← Κύπρος

Γιώργος Σοφοκλέους Σιακόλα ν. Ανδρέας Θεοδώρου Σοφοκλέους κ.α., Αγωγή αρ.: 2061/15, 31/3/2016

Γιώργος Σοφοκλέους Σιακόλα ν. Ανδρέας Θεοδώρου Σοφοκλέους κ.α., Αγωγή αρ.: 2061/15, 31/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A154 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 2061/15 Αίτηση ημερ.: 5/6/15 Μεταξύ: Γιώργος Σοφοκλέους Σιακόλα, από το Καλό Χωριό Λεμεσού Ενάγοντα και

(1)Ανδρέας Θεοδώρου Σοφοκλέους, από τη Λεμεσό
(2)Ιφιγένεια Θεοδώρου, από τη Λεμεσό
(3)Δρ. Βίκτωρα Χ"Ρούσου, από τη Λεμεσό
(4)ΣΠΕ ΤΡΟΟΔΟΥΣ ΛΤΔ Εναγομένων -------------------------------------------------- 31/3/2016 Για τον Ενάγοντα/Αιτητή: κ. Αγαθοκλέους για Αγαθοκλέους-Νεοφύτου & Σία ΔΕΠΕ (Για ν' ακούσει απόφαση η κα Παύλου) Για τους Εναγόμενους 1 και 2/Καθ' ων η Αίτηση: κ. Χρ. Π. Σάββα Για τους Εναγόμενους 4/Καθ' ων η Αίτηση: κ. Π. Παύλου για Χριστάκης Λουκά & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγοντας/Αιτητής με την υπό εξέταση αίτηση του, την οποία καταχώρισε αυθημερόν με την αγωγή του, αιτείτο την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων μονομερώς: «
  1. Ενδιάμεσο Διάταγμα του Δικαστηρίου, που να απαγορεύει στους Εναγόμενους 1 και/ή 2 και στον κάθε ένα από αυτούς, όπως, άμεσα ή έμμεσα, δια μέσω των εργαζομένων τους, υπηρετών τους, εκπροσώπων τους, αντιπροσώπων τους ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου νομικού ή φυσικού, με οποιοδήποτε τρόπο, μεταφέρουν, δωρίσουν, πωλήσουν, μεταβιβάσουν, επιβαρύνουν, υποθηκεύσουν, αποξενώσουν ή μειώσουν με οποιοδήποτε τρόπο τα ακίνητα που περιγράφονται πιο κάτω μέχρι την ολοκλήρωση της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του δικαστηρίου. - Διαμέρισμα αρ. 4 στον 3ο όροφο, αριθμός θύρας 34, Ενορία Αγία Τριάς Λεμεσός που βρίσκεται στην οδό Γιάγκου Τορναρίτη αριθμός 9 "MARYELENA COURT" και φέρει αριθμό εγγραφής 55944, Φύλο LIV, Σχέδιο 58.3IV. Τεμάχιο
  2. - Τεμάχιο με αριθμό εγγραφής 5014, Φύλλο XLVIII, Σχέδιο 33, Τεμάχιο 400, Τοποθεσία Κοπιάμπεη, Χωρίο Καλό Χωρίο, Λεμεσού, εκτάσεως 1 εκτάριο, 5 Δεκάρια και 199 τ.μ.
  3. Ενδιάμεσο Διάταγμα του Δικαστηρίου (FREEZING) που να απαγορεύει στους Εναγόμενους 1 και/ή 2 και/ή στους αντιπροσώπους, αυτών από του να αποξενώσουν και/ή μεταφέρουν και/ή διαθέσουν οποιοδήποτε ποσό χρημάτων μέχρι του ποσού των €70.000,00 και/ή οποιουδήποτε άλλου ποσού ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο, από οποιοδήποτε τραπεζικό τους λογαριασμό στον οποίο είναι δικαιούχοι από κοινού με την αποβιώσασα Μυριάνθη Θεοδώρου Σοφοκλέους (ΑΔΤ387479) μέχρι τελικής αποπεράτωσης της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του δικαστηρίου.
  4. Ενδιάμεσο Διάταγμα του Δικαστηρίου που να υποχρεώνει τους Εναγόμενους 4 και/ή κάθε άλλο τραπεζικό πιστωτικό ίδρυμα στην Κύπρο όπως παρουσιάσουν και/ή παραδώσουν στον Ενάγοντα εντός 3 ημερών από της επιδόσεως του Διατάγματος σε αυτούς λεπτομερή και/ή αναλυτική κατάσταση της κίνησης όλων των λογαριασμών που διατηρούσε μόνη ή από κοινού με τρίτα πρόσωπα, η αποβιώσασα Μυριάνθη Θεοδώρου τα τελευταία 5 χρόνια.
  5. Ενδιάμεσο Διάταγμα που να υποχρεώνει τους Εναγόμενους 1 και 2 να αποκαλύψουν εγγράφως με ένορκη τους δήλωση κάθε πληροφορία που γνωρίζουν σε σχέση με την παρούσα ή πρότερη ύπαρξη οποιουδήποτε τραπεζικού λογαριασμού είτε ατομικού είτε κοινού επ' ονόματι της αποβιώσασας Μυριάνθης Θεοδώρου.
  6. Ενδιάμεσο Διάταγμα του Δικαστηρίου που να υποχρεώνει τον Εναγόμενο 3 όπως παρουσιάσουν και/ή παραδώσουν στον Ενάγοντα εντός 3 ημερών από της επιδόσεως του Διατάγματος σε αυτούς λεπτομερώς τον φάκελο ασθενούς και/ή το ιατρικό μητρώο που διατηρεί στο ιατρείο του και αφορά την αποβιώσασα Μυριάνθη Θεοδώρου.
  7. Εναλλακτικά με τα πιο πάνω και σε περίπτωση που οι Εναγόμενοι 1 και 2 έχουν πετύχει την αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων που περιγράφονται στις παραγράφους 1 και 2 της παρούσας ο Ενάγοντας αιτείται διατάγματος που να απαγορεύει στους Εναγόμενους 1 και 2 να αποξενώσουν και/ή μειώσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή πωλήσουν την ακίνητη τους περιουσία καθώς και τους όποιους τραπεζικούς τους λογαριασμούς μέχρι ποσού των €60.000,00.» Το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς το υπό παράγραφο 2 αιτούμενο διάταγμα, ενώ για τα υπόλοιπα ζήτησε όπως η αίτηση επιδοθεί στους Εναγόμενους. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Ενάγοντα/Αιτητή, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Είναι ένα από τα παιδιά της Μυριάνθης Θεοδώρου Σοφοκλέους, η οποία απεβίωσε κατά την 1/5/2015, σε ηλικία 99 χρόνων. Εξ όσων καλά γνωρίζει, η αποβιώσασα μητέρα του τα τελευταία χρόνια της ζωής της έπασχε από διάφορες σοβαρές ασθένειες, οι οποίες την καθιστούσαν ανίκανη και μη έχουσα σώας τας φρένας. Η κατάσταση της υγείας της είχε επιβαρυνθεί ιδιαίτερα τους τελευταίους έξι μήνες της ζωής της, αφού μπαινόβγαινε συνεχώς στο νοσοκομείο Λεμεσού. Όπως εύκολα είναι αντιληπτό, ένα άτομο στην ηλικία της μητέρας του, που αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας, σίγουρα δεν είναι στην καλύτερη θέση για να λαμβάνει αποφάσεις που αφορούν τα περιουσιακά του. Διατηρούσε πάντοτε καλές σχέσεις με την αποβιώσασα και είχε συχνή επαφή μαζί της. Αντίθετα, οι σχέσεις του με τους Εναγόμενους 1 και 2, που είναι αδέλφια του, δεν ήταν οι καλύτερες, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, για το λόγο ότι είχε αρνηθεί να τους παράσχει οικονομική βοήθεια που του ζήτησαν και αυτοί, με την κάθε ευκαιρία, έδειχναν την αντιπάθεια τους προς το πρόσωπο του. Χαρακτηριστικό των σχέσεων τους είναι ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 προσπάθησαν να του αποκρύψουν ακόμα και το θάνατο της μητέρας τους. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 τα τελευταία χρόνια συνέργησαν, με αποτέλεσμα να εκμεταλλευτούν την ηλικία και τις ασθένειες της μητέρας τους, πίσω από την πλάτη του και να καταφέρουν με δόλια μέσα να αποκλείσουν, τόσο τον ίδιο όσο και άλλους νόμιμους κληρονόμους, από τη νόμιμη μοίρα τους στην περιουσία της αποβιωσάσης. Λίγες μέρες μετά το θάνατο της μητέρας τους, περιήλθε σε γνώση του, μέσω της αδελφής του Ελένης, μια επιστολή του Υπουργείου Εσωτερικών προς διάφορους παραλήπτες, στους οποίους δεν περιλαμβανόταν ο ίδιος, η οποία αφορούσε κάποιο κρατικό τεμάχιο που ενοικίαζε η μητέρα τους. Από τότε άρχισε να υποψιάζεται ότι κάτι ύποπτο συνέβαινε με τη συμπεριφορά των Εναγομένων. Προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί τους για να ζητήσει διευκρινίσεις, αλλά αυτοί απέφευγαν να του δώσουν κάποια ικανοποιητική απάντηση, λέγοντας του να μην ερευνήσει περισσότερο, επειδή η μητέρα τους τον είχε δήθεν αποκληρώσει και δεν δικαιούτο οτιδήποτε από την περιουσία της. Κατά την 25/5/2015 επισκέφθηκε τους δικηγόρους του και ζήτησε νομική συμβουλή για το όλο ζήτημα. Οι δικηγόροι του, μεταξύ άλλων διαβημάτων στα οποία προέβησαν, απέστειλαν επιστολή προς το Πρωτοκολλητείο Λεμεσού, με την οποία ζητούσαν όπως ανοιχθεί η διαθήκη της αποβιωσάσης, στην παρουσία του, ώστε αυτός να λάβει γνώση του περιεχομένου της. Με έκπληξη αλλά και λύπη του πληροφορήθηκε, μέσω της επιστολής του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, για δύο διαθήκες της αποβιωσάσης. Μετά από τα πιο πάνω, επισκέφθηκε το Πρωτοκολλητείο Λεμεσού και πήρε αντίγραφο της διαθήκης της αποβιωσάσης. Με μεγάλη του έκπληξη αλλά και απογοήτευση διαπίστωσε ότι μέσω της διαθήκης της αποβιωσάσης γινόταν «έντεχνα» δόλια προσπάθεια για αποκλεισμό του από την περιουσία της μητέρας του. Συγκεκριμένα, στο τέλος της πρώτης σελίδας της διαθήκης, αναγράφηκε λανθασμένα και/ή παράτυπα ότι ο ίδιος έχει δήθεν λάβει κτήματα δυνάμει δωρεάς από τη μητέρα του, η αξία των οποίων υπερτερεί, σε μεγάλο βαθμό, από το ότι θα λάμβαναν οι υπόλοιποι κληρονόμοι με βάση τη διαθήκη. Τα πιο πάνω είναι αναληθή και αποτελούν τέχνασμα και/ή απάτη και/ή δόλιες ενέργειες των Εναγομένων 1 και 2, για να τον αποκλείσουν από τα νόμιμα δικαιώματα του. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 θα έλαβαν νομική συμβουλή για τους πιθανούς τρόπους αποκλεισμού του από τη διαθήκη και γι' αυτό το λόγο πέτυχαν την εξαπάτηση και/ή εξασφάλισαν δολίως την υπογραφή της αποβιωσάσης μητέρας του, στην υπό αναφορά διαθήκη. Πράγματι πήρε, δυνάμει δωρεάς, κάποια αγροτεμάχια από τους γονείς του κατά το 1982, η αξία των οποίων σε καμιά περίπτωση δεν ανταποκρίνεται στην αξία της νόμιμης του μοίρας ενώ, τέτοιες δωρεές έλαβαν και τα υπόλοιπα αδέλφια του, χωρίς όμως να θυμάται λεπτομέρειες των ως άνω δωρεών, λόγω παρέλευσης αρκετών χρόνων. Επίσης το διαμέρισμα, του οποίου ζητείται η δέσμευση, αρχικά αγοράστηκε από τον ίδιο και στη συνέχεια το δώρισε στη μητέρα του περί το έτος 1982, αφού οι γονείς του είχαν αποφασίσει τότε να μετακομίσουν στη πόλη της Λεμεσού. Επιπρόσθετα, την ίδια περίοδο, είχε δώσει στους γονείς του υπό μορφή δωρεάς, το ποσό των Λ.Κ.10.000, καθότι δεν βρίσκονταν στην καλύτερη οικονομική κατάσταση. Κατόπιν των πιο πάνω, περιήλθε σε γνώση των δικηγόρων του, μέσω τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχαν με άτομο που εργάζεται στην Εναγόμενη 4, ότι δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λογαριασμός στο όνομα της αποβιωσάσης, παρά μόνο διάφοροι λογαριασμοί στους οποίους αυτή ήταν συνδικαιούχος (κοινοί λογαριασμοί) με άλλα δύο συγγενικά της πρόσωπα, με τα ονόματα Ανδρέας και Ιφιγένεια. Περαιτέρω, οι δικηγόροι του πληροφορήθηκαν ότι υπήρχε ιατρικό πιστοποιητικό από την Εναγόμενη 3, ημερομηνίας 9/3/
  8. Με βάση τα όσα ο ίδιος γνώριζε, η αποβιώσασα είχε στο όνομα της τραπεζικούς λογαριασμούς στην Εναγόμενη 4, οι οποίοι είχαν υπόλοιπο που υπερέβαινε τις €120.000, σε μορφή γραμματίου. Μετά από αρκετές προσπάθειες για να πάρει πληροφορίες σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των δύο ακινήτων, των οποίων ζητά τη δέσμευσή τους, πληροφορήθηκε από την αδελφή του Ελένη, ότι τα ακίνητα αυτά είχαν εγγραφεί στο όνομα των Εναγομένων 1 και 2, από το Μάρτιο του 2015, με βάση πληρεξούσιο έγγραφο, το οποίο οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν στην κατοχή τους και εξασφάλισαν από την αποβιώσασα μητέρα τους, λίγες μέρες προηγουμένως. Περαιτέρω πληροφορήθηκε, την αμέσως προηγούμενη μέρα της καταχώρισης της υπό εξέτασης αίτησης, από την αδελφή του Ελένη, ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 προγραμμάτιζαν συνάντηση με κάποιους από τους υπόλοιπους κληρονόμους, για να διαμοιράσουν τα υπόλοιπα των λογαριασμών της μητέρας τους, αφήνοντας τον ίδιο και άλλους κληρονόμους εκτός της μοιρασιάς. Η ίδια πηγή πληροφόρησης του ανέφερε ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 προγραμματίζουν την πώληση των επίδικων τεμαχίων και στη συνέχεια το διαμοιρασμό του προϊόντος πώλησης στην απουσία του. Πληροφορήθηκε ακόμα ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2, προ ολίγων ημερών, απέσυραν από τους τραπεζικούς λογαριασμούς της αποβιωσάσης ποσά που αγγίζουν τις €10.000, τα οποία ήταν σε μορφή γραμματίου. Η όλη συμπεριφορά και στάση των Εναγομένων και ιδιαίτερα η συμπεριφορά που παρουσίασαν το τελευταίο διάστημα, εύλογα δημιουργεί βάσιμες υποψίες ότι έχουν καταχραστεί ή έχουν πρόθεση να καταχραστούν χρήματα της αποβιωσάσης μητέρας τους. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 εναντιώθηκαν στην αιτούμενη θεραπεία. Με την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης τους, την οποία καταχώρισαν, προβάλλουν 34 λόγους ένστασης. Οι περισσότεροι από αυτούς δεν είναι συνταγμένοι με την απαιτούμενη σαφήνεια και ακρίβεια. Αντίθετα, είναι δαιδαλώδεις και αχρείαστα μακροσκελείς, σε σημείο που να καθίστανται δυσνόητοι, εμπεριέχουν δε αχρείαστη επιχειρηματολογία. Αμέσως πιο κάτω συνοψίζω τους πιο βασικούς από αυτούς:
  9. Η αίτηση είναι γενικά και πραγματικά ελλιπής, ανολοκλήρωτη και ατελής, γενικόλογη και αοριστόλογη.
  10. Η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά άνευ υποστήριξης διότι ελλείπει η λεπτομερής έκθεση γεγονότων εντός της Έκθεσης Απαίτησης της κύριας αγωγής, στην οποία να στηριχτεί το αιτητικό της αγωγής.
  11. Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου αρ. 14/60, για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  12. Δεν καταγράφεται στην αίτηση η σχέση και σύνδεση των ακινήτων, των οποίων ζητείται η δέσμευση, με το αντικείμενο της αγωγής και το αιτητικό οικοδόμημα της.
  13. Δεν καταγράφεται στην αίτηση η σχέση και σύνδεση του δεσμευθέντος με το προσωρινό διάταγμα ποσού, με την κυρίως αγωγή.
  14. Η ένορκος δήλωση του Αιτητή είναι συνολικά αντίθετη των κανονισμών, πλήρης ασαφειών, αιωρούμενη, βρίθει υπερβολών και περιαυτολογιών, περιέχει πάμπολλα αναληθή, πλεοναστικά και επαναλαμβανόμενα στοιχεία.
  15. Δεν συντρέχουν οι νομικοί, νομολογιακοί, πρακτικοί, πραγματικοί και περιστασιακοί λόγοι έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων.
  16. Ο Αιτητής «παραφούσκωσε» υπερβολικά τα στοιχεία τα οποία κατέθεσε στην ένορκο δήλωση του και συνάμα παρέθεσε ψευδή στοιχεία και γεγονότα και απέκρυψε την αλήθεια με εμφανή προσπάθεια να παραπλανήσει το Δικαστήριο.
  17. Θα προκληθεί αδικία στους Εναγομένους/Καθ' ων αρ. 1 και αρ. 2 αν εκδοθεί προς όφελος του Αιτητή σχετικό διάταγμα αφού θα επηρεάσει δυσμενώς τα ήδη μέχρι τώρα δεδομένα δικαιώματα τους.
  18. Η αιτητική θεραπεία δεν συνδέεται ισχυρά με την κύρια αγωγή.
  19. Ο Ενάγων/Αιτητής στην παρούσα αίτηση δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια.
  20. Δεν είναι νομικά δυνατόν να εκδοθούν διατάγματα τύπου Mareva διότι τα γεγονότα της παρούσας αίτησης δεν μπορούν να ενταχθούν σε δικανικό συλλογισμό που να συμβαδίζει με την αρμοδιότητα (δικαιοδοσία) αιτήματος έκδοσης διαταγμάτων Mareva. Και αυτό διότι η βασική φιλοσοφία των διαταγμάτων αυτών αφορά απαιτήσεις κατά αλλοδαπού ο οποίος έχει χρήματα στην Κύπρο και υπάρχει ο κίνδυνος να μεταφέρει τα χρήματα εκτός δικαιοδοσίας.
  21. Δεν έχει ικανοποιηθεί το στοιχείο του κατ' επείγοντος. Η ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης τους υποστηρίζεται από ξεχωριστές αλλά ταυτόσημου σχεδόν περιεχομένου ένορκες δηλώσεις των Εναγομένων 1 και 2, στις οποίες προβάλλουν τα ακόλουθα: Η μητέρα τους, παρά το ότι ήταν 99 χρόνων, ήταν σε καλή, για την ηλικία της, σωματική και κινητική κατάσταση και είχε σώας τας φρένας. Μέχρι το τέλος της ζωής της ήταν ακμαία και η κατάσταση της σωματικής της υγείας επιβαρύνθηκε τους τελευταίους 1 - 2 μήνες προ του θανάτου της. Οι ισχυρισμοί του Αιτητή περί σοβαρών προβλημάτων υγείας της μητέρας τους και περιορισμού στη λήψη αποφάσεων, σκοπό έχουν να επηρεάσουν το Δικαστήριο. Οι σχέσεις του Αιτητή με τη μητέρα τους ήταν απόμακρες και βρίσκονταν σε κατάσταση πλήρους αδιαφορίας. Ο Αιτητής δεν είχε επικοινωνία με τη μητέρα του και τα τελευταία 21 χρόνια δεν την επισκέφθηκε στο πατρικό τους σπίτι. Αντίθετα, αυτοί που φρόντιζαν τη μητέρα τους μέχρι την τελευταία της στιγμή, ήταν οι ίδιοι. Οι σχέσεις τους με τον Αιτητή δεν ήταν κακές, όμως ουδέποτε του ζητήθηκε οποιαδήποτε βοήθεια. Δεν έπραξαν οτιδήποτε ώστε να αποκλείσουν τον Αιτητή από τη νόμιμη του μοίρα διότι όσα έπραττε η μητέρα τους είχαν οδηγό την αγάπη προς τα παιδιά της, μέσα από την ελεύθερη της βούληση. Οι ισχυρισμοί του Αιτητή ότι η μητέρα τους ουδέποτε θα τον απέκλειε από τη διαθήκη της, αποτελούν άτοπες θέσεις, για τον απλό λόγο ότι υπάρχει ελευθερία πράξεων στους ανθρώπους. Η μητέρα τους πόνεσε πολύ από τη στάση του Αιτητή, ο οποίος δήλωνε περιφρονητικά ότι «είναι από άλλη οικογένεια» και άλλαξε το επίθετο του σε «Σιακόλας», παρά το ότι απέσπασε κτηματική περιουσία από τη μητέρα τους, αξίας πέραν των €2.000.000, σε αντίθεση με τα άλλα του αδέλφια που δεν έλαβαν σχεδόν τίποτε. Ο Αιτητής πήρε το μεγαλύτερο μερίδιο από την περιουσία της μητέρας τους, συγκεκριμένα 17 συνολικά ακίνητα, ως προϊόν μητρικής δωρεάς. Η αξία της ως άνω περιουσίας υπερσκελίζει την αξία της περιουσίας που έλαβαν οι άλλοι κληρονόμοι και/ή τη νόμιμη μοίρα του Αιτητή. Ένσταση κατεχωρήθη και από πλευράς Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση
  22. Μεταξύ άλλων προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους: «
  23. Η αίτηση είναι πρόωρη καθότι ο Αιτητής όφειλε πρώτα να προβεί σε ενέργειες διορισμού διαχειριστή της αποβιώσασας μητέρας του και να ζητήσει τις θεραπείες και τα διατάγματα που ζητά μέσω του διαχειριστή και όχι ο ίδιος προσωπικά.
  24. Οι πληροφορίες τις οποίες ο Ενάγοντας ζητά να αποκαλυφθούν αποτελούν προσωπικά δεδομένα πελατών των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση 4 τα οποία οι Εναγόμενοι 4 δεν δύναται να αποκαλύψουν χωρίς τη προηγούμενη συγκατάθεση των πελατών τους.
  25. Το μόνο πρόσωπο το οποίο νομιμοποιείται να συλλέξει πληροφορίες σχετικά με λογαριασμούς της αποβιώσασας είναι ο νόμιμος αντιπρόσωπος της, ήτοι ο διαχειριστής της περιουσίας της.» Η ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης των Εναγομένων 4 υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του υπαλλήλου τους, Ανδρέα Καλλή στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρονται τα ακόλουθα: Οι Καθ' ων ή Αίτηση 4 είχαν ζητήσει γραπτώς, με επιστολή του δικηγόρου τους, τη συγκατάθεση των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2, ώστε να αποκαλύψουν στοιχεία του λογαριασμού που αφορούν τους ίδιους ή την αποβιώσασα μητέρα τους, στην οποία οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 δεν απάντησαν. Ως αποτέλεσμα, οι Καθ' ων η Αίτηση 4 εξέλαβαν τη μη απάντηση ως άρνηση συγκατάθεσης, με αποτέλεσμα να μην νομιμοποιούνται να αποκαλύψουν οποιαδήποτε στοιχεία λογαριασμών. Περαιτέρω, ο Ενάγοντας δεν νομιμοποιείται να ζητήσει το αιτούμενο διάταγμα εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 4, επειδή ο λογαριασμός είναι διαζευκτικός, κοινός λογαριασμός και τα χρήματα, μετά το θάνατο, περιέρχονται στους επιζώντες. Επομένως, ο Ενάγων δεν έχει οποιοδήποτε δικαίωμα επί των χρημάτων. Η αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.28 Θ.Θ. 1, 4, 5, 6, 11, 12, Δ.48, Θ.Θ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13 και Δ.64, Θ.Θ. 1 και 2, στα άρθρα 31, 32 και 48 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στα άρθρα 1 - 10 του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου 31
(1)/1992, στο άρθρο 29, 29
(1), 29
(2)(β)(ζ)(η) του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου 66
(1)/97, στο άρθρο 22 του περί Αποδείξεων Νόμου Κεφ. 9, στο άρθρο 7 του Bankers Book Evidence Act 1879, στις αρχές του κοινοδικαίου και του δικαίου της επιείκειας στις αρχές που σχετίζονται με τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal και Bankers Trust v. Shapira και στη σύμφυτη εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Cyprus Palestine Plantations Ltd v. Olivier and Co (Cyprus) Ltd, 16 CLR 122 αποφασίστηκε πως το άρθρο 4 του Κεφ. 6 παρέχει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα όταν αυτό αφορά μόνο το αντικείμενο της αγωγής. Στην υπόθεση ABP Holdings Ltd και άλλοι ν. Κιταλίδης και άλλων (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, λέχθηκε ότι τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το άρθρο 32 του Ν14/60 δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Έχει επίσης νομολογηθεί ότι το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Στη διαδικασία του Προσωρινού Διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 (Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Οι αρχές οι οποίες διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων παρεμπιπτόντων διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.,
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Με βάση την πιο πάνω νομολογία οι προϋποθέσεις έκδοσης του είναι οι ακόλουθες: α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση των δικογράφων. β) Πιθανότητα ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον Αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά σίγουρα κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η προϋπόθεση αυτή συσχετίζεται περισσότερο με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του Ενάγοντα (evidential strength of the case of the plaintiff). γ) Πρέπει να φανεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των προαναφερθεισών προϋποθέσεων το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι Εναγόμενοι 1 και 2 στους λόγους ένστασης τους προβάλλουν ότι δεν έχει ικανοποιηθεί το στοιχείο του κατ' επείγοντος. Έχοντας κατά νουν τη νομολογιακή αρχή ότι το επείγον για την παροχή θεραπείας μονομερώς αποτελεί δικαιοδοτικό όρο, θεωρώ επιβεβλημένο όπως το στοιχείο αυτό εξεταστεί πρωτίστως, πριν την εξέταση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 32 (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598, 604). Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Ι) Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G.
(2)Commerzbank Aktiengesellschaft και Adeona Holdings Limited, Πολιτική Έφεση αρ. Ε6/2014, ημερομηνίας 27/2/2015, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση στο θέμα του κατεπείγοντος. Όπου εκδίδεται μονομερώς ένα διάταγμα και στη συνέχεια, αφού ακουστεί και ο εναγόμενος, τεθεί θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, ιδιαίτερα όταν ο ενάγων δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς. Όπως νομολογήθηκε πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κούππα ν. Πουλλά Τσαδιώτη Λίμιτεδ κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 312/10, ημερ. 17.7.2014, όταν εγερθεί θέμα κατεπείγοντος μετά που ακουστεί ο εναγόμενος, το θέμα δεν «θα πρέπει να αφήνεται να καταστρατηγεί το ζητούμενο .. και να αποπροσανατολίζει από τον στόχο, αλλά να εκλαμβάνεται εξ αρχής ως καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάζει με προσοχή το υλικό που τίθεται ενώπιον του ..». Σχετικές είναι επίσης και οι υποθέσεις Κασπαρή ν. Ανδρέου
(2004)1Β ΑΑΔ 784 και Αποστόλου ν. Ιωάννου
(2012)1Α ΑΑΔ 604, στις οποίες εκφράστηκαν επιφυλάξεις ως προς την προηγούμενη νομολογία επί του θέματος.» Έχοντας κατά νουν το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι ο Ενάγοντας επέδειξε οποιαδήποτε ολιγωρία ή καθυστέρηση στην προώθηση της υπό εξέταση αίτησης. Θα πρέπει να επισημάνω ότι, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του Ενάγοντα, η απόσυρση των μετρητών από τους λογαριασμούς της αποβιωσάσης έγινε λίγες μέρες πριν την καταχώριση της υπό εξέταση αίτησης. Θα συμφωνούσα επίσης με τη θέση του Ενάγοντα ότι πρόκειται για μια περίπλοκη υπόθεση, για την οποία χρειάστηκε να προβεί στη συλλογή πληροφοριών. Εν όψει των όσων αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι ο υπό σχολιασμό λόγος ένστασης δεν μπορεί να πετύχει. Προβάλλεται, επίσης, από τους Εναγόμενους, ότι ο Ενάγοντας δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Όπως είναι νομολογημένο, όταν ένας διάδικος επιζητεί την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος, έχει την υποχρέωση να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει στα ορθά συμπεράσματα. Η υποχρέωση αυτή καθίσταται πιο επιτακτική σε μονομερείς αιτήσεις (ex parte applications) αφού το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή παρά να βασιστεί στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του Αιτητή. Έτσι προκύπτει η ανάγκη της πλήρους αποκάλυψης γεγονότων (Τσιερκέζου ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 734). Κατόπιν μελέτης της επιχειρηματολογίας που τέθηκε ενώπιον μου, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι ο Ενάγοντας απέκρυψε οποιοδήποτε ουσιαστικό γεγονός από το Δικαστήριο. Το ζήτημα τίθεται από τους Εναγόμενους κατά γενικό και αόριστο τρόπο χωρίς να συγκεκριμενοποιούνται τα γεγονότα τα οποία δεν αποκαλύφθηκαν, κατ' αυτούς. Το ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλουν οι Εναγόμενοι είναι αντίθετοι με τους ισχυρισμούς που προβάλλει ο Ενάγοντας, δεν συνεπάγεται ότι έχει αποκρύψει από το Δικαστήριο οτιδήποτε το ουσιώδες. Συνεπώς και αυτός ο λόγος ένστασης θα πρέπει να απορριφθεί. Θα προχωρήσω στην εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32. Όπως είναι νομολογημένο, το Δικαστήριο κρίνει ποιο ή ποια είναι τα αγώγιμα δικαιώματα του Ενάγοντα, με βάση το κλητήριο ένταλμα. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση καταγράφεται η μαρτυρία, αλλά δεν είναι η ένορκη δήλωση που καθορίζει τα αγώγιμα δικαιώματα (Seamark Consultancy Services Ltd v. Joseph P. Lasala κ.ά
(2007)1 Α.Α.Δ. 162). Ο Ενάγοντας στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα του αξιώνει, μεταξύ άλλων θεραπειών, την ακύρωση της διαθήκης της αποβιωσάσης μητέρας του, λόγω του ότι αυτή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική και ελεύθερη της βούληση, καθότι όταν την υπέγραψε τελούσε υπό πλάνη και/ή δεν είχε σώας τας φρένας και/ή δεν της το επέτρεπε η κατάσταση της υγείας της να πράξει κάτι τέτοιο. Διαζευκτικά αξιώνει την μερική ακύρωση της διαθήκης της αποβιωσάσης, στην έκταση που δεν καλύπτει το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας του. Αξιώνει επίσης, διαζευκτικά, εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 το ποσό που αντιστοιχεί στην αξία της νόμιμης μοίρας του στην περιουσία της αποβιωσάσης, ως αποζημιώσεις για απάτη, δόλο, συνομωσία για διάπραξη απάτης, εξαπάτησης και λοιπά. Από τα όσα αναφέρονται αμέσως πιο πάνω, καθίσταται φανερό ότι το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα περιέχει αναγνωρισμένα από το Νόμο αγώγιμα δικαιώματα. Ειδικά δε, όσον αφορά την αξίωση για ακύρωση της διαθήκης της αποβιωσάσης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι το άρθρο 29 του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου, Κεφ. 195, ρητά προνοεί ότι, διαθήκη ή οποιοδήποτε μέρος της, η κατάρτιση της οποίας ή του οποίου προκλήθηκε με εξαναγκασμό, απάτη ή ψυχική πίεση που ασκήθηκε στο διαθέτη, είναι άκυρη και στερημένη έννομης συνέπειας. Με βάση τα όσα αναφέρονται αμέσως πιο πάνω, είμαι ικανοποιημένος ότι ο Ενάγοντας έχει αποκαλύψει μια συζητήσιμη υπόθεση. Όσον αφορά την πιθανότητα ο Ενάγοντας να δικαιούται σε θεραπεία, αυτό το οποίο παρατηρώ είναι ότι στην ένορκη δήλωση του που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση, παραθέτει επαρκείς λεπτομέρειες των ισχυριζόμενων δόλιων πράξεων, στις οποίες προέβησαν οι Εναγόμενοι 1 και 2, με σκοπό να τον αποκλείσουν από το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας του στην περιουσία της αποβιωσάσης. Όπως ειδικότερον προβάλλει στην παράγραφο 15 της ενόρκου δηλώσεως του, οι Εναγόμενοι 1 και 2 θα έλαβαν νομική συμβουλή για τους πιθανούς τρόπους αποκλεισμού του από τη διαθήκη της αποβιωσάσης και για το λόγο αυτό πέτυχαν την εξαπάτηση και/ή εξασφάλισαν δόλια την υπογραφή της αποβιωσάσης στην εν λόγω διαθήκη. Επίσης στην παράγραφο 9 της ενόρκου δηλώσεως του προβάλλει ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 τα τελευταία χρόνια εκμεταλλεύτηκαν την ηλικία και τις ασθένειες της μητέρας τους, πίσω από την πλάτη του και κατάφεραν με δόλια μέσα να αποκλείσουν τόσο τον ίδιο όσο και άλλους νόμιμους κληρονόμους από το δικαίωμα τους για νόμιμη μοίρα στην περιουσία της αποβιωσάσης. Είναι κατάλληλο το σημείο αυτό να αναφέρω ότι στη διαθήκη της αποβιωσάσης, η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα (Τεκμήριο 9), υπάρχει όρος ότι ο Ενάγοντας έλαβε από την αποβιώσασα, δυνάμει δωρεάς, κτήματα, η αξία των οποίων υπερτερεί από την αξία της περιουσίας που θα λάβουν τα αναφερόμενα στη διαθήκη της αποβιωσάσης πρόσωπα και ως εκ τούτου ο Ενάγοντας δεν δικαιούται άλλο κληρονομικό μερίδιο επί της περιουσίας της. Στις ενόρκους δηλώσεις των Εναγομένων 1 και 2, οι οποίες υποστηρίζουν την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης τους, προβάλλονται εκτενείς ισχυρισμοί, σε σχέση με τα ακίνητα τα οποία δωρίθηκαν και μεταβιβάστηκαν στον Ενάγοντα από την αποβιώσασα μητέρα τους κατά τον χρόνο που αυτή ζούσε. Επισυνάπτεται επίσης σχετικό πιστοποιητικό ερεύνης, στο οποίο περιγράφονται τα υπό αναφορά ακίνητα. Αυτό το οποίο θα πρέπει να αναφέρω όμως είναι ότι το στάδιο αυτό, όπως είναι νομολογημένο, δεν είναι το κατάλληλο για αξιολόγηση της εκατέρωθεν μαρτυρίας, προς τον σκοπό εξαγωγής τελικών ευρημάτων επί των αμφισβητούμενων γεγονότων (Hellenic Bank Company Ltd v. Alpha Panareti Public Limited, Πολ. Έφεση αρ. 145/2011, ημερ. 13/6/2013). Το κατά πόσο ο Ενάγοντας πήρε ως δωρεά κάποια ακίνητα από τη μητέρα του, το οποίο άλλωστε παραδέχεται στην ένορκη δήλωση του που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση και ποια είναι η ακριβής αξία των ακινήτων αυτών, ώστε να υπερκαλύπτει τη νόμιμη μοίρα του, είναι ζητήματα τα οποία θα αποφασιστούν σε τελικό στάδιο, όταν πλέον θα παρουσιαστεί ολόκληρη η μαρτυρία των εκατέρωθεν πλευρών ενώπιον του Δικαστηρίου. Στο αιτητικό της παραγράφου 1 της υπό εξέταση αίτησης ο Ενάγοντας αξιώνει την δέσμευση των περιγραφόμενων σ' αυτήν δύο ακινήτων μέχρι την ολοκλήρωση της αγωγής του. Αυτό το οποίο παρατηρώ είναι ότι τα υπό αναφορά ακίνητα περιλαμβάνονται στην υπό αμφισβήτηση διαθήκη της αποβιωσάσης και κληροδοτούνται στα περιγραφόμενα στη διαθήκη πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και οι Εναγόμενοι 1 και
  1. Παρατηρώ επίσης ότι η υπό αμφισβήτηση διαθήκη φέρει ημερομηνία υπογραφής την 20/11/
  2. Όπως όμως ο ίδιος ο Ενάγοντας αναφέρει στην παράγραφο 22 της ενόρκου δηλώσεως του, τα υπό αναφορά ακίνητα ενεγράφησαν στο όνομα των Εναγομένων 1 και 2 κατά το Μάρτιο του 2015, με βάση πληρεξούσιο έγγραφο που είχαν στην κατοχή τους οι Εναγόμενοι 1 και 2 και έλαβαν από την αποβιώσασα λίγες μέρες προηγουμένως. Το ότι τα υπό αναφορά ακίνητα ενεγράφησαν επ' ονόματι των Εναγομένων 1 και 2 επιμαρτυρείται και από το πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας, το οποίο επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση των Εναγομένων 1 και 2, η οποία υποστηρίζει την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης τους. Αυτό το οποίο όμως έχω διαπιστώσει είναι ότι ο Ενάγοντας, παρά το ότι ήταν γνώστης της μεταβίβασης των υπό αναφορά ακινήτων επ' ονόματι των Εναγομένων 1 και 2, δεν ζητά την ακύρωση της μεταβίβασης τους. Ούτε επιτίθεται κατά της εγκυρότητας είτε της μεταβίβασης τους είτε του πληρεξουσίου εγγράφου, βάσει του οποίου επιτεύχθηκε η μεταβίβαση τους. Από τη στιγμή λοιπόν που δεν προσβάλλεται η εγκυρότητα της μεταβίβασης των υπό αναφορά ακινήτων επ' ονόματι των Εναγομένων 1 και 2, δεν βρίσκω λόγο για τον οποίο τα υπό αναφορά ακίνητα θα πρέπει να δεσμευτούν. Όσον αφορά το αίτημα της παραγράφου 2 της υπό εξέταση αίτησης για παγοποίηση (freezing) του ποσού των €70.000, όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα, με βάση τα όσα γνώριζε, η αποβιώσασα διατηρούσε τραπεζικούς λογαριασμούς στην Εναγόμενη 4, οι οποίοι είχαν υπόλοιπο που υπερέβαινε τα €120.
  3. Όπως πληροφορήθηκε, οι Εναγόμενοι 1 και 2, λίγες μέρες πριν την καταχώριση της αίτησης του, απέσυραν από τους λογαριασμούς της αποβιωσάσης περί τις €10.000, που ήταν κατατεθειμένα σε μορφή γραμματίου. Προβάλλει, ακόμα, ότι οποιαδήποτε χρήματα που βρίσκονται σε τραπεζικούς λογαριασμούς των Εναγομένων θα πρέπει να παγοποιηθούν, έτσι ώστε να τους επιθεωρήσει και να διαπιστώσει τυχόν κακοδιαχείριση και/ή κατάχρηση των χρημάτων που αυτοί οικειοποιήθηκαν, ώστε να εξασφαλιστεί η ικανοποίηση της απαίτησης του στην πολύ πιθανή περίπτωση που αποδείξει την υπόθεση του. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνω ότι οι Εναγόμενοι στις ένορκες δηλώσεις τους που υποστηρίζουν την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης τους, δεν αμφισβητούν τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, ούτε αναφορικά με το ποσό που είχε κατατεθειμένο επ' ονόματι της η αποβιώσασα, αλλά ούτε και αναφορικά με την από μέρους τους απόσυρση του ποσού των €10.
  4. Αξίζει να επισημάνω ότι αυτό το οποίο αναφέρεται από τους Εναγόμενους 1 και 2, προς σχολιασμό της παραγράφου 23 της ενόρκου δηλώσεως του Ενάγοντα, στην οποία γίνεται αναφορά στο ποσό των €120.000, είναι ότι το θέμα που εξετάζει η παράγραφος αυτή δεν αφορά τον ίδιο τον Αιτητή από μόνο του και λειτουργώντας κατά μόνας και «ντετεκτιβικά», αφού θα έπρεπε να αποτελέσει αντικείμενο νομίμου διαδικασίας διερεύνησης. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της παραγράφου 24 της ενόρκου δηλώσεως του Αιτητή, ότι οι Εναγόμενοι απέσυραν από τους λογαριασμούς της αποβιωσάσης, σε δύο περιπτώσεις, ποσά που αγγίζουν τις €10.000 περίπου, ο Εναγόμενος 1 τον σχολιάζει στην παράγραφο 33 της ενόρκου δηλώσεως του, κατά τον ακόλουθο τρόπο: «Αναφορικά με το περιεχόμενο της παραγράφου 24 της ενόρκου δηλώσεως του αιτητού αναφέρω ότι το θέμα που εξετάζει η παράγραφος αυτή δεν αφορά τον ίδιο τον αιτητή. Επιπλέον και άνευ βλάβης της αρνήσεως του αυτής ο καθ' ου αρ. 1 αναφέρει ότι δεν έχει κάνει οτιδήποτε το μεμπτό και ο αιτητής δεν μπορεί να επεμβαίνει στην ζωή και τις πράξεις του.» Ας σημειωθεί ότι και στην ένορκη δήλωση της Εναγόμενης 2 υπάρχει η παράγραφος 34, με πανομοιότυπο περιεχόμενο όπως η παράγραφος 33 της ενόρκου δηλώσεως του Εναγόμενου
  5. Έχω μελετήσει με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου από τις εκατέρωθεν πλευρές. Αυτό το οποίο διαφαίνεται από το ενώπιον μου υλικό είναι ότι στο λογαριασμό ή και λογαριασμούς, τους οποίους διατηρούσε η αποβιώσασα στην Εναγόμενη 4, υπάρχουν πλέον ως συνδικαιούχοι δύο άλλα πρόσωπα που φέρεται να είναι οι Εναγόμενοι 1 και
  6. Από τη στιγμή λοιπόν που οι υπό αναφορά λογαριασμοί είναι κοινοί, ενυπάρχει ο κίνδυνος της απόσυρσης των χρημάτων που είναι κατατεθειμένα σ' αυτούς, από τα πρόσωπα που φέρονται ως συνδικαιούχοι σ' αυτούς. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο Ενάγοντας στην παράγραφο 24 της ενόρκου δηλώσεως του ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 απέσυραν, σε δύο περιπτώσεις, ποσό που αγγίζει τα €10.
  7. Όπως επίσης ισχυρίζεται στην παράγραφο 27 της ενόρκου δηλώσεως του, οι Εναγόμενοι αυθαίρετα και/ή χρησιμοποιώντας δόλο και απάτη οικειοποιήθηκαν το ως άνω περιγραφόμενο ποσό, το οποίο του ανήκει. Από τα όσα αναφέρονται πιο πάνω καθίσταται φανερό ότι σε περίπτωση απόσυρσης των κατατεθειμένων στους λογαριασμούς της αποβιωσάσης ποσών, από τα πρόσωπα που είναι συνδικαιούχοι σ' αυτούς, η αξίωση του Ενάγοντα, σε μέρος της περιουσίας της αποβιωσάσης, το οποίο αντιστοιχεί στη νόμιμη του μοίρα, στην οποία περιλαμβάνονται και οι υπό αναφορά λογαριασμοί, θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Επισημαίνω ότι ο Ενάγοντας αξιώνει τη νόμιμη μοίρα του επί ολόκληρης της περιουσίας, την οποία κατέλειπε η αποβιώσασα. Ο Ενάγοντας υπολογίζει την αξία της νόμιμης μοίρας του, επί ολοκλήρου της περιουσίας της αποβιωσάσης, σε ποσό πέραν των €60.
  8. Στην παράγραφο 29 της ενόρκου δηλώσεως του υπολογίζει τη συνολική αξία της περιουσίας της αποβιωσάσης στο ποσό των €500.
  9. Είναι γεγονός ότι δεν παραθέτει επαρκή στοιχεία προς τεκμηρίωση του ως άνω ποσού. Από την άλλη όμως δεν θα μπορούσα να αγνοήσω ότι δεν φαίνεται να έχει στην κατοχή του τα στοιχεία εκείνα, όπως τα ακριβή ποσά που είναι κατατεθειμένα στους λογαριασμούς της αποβιωσάσης, στη βάση των οποίων θα μπορούσε να υπολογιστεί επ' ακριβώς η αξία της νόμιμης μοίρας του. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι με το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα παγοποιήθηκε ποσό €70.000 από τους λογαριασμούς της αποβιωσάσης. Θεωρώ όμως ορθότερο όπως το ποσό αυτό μειωθεί στις €60.000, έτσι ώστε να αντιστοιχεί με τους υπολογισμούς του ιδίου του Ενάγοντα. Ένα από τα βασικά επιχειρήματα του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εναγομένων 1 και 2 είναι ότι δεν είναι νομικά δυνατό να εκδοθούν διατάγματα τύπου Mareva, για το λόγο ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δεν δικαιολογούν την έκδοση των διαταγμάτων αυτού του τύπου. Παραπέμπει δε σε σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Nemitsas Industries Ltd v. Maritime Lines and others
(1976)1 C.L.R. 302 και Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R.
  1. Είναι γεγονός ότι στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση γίνεται αναφορά σε έκδοση διατάγματος παγοποίησης Mareva. Όμως, αυτό το οποίο θα ήθελα να επισημάνω είναι ότι, ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό του διατάγματος παγοποίησης, τα ενώπιον μου δεδομένα δικαιολογούν πλήρως την έκδοση του. Ειδικότερον, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο Ενάγοντας αξιώνει, μεταξύ άλλων θεραπειών, την ακύρωση της διαθήκης της αποβιωσάσης, στην έκταση που προσβάλλει τη νόμιμη του μοίρα. Μεταξύ δε των περιουσιακών στοιχείων που κατέλειπε η αποβιώσασα, είναι και η τραπεζιτικοί λογαριασμοί που διατηρούσε στην Εναγόμενη 4, στους οποίους συνδικαιούχοι φέρεται να είναι και οι Εναγόμενοι 1 και
  2. Όπως δε έχει αναφερθεί, σε περίπτωση μη οριστικοποίησης του διατάγματος παγοποίησης ενυπάρχει ο κίνδυνος απόσυρσης και εξανέμισης των χρημάτων που είναι κατατεθειμένα στους υπό αναφορά λογαριασμούς. Από τα όσα αναφέρονται αμέσως πιο πάνω, καθίσταται φανερό ότι οι υπό αναφορά τραπεζιτικοί λογαριασμοί αποτελούν αντικείμενο της αξίωσης του Ενάγοντα (ABP Holdings Ltd και άλλοι ν. Κιταλίδης και άλλων (ανωτέρω)). Έχοντας κατά νουν τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω, καταλήγω ότι ο Ενάγοντας έχει καταφέρει να ικανοποιήσει και την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, σε σχέση με την αξίωση της παραγράφου 2 της αίτησης του. Στις παραγράφους 3 και 4 της αίτησης του, ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 4, την έκδοση διαταγμάτων, τύπου Norwich Pharmacal. Στην παράγραφο 36 της ενόρκου δηλώσεως του προβάλλει ότι είναι πολύ πιθανόν οι Εναγόμενοι να έχουν υποπέσει σε παράνομες και/ή αμελείς και/ή δόλιες και/ή αντιεπαγγελματικές δραστηριότητες ενάντια στα συμφέροντά του. Στην παράγραφο 37 της ενόρκου δηλώσεως του καθορίζει τους ακόλουθους λόγους για τους οποίους καθίσταται επιτακτική η ανάγκη, κατά τον ισχυρισμό του, για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. «α. Για να λάβει η πλευρά του Ενάγοντα άμεσα πληροφορίες για τις ενέργειες και/ή αποφάσεις των Εναγομένων που αφορούν την με οποιοδήποτε τρόπο εκμετάλλευση, επιβάρυνση και/ή επηρεασμό των περιουσιακών στοιχείων της αποβιώσασας που οικειοποιήθηκαν παράνομα και/ή δόλια κατά την περίοδο πριν τον θάνατο της. β. Για να επιθεωρηθούν με λεπτομερή έλεγχο τα περιουσιακά στοιχεία των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 ούτως ώστε να διαπιστωθούν τυχόν ενέργειες για την πρόκληση αποξένωσης και/ή επιβάρυνσης των ως άνω περιουσιακών στοιχείων, της αποβιώσασας που οικειοποιήθηκαν παράνομα και/ή δόλια κατά την περίοδο πριν τον θάνατο της. γ. Για να διαπιστωθεί με απτές αποδείξεις η όποια κακοδιαχείριση έλαβε χώρα στα περιουσιακά στοιχεία της αποβιώσασας τους τελευταίους 6 μήνες τουλάχιστον πριν τον θάνατο της.» Οι αρχές με βάση τις οποίες εκδίδεται διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal, συνοψίστηκαν στην υπόθεση Mitsui & Co Ltd. v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)EWHC 625, η οποία υιοθετείται στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.ά. ν. Frantisek Stepanek κ.ά., Πολιτική Έφεση αρ. 54/2012, ημερομηνίας 27/6/12. Οι αρχές αυτές, όπως παρατίθενται στην αμέσως πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση, είναι οι ακόλουθες: «(
  1. i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
  2. ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
  3. a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
  4. b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Σε μετάφραση: «(
  5. i)πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ' ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (
  6. ii)πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.» Στην υπόθεση Penderhill Holdings Limited κ.ά. ν. Ιωάννη Κλούκινα, ECLI:CY:AD:2014:A21, Πολιτική Έφεση αρ. 319/2011, ημερομηνίας 13/1/2014, καταγράφεται αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση: «Το, βάσει των αυθεντιών, θεμελιωτικό της δικαιοδοσίας έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων, κατά την κρίση μου, είναι στο στάδιο εξέτασης των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32, κατά το οποίο ο αιτητής έχει το βάρος να καταδείξει «σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων» και πρωταρχικά ότι έχει διαπραχθεί σε βάρος του μια αδικοπραξία αφενός και αφετέρου ότι οι εναγόμενοι-καθ' ων η αίτηση εμπλέκονται σ' αυτήν - είτε αθώα είτε όχι. Τα πιο πάνω αγγίζουν τόσο την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση το οποίο ικανοποιείται με την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης όσο και την θεμελίωση «ορατής πιθανότητας επιτυχίας», νομικών εννοιών που έτυχαν ευρείας νομολογιακής αξιολόγησης διαχρονικά στην ιστορία του Κυπριακού Δικαίου.» Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι παράνομα και/ή αυθαίρετα και/ή χρησιμοποιώντας δόλο και απάτη έχουν οικειοποιηθεί ένα πολύ σεβαστό ποσό από τους λογαριασμούς της αποβιωσάσης. Αυτό το οποίο διαφαίνεται από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, είναι ότι ο Ενάγων δεν φαίνεται να έχει πληροφόρηση για τον τρόπο με τον οποίο τρίτα πρόσωπα, που φέρεται να είναι οι Εναγόμενοι 1 και 2, κατέστησαν συνδικαιούχοι στο λογαριασμό ή/και λογαριασμούς που διατηρούσε η αποβιώσασα στην Εναγόμενη 4. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα υπάρχει ισχυρισμός ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 λίγες μέρες πριν την καταχώριση της υπό εξέταση αίτησης απέσυραν από λογαριασμούς της αποβιωσάσης περί τις €10.000, ποσό το οποίο, κατά τον Ενάγοντα, οικειοποιήθηκαν παράνομα ή/και αντιεπαγγελματικά ή/και αυθαίρετα ή/και χρησιμοποιώντας δόλο και απάτη. Καθίσταται λοιπόν φανερό ότι ο Ενάγοντας, ως εκ των νομίμων κληρονόμων της αποβιωσάσης, φαίνεται εκ πρώτης όψεως να έχει υποστεί απώλεια συνεπεία των ως άνω πράξεων των Εναγομένων. Ως εκ τούτου, η πρώτη προϋπόθεση περί ύπαρξης αδικοπραξίας από βασικό αδικοπραγήσαντα, την οποία έχει θέσει η υπόθεση Mitsui & Co Ltd (ανωτέρω), ικανοποιείται και προκύπτει ξεκάθαρα από τα γεγονότα τα οποία έχουν τεθεί ενώπιον μου. Όσον αφορά τις υπόλοιπες προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, με βάση το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, έχω ικανοποιηθεί ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι απολύτως αναγκαία για να μπορέσει να ανευρεθεί το πρόσωπο ή τα πρόσωπα τα οποία συνέργησαν με τους Εναγόμενους, στα οποία κατέληξε τελικά το ποσό που αποσπάστηκε από τους λογαριασμούς της αποβιωσάσης, ώστε να καταστεί δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον τους, επιπλέον δε να εντοπιστεί οποιοδήποτε ποσό αποσπάστηκε από τους υπό αναφορά λογαριασμούς. Όπως έχω ήδη αναφέρει, οι Εναγόμενοι 1 και 2 κατέστησαν, κατ' άγνωστο στον Ενάγοντα τρόπο, συνδικαιούχοι στους τραπεζικούς λογαριασμούς της αποβιωσάσης, από τους οποίους αποσπάστηκε το αναφερθέν ποσό των €10.000. Καθίσταται φανερό ότι η ανάμιξη των Εναγομένων 1 και 2 είναι προφανής. Στο σημείο αυτό αξίζει να γίνει παραπομπή στην ένορκη δήλωση του Ανδρέα Καλλή, η οποία υποστηρίζει την ένσταση της Εναγόμενης 4, στην οποία υπάρχει ισχυρισμός ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν έδωσαν τη συγκατάθεση τους, ούτως ώστε να αποκαλυφθούν στοιχεία των λογαριασμών που αφορούσαν τους ιδίους ή την αποβιώσασα. Όσον αφορά την Εναγόμενη 4, επισημαίνω ότι, όπως είναι παραδεκτό εκ μέρους της, διατηρεί τους τραπεζικούς λογαριασμούς της αποβιωσάσης. Πέραν των όσων αναφέρονται πιο πάνω, θα πρέπει να προσθέσω ότι το ενώπιον μου υλικό ικανοποιεί απόλυτα τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32, σε σχέση με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων της φύσης Norwich Pharmacal. Ειδικότερα, ο Ενάγοντας πέτυχε να καταδείξει αφ' ενός ότι έχει διαπραχθεί εις βάρος του μια αδικοπραξία, αφ' ετέρου ότι οι Εναγόμενοι εμπλέκονται σε αυτήν, είτε αθώα είτε όχι. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ένας εκ των λόγων ένστασης της Εναγόμενης 4 είναι ότι οι πληροφορίες που επιζητεί ο Ενάγοντας δεν είναι δυνατόν να αποκαλυφθούν, για το λόγο ότι αφορούν λογαριασμούς της αποβιωσάσης, που διατηρούσε είτε προσωπικά είτε από κοινού με άλλα πρόσωπα και προστατεύονται από το τραπεζικό απόρρητο. Απάντηση στο ως άνω επιχείρημα δίνει το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Penderhill Holdings Limited κ.ά. ν. Ιωάννη Κλούκινα, (ανωτέρω): «Το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπερέχει έναντι της εμπιστευτικής σχέσης Τράπεζας - πελάτη ή Πελάτη - παροχέα υπηρεσιών καθιερώθηκε στην Tournier v. National Provincial and Union Bank of England Ltd
(1923)All E.R. 550, στην οποία παραπέμπει και το Δικαστήριο. Στην τελευταία απόφαση η επιδίωξη σκοπού καταστολής δολίων πράξεων ή εγκλημάτων είναι στοιχείο που συνάδει με το δημόσιο συμφέρον και απαιτεί ή επιβάλλει αποκάλυψη. Το συμφέρον της δικαιοσύνης ως έκφανση του δημοσίου συμφέροντος υπερτερεί της προστασίας των εμπιστευτικών δεδομένων των αδικοπραγούντων. Η υπερίσχυση του δημοσίου συμφέροντος έναντι της αρχής της εμπιστευτικότητας, όπως προκύπτει από την αρχή του τραπεζικού απορρήτου, τονίστηκε, όπως και το πρωτόδικο Δικαστήριο παρατήρησε, και στην I.B.L. v. Planet
(1990)J.L.R. 294. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι το δημόσιο συμφέρον υπερέχει έναντι της αρχής του απορρήτου όταν σκοπείται η αποκάλυψη πληροφοριών ή δεδομένων που αφορά σε δόλιες πράξεις ή εγκληματικές συμπεριφορές όπως και στην υπό κρίση υπόθεση αποδίδονται στους εφεσείοντες. Σε πιο πρόσφατη υπόθεση Omar v. Omar
(1995)1 W.L.R. 1428, το Δικαστήριο επέτρεψε τη χρήση των εγγράφων όχι μόνο για τους σκοπούς της αξίωσης των εναγόντων για εντοπισμό των περιουσιακών τους στοιχείων αλλά και για άλλες απαιτήσεις με παράλληλες αγωγές σε άλλες χώρες.» Προβάλλεται, ακόμα, από την Εναγόμενη 4 στους λόγους ένστασης της ότι η αίτηση είναι πρόωρη καθότι ο Αιτητής όφειλε πρώτα να προβεί σε ενέργειες διορισμού διαχειριστή της αποβιωσάσης, μέσω του οποίου να αξιώνει την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και ο οποίος θα ήταν το μόνο πρόσωπο το οποίο νομιμοποιείτο να συλλέξει πληροφορίες σχετικά με λογαριασμούς της. Αυτό το οποίο θα ήθελα να αναφέρω είναι ότι το στάδιο αυτό δεν είναι το κατάλληλο για να εξεταστεί το κατά πόσο ο Ενάγοντας όφειλε να προωθήσει τις αξιώσεις του μέσω του διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης. Είμαι της άποψης ότι το ζήτημα αυτό μπορεί να εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Εναγόμενης 4, ότι ο Ενάγοντας δεν νομιμοποιείται να συλλέξει πληροφορίες σχετικά με τους λογαριασμούς της αποβιωσάσης, δεν θα συμφωνούσα με αυτόν. Από τη στιγμή που ο Ενάγοντας, ως ένας εκ των νόμιμων κληρονόμων της περιουσίας της αποβιωσάσης, προβάλλει ισχυρισμούς για οικειοποίηση χρημάτων από λογαριασμούς της αποβιωσάσης, θεωρώ ότι έχει το δικαίωμα να πληροφορηθεί για τους λογαριασμούς που αυτή διατηρούσε. Όσον αφορά το ισοζύγιο της ευχέρειας, έχω να αναφέρω ότι και αυτό γέρνει προς την πλευρά του Ενάγοντα. Είμαι της άποψης ότι η αδικία που θα προκληθεί σε αυτόν από τη μη οριστικοποίηση του διατάγματος παγοποίησης, θα είναι δυσανάλογα μεγαλύτερη από τυχόν ζημιές που θα υποστούν οι Εναγόμενοι από την οριστικοποίησή του. Όπως έχω ήδη αναφέρει, σε περίπτωση μη οριστικοποίησης του διατάγματος, ελλοχεύει ο κίνδυνος απόσυρσης και εξανέμισης των χρημάτων που είναι κατατεθειμένα στους λογαριασμούς της αποβιωσάσης, με αποτέλεσμα η αξίωση του Ενάγοντα να καταστεί άνευ αντικειμένου. Θα πρέπει ακόμα να επισημάνω ότι οι Εναγόμενοι στις ένορκες δηλώσεις τους δεν ισχυρίζονται ότι θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά από την οριστικοποίηση του διατάγματος. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς τους ότι υπέστησαν τρομερή αναστάτωση, ανησυχία και επιδείνωση της κατάστασης της υγείας της Εναγόμενης 2, από την έκδοση του διατάγματος παγοποίησης, αυτό το οποίο έχω να αναφέρω είναι ότι δεν φαίνεται να υποστηρίζονται από οποιαδήποτε ιατρική μαρτυρία. Έχοντας κατά νουν όλα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω, καταλήγω ότι η αίτηση θα πρέπει να πετύχει στην έκταση που έχει αναφερθεί πιο πάνω. Συνεπώς, το προσωρινό διάταγμα, ημερομηνίας 8/6/2015 οριστικοποιείται, με τη διαφοροποίηση ότι το ποσό το οποίο παγοποιείται μειώνεται στις €60.000. Επίσης, εκδίδονται τα ακόλουθα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal: 1. Διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η Εναγόμενη 4 όπως, εντός 30 ημερών από της επιδόσεως σ' αυτήν, αντιγράφου του παρόντος διατάγματος, καταθέσει στον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου Λεμεσού λεπτομερή και αναλυτική κατάσταση όλων των λογαριασμών που διατηρούσε σ' αυτήν η αποβιώσασα Μυριάνθη Θεοδώρου, μόνη ή από κοινού με τρίτα πρόσωπα, τα τελευταία πέντε χρόνια. 2. Διάταγμα με το οποίο διατάσσονται οι Εναγόμενοι 1 και 2 να αποκαλύψουν ενόρκως, εντός 30 ημερών από της επιδόσεως σ' αυτούς του παρόντος διατάγματος, κάθε πληροφορία που γνωρίζουν σε σχέση με την κίνηση όλων των λογαριασμών που διατηρούσε μόνη ή από κοινού με τρίτα πρόσωπα η αποβιώσασα Μυριάνθη Θεοδώρου τα τελευταία πέντε χρόνια. Όσον αφορά το αίτημα της παραγράφου υπ' αρ. 6 της αίτησης, είναι φανερό ότι με την έκδοση των ως άνω διαταγμάτων, κατέστη πλέον άνευ αντικειμένου. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης, δεν βλέπω λόγο για απόκλιση από τον γενικό κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα/Αιτητή και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 4/Καθ' ων η Αίτηση. Τα έξοδα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ........... Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΘΘ/ΑΓ Subject: Civil / Other actions / Interim Αναφορά: Διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.