← Κύπρος

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΚΟΚΚΙΝΟΥ ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED κ.α., Αγωγή Αρ. 878/14, 18/3/2016

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΚΟΚΚΙΝΟΥ ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED κ.α., Αγωγή Αρ. 878/14, 18/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A125 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 878/14 Μεταξύ: ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΚΟΚΚΙΝΟΥ Ενάγουσα Και

  1. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED
  2. ΑΝΤΡΟΣ Χ''ΚΩΝΣΤΑΝΤΗ
  3. ΑΝΤΡΕΑΣ ΚΑΛΗΣΠΕΡΙΔΗΣ
  4. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
  5. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ
  6. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ Εναγόμενοι .......... Aίτηση Τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης ημερ. 11.11.2015 Ημερομηνία: 18 Μαρτίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Ασσιώτου για κ.κ Κώστας Μελάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 1,2 και 3: κα Συμεού για κ.κ Τορναρίτης & Σια ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη 4: κα Οικονόμου για κ.κ. Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη 5: κ Χ''Πέτρου για κ.κ. Αλέκος Ευαγγέλου & Σία ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο 6: κα Τσιντίδου για τον Γενικό Εισαγγελέα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα με την παρούσα Αγωγή αξιώνει εναντίον των εναγομένων προσωπικώς και/ή αλλυλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, Διάταγμα δια του οποίου να τερματίζεται η συμφωνία απόκτησης αξιογράφων και/ή να ακυρώνονται τα αξιόγραφα και/ή ομόλογα κλπ για το ποσό των €60.000.-, των εναγομένων 1 και/ή 4, εκδοθέντα και/ή διατεθέντα και/ή προσφερθέντα και/ή παραχωρηθέντα και/ή πωληθέντα, κάτω από την πλημμελή εποπτεία και/ή έλεγχο και/ή λόγω αμέλειας κατά την άσκηση της εποπτείας και/ή των άλλων νομίμων καθηκόντων των εναγομένων 5 και/ή 6 κατά ή περί των Ιούλιο του 2011 στην Ενάγουσα, λόγω απάτης και/ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων κλπ που ώθησαν την Ενάγουσα να υπογράψει χωρίς την ελεύθερη συναίνεση της, από τους εναγόμενους 1 και/ή 2 και/ή 3 κατά ή περί τον Ιούλιο του 2011, ως λεπτομερώς αναφέρεται στο παρακλητικό Α της αξίωσης της Έκθεσης Απαίτησης. Αξιώνει περαιτέρω Διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται η μετατροπή των αξιογράφων της ενάγουσας σε μετοχές αξίας €0,10 η κάθε μια. Πέραν των πιο πάνω αξιώνει αποζημιώσεις που υπέστη ως ιδιοκτήτρια και/ή κάτοχος και/ή δικαιούχος των αξιογράφων και αποζημιώσεις ως λεπτομερώς καταγράφεται στα παρακλητικά Δ, Ε, Στ, Ζ και Θ της Έκθεση καθώς και την επιστροφή του ποσού των €60.000.- το οποίο καταβλήθηκε στη Λαϊκή Τράπεζα από την Ενάγουσα πλέον τόκους. Με την έκθεση απαίτησης της η ενάγουσα αποδίδει στους εναγόμενους 1,2 και 3 δόλο και/ή παρανομία και άσκηση παραπλανητικών και/ή απατηλών κλπ ενεργειών προς τον σκοπό αγοράς και/ή απόκτησης αξιογράφων. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι παρασυρόμενη και χωρίς την ελεύθερη συναίνεση της λόγω της συμπεριφοράς των εναγομένων 1,2 και 3, προέβηκε κατά ή περί τον Ιούλιο του 2011, σε αγορά αξιογράφων αξίας €60.000.- το επιτόκιο των οποίων φερόταν να βρίσκεται σε ποσοστό 7%. Η εναγόμενη 4 ενάγεται ως το αποκτόν πρόσωπο το οποίο υποκαθιστά την εναγόμενη 1 σύμφωνα με διάταγμα του διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ημερ. 29.3.
  7. Η εναγόμενη 5 ενάγεται ως το νομικό πρόσωπο με αρμοδιότητες την εποπτεία των τραπεζών, τη διασφάλιση της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος, την εποπτεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών από τραπεζικά ιδρύματα. Ο εναγόμενος 6 ενάγεται ως ο νομικός σύμβουλος του κράτους, λόγω αμέλειας και/ή παράλειψης και/ή πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων των οργάνων και/ή αξιωματούχων και/ή υπαλλήλων του, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και/ή κατά την επίκληση της άσκησης των καθηκόντων τους. Η δικογραφία συμπληρώθηκε σε σχέση με όλους τους Εναγόμενους. Στο στάδιο των οδηγιών όπου δόθηκαν οδηγίες για αποκάλυψη εγγράφων, καταχωρήθηκε η παρούσα Αίτηση με την οποία η Αιτήτρια αιτείται σωρεία τροποποιήσεων της έκθεσης απαίτησης δια της διαγραφής, προσθήκης και αντικατάστασης ισχυρισμών. Λόγω του ότι η Αίτηση είναι ιδιαίτερα μακροσκελής δεν καθίσταται αναγκαίο να παραθέσω ολόκληρο το περιεχόμενο της, παρά μόνο κατωτέρω εξετάζοντας τα αιτήματα της αιτήτριας θα αναφέρομαι σε αυτά όπου κρίνεται αναγκαίο. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση ημερ. 11.11.2015 της κας Λώριας Χατζηξενοφώντος, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της ενάγουσας. Αναφέρει η ομνύουσα ότι, σύμφωνα με πληροφορίες τις οποίες έλαβε από τον κ. Μελά, κατόπιν λεπτομερούς μελέτης και αξιολόγησης των γεγονότων και των νομικών ζητημάτων της υπόθεσης το καλοκαίρι κρίθηκε αναγκαία η καταχώρηση της παρούσας Αίτησης έτσι ώστε να συμπεριληφθεί το πλήρες φάσμα των πραγματικών γεγονότων, ισχυρισμών και αξιώσεων. Στην ουσία, αναφέρει, πρόκειται για την ευθύνη που έχει η Κεντρική Τράπεζα και το Κράτος απέναντι στην ενάγουσα τόσο για τα γεγονότα που προηγήθηκαν των πωλήσεων των αξιογράφων, αλλά και αυτά που διαδραματίστηκαν από το Μάρτιο του 2013 και μετά. Περαιτέρω, αναφέρει, θα πρέπει να επιτραπεί να δικογραφηθούν αναλυτικά όλες οι ενέργειες και παραλείψεις της εναγόμενης 1 ώστε να μπορεί να προσκομιστεί ανάλογη μαρτυρία κατά τη δίκη κατά τρόπο που θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα σχετικά γεγονότα και θα μπορέσει η ενάγουσα να προωθήσει την υπόθεση της. Η εναγόμενη 5 καταχώρησε ένσταση στην Αίτηση προβάλλοντας 12 λόγους ένστασης. Υποστηρίζεται δε από την ένορκο δήλωση της Έλενας Σκίτσα δικηγόρου, στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει και υποστηρίζει κυρίως ότι το σύνολο των γεγονότων και απαραίτητο υλικό το οποίο επιχειρείται να εισαχθεί με την Αίτηση ήταν εις γνώση της Ενάγουσας και παρουσιάζει προς τούτο σχετικά Τεκμήρια προηγούμενες Αγωγές, στις οποίες ως ισχυρίζεται περιλαμβάνονταν οι προτεινόμενοι ισχυρισμοί και γεγονότα. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι με την τροποποίηση επιδιώκεται η δημιουργία αγώγιου δικαιώματος εναντίον της εναγομένης 5 για αστικά αδικήματα τα οποία παραγράφηκαν εφόσον αφορούν ισχυριζόμενες πράξεις και/ή παραλείψεις της εναγόμενης 5 οι οποίες έλαβαν χώρα το
  8. Ο Εναγόμενος 6 καταχώρησε επίσης ένσταση προβάλλοντας 13 λόγους ένστασης. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας Δέσποινας Κουρουσίδου, η οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνει και εξειδικεύει τους λόγους ένστασης, ισχυριζόμενη κυρίως ότι με την Αίτηση επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης Αγωγής για αστικά αδικήματα τα οποία έχουν παραγραφεί και η Αίτηση έγινε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Οι εναγόμενοι 1,2 και 3 δεν καταχώρησαν ένσταση, δηλώνοντας ότι θ' ακολουθήσουν την απόφαση του Δικαστηρίου. Η εναγόμενη 4 δεν φέρει ένσταση στην Αίτηση. Η Ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη επί τη βάση των γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου η ενάγουσα και οι εναγόμενοι 5 και
  9. Το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων έχει μελετηθεί και ληφθεί υπόψη κατά την έκδοση της παρούσας Απόφασης χωρίς να κρίνεται σκόπιμο η επανάληψη του περιεχομένου τους, παρά μόνο θα αναφερθώ σε αυτό όπου καταστεί αναγκαίο. Κύρια νομική βάση της Αίτησης αποτελεί η Δ.25, Θ. 1, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπου παρέχεται στο Δικαστήριο η εξουσία να εγκρίνει τροποποίηση δικογράφου ως ήθελε κριθεί αναγκαίο για σκοπούς καθορισμού και προσδιορισμού των επιδίκων θεμάτων. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος είναι πλούσια και ιδιαίτερα διαφωτιστική. Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Κυρίαρχο επίσης στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι η παροχή δυνατότητας σε κάθε διάδικο να θέσει ενώπιον του το σύνολο των πραγματικών διαφορών των διαδίκων. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.

(1999)1 Α.Α.Δ.11 και Περικτιόνη Χρίστου ν Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704. Στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenman Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ.33, τέθηκαν καθαρά οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις τροποποίησης. Συγκεκριμένα στη σελίδα 36 αναφέρονται τα πιο κάτω: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντίδικου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο Αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». Στην υπόθεση Kallice Holding Co Ltd v. M.T.R. Metals (Overseas) Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 162 στη σ. 164 επισημαίνεται: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο κυρίαρχος παράγων ο οποίος διέπει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου. Πολλοί παράγοντες επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Ο πρώτος είναι ότι είναι επιθυμητό, όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες αναφέρονται στα επίδικα θέματα, να επιλύονται διεξοδικά στην ίδια διαδικασία. Ο βέβαιος προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων, καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξή τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο, είναι ένας άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου». Η σύγχρονη τάση σε αιτήσεις τροποποίησης παρατηρείται να είναι φιλελεύθερη (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα,
(2002)1 (Α) ΑΑΔ 223). Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν Αθηναϊδος Ι. Χριστοδούλου κ.α
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης ή αβλεψίας, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα (βλ. SABA & Co. (T.M.P) v T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426). Η πιο πάνω αρχή περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ. ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε ότι το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Αναφορικά με το χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση, παραπέμπω στην υπόθεση Astor Co. κ.α. ν. Α & G Leventis Ltd κα
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, στην οποία λέχθηκε ότι σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, εάν και ο παράγοντας αυτός δεν είναι καθοριστικός υπό την έννοια ότι δεν πρέπει από μόνος του να οδηγεί σε απόρριψη. Φυσικά το σημαντικό δεν είναι η ευρύτητα του χρόνου που διέρρευσε, γιατί διαφορετικά θα ήταν άσκοπη η ενασχόληση με το θέμα, αλλά το χρονικό σημείο που ο αιτητής διαπίστωσε την αναγκαιότητα της τροποποίησης και ο χρόνος που επέλεξε για να δράσει προς αυτή την κατεύθυνση. Περαιτέρω, αποτελεί αρχή ότι τροποποίηση, η αναγκαιότητα της οποίας ήταν σαφώς φανερή ή έκδηλη από καιρό αλλά δεν ζητήθηκε, δεν θα επιτραπεί λόγω του ότι θα δημιουργήσει ακόμα περισσότερη καθυστέρηση αλλά και διότι οι διάδικοι οφείλουν να ετοιμάζουν τη σχετική δικογραφία τους με την απαραίτητη ενδελέχεια και να καταγράφουν από νωρίς τις συγκεκριμένες τους θέσεις οι οποίες είναι ή θα πρέπει να είναι γνωστές σ΄ αυτούς από την αρχή που εκτυλίσσονται τα γεγονότα. Σύμφωνα με τη νομολογία, ο βέβαιος προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξη τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο, είναι άλλος ένας σημαντικός παράγοντας, ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Kallice Holding Co Ltd v. MTR Metals (Overseas) Ltd (πιο πάνω), Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 607, και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.A.Δ. 501). Το όλο ζήτημα όμως παραμένει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω κατωτέρω να εξετάσω την παρούσα αίτηση, στα πλαίσια πάντοτε των δικών της περιστατικών. Όπως προκύπτει από τους λόγους ένστασης των εναγομένων 5 και 6, προβάλλεται η εισήγηση ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιχειρείται η εισαγωγή εναντίον τους αγώγιμων δικαιωμάτων για αστικά αδικήματα που έχουν παραγραφεί, αφού αφορούν ισχυριζόμενες πράξεις και/ή παραλείψεις, οι οποίες καταλογίζονται στους εναγόμενους 5 και 6 και οι οποίες έλαβαν χώρα από το
  1. Ο εναγόμενος 6 προσθέτει με τον λόγο ένστασης του υπ' αριθμό 4, ότι πέραν του ότι τα καταλογιζόμενα σε αυτόν έλαβαν χρόνο από το 2006, δεν προσδιορίζεται ο χρόνος όπου επεσυνέβησαν οι ισχυριζόμενες πράξεις και/ή παραλείψεις του ιδίου. Ο λόγος ένστασης εν σχέση με το ζήτημα της παραγραφής προκύπτει από τις προτεινόμενες τροποποιήσεις ότι αφορά στα αστικά αδικήματα που περιγράφονται στις προτεινόμενες παραγράφους 27A, 27B, 27Γ,27Δ και τη θεραπεία Θ
  2. Οι πιο πάνω προτεινόμενες παραγράφοι αφορούν διάφορες ισχυριζόμενες ενέργειες της εναγόμενης 1, οι οποίες ήταν αποτέλεσμα βαριάς αμέλειας της εναγομένης 5, κακής άσκησης εξουσίας σε δημόσια θέση από μέρους του εναγομένου 6, ως λεπτομερώς αναφέρεται στις πιο πάνω προτεινόμενες παραγράφους της Αίτησης. Όσον αφορά το ζήτημα της παραγραφής, σύμφωνα με τους εναγόμενους 5 και 6, με την προτεινόμενη παράγραφο 27A και 27Γ επιχειρείται να εισαχθεί ισχυρισμός ότι η Εναγόμενη 5 επέδειξε βαριά αμέλεια κατά την εποπτεία της εναγόμενης 1 και έτσι συνέργησε με την εναγόμενη 1, την ανέχθηκε, την ενθάρρυνε, την κάλυψε και τη συγκάλυψε για να προβεί στις ενέργειες που περιγράφονται στις λεπτομέρειες της προτεινόμενης παραγράφου 27Α. Ακόμη ότι οι ρηθείσες ενέργειες της εναγόμενης 1 ήταν το αποτέλεσμα κακής άσκησης εξουσίας σε δημόσια θέση των αρμοδίων αρχών, οργάνων, αξιωματούχων ή και υπαλλήλων της Δημοκρατίας η οποία ενάγεται ως εναγόμενος 6, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της προτεινόμενης παραγράφου 27Β. Σε αυτό το σημείο αξίζει να σημειωθεί ότι οι προτεινόμενες λεπτομέρειες των πράξεων και παραλείψεων των εναγομένων 5 και 6 σύμφωνα με την προτεινόμενη παράγραφο 27Α, προσδιορίζονται την περίοδο 2010 -
  3. Στη συνέχεια της ίδιας παραγράφου υπό τον τίτλο Λεπτομέρειες αναφέρονται σε ενέργειες τις εναγομένης 1 οι οποίες κάποιες από αυτές μπορούν να προσδιοριστούν κατά το έτος 2006 και κάποιες άλλες παραμένουν απροσδιόριστες χρονικά. Όπως προκύπτει από την προτεινόμενη παράγραφο 27Α, μπορεί να λεχθεί ότι οι ενέργειες της εναγόμενης 1 τοποθετούνται χρονικά στην περίοδο μεταξύ 2010 και
  4. Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την υφιστάμενη έκθεση απαίτησης, ως επίδικος χρόνος καθορίζεται ο Ιούλιος 2011, χρόνος όπου η ενάγουσα συμβλήθηκε με την εναγόμενη 1 και προέβηκε σε αγορά αξιογράφων σύμφωνα με την παρ. 9 και ο χρόνος, κατά ή περί τον Ιούλιο 2011, όπου έγιναν οι κατ' ισχυρισμό ενέργειες τις εναγομένης
  5. Είναι η θέση των εναγομένων 5 και 6 ότι αστικά αδικήματα που κατ΄ ισχυρισμό διαπράχθηκαν πριν την 1.7.2012 έχουν παραγραφεί. Το άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 προνοεί ότι: «Καμιά αγωγή δεν εγείρεται για αστικό αδίκημα, εκτός αν αυτή εγερθεί - (α) εντός τριών ετών αμέσως μετά την πράξη ή παράλειψη για την οποία εγέρθηκε η αγωγή, ή (β) αν το αστικό αδίκημα προκαλεί νέα ζημιά κατά εξακολούθηση από μέρα σε μέρα, εντός τριών ετών από την κατάπαυση αυτής, ή (γ) αν η βάση της αγωγής δεν προκύπτει από την τέλεση οποιασδήποτε πράξης ή παράλειψης για τέλεση πράξης αλλά από τη ζημιά που απορρέεει από την πράξη αυτή ή παράλειψη εντός των τριών αμέσως επόμενων ετών μετά που ο ενάγοντας υπέστη τη ζημιά, ή (δ) αν το αστικό αδίκημα δόλια αποκρύφτηκε από τον εναγόμενο, εντός τριών ετών από την ανακάλυψή του από τον ενάγοντα, ή από το χρόνο που θα ανακαλύπτετο από αυτό αν κατέβαλλε εύλογη φροντίδα και επιμέλεια:» Σύμφωνα με τον περί της Παραγραφής Αγωγίμων Δικαιωμάτων Νόμο 66(Ι)/12, άρθρο 29
(1)και Παράρτημα, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Νόμου, δηλαδή την 1.7.2012, καταργείται το άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148, αλλά μόνο σε σχέση με πράξη ή παράλειψη που επισυνέβηκε κατά ή μετά την έναρξη ισχύος του Νόμου, δηλαδή την 1.7.
  1. Σύμφωνα με τις γραπτές αγορεύσεις των εναγομένων 5 και 6, προβάλλεται η θέση ότι με την προτεινόμενη παρ. 27Γ προστίθεται ως νέα αιτία αγωγής η παράβαση της υποχρέωσης σωστής και αποτελεσματικής ενσωμάτωσης και εφαρμογής του Ευρωπαϊκού πλαισίου, ενώ με την προτεινόμενη παρ. 27Α και 27Β η κακή άσκηση εξουσίας σε δημόσια θέση (public misfeasance). Αποτελεί θέση του εναγόμενου 6 ότι, με την υπεράσπιση του ήγειρε προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενος ότι η Αγωγή δεν αποκάλυπτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του. Ως υποστηρίζει με την γραπτή αγόρευση του ο εναγόμενος 6, η εξαιτούμενη τροποποίηση σκοπό έχει την δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος εναντίον του κάτι που αν μπορεί να προωθηθεί στο χρονικό τούτο στάδιο, θα πρέπει να γίνει με νέα αγωγή. Υποστηρίζοντας την πιο πάνω θέση του επικαλείται την απόφαση στην υπόθεση IKOS CIF LTD v. MARTIN COWARD και άλλοι, Π.Ε. 137-138/2013, ημερ. 20.3.
  2. Από την άλλη πλευρά, η ενάγουσα μέσω της αγόρευσης των συνηγόρων της προβάλλει το επιχείρημα ότι δεν είναι οι συγκεκριμένες πράξεις και παραλείψεις των Εναγομένων 5 και 6 που συνθέτουν τη βάση της αγωγής αλλά η ζημιά που απορρέει από αυτές τις πράξεις και παραλείψεις και ότι η περίπτωση ξεκάθαρα εμπίπτει στο άρθρο 69(γ) του Κεφ.
  3. Περαιτέρω, υποστηρίζεται ότι η ζημιά της ενάγουσας είναι συνεχής και δεν προέκυψε μόνο όταν η εναγόμενη 1 σταμάτησε την καταβολή τόκου επί των αξιογράφων αλλά αυτή συνεχίστηκε και μετά τα γεγονότα του Μαρτίου του 2013 με την κατάρρευση της εναγόμενης
  4. Η ενάγουσα υποστηρίζει και προβαίνει σε συσχετισμό της ζημιάς την οποία υπέστη από την αγορά των αξιογράφων αλλά και περαιτέρω ζημιά και βλάβη ως αποτέλεσμα της μεταβίβασης των εργασιών της εναγόμενης 1 στην εναγόμενη
  5. Κατά την ενάγουσα και τα όσα προβάλλει με την γραπτή αγόρευση της, πέραν της ζημιάς η οποία προέκυψε από την αγορά των αξιογράφων, υπάρχει και η δεύτερη πτυχή των αποζημιώσεων που είναι η αποδυνάμωση του αγώγιμου δικαιώματος της ενάγουσας αφού κατά την ίδια, ελλοχεύει ο κίνδυνος να μην μπορεί να εκτελέσει απόφαση υπέρ της και εναντίον των εναγομένων 1 και 4 και δεν αφορούν αξιώσεις οι οποίες πηγάζουν από τα επίδικα αξιόγραφα. Προσθέτοντας ότι η αγορά των αξιογράφων ή ακόμα και η αμέλεια της εναγομένης 5 πιθανό να είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση ζημιάς η οποία συνέβηκε με την πλήρη συνεισφορά των κατόχων των αξιογράφων με το bail in τον Μάρτιο του 2013 καθορίζοντας έτσι ως χρονικό σημείο γνώσης της ζημιάς της ενάγουσας τον Μάρτιο του
  6. Να σημειωθεί σε αυτό το σημείο ότι με βάση την υφιστάμενη έκθεση απαίτησης παρ. 16 - 20, αποτελεί ισχυρισμό της ενάγουσας ότι η εναγόμενη 1 κατά ή περί τα μέσα του 2012 σταμάτησε την καταβολή των τόκων επί των εν λόγω αξιογράφων και ακολουθεί η δικογράφηση ενεργειών εκ μέρους της ενάγουσας η οποία αντέδρασε στο εν λόγω γεγονός. Στη συνέχεια αναφέρεται στην παρ. 29 της υφιστάμενης έκθεσης απαίτησης ότι η εναγόμενη 1 με επιστολή της ημερ. 18.1.13, την ενημέρωσαν περί της υποχρεωτικής μετατροπής των αξιογράφων της σε μετοχές. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, εγείρεται κατά την άποψη μου το εύλογο ερώτημα πως είναι δυνατό να συσχετιστεί το υφιστάμενο δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης, το οποίο αφορά ένα τετελεσμένο γεγονός το οποίο φαίνεται να ξεκίνησε με την μη καταβολή των τόκων από την εναγόμενη 1 από το 2012 και στη συνέχεια με την παραλαβή της επιστολής ημερ. 18.1.13, με όλες αυτές τις προτεινόμενες τροποποιήσεις με τις οποίες η ενάγουσα προβάλλει πλέον ότι η ζημιά της προκλήθηκε τον Μάρτιο του
  7. Δεν παραβλέπω επίσης ότι δεν τίθεται κανένας ισχυρισμός από τον οποίο μπορεί να προκύψει ότι είναι πρόσφορο να συνεκδικαστούν οι προτεινόμενοι ισχυρισμοί της ενάγουσας με τους ήδη δικογραφημένους ισχυρισμούς της. Ούτε έχει καταδειχθεί πως συνδέεται η ισχυριζόμενη ζημιά της ενάγουσας από την συμφωνία για αγορά αξιογράφων η οποία έγινε τον Ιούλιο 2011, με τα γεγονότα του Μαρτίου 2013 όπου είχε ως αποτέλεσμα την απορρόφηση ουσιαστικά της εναγόμενης 1 από την εναγόμενη
  8. Όπως μπορεί να διαφανεί από το υφιστάμενο δικόγραφο της ενάγουσας σε συνάρτηση πάντοτε με τις αξιούμενες θεραπείες, το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν θα λάμβανε τόκο για τα αξιόγραφα της ως η μεταξύ της και της εναγομένης 1 συμφωνία, ήταν ήδη γεγονός από το
  9. Αυτό το αποτέλεσμα αποτελεί κατά την άποψη μου την γενεσιουργό αιτία η οποία αποτέλεσε την βάση Αγωγής της ενάγουσας με την οποία ουσιαστικά αξιώνει τον τερματισμό της συμφωνίας με την εναγόμενη 1 και την επιστροφή του ποσού το οποίο κατέβαλε έναντι της αγοράς των αξιογράφων. Η ενάγουσα με την υφιστάμενη έκθεση απαίτησης στηρίζεται κυρίως εις το ότι εξαπατήθηκε και παραπλανήθηκε ώστε να αγοράσει αξιόγραφα της εναγόμενης
  10. Αυτό που κυρίως αξιώνει με την Αγωγή της είναι η ακύρωση των συμφωνιών για την αγορά τους. Με την υπό κρίση Αίτηση, η ενάγουσα επιχειρεί να εισάξει νέες αξιώσεις ζητώντας διατάγματα ιχνηλάτησης των ποσών που πληρώθηκαν έναντι των αξιογράφων, αξιώσεις οι οποίες κατά την άποψη μου, δεν έχει καταδειχθεί η σκοπιμότητα ή αναγκαιότητα τους, αλλά κυρίως δεν έχει καταδειχθεί ότι είναι πρόσφορό τέτοιες αξιώσεις και ισχυρισμοί οι οποίοι τις συνθέτουν, να συνεκδικαστούν με την παρούσα Αγωγή την στιγμή όπου η ενάγουσα αξιώνει αποζημιώσεις για τα ποσά που πλήρωσε για την αγορά των αξιογράφων. Το Δικαστήριο για σκοπούς εξέτασης της παρούσας Αίτησης, σε καμία περίπτωση δεν προβαίνει σε αξιολόγηση είτε μαρτυρίας είτε ισχυρισμών οι οποίοι τίθενται από αμφότερες πλευρές. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω τα οποία έχουν παρατεθεί, κυρίως εις ότι αφορά το ζήτημα του χρόνου όπου επεσυνέβησαν τα επίδικα γεγονότα, φαίνεται ότι η ζημιά της ενάγουσας, ως η ίδια ισχυρίζεται, δεν φαίνεται να προκύπτει κατά τους χρόνους που οι εναγόμενοι 5 και 6 κατ΄ ισχυρισμό διέπραξαν ή παρέλειψαν να πράξουν τα όσα τους καταλογίζονται, εφόσον η ενάγουσα διαπίστωσε ότι δεν θα καταβάλλονταν τόκοι κατά το 2012 και ενημερώθηκε για την μετατροπή των αξιογράφων σε μετοχές τον Ιανουάριο
  11. Δεν έχει καταδειχθεί, για σκοπούς και μόνο της παρούσας διαδικασίας, η σχετικότητα των προτεινόμενων ισχυρισμών, όπως για παράδειγμα πως η ισχυριζόμενη έλλειψη εποπτείας το 2006 προκάλεσε ζημιά στην ενάγουσα, λαμβάνοντας υπόψη ότι η ενάγουσα συμβλήθηκε με την εναγόμενη 1 κατά το 2011 και πως τα γεγονότα του Μαρτίου 2013 συνδέονται με την ισχυριζόμενη ζημιά της ενάγουσας η οποία υφίστατο, σύμφωνα με την υφιστάμενη έκθεση απαίτησης, από το
  12. Δεν έχει επίσης καταδειχθεί η σχετικότητα των όσων αναφέρονται στις προτεινόμενες παραγράφους 27Α - 27Δ με τις υπάρχουσες δικογραφημένες θέσεις και αξιώσεις της ενάγουσας. Αναγνωρίζω την φιλελεύθερη προσέγγιση της νομολογίας αναφορικά με τα αιτήματα τροποποιήσεων, η έγκριση των οποίων παραμένει στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Παρ' όλα αυτά δεν μπορώ όμως να παραβλέψω το περιεχόμενο και βάση του ήδη καταχωρηθέντος δικογράφου της ενάγουσας, το οποίο περιλαμβάνει την βάση της Αγωγής και τον πυρήνα αξιώσεων της ενάγουσας. Το Δικαστήριο έχοντας ως εναρκτήρια βάση το υφιστάμενο δικόγραφο, εξετάζει τα αιτήματα της ενάγουσας για τροποποίηση και κατά πόσο αυτά είναι σχετικά με τα ήδη προβληθέντα επίδικα θέματα και κατά πόσο είναι πρόσφορο για σκοπούς πάντοτε ορθής απονομής της δικαιοσύνης, να συνεκδικαστούν μαζί με τα θέματα τα οποία εγέρθηκαν από την ενάγουσα στο αρχικό δικόγραφο της. Προκύπτει από απλή ανάγνωση των αιτούμενων τροποποιήσεων, κυρίως της τροποποίησης της υφιστάμενης παρ. 26 και των προτεινόμενων παρ. 27Α - 27Δ, ότι δεν καθορίζεται με την απαιτούμενη και αναγκαία σαφήνεια ο χρόνος όπου κατ΄ ισχυρισμό διαπράχθηκε η κάθε πράξη ή παράλειψη που καταλογίζεται στους εναγόμενους. Δεν έχει επίσης καθοριστεί είτε μέσω της ενόρκου δηλώσεως η οποία συνοδεύει την Αίτηση είτε μέσω των προτεινόμενων τροποποιήσεων η σχετικότητα αυτών με το υφιστάμενο δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης. Το βάρος απόδειξης της σχετικότητας των αιτούμενων τροποποιήσεων με τις βασικές αξιώσεις και ισχυρισμούς της ενάγουσας αλλά και της αναγκαιότητας των εν λόγω τροποποιήσεων, παραμένει πάντοτε στην πλευρά της ενάγουσας/αιτήτριας. Όπως έχει προαναφερθεί δεν προσδιορίζεται στην Αίτηση πότε επεσυνέβηκε η κάθε ισχυριζόμενη πράξη ή παράλειψη ώστε η καθεμιά να μπορεί να εξεταστεί ξεχωριστά. Τα πιο πάνω έχουν άμεση σχέση με το ζήτημα της παραγραφής, το οποίο προβάλλεται από πλευράς εναγομένων 5 και
  13. Το ουσιαστικό όμως ζήτημα της παραγραφής δεν μπορεί να απαντηθεί με βεβαιότητα υπό το φως των δεδομένων της παρούσας Αίτησης, εφόσον δεν προβάλλονται οι προτεινόμενοι ισχυρισμοί για τις ενέργειες και/ή παραλείψεις των εναγομένων 5 και 6 συσχετίζοντας αυτούς με συγκεκριμένο και προσδιορισμένο χρόνο. Δεν παραβλέπω το ότι ενώ με την προτεινόμενη παρ. 27Α γίνεται αναφορά αρχικά σε ενέργειες οι οποίες επεσυνέβησαν κατά τα έτη 2010 - 2013, στην συνέχεια γίνεται αναφορά σε ενέργειες τις εναγομένης 1 οι οποίες επεσυνέβησαν το 2006, χωρίς να γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στο χρόνο όπου η κάθε πράξη ή παράλειψη που επιδιώκεται να εισαχθεί, έχει συμβεί. Λόγω της παρατειρούμενης ασάφειας εις ότι αφορά τους επίδικους χρόνους, οι οποίοι παραμένουν αδιευκρίνιστοι, κρίνεται ότι δεν δικαιολογείται η έγκριση της Αίτησης εφόσον με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιδιώκεται μια μαζική εισαγωγή ισχυρισμών η συνεκδίκαση των οποίων θα έχει ως αποτέλεσμα την προσκόμιση μαρτυρίας σε ανεξέλεγκτο βαθμό, καθιστώντας το Δικαστήριο, στα πλαίσια εκδίκασης της παρούσας Αγωγής, κριτή των όσων έχουν συμβεί στην Κυπριακή οικονομία τα τελευταία χρόνια, την στιγμή μάλιστα όπου η σχετικότητα τέτοιων γεγονότων με τα επίδικα θέματα, δεν έχει καταδειχθεί στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης. Εις ότι αφορά το θέμα της παραγραφής, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποκλείσει τέτοιο ενδεχόμενο ούτε όμως δύναται υπό το φως της χρονικής αοριστίας η οποία παρατειρείται στους προτεινόμενους ισχυρισμούς, να καταλήξει με βεβαιότητα κατά πόσο τα εν λόγω αστικά αδικήματα έχουν παραγραφεί. Τονίζεται ότι δεν προβάλλεται με την απαιτούμενη σαφήνεια κατά πόσο οι κατ' ισχυρισμό ενέργειες των εναγομένων 5 και 6 επεσυνέβησαν πριν ή μετά την 1.7.
  14. Εις ότι αφορά την αιτούμενη τροποποίηση υπό στοιχείο β να σημειωθεί ότι με αυτή προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η εναγόμενη 5 ενάγεται υπό την ιδιότητα της ως εποπτική αρχή και ως αρχή εξυγίανσης. Λόγω όμως των πιο πάνω προαναφερθέντων, και στην απουσία χρονικού προσδιορισμού αναφορικά με τις ενέργειες ή παραλείψεις της εναγομένης 5, δεν μπορεί να επιτραπεί η εν λόγω τροποποίηση εφόσον παραμένει αδιευκρίνιστο και αόριστο πότε η εναγόμενη 5 ενεργεί ως εποπτική αρχή ή αρχή εξυγίανσης. Ανεξαρτήτως του πιο πάνω, δεν μπορεί να επιτραπεί η εν λόγω τροποποίηση λόγω του ότι σε αυτή γίνεται αναφορά σε εναγόμενη 3 ενώ η εν λόγω παράγραφος αφορά την εναγόμενη
  15. Εις ότι αφορά την αιτούμενη τροποποίηση υπό στοιχείο γ και πάλι δεν μπορεί να εγκριθεί εφόσον ως έχει εξηγηθεί ανωτέρω, η εν λόγω τροποποίηση φαίνεται να είναι συνυφασμένη με τις υπόλοιπες αιτούμενες τροποποιήσεις οι οποίες δεν μπορούν να εγκριθούν λόγω κυρίως της χρονικής αοριστίας η οποία χαρακτηρίζει τις ουσιαστικότερες προτεινόμενες παραγράφους 27Α - 27Δ και λόγω του ότι δεν έχει καταδειχθεί η σχετικότητα τους με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της ενάγουσας. Είμαι της άποψης ότι στην υπό κρίση Αίτηση οι προτεινόμενες τροποποιήσεις μεταβάλλουν πλήρως όχι μόνο τη βάση της αγωγής και τις αιτούμενες θεραπείες αλλά εισάγουν μια νέα θεώρηση της υπόθεσης τόσο στο νομικό όσο και στο πραγματικό της πλαίσιο. Κάτι τέτοιο βέβαια δεν αποκλείεται με βάση την ισχύουσα Νομολογία αλλά ως έχει κριθεί ανωτέρω από το Δικαστήριο, οι νέοι ισχυρισμοί δεν κρίνεται πρόσφορο να συνεκδικαστούν στα πλαίσια των υφιστάμενων επίδικων ζητημάτων, που κυρίως αφορούν ισχυριζόμενη παράβαση συμφωνίας μεταξύ ενάγουσας και εναγομένης 1, η οποία καταρτίστηκε το
  16. Αν επιτρέπονταν οι προτεινόμενες τροποποιήσεις θα άλλαζε άρδην η αιτία αγωγής όπως αυτή είχε δικογραφηθεί και θα αναδιαμορφωνόταν πλήρως η Έκθεση Απαίτησης της ενάγουσας και οι επιζητούμενες θεραπείες δια της αντικατάστασης των μέχρι σήμερα καταγραφέντων πραγματικών ισχυρισμών με την προσθήκη νέων ισχυρισμών που θα συνέθεταν ένα νέο νομικό πλαίσιο για την παρούσα υπόθεση. Το κριτήριο δεν είναι πόσο εκτεταμένες είναι οι προτεινόμενες τροποποιήσεις αλλά κατά πόσο η φύση τους, η σχετικότητα και η διαπλοκή τους με τα επίδικα θέματα καθιστούν ενδεδειγμένη την εκδίκαση όλων των νέων θεμάτων με την αρχική απαίτηση, κάτι το οποίο, κατά την κρίση μου, δεν ισχύει στην υπό εξέταση περίπτωση. Αναγνωρίζω ότι η Ακρόαση της παρούσας Αγωγής δεν έχει ακόμα ξεκινήσει καθώς και το ότι δεν έχει καταδειθχεί η πρόκληση ζημιάς με τις αιτούμενες τροποποιήσεις στην πλευρά των εναγομένων. Παρ' όλα αυτά για τους λόγους οι οποίοι έχουν εξηγηθεί ανωτέρω καταλήγω ότι ζημιά θα προκληθεί στα συμφέροντα της δικαιοσύνης, η προστασία των οποίων πρωτίστως πρέπει να διαφυλάσσεται από το Δικαστήριο, λαμβάνοντας κυρίως υπόψη τον κίνδυνο που ελλοχεύει η συνεκδίκαση των μαζικών αόριστων ισχυρισμών που επιχειρούνται να εισαχθούν στο δικόγραφο, στον εκτροχιασμό της δίκης, επιβάλλοντας τον επανακαθορισμό της θέσης των εναγομένων, ενώ κάλλιστα θα μπορούσαν οι νέοι ισχυρισμοί να αποτελέσουν το αντικείμενο μιας νέας αγωγής. Επομένως, για τους λόγους τους οποίους προσπάθησα πιο πάνω να εξηγήσω, η Αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη, αναφορικά με τις αιτούμενες τροποποιήσεις υπό στοιχεία β,γ, η2, θ - ο και Β. Όσον αφορά τις αιτούμενες τροποποιήσεις υπό στοιχεία α,δ, ε, στ, ζ και η1, αν και η κρίση του Δικαστηρίου διαχωρίζεται από τα όσα έχουν λεχθεί πιο πάνω εφόσον φαίνεται ότι απλά προβάλλονται προς συμπλήρωση των ήδη δικογραφημένων ισχυρισμών της ενάγουσας, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εγκρίνει τις εν λόγω τροποποιήσεις, για τον λόγο όπου κατωτέρω θα καταγραφεί. Η Αίτηση στην ολότητα της δεν μπορεί να εγκριθεί και για ακόμα ένα λόγο. Ο παράγοντας του χρόνου στην υποβολή αίτησης για τροποποίηση, μπορεί, κάτω από ορισμένες περιστάσεις, να επηρεάσει το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, όμως ο παράγοντας αυτός δεν είναι αφ΄ εαυτού αποφασιστικής σημασίας στην έκβαση της αίτησης, εφόσον συνεκτιμάται στο πλαίσιο των περιστατικών της κάθε υπόθεσης. Παραμένει βέβαια στους ώμους της ενάγουσας το βάρος απόδειξης για να δικαιολογήσει τον χρόνο όπου επιλέγει να προβεί στην εν λόγω τροποποίηση. Στην υπό κρίση Αίτηση, αναφέρεται στην ένορκο δήλωση της κας Χατζηξενοφώντος ότι σύμφωνα με πληροφορίες τις οποίες έλαβε από τον κ Μελά κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού και κατόπιν λεπτομερούς μελέτης και αξιολόγησης των γεγονότων, διαπιστώθηκε η ανάγκη για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. Η πιο πάνω θέση όμως της ενόρκως δηλούσας διακατέχεται από γενικότητα και αοριστία. Γεγονότα τα οποία φαίνεται να ήταν γνωστά στην ενάγουσα εφόσον οι αιτούμενες τροποποιήσεις αναφέρονται σε χρόνο πριν την καταχώρηση της Αγωγής, δεν εξηγείται για ποιο λόγο δεν συμπεριλήφθηκαν στο αρχικό δικόγραφο της ενάγουσας. Θεωρώ ότι μια αίτηση τροποποίησης δεν μπορεί να εκληφθεί από μέρους των διαδίκων ως κεκτημένο δικαίωμα και ως μέσο για να συμπληρώνουν ένα ατελές και ανεπαρκές δικόγραφο, στον βαθμό μάλιστα όπου επιχειρείται με την παρούσα Αίτηση, χωρίς να προβάλλεται περιεκτική και πειστική εξήγηση προς τούτο. Δεν παραβλέπω επίσης ότι, ενώ η ενόρκως δηλούσα ανέφερε ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε το καλοκαίρι, η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε στις 11.11.15, χωρίς να δίδεται προς τούτο κάποια εξήγηση. Αναφορικά με την εισήγηση της εναγομένης 5 ότι τα εν λόγω γεγονότα ήταν γνωστά στην ενάγουσα, προσκομίζοντας προς τούτο ως Τεκμήρια άλλες Αγωγές οι οποίες καταχωρήθηκαν από τους δικηγόρους της ενάγουσας, αν και όπως φαίνεται κάποιες από τις αιτούμενες τροποποιήσεις περιέχονται σε άλλες εκθέσεις απαιτήσεων άλλων Αγωγών, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει οριστικώς επί της εισήγησης της εναγομένης 5 εφόσον η κάθε περίπτωση κρίνεται με τα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά και επίδικα θέματα και το Δικαστήριο δεν κρίνει ορθό να ενδιατρίψει σε αυτό το στάδιο στα επίδικα θέματα άλλων Αγωγών. Παραμένει θέση του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα εν πάσει περιπτώσει δεν έχει παραθέσει επαρκή εξήγηση αναφορικά με τον χρόνο όπου προβαίνει στην παρούσα Αίτηση, εφόσον αφορά γεγονότα τα οποία επεσυνέβησαν πριν την καταχώρηση της παρούσας Αγωγής. Για κάθε ένα από τους λόγους που εξηγήθηκαν πιο πάνω η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον της ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Οι Εναγόμενοι 5 και 6 θα δικαιούνται σε πλήρες σετ εξόδων, ενώ οι Εναγόμενοι 1,2,3 και 4 θα δικαιούνται σε έξοδα μέχρι και την δικάσιμο της 19.2.
  17. Όλα τα επιδικασθέντα έξοδα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της Αγωγής. (Υπ.) .......................................... Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject:Civil/Other/Interim/878-14amendment cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.