← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ανδρέας Διονυσίου κ.α., Αρ. Αγωγής 2433/09, 31/3/2016

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ανδρέας Διονυσίου κ.α., Αρ. Αγωγής 2433/09, 31/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A153 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2433/09 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από τη Λευκωσία Εναγόντων και

  1. Ανδρέας Διονυσίου, από τη Λεμεσό
  2. Ανδρέας Διονυσίου υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Άντρης Διονυσίου, από τη Λεμεσό
  3. Μυριάνθη Διονυσίου Μενελάου υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιωσάσης Άντρης Διονυσίου από τη Λεμεσό Εναγομένων ----------------------------- Ημερομηνία: 31 Μαρτίου, 2016 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: Η κα Χάρις Αγαπίου για CHRYSSES DEMETRIADES & CO. LLC Για τους Εναγόμενους: Ο κ. Κ. Αριστείδου για ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ & ΣΙΑ Α Π Ο Φ Α Σ Η Αποτελεί κοινό έδαφος και για τις δύο πλευρές ότι οι ενάγοντες ήσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο και εξακολουθούν να είναι τραπεζίτες και ότι διεξάγουν τραπεζικές εργασίες σ' ολόκληρη την Κύπρο. Οι ενάγοντες αξιώνουν από όλους τους εναγόμενους (οι εναγόμενοι 2 και 3 ενάγονται υπό την ιδιότητα τους ως διαχειριστές της περιουσίας της Άντρης Διονυσίου) αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, την πληρωμή του ποσού των €240.440,21 με τόκο προς 9% επί ποσού €238.295,55 από 6.2.2009 μέχρι εξόφλησης, κεφαλαιοποιημένου του τόκου κάθε έξι

(6)μήνες, πλέον έξοδα. Περαιτέρω αξιώνουν και διάταγμα το οποίο να διατάσσει την εκποίηση της Υποθήκης Υ3566/95 και την πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό του ακινήτου που καλύπτεται από αυτήν και την διάθεση του εκπλειστηριάσματος προς ικανοποίηση της αξίωσης τους. Έρεισμα για τις αξιώσεις των εναγόντων αποτελεί η παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων προς τον εναγόμενο 1 και την σύζυγο του Άντρη Διονυσίου (στο εξής θα αναφέρεται ως η αποβιώσασα). Στην Έκθεση Απαίτησης δικογραφούνται τα εξής: Τον Μάιο του 1995 οι ενάγοντες παραχώρησαν στον εναγόμενο 1 και στην αποβιώσασα, πιστωτικές διευκολύνσεις ύψους Λ.Κ.40.000.- (€68.344.-) υπό μορφή τρεχούμενου λογαριασμού, στη βάση γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 22.5.1995. Ανοίχθηκε ο λογαριασμός με αρ. 0331-11-027507. Βάσει της ίδιας συμφωνίας τους παραχωρήθηκε επίσης στις 30.7.1998, δάνειο ύψους Λ.Κ.25.000.- (€42.715,04.-) το οποίο θα αποπληρώνετο σε 61 μήνες με μηνιαίες δόσεις (60 δόσεις) των Λ.Κ.500.- (€854,30.-) έκαστη και με έναρξη πληρωμής ένα
(1)μήνα μετά την χορήγηση του δανείου. Επ' ονόματι του εναγόμενου 1 και της αποβιωσάσης ανοίχθηκε ο λογαριασμός δανείου με αρ. 0331-13-032869. Η συμφωνία ημερομηνίας 22.5.1995, προέβλεπε πως το επιτόκιο με το οποίο θα χρεώνοντο οι προρηθείσες τραπεζικές διευκολύνσεις θα ανήρχετο στο 8.5% ετησίως επί των ημερήσιων χρεωστικών υπολοίπων, κεφαλαιοποιημένου του τόκου στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Οι ενάγοντες θα είχαν το δικαίωμα να αυξομειώνουν το ποσοστό επιτοκίου οποτεδήποτε ήθελαν οι ίδιοι αποφασίσει. Θα είχαν επίσης το δικαίωμα οποτεδήποτε θελήσουν και χωρίς προειδοποίηση προς τους δανειζόμενους, να τερματίσουν την λειτουργία των λογαριασμών και να αξιώσουν την εξόφληση των οφειλομένων ποσών. Προς εξασφάλιση των εναγόντων και σε αντάλλαγμα των ήδη παραχωρηθέντων τραπεζικών διευκολύνσεων και/ή εκείνων που θα παραχωρούντο προς τον εναγόμενο 1 και την αποβιώσασα, η τελευταία υποθήκευσε (αρ. Υποθήκης Υ.3566/95) όλο το συμφέρον της (1/2 μερίδιο) στο ακίνητο με αρ. εγγραφής Β495, Φ/Σχ. LIV/49.3.ΙV για το ποσό των Λ.Κ.65.000.- (€111.059,09.-) πλέον τόκους προς 8.5% από 19.5.1995 (ημερομηνία εκτέλεσης της υποθήκης) μέχρι εξόφλησης. Η συμφωνία ημερομηνίας 22.5.1995 και η λειτουργία των λογαριασμών τερματίστηκε με σχετικές επιστολές προς τους εναγόμενους ημερομηνίας 20.3.2001, με τις οποίες οι ενάγοντες τους κάλεσαν όπως εντός δεκαπέντε
(15)ημερών εξοφλήσουν τα χρεωστικά υπόλοιπα, γνωστοποιώντας τους πως αυτά θα χρεώνοντο με επιτόκιο προς 11.90% ετησίως. Το οφειλόμενο υπόλοιπο σε σχέση με τον λογαριασμό δανείου με αριθμό 0331-13-032869 (μετέπειτα 0330-22-045445 και νυν 0384-22-002836) είναι €85.410,90.- πλέον τόκο προς 9% ετησίως επί ποσού €84.649,05.- από 6.2.2009 μέχρι εξόφλησης, κεφαλαιοποιημένου του τόκου κάθε έξι
(6)μήνες. Το οφειλόμενο υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού με αριθμό 0331-11-027507 (μετέπειτα 0330-22-045437 και νυν 0384-22-002828) είναι €155.029,31.- πλέον τόκο προς 9% ετησίως επί ποσού €153.646,50.- από 6.2.2009 μέχρι εξόφλησης, κεφαλαιοποιημένου του τόκου κάθε έξι
(6)μήνες. Παρά τις επανειλημμένες ειδοποιήσεις και επιστολές των εναγόντων ημερομηνίας 6.2.2009, οι εναγόμενοι παραλείπουν να ανταποκριθούν. Οι εναγόμενοι στην Έκθεση Υπεράσπισης τους, από την μια αρνούνται τις θέσεις των εναγόντων τους οποίους καλούν σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους και από την άλλη ισχυρίζονται τα ακόλουθα: (α) Ότι ο εναγόμενος 1 και/ή η αποβιώσασα εξόφλησαν το δάνειο. (β) Ότι οι όροι της συμφωνίας ημερομηνίας 22.5.1995 είναι «παράνομοι και/ή αδικαιολόγητοι και/ή καταχρηστικοί και/ή έχουν διατυπωθεί και/ή συνταχθεί και/ή συμπεριληφθεί στη συμφωνία κατά παράβαση της νομοθεσίας που ίσχυε κατά την υπογραφή της, σε σημείο που να μολύνουν την συμφωνία και να την καθιστούν άκυρη και/ή ακυρώσιμη». (γ) Ότι «κατά παράβαση των προνοιών της νομοθεσίας που ίσχυε κατά πάντα ουσιώδη για την αγωγή χρόνο και/ή κατά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας χρέωσαν τα εκάστοτε υπόλοιπα με επιτόκιο 11.90% ετησίως και/ή ότι σε κάθε περίπτωση οι ενάγοντες δεν είχαν δικαίωμα να χρεώσουν επιτόκιο πέραν του 9% ετησίως». (δ) Ότι δεν οφείλουν κανένα ποσό στους ενάγοντες. (ε) Ότι σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι οφείλουν οποιοδήποτε ποσό, είναι η θέση τους πως οι ενάγοντες «αυθαίρετα, παράνομα, αδικαιολόγητα, καταχρηστικά και σε κάθε περίπτωση κατά παράβαση της τότε ισχύουσας νομοθεσίας, επιβάρυναν τους λογαριασμούς του εναγόμενου 1 και της αποβιώσασας με τόκους, ανατοκισμούς, δικαιώματα, έξοδα και/ή οποιεσδήποτε άλλες επιβαρύνσεις και ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο δεν αντιπροσωπεύει το πραγματικό ποσό που τυχόν οφείλεται» και (στ) Ότι οι ενάγοντες «δεν δύνανται να αξιώνουν καθυστερημένους τόκους που υπερβαίνουν το αρχικό χρέος». Για να αποδείξουν την υπόθεση τους οι ενάγοντες κάλεσαν ένα μάρτυρα τον Δαμιανό Τσαγγάρη (Μ.Ε.1) ενώ από πλευράς εναγομένων κατέθεσε ο εναγόμενος 1 Αντρέας Διονυσίου (Μ.Υ.1). Η μαρτυρία του Δαμιανού Τσαγγάρη (Μ.Ε.1), υπαλλήλου των εναγόντων από το 2000 και προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ανάκτησης Χρεών στη Λεμεσό, συνοψίζεται ως εξής: Οι ενάγοντες με απόφαση τους ημερομηνίας 10.5.1995 (Τεκμήριο 1) ενέκριναν το αίτημα του εναγόμενου 1 και της αποβιωσάσης σήμερα συζύγου του, Άντρης Διονυσίου, για παραχώρηση στους τελευταίους, τραπεζικών διευκολύνσεων. Στις 22.5.1995 υπεγράφη μεταξύ των εναγόντων και των προαναφερόμενων προσώπων συμφωνία (Τεκμήριο 2) η οποία καθόριζε τους όρους παραχώρησης των διευκολύνσεων. Συγκεκριμένα ανοίχθηκε τρεχούμενος λογαριασμός με τον αριθμό αρχικά 0331-11-027507, στη συνέχεια 0330-22-045437 και μετέπειτα 0384-22-002228, με πιστωτικό όριο Λ.Κ.40.000.- (€68.344.-). Ο τρεχούμενος λογαριασμός θα χρεωνόταν με τόκο προς 8.5% ετησίως, επί των ημερήσιων χρεωστικών υπολοίπων με δικαίωμα των εναγόντων να αυξήσουν τον τόκο μέσα στα όρια του νόμιμου επιτοκίου που ίσχυε κάθε φορά. Οι ενάγοντες περαιτέρω με απόφαση τους ημερομηνίας 24.7.1998 (Τεκμήριο 3) ενέκριναν το αίτημα του εναγόμενου 1 και της συζύγου του για παραχώρηση σ' αυτούς δανείου ύψους Λ.Κ.25.000.- (€42.715,04.-). Το ποσό του δανείου εκταμιεύθηκε με το Ένταλμα Πληρωμής ημερομηνίας 30.7.1998 (Τεκμήριο 4) από τον λογαριασμό δανείου με αριθμό αρχικά 0331-13-032869, στην συνέχεια 0330-22-045445 και μετέπειτα 0384-22-002836 που ανοίχθηκε επ' ονόματι τους. Το δάνειο θα αποπληρωνόταν με μηνιαίες δόσεις (60 δόσεις) των Λ.Κ.500.- (€854,30.-) η κάθε μία, με έναρξη πληρωμής ένα μήνα μετά την χορήγηση του δανείου που ήταν η 30.7.1998. Ο λογαριασμός δανείου θα χρεωνόταν με το ανώτατο νόμιμο χρεωστικό επιτόκιο που θα ίσχυε από καιρό σε καιρό, το οποίο κατά την 30.7.1998 ήταν 8% τον χρόνο επί των ημερήσιων χρεωστικών υπολοίπων. Προς εξασφάλιση των εναγόντων και σε αντάλλαγμα της παραχώρησης των τραπεζικών διευκολύνσεων, η αποβιώσασα υποθήκευσε το συμφέρον της (1/2 μερίδιο) στο ακίνητο με αρ. εγγραφής Β495, Φ/Σχ. LIV/49.3 IV, ενορία Αποστόλου Πέτρου & Παύλου στη Λεμεσό, με την Υποθήκη 3566/95 (Τεκμήριο 5) για ποσό Λ.Κ.65.000.- (€111.059,09.-) το οποίο θα βαρύνετο με τόκο προς 8.5% ετησίως από 19.5.1995 μέχρι εξόφλησης. Ασκώντας το δικαίωμα που τους παρείχε η Συμφωνία (Τεκμήριο 2) οι ενάγοντες με την επιστολή τους ημερομηνίας 20.3.2001 [Τεκμήριο 6
(1)], προς τον εναγόμενο 1 ως πρωτοφειλέτη αλλά και ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Άντρης Διονυσίου καθώς και προς την εναγόμενη 3 επίσης ως διαχειρίστρια της περιουσίας της ίδιας αποβιωσάσης, τερμάτισαν την λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμού και τους κάλεσαν να εξοφλήσουν εντός προθεσμίας δεκαπέντε
(15)ημερών το χρεωστικό υπόλοιπο που παρουσίαζε ο λογαριασμός. Κατά την ημερομηνία τερματισμού του τρεχουμένου λογαριασμού (20.3.2001) αυτός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο Λ.Κ.53.046,39.- με τόκο προς 9% επί ποσού Λ.Κ.44.221,64.-. Το ίδιο έπραξαν και για τον λογαριασμό του δανείου. Απέστειλαν την επιστολή της ίδιας ημερομηνίας [Τεκμήριο 6
(2)] με την οποία τους καλούσαν όπως επίσης εξοφλήσουν εντός δεκαπέντε
(15)ημερών το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου. Κατά την ημερομηνία τερματισμού του δανείου (20.3.2001) ο λογαριασμός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο Λ.Κ.24.788,17.- πλέον τόκο προς 9% επί ποσού Λ.Κ.21.634,36.-. Οι ενάγοντες απέστειλαν ξανά στα προρηθέντα πρόσωπα επιστολές με ημερομηνία 6.2.2009 [Τεκμήρια 7
(1)και 7
(2)] με τις οποίες τους καλούσαν να εξοφλήσουν τα οφειλόμενα υπόλοιπα εντός επτά
(7)ημερών. Όλες οι επιστολές στάλησαν με συνηθισμένο ταχυδρομείο, στον μεν εναγόμενο 1 στη διεύθυνση που είχε δηλώσει στη συμφωνία (Τεκμήριο 2), στη δε εναγόμενη 3 στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της. Από τον έλεγχο που διενήργησε ο μάρτυρας στον φάκελο της υπόθεσης διαπίστωσε ότι οι επιστολές δεν επιστράφηκαν στους ενάγοντες μετά την ταχυδρόμηση τους. Ο Μ.Ε.1 αναφέρθηκε στη συνέχεια στα τραπεζικά βιβλία (τηρούνται και σε ηλεκτρονική μορφή) που τηρούν οι ενάγοντες και στα οποία φυλάσσονται όλες οι πληροφορίες και οι πράξεις που αφορούν όλους τους λογαριασμούς των πελατών τους συμπεριλαμβανομένων και των επιδίκων. Έχοντας ως υπόβαθρο την θέση και τα καθήκοντα που ασκεί, ετοίμασε Καταστάσεις του τρεχούμενου λογαριασμού από τις 23.5.1995 (ημερομηνία ανοίγματος του) μέχρι και την 30.6.2015 και του λογαριασμού δανείου από τις 30.7.1998 (ημερομηνία εκταμίευσης του δανείου) μέχρι τις 30.6.2015, οι οποίες αποτελούν αντίγραφα των καταχωρημένων στο αρχείο πράξεων, σε σχέση πάντοτε με τους δύο λογαριασμούς. Οι Καταστάσεις Λογαριασμού συνοδευόμενες με το σχετικό πιστοποιητικό (ετοιμάστηκε δυνάμει του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, όπως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 32
(1)/2004) κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
  1. Οι τελευταίες Καταστάσεις των Λογαριασμών φέρουν ημερομηνία 30.6.2015 επειδή μετά τον τερματισμό οι τόκοι χρεώνοντο κάθε εξαμηνία. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στην αλλαγή στους αριθμούς των λογαριασμών και επεξήγησε τις διάφορες ενδείξεις που αναγράφονται στις Καταστάσεις των Λογαριασμών. Κατέθεσε ως Τεκμήρια 9 και 10 αναδομημένες Καταστάσεις για τον τρεχούμενο λογαριασμό και τον λογαριασμό δανείου αντίστοιχα, που περιλαμβάνουν όλες τις συναλλαγές για μεν τον τρεχούμενο λογαριασμό για την περίοδο από 30.6.1999 μέχρι 30.10.2015 για δε τον λογαριασμό δανείου για την περίοδο από 30.7.1998 μέχρι 30.10.
  2. Για τον τρεχούμενο λογαριασμό η αναδομημένη Κατάσταση ξεκινά από τις 30.6.1999 και όχι από το άνοιγμα του λογαριασμού καθότι από τις 23.5.1995 που ανοίχθηκε ο λογαριασμός μέχρι και τις 2.6.1999, γίνονταν καταθέσεις οι οποίες κάλυπταν τους δεδουλευμένους τόκους με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ανατοκισμός. Ο ίδιος λογαριασμός δεν χρεώθηκε για όλη την περίοδο από 23.5.1995 μέχρι και την 30.6.1999 με τόκο πέραν του 9% που ήταν το ανώτατο επιτρεπόμενο από τον τότε ισχύοντα Νόμο, επιτόκιο. Συγκεκριμένα για την περίοδο από 23.5.1995 μέχρι 18.7.1997, ο τόκος ήταν 8.5% και από 18.7.1997 μέχρι 30.6.1999 ο τόκος ήταν 8%. Στην περίοδο από 23.5.1995 μέχρι 18.7.1997 που το επιτόκιο ήταν 8.5%, ο τρεχούμενος λογαριασμός χρεώθηκε πέραν των τόκων με έξοδα και δαπάνες συνολικού ύψους Λ.Κ.368.00.- (€628.77.-). Συγκεκριμένα το 1996 χρεώθηκε με το ποσό των Λ.Κ.324,00.- (€553,59.-) και από 1.1.1997 μέχρι 18.7.1997 χρεώθηκε με το ποσό των Λ.Κ.44,00.- (€75,18.-). Το ποσό αυτό δεν αφαιρέθηκε από τις αναδομημένες Καταστάσεις του λογαριασμού επειδή δεν υπήρξε υπέρβαση του 9% κατ' έτος, που ήταν το ανώτατο επιτρεπτό επιτόκιο την περίοδο εκείνη. Επίσης για την περίοδο από 18.7.1997 μέχρι 30.6.1999 που το επιτόκιο ήταν 8% δεν αφαιρέθηκε το ποσό των Λ.Κ.80.00.- (€136,68.-) που αντιπροσώπευε το σύνολο των δαπανών που χρεώθηκε ο λογαριασμός αφού και πάλι δεν υπήρξε υπέρβαση του επιτρεπομένου επιτοκίου 9% ανά έτος. Συγκεκριμένα από τις 19.7.1997 μέχρι 31.12.1997 ο λογαριασμός χρεώθηκε με το ποσό των Λ.Κ.7,00.- (€11,96.-), το 1998 με το ποσό των Λ.Κ.4.00 (€6.83.-) και από 1.1.1999 μέχρι 30.6.1999 με το ποσό των Λ.Κ.69,00.- (€117,89.-). Βάσει των αναδομημένων Καταστάσεων Λογαριασμού, το οφειλόμενο υπόλοιπο του δανείου στις 31.10.2015 ήταν €143.386,99.- πλέον τόκο προς 9% από την ημερομηνία αυτή μέχρι εξόφλησης και για τον τρεχούμενο λογαριασμό ήταν €269.019,42.- επίσης με τόκο προς 9% από την εν λόγω ημερομηνία μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση του τόκου και στις δύο περιπτώσεις την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. O εναγόμενος 1 Ανδρέας Διονυσίου (Μ.Υ.1) κατέθεσε πως με την σύζυγο του Άντρη Διονυσίου δραστηριοποιούντο στον τομέα της πώλησης τουριστικών και δερμάτινων ειδών και διατηρούσαν δύο καταστήματα. Πριν από το έτος 1995 οι ενάγοντες του είχαν παραχωρήσει πιστωτικές διευκολύνσεις αλλά οι δύο λογαριασμοί που διατηρούσε παρουσίασαν κάποια προβλήματα. Ενόψει τούτου το έτος 1995 οι ενάγοντες του πρότειναν να του δώσουν νέες πιστωτικές διευκολύνσεις, συγκεκριμένα δάνειο Λ.Κ.15.000.- και «παρατράβηγμα» σε τρεχούμενο λογαριασμό ώστε να εξοφληθούν οι παλιές του υποχρεώσεις. Κάτω από την πίεση που ένοιωθε για τις καθυστερήσεις και επειδή, μεταξύ άλλων, οι επιταγές του δεν «περνούσαν», αποδέχθηκε την πρόταση. Οι ενάγοντες ζήτησαν όπως η σύζυγος του υπογράψει ως πρωτοφειλέτης και όπως υποθηκεύσει και την συζυγική τους οικία. Πράγματι τους παραχωρήθηκε δάνειο Λ.Κ.15.000.- το οποίο καλύφθηκε και με ασφάλεια ζωής και «πίστωση παρατραβήγματος» Λ.Κ.40.000.-. Το 1997 η σύζυγος του διαγνώστηκε με καρκίνο του παχέως εντέρου. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα η επιχείρηση τους να υπολειτουργεί και να συσσωρευθούν καθυστερήσεις στα δάνεια τους. Τότε οι ενάγοντες του πρότειναν να «κάμει καινούριο δάνειο». Λόγω των προβλημάτων που συσσωρεύθηκαν, ιδιαιτέρως του προβλήματος υγείας της συζύγου του, αποδέχθηκε την πρόταση και έτσι το έτος 1998 χωρίς να ελέγξει τα ποσά που οι ενάγοντες είχαν χρεώσει στους λογαριασμούς, προχώρησε στη σύναψη νέου δανείου για Λ.Κ.25.000.- με το οποίο ξόφλησε το παλιό των Λ.Κ.15.000.-. Από τις Λ.Κ.25.000.-, ποσό Λ.Κ.7.217,70 κατατέθηκε στις 30.7.1998 έναντι του υπολοίπου του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού. Το νέο δάνειο δεν εξασφαλίστηκε με ασφάλεια ζωής, λόγω της κατάστασης της υγείας της συζύγου του και ούτε του επεξηγήθηκε πως με την εξόφληση του παλαιού δανείου θα έπαυε και «η ασφάλεια να κάλυπτε το δάνειο». Αρχές του 2000 η σύζυγος του απεβίωσε. Μετά από αυτό η επιχείρηση του δεν πήγαινε καλά. Μετά τον τερματισμό του τρεχούμενου λογαριασμού του, κατέθεσε σ' αυτόν Λ.Κ.11.011,03.-. Σ' ότι αφορά το δάνειο κατέθεσε «για όλη την διάρκεια του» Λ.Κ.5.000.-. Ήταν η θέση του ότι οι ενάγοντες επέλεξαν να «αφήσουν τα δάνεια να διπλασιαστούν ή σχεδόν να διπλασιαστούν και μετά να κινήσουν την διαδικασία καταχώρησης της αγωγής» και πως έπραξαν έτσι καθότι γνώριζαν την αξία της υποθηκευμένης κατοικίας τους και συνεπώς γνώριζαν ότι υπήρχε η «ανάλογη κάλυψη σε αξία». Υπεστήριξε περαιτέρω πως το ότι οι ενάγοντες δεν έλαβαν δικαστικά μέτρα πιο νωρίς, τούτο επιβάρυνε τους λογαριασμούς με τόκους χωρίς λόγο και έθεσαν τον ίδιο σε δυσμενέστερη θέση. Ήταν τέλος η θέση του ότι οι ενάγοντες μόνο το διπλάσιο των Λ.Κ.40.000.- θα μπορούσαν να απαιτήσουν, μείον τις Λ.Κ.11.000.- που ο ίδιος πλήρωσε μετά τον τερματισμό. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων η κάθε πλευρά υπεραμύνθηκε τη θέση της. Ο κ. Αριστείδου από πλευράς εναγομένων υπεστήριξε πως με δεδομένο ότι ο τερματισμός των επίδικων λογαριασμών (δανείου και τρεχουμένου) έγινε το 2001, οι ενάγοντες καθυστέρησαν αδικαιολόγητα να καταχωρήσουν την αγωγή το 2009, με αποτέλεσμα οι λογαριασμοί να επιβαρυνθούν αδικαιολόγητα με τόκους για την περίοδο από τον τερματισμό των λογαριασμών μέχρι την καταχώρηση της αγωγής. Υπεστήριξε επίσης πως οι ενάγοντες παραβίασαν το καθήκον εμπιστευτικότητας και ευθύνης (fiduciary duty) που όφειλαν να επιδείξουν προς τους εναγόμενους κατά την παραχώρηση σ' αυτούς των πιστωτικών διευκολύνσεων. Ήταν η θέση του πως οι «αναδομημένες» Καταστάσεις Λογαριασμών (Τεκμήρια 9 και 10) περιέχουν παράνομες χρεώσεις. Τέλος υπεστήριξε πως σύμφωνα με τον περί Τόκου Νόμο του 1977 [άρθρο 6
(1)], ο οποίος ίσχυε κατά τον χρόνο λήψης των πιστωτικών διευκολύνσεων, το ποσό που οι ενάγοντες μπορούν να εισπράξουν ως καθυστερημένους τόκους δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό του αρχικού κεφαλαίου. Αντίθετη ήταν η θέση της κας Αγαπίου. Υπεστήριξε πως οι ενάγοντες έδρασαν μέσα στα πλαίσια τόσο του νόμου όσο και των συμβατικών τους υποχρεώσεων. Τόνισε πως κατ' ουσίαν οι εναγόμενοι δεν αμφισβητούν την παραχώρηση προς αυτούς των πιστωτικών διευκολύνσεων. Όσον αφορά το θέμα του τόκου με το οποίο επιβαρύνθηκαν οι λογαριασμοί των εναγομένων, η κα Αγαπίου τόνισε πως το επιτόκιο που συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ουδέποτε υπερέβη το 9%, ποσοστό που προβλέπετο από τον ισχύοντα κατά τον χρόνο υπογραφής της επίδικης συμφωνίας, Νόμο (ο περί Τόκου Νόμος του 1977). Ακόμη και μετά τον τερματισμό της λειτουργίας τους, οι λογαριασμοί δεν χρεώθηκαν με ποσοστό επιτοκίου πέραν του 9%. Ως προς την τοποθέτηση του κ. Αριστείδου πως οι ενάγοντες εμποδίζονται από του να αξιώνουν ποσό μεγαλύτερο από το διπλάσιο του ποσού της παραχωρηθείσας τραπεζικής διευκόλυνσης, η κα Αγαπίου με αναφορά σε πρόσφατη νομολογία, υπεστήριξε πως το άρθρο 6
(1)του περί Τόκου Νόμου του 1977 (Ν.2/1977), τυγχάνει εφαρμογής μόνο σε περιπτώσεις που το «οφειλόμενο κεφάλαιο είναι σταθερό» και όχι εκεί που οι πιστωτικές διευκολύνσεις έχουν δοθεί υπό μορφή παρατραβήγματος με όριο, όπως στην προκειμένη περίπτωση. Σε κάθε περίπτωση, κατέληξε, ο περί Τόκου Νόμος του 1977 έπαυσε να ισχύει από την 1.1.2001 που τέθηκε σε ισχύ ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 1999 (Νόμος 160(Ι)/1999). Στον εν λόγω Νόμο, δεν υπάρχει οποιαδήποτε ανάλογη διάταξη με το άρθρο 6 του καταργηθέντος νόμου. Άρα και στην περίπτωση του λογαριασμού δανείου, δεν υπάρχει οποιοσδήποτε περιορισμός ως προς το ύψος του αξούμενου ποσού, κατέληξε. Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν νομικές θέσεις των δύο πλευρών, απαιτείται αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας με κατάληξη σε σχετικά ευρήματα και συμπεράσματα. Είναι καλά γνωστό και νομολογημένο πως η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα της, και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Βλ. Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση αρ. 10705, ημερ. 8.2.02, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, 530). ΄Ενας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)1 ΑΑΔ 207) η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1(A) A.A.Δ.455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) ΑΑΔ 165). Στο μεγαλύτερο μέρος της η μαρτυρία του Δαμιανού Τσαγγάρη (Μ.Ε.1) στηρίζεται στα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Την εξέτασα σ' όλη της την έκταση και δεν εντόπισα κανένα σημείο το οποίο να με οδηγήσει στη μη αποδοχή της. Την αποδέχομαι στο σύνολο της και ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Και την μαρτυρία του Αντρέα Διονυσίου (Μ.Υ.1) επίσης την εξέτασα σε βάθος. Διέκρινα υπερβολές σ΄ αυτή. Σε πολλά σημεία της συγκρούεται τόσο με τις δικογραφημένες θέσεις των εναγομένων όσο και με τα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια και τα οποία ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς Υπεράσπισης. Σ' όση έκταση η μαρτυρία του έρχεται σ' αντίθεση με την ήδη αποδεχθείσα μαρτυρία, την απορρίπτω. Υπό το φως των δικογραφημένων ισχυρισμών των διαδίκων, της αξιολόγησης της μαρτυρίας καθώς επίσης και των όσων περιλαμβάνονται στον φάκελο της δικογραφίας, τα ευρήματα μου ως προς τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης είναι τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες, στη βάση γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 22.5.1995 (Τεκμήριο 2), παραχώρησαν προς τον εναγόμενο 1 και την αποβιώσασα σήμερα σύζυγο του Άντρη Διονυσίου, τραπεζικές διευκολύνσεις. Συγκεκριμένα ανοίχθηκε τρεχούμενος λογαριασμός με αριθμό αρχικά 0331-11-027507, στη συνέχεια 0330-22-045437 και μετέπειτα 0384-22-002228, με πιστωτικό όριο Λ.Κ.40.000.- (€68.344.-). Βάσει των όρων της συμφωνίας (Τεκμήριο 2), ο εν λόγω λογαριασμός θα χρεωνόταν με τόκο προς 8.5% ετησίως επί των ημερήσιων χρεωστικών υπολοίπων με δικαίωμα των εναγόντων να αυξήσουν το επιτόκιο μέσα στα όρια του νόμιμου επιτοκίου που ίσχυε κάθε φορά. Στη συνέχεια οι ενάγοντες με απόφαση τους ημερομηνίας 24.7.1998 (Τεκμήριο 3) ενέκριναν το αίτημα του εναγόμενου 1 και της συζύγου του και παραχώρησαν σ' αυτούς δάνειο ύψους Λ.Κ.25.000.- (€42.715,04.-). Το ποσό του δανείου εκταμιεύθηκε στις 30.7.1998 με το Ένταλμα Πληρωμής (Τεκμήριο 4). Ανοίχθηκε ο λογαριασμός δανείου με αριθμό αρχικά 0331-13-032869, στη συνέχεια 0330-22-045445 και μετέπειτα 0384-22-002836. Οι όροι παραχώρησης του δανείου διέποντο επίσης από την Συμφωνία (Τεκμήριο 2). Σύμφωνα με τους όρους της δανειοδότησης, το δάνειο θα αποπληρωνόταν με μηνιαίες δόσεις των Λ.Κ.500.- (€854,30.-) η κάθε μία πληρωτέες την 30η ημέρα κάθε μήνα, αρχής γενομένης την 30.8.1998. Ο λογαριασμός δανείου θα χρεωνόταν με το ανώτατο νόμιμο χρεωστικό επιτόκιο που θα ίσχυε από καιρό σε καιρό το οποίο κατά την 30.7.1998 ήταν 8% ετησίως επί των ημερήσιων χρεωστικών υπολοίπων. Προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων των εναγομένων και σε αντάλλαγμα της παραχώρησης των τραπεζικών διευκολύνσεων, η αποβιώσασα υποθήκευσε το συμφέρον της (1/2 μερίδιο) στο ακίνητο με αρ. εγγραφής Β495, Φ/Σχ.LIV/49.3 ΙV, ενορία Αποστόλου Πέτρου & Παύλου στη Λεμεσό, με την υποθήκη Υ3566/95 (Τεκμήριο 5) για ποσό Λ.Κ.65.000.- (€111.059,09.-) το οποίο θα βαρύνετο με τόκο προς 8.5% ετησίως από 29.5.1995 μέχρι εξόφλησης. Οι λογαριασμοί παρουσίασαν προβλήματα και οι ενάγοντες τερμάτισαν την λειτουργία τους στις 20.3.2001. Ο τερματισμός κοινοποιήθηκε σε όλους τους εναγόμενους με τις επιστολές, Τεκμήρια 6
(1)και 6
(2). Οι επιστολές στάληκαν με συνηθισμένο ταχυδρομείο, στον μεν εναγόμενο 1 στη διεύθυνση που ο τελευταίος δήλωσε στη συμφωνία Τεκμήριο 2, στην δε εναγόμενη 3 στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της. Οι εν λόγω επιστολές δεν επεστράφησαν στους ενάγοντες μετά την ταχυδρόμηση τους. Ακολούθησαν στη συνέχεια οι επιστολές Τεκμήρια 7
(1)και 7
(2), με τις οποίες οι εναγόμενοι καλούντο ξανά όπως εξοφλήσουν τα οφειλόμενα υπόλοιπα των λογαριασμών, διαφορετικά θα ελαμβάνοντο, όπως τους ελέχθη, δικαστικά μέτρα εναντίον τους. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 8, στις 30.6.2015 ο λογαριασμός δανείου παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο €327.398,09.- πλέον τόκους, ο δε τρεχούμενος λογαριασμός €203.416,03.- πλέον τόκους. Τα υπόλοιπα αυτά προέκυψαν και σαν αποτέλεσμα κάποιων αδικαιολόγητων χρεώσεων της τράπεζας. Αυτή μόνο την ερμηνεία επιδέχεται το γεγονός πως οι ενάγοντες αισθάνθηκαν την ανάγκη να ανασκευάσουν τους λογαριασμούς μειώνοντας, στο τέλος της ημέρας, τις αξιώσεις τους. Στις 31.10.2015, ο μεν λογαριασμός δανείου, σύμφωνα με την αναδομημένη Κατάσταση, Τεκμήριο 10, παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος των εναγομένων και προς όφελος των εναγόντων €143.386,99.-, ο δε τρεχούμενος λογαριασμός, επίσης σύμφωνα με την αναδομημένη Κατάσταση, Τεκμήριο 9, χρεωστικό υπόλοιπο €269.019,42.-. Οι ενάγοντες διεκδικούν και τόκο επί των οφειλομένων υπολοίπων προς 9% από 31.10.2015 μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους και στις δύο περιπτώσεις. Είναι καλά γνωστό και νομολογημένο πως τα επίδικα θέματα είναι αυτά που προσδιορίζονται από την δικογραφία. Η δίκη, όπως νομολογιακά ελέχθη, δρομολογείται κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τρένο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής (Ηοneros Th. Courtis and others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R.180, Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R.134, Γεώργιος Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ.24, Ayia Napa Nissi Development Ltd και άλλοι ν. Χρίστου Παπαμιχαήλ
(1992)1 Α.Α.Δ.549). Έτσι και στην προκειμένη περίπτωση πολλές από τις θέσεις που πρόβαλλαν οι εναγόμενοι στην τελική τους αγόρευση, όπως η θέση ότι οι ενάγοντες παρέβηκαν το καθήκον εμπιστευτικότητας και ευθύνης (fiduciary duty) προς τους ίδιους ή ότι καθυστέρησαν αδικαιολόγητα να λάβουν δικαστικά μέτρα εναντίον τους ή ότι τους εξανάγκασαν ή τους πίεσαν να υπογράψουν τις επίδικες συμφωνίες παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων, δεν θα εξεταστούν αφού αυτές δεν δικογραφούνται. Παρά το ότι η υπογραφή της συμφωνίας Τεκμήριο 2, δεν αμφισβητήθηκε από τους εναγόμενους ούτε και η παραχώρηση των συγκεκριμένων πιστωτικών διευκολύνσεων, οι ενάγοντες απέδειξαν τόσο την κατάρτιση της συμφωνίας Τεκμήριο 2 όσο και την παραχώρηση των πιστωτικών διευκολύνσεων. Η εν λόγω συμφωνία καθορίζει τους όρους λειτουργίας των δύο λογαριασμών. Οι ενάγοντες απέδειξαν επίσης την λειτουργία των δύο επίδικων λογαριασμών, τρεχουμένου και δανείου. Οι εναγόμενοι δεν προσκόμισαν ίχνος μαρτυρίας ότι κάποια ή κάποιες χρεοπιστώσεις δεν είναι ορθές. Αντίθετα είναι οι ενάγοντες που προέβησαν σε αφαιρέσεις με τους αναδομημένους λογαριασμούς, Τεκμήρια 9 και 10. Στο σημείο αυτό υπενθυμίζω πως οι οποιεσδήποτε αδικαιολόγητες ή παράνομες χρεώσεις που εν πάση περιπτώσει έπαυσαν να υπάρχουν με τις αναδομημένες Καταστάσεις Λογαριασμών Τεκμήρια 9 και 10, δεν προσέδωσαν παρανομία στη σύμβαση (C.T.A. Techno Marketing Ltd και άλλου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ Πολ. Έφεση αρ. 1449 ημερομηνίας 23.3.2004). Απέδειξαν επίσης τον νόμιμο τερματισμό της λειτουργίας των λογαριασμών, κυρίαρχο στοιχείο στη στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης αποπληρωμής, βάσει του όρου 3 της συμφωνίας, Τεκμήριο 2 (Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1991)1 Α.Α.Δ.1466). Οι εναγόμενοι δεν αμφισβήτησαν την λήψη των επιστολών τερματισμού, εν πάση όμως περιπτώσει το βάρος απόδειξης ότι δεν έλαβαν τις επιστολές το είχαν οι ίδιοι και δεν το απέσεισαν. Είναι καλά γνωστό πως από την στιγμή που γίνεται αποδεκτή η μαρτυρία ότι οι επιστολές ταχυδρομήθηκαν και δεν επεστράφησαν, δημιουργείται τεκμήριο παραλαβής των επιστολών και το βάρος απόδειξης για την μη παραλαβή μετέρχεται στους εναγόμενους (Theodorou v. The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R.9). Η θέση του κ. Αριστείδου πως σε σχέση με τους καταβλητέους τόκους θα πρέπει να τύχει εφαρμογής ο περί τόκου Νόμος του 1977 (Ν.2/1977), ο οποίος βρισκόταν σε ισχύ κατά την ημερομηνία σύναψης της συμφωνίας, Τεκμήριο 2, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Ο εν λόγω Νόμος καταργήθηκε με τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999 (Ν.160
(1)/1999) ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1.1.2001. Στον προρηθέντα νόμο (Ν.160
(1)/1999) δεν υπάρχει οποιαδήποτε μεταβατική διάταξη η οποία να ρυθμίζει ρητά το νομικό πλαίσιο το οποίο διέπει τις συμβάσεις παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων οι οποίες είχαν συνομολογηθεί προτού ο Νόμος του 1999 τεθεί σε ισχύ. Δεδομένου του γεγονότος ότι η συμφωνία μεταξύ των μερών και συνακόλουθα η λειτουργία και των δύο λογαριασμών τερματίστηκε στις 20.3.2001, εφαρμογή έχουν οι πρόνοιες του Νόμου 160
(1)/1999 ο οποίος ίσχυε κατά τον χρόνο εκείνο. Πέραν τούτου θα πρέπει να λεχθεί πως όπως έχει νομολογιακά αποφασισθεί, το άρθρο 6
(1)του Νόμου 2/77 τυγχάνει εφαρμογής εκεί όπου το κεφάλαιο είναι σταθερό και όχι στην περίπτωση που ο λογαριασμός είναι λογαριασμός παρατραβήγματος και το εκάστοτε οφειλόμενο υπόλοιπο λόγω των συνεχών χρεοπιστώσεων και κεφαλαιοποιήσεων των τόκων δεν παραμένει σταθερό [Ευγενία Παπαχριστοφόρου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A743, Πολιτική Έφεση αρ. 331/2010 ημερομηνίας 11.11.2015]. Συνεπώς ο περί Τόκου Νόμος του 1977 δεν τυγχάνει εφαρμογής σε τρεχουμένους λογαριασμούς. Κατ' ακολουθίαν των πιο πάνω, καθίσταται σαφές πως οι ενάγοντες δικαιούνται σε απόφαση όπως η μειωθείσα αξίωση τους σύμφωνα με τις αναδομημένες Καταστάσεις Λογαριασμών Τεκμήρια 9 και 10 και περαιτέρω σε διάταγμα για πώληση του ενυπόθηκου κτήματος. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να σχολιάσω τα εξής και να προβώ σε δύο παρατηρήσεις. Η μία προς την πλευρά των εναγόντων και η άλλη προς την πλευρά των εναγομένων. Όσον αφορά τους ενάγοντες, δεν επικροτείται η τακτική να προβαίνουν σε αδικαιολόγητες χρεώσεις και στη συνέχεια να προχωρούν σε αφαιρέσεις ανασκευάζοντας τον λογαριασμό και αυτό όταν οι εναγόμενοι εμφανίζονται στο Δικαστήριο για αντίκρουση της αξίωσης τους. Όσον αφορά τους εναγόμενους, από την στιγμή που οι ενάγοντες αφαίρεσαν κάποιες χρεώσεις όφειλαν να επανεκτιμήσουν την θέση τους, εκτός και εάν θα προσκόμιζαν μαρτυρία αμφισβήτησης και άλλων χρεώσεων. Αντί τούτου, περιορίστηκαν σε προβολή λόγων για απόρριψη της αγωγής που έκδηλα δεν ευσταθούσαν. Τέτοια τακτική στην πραγματικότητα απολήγει σε σπατάλη πολύτιμου δικαστικού χρόνου που, ασφαλώς, δεν μπορεί να επικροτηθεί. Δια ταύτα εκδίδεται απόφαση προς όφελος των εναγόντων και σε βάρος όλων των εναγομένων, ευθυνομένων αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως: (α) Για το ποσό των €143.386,99 με τόκο επί του ποσού αυτού προς 9% από 31.10.2015 μέχρι εξόφλησης, κεφαλαιοποιουμένου του τόκου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. (β) Για το ποσό των €269.019,42 με τόκο επί του ποσού αυτού προς 9% από 31.10.2015 μέχρι εξόφλησης, κεφαλαιοποιουμένου του τόκου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα πώλησης του ½ μεριδίου του ακινήτου με αρ. εγγραφής Β495, Φ/Σχ.LIV/49.3 ΙV, ενορία Αποστόλου Πέτρου και Παύλου στη Λεμεσό το οποίο υποθηκεύτηκε προς όφελος των εναγόντων με την Υποθήκη Υ3566/95 για ποσό Λ.Κ.65.000.- (€111.059,09) με τόκο προς 8.5% ετησίως από 19.5.1995. Από το προϊόν της πώλησης να καταβληθεί στους ενάγοντες το ποσό της υποθήκης πλέον οι δεδουλευμένοι τόκοι, έναντι και/ή προς εξόφληση του λαβείν τους. Οποιοδήποτε δε περίσσευμα, αν υπάρχει, να επιστραφεί στους εναγόμενους 2 και 3. Τα έξοδα της αγωγής, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται προς όφελος των εναγόντων και σε βάρος των εναγομένων. (Υπ.) .................................................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΚ Subject: Civil/Other Action/Final Αναφορά: Τραπεζικές πιστωτικές διευκολύνσεις cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.