Κυπριακής Ομοσπονδίας Άρσης Βαρών, εκπροσωπούμενης από τον Πρόεδρο αυτής ν. Αντρέας Ρουμπάς, Αρ. Αγωγής: 316/2016, 21/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A128 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 316/2016 Μεταξύ: Κυπριακής Ομοσπονδίας Άρσης Βαρών, εκ Λευκωσίας εκπροσωπούμενης από τον Πρόεδρο αυτής Εναγόντων και Αντρέας Ρουμπάς, εκ Λεμεσού Εναγομένου -------------------------- Αίτηση ημερ. 23.2.16 για παραχώρηση άδειας καταχώρησης συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως Ημερομηνία: 21 Μαρτίου 2016 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κος Καλλιάνος Για Καθ' ου η Αίτηση: κα Βελισσαρίου για κ. Κ. Χ''Κωστή ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες στην παρούσα Αγωγή, με μονομερή Αίτηση τους ημερ. 5.2.16 εξασφάλισαν προσωρινό Διάταγμα το οποίο εκδόθηκε στις 5.2.16, εναντίον του Εναγομένου. Ο Εναγόμενος καταχώρησε ένσταση στην συνέχιση του εν λόγω προσωρινού Διατάγματος, για τους λόγους οι οποίοι αναφέρονται αναλυτικά στην ένσταση του. Ενώ η Αίτηση και το προσωρινό Διάταγμα ημερ. 5.2.16 ήταν ορισμένο για Ακρόαση, οι Ενάγοντες υπέβαλαν την υπό κρίση Αίτηση στις 23.2.16 δια της οποίας αιτούνται από το Δικαστήριο άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής και/ή απαντητικής ενόρκου δηλώσεως του κ. Μάριου Βλάχου εν σχέση με την ένορκο δήλωση του ημερ. 5.2.16, προς απάντηση των όσων αναφέρονται από τον Εναγόμενο στην ένορκο δήλωση του η οποία συνοδεύει την ένσταση ημερ. 17.2.16 και συγκεκριμένα προς απάντηση των όσων αναφέρονται στις παραγράφους 2(α) - (ε), 3(α), 7(δ),(ε),(κ),(λ),(μ),(ξ), 8(α) και (β) της ενόρκου δηλώσεως του Εναγομένου. Η αίτηση βασίζεται κυρίως στη Δ.39 Κ.Κ. 1-2 και Δ.48 Κ.Κ. 1,2,3,4
(2),8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στηρίζεται στην ένορκη δήλωση του Μάριου Βλάχου. Με την ένορκο δήλωση του ο ομνύον, όπως συνοπτικά μπορώ να καταγράψω, αναφέρεται στις παραγράφους της ενόρκου δηλώσεως του Εναγομένου, οι οποίες κατά τον ίδιο χρήζουν απάντησης, προβάλλοντας κυρίως το επιχείρημα ότι τα όσα αναφέρονται από τον Εναγόμενο δεν μπορούσε να τα προβλέψει, αποτελούν ανυπόστατους και/ή κατασκευασμένους ισχυρισμούς, δίδει εξήγηση για ποιο λόγο δεν παρουσίασε κάποια από τα Τεκμήρια τα οποία παρουσιάζει ο Εναγόμενος λόγω πρακτικών δυσκολιών, καταλήγοντας σε κάθε παράγραφο ότι οι προβαλλόμενοι από τον Εναγόμενο ισχυρισμού, χρήζουν απάντησης. Στην υπό κρίση Αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση από μέρους του Εναγομένου, με την οποία προβάλλεται κυρίως ότι τα όσα επιχειρούν οι Ενάγοντες να εισάξουν με την συμπληρωματική ένορκο δήλωση ήταν γνωστά στους ίδιους ή ευλόγως μπορούσαν να γνωρίζουν κατά την έκδοση του μονομερούς διατάγματος και ότι η ένορκος δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση δεν εξηγεί επαρκώς τον καλό λόγο που υφίσταται για την χορήγηση της αιτούμενης άδειας. Την ένσταση συνοδεύει η ένορκος δήλωση του Εναγόμενου, στην οποία επισυνάπτονται ως Τεκμήρια επιστολές οι οποίες κατά τον ομνύον τεκμηριώνουν την θέση του ότι τα όσα επιχειρούνται να προβληθούν με την συμπληρωματική ένορκο δήλωση ήταν γνωστά στους Ενάγοντες. Η Ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη με την κατάθεση γραπτών αγορεύσεων από μέρους των συνηγόρων των διαδίκων. Το περιεχόμενο των αγορεύσεων έχει μελετηθεί και ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο κατά την έκδοση της παρούσας Απόφασης, χωρίς να καθίσταται αναγκαίο να επαναληφθεί το περιεχόμενο τους. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.48 θ.4
(2), η χορήγηση άδειας για καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εμπίπτει στη σφαίρα της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, ώστε να δίδεται η δυνατότητα στους διαδίκους να θέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τρόπο ολοκληρωμένο τα γεγονότα της υπόθεσης τους αλλά υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου». Στην απόφαση Αναφορικά με την αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου
(2008)1(Α) ΑΑΔ 510 το Δικαστήριο ανέφερε: «Είναι φανερό ότι το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μια αίτηση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου». Επιτρέπεται επίσης με βάση τη νομολογία η καταχώρηση ένορκης δήλωσης προς αντίκρουση αμφισβητούμενων ισχυρισμών. Πρέπει όμως πάντοτε να λαμβάνεται υπόψη η φύση της αίτησης υπό εκδίκαση και οι ανάγκες της διαδικασίας την οποία η συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιδιώκει να εξυπηρετήσει. Στην απόφαση Κώστα v. Κώστα
(2003)1 ΑΑΔ 269 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε απόφαση Πρωτόδικου Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε ενδιάμεση αίτηση και σημείωσε τα εξής: «Κατά την γνώμη μας «καλός λόγος» για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποδεικνύεται αν με την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα τα οποία είναι ορθό και δίκαιο να τεθούν ενώπιον του για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και που η αιτήτρια δεν γνώριζε εξ υπαρχής ή γεγονότα που παρουσιάστηκαν μετά την ένορκο δήλωση της, πράγμα που δεν υφίσταται στη περίπτωση μας». Επί των γεγονότων της υπό κρίση αίτησης προκύπτει ότι ο σκοπός καταχώρησης συμπληρωματικής - απαντητικής ένορκης δήλωσης, ως οι ίδιοι οι αιτητές τον προσδιορίζουν, είναι να απαντήσουν σε αριθμό ισχυρισμών που τίθενται στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και οι οποίοι κατά την άποψη τους είναι αβάσιμοι, ανακριβείς, παραπλανητικοί ακόμα και εντελώς ψευδείς. Είναι η θέση τους ότι θα πρέπει το Δικαστήριο να εγκρίνει το αίτημα για να μπορέσουν να διασαφηνίσουν τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την αίτηση τα οποία είναι η θέση τους. Από την άλλη ο Καθ ου η Αίτηση ισχυρίζεται με την αγόρευση του ότι οι ενάγοντες είχαν την υποχρέωση να αποκαλύψουν όλα τα ουσιώδη γεγονότα κατά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος, κάτι το οποίο δεν έπραξαν και η παρούσα Αίτηση αποτελεί προσπάθεια να προβάλουν γεγονότα τα οποία όφειλαν να είχαν παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου από την αρχή. Εις ότι αφορά την ανάγκη για απάντηση των ισχυρισμών οι οποίοι περιλαμβάνονται στις παρ. 2(α) - (ε) της ένορκης δήλωσης του καθ ου η αίτηση, ο ενόρκως δηλών στην Αίτηση αναφέρει ότι τα εν λόγω γεγονότα δεν ήταν εις γνώση του και πληροφορήθηκε για την διαγραφή των Σωματείων και μελών με την καταχώρηση της ένστασης, αναφέροντας επίσης ότι τα επισυνημμένα τεκμήρια στην ένσταση είναι κίβδηλα και κατασκευασμένα. Αναφέρει επίσης ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί των πιο πάνω παραγράφων χρήζουν άμεσης απάντησης για σκοπούς απολυτοποίησης του προσωρινού Διατάγματος, πράγμα το οποίο θα επιτευχθεί με την προσκόμιση από μέρους τους σχετικής μαρτυρίας. (παρ. 4 και 5 της ενόρκου δηλώσεως στην Αίτηση) Στη συνέχεια στη παρ. 6 της ενόρκου δηλώσεως, ο ομνύον προβάλλει διάφορα ερωτήματα, όπου και πάλι καταλήγει ότι είναι εύλογο και δίκαιο να επιτραπεί η καταχώρηση της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως. Στη παρ. 7 της ενόρκου δηλώσεως του αναφέρει ο ομνύον ότι στην παρ. 3α της ενόρκου δηλώσεως η οποία συνοδεύει την ένσταση, όπου αναφέρεται ότι λήφθηκε έγκριση από τον Έφορο Σωματείων για την σύγκληση έκτακτης εκλογικής γενικής συνέλευσης, αποτελεί γεγονός που δεν μπορούσε να προβλεφθεί ότι θα εγείρετο από την ένσταση. Αναφέρει περαιτέρω ότι τα εν λόγω έγγραφα δεν ήταν στην κατοχή τους και δεν ήταν δυνατόν να τα προσκομίσουν με την αρχική ένορκο δήλωση τους λόγω της φύσης του κατεπείγοντος εφόσον ήταν αδύνατο να λάβουν τα τεκμήρια από τα μέλη. Υποστηρίζει ότι τέτοιο θέμα δεν αναμένετο να εγερθεί και χρήζει απάντησης με καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Με την παρ. 10 της ενόρκου δηλώσεως του ο ομνύον υποστηρίζει ότι πρέπει να απαντηθούν οι παρ. 8(α) και (β) της ενόρκου δηλώσεως η οπία συνοδεύει την ένσταση λόγω το ότι αποτελεί ακόμα ένα δείγμα κατασκευασμένων ισχυρισμών και το τεκμήριο 17 φαίνεται να αντιφάσκει με το περιεχόμενο της παρ. 3(α). Εξετάζοντας τους λόγους που θέτουν οι αιτητές στις παρ. 4 -10 της ένορκης δήλωσης του Μάριου Βλάχου, που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, διαπιστώνω κατ' αρχάς ότι δεν προκύπτει με την απαιτούμενη σαφήνεια και ακρίβεια τι επιθυμούν οι αιτητές να παραθέσουν με την συμπληρωματική ένορκο δήλωση τους. Ο ομνύον επαναλαμβάνει στην ένορκο του δήλωση, με αναφορά σε συγκεκριμένους ισχυρισμούς οι οποίοι περιλαμβάνονται στην ένορκο δήλωση η οποία συνοδεύει την ένσταση, ότι αυτοί δεν ήταν αναμενόμενο να εγερθούν με την ένσταση και ως εκ τούτου χρήζουν απάντησης. Το Δικαστήριο δεν έχει αντιληφθεί ποιο θα είναι το περιεχόμενο της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως εφόσον ο ομνύον στην υπό κρίση Αίτηση αναφέρεται μόνο στην ανάγκη απάντησης σε κάποιους ισχυρισμούς χωρίς να παραθέτει όμως το περιεχόμενο της απάντησης την οποία θα προβάλει με την συμπληρωματική ένορκο δήλωση του. Στην υπόθεση Παπακοκκίνου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση 242/11, ημερ. 10.4.12, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, που ζητείται να καταχωρηθεί, της κας Βερεγγάριας Παπακόκκινου, δεν μπορούμε να αντιληφθούμε τι περισσότερο επιθυμούν οι εφεσείουσες να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου πέραν της επανάληψης του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως ημερ. 12.7.2011 και της επιχειρηματολογίας τους. Ούτε όμως η επανάληψη, ούτε και η επιχειρηματολογία των εφεσειουσών, δικαιολογούν το ζητούμενο διάταγμα για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Σημειώνουμε συναφώς ότι στην αίτηση δεν έχει επισυναφθεί η ένορκη δήλωση που θα καταχωρείτο, αν δινόταν άδεια, όπως θα έπρεπε και επομένως το περιεχόμενο της το υποθέσαμε από τα στοιχεία που είχαμε.»(η υπογράμμιση και έμφαση είναι του Δικαστηρίου). Από την πιο πάνω υπόθεση προκύπτει ότι το Δικαστήριο πρέπει να έχει ενώπιον του μια σαφή εικόνα για το τι επιχειρείται να παρουσιαστεί με την συμπληρωματική ένορκο δήλωση. Κάτι τέτοιο, σύμφωνα με το Εφετείο, μπορεί να επιτευχθεί με την προσκόμιση της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Στην παρούσα περίπτωση ούτε η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση επισυνάπτεται αλλά ούτε προκύπτει από τα όσα αναφέρει ο ομνύον στην Αίτηση τι επιχειρείται ακριβώς να εισαχθεί με την συμπληρωματική ένορκο δήλωση. Προκύπτει από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Μάριου Βλάχου ότι επιχειρείται η παράθεση κάποιων ισχυρισμών του ιδίου προς υποστήριξη της διαφωνίας του με τους ισχυρισμούς του εναγόμενου οι οποίοι παρατίθενται στην ένορκο δήλωση του. Υπό το φως της πιο πάνω παρατηρούμενης αβεβαιότητας το Δικαστήριο δεν μπορεί να εγκρίνει το αίτημα των αιτητών εφόσον η διαδικασία θα τεθεί σε κίνδυνο εκτροχιασμού, εφόσον το Δικαστήριο δεν γνωρίζει το περιεχόμενο της απάντησης της οποίας επιχειρούν οι αιτητές. Στην ένορκο δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση προβάλλονται μόνο κάποια επιχειρήματα και προβληματισμοί του ενόρκως δηλούντος εις ότι αφορά μέρος της ενόρκου δηλώσεως η οποία συνοδεύει την ένσταση και τίποτα περισσότερο. Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των όσων αναφέρονται στην ένορκο δήλωση η οποία συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση, κρίνεται πως το αίτημα δεν μπορεί να εγκριθεί για τον εξής λόγο. Η προσαγωγή συμπληρωματικής μαρτυρίας η οποία αποσκοπεί στο να απαντήσει με το να απορρίψει απλά την εκδοχή του αντιδίκου που κρίνεται ως ανυπόστατη, δεν είναι αποδεκτή, αφού δεν είναι επιτρεπτό να εξεταστεί και διαπιστωθεί η αποδεικτική της αξία σ' αυτό το στάδιο. Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο, στα πλαίσια διαδικασίας εξέτασης οριστικοποίησης ή μη, εκδοθέντων μονομερώς, προσωρινών διαταγμάτων, δεν προβαίνει σε κρίση επί της ουσίας της μεταξύ των διαδίκων διαφοράς με τελικά ευρήματα ή οριστικά συμπεράσματα σε σχέση μ' αυτή. Δεν παραβλέπω επίσης ότι μεγάλο μέρος της ενόρκου δηλώσεως του Μάριου Βλάχου περιλαμβάνει επιχειρήματα και μόνο (βλ. παρ. 4, 6, 8,9 και 10 της ενόρκου δηλώσεως του), η συμπερίληψη των οποίων δεν μπορεί να εγκριθεί στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, σύμφωνα με τις αρχές τις νομολογίας. Τα όσα προβάλλει ο Μάριος Βλάχος με την ένορκο δήλωση του, είναι η κρίση μου ότι αυτά αφορούν ισχυρισμούς που άπτονται της ουσίας της υπόθεσης και το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται σ΄ αυτό το στάδιο να αξιολογήσει ισχυρισμούς ή μαρτυρία για να καταλήξει σε ευρήματα γεγονότων (βλ. Jonitexo v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν εξετάζει την αξιοπιστία αντίθετων ισχυρισμών και φαίνεται πως τελικός σκοπός των αιτητών είναι να καταρρίψουν τους ισχυρισμούς του καθ΄ου η αίτηση προβάλλοντας τους δικούς τους. Η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και για ακόμα ένα λόγο. Είμαι της άποψης ότι τα στοιχεία τα οποία έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στην προκειμένη περίπτωση δεν κρίνονται ικανοποιητικά για την κατάδειξη της προϋπόθεσης ύπαρξης καλού λόγου για να επιτραπεί η καταχώρηση της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως. Όπως έχει προαναφερθεί, οι αιτητές προς απόδειξη της Αίτησης τους, οφείλουν να καταδείξουν καλό λόγο για να εγκριθεί το αίτημα τους. Το τι συνιστά «καλό λόγο» σε κάθε περίπτωση εξαρτάται από τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η μόνη αναφορά η οποία γίνεται από τον Μάριο Βλάχο, στην ένορκο δήλωση του είναι ότι είναι αναγκασμένος να απαντήσει σε θέματα τα οποία δεν μπορούσε να γνωρίζει ή και εύλογα να αναμένει ότι θα προέκυπταν. Τέτοια όμως εξήγηση δεν μπορεί να αποτελέσει καλό λόγο λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της κυρίως διαδικασίας, της Αίτησης ημερ. 5.2.16, στα πλαίσια της οποίας οι Αιτητές είχαν την υποχρέωση πλήρης αποκάλυψης ουσιαστικών γεγονότων και η αρχική κρίση του Δικαστηρίου για την έκδοση του προσωρινού Διατάγματος στηρίχθηκε αποκλειστικά στην ένορκο δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση ημερ. 5.2.
- Το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να θέτει την διαδικασία πάνω στις σωστές βάσεις, ώστε να αποφεύγεται τόσο αχρείαστη δαπάνη όσο και να σπαταλείται δικαστικός χρόνος στην παράθεση αχρείαστων για την διαδικασία ισχυρισμών. Κρίνεται επομένως ότι οι αιτητές δεν έχουν καταδείξει καλό λόγο για την έγκριση του αιτήματος τους. Η γενική και αόριστη αναφορά του Μάριου Βλάχου στην ανάγκη απάντησης ορισμένων ισχυρισμών οι οποίοι περιέχονται στην ένορκο δήλωση η οποία συνοδεύει την ένσταση χωρίς την παράθεση άλλων στοιχείων, δεν μπορεί να τεκμηριώσει την ύπαρξη καλού λόγου για την καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως. Τέλος, να σημειωθεί ότι διαπιστώνω από την γραπτή αγόρευση των αιτητών, ότι ο κ Καλλιάνος ενώ παρουσιάζεται ως δικηγόρος των αιτητών και χειρίζεται την παρούσα υπόθεση, προβαίνει σε αναφορές στην αγόρευση του (βλ. προτελευταία σελίδα) οι οποίες αποτελούν μαρτυρία καθιστώντας έτσι τον εαυτό του και ως μάρτυρα γεγονότων της υπόθεσης. Παράδειγμα αποτελεί η αναφορά του ότι η δήθεν επιστολή ημερ. 21.12.15 η οποία στάληκε στον κ Καλλιάνο από τον κ Χ''Κωστή δεν ήρθε εις γνώση του κ Καλλιάνου γιατί ο αριθμός του φαξ του είναι άλλος καθώς επίσης και ότι ο κ Καλλιάνος απουσίαζε από την Κύπρο το εν λόγω διάστημα. Τονίζεται ότι τα πιο πάνω δεν αναφέρονται καν στην ένορκο δήλωση η οποία συνοδεύει την παρούσα Αίτηση. Επομένως τέτοιες αναφορές κρίνονται ανεπίτρεπτες εφόσον επιχειρείται η προσκόμιση μαρτυρίας με την γραπτή αγόρευση η οποία μάλιστα προέρχεται από δικηγόρο ο οποίος χειρίζεται την υπόθεση. Ως εκ των ανωτέρω η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Σε ό,τι αφορά τα έξοδα κατ΄εφαρμογή του συνήθη κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου/Καθ ου η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων/Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της Κυρίως Αίτησης ημερ. 5.2.
- Η Αίτηση ημερ. 5.2.16 ορίζεται για Ακρόαση στις 31.3.16 ώρα 8:30 π.μ. Το προσωρινό Διάταγμα ημερ. 5.2.16 παραμένει σε ισχύ. (Υπ.) ..................................... Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject:Civil/Other/Interim/316-16supplamentaryaffidavit cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο