Φ.Η.Μ.Ε.Ν. ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΗΛΙΑΣ & ΥΙΟΣ (ΜΕΤΑΦΟΡΑΙ) ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. αγωγής :4633/2011, 22/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A133 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αγωγής :4633/2011 Φ.Η.Μ.Ε.Ν. ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ Ενάγοντες εναντίον ΗΛΙΑΣ & ΥΙΟΣ (ΜΕΤΑΦΟΡΑΙ) ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόμενοι ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:22/3/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους εναγόμενους αιτητές: κος Φωτάκης Αποστολίδης Για ενάγοντες καθ΄ ων η αίτηση: κα Σύνθια Τόκα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Mε ενδιάμεση αίτηση τους, οι εναγόμενοι ζητούν όπως τους επιτραπεί η κατάθεση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων εντός 10 ημερών από την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος, με νομικό έρεισμα την Δ.28 θ.1-3, Δ.30, Δ.48 θ.1-3, 8
(1)(z)(qq), Δ.57 θ.2, τις συμφυείς εξουσίες και την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση της κας Φιφής Ιωάννου, η οποία κάνει αναφορά για την εξουσιοδότηση της, στο προηγούμενο Διάταγμα για αποκάλυψη εγγράφων, όπου κυρίως αναφέρει ότι δεν κρίθηκε σκόπιμο να αποκαλυφθούν τα σχέδια που στηρίχθηκε ο εκτιμητής για την ετοιμασία της έκθεσης του η οποία αποκαλύφθηκε ενόρκως και το ίδιο συμβαίνει και με το τιμολόγιο για την ετοιμασία σκυροδέματος. Ακολούθως αναφέρει ότι κατά την προετοιμασία της ακρόασης, διαπιστώθηκε ότι για άρση κάθε παρεξήγησης θα ήταν προς όφελος της απονομής της Δικαιοσύνης όπως εξασφαλιστεί άδεια όπως αποκαλυφθούν τα εν λόγω έγγραφα. Περαιτέρω αναφέρει ότι οι πλευρά των εναγομένων (προφανώς έλαβε χώρα τυπογραφικό λάθος εννοώντας οι ενάγοντες) δεν θα επηρεαστούν δυσμενώς από την έκδοση του Διατάγματος, ένεκα του ότι τα έγγραφα για τα οποία επιδιώκεται η συμπληρωματική αποκάλυψη τους αναφέρονται εμμέσως στο ήδη αποκαλυφθέν έγγραφο του επιμετρητή ημερ. 16/3/2011. Ακολούθως αναφέρει ότι η διαδικασία βρίσκεται πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και η έγκριση της αίτησης αποσκοπεί στην πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη εκ μέρους των εναγομένων όλων των σχετικών εγγράφων με τα επίδικα θέματα για να απονεμηθεί πλήρη Δικαιοσύνη, εκφράζοντας ταυτόχρονα την πίστη ότι τα εν λόγω έγγραφα είναι ουσιώδη με τα επίδικα θέματα με συνεπακόλουθο την αναγκαιότητα έκδοσης του αιτούμενου Διατάγματος προς τον σκοπό της ορθής απονομής της Δικαιοσύνης. Η αίτηση αντίκρυσε την ένσταση των εναγόντων, οι οποίοι προέβαλαν τέσσερις λόγους ένστασης που άπτονταν στο καθυστερημένο της υποβολής της αίτησης σε συνδυασμό με την παροδο 4 ετών από την αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων, στο ότι τα έγγραφα ήταν ήδη στην κατοχή των εναγομένων, στην μη συσχέτιση των εν λόγω εγγράφων με τα επίδικα ζητήματα και στην μη δικογράφηση τους, ως επίσης και στην καταχρηστικότητα της αίτησης με σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας, την κατασπατάληση του Δικαστικού χρόνου και την δημιουργία περιττών εξόδων. Νομικό έρεισμα της ένστασης αποτέλεσε η Δ.28 θ.1-3, Δ.30, Δ.48 θ.1-4, Δ.57 θ.2, Δ.64, οι συμφυείς εξουσίες, η διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου και η σχετική Νομολογία. Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του κ. Ηλία Πολυδώρου, διευθυντή των εναγόντων, ο οποίος αρχικά κάνει αναφορά στην πηγή άντλησης της εξουσιοδότησης του και της γνώσης του ως προς τα επίδικα γεγονότα. Ακολούθως κάνει αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης και στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση, επαναλαμβάνοντας τους λόγους ένστασης του, τονίζοντας ότι αποτελεί μαρτυρία και όχι δικόγραφο το γεγονός ότι αναφέρονται τα εν λόγω έγγραφα σε άλλο αποκαλυφθέν έγγραφο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με τη νομολογία, η αποκάλυψη εγγράφων βάσει της δικονομικής πρόνοιας Δ.28 θ.1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αντίστοιχης της παλιάς Αγγλικής Δ.31 θ.12, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο δύναται να εξετάσει το θέμα μέσω των δικογράφων, ενόρκων δηλώσεων ή και οποιασδήποτε διαδικασίας μέσα στην ίδια την αγωγή και εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Η αποκάλυψη εγγράφων έχει ως σκοπό τη λήψη πληροφοριών και την παρουσίαση εγγράφων που έχουν σχέση με την αντιδικία των μερών για την προετοιμασία της ακρόασης, μπορεί δε να ζητηθεί, είτε γενική είτε εξειδικευμένη, από οποιονδήποτε από τους διαδίκους και συνήθως ζητείται μετά το κλείσιμο της δικογραφίας οπότε τα επίδικα θέματα θα έχουν καθοριστεί με ακρίβεια. Αίτηση για αποκάλυψη εγγράφων απορρίπτεται είτε όταν θεωρηθεί ότι δεν είναι αναγκαία για την δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης είτε όταν εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε, δεν επιτρέπεται δε η αποκάλυψη όταν ζητείται για σκοπούς «ψαρέματος» μαρτυρίας. Σχετικά είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες οι οποίες μπορεί να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη είτε να προωθήσει την υπόθεσή του είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του ή να οδηγήσουν στις πιο πάνω συνέπειες, άμεσα ή έμμεσα, ανεξάρτητα αν μπορούν ή όχι να δοθούν ως μαρτυρία. (βλ. μεταξύ άλλων Halsbury's Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 12, σελ. 2-34, The Annual Practice 1956, σελ. 516 επ., National Bank of Greece S.A. v. Paraskevas Mitsides Debtor and another
(1962)C.L.R. 40, Nissho Iwai Corporation and others v. Lizard Shipping Company Ltd
(1991)1 A.A.Δ. 31, Lagos Ltd. v. Πλοίου FT Zolotets κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 600, G.A.P. Navig. Ltd v. Merzario Marrittima SRL
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1624, Τηλλυρή ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2271). Όπως αναφέρεται στο Annual Practice 1958
(1)σελ. 713-714 και 716, το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να απαιτήσει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων υπό τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στην υπόθεση Δ. Λούκος Λτδ κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 2)
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 798) έχει λεχθεί ότι η τμηματική αποκάλυψη εγγράφων δεν είναι ενδεδειγμένη ή πρόσφορος για σκοπούς της εύρυθμης λειτουργίας της διαδικασίας ενόσω η αναγκαιότητα της αποκάλυψης εγγράφων συναρτάται με τα δεδομένα της κάθε υπόθεσης. Επίσης, η ένορκη αποκάλυψη εγγράφων δεν περιορίζεται σε έγγραφα που μπορεί να είναι αποδεκτά ως μαρτυρία. (βλ. σχετικά Compagnie Financiere v. Peruvian Guano Co.
(1882)11 Q.B.D. 62, 63, O' Rourke v. Darbishire
(1920)A.C. 581, 630). Στο The Supreme Court Practice 1987, τόμος 1, παράγρ. 24/1/2 αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά με την αγγλική δικονομική πρόνοια για αποκάλυψη εγγράφων, Ο.24,r.1, σύμφωνα με την οποία σε υποθέσεις που αρχίζουν με κλητήριο ένταλμα, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση μετά που θα κλείσουν οι έγγραφες προτάσεις, να προβούν σε αποκάλυψη των εγγράφων που, όπως προνοεί και η δική μας δικονομική πρόνοια για αποκάλυψη, Δ.28 θ.1, «είναι ή ήταν» στην κατοχή, έλεγχο ή φύλαξή τους και αφορούν στα επίδικα θέματα: "Continuing obligation to give discovery - Although one reading of O.24, r.1 may suggest that discovery need be given only of the documents which have come into a party´s possession before the date of his list of documents, this is not the limit of a party´s obligation to give discovery imposed by the rule. The obligation is general, and requires the disclosure of all relevant documents whenever they may come into a party´s possession. This requirement is supported by the linked principle that a party must not seek to take his opponent by surprise (cv. O.18, rr.8 and 9) and that he must not, by withholding relevant documents, mislead his opponent or the Court into believing that the statement in his list that he has given full discovery continues to be true . ... An obvious example is where a plaintiff, who is claiming damages for prospective loss of earnings, obtains new lucrative employment during the course of the action; this fact must be communicated to the defendant and further discovery must be made (or, at all events, offered). In default, the plaintiff may be ordered to pay costs occasioned by the failure to give discovery promptly." Στην υπόθεση Touchstone Development Ltd v. Cypromar Shipping Ltd κ.ά. αρ. Αγωγής 1208/06 Ε.Δ. Λάρνακος, η Πρόεδρος(τότε) του Δικαστηρίου κα Π. Παναγή, εξετάζοντας παρόμοιο ζήτημα σε ενδιάμεση απόφαση της ημερ. 18.10.10 ανέφερε τα ακόλουθα: «Στην καναδική υπόθεση Lib Brokerage and Realty Co
(1977)Ltd ν. Budd
(1992)2 WWR 453 επισημαίνεται σχετικά πως δεν υπάρχει οποιοσδήποτε Κανονισμός ο οποίος να εμποδίζει το Δικαστήριο να εκδώσει, βάσει της σύμφυτης του δικαιοδοσίας, διάταγμα για περαιτέρω αποκάλυψη, ενώ οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας θα πρέπει να ερμηνεύονται υπό το φως των πραγματικοτήτων της σύγχρονης δικαστικής διαδικασίας ("... ... the Rules requiring disclosure of documents must be interpreted in the light of the realities of current litigation practice"). Στην υπόθεση Mitchell v. Darley Main Colliery Co. 1
(1884)Cab & El 215 αναφέρθηκε ότι η υποχρέωση αποκάλυψης δεν αφορά μόνο έγγραφα τα οποία έρχονται στην κατοχή του διαδίκου μετά την αρχική αποκάλυψη αλλά εκτείνεται και σε έγγραφα τα οποία είτε από λάθος είτε από αβλεψία, ενώ βρίσκονταν στην κατοχή του διαδίκου δεν αποκαλύφθηκαν. Αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Now in my opinion, a party who after filing an affidavit of documents, discovers a document of which his opponent has a right to have inspection, but which is not disclosed in the schedule because it has been forgotten, or overlooked, or supposed not to exist, is bound to inform his opponent of the discovery either by a supplementary affidavit, which I think is the proper course or at least by notice and he has no right to keep back all knowledge of the newly discovered document simply because he was not aware of it at the time he swore his affidavit in obedience to the order for discovery. To keep back under such circumstances a document known to be material, would in my opinion, amount to a reprehensible want of frankness ... .... ». Ένας από τους στόχους της Δ.28 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είναι να αποτρέψει τον αιφνιδιασμό κατά την ακροαματική διαδικασία και να δοθεί η δυνατότητα στην κάθε πλευρά να εκτιμήσει σωστά την δύναμη της υπόθεσης της ενόψει των εγγράφων που αποκαλύπτονται. Η αποκάλυψη προάγει την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Στην υπόθεση Vernon v. Bosley (No.2)
(1997)1 All E.R 614, αναφέρθηκε ότι η χρήση του ενεστώτα και του αόριστου στην πιο πάνω αγγλική δικονομική πρόνοια δεν καλύπτει έγγραφα που δεν υπάρχουν όταν καταρτίζεται ο κατάλογος εγγράφων ή η ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων, υποδείχθηκε ότι «.... the rule stated in the Supreme Court Practice is not only the practice but the law». Επίσης υποδεικνύεται ότι η υποχρέωση αποκάλυψης συνεχίζεται μέχρι και την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Στην υπόθεση Touchstone Development Ltd, ανωτέρω, η ακροαματική διαδικασία βρισκόταν σε εξέλιξη και όταν επιχειρήθηκε να κατατεθούν έγγραφα ως τεκμήρια ο συνήγορος της άλλης πλευράς έφερε ένσταση καθότι επρόκειτο για έγγραφα που δεν είχαν αποκαλυφθεί με την ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων. Το διάταγμα για αποκάλυψη δεν αναφερόταν σε υποχρέωση αποκάλυψης μελλοντικών εγγράφων. Τα έγγραφα (φωτογραφίες) που επιθυμούσαν να καταθέσουν δημιουργήθηκαν μετά την έκδοση του διατάγματος αποκάλυψης και κρίθηκε ότι υπήρχε βάσιμη δικαιολογία για την παράλειψη των εναγόντων να τα αποκαλύψουν ενωρίτερα. Έτσι το Δικαστήριο αφού έκρινε ότι δεν θα επηρεαζόταν δυσμενώς η άλλη πλευρά, επέτρεψε την κατάθεση των φωτογραφιών υπό τον όρο ότι οι ενάγοντες θα καταχωρούσαν σχετική συμπληρωματικη ένορκη δήλωση αποκάλυψης εντός δυο ημερών σύμφωνα με τη Δ.28 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Μετά το αρχικό διάταγμα του Δικαστηρίου για αποκάλυψη, η υποχρέωση αποκάλυψης συνεχίζει και εκτείνεται σε έγγραφα που αποκτούνται ή δημιουργούνται στην πορεία της υπόθεσης μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Όπως δε υποδεικνύεται στην υπόθεση Vernon v. Bosley η μορφή που θα πάρει η όποια περαιτέρω αποκάλυψη δηλαδή κατά πόσο θα είναι με επίσημο κατάλογο ή απλά με επιστολή είναι αδιάφορη. Η ουσία της υποχρέωσης είναι ότι δεν πρέπει να αποσιωπάται ή αποκρύπτεται η ύπαρξη εγγράφων σχετικών με την επίδικη διαφορά είτε ο διάδικος σκοπεύει να τα παρουσιάσει στη δίκη είτε όχι. Όπως διαφαίνεται και από την υπόθεση Mitchell, ανωτέρω, υφίσταται συνεχής υποχρέωση αποκάλυψης ακόμη και μετά την καταχώρηση της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης η οποία μπορεί να γίνει είτε με συμπληρωματική δήλωση είτε με σχετική ειδοποίηση. Στην περίπτωση που διάδικος διατάχθηκε να αποκαλύψει έγγραφα και παραλείψει να το πράξει και όταν επιχειρήσει να τα παρουσιάσει ως μαρτυρία δεν θα του επιτραπεί να τα παρουσιάσει εκτός εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι είχε βάσιμη δικαιολογία για την παράληψη του αυτή και μπορεί να επιτρέψει όπως τέτοιο έγγραφο τεθεί ως μαρτυρία με τέτοιους όρους που θα κρίνει αρμόζοντες. (βλ. Δ.28 θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας). Όπως έχει αναφερθεί στην υπ. Τυλληρή v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(1998)1 ΑΑΔ 2271: "Η αποκάλυψη εγγράφων, υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και στοχεύει . . . στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που σχετίζονται με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οποιοδήποτε από τους διαδίκους. Αίτημα για αποκάλυψη απορρίπτεται όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης. Τέτοια έγγραφα είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν την υπόθεση του, είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, είτε που να μπορούν δίκαια (fairly) να οδηγήσουν στις πιο πάνω συνέπειες και είναι άσχετο με το κατά πόσο μπορούν ή όχι να δοθούν σαν μαρτυρία. Κάθε έγγραφο που μπορεί να ρίξει φως στην υπόθεση είναι σχετικό. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Ο χρόνος που διατάσσεται η αποκάλυψη των εγγράφων δεν προσδιορίζεται περιοριστικά στη Δ.28 αλλά συνήθως γίνεται μετά την ολοκλήρωση των εγγράφων προτάσεων, γιατί τότε διαφαίνονται τα επίδικα θέματα. Είναι σημαντικό για ένα διάδικο να έχει την πρέπουσα αποκάλυψη πριν προχωρήσει στη δίκη". Η αποκάλυψη εγγράφων δυνατόν να είναι είτε γενική βάσει της Δ.28 θ.1 που αντιστοιχεί με την αγγλική διάταξη 0.31 r.12, είτε ειδική βάσει της Δ.28 θ.11 που αντιστοιχεί με την 0.31 r. 19A
(3). Είναι γεγονός πως από τα σχόλια στις 0.31 r.12 και 0.31 r.19A
(3)στο Annual Practice 1958 προκύπτει πως υπάρχει όντως τέτοια εξουσία του δικαστηρίου τόσο εν σχέσει με γενική, όσο και ειδική αποκάλυψη που έχει προηγηθεί. Όπως αναφέρεται στη σελ. 716: "Where the affidavit is insufficient in form a further affidavit will be ordered". Αυτό προκύπτει και από αναφορά στο σύγγραμμα Halsbury' s Laws of England, 4η έκδοση, reissue, Τόμος 37, § 555. Πλην όμως υπάρχουν προϋποθέσεις όπως συνάγεται από το πιο κάτω απόσπασμα στη σελ. 713 του Annual Practice: "Upon Application for Further Affidavit. - (see r. 19A, under which a further affidavit can be ordered as to particular documents.) The Court is not restricted to requiring from a party one affidavit of documents only: it may require another at any time if it is not unreasonable Το suppose . . . ., from certain sources . . . . or there is a reasonable probability or presumption or ground for suspicion derived from such sources that he has other relevant documents in his possession . . . . if, for example, he has excluded documents under a misconception of the case". Συνεπώς θα πρέπει είτε να μην είναι παράλογο να υποτεθεί με βάση τις συγκεκριμένες πηγές (certain sources), είτε να υπάρχει εύλογη πιθανότητα ή τεκμήριο ή υπόβαθρο για υποψία προερχόμενη από τις εν λόγω πηγές ότι υπάρχουν και άλλα σχετικά έγγραφα στην κατοχή κάποιου. Εάν δεν καταδειχθεί με αυτό τον τρόπο ότι η αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης είναι ανεπαρκής δεν διατάσσεται Περαιτέρω ένορκη Δήλωση απκάλυψης (Further Affidavit). Ως πηγές εννοούνται η αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης, τα αναφερόμενα σ' αυτήν έγγραφα, τα τυχόν προσκομισθέντα έγγραφα και τα δικόγραφα. Στο Annual Practice, σελ. 725 αναφέρεται επίσης πως μια εκ πρώτης όψεως περίπτωση σχετικότητας και κατοχής των εγγράφων είναι αρκετή για να επιτραπεί το διάταγμα ("A prima facie case of relevancy and possession of the documents is sufficient to entitle the applicant to the order"). Στην ίδια περικοπή και ειδικά εν σχέσει με την 0.31 r.12 (Δ.28 θ.2) αναφέρεται ότι: "A further affidavit may be ordered under r.12, supra, on an application without an affidavit in support, but under r.12 only when the Court is clearly satisfied from particular sources that the assertions in the affidavit of documents are untrue or cannot be accepted." Το Δικαστήριο στη βάση της Δ.28 θ.11 έχει τη δυνατότητα να διατάξει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων υπό το φως των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης (βλ. Annual Practice του 1958, σελ. 713, 714 και 716). Το Δικαστήριο στην περίπτωση αυτή προτού προβεί σε διαταγή για περαιτέρω αποκάλυψη εξετάζει κατά πόσο η αποκάλυψη εξυπηρετεί τους σκοπούς δίκαιης δίκης ή απλά αποσκοπεί στην καθυστέρηση της διαδικασίας. H Δ.28 θ.11, υπήρξε αντικείμενο εξέτασης, μεταξύ άλλων θεμάτων, στην υπόθεση Τ.Β.F (Cyprus) Ltd κ.α. ν. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας κ.α.
(2001)ΑΑΔ 153 όπου στις σελίδες 158 και 159 αναφέρθηκαν τα εξής: «O δικαστής είπε στο προκείμενο ότι είναι άλλοι οι στόχοι της Δ.28 θ.11. Η άποψη του, με λίγα λόγια, είναι ότι ο θ.11 χρησιμοποιείται εφόσο η προηγηθείσα διαταγή για γενική αποκάλυψη δεν απέληξε στην αποκάλυψη και συγκεκριμένων εγγράφων που, με έρεισμα πλέον το θ.11, μπορεί ο διάδικος να ζητήσει για να ολοκληρωθεί η διαδικασία. Επικροτούμε αυτή την προσέγγιση. Η Δ.28 θ.11 ταυτίζεται με την αγγλική Δ.19 Α
(3). Από τα παρακάτω αποσπάσματα της απόφασης του Tomlin Δ., στην Astra-Nat Production v. Neo-Art Productions
(1928)W.N. 218, διαφαίνεται ο σκοπός της διάταξης και παράλληλα η κοινή αντιμετώπιση: ´´The present application was one under Order XXXI, rule 19 A
(3), which gave power to the Court to order discovery of a particular document or class of documents where a prima facie case was made out that the original affidavit of documents of the party against whom the application was made was insufficient.´´ ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... .... In his Lordship´s opinion, upon a application under the Order and rule, it was necessary for the applicant to displace the oath of the party on the other side, at any rate to this extent, by making a prima facie case that there were in existence some documents which were relevant to the matters in issue in the action which had not been included in the other party´s affidavit of documents``. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ Το Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση αίτηση, έχοντας υπ΄ όψη τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων, το ιστορικό της παρούσας διαδικασίας και ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια, κρίνει ότι η αίτηση είναι βάσιμη. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου το γεγονός ότι η αίτηση καταχωρήθηκε 4 χρόνια μετά την αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων, πλην όμως από την στιγμή που γίνεται αναφορά ότι τα εν λόγω έγγραφα αναφέρονται εμμέσως σε ήδη αποκαλυφθέν έγγραφο, εν τούτοις από την στιγμή που οι εναγόμενοι αναφέρουν ότι τα εν λόγω έγγραφα είναι αυτά που έχει στηριχθεί ο εκτιμητής για την ετοιμασία της εκτίμησης του η οποία ήδη έχει αποκαλυφθεί, διαπιστώνεται μια σχετικότητα και διασύνδεση με τα επίδικα ζητήματα και η αρχική στάση των εναγομένων με βάση την οποία θεωρούσαν μη σκόπιμη την συμπερίληψη τους στην αρχική ένορκη δήλωση, επιδρά αναπόφευκτα στην ανάλογη επιδίκαση εξόδων υπέρ των εναγόντων, δεν επιδρά όμως στην κρίση του Δικαστηρίου έτσι ώστε να απορρίψει την αίτηση, διότι τα εν λόγω έγγραφα από την στιγμή που διασυνδέονται με ήδη αποκαλυφθέν έγγραφο που σχετίζεται με τα επίδικα γεγονότα, διαπιστώνεται σχετικότητα των εγγράφων με την έννοια που αποδίδεται στον όρο σχετικότητα και που αναφέρθηκε ήδη ανωτέρω. Το ότι γίνεται αναφορά σε μη δικογράφηση των εν λόγω εγγράφων, την αποδεικτική βαρύτητα αυτών, την αποδεκτότητα τους, αλλά και σε θέματα διαδικασίας, αυτά δεν δύνανται να στοιχειοθετήσουν βάσιμους λόγους ένστασης, διότι όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, αυτό που έχει βαρύνουσα σημασία είναι η σχετικότητα των εγγράφων, πράγμα που διαπιστώθηκε ήδη και σχετικά είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες οι οποίες μπορεί να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη είτε να προωθήσει την υπόθεσή του είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του ή να οδηγήσουν στις πιο πάνω συνέπειες, άμεσα ή έμμεσα, ανεξάρτητα αν μπορούν ή όχι να δοθούν ως μαρτυρία. (βλ. μεταξύ άλλων Halsbury's Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 12, σελ. 2-34, The Annual Practice 1956, σελ. 516 επ., National Bank of Greece S.A. v. Paraskevas Mitsides Debtor and another
(1962)C.L.R. 40, Nissho Iwai Corporation and others v. Lizard Shipping Company Ltd
(1991)1 A.A.Δ. 31, Lagos Ltd. v. Πλοίου FT Zolotets κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 600, G.A.P. Navig. Ltd v. Merzario Marrittima SRL
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1624, Τηλλυρή ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2271), αλλά και επειδή ως αναφέρθηκε ανωτέρων η ένορκη αποκάλυψη εγγράφων δεν περιορίζεται σε έγγραφα που μπορεί να είναι αποδεκτά ως μαρτυρία. (βλ. σχετικά Compagnie Financiere v. Peruvian Guano Co.
(1882)11 Q.B.D. 62, 63, O' Rourke v. Darbishire
(1920)A.C. 581, 630). Υπάρχει άλλωστε και η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου, ως πιο πάνω αναφέρθηκε, να εκδώσει το ανάλογο Διάταγμα για περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η αίτηση κρίνεται ως βάσιμη και η ένσταση ως αβάσιμη και συνακόλουθα εκδίδεται Διάταγμα ως το Α της αίτησης, πλην όμως τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ εναγόντων καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον των εναγομένων αιτητών, ως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας, λόγω του ότι θα ήταν άδικο να επιβραβευθεί η αλλαγή στάσης και αξιολόγησης των εναγομένων ως προς την σχετικότητα των εγγράφων και το σκόπιμο της συμπερίληψης τους στην αρχική τους ένορκη αποκάλυψη εγγράφων. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο