθηκαν ίχνη τροχοπέδησης στη σκηνή. Θα πρέπει ακόμα να επισημάνω ότι η θέση της ότι το αυτοκίνητο της ακινητοποιήθηκε μόλις πάτησε τα φρένα του, υποστηρίζεται και από την τελική θέση του αυτοκινήτου της, όπως αποτυπώνεται στο σχεδιαγράφημα του Μ.Ε.1 (Τεκμήριο 3), η οποία επισημαίνω ότι είναι ακριβώς μπροστά από το σημείο συγκρούσεως Χ. Αποδέχομαι, χωρίς κανένα δισταγμό τη θέση της ότι κατά μήκος του χωμάτινου παγκέτου της πλευράς του δρόμου που οδηγούσε αλλά και της αντίθετης πλευράς του δρόμου, τόσο πριν όσο και μετά το σημείο του δρόμου στο οποίο επεσυνέβη η επίδικη σύγκρουση, υπήρχαν σταθμευμένα αυτοκίνητα, τα οποία καταλάμβαναν και μέρος της ασφάλτου. Αποδέχομαι επίσης ότι συνεπεία των σταθμευμένων αυτοκινήτων αναγκάστηκε να οδηγεί προς το κέντρο του δρόμου, θέση η οποία υποστηρίζεται πλήρως από το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο του σχεδιαγραφήματος της σκηνής (Τεκμήριο 3), ειδικά δε από το σημείο που βρέθηκε το αυτοκίνητο της στην τελική του θέση. Αμφισβητήθηκε έντονα από πλευράς Ενάγοντα η ύπαρξη των σταθμευμένων αυτοκινήτων στις δύο πλευρές του δρόμου, κατά το χρόνο πρόκλησης της επίδικης σύγκρουσης. Της υπεδείχθη δε από τον κ. Χαρτσιώτη ότι το ίδιο το σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 3) με το οποίο η Εναγόμενη 1 συμφώνησε, καταρρίπτει τη θέση της ότι υπήρχαν σταθμευμένα αυτοκίνητα, από τη στιγμή που στο υπό αναφορά σχεδιαγράφημα δεν έχουν αποτυπωθεί οποιαδήποτε αυτοκίνητα στις δύο πλευρές του δρόμου. Κατ' αρχήν, δεν θα συμφωνούσα ότι η από μέρους της αποδοχή του σχεδιαγραφήματος της σκηνής καταρρίπτει τη θέση της για την ύπαρξη των σταθμευμένων αυτοκινήτων. Θα πρέπει να υποδείξω ότι ο Μ.Ε.1 αποτύπωσε τη σκηνή του δυστυχήματος στην κατάσταση που τη βρήκε κατά την εκεί άφιξη του. Όπως επίσης επεξήγησε, το είχε αναφέρει στο Μ.Ε.
  3. Επιπρόσθετα, περιλαμβάνεται και στην κατάθεση της, την οποία έδωσε στο Μ.Ε.1 (Τεκμήριο 4). Πέραν των όσων αναφέρονται πιο πάνω, θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο ιδιοκτήτης του σπιτιού, στην αυλή του οποίου διεξαγόταν το παιδικό πάρτι από την οποία εξήλθε ο Ραφαήλ για να πάρει τη μπάλα, στην κατάθεση του που έδωσε στην Αστυνομία (Τεκμήριο 6) αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι στα δύο παγκέτα του δρόμου υπήρχαν σταθμευμένα αρκετά αυτοκίνητα. Ας σημειωθεί ότι η υπό αναφορά κατάθεση κατατέθηκε στο Δικαστήριο από το Μ.Ε.1 μετά από αίτημα του ευπαίδευτου συνηγόρου του Ενάγοντα, στο οποίο συγκατατέθηκε η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγομένων, χωρίς να διατυπωθεί εκ μέρους της οποιαδήποτε επιφύλαξη ως προς το περιεχόμενο της και χωρίς να ζητηθεί η κλήτευση του προσώπου αυτού για σκοπούς αντεξέτασης. Είναι φανερό ότι το περιεχόμενο της υπό αναφορά κατάθεσης συνιστά εξ ακοής μαρτυρία. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα στη γραπτή του αγόρευση ορθά, κατά την άποψη μου, δεν εισηγείται όπως το περιεχόμενο της υπό αναφορά κατάθεσης (Τεκμήριο 6) μη ληφθεί υπόψη εκ του λόγου ότι συνιστά εξ ακοής μαρτυρία. Χαρακτηρίζει όμως το περιεχόμενο της ως αόριστο και νεφελώδες, με αποτέλεσμα να μην μπορεί το Δικαστήριο, όπως υποστηρίζει, να εξάξει ασφαλή συμπεράσματα. Κατά τον κ. Χαρτσιώτη, η θέση του κ. Παναγιώτου ότι υπήρχαν «αρκετά» σταθμευμένα αυτοκίνητα, είναι γενική και αόριστη, για το λόγο ότι μπορεί να σημαίνει 3 ή 5 ή 2 αυτοκίνητα. Επίσης, δεν προσδιορίζει που ήταν σταθμευμένα, με την έννοια ότι μπορεί στο σημείο σύγκρουσης να μην υπήρχαν αυτοκίνητα. Δεν καθορίζει επίσης, ούτε σε ποιο από τα δύο παγκέτα ήταν σταθμευμένα, ούτε την απόσταση που είχαν μεταξύ τους. Εισηγείται ακόμα, ο κ. Χαρτσιώτης, ότι το γεγονός ότι η υπεράσπιση επέλεξε να μην καλέσει το συγκεκριμένο μάρτυρα για να καταθέσει αναλυτικά και λεπτομερώς, «σημαίνει πολλά». Αυτό το οποίο ζητείται κατ' ουσίαν από τον κ. Χαρτσιώτη, εξ όσων έχω αντιληφθεί, είναι να μη δώσει βαρύτητα το Δικαστήριο στο περιεχόμενο της υπό αναφορά κατάθεσης, για τους λόγους που παρατίθενται αμέσως πιο πάνω. Αυτό το οποίο θα ήθελα κατ' αρχή να αναφέρω, σε απάντηση της ως άνω επιχειρηματολογίας, είναι ότι δεν θα χρησιμοποιήσω την υπό αναφορά κατάθεση ως υπόβαθρο για να στηρίξω επ' αυτής οποιαδήποτε ευρήματα ή συμπεράσματα. Θα πρέπει φυσικά να αναφέρω ότι δεν θα ανέμενα από το ως άνω πρόσωπο να καθορίσει με μαθηματική ακρίβεια στην κατάθεση του, ούτε τον αριθμό των σταθμευμένων αυτοκινήτων, ούτε την απόσταση που είχαν μεταξύ τους. Όμως, όσον αφορά τη θέση του κ. Χαρτσιώτη ότι δεν καθορίζει σε ποιο από τα δύο παγκέτα ήταν σταθμευμένα τα αυτοκίνητα, θα πρέπει να υποδείξω ότι, όπως ρητά αναφέρεται στην υπό αναφορά κατάθεση, τα αυτοκίνητα ήταν σταθμευμένα και στα δύο παγκέτα του δρόμου. Όσον αφορά τη μη κλήτευση του προσώπου αυτού από την υπεράσπιση, διερωτώμαι ποιο λόγο είχε η πλευρά των Εναγομένων να καλέσει το πρόσωπο αυτό για μάρτυρα της. Η υπεράσπιση, όχι μόνο δεν αμφισβήτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του Λούκα Παναγιώτου αλλά, αντίθετα, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ήταν μία εκ των βασικών θέσεων της Εναγόμενης 1, ότι υπήρχαν σταθμευμένα αυτοκίνητα στο παγκέτο και των δύο πλευρών του δρόμου. Από τη στιγμή λοιπόν που η ίδια η μαρτυρία της Εναγόμενης ήταν ευθυγραμμισμένη με την κατάθεση του Λούκα Παναγιώτου, την οποία η ίδια η πλευρά του Ενάγοντα προκάλεσε την κατάθεση της, με αποτέλεσμα να δεσμεύεται από αυτήν, διερωτώμαι πως είναι δυνατόν να αμφισβητείται πλέον από τον Ενάγοντα η θέση της Εναγόμενης 1 για την ύπαρξη των σταθμευμένων αυτοκινήτων. Πέραν όμως των πιο πάνω, θα πρέπει να επισημάνω ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει άλλη εκδοχή σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος, εκτός από αυτή της Εναγόμενης
  4. Επισημαίνω ότι ο Ενάγοντας δεν κλήθηκε να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως είναι νομολογημένο, συνήθως θέμα αξιοπιστίας για ένα μάρτυρα εγείρεται όταν υπάρχουν δύο διιστάμενες εκδοχές και το Δικαστήριο θα πρέπει να επιλέξει μια από τις δύο. Όταν υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο (Wynne v. Mavronicola
(2009)1 Α.Α.Δ. 1138 και Mirza Feiz Hasan ν. Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Πολ. Έφεση αρ. 2/2011, ημερ. 2/12/2015). Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα στηριζόμενος, αφενός στη θέση της γραπτής κατάθεσης του Λούκα Παναγιώτου (Τεκμήριο 6) ότι στο σπίτι του βρίσκονταν περί τα 30 - 40 παιδιά και περί τους 60 γονείς κατά το χρόνο του δυστυχήματος, αφετέρου στη θέση του Μ.Ε.1 ότι κατά την άφιξη του στη σκηνή δεν είχε δει άλλα αυτοκίνητα εκτός από αυτό της Εναγόμενης 1, διερωτάται πως είναι δυνατό όλα τα οχήματα και οι γονείς να εξαφανίστηκαν «εν ριπή οφθαλμού», δηλαδή στο διάστημα των 10 - 15 λεπτών που παρήλθε μέχρι να μεταβεί στη σκηνή ο Μ.Ε.1, αφότου πήρε το μήνυμα για την πρόκληση του δυστυχήματος. Κατ' αρχή θεωρώ απόλυτα λογικό και φυσιολογικό, αμέσως μετά το πολύ δυσάρεστο γεγονός του σοβαρού τραυματισμού του Ραφαήλ, τα παιδιά αλλά και οι γονείς να είχαν εγκαταλείψει αμέσως το σπίτι του Λούκα Παναγιώτου. Από τη στιγμή που το πάρτι είχε τόσο απρόσμενο τέλος, ήταν απόλυτα αναμενόμενο οι γονείς να έπαιρναν τα παιδιά τους και να έφευγαν από το μέρος. Θα πρέπει να επισημάνω ότι ο ίδιος ο ιδιοκτήτης της κατοικίας στην οποία γινόταν το πάρτι, είχε φύγει από το μέρος για να μεταφέρει το Ραφαήλ στο νοσοκομείο, πριν ακόμα φθάσει εκεί ο Μ.Ε.
  1. Δεν θα συμφωνήσω όμως με το χαρακτηρισμό του κ. Χαρτσιώτη ότι τα αυτοκίνητα και οι γονείς εξαφανίστηκαν από το μέρος «αστραπιαία». Στο σημείο αυτό θα πρέπει να γίνει αναφορά στην καθ' όλα αξιόπιστη μαρτυρία της Εναγόμενης 1, σύμφωνα με την οποία αμέσως μόλις έγινε το δυστύχημα έρχονταν, έπαιρναν τα αυτοκίνητα τους και έφευγαν. Σχετική με το ζήτημα των σταθμευμένων αυτοκινήτων είναι και η αναφορά, από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Ενάγοντα, σε δήλωση του Μ.Ε.1 ότι από τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 7 δεν φαίνονται «πατημένα χόρτα από αυτοκίνητα» στο παγκέτο, δήλωση η οποία χαρακτηρίζεται από τον κ. Χαρτσιώτη ως σημαντική. Αυτό το οποίο έχω διαπιστώσει από μια αναδρομή στα πρακτικά του Δικαστηρίου είναι ότι ο Μ.Ε.1, με την ως άνω μαρτυρία του, εξέφρασε μια καθαρά προσωπική του άποψη, βασιζόμενος στο περιεχόμενο των φωτογραφιών αρ. 3 και αρ. 4 του Τεκμηρίου 7, οι οποίες του υπεδείχθησαν, ενώ βρισκόταν στο εδώλιο, από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Ενάγοντα. Καθίσταται φανερό ότι ο Μ.Ε.1 δεν βασίστηκε στο τι πραγματικά παρατήρησε επιτόπου, το οποίο θα μπορούσε να επιβεβαιώσει το περιεχόμενο των κατατεθέντων φωτογραφιών. Αυτό το οποίο έχω διαπιστώσει, από μια προσεκτική εξέταση των φωτογραφιών 3 και 4 του Τεκμηρίου 7, είναι ότι τα ξηρά χόρτα ξεκινούν από το τέλος του δεξιού χωμάτινου παγκέτου, σε σχέση με την πορεία της Εναγόμενης
  2. Σύμφωνα με τη μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον μου, τα αυτοκίνητα ήταν σταθμευμένα επί του χωμάτινου παγκέτου, καταλαμβάνοντας και μέρος της ασφάλτου. Δεν υπάρχει ενώπιον μου μαρτυρία ότι έστω κάποια αυτοκίνητα καταλάμβαναν και μέρος από τα ξηρά χόρτα. Συνεπώς, ακόμα και στην περίπτωση που αποδεχόμουν ότι πράγματι, τα ξηρά χόρτα δεν φαίνεται να είναι πατημένα από αυτοκίνητο, και πάλι δεν θα μπορούσε να ανατραπεί η θέση της Εναγόμενης 1, για την ύπαρξη των σταθμευμένων αυτοκινήτων. Αναφέρεται ακόμα στη γραπτή αγόρευση του κ. Χαρτσιώτη ότι υπάρχει η μαρτυρία του Αστυνομικού, χωρίς να διευκρινίζεται αν πρόκειται για το Μ.Ε.1 ή το Μ.Ε.2, για έλλειψη σημαδιών από τροχούς οχημάτων στο χωμάτινο παγκέτο. Θα πρέπει να αναφέρω ότι έχω διεξέλθει με προσοχή τα πρακτικά του Δικαστηρίου, όμως δεν έχω εντοπίσει τέτοια μαρτυρία. Όσον αφορά την ταχύτητα της Εναγόμενης 1, η ίδια δεν θυμόταν πόση ήταν η ταχύτητα της. Όπως όμως κατέθεσε, πήγαινε πολύ αργά και με το που είδε τα σταθμευμένα αυτοκίνητα, αντιλήφθηκε ότι υπήρχε πάρτι στο σπίτι που βρισκόταν στα αριστερά του δρόμου, γι' αυτό ελάττωσε ακόμα περισσότερο την ταχύτητα της. Αυτό το οποίο θα ήθελα να αναφέρω είναι ότι δεν υπάρχει ενώπιον μου αντίθετη μαρτυρία, ότι οδηγούσε με υπερβολική υπό τις περιστάσεις ταχύτητα, όπως της υπεβλήθη κατά την αντεξέταση της. Στη γραπτή αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα υποστηρίζει ότι οι ζημιές που προκλήθηκαν στο αυτοκίνητο της Εναγόμενης 1 καταδεικνύουν σφοδρότητα της σύγκρουσης, κάτι το οποίο υποδηλώνει αυξημένη ταχύτητα υπό τις περιστάσεις. Πρόκειται, κατά τον κ. Χαρτσιώτη, για ζημιές που δημιουργούνται κατόπιν δυνατής - σφοδρής σύγκρουσης. Εν πρώτοις, όσον αφορά τη ζημιά που προκλήθηκε στο ενεχόμενο αυτοκίνητο, όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο, αυτή συνίσταται σε ένα βούλωμα στο αριστερό μπροστινό καπό του αυτοκινήτου, δίπλα από το αριστερό φανάρι. Η ζημιά αυτή απεικονίζεται πολύ ευδιάκριτα στη φωτογραφία αρ. 16 του Τεκμηρίου
  3. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Ε.2, μετακινήθηκε και ο προφυλακτήρας του αυτοκινήτου. Όμως, όπως ο Μ.Ε.2 παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση του, ο ίδιος δεν ασχολήθηκε με την εξέταση των ζημιών που προκλήθηκαν στο αυτοκίνητο της Εναγόμενης
  4. Ό,τι ανέφερε στο Δικαστήριο προέρχεται από τα όσα ο ίδιος παρατήρησε στις φωτογραφίες στις οποίες απεικονίζεται το αυτοκίνητο της Εναγόμενης
  5. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνω ότι, σύμφωνα με τα όσα αναφέρει η Εναγόμενη 1 στη γραπτή της κατάθεση (Τεκμήριο 4), η ζημιά στο μπροστινό προφυλακτήρα του αυτοκινήτου της οφείλεται σε προγενέστερο δυστύχημα, το οποίο επεσυνέβηκε ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο η κόρη της. Υπογραμμίζω ότι το συγκεκριμένο μέρος της κατάθεσης της παρέμεινε αδιαμφισβήτητο. Έχοντας κατά νουν τα πιο πάνω, δεν θα μπορούσα να καταλήξω σε εύρημα ότι η ζημιά στο προφυλακτήρα του αυτοκινήτου της Εναγόμενης 1 οφείλεται στην επίδικη σύγκρουση. Δεν θα συμφωνούσα ότι η ζημιά στο αυτοκίνητο της Εναγόμενης 1, όπως αυτή περιγράφεται πιο πάνω, καταδεικνύει σφοδρότητα της σύγκρουσης. Είμαι της άποψης ότι η ενώπιον μου μαρτυρία δεν μου επιτρέπει να καταλήξω σε τέτοιο συμπέρασμα. Όσον αφορά το παραπέρα συμπέρασμα του κ. Χαρτσιώτη, ότι η σφοδρή σύγκρουση υποδηλώνει σίγουρα αυξημένη ταχύτητα υπό τις περιστάσεις, είναι φανερό ότι πρόκειται για ένα παντελώς αυθαίρετο συμπέρασμα στο οποίο μόνο στη βάση μαρτυρίας ειδικού εμπειρογνώμονα θα μπορούσε να καταλήξει το Δικαστήριο. Εκλαμβάνει, επίσης, ως δεδομένο ότι η σύγκρουση ήταν σφοδρή, κάτι το οποίο δεν έχω αποδεχθεί. Με την ως άνω επιχειρηματολογία του ο κ. Χαρτσιώτης καλεί στην ουσία το Δικαστήριο να μεταβληθεί το ίδιο σε εμπειρογνώμονα και να καταλήξει σε συμπέρασμα για αυξημένη ταχύτητα της Εναγόμενης 1, στηριζόμενο αποκλειστικά στις ζημιές επί του αυτοκινήτου της, οι οποίες προκλήθηκαν από την επίδικη σύγκρουση. Τα ευρήματα στα οποία καταλήγω, με βάση την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, έχουν ως ακολούθως: Κατά μήκος του χωμάτινου παγκέτου και των δύο πλευρών του δρόμου, ο οποίος βρίσκεται μπροστά από την αυλή της κατοικίας του Λούκα Παναγιώτου, στην οποία διεξαγόταν το παιδικό πάρτι γενεθλίων, υπήρχαν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, σταθμευμένα κατά σειρά αυτοκίνητα, τα οποία καταλάμβαναν και μέρος της ασφάλτου, χωρίς όμως να μπορώ να προσδιορίσω πόσο πλάτος της ασφάλτου κάλυπταν. Επίσης, δεν μπορώ να προσδιορίσω με ακρίβεια τον αριθμό των σταθμευμένων αυτοκινήτων στο κάθε παγκέτο. Σύμφωνα με την κατεύθυνση που ακολουθούσε η Εναγόμενη 1, το σπίτι του Λούκα Παναγιώτου ήταν στα αριστερά της. Η Εναγόμενη 1 οδηγούσε το αυτοκίνητο της με χαμηλή ταχύτητα, χωρίς να μπορώ να προβώ σε εύρημα σε σχέση με την ακριβή της ταχύτητα. Πλησιάζοντας τα σταθμευμένα αυτοκίνητα η Εναγόμενη 1 ελάττωσε περαιτέρω την ταχύτητα της. Λόγω των σταθμευμένων αυτοκινήτων, τα οποία κάλυπταν και μέρος της ασφάλτου, η Εναγόμενη 1 οδηγούσε το αυτοκίνητο της προς το κέντρο του δρόμου. Σε σημείο του δρόμου, απέναντι περίπου από το κάγκελο της εισόδου της αυλής της κατοικίας του Λούκα Παναγιώτου, ο Ραφαήλ εισήλθε εντός της ασφάλτου από τα δεξιά σε σχέση με την πορεία της Εναγόμενης 1, τρέχοντας προς το μέρος που οδηγούσε το αυτοκίνητο της, για να διασταυρώσει το δρόμο. Η είσοδος του Ραφαήλ εντός της ασφάλτου ήταν αιφνίδια, χωρίς πρώτα να σταματήσει στην άκρη της ασφάλτου, μπροστά από τα σταθμευμένα αυτοκίνητα. Η Εναγόμενη 1 δεν είχε τη δυνατότητα να δει τον Ραφαήλ πριν εισέλθει στην άσφαλτο, λόγω των σταθμευμένων αυτοκινήτων που υπήρχαν στα δεξιά της. Η απόσταση από την οποία η Εναγόμενη 1 είδε τον Ραφαήλ για πρώτη φορά, ήταν μεταξύ 4 - 5 μέτρα. Η Εναγόμενη 1 ακινητοποίησε το αυτοκίνητο της, εφαρμόζοντας το σύστημα πέδησης του αυτοκινήτου της. Δεν κατόρθωσε όμως να αποφύγει την σύγκρουση. Ο Ραφαήλ κτύπησε στο αριστερό μπροστινό καπό του αυτοκινήτου της. Από το κτύπημα προκλήθηκε ένα βούλωμα επί του αυτοκινήτου της, όπως αυτό απεικονίζεται στην φωτογραφία αρ. 10, της δέσμης φωτογραφιών (Τεκμήριο 7). Το σημείο του βουλώματος απέχει 1,30 μ. από την δεξιά μπροστινή γωνία του αυτοκινήτου της Εναγόμενης
  6. Το σημείο επί του δρόμου, στο οποίο ο Ραφαήλ συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο της Εναγόμενης 1, βρίσκεται ακριβώς μπροστά από την τελική θέση του αυτοκινήτου της, όπως αυτό έχει καθοριστεί με το γράμμα Χ από τον Μ.Ε.1 επί του σχεδιαγραφήματος του (Τεκμήριο 3), βρίσκεται δε σε απόσταση 3,30 μ. από την άκρη της ασφάλτου της δεξιάς πλευράς του δρόμου. Μετά από το κτύπημα ο Ραφαήλ κινήθηκε και έπεσε επί του αριστερού παγκέτου του δρόμου, στο σημείο που υποδεικνύεται με το γράμμα Κ επί του σχεδιαγραφήματος (Τεκμήριο 3). ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Στην υπόθεση Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομία
(2002)2 Α.Α.Δ. 378, η αμέλεια τέθηκε ως ακολούθως: «Η αμέλεια ενός οδηγού βασίζεται στην παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος εκδήλωσης μέριμνας και φροντίδας για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Η υποχρέωση αυτή εξετάζεται μέσα στα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης για να διαπιστωθεί κατά πόσο ο οδηγός τα έχει εκπληρώσει.» Στην υπόθεση Ελένη Δαυίδ ν. Αστυνομία
(1993)2 Α.Α.Δ. 169, η εφεσείουσα εντόπισε από απόσταση 40 - 50 μέτρων δύο παιδιά, το ένα εκ των οποίων βρισκόταν στο δεξιό πεζοδρόμιο, σύμφωνα με την πορεία της και το άλλο στην άκρια του δρόμου, κοντά στο πεζοδρόμιο. Η εφεσείουσα, μετά που είδε τα παιδιά, συγκέντρωσε την προσοχή της στην πάροδο προς τα αριστερά της, που ήταν σε μικρή απόσταση μπροστά της, συνεχίζοντας την πορεία της, χωρίς να ελαττώσει ταχύτητα και χωρίς να ηχήσει τη σειρήνα του αυτοκινήτου της. Όταν πλησίασε αρκετά το σημείο που ήταν τα παιδιά, αντιλήφθηκε από πολύ μικρή απόσταση το ένα από αυτά να τρέχει και να διασταυρώνει το δρόμο από δεξιά προς αριστερά, να κτυπά στο αυτοκίνητο της και να πέφτει στο έδαφος. Αμέσως μόλις αντιλήφθηκε το παιδί που διασταύρωνε, πάτησε τα φρένα της και σταμάτησε, αφήνοντας ίχνη τροχοπέδησης μήκους τεσσάρων μέτρων. Το Ανώτατο Δικαστήριο, επικυρώνοντας την καταδίκη της εφεσείουσας για αμέλεια, από το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατέληξε ότι η εφεσείουσα, βλέποντας τα παιδιά να παίζουν, είχε καθήκον να επιδείξει αυξημένη προσοχή και όφειλε να ελαττώσει ταχύτητα, να ηχήσει τη σειρήνα της και να διατηρήσει την προσοχή της στραμμένη και προς τα παιδιά, για να είναι σε θέση να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το ενδεχόμενο να τρέξουν τα παιδιά να διασταυρώσουν το δρόμο, κάτι που είναι σύνηθες και οι οδηγοί θα πρέπει να το αναμένουν. Η παράλειψη της εφεσείουσας να εκπληρώσει το ως άνω καθήκον της, συνιστούσε αμέλεια. Στην υπόθεση Βάσω Ανδρέου κ.ά. ν. Άντρη Πηλέα
(2000)1 Α.Α.Δ. 459, η εφεσείουσα - οδηγός του αυτοκινήτου, βλέποντας την εφεσίβλητη, ηλικίας τότε 5 ½ χρόνων, να διασταυρώνει το δρόμο από αριστερά προς δεξιά της, έκαμε ελιγμό προς τα δεξιά για να την αποφύγει. Παρά το ότι οδήγησε το αυτοκίνητο της στην άκρα δεξιά πλευρά του δρόμου, ανεβαίνοντας και στο πεζοδρόμιο, δεν απέφυγε τη σύγκρουση με την εφεσίβλητη, η οποία διασταύρωσε σε μέρος του δρόμου, όπου αυτός διαπλατύνετο, μεταξύ αυτοκινήτων που ήταν σταθμευμένα στη διαπλάτυνση του. Στη πλευρά που ήταν η διαπλάτυνση υπήρχε υπεραγορά και απέναντι από αυτήν πάρκο με παιχνίδια για παιδιά. Πρωτόδικα η εφεσείουσα βρέθηκε υπόλογη για αμέλεια. Η αμέλεια της, κατά το Δικαστήριο, έγκειτο στο ότι, δεδομένης της γνώσης της για την ύπαρξη της υπεραγοράς και του παιδότοπου, όφειλε να επιδείξει αυξημένη επιμέλεια και προσοχή στην οδήγηση της για να μπορέσει να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά οποιοδήποτε κίνδυνο ο οποίος μπορούσε να παρουσιαστεί από πεζούς και ειδικά από παιδιά, λόγω της απρόβλεπτης συμπεριφοράς τους και του αυθόρμητου του χαρακτήρα τους. Το Ανώτατο Δικαστήριο, ανατρέποντας την πρωτόδικη κρίση για αμέλεια της εφεσείουσας, κατέληξε ως ακολούθως: «Η υποχρέωση επίδειξης αυξημένης προσοχής δημιουργείται μόνον εφ' όσον υπάρχουν συγκεκριμένες ενδείξεις για τέτοιο ενδεχόμενο κίνδυνο. Δεν ήταν αρκετή η δυνατότητα ή έστω και η πιθανότητα ενδεχόμενης εμφάνισης παιδιού στο δρόμο για να καταστήσει τούτο ως εύλογα προβλεπτό κίνδυνο, όπως θεώρησε το δικαστήριο, σε συνάρτηση με το τι αναμένεται από ένα λογικό οδηγό υπό τις περιστάσεις. Η αμέλεια είναι πάντα θέμα γεγονότων υπό το φως όλων των περιστάσεων, και δεν υπάρχει αόριστη ή θεωρητική αμέλεια που να πλανάται στον αέρα. Μόνο όπου οι περιστάσεις είναι τέτοιες που να επισημάνουν στον οδηγό συγκεκριμένο κίνδυνο πέραν του τι άλλως λογικά θα ανάμενε δημιουργείται υποχρέωση αυξημένης προσοχής. Εδώ η εφεσείουσα δεν είδε και δεν μπορούσε να είχε δει την εφεσίβλητη προηγουμένως, και δεν είχε ενδείξεις ότι η εφεσίβλητη θα διασταύρωνε όπως έκανε. Το να τεθεί επ' αυτής η υποχρέωση, όπως ετέθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο, να είναι εκ των προτέρων σε διαρκή αναμονή για την πραγμάτωση της πιθανότητας εμφάνισης της εφεσίβλητης στο δρόμο όπως έγινε, και να προσαρμόζει την οδήγηση της ανάλογα, θα δημιουργούσε υπέρμετρο βάρος για τον οδηγό, ιδιαίτερα στις σύγχρονες καθημερινές συνθήκες πραγμάτων, θα ανάτρεπε το ισοζύγιο των λογικών προσδοκιών και προβλέψεων, και θα διαφοροποιούσε την όλη έννοια της αμέλειας ως κατ' εξοχήν συναρτημένης προς τη λογική συμπεριφορά." Στην υπό εξέταση υπόθεση η Εναγόμενη 1, όπως η ίδια ανέφερε, είχε αντιληφθεί το πάρτι γενεθλίων που γινόταν στο σπίτι που βρισκόταν στα αριστερά της. Παρά το ότι δεν είχε οποιαδήποτε ένδειξη για ενδεχόμενη είσοδο οποιουδήποτε παιδιού στο δρόμο, εντούτοις ελάττωσε ακόμα περισσότερο την ταχύτητα της, παρά το ότι οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα. Η είσοδος του Ραφαήλ στο δρόμο ήταν αιφνίδια και απρόβλεπτη. Ειδικότερον, ο Ραφαήλ δεν σταμάτησε στην άκρη της ασφάλτου, μπροστά από τα σταθμευμένα αυτοκίνητα για να ελέγξει το δρόμο, πριν εισέλθει στην άσφαλτο. Παρά το ότι η απόσταση από την οποία είδε τον Ραφαήλ να εισέρχεται στην άσφαλτο ήταν πολύ κοντινή, συγκεκριμένα στα 4 - 5 μέτρα, εντούτοις κατόρθωσε να ακινητοποιήσει έγκαιρα το αυτοκίνητο της, εφαρμόζοντας το σύστημα πέδησης του. Το ότι ακινητοποίησε έγκαιρα το αυτοκίνητο της, εμφαίνεται και από το ότι το σημείο σύγκρουσης του Ραφαήλ με το αυτοκίνητο της βρίσκεται ακριβώς μπροστά από την τελική θέση του αυτοκινήτου της. Το ότι δεν κατόρθωσε τελικά να αποφύγει τη σύγκρουση, δεν μπορεί να συνιστά αμέλεια από μέρους της (Οδυσσέως ν. Χατζηλουκά
(2000)1 Α.Α.Δ. 185). Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι ο Ραφαήλ κάλυψε ένα σημαντικό μέρος της ασφάλτου μέχρι το σημείο που συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο της Εναγόμενης 1, συγκεκριμένα 3,30 μ. από την δεξιά άκρια της ασφάλτου. Από την άλλη όμως δεν θα μπορούσα να μην λάβω υπόψιν μου αφ' ενός το ότι ο Ραφαήλ εισήλθε στην άσφαλτο τρέχοντας, αφ' ετέρου το ότι η Εναγόμενη 1 δεν είχε τη δυνατότητα να τον αντιληφθεί από μεγαλύτερη απόσταση, λόγω των σταθμευμένων αυτοκινήτων που υπήρχαν στη δεξιά πλευρά του δρόμου και εμπόδιζαν την ορατότητα της. Καθίσταται λοιπόν φανερό ότι ο χρόνος για αντίδραση της Εναγόμενης 1 ήταν πολύ μικρός, υπό τις περιστάσεις. Είμαι της άποψης ότι τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης προσομοιάζουν με τα γεγονότα της υπόθεσης Βάσω Ανδρέου κ.ά. ν. Άντρη Πηλέα (ανωτέρω). Κάτω από τα δεδομένα που έχω περιγράψει λεπτομερώς πιο πάνω καταλήγω ότι η Εναγόμενη 1 εκπλήρωσε πλήρως το καθήκον μέριμνας και φροντίδας προς τον Ραφαήλ, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να βρεθεί υπόλογη οποιασδήποτε αμέλειας έναντι του. Αντίθετα, είμαι της άποψης ότι την αποκλειστική ευθύνη για το δυστύχημα φέρει ο Ραφαήλ, ο οποίος παρέλειψε να σταματήσει μπροστά από τα σταθμευμένα αυτοκίνητα, για να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές, πριν εισέλθει στην άσφαλτο, να το πράξει (Nicolaides v. Economides
(1963)2 C.L.R. 78). Φυσικά, παρά την ως άνω κατάληξη μου, θα προχωρήσω στην αξιολόγηση της ιατρικής μαρτυρίας και τον υπολογισμό των αποζημιώσεων που θα δικαιούτο ο Ενάγοντας, όπως επιτάσσει η νομολογία μας, ώστε να υπάρχουν τα σχετικά ευρήματα του Δικαστηρίου, σε περίπτωση ανατροπής του συμπεράσματος μου που αφορά την ευθύνη. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, δεν υπήρξε διαφωνία ως προς το είδος των τραυμάτων που υπέστη ο Ραφαήλ συνεπεία του ατυχήματος. Συνεπώς, με βάση το κοινά παραδεκτό περιεχόμενο των ιατρικών πιστοποιητικών (Τεκμήρια 17 - 21), καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 25/5/2008 και ώρα 7.35 μ.μ., ο Ραφαήλ εξετάστηκε στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών και Ατυχημάτων του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, όπου μεταφέρθηκε. Ήταν κάθιδρος, παρουσίαζε ωτορραγία από το αριστερό αφτί, εκδορές στον αριστερό αγκώνα και αιμάτωμα στην αριστερή βρεγματική χώρα της κεφαλής. Το αρχικό επίπεδο συνείδησης του στην κλίμακα κώματος Γλασκόβης ήταν 10/15. Υπεβλήθη σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου που ανέδειξε ήπια τραυματική υπαραχνοειδή αιμορραγία εγκεφάλου. Την ίδια μέρα παραπέμφθηκε στο Νευροχειρουργικό Τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Διασωληνώθηκε και έγινε επανάληψη της αξονικής τομογραφίας εγκεφάλου, που ανέδειξε την τραυματική υπαραχνοειδή αιμορραγία, καθώς και κάταγμα του αριστερού κροταφικού και λιθοειδούς οστού του κρανίου, καθώς επίσης θολερότητα του αριστερού μέσου ωτός και των μαστοειδών κυψελών. Εισήχθη στη μονάδα εντατικής θεραπείας, υπό φαρμακευτική καταστολή και μηχανικό αερισμό. Παρέμεινε κλινικά σταθερός και προοδευτικά αφαιρέθηκε ο καθετήρας μέτρησης ενδοκρανίου πίεσης και ακολούθως διακόπηκε η καταστολή και τέθηκε εκτός αναπνευστήρα. Παρουσίασε προοδευτική κλινική βελτίωση, ανοίγοντας τα μάτια αυτόματα και αντιδρώντας στα επώδυνα ερεθίσματα. Στις 30/5/2008 μεταφέρθηκε στην Εντατική Μονάδα Παίδων του Νοσοκομείου Αρχ. Μακάριος Γ' Λευκωσίας, για συνέχιση της νοσηλείας του. Κατά την εισαγωγή του ήταν εκτός αναπνευστήρα, δεν επικοινωνούσε και σιτιζόταν με ρινογαστρικό καθετήρα. Άρχισε φαρμακευτική αγωγή με epanutin, γινόταν καθημερινά φυσιοθεραπεία και παρουσίασε σταδιακή βελτίωση. Άρχισε να μιλά, να προσανατολίζεται στο χώρο, να κινεί τα άκρα του και να σιτίζεται από το στόμα. Τη 17η ημέρα νοσηλείας του μεταφέρθηκε στην Παιδιατρική Κλινική του ιδίου νοσοκομείου. Την 18η ημέρα άρχισε να κάνει βήματα, στηριζόμενος, και την 23η ημέρα περπατούσε μόνος του, με μικρή αστάθεια. Στις 25/6/2008 εξήλθε σε καλή γενικά κατάσταση, με οδηγίες για συνέχιση της φυσιοθεραπείας, παρακολούθηση στην Παιδονευρολογική Κλινική και επανεξέταση του από νευροχειρουργούς. Επίσης, σύμφωνα με το κοινά παραδεκτό περιεχόμενο της ιατρικής έκθεσης του ειδικού παιδιάτρου, Δρ. Χρίστου Κουκκουλλή (Τεκμήριο 22), καταλήγω σε εύρημα ότι ο Ραφαήλ είχε γεννηθεί με φυσιολογικό τοκετό, αναπτυσσόταν φυσιολογικά και μέχρι τη μέρα του τραυματισμού του στο υπό εξέταση τροχαίο δυστύχημα ήταν υγιής, τόσο σωματικά όσο και πνευματικά. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, υπήρξε διαφωνία ως προς την πιθανότητα ανάπτυξης μετατραυματικής επιληψίας, ζήτημα για το οποίο δόθηκε διιστάμενη ιατρική μαρτυρία. Σύμφωνα με τη νομολογία μας, η ιατρική μαρτυρία θεωρείται μαρτυρία εμπειρογνώμονα γι' αυτό και η εξέταση της διέπεται από τις ίδιες αρχές με βάση τις οποίες τα Δικαστήρια εξετάζουν τη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων (Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1 Α.Α.Δ.(Ε) 298). Στην υπόθεση Novichkova v. Βλαβή
(2012)1 Α.Α.Δ. 1111, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα, σε σχέση με την αξιολόγηση της ιατρικής μαρτυρίας. «Επί διϊστάμενης ιατρικής μαρτυρίας, το Δικαστήριο οφείλει, όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση αξιολόγησης μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων, να κρίνει την μαρτυρία αυτή στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων μη δίνοντας προβάδισμα σε οποιαδήποτε ιατρικώς εκφρασθείσα γνώμη από εκάτερο των διαδίκων. Η κρίση του Δικαστηρίου πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα επιστημονικά δεδομένα που παρουσιάζονται ενώπιον του, σχηματίζοντας ιδίαν άποψη επί του θέματος, αιτιολογώντας επαρκώς την κατάληξη του, ως προς την προτίμηση του με αναφορά σ' αυτά τα δεδομένα.» Ο δρ. Κυριαλλής (Μ.Ε.3) στήριξε το εύρημα του ότι είναι πιθανόν ο Ραφαήλ να αναπτύξει μετατραυματική επιληψία αφενός στα δύο εγκεφαλογραφήματα, στα οποία υπέβαλε το Ραφαήλ, ειδικά δε στο ότι και τα δύο ήταν παθολογικά, με ευρήματα επιληπτικής δραστηριότητας, αφετέρου στη σοβαρότητα της κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης που υπέστη. Από την πλευρά του ο δρ. Περδίος (Μ.Υ.1), παρά το ότι, όπως διαφάνηκε κατά την αντεξέταση του, αποδέχθηκε τελικά την ορθότητα των εγκεφαλογραφημάτων του Μ.Ε.3, επέμενε στη θέση του ότι η κλινική εικόνα που παρουσίασε ο Ραφαήλ 2 ½ χρόνια μετά το δυστύχημα, ειδικά δε το ότι δεν είχε οποιοδήποτε επιληπτικό επεισόδιο, σε συνδυασμό με το ότι επρόκειτο για ένα κλειστό τραύμα, χωρίς ρήξη της μήνιγγος, κατατάσσει την πιθανότητα ανάπτυξης επιληψίας στο ποσοστό του φυσιολογικού πληθυσμού. Έχοντας να επιλέξω μεταξύ των διιστάμενων απόψεων προτιμώ, χωρίς δισταγμό, την άποψη του Μ.Υ.1. Τεκμηρίωσε πλήρως το λόγο για τον οποίο δεν έδωσε τόση σημασία στα εγκεφαλογραφήματα του Μ.Ε.3, παρά το ότι δέχθηκε τελικά ότι αυτά παρουσίαζαν επιληπτική δραστηριότητα. Αποδέχομαι την άποψη του ότι ουσιώδους σημασίας για να κριθεί η πιθανότητα ανάπτυξης επιληψίας είναι το ιστορικό του ασθενούς, συγκεκριμένα η κλινική εικόνα που παρουσιάζει, ανεξαρτήτως του αν το εγκεφαλογράφημα δείξει επιληπτική δραστηριότητα, για το λόγο ότι, όπως επεξήγησε με πλήρη πειστικότητα, επιληπτική δραστηριότητα μπορεί να παρουσιάζει και το εγκεφαλογράφημα οποιουδήποτε φυσιολογικού ανθρώπου. Αποδέχομαι επίσης την τελική του άποψη ότι, εφόσον ο Ραφαήλ δεν παρουσίασε επιληπτικό επεισόδιο εντός των 2 - 3 χρόνων που ακολούθησαν του δυστυχήματος, η πιθανότητα ανάπτυξης μετατραυματικής επιληψίας εμπίπτει πλέον στο ποσοστό του φυσιολογικού πληθυσμού, άποψη την οποία τεκμηρίωσε με παραπομπή σε βιβλιογραφία (Τεκμήριο 24). Όπως είναι νομολογημένο, είναι επιτρεπτό σε εμπειρογνώμονα να τεκμηριώσει τα ευρήματα του, κάνοντας χρήση και επιστημονικής βιβλιογραφίας (English Exporters v. Eldonwall
(1973)1 All E.R. 726 και Τσαγγαρίδης κ.ά. ν. Αυγουστή
(2000)1 Α.Α.Δ. 528). Σχολιάζοντας τα ευρήματα του Μ.Ε.3, αυτό το οποίο θα πρέπει να επισημάνω είναι ότι, ούτε ο ίδιος απέκλεισε το ενδεχόμενο να μην παρουσιαστεί επιληπτικό επεισόδιο στο Ραφαήλ, ακόμα και στην περίπτωση που το εγκεφαλογράφημα παρουσιάζει επιληπτική δραστηριότητα, συντασσόμενος με αυτό τον τρόπο, με την άποψη του Μ.Υ.
  1. Ήταν επίσης της γνώμης ότι ακόμη και στην περίπτωση που οποιοδήποτε πρόσφατο εγκεφαλογράφημα στο οποίο υποβαλλόταν ο Ραφαήλ ήταν φυσιολογικό, χωρίς επιληπτική δραστηριότητα, η πιθανότητα ανάπτυξης μετατραυματικής επιληψίας θα ήταν μεν μειωμένη, συγκεκριμένα κάτω του 5%, όπως ανέφερε, όμως σίγουρα θα ήταν μεγαλύτερη από το ποσοστό εκδήλωσης της στο φυσιολογικό πληθυσμό. Το ποσοστό δε ανάπτυξης επιληπτικής κρίσης στο φυσιολογικό πληθυσμό, όπως υποστήριξε, είναι 1%. Είναι όμως φανερό ότι για να καταλήξει στο ως άνω ποσοστό βασίστηκε αποκλειστικά στα Κυπριακά στατιστικά δεδομένα, συγκεκριμένα στον αριθμό των ασθενών με επιληψία στη Κύπρο, σε αντίθεση με το Μ.Υ.1 ο οποίος, βασιζόμενος σε παγκόσμια στατιστικά δεδομένα και σε βιβλιογραφία (Τεκμήριο 24), έκαμε αναφορά σε ποσοστό 3% - 5%. Προτιμώ, χωρίς κανένα δισταγμό, την άποψη του Μ.Υ.1, όσον αφορά το ποσοστό ανάπτυξης επιληψίας στο φυσιολογικό πληθυσμό, την οποία θεωρώ ορθότερη και πιο αντικειμενική. Έχοντας πλέον αποδεχθεί ότι το ποσοστό ανάπτυξης επιληψίας στο φυσιολογικό πληθυσμό είναι 3% - 5%, καθίσταται φανερό ότι η άποψη του Μ.Ε.3, ότι σε περίπτωση που οποιοδήποτε νέο εγκεφαλογράφημα του Ραφαήλ είναι φυσιολογικό, η πιθανότητα ανάπτυξης μετατραυματικής επιληψίας θα είναι μεγαλύτερη απ' ότι στο φυσιολογικό πληθυσμό, δε μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο, για το λόγο ότι το ποσοστό εκδήλωσης επιληψίας στο φυσιολογικό πληθυσμό, όπως έχω αποδεχτεί, είναι μεταξύ 3% - 5%. Συνεπώς, η πιθανότητα εκδήλωσης επιληπτικού επεισοδίου στο Ραφαήλ δεν θα είναι πέραν του ποσοστού του φυσιολογικού πληθυσμού. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθώ ότι, όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο, το τελευταίο εγκεφαλογράφημα και εξέταση του Ραφαήλ από το Μ.Ε.3 έγινε κατά την 21/4/
  2. Μέχρι την ημερομηνία που ο Μ.Ε.3 κατέθεσε στο Δικαστήριο δεν επανεξέτασε το Ραφαήλ, με αποτέλεσμα να μην έχει γνώση της πρόσφατης κατάστασης του. Ο Μ.Ε.3 στα ευρήματα του κάμνει αναφορά και σε μείωση της ικανότητας συγκέντρωσης και μνήμης του Ραφαήλ. Όμως, είμαι της άποψης ότι τα ευρήματα αυτά δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο της ειδικότητας του. Αντίθετα, αποδεχόμενος την άποψη του Μ.Υ.1, καταλήγω ότι για ένα τέτοιο εύρημα απαιτείται εξειδικευμένη εξέταση από κλινικό ψυχίατρο ή ψυχολόγο. Όπως επίσης ο Μ.Ε.3 δέχθηκε κατά την αντεξέταση του, για να καταλήξει στα ως άνω ευρήματα του, βασίστηκε στο ιστορικό που πήρε από τους γονείς του Ραφαήλ. Επιπρόσθετα, όσον αφορά το εύρημα του για υπερκινητικότητα, έχω να αναφέρω ότι αυτό αντικρούεται από την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία της Μ.Ε.4, την οποία σχολιάζω λεπτομερώς αμέσως πιο κάτω. Η ειδικότητα της Μ.Ε.4 υπήρξε αδιαμφισβήτητη, από πλευράς υπεράσπισης. Η μάρτυρας παρέθεσε με πλήρη λεπτομέρεια και αντικειμενικότητα τα ευρήματα στα οποία κατέληξε, κατόπιν των κατ' ιδίαν συναντήσεων που είχε με το Ραφαήλ και τους γονείς του, τεκμηριώνοντας τα επιστημονικά. Θα πρέπει επίσης να αναφέρω ότι η μαρτυρία της παρέμεινε αναντίλεκτη. Αποδέχομαι, χωρίς κανένα δισταγμό, όλα τα ευρήματα στα οποία κατέληξε, επιπλέον δε αποδέχομαι και την άποψη της ότι οι αλλαγές τις οποίες παρατήρησε στο Ραφαήλ, όπως τις περιέγραψε λεπτομερώς στη μαρτυρία της, ήταν το αποτέλεσμα οργανικής βλάβης συνεπεία των κακώσεων που υπέστη από το επίδικο δυστύχημα. Οι δασκάλες του Ραφαήλ (Μ.Ε.5 και Μ.Ε.6) κρίνονται ως αντικειμενικές, αμερόληπτες και χωρίς προσωπικό συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης. Περιέγραψαν στο Δικαστήριο με πλήρη λεπτομέρεια και παραστατικότητα την εικόνα που παρουσίαζε ο Ραφαήλ κατά την σχολική χρονιά που η κάθε μια τον είχε μαθητή της. Από τη συνδυασμένη μαρτυρία τους αναδύεται η συγκρουσιακή εικόνα που παρουσίαζε ο Ραφαήλ ως μαθητής κατά τη σχολική χρονιά που ακολούθησε του δυστυχήματος, σε σχέση με τη χρονιά πριν το δυστύχημα. Ειδικά, όσον αφορά τη Μ.Ε.6, είμαι ικανοποιημένος ότι ως η δασκάλα του Ραφαήλ, τη χρονιά αμέσως μετά το δυστύχημα ήταν σε θέση να διαπιστώσει τα μαθησιακά προβλήματα που παρουσιάστηκαν. Έχοντας δε κατά νουν τα ευρήματα της παιδοψυχιάτρου Χριστοφή (Μ.Ε.4), δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι τα προβλήματα αυτά ήταν απόρροια των κακώσεων που υπέστη ο Ραφαήλ από το επίδικο δυστύχημα. Πέραν των όσων αναφέρονται πιο πάνω, θα πρέπει να προσθέσω ότι η Μ.Ε.6 επεξήγησε, με πολύ πειστικό τρόπο, το λόγο για τον οποίο δεν παρέπεμψε τον Ραφαήλ σε εκπαιδευτικό ψυχολόγο, παρά τα σοβαρά προβλήματα που διαπίστωσε σ' αυτόν. Στρέφομαι τώρα στη μαρτυρία του πατέρα του Ραφαήλ (Μ.Ε.7). Αυτό το οποίο έχω παρατηρήσει, παρακολουθώντας τον με προσοχή στο εδώλιο του μάρτυρα, ήταν μια έκδηλη προσπάθεια του να υποβιβάσει το διανοητικό επίπεδο του Ραφαήλ, περιγράφοντας τον ως ένα παιδί με σοβαρό πρόβλημα, το οποίο γίνεται αντιληπτό μιλώντας μαζί του, επιπλέον δε ότι υστερεί σε σύγκριση με άλλα παιδιά της ηλικίας του. Όμως, οι ως άνω ισχυρισμοί του αντικρούονται από τη μαρτυρία της παιδοψυχιάτρου (Μ.Ε.4), η οποία στα ευρήματα της αναφέρει ότι ο ειρμός της σκέψης του Ραφαήλ ήταν φυσιολογικός, ο δε λόγος του ήταν ομαλός, σε καμιά δε περίπτωση ασυνάρτητος. Επίσης, δεν θα μπορούσε να μείνει ασχολίαστο το ότι σε κάποια σημεία της μαρτυρίας του ήταν έντονο το στοιχείο της υπερβολής, με αποτέλεσμα να στερείται πειστικότητας. Αναφέρω ως παράδειγμα τον ισχυρισμό ότι ο Ραφαήλ τα πρώτα χρόνια μετά το δυστύχημα παρουσίαζε υπερκινητικότητα, ο οποίος όμως αντικρούεται από τη μαρτυρία της Μ.Ε.
  3. Δεν θα μπορούσα επίσης να αποδεχθώ τον ισχυρισμό του ότι είχαν αναφέρει στη Μ.Ε.4 το πρόβλημα της υπερκινητικότητας. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του ότι κάποιες φορές ο Ραφαήλ είναι αντιδραστικός, αυτό το οποίο θα ήθελα να αναφέρω είναι ότι δεν έχει διαφανεί μέσα από την ιατρική μαρτυρία ότι η αντιδραστικότητα είναι απότοκο της οργανικής βλάβης που υπέστη από το δυστύχημα. Φυσικά, από τη μαρτυρία του αποδέχομαι ανεπιφύλακτα το μέρος της σε σχέση με τα προβλήματα που παρουσιάστηκαν με τη φοίτηση του Ραφαήλ στο σχολείο, στα χρόνια που επακολούθησαν του δυστυχήματος. Αποδέχομαι επίσης ότι και στο σπίτι δεν ήταν συνεργάσιμος και έδειχνε αδιαφορία για διάβασμα, θέση η οποία υποστηρίζεται πλήρως από τα ευρήματα της Μ.Ε.4, σύμφωνα με τα οποία ο Ραφαήλ είχε μειωμένο κίνητρο για οποιαδήποτε δραστηριότητα. Με βάση την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Ο Ραφαήλ, συνεπεία της οργανικής βλάβης, η οποία ήταν το αποτέλεσμα των κακώσεων που υπέστη από το δυστύχημα, παρουσίασε συναισθηματική ανωριμότητα σε σχέση με την ηλικία του, αρνητισμό, ειδικότερον μειωμένη διάθεση να ασχοληθεί με οτιδήποτε και αλλαγή στη συμπεριφορά του. Όσον αφορά τη συμπεριφορά του, ενώ πριν το δυστύχημα ήταν ένα ντροπαλό και εσωστρεφές παιδί, μετά το δυστύχημα παρουσίαζε μειωμένες αναστολές. Πέραν των πιο πάνω, υπήρχε εύκολη απόσπαση της προσοχής του. Όσον αφορά την επίδοση του στο σχολείο, ενώ κατά τη σχολική χρονιά που επεσυνέβη το δυστύχημα ήταν ένας αρκετά καλός μαθητής, με ενδιαφέρον για τα μαθήματα, κάμνοντας μεγάλη πρόοδο προς το τέλος της χρονιάς, κατά τη σχολική χρονιά που επακολούθησε του δυστυχήματος η επίδοση του μειώθηκε αισθητά. Παρουσιάστηκε ως ένας αδύνατος μαθητής, όσον αφορά το γνωσιολογικό τομέα, πάρα πολύ αφηρημένος, σε βαθμό που δεν μπορούσε να ακολουθήσει το ρυθμό της τάξης. Είχε επίσης σοβαρά προβλήματα μνήμης. Δεν μπορώ να καταλήξω σε εύρημα, έλλειψης μαρτυρίας, κατά πόσο η οργανική βλάβη στο Ραφαήλ δεν είχε αποκατασταθεί κατά το χρόνο της ακροαματικής διαδικασίας, με αποτέλεσμα να μην μπορώ να καταλήξω ούτε σε εύρημα ότι τα ως άνω περιγραφόμενα συμπτώματα εξακολουθούσαν να υφίστανται, τουλάχιστον κατά το χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης. Συνακόλουθα, δεν θα μπορούσα να προβώ ούτε σε εύρημα ότι η χαμηλή επίδοση του Ραφαήλ σε όλες τις τάξεις του Γυμνασίου, όπως την περιέγραψε ο πατέρας του, οφείλετο στα συμπτώματα τα οποία έχουν περιγραφεί πιο πάνω. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνω ότι η Μ.Ε.4, σύμφωνα με τη μαρτυρία της, είχε εισηγηθεί την επαναξιολόγηση της κατάστασης του Ραφαήλ σε τρεις μήνες, κάτι το οποίο όμως δεν έγινε. Όπως επίσης αναφέρθηκε από το Μ.Ε.7, ο Ραφαήλ δεν έτυχε παρακολούθησης από άλλο παιδοψυχίατρο, εκτός της Μ.Ε.4, σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο στάδιο. Στην υπόθεση Παναγιώτη Παναγή ν. Σάββα Κακόψιτου
(2001)1 Α.Α.Δ. 839, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Πρέπει να λεχθεί ότι η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει επιδείξει μια σταθερή άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων. Έχει τονίσει την ανάγκη για μια πιο δίκαιη και φιλελεύθερη αποτίμηση του ανθρώπινου πόνου και των πολλαπλών στερήσεων που προκαλούν αναπηρίες στα θύματα της αμέλειας (βλ. Ioannou and Paraskevaides (Overseas) Ltd and Another v. Christofis
(1982)1 C.L.R. 789, Παναγή ν. Θεοδώρου
(1992)2 Α.Α.Δ. 1303, Ηρακλέους ν. Πήτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239, Αριστοδήμου ν. Θωμά, Π.Ε. 9320 και Βρυωνίδη ν. Σοφρωνίου, Π.Ε. 9479, ημερ. 23.09.97). Προηγούμενες αποφάσεις δεν αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο υπό την έννοια της αρχής του stare decisis αλλά παρέχουν καθοδήγηση (βλ. υπόθεση Παναγή πιο πάνω). Πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη η συνεχής μείωση της αξίας του χρήματος." Στην υπόθεση Jamal Ismail v. Μιχαήλ Αντωνίου κ.ά. , ECLI:CY:AD:2014:A107, Πολ. Έφεση αρ. 333/2009, ημερομηνίας 12/2/2014, αναφέρεται ότι: «Σύμφωνα με τη νομολογία ο «Στόχος των αποζημιώσεων που επιδικάζονται είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και στη ζημιά του διαδίκου που τραυματίστηκε χωρίς να εναποτίθεται υπέρμετρο βάρος πάνω στον αδικοπραγούντα. (Βλ. Fletcher v. Autocar Transporters Ltd
(1968)1 All E.R. 726, Constantinou v. Slahouris
(1969)1 C.L.R. 416). Με άλλες λέξεις, το ποσό που επιδικάζεται πρέπει να είναι κοινωνικά αποδεκτό. Συνεπώς, η κοινωνική δεοντολογία κατά τον ουσιώδη χρόνο είναι σε κάθε περίπτωση παράγοντας σχετικός προς το έργο μας ειδικά σε σχέση με μη χρηματική απώλεια. Η χρηματική ζημιά, ως περισσότερο επιδεκτική μαθηματικού υπολογισμού εξαρτάται λιγότερο από κοινωνικά κριτήρια. Στόχος του εγχειρήματος είναι η κατάληξη, στο τέλος της πορείας, σε αριθμό που είναι δίκαιος και εύλογος κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης.» (Βλ. Fysco Constructing Co. Ltd v. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014, 1028 και Μιχαήλ κ.α. ν. Φίλιος Γ. Συκοπετρίτης Λτδ. κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1049). Η αποζημίωση για αστικά αδικήματα δεν έχει σκοπό την τιμωρία αλλά την αποκατάσταση. Αυτή τούτη η ατέλεια του χρήματος ως μέσου για αποκατάσταση, δεν πρέπει να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων (Βλ. Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, 74).» Έχει νομολογηθεί ότι προηγούμενες αποφάσεις προσφέρουν μόνο βοηθητική καθοδήγηση στον καθορισμό του ορθού μέτρου αποζημίωσης στη βάση των ιδιαίτερων δεδομένων της κάθε υπόθεσης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα στη γραπτή του αγόρευση επικαλείται την υπόθεση Καϊλας ν. Παπαχαραλάμπους
(2002)1 Α.Α.Δ.
  1. Στην υπόθεση εκείνη ο εφεσείων, ηλικίας 16 ½ περίπου χρόνων κατά το χρόνο του δυστυχήματος, υπέστη κάταγμα αριστερού κροταφικού οστού και κατάγματα σπλαχνικού κρανίου. Διαπιστώθηκε επίσης πολύ μικρό επισκληρίδιο αιμάτωμα και θλάση στον αριστερό μετωπιαίο λοβό. Το μικρό επισκληρίδιο αιμάτωμα επεκτάθηκε με πιεστικά φαινόμενα, οπόταν παρέστη ανάγκη να υποβληθεί άμεσα σε κρανιοτομή στην αριστερή μετωποκροταφοβρεγματική χώρα, για αφαίρεση του αιματώματος. Παρέμειναν ως μόνιμα κατάλοιπα μικρή έκπτωση των διανοητικών λειτουργιών του και μόνιμη ελαφριά ατροφία του οπτικού νεύρου με συνακόλουθο τη πάρα πέρα μείωση της όρασης του, συγκριτικά με το επίπεδο όρασης πριν το δυστύχημα. Το Ανώτατο Δικαστήριο αύξησε τις γενικές αποζημιώσεις σε €100.000, από €68.344, που επιδικάστηκαν πρωτόδικα, στη βάση πλήρους ευθύνης. Φυσικά, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ορθώς αναγνωρίζεται από τον κ. Χαρτσιώτη ότι τα τραύματα που υπέστη ο εφεσείων στην ανωτέρω αναφερόμενη υπόθεση, ήταν σαφώς σοβαρότερα από τους τραυματισμούς που υπέστη ο Ραφαήλ. Από πλευράς της η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγομένων στη γραπτή της αγόρευση επικαλείται την υπόθεση Cyprus Import Corporation Ltd v. Αθηνόδωρου Θεοδώρου, ECLI:CY:AD:2015:A44, Πολ. Έφεση αρ. 29/2010, ημερομηνίας 30/1/
  2. Στην ανωτέρω υπόθεση ο εφεσείων υπέστη σοβαρό συντριπτικό μετατοπισμένο κάταγμα στην αριστερή ωμοπλάτη, το οποίο επεκτείνετο εντός της αρθρώσεως. Ανέπτυξε μετατραυματική οστεοαρθρίτιδα που επηρέαζε τη λειτουργικότητα του ώμου και κατ' επέκταση του αριστερού άνω άκρου, ώστε να μην μπορεί να εκτελεί, με τη χρήση του, οποιαδήποτε εργασία. Διαπιστώθηκαν επίσης κατάγματα στο αριστερό κροταφικό οστούν του κρανίου και πολλαπλές εγκεφαλικές θλάσεις. Είχε υποστεί υπαραχνοειδή αιμορραγία και είχε μεταδιασεισικό σύνδρομο, με συμπτώματα κεφαλαλγίας, ζάλης, διαταραχής της μνήμης και συγκέντρωσης. Διαπιστώθηκε επίσης ελαφρύς βραδυψυχισμός. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε το ποσό των €60.000, το οποίο επιδικάστηκε πρωτόδικα, υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων για τον πόνο και την ταλαιπωρία που υπέστη ο εφεσείων, επί ποσοστού πλήρους ευθύνης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα εισηγείται ότι το ποσό των €50.000 θα αποτελούσε, για την περίπτωση του Ραφαήλ, δίκαιη και λογική αποζημίωση. Από πλευράς της η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγομένων εισηγείται όπως επιδικαστεί το ποσό των €25.
  3. Έχοντας υπόψιν τους τραυματισμούς που υπέστη ο Ραφαήλ, όπως τους περιγράφω στα ευρήματα μου, τον πόνο και την ταλαιπωρία που υπέστη στην πολύ ευαίσθητη ηλικία των 8 χρόνων, τα συμπτώματα που παρουσίασε μετά το δυστύχημα, από την άλλη δε το ότι δεν μπορώ να προβώ σε εύρημα κατά πόσο εξακολουθούν να παραμένουν οποιαδήποτε κατάλοιπα σ' αυτόν, θα επιδίκαζα το ποσό των €40.000 ως γενικές αποζημιώσεις. Όσον αφορά τον τόκο, όπως είναι νομολογημένο, βάσει του άρθρου 58Α του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ο χρόνος από τον οποίο θα αρχίζει ο τόκος. Ευχέρεια που όμως αιτιολογείται δικαστικά και με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης. Εκτός ιδιαιτέρων συνθηκών, δεν είναι ορθό ο υποστείς τραυματισμούς από την αδικοπραξία του αντιδίκου του να μην λαμβάνει και το ευεργέτημα του νόμιμου τόκου από τη γένεση του αγώγιμου δικαιώματος (Χρυσάνθου κ.α. ν. Φραντζή
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1295). Στην υπό εξέταση υπόθεση δεν βλέπω λόγο γιατί ο τόκος να μην επιδικαστεί από την ημερομηνία του δυστυχήματος. Είμαι της άποψης ότι ο χρόνος των 19 μηνών που παρήλθε μέχρι την καταχώριση της υπό εξέταση αγωγής δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλος, υπό τις περιστάσεις, ώστε ο Ενάγοντας να αποστερηθεί του ευεργετήματος του για επιδίκαση νόμιμου τόκου από την ημερομηνία γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος. Ως εκ τούτου, θα επιδίκαζα νόμιμο τόκο από τις 25/5/2008, με τις ανάλογες τροποποιήσεις που επήλθαν στο ποσοστό του, επί του ποσού των γενικών αποζημιώσεων. Όσον αφορά τις ειδικές αποζημιώσεις, αυτές έχουν συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων στο ποσό των €483,52. Επί του ποσού αυτού θα επιδίκαζα νόμιμο τόκο, από της ημερομηνίας όμως καταχώρισης της αγωγής. Σε σχέση με τον Εναγόμενο 2, ο οποίος ήταν ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου που οδηγούσε η Εναγόμενη 1, θα απέρριπτα την αγωγή εναντίον του και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι δεν έχει αποδειχθεί η εκ προστήσεως ευθύνη του. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Ποταμίτης κ.ά. ν. Ιωάννου
(1992)1 Α.Α.Δ. 479: «Στην Κύπρο οι αρχές του κοινού δικαίου για την εκ προστήσεως ευθύνη έχουν ενσωματωθεί στο άρθρο 13 του Κώδικα Αστικών Αδικημάτων που ρητά προβλέπει πότε υπάρχει τέτοια ευθύνη· όταν αποδεικνύεται σχέση αντιπροσωπευομένου και αντιπροσώπου ή εργοδότη και εργοδοτουμένου. Η εξουσιοδότηση χρήσης κινητού αντικειμένου δεν υποδηλώνει ως θέμα λογικής ή κοινής εμπειρίας και τη δημιουργία σχέσης αντιπροσώπου και αντιπροσωπευομένου αναφορικά με τη χρήση του. Συνεπώς συγκατάθεση για τη χρήση αυτοκινήτου δεν τεκμηριώνει αφεαυτής σχέση αντιπροσωπευομένου και αντιπροσώπου ή εργοδότη και εργοδοτουμένου, όπως άλλωστε αποφασίστηκε στη Hellenic Mining.»[1] Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι βάσει του πιστοποιητικού ασφάλισης (Τεκμήριο 12), η Εναγόμενη 1 είχε την εξουσιοδότηση του Εναγόμενου 2 να οδηγεί το ενεχόμενο στο δυστύχημα αυτοκίνητο. Όπως αναφέρθηκε όμως στην ανωτέρω αναφερόμενη υπόθεση, η εξουσιοδότηση δεν υποδηλώνει ως θέμα λογικής ή κοινής εμπειρίας και τη δημιουργία σχέσης αντιπροσώπου και αντιπροσωπευομένου αναφορικά με τη χρήση του. ΄Όσον αφορά τα έξοδα, έχοντας κατά νουν το ότι ο Ενάγοντας είναι ανήλικος, θεωρώ ορθό όπως μη επιδικάσω οποιαδήποτε έξοδα εναντίον του. Είμαι της άποψης ότι η ηλικία του Ενάγοντα δικαιολογεί απόκλιση από τον κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. Η αγωγή απορρίπτεται, χωρίς καμιά διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ........... Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΘΘ/ΑΓ Subject: Civil / Other actions / Final Αναφορά: Αυτοκινητικό δυστύχημα (ευθύνη και αποζημιώσεις) [1]
(1978)1 C.L.R. 414. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.