← Κύπρος

Gerd Jakob ν. Ivan Ivanovich Mazur, Αρ. Αγωγής 588/14, 21/3/2016

Gerd Jakob ν. Ivan Ivanovich Mazur, Αρ. Αγωγής 588/14, 21/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A129 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 588/14 Μεταξύ: Gerd Jakob Ενάγοντα -και- Ivan Ivanovich Mazur Εναγομένου ------------------------ Αίτηση ημερ. 13.11.2015 για αναστολή εκτέλεσης απόφασης 21 Μαρτίου 2016 Για ενάγοντα-αιτητή: κ. Μ. Κυριακίδης με κα Μ. Λοίζου για Χάρης Κυρακίδης ΔΕΠΕ και Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σία ΔΕΠΕ (κα Π. Κτίστη ν' ακούσει απόφαση) Για παρεμβαίνοντες-καθ' ων η αίτηση: κ. Χ. Χριστοφόρου με κα Παπαγεωργίου για Ανδρέας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ (κα Α. Παπαγεωργίου ν' ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ο ενάγων-αιτητής επιδιώκει την αναστολή εκτέλεσης της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 7.10.2015 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή, μέχρι την πλήρη εκδίκαση της Έφεσης του που καταχωρήθηκε εναντίον της απόφασης. Η νομική βάση της αίτησης είναι η Δ.35, θ.θ.18 και 19, Δ.48 θ.θ.1-4, 8 και 9 και Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, τα άρθρα 31, 32 και 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου, τα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, το άρθρο 30 του Συντάγματος, οι αρχές του Κοινοδικαίου και της Επιείκειας, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και οι συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Γεωργίας Δημητρίου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον ενάγοντα-αιτητή, ημερομηνίας 13.11.

  1. Στην ένορκη της δήλωση η Δημητρίου αναφέρεται στο ιστορικό της υπόθεσης που κατέληξε στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 7.10.2015 με την οποία εγκρίθηκε η αίτηση των παρεμβαινόντων-καθ' ων η αίτηση και αποδεσμεύθηκαν περιουσιακά στοιχεία που αφορούσαν στο διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 6.3.2014, εναντίον της οποίας στις 21.10.2015 καταχωρήθηκε έφεση από μέρους του ενάγοντα-αιτητή η οποία εκκρεμεί. Είναι της άποψης ότι μετά την απόφαση ημερομηνίας 7.10.2015 οι παρεμβαίνοντες μπορούν οποτεδήποτε να προβούν σε αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων που αποδεσμεύθηκαν με την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 7.10.2015, γεγονός που θα καταστήσει άνευ αντικειμένου την επιτυχία της έφεσης του. Ο κίνδυνος είναι εμφανής έχοντας κατά νουν και το γεγονός ότι οι παρεμβαίνοντες είναι κάτοικοι εκτός Κύπρου. Σ' όσον αφορά την επιτυχία της έφεσης είναι εισήγηση της ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας και υπάρχουν συζητήσιμοι λόγοι προς ανατροπή της απόφασης του Δικαστηρίου, εναντίον της οποίας ασκήθηκε η έφεση. Καταλήγοντας ισχυρίζεται ότι σε περίπτωση αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων που εξαιρέθηκαν από το διάταγμα ημερομηνίας 6.3.2014 από πλευράς των παρεμβαινόντων, υπάρχει ορατός ο κίνδυνος οι παρεμβαίνοντες να μην είναι σε θέση να προβούν στην επιστροφή των περιουσιακών τους στοιχείων τα οποία κατά πάσα πιθανότητα θα έχουν αποξενωθεί.. Από την άλλη δεν υπάρχει καμιά ένδειξη ως προς την φερεγγυότητα των παρεμβαινόντων, με αποτέλεσμα να καταστεί αδύνατη η διασφάλιση της μελλοντικής επιστροφής των χρημάτων που θα αναγκαστεί να καταβάλει άμεσα ο αιτητής. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των καθ' ων η αίτηση 1 - 7 της οποίας η νομική βάση είναι περίπου η ίδια με εκείνη της αίτησης. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλονται είναι οι εξής: «
  2. Η υπό κρίση Αίτηση στερείται νομικού ερείσματος και/ή δεν συμμορφώνεται με τους σχετικούς Νόμους και/ή διαδικαστικούς κανονισμούς και/ή τη Νομολογία.
  3. Το αιτούμενο διάταγμα αναστολής είναι ανέφικτο καθότι η ενδιάμεση απόφαση της οποίας επιδιώκεται η αναστολή με την υπό κρίση Αίτηση δεν θέτει οποιαδήποτε υποχρέωση ούτε επιβάλλει οποιοδήποτε καθήκον, το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο διαταγής δυνάμει της Δ.35 θ.
  4. Δεν πληρούνται και/ή δεν συντρέχουν οι λόγοι και προϋποθέσεις και/ή οι παράγοντες και/ή οι εξαιρετικές περιστάσεις που καθορίζει η Νομολογία για την έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου.
  5. Η υπό κρίση Αίτηση παραβιάζει την αρχή της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων και ουσιαστικά καλείται το παρόν Δικαστήριο να ενεργήσει ως εφετείο του εαυτού του.
  6. Δεν υφίστανται ικανοποιητικές και/ή αποτελεσματικές εγγυήσεις που θα μπορούσε να παράσχει ο Αιτητής σε περίπτωση έγκρισης του Διατάγματος.
  7. Ο Αιτητής δεν έχει αποδείξει διά της υπό κρίση Αίτησης καθώς και το υποστηρικτικό υλικό αυτής, ότι η Έφεση του έχει προοπτικές επιτυχίας και εν πάση περίπτωση οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι ανύπαρκτες.
  8. Η Ένορκη Δήλωση, η οποία υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση στηρίζεται σε ανακρίβειες με σκοπό να αποπροσανατολίσει το Δικαστήριο ως προς την έγκριση της Αίτησης και εν πάση περίπτωση το περιεχόμενο της δεν είναι τέτοιο που να ικανοποιεί και/ή δικαιολογεί την έγκριση της αίτησης.
  9. Ο Αιτητής απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που έφερε και/ή απέτυχε να αποδείξει ότι η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις.
  10. Ο Αιτητής κωλύεται από τη συμπεριφορά του να εξαιτείται θεραπείες ως η αίτηση και εν πάση περίπτωση η υπό κρίση Αίτηση είναι ενοχλητική, κακόπιστη, καταχρηστική και σκοπεί στην αναβίωση ενός διατάγματος ή μέρους αυτού για αλλότριους σκοπούς.
  11. Η Αγωγή δεν στρέφεται εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση και ο Αιτητής τελεί σαφέστατα υπό πλάνη σε σχέση με την απαίτηση του και τις θεραπείες που δύναται το παρόν Δικαστήριο να του δώσει σε περίπτωση επιτυχίας του στην αγωγή.
  12. Υπό τις περιστάσεις η αίτηση καταχωρήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση.
  13. Τυχόν έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος θα πλήξει την ορθή και απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και θα αφαιρέσει κάθε αξία από την απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 7/10/
  14. Υπό τις περιστάσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια εις βάρος της υπό κρίση Αίτησης και να την απορρίψει με έξοδα εναντίον των Αιτητών και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.» Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Χριστιάνας Αχιλλέως, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση- παρεμβαίνοντες 1-
  15. Στην ένορκη της δήλωση η Αχιλλέως ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης παραθέτοντας περισσότερα στοιχεία. Τονίζει το γεγονός ότι τα περιουσιακά στοιχεία που εξαιρέθηκαν του διατάγματος ημερομηνίας 6.3.2014 δεν ανήκουν στον εναγόμενο, αλλά στους καθ' ων η αίτηση, γεγονός που και ο ίδιος ο αιτητής αναφέρει στην ένορκη δήλωση του που συνόδευε την αίτηση του για έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Προτάσσει ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν είναι διάδικοι στην παρούσα Αγωγή αλλ' απλώς παρέμβησαν στη διαδικασία, εφόσον με το προσωρινό διάταγμα δεσμεύθηκε δική τους περιουσία χωρίς ο αιτητής να έχει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους. Καταλήγοντας εισηγείται την απόρριψη της αίτησης κυρίως γιατί η έφεση του αιτητή δεν έχει πιθανότητα επιτυχίας. Επίσης γιατί η αίτηση υποβλήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση ενώ απεκρύβησαν ουσιαστικά γεγονότα, όπως ότι δύο μέρες πριν την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 7.10.2015 ο αιτητής καταχώρισε αγωγή στο Ηνωμένο Βασίλειο εναντίον του γιού του εναγόμενου (παρεμβαίνοντα Αρ.1), της Normania Properties Ltd (παρεμβαίνουσας Αρ.7) και της Virtus Trust Ltd ζητώντας μεταξύ άλλων δηλωτικές αποφάσεις για δόλιες μεταβιβάσεις και προσωρινά διατάγματα παγοποίησης της περιουσίας που αποδεσμεύτηκε με την απόφαση ημερομηνίας 7.10.
  16. Προτού προχωρήσω με την εξέταση της ουσίας της αίτησης κρίνω ορθό όπως παραθέσω πολύ συνοπτικά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε η απόφαση, της οποίας ζητείται η αναστολή εκτέλεσης με την υπό κρίση αίτηση. Στις 6.3.2014 το Δικαστήριο εξέδωσε αριθμό προσωρινών διαταγμάτων εναντίον του εναγόμενου και υπέρ του αιτητή μεταξύ των οποίων και διάταγμα που του απαγορεύετο η αποξένωση και/ή επιβάρυνση αριθμού ακινήτων και άλλων περιουσιακών στοιχείων μέχρι της τελικής εκδίκασης της Αγωγής. Στις 9.12.2014 οι παρεμβαίνοντες-καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν αίτηση με την οποία ζητούσαν άδεια να παρέμβουν στη διαδικασία. Το Δικαστήριο με την απόφαση του ημερομηνίας 6.3.2015 ενέκρινε την αίτηση τους δίνοντας τους το δικαίωμα να παρέμβουν στη διαδικασία για να λάβουν μέτρα για τροποποίηση των διαταγμάτων που επηρεάζουν τα περιουσιακά συμφέροντα τους, εφόσον διατείνοντο ότι δεσμεύτηκε και δική τους περιουσία με την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 6.3.
  17. Ως αποτέλεσμα της επιτυχίας της αίτησης τους ημερομηνίας 9.12.2014, στις 7.4.2015 οι παρεμβαίνοντες-καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν αίτηση με την οποία αιτούντο την τροποποίηση και/ή διαφοροποίηση και/ή αναθεώρηση του ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 6.3.2014 με τη διαγραφή και/ή απάλειψη αριθμού ακινήτων και άλλων περιουσιακών στοιχείων που αφορούσαν στο διάταγμα. Κατόπιν ακρόασης το Δικαστήριο στις 7.10.2015 εξέδωσε την επιφυλαχθείσα απόφαση του με την οποία ενέκρινε την αίτηση και εξέδωσε σχετικό διάταγμα. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της Δημητρίου, που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, καταχωρήθηκε από πλευράς ενάγοντα-αιτητή έφεση εναντίον της απόφασης η οποία εκκρεμεί. Οι δικηγόροι των δυο πλευρών καταχώρισαν γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων τους παραπέμποντας σε νομολογία. Ιδιαίτερη αναφορά στις επί μέρους εισηγήσεις τους θα γίνεται στα κατάλληλα σημεία. Η αίτηση βασίζεται κυρίως στη Δ.35 θ.18 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών στην οποία προνοείται η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος αναστολής εκτέλεσης απόφασης εκκρεμούσης έφεσης, καθώς και στο άρθρο 47 του Νόμου 14/60 που επίσης προνοεί για τη δυνατότητα αναστολής εκτέλεσης απόφασης. Σ' αυτή τη νομική βάση περιορίστηκε στη γραπτή του αγόρευση ο δικηγόρος του αιτητή για υποστήριξη της αίτησης του πελάτη του. Στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Α. Panayides Contracting Ltd

(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1978 έχουν συνοψιστεί οι αρχές που διέπουν το θέμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης που είναι οι εξής στη σελ. 1982: "Oι αρχές οι οποίες διέπουν το θέμα εκπηγάζουν από τη νομολογία και μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: (α) Η απόφαση για αναστολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας γίνεται στο πλαίσιο της Διαταγής 35 καν.18 και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. (β) Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης, ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία, παραμένει ισχυρή και διατηρεί τη τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. Έπεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται του καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη όμως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της έφεσης. Το Δικαστήριο, κατά την εξέταση αίτησης για αναστολή εκτέλεσης απόφασης, έχει καθήκον να εξισορροπήσει δύο σημαντικούς παράγοντες, ήτοι, τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης από τη μια και τη διασφάλιση της αξίας και του αποτελέσματος της έφεσης από την άλλη. Στην The Governor and the Company of the Bank of Scotland v. S.S. Sapphire Seas
(2001)1 A.A.Δ. 955, ειπώθηκαν τα εξής: «Στην περίπτωση των αναστολών γίνεται προσπάθεια εξισορρόπησης δύο παραγόντων: Να δρέψει άμεσα ο νικητής του δικαστικού αγώνα τους καρπούς της επιτυχίας του και να μην μείνει ο άλλος, αν νικήσει, με κενά χέρια. Σ΄ αυτό το πλαίσιο κινείται η άσκηση της διακριτικής μας εξουσίας.» Εφόσον κριθεί ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση διαταγής για την αναστολή της εκτέλεσης, το δικαστήριο έχει καθήκον να επιλέξει τους κατάλληλους για την περίπτωση όρους για να τεθεί σε ισχύ η διαταγή της αναστολής. Εναπόκειται επομένως στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η επιλογή των όρων που θα τεθούν προκειμένου να επιφέρουν την εξισορρόπηση των συγκρουομένων δικαιωμάτων μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης.» Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν και στην υπόθεση Penderhil Holdings Limited κ.ά. v. Kλουκινά κ.ά.
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1921 όπου τονίστηκε επίσης ότι μεταξύ των κριτηρίων που λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας είναι και οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης αλλά αυτές είναι μόνο οριακής σημασίας. Ένας από τους λόγους ένστασης είναι ότι η έφεση εναντίον της απόφασης ημερομηνίας 7.10.2015 δεν έχει σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας. Στο φάκελο της παρούσας υπόθεσης εντοπίζεται η ίδια η ειδοποίηση έφεσης ως ένα από τα τεκμήρια που επισυνάφθηκαν στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, στα πλαίσια της οποίας καταγράφονται και επεξηγούνται δύο λόγοι έφεσης. Ο μεν ένας από τους λόγους αφορά στα ονόματα του εναγόμενου και του γιού του (παρεμβαίνοντα Αρ.1) και ο άλλος στο συμφέρον του εναγόμενου επί ενός ακινήτου που περιλαμβάνεται στα ακίνητα που εξαιρέθηκαν του προσωρινού διατάγματος. Από μια ανάγνωση των λόγων έφεσης το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί μετά βεβαιότητας σε πρόγνωση για την επιτυχία ή την αποτυχία της έφεσης. Η τύχη της έφεσης θα κριθεί ενώπιον του Εφετείου. Άλλος λόγος ένστασης στον οποίο δόθηκε έμφαση στη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου των καθ' ων η αίτηση, είναι ότι οι πρόνοιες της Δ.35 θ.18 δεν εφαρμόζονται στα γεγονότα της παρούσας περίπτωσης εφόσον η απόφαση, αντικείμενο της έφεσης, δεν πληροί τις απαραίτητες προϋποθέσεις της εν λόγω διαταγής δηλαδή να επιβάλλει οποιαδήποτε θετική υποχρέωση, ενέργεια ή καθήκον. Σχετική με το θέμα είναι η υπόθεση Δημητρούδης ν. Λουγκρίδη
(2011)1(Α) Α.Α.Δ. 687 της οποίας αντικείμενο εξέτασης ήταν αίτημα για αναστολή εκτέλεσης ενδιάμεσης απόφασης, στην οποία αναφέρθησαν τα εξής στις σελ. 695-696: «Όπου όμως δεν υπάρχει οτιδήποτε προς εκτέλεση από τη διαταγή του Δικαστηρίου, όπως στην περίπτωση καταδικαστικής απόφασης για αστική παρακοή διατάγματος, όπως ήταν το αντικείμενο στην Aftomata Eleourgia - πιο πάνω - τότε δεν δίνεται εξουσία αναστολής. Κρίθηκε ότι η Δ.35, θ.18, δεν αποτελεί υποκατάστατο ή εναλλακτικό μέσο θεραπείας προνομιακού εντάλματος τύπου «prohibition» εκδιδόμενο μάλιστα από Δικαστήριο ίδιας δικαιοδοσίας, (δέστε ως προς την πτυχή αυτή και την απόφαση της Ολομέλειας στην Εμπεδοκλή κ.ά. (Aρ. 3)
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 529). Παρομοίως, στη Λαϊκή Kυπριακή Tράπεζα (Xρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Λύρα κ.ά. (Αρ. 1)
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1384, κρίθηκε ότι το αντικείμενο της αναστολής δυνάμει της Δ.35, θ.18, είναι «..... η υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την απόφαση, και όχι η παγοποίηση ή ο προσωρινός παραμερισμός της απόφασης η οποία εφεσιβάλλεται». Αντικείμενο της επιδίωξης αναστολής σε εκείνη την υπόθεση ήταν η ακύρωση διατάγματος τριτοδιαδίκου. Στη μεταγενέστερη απόφαση στη Marfin Popular Bank Public Co. Ltd v. Telec Logistic Company Ltd κ.ά.
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 764, επιβεβαιώθηκε εκ νέου η ως άνω αρχή με εποδοκιμαστική αναφορά στη Λαϊκή Kυπριακή Tράπεζα (Xρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Λύρας κ.ά. (Αρ. 1) - ανωτέρω - και πάλι σε σχέση με διαδικασία ακύρωσης διατάγματος τριτοδιάδικου πρωτοδίκως. Γενικά το αντικείμενο της αναστολής συναρτάται προς ορισμένη θετική ενέργεια, υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την εφεσιβαλλόμενη απόφαση. Στην In re E.S. (an Infant)
(1986)1 C.L.R. 119, όπου αίτηση προς αναστολή περαιτέρω διαδικασίας ενόψει άρνησης του Δικαστηρίου να διατάξει τον διάδικο και το παιδί του να υποβληθούν σε αιματολογικό έλεγχο, απορρίφθηκε τόσο πρωτοδίκως, όσο και ενώπιον του Εφετείου, λέχθηκε ότι δεν υπήρχε λόγος διεύρυνσης της εμβέλειας της Δ.35, θ.18, η οποία περιορίζεται στην αναστολή θεμάτων συναρτωμένων προς την εκτέλεση απόφασης ή διαταγής του Δικαστηρίου ή της διαδικασίας, συναρτώμενης όμως με διαδικασίες που είναι μόνο παρεμφερείς της απόφασης υποκείμενης σε έφεση, όπως διαδικασίες μεσεγγύησης. Αυτό υπό το φως και της αντίστοιχης παλαιάς O.58, r.12 των Αγγλικών Θεσμών, στο r.12
(1)(b) του οποίου αναφερόταν ότι «no intermediate act or proceeding shall be invalidated by an appeal». Για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση αίτησης και του πιο πάνω λόγου ένστασης έχω μελετήσει όλες τις θέσεις των δυο πλευρών, όπως διαγράφονται στις γραπτές αγορεύσεις των δικηγόρων τους, σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης, εφόσον αυτά διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Κατά πρώτο θα πρέπει να διευκρινιστεί το αντικείμενο της αναστολής που είναι η ίδια η απόφαση ημερομηνίας 7.10.2015 με την οποία έχει ακυρωθεί και τερματιστεί η ισχύς του προσωρινού διατάγματος σε σχέση με συγκεκριμένα ακίνητα και άλλη περιουσία, για τους λόγους που αναφέρονται στην απόφαση. Με την αίτηση ουσιαστικά ο αιτητής καλεί το Δικαστήριο να παράσχει νέα θεραπεία η οποία θα επαναφέρει την ισχύ του προσωρινού διατάγματος για τη συγκεκριμένη περιουσία όχι μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής αλλά μέχρι την εκδίκαση και πλήρη αποπεράτωση της έφεσης που ασκήθηκε με την οποία προσβάλλεται η ορθότητα της ακυρωτικής απόφασης, δηλαδή για αόριστο χρόνο. Τέτοια εξουσία δεν θα πρέπει να ασκείται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις κατά τις οποίες καταδεικνύεται όχι απλά ότι θα δικαιολογείτο η αναστολή εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης, αλλά μόνο εκεί όπου καταδεικνύεται ή έχει μεσολαβήσει ή αποκαλυφθεί τέτοια κατάσταση πραγμάτων, ώστε να υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο ανατροπής της ακυρωτικής απόφασης και η ύπαρξη σοβαρών επιπτώσεων από τη μη απόδοση θεραπείας (βλ. Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1816, 1829). Το αντικείμενο της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου στη βάση της Δ.35 θ.18, σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία, είναι η αναστολή θετικής υποχρέωσης ή καθήκοντος το οποίο επιβάλλεται από την απόφαση που εφεσιβάλλεται. Η απόφαση του Δικαστηρίου στην παρούσα περίπτωση δεν επέβαλλε οποιαδήποτε θετική ενέργεια, υποχρέωση ή καθήκον σε οποιοδήποτε από τα μέρη της διαδικασίας που θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο διατάγματος σύμφωνα με τη Δ.35 θ.
  1. Απλά προέβαινε σε ακύρωση και/ή αναθεώρηση του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 6.3.2014 με την εξαίρεση συγκεκριμένης περιουσίας από το διάταγμα, που δεν ανήκε στον εναγόμενο αλλά στους παρεμβαίνοντες-καθ' ων η αίτηση. Το κατά πόσο η αναστολή είναι δυνατή συναρτάται με το αντικείμενο της. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων ουσιαστικά με την αίτηση επιδιώκεται ο προσωρινός παραμερισμός της απόφασης που εφεσιβάλλεται, που βρίσκεται εκτός των πλαισίων της Δ.35 θ.
  2. Ένα από τα κύρια επιχειρήματα του αιτητή για υποστήριξη της αίτησης του είναι πως τυχόν άρνηση του αιτήματος για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 7.10.2015 θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε μια μη αναστρέψιμη ουσιαστικά κατάσταση, εφόσον υπάρχει ο κίνδυνος οι καθ' ων η αίτηση να προβούν σε αποξένωση των περιουσιακών τους στοιχείων, ενώ δεν έχουν παρουσιάσει μαρτυρία κατά πόσο είναι φερέγγυοι. Η θέση αυτή ασφαλώς ενέχει σημασία στην περίπτωση που οι παρεμβαίνοντες-καθ' ων η αίτηση είναι εναγόμενοι στην παρούσα Αγωγή, που δεν είναι η περίπτωση. εφόσον απλά τους δόθηκε άδεια να παρέμβουν με μοναδικό σκοπό να αιτηθούν εξαίρεση από το προσωρινό διάταγμα αριθμού ακινήτων και άλλης περιουσίας που δεν ανήκει στον εναγόμενο αλλά στους ίδιους, όπως και έπραξαν. Έχω εξετάσει και τη θέση του δικηγόρου του αιτητή στην αγόρευση του ότι δικαιολογείται η αναστολή ενόψει της εξαιρετικής φύσης της περίπτωσης. Δεν έχω εντοπίσει κανένα στοιχείο που να κατατάσσει την περίπτωση στις εξαιρετικές. Από την άλλη δεν παρουσιάστηκε οτιδήποτε από πλευράς του αιτητή ότι προέκυψε κάτι καινούργιο ή μια άλλη κατάσταση πραγμάτων σ' όσον αφορά στην κυριότητα της περιουσίας που εξαιρέθηκε από το προσωρινό διάταγμα με την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 7.10.2015, που να δημιουργεί σοβαρό ενδεχόμενο ανατροπής της απόφασης. Αντίθετα είναι η θέση της Αχιλλέως στην ένορκη δήλωση της που συνοδεύει την ένσταση ότι στις 5.10.2015, δηλαδή δύο μέρες πριν την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 7.10.2015, ο αιτητής καταχώρησε Αγωγή ενώπιον του High Court of Justice στο Ηνωμένο Βασίλειο εναντίον του εναγόμενου στην παρούσα Αγωγή, του γιού του (Παρεμβαίνοντα Αρ.1), της Παρεμβαίνουσας Αρ.7 και μιας άλλης εταιρείας για δόλιες μεταβιβάσεις των περιουσιακών στοιχείων που αποδεσμεύτηκαν με την απόφαση ημερομηνίας 7.10.
  3. Αντίγραφο της Αγωγής κατέθεσε ως Τεκμ.4 στην ένορκη δήλωση της. Στα πλαίσια δε της Αγωγής αυτής ζητείται και προσωρινό διάταγμα παγοποίησης της εν λόγω περιουσίας. Τα γεγονότα αυτά δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς αιτητή μέσω αντεξέτασης της ενόρκως δηλούσης ή καταχώρησης απαντητικής ένορκης δήλωσης. Υπό το φως όλων των πιο πάνω είναι κατάληξη μου ότι δεν δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 7.10.2015 στη βάση της Δ.35 θ.18 ή του άρθρου 47 του Ν.14/
  4. Ενόψει της κατάληξης μου αυτής κρίνω περιττή την εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης. Κατά συνέπεια η αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 7.10.2015 θα πρέπει να απορριφθεί όπως και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση-παρεμβαινόντων και εναντίον του ενάγοντα-αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για αναστολή εκτέλεσης απόφασης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.