← Κύπρος

Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ ν. Λίλια Ανδρέα Λαγούδη κ.α., Αρ. Γενικής Αίτησης : 193 /15, 1/3/2016

Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ ν. Λίλια Ανδρέα Λαγούδη κ.α., Αρ. Γενικής Αίτησης : 193 /15, 1/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A106 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕMEΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M.Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης : 193 /15 Μεταξύ : Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ Αιτητών Και

  1. Λίλια Ανδρέα Λαγούδη
  2. Ανδρέας Ιωάννου Λαγούδη Καθ'ών η αίτηση ---------------------------------------------------------------------- Αίτηση για να δοθεί άδεια και ή διάταγμα που να επιτρέπει την εγγραφή και πρωτοκόλληση της Διαιτητικής απόφασης ημερ. 24.02.2014 αναφορικά με τους καθ'ών η αίτηση 1 και 2 Ημερομηνία: 01 Μαρτίου
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Αιτητές: κα. Βελισάριου για Κώστας Π. Χ''Κωστής & Σία ΔΕΠΕ Για τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2: κα. Φ.Νικολάου (για να ακούσει απόφαση κα Μ. Χ''Κυριάκου) Α Π Ο Φ Α Σ Η H ΑΙΤΗΣΗ Με την παρούσα Γενική Αίτηση τους οι Αιτητές ζητούν: Άδεια και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την εγγραφή και πρωτοκόλληση στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ληφθείσας Διαιτητικής Απόφασης ημερομηνίας 24.02.2014 δυνάμει του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ.4 και των Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 & 2 στην Αίτηση με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό. Η αίτηση βασίζεται στον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4, άρθρα 2, 3, 6, 21, 22 και Πρώτο Παράρτημα, στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85, άρθρα 52 και 53, στους περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς του 1987, Θεσμοί 65, 78 και 79, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.47, Δ.48 Θ.Θ.1-9, άρθρο 37

(1)&
(2)του Περί Δικαστηρίων Νόμου (14/60) και στην εν γένει πρακτική των Δικαστηρίων. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Χρήστου Δημητρίου, υπαλλήλου των αιτητών. Αναφέρει δε σε αυτήν (παρατίθεται αυτούσια): «
  1. Είμαι υπάλληλος του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ και έχω αποσπαστεί στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ, στα πλαίσια Συμφωνίας που υπεγράφη μεταξύ της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ και του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ για την παροχή από την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ προς το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ, υπηρεσιών διαχείρισης αναφορικά με την ανάκτηση δανείων ή/και άλλων πιστώσεων και γενικά οποιωνδήποτε άλλων οφειλών τρίτων προσώπων προς το εν λόγω Πιστωτικό Ίδρυμα.
  2. Πριν την απόσπαση μου στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, εργαζόμουν στο Τμήμα Διαχείρισης και Ανάκτησης Δανείων ή/και άλλων Πιστώσεων του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ και γνωρίζω καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αφού είχα συνεχή επαφή και πρόσβαση σε όλους τους λογαριασμούς, καταστάσεις λογαριασμών, έγγραφα και όλες γενικά τις πληροφορίες και στοιχεία που την αφορούν είτε διά μέσου ηλεκτρονικών υπολογιστών ή άλλως πως. Συνεχίζω δε από την νέα θέση που κατέχω στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα να έχω την ίδια απρόσκοπτη πρόσβαση στους εν λόγω λογαριασμούς και στα στοιχεία που αφορούν την παρούσα υπόθεση είτε αυτά είναι καταχωρημένα και τηρούνται σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές ή σε άλλη μορφή και τα οποία στοιχεία έχουν μεταφερθεί στο Τμήμα Διαχείρισης και Ανάκτησης Δανείων της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας μέσα στα πλαίσια της πιο πάνω αναφερόμενης συμφωνίας.
  3. Την 24.02.2014 εκδόθηκε Διαιτητική Απόφαση εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 υπέρ του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ, για το ποσό των €57.208,87= με τόκο προς 9% ετησίως από 24.02.2014 μέχρι εξοφλήσεως, κεφαλαιοποιούμενοι δύο φορές το χρόνο την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι τελείας εξοφλήσεως ή/και σύμφωνα με τις πρόνοιες της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας πλέον €150= έξοδα διαιτησίας. Αντίγραφο της αναφερόμενης Διαιτητικής Απόφασης, η οποία εκδόθηκε στη βάση του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.4 και των Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών, επισυνάπτεται στην παρούσα σαν Τεκμήριο «1».
  4. Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 δεν έχουν εφεσιβάλει ή/και ασκήσει οποιονδήποτε ένδικο μέσο εναντίον της αναφερόμενης διαιτητικής απόφασης, παρά το γεγονός ότι αντίγραφο της, τους επιδόθηκε από ιδιωτικό επιδότη και στους 2 στις 13.10.2014 και έχουν παρέλθει πέραν των 21 ημερών από την εν λόγω επίδοση. Αντίγραφα των εν λόγω Ένορκων δηλώσεων επισυνάπτονται σαν Τεκμήρια «2 και 3».
  5. Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 μετά την έκδοση της διαιτητικής απόφασης δεν πλήρωσαν κανένα ποσό ως έναντι ή/και προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους τους και εξακολουθούν να οφείλουν στους Αιτητές το πιο πάνω ποσό των €57.208.87= πλέον τους τόκους και τα έξοδα.
  6. Για τους πιο πάνω λόγους με την αίτηση αυτή, οι Αιτητές ζητούν άδεια και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου, το οποίο να επιτρέπει την εγγραφή και πρωτοκόλληση της εν λόγω Διαιτητικής Απόφασης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, ώστε να μπορέσουν να ασκήσουν τα δέοντα μέτρα εκτέλεσης για την είσπραξη της απαίτησης τους εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 1 και
  7. Απ' όσα γνωρίζω, πιστεύω και πληροφορούμαι τα πιο πάνω είναι αληθή και πιστεύω ότι η αιτούμενη άδεια και/ή διάταγμα πρέπει να εκδοθούν, αλλιώς είναι αδύνατο να ικανοποιηθεί η ληφθείσα Διαιτητική Απόφαση εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 και κατά συνέπεια να μην απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στην παρούσα υπόθεση. » Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΚΑΘ'ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ 1 ΚΑΙ 2 Οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2 (στο εξής οι καθ' ων η αίτηση) αντέδρασαν καταχωρώντας ένσταση στην Αίτηση. Ως αναφέρεται στην ένσταση, η νομική βάση της ένστασης στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48, Θ. 1,2,3 και 4, Δ.55, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο αρ. 14/60, άρθρα 29, 30, 31, 33, 37, 43, 47, επί του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, Ν 22/85, άρθρα 6
(1),
(2),
(3)και
(4), 21, 23 και μετέπειτα (σύσταση, εγγραφή και ισχύς επιβαρύνσεων), 52
(1)(β),
(2),
(3),
(4),
(53)και μετέπειτα (Θεσμοί και Οδηγίες) επί του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, άρθρα 2,3,6,8,9,10,13,14,16,17,19,20,21,22,24,26,30 και 31 ως επίσης και επί των εγγενών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου, του κοινού δικαίου και/ή της επιείκειας. Οι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι (παρατίθενται ως έχουν στο σώμα της ένστασης χωρίς όμως την αιτιολογία που εκ του περισσού θεωρώ συνοδεύει κάποιους εξ' αυτών) : Α. Η Αίτηση είναι τύποις και νόμω και/ή ουσία αβάσιμη και/ή αστήριχτη και/ή η παρούσα δικαστική διαδικασία βασίζεται σε τύποις εσφαλμένη εναρκτήρια αίτηση, και/ή είναι παράτυπη και/ή λανθασμένη και/ή άκυρη και/ή αυτή αντίκειται του Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Β. Η Αίτηση των Αιτητών είναι αναπόδεικτη και/ή βασίζεται σε ελλειπή ή ανεπαρκή και/ή ελαττωματική μαρτυρία. Γ. Οι Αιτητές παραπλανούν το Δικαστήριο με ψευδή γεγονότα, αναλήθειες και/ή προβαίνουν δια της παρούσας υπό κρίση αίτησης τους σε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων τα οποία οι Αιτητές γνωρίζουν και/ή που με εύλογη επιμέλεια οι Αιτητές θα μπορούσαν να γνωρίζουν, και που η γνώση τους επηρεάζει την κρίση του Δικαστηρίου στην υπό εξέταση υπόθεση. Δ. Δεν είναι δίκαιο και/ή εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Ε. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει φανερά υπέρ της υπόθεσης των Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 και της απόρριψης της Αίτησης με βάσει τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης. Στ. Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης γίνεται κατάχρηση της διαδικασίας. Z. Η αίτηση είναι ακόμα ένα μέσο υλοποίησης των παράνομων και δόλιων σκοπών των Αιτητών για αποκόμιση αθέμιτου πλουτισμού και/ή Αίτηση αποτελεί υλοποίηση του δόλιου σχεδιασμού (FRAUDULENT DESIGN) των Αιτητών για να υφαρπάσουν περιουσιακά στοιχεία και να ιδιοποιηθούν παράνομα και/ή αυθαίρετα την επίδικη ακίνητη ιδιοκτησία των Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 και/ή για να αποφύγουν τα συμφωνηθέντα. Η. Στην παρούσα υπόθεση ισχύει και εφαρμόζεται έναντι των Αιτητών το δόγμα του εμποδισμού (estoppel) δυνάμει του οποίου οι Αιτητές εμποδίζονται δια διαγωγής και/ή εγγράφου και/ή συμφωνίας και/ή άλλως να προωθούν τη παρούσα διαδικασία εγγραφής και/ή εκτέλεσης της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης έναντι των Καθ' ων η αίτηση 1 και
  1. Θ. Η παρούσα αίτηση προωθείται ανεπίτρεπτα πολύ καθυστερημένα με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Ι. Το φερόμενο ως χρέος και/ή ως αξιούμενο ποσό δυνάμει της επικαλούμενης Διαιτητικής Απόφασης είναι καθ' όλα αυθαίρετο και/ή προερχόμενο από παράνομο και/ή ανεπίτρεπτο ανατοκισμό και/ή κεφαλαιοποίηση τόκου και/ή δια το οποίο οι Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 διατηρούν αγώγιμο και/ή ανταγώγιμο δικαίωμα και/ή ανταξίωση και/ή απαγωγή και/ή ανταπαίτηση ή/και συμψηφισμό εναντίον των Αιτητών και/ή δη για γεγονότα που προέκυψαν και/ή που αφορούν τα επίδικα ζητήματα της υπό κρίση διαιτητικής απόφασης πριν και/ή μετά την έκδοση της αλλά και μετά την προώθηση της παρούσας υπο κρίση αίτησης. Κ. Η διαδικασία του τηρήθηκε στην εν λόγω διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της εν λόγω επίδικης Διαιτητικής Απόφασης αλλά και η παρούσα υπό κρίση αίτηση εγένετο και προωθείται κατά τρόπο μεροληπτικό σε βάρος των καθ' ων η αίτηση 1 και 2 και/ή από πρόσωπα που δεν ήτο αμερόληπτα και/ή που ενήργησαν με δόλο και εκ προθέσεως σε βάρος των καθ' ων η αίτηση 1 και 2 και/ή η επίδικη Διαιτητική Απόφαση εκδόθηκε υπό συνθήκες που δεν μπορούσε ο διαιτητής της υπόθεσης να δράσει αμερόληπτα. Λ. Στη παρούσα υπόθεση εγείρεται μείζον ζήτημα δόλου διαπραχθέντος από τη πλευρά των αιτητών και/ή καθ' ον χρόνο και/ή έκταση το παρών Δικαστήριο έχει την εξουσία και/ή διακριτική ευχέρεια και/ή επιβάλλεται υπό τις περιστάσεις όπως διατάξει όπως η οποιαδήποτε υπάρχουσα συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για παραπομπή σε διαιτησία και/ή οιοδήποτε τέτοιου είδους και/ή συνεπακόλουθο συνυποσχετικό μεταξύ των διαδίκων και/ή ακολούθως η ούτω προωθηθείσα και αποπερατωθείσα διαδικασία διαιτησίας και/ή έκδοση της επίδικης Διαιτητική Απόφασης ακυρωθούν και/ή η ισχύς τους παύσει αναδρομικά. Μ. Η παρούσα υπόθεση χρήζει άμεσης αναπομπής και/ή επανεξέτασης από άλλο Διαιτητή και/ή επιδιαιτητή που το Δικαστήριο δύναται να ορίσει υπό τις περιστάσεις. Ν. Εν πάσει περιπτώσει η Διαιτησία που οδήγησε στην έκδοση της επίδικης Απόφασης διεξάχθηκε παράνομα και/ή παράτυπα και/ή η επίδικη Διαιτητική Απόφαση εκδόθηκε παράνομα και/ή αυθαίρετα και/ή παράτυπα και/ή δη καθ' ον χρόνο και τρόπο στερήθηκε στους καθ΄ων η αίτηση 1 και 2 το δικαίωμα να τύχει ακροαματικής και/ή ανεπηρέαστης διαδικασίας και/ή υπό συνθήκες που το Δικαστήριο επιβάλλεται όπως ακυρώσει και/ή παραμερίσει αυτές και η περαιτέρω η επίδικη Διαιτητική Απόφαση ουδόλως και/ή κανονικά και/ή μη έγκαιρα επεδόθηκε στους Καθ' ων η αίτηση 1 και
  2. Ξ. Η παρούσα υπόθεση αποτελεί περίπτωση στην οποία το Δικαστήριο δύναται και/ή υποχρεούται υπό τις περιστάσεις όπως διατάξει τη παραπομπή της στο Δικαστήριο με υπόμνημα και/η για σκοπούς εκδίκασης της υπόθεσης ως ειδικής υπόθεσης και/ή αναφορικά με το νομικό ζήτημα που ανακύπτει συνεπεία της ήδη υπάρχουσας συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων για τον τρόπο και/ή χρόνο εξόφλησης του επικαλουμένου από τους αιτητές ως χρέος των καθ' ων η αίτηση 1 και 2 και/ή ένεκα του ισχύοντος δόγματος του εμποδισμού (estoppel) που συνεπάγεται ή διαγωγή και/ή υπάρχουσα ήδη δέσμευση των αιτητών και/ή η σχετική συμφωνία των διαδίκων. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση 2, εις την οποία αναφέρει τα ακόλουθα (παρατίθενται αυτούσια): «
  3. Είμαι ο Καθ' ου η αίτηση 2 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση, τα γεγονότα της οποίας γνωρίζω τόσο προσωπικά και απευθείας σε όλες της τις λεπτομέρειες και ειδικές περιστάσεις που την περιβάλλουν, αλλά και εξ' όσων γνωρίζω και πληροφορούμαι από την δικηγόρο μου αλλά και την προσωπική μου εμπειρία σε ότι αφορά τα περιστατικά της υπόθεσης και κυρίως από τις κατευθείαν προσωπικές μου επαφές με τους Αιτητές και λέγω τα ακόλουθα εξ' όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω και από νομικές συμβουλές των δικηγόρων μου. Είμαι δε εξουσιοδοτημένος να προβώ στη παρούσα ένορκη δήλωση μου και εκ μέρους και για λογαριασμό της καθ' ης η αίτηση 1, συζύγου μου.
  4. Έχω αναγνώσει τόσο την Αίτηση των Αιτητών όσο και την Ένορκη Δήλωση του κ. Χρήστου Δημητρίου ημερομηνίας 16/3/2015 που συνοδεύει την παρούσα Αίτηση των Αιτητών για έκδοση Διατάγματος του Δικαστηρίου που να διατάσσει την εγγραφή και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης ημερομηνίας 24/2/2014 και λέγω τα εξής: (α) Αρνούμαι τόσο τα νομικά όσο και το ουσιαστικά βάσιμο της παρούσας Αίτησης αλλά και όλους και καθένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς που εμπεριέχονται στην εν λόγω ένορκη δήλωση, οι οποίοι δεν συνάδουν και αντιφάσκουν με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης μου. (β) Αρνούμαι κατηγορηματικά την έκδοση της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης και ειδικότερα ότι αυτή εκδόθηκε καθ΄ον τρόπο και χρόνο επικαλείται ο ενόρκως δηλών Χρήστος Δημητρίου προς υποστήριξη της αίτησης και ότι εν πάσει περιπτώσει αυτή εξεδόθηκε καθ' όλα νόμιμα και κανονικά και δη στη παρουσία μου και της συζύγου μου, οι οποίοι δήθεν εδηλώσαμε ότι παραδεχόμαστε το χρέος μας αλλά αρνούμαι επίσης και το περιεχόμενο της εν λόγω Διαιτητικής Απόφασης, το οποίο είναι θέση μας ότι είναι καθ' όλα αυθαίρετο και αναπόσπαστο και προερχόμενο από παράνομες και άκυρες διαδικασίες. (γ) Ειδικότερα αρνούμαι ότι ειδοποιηθήκαμε κατάλληλα και έγκαιρα και κανονικά στη διαδικασία Διαιτησίας που επικαλούνται οι Αιτητές και ότι παρουσιαστήκαμε παραδεχόμενοι δήθεν το χρέος μας. (δ) Αυτό δε που εσχηριστήκαμε και αυτό που επαναλαμβάνουμε και εν προκειμένω είναι η απόλυτη θέση μας ότι έχουμε πληρώσει και καταβάλει στους Αιτητές διάφορα κατά καιρούς ποσά τα οποία ξεπερνούν κατά πολύ τα ποσά που επικαλούνται οι Αιτητές ώστε αρνούμαστε ότι το εμφανιζόμενο και σημερινό υπόλοιπο του χρέους μου είναι ως ισχυρίζονται οι Αιτητές. (ε) Προς τούτο δε είναι περαιτέρω η θέση μας όπως αυτήν υποστηρίξαμε εξάλλου και κατά τη διαδικασία διαιτησίας ότι υπήρχε μεταξύ μας και των αιτητών συμφωνία για επανεξέταση και αναθεώρηση του σχετικού χρεωστικού υπολοίπου μας και δη καθ' ον τρόπο και σε έκταση επέρχετο η κατά το μέγειστο, αν όχι η πλήρης και τέλεια εξόφληση του χρέους μας προς τους αιτητές.
  5. Είναι περαιτέρω η θέση μας, ότι ως έχει εξελιχθεί η εν λόγω υπόθεση μέχρι σήμερα, και έχοντας υπ' όψη μου τις ιδιαίτερες περιστάσεις αυτής, οι οποίες αποσιωπήθηκαν εντέχνως από τους Αιτητές, επιβάλλεται υπό τις περιστάσεις η άμεση απόρριψη της παρούσας Αίτησης ως νόμω και ουσία αβάσιμης καθώς και ως καταχρηστικά και αχρείαστα προωθηθείσας για τους λόγους που εμφαίνονται στην ένσταση μας και που επαναλαμβάνω και εν προκειμένω, εξειδικεύοντας τους επί μέρους λόγους αυτής με την παρούσα ένορκη δήλωση μου και ως καλόπιστα πιστεύω.
  6. Περαιτέρω η επίδικη αίτηση των αιτητών είναι εσφαλμένη κατά τον εναρκτήριο τύπο της καθ' ότι αυτή δεν εγένετο με το ορθό κλητήριο ένταλμα ή εναρκτήρια αίτηση, όπως προβλέπουν οι θεσμοί αλλά και με βάση τη σχετική νομολογία ως επίσης η συνημμένη σ' αυτή Διαιτητική απόφαση εμπεριέχει εκ πρώτης όψεως και στο σώμα της παράνομα και αυθαίρετα στοιχεία και παραλείψεις. Επιφυλάσσομαι δε να αναφερθώ εκτενέστερα σε ότι αφορά τα εν λόγω νομικά ζητήματα κατά την ακρόαση της υπόθεσης και στον κατάλληλο χρόνο και στάδιο.
  7. Περαιτέρω καλόπιστα πιστεύω και ευσεβάστως εισηγούμαι ότι, οι αξιούμενες θεραπειες που επιζητούν οι Αιτητές είναι αβάσιμες και αστήριχτες, τόσον κατά νόμο και τη νομολογία όσο και με βάση τις ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης, πλην όμως προωθούνται εσκεμμένα, κακόπιστα και καταχρηστικά από τους Αιτητές με αλλοτρία κίνητρα και με άκρως εκδικητική διάθεση εναντίον μας και επί σκοπού αθέμιτου εμποδισμού μας στην διεκδίκηση των νομίμων αξιώσεων μας και θεραπειών που προβάλλονται και επιδιώκονται καλόπιστα και έντιμα έναντι των Αιτητών με βάση την ήδη υπάρχουσα μεταξύ μας συμφωνία διευθέτησης και ικανοποίησης του χρέους μας προς τους Αιτητές και/ή της τελείας απαλλαγής μας από αυτό.
  8. Υποστηρίζω δε καλόπιστα ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί του ομνύοντα Χρήστου Δημητρίου είναι αναληθείς και παραπλανητικοί και εσκεμμένα τιθεμένοι, τους οποίους μάλιστα ισχυρισμούς, ο εν λόγω ομνύοντας, Χρήστος Δημητρίου, ουδόλως νομιμοποιείται ή έχει τις γνώσεις και την αναγκαία προς τούτο εντολή και εξουσιοδότηση όπως προβάλλει ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως επίσης οι Αιτητές ουδόλως νομιμοποιούνται ή αποδεικνύουν ότι εγείρουν τη παρούσα αίτηση προς προστασία δήθεν των συμφερόντων τους, και ειλικρινή διεκδίκηση της εγγραφής και εκτέλεσης της εναντίον μας εκδοθείσας Διαιτητικής Απόφασης για σκοπούς προώθησης της πληρωμής δήθεν του χρέους μας προς αυτούς. Ειδικότερα υποστηρίζουμε τα εξής: α. Η ως άνω ένορκη δήλωση που στηρίζει την παρούσα αίτηση των Αιτητών εγένετο από πρόσωπο που ουδόλως νομιμοποιείται προς τούτο, και καθ' όν τρόπο και χρόνο δεν είναι σε θέση να γνωρίζει καθόλου ή μετά βεβαιότητας, και εν πάσει περιπτώσει ορκίζεται άνευ εξουσίας και δικαιώματος προς τούτο, και, δη, σε ότι αφορά τους ισχυρισμούς του σε σχέση με τους Αιτητές, και δη σε ότι αφορά τα καλώς νοούμενα συμφέροντα αυτών και γενικότερα πρόκειται περί προσώπου μη κατάλληλα καταρτισμένου και μη επαρκώς ενημερωμένου με τα ορθά και αληθινά γεγονότα της υπόθεσης. β. Στην ένορκη δήλωση του κ. Χρήστου Δημητρίου που συνοδεύει την αιτηση των αιτητών ημερομηνίας 16/3/2015 περιέχονται εσκεμμένα, απλοποιημένοι ισχυρισμοί και καθ' όλα ισχυρισμοί αντιφατικοί και ασαφείς, αόριστοι ισχυρισμοί και ισχυρισμοί αναπόδεικτοι, χωρίς συγκεκριμένη αναφορά στις ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης και σε γεγονότα που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος στη παρούσα υπό κρίση Αίτηση και χωρίς ο ομνύοντας ν' αποκαλύπτει τόσο την πηγή των πληροφοριών του όσο και στα ιδιαίτερα και ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης. γ. Ειδικότερα και σε αναφορά με τα γεγονότα της υπό εξέτασης υπόθεσης αναφέρω ότι, απ' ότι καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω, τα γεγονότα τα οποία εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του ρηθέντα ομνύοντα κ. Χρήστου Δημητρίου αποτελούν εσκεμμένη απλούστευση αυτών και παραποίηση της αλήθειας και συνιστούν παραπλάνηση του Σεβαστού Δικαστηρίου ως και εσκεμμένη απόκρυψη ουσιώδη γεγονότων, στη βάση ελαττωματικής, ανύπαρκτης και μη αποδεκτής μαρτυρίας. δ. Ο εν λόγω ομνύοντας επικαλείται την έκδοση της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης ημερ. 24/2/2014 που επιδικάζει υπέρ των Αιτητών και εναντίον μας, συγκεκριμένα ως επικαλούνται οι ίδιοι, ποσά (κεφαλαίου, τόκων και εξόδων), δυνάμει δανείου, και επί τη βάσει γραμματίου, καθώς και αποφασίζει την εκποίηση της ενυπόθηκης ακίνητης ιδιοκτησίας της συζύγου μου, καθ' ης η αίτηση 1, για την πληρωμή και είσπραξη των πιο πάνω ποσών, αλλά και πρόσθετων ποσών που ευσεβάστως εισηγούμαι ότι ούτως η άλλως ανάγονται σε αυθαίρετους τόκους και έξοδα και ανατοκισμούς τόκων και εξόδων και παράνομες χρεώσεις και τόκους καθ' όλα ετεροχρονισμένους, κεφαλαιοποιημένους και αδικαιολόγητους που προκύπτουν τόσον πριν αλλά και μετά την έκδοση της επικαλούμενης διαιτητικής απόφασης.
  9. Ανεξάρτητα και άνευ βλάβης του πιο πάνω ισχυρισμού μας σε ότι αφορά την ύπαρξη ήδη συμφωνίας για επαναξετάση και αναθεώρηση του σε βάρος μας εμφανιζόμενου χρεωστικού λογαριασμού, η οποία συμφωνία εμποδίζει σε κάθε περίπτωση τους αιτητές από το να προωθούν τη παρούσα αίτηση, ειδικότερα σε ότι αφορά την επίδικη Διαιτητική Απόφαση της οποίας επιζητείται η έγγραφη και εκτέλεση αυτής, και το φερόμενο σ' αυτή ως εξ' αποφάσεως χρέος μας αλλά και της διαδικασίας που προωθήθηκε και ακολούθησε την έκδοση της εν λόγω Διαιτητικής Απόφασης αναφέρω τα εξής, τα οποία αποτελούν κατά τη καλόπιστη εισήγηση μου μείζονα ουσιώδη στοιχεία και λεπτομέρειες τα οποία εφόσον αποδεικνύονται οδηγούν αναγκαία στην απόρριψη της παρούσας υπό κρίση αίτησης: (α) Το φερόμενο ως χρέος μας και/ή ως αξιούμενο ποσό δυνάμει της επικαλούμενης Διαιτητικής Απόφασης είναι καθ' όλα αυθαίρετο και/ή προερχόμενο από παράνομο και ανεπίτρεπτο ανατοκισμό και κεφαλαιοποίηση τόκου και δια το οποίο διατηρούμε ανταγωγή και ανταγώγιμο δικαίωμα και ανταξίωση ή και ανταπαίτηση και συμψηφισμό εναντίον των Αιτητών και δη για γεγονότα που προέκυψαν και εξακολουθούν και που αφορούν τα επίδικα ζητήματα της υπό κρίση διαιτητικής απόφασης τόσο πριν αλλά όσο και μετά την έκδοση της αλλά και μετά την προώθηση της παρούσας υπο κρίση αίτησης. (β) Η διαδικασία του τηρήθηκε στην εν λόγω διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της εν λόγω επίδικης Διαιτητικής Απόφασης αλλά και η παρούσα υπό κρίση αίτηση εγένετο και προωθείται κατά τρόπο μεροληπτικό σε βάρος μας και από πρόσωπα που δεν ήτο αμερόληπτα και που ενήργησαν με δόλο και εκ προθέσεως σε βάρος μας και η επίδικη Διαιτητική Απόφαση εκδόθηκε υπό συνθήκες που δεν μπορούσε ο διαιτητής της υπόθεσης να δράσει αμερόληπτα.
  10. Περαιτέρω οι ισχυρισμοί του εν λόγω ομνύοντα και τα αιτήματα των αιτητών τίθενται με καθαρή προσπάθεια των αιτητών να παρουσιάσουν κατ' έντεχνο και τεχνηέντως μεθοδευμένο και παραπλανητικό τρόπο την ανάγκη έγκρισης της παρούσας αίτησης τους, πλην όμως τα αιτήματα των αιτητών προβάλλονται σε χρόνο καθυστερημένο και προερχόμενο από ύστερη σκέψη των αιτητών σε σχέση με την έκδοση της επικαλούμενης εναντίον μας διαιτητικής Απόφασης και κατά τρόπο παραπλανητικό, και ενώ οι αιτητές γνωρίζουν ότι έχει ήδη συναφθεί μεταξύ μας και των αιτητών συμφωνία η οποία ρητά οδηγεί στην άνευ άλλου διευθέτηση και ικανοποίηση και εξόφληση του χρέους μας προς τους αιτητές και η οποία συμφωνία εμποδίζει εν πάσει περιπτώσει τους αιτητές από το να προωθούν τη παρούσα αίτηση και η οποία παράλληλα οδηγεί αναγκαστικά σε άμεση ακύρωση της εναντίον μας εκδοθείσας Διαιτητικής Απόφασης γεγονός που εμποδίζει την εγγραφή κι' εκτέλεση της παρούσας υπό κρίση Διαιτητικής Απόφασης, την οποία όμως συμφωνία οι αιτητές παραβιάζουν όλως αδικαιολόγητα και αυθαίρετα.
  11. Ειδικότερα οι αιτητές εσκεμμένα και με δόλο προωθούν τη παρούσα αίτηση εναντίον μας, απλοποιώντας κατ' έντεχνο και προσχεδιασμένο τρόπο τα γεγονότα της υπόθεσης και αποσιωπώντας τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης και ειδικότερα το γεγονός ότι μεταξύ εμάς και των πιστωτών μας (Αιτητών) έχει συνηφθεί ειδική συμφωνία για επανεξέταση της υπόθεσης και ελέγχου και αναθεώρησης του εμφανιζόμενου ως χρεωστικού υπολοίπου μας αλλά και πλήρους διευθέτησης και εξόφλησης του χρέους μας, δυνάμει της οποίας συμφωνίας σαφώς ακυρώνεται η προηγηθείσα και επακολουθείσα διαδικασία διαιτησίας και η έκδοση Διαιτητικής Απόφασης. Σε ότι αφορά ειδικότερα τους επιμέρους όρους και λεπτομέρειες της ως άνω προηγηθείσας συμφωνίας και τις λοιπές ειδικές περιστάσεις αυτής επιφυλάσσομαι να αναφερθώ κατά την δικάσιμο και στον κατάλληλο στάδιο και χρόνο.
  12. Έτσι με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης γίνεται ξεκάθαρο ότι: α. Οι Αιτητές έρχονται στο Δικαστήριο με μη καθαρά χέρια, παραλείποντας εσκεμμένα ν' αναφερθούν στα πραγματικά γεγονότα, και/ή παραπλανώντας το Δικαστήριο σε ότι αφορά τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης και/ή αποκρύπτοντας γεγονότα ουσιώδη σε σχέση με την υπόθεση τα οποία επιφέρουν απαλλαγή μας ως χρεώστη και αναγκαία απόρριψη της παρούσας Αίτησης ως νόμω και ουσια αβάσιμης. β. Οι Αιτητές παραλείπουν ν' αναφέρουν την ύπαρξη δεσμευτικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων που αναπόφευκτα αφορά και επηρεάζει ρητά και σιωπηρά και ακόμη ειδικότερα εξοφλά την επικαλούμενη δυνάμει της εν λόγω Διαιτητικής Απόφασης οφειλή μας και αποσιωπούν την ύπαρξη συμφωνίας ακύρωσης της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης, ρητής (expressly) και εξυπακουόμενης (implied) και αποκρύβουν από το Δικαστήριο την ύπαρξη συμφωνίας ικανοποίησης της οποιασδήποτε απαίτησης των Αιτητών ως πιστωτών και η οποία ισοδυναμεί με ρητή και σιωπηρά πλήρη διευθέτηση και ακόμη και απαλλαγή μας από το οποιοδήποτε εμφανιζόμενο χρέος μας. γ. Οι Αιτητές αποσιωπούν το γεγονός ότι με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης διατηρούμε ως εκ των ανωτέρω γνήσιο αγώγιμο δικαίωμα προς εκδίκαση γνήσιας αξίωσης και ανταγώγιμου δικαιώματος για έκδοση Απόφασης του Δικαστηρίου, αναγνωριστικής και καταψηφιστικής καθώς και Απόφασης διατάττουσας τη πλήρη απαλλαγή μας από τες οποιεσδήποτε υποχρεώσεις μου συνεπεία της εν λόγω Διαιτητικής Απόφασης έναντι των Αιτητών.
  13. Περαιτέρω υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης γίνεται λοιπόν επίσης ξεκάθαρό ότι: α. Στην παρούσα υπόθεση ισχύει και εφαρμόζεται έναντι των Αιτητών το δόγμα του εμποδισμού (estoppel) δυνάμει του οποίου οι Αιτητές εμποδίζονται δια διαγωγής και εγγράφου και συμφωνίας να προωθούν τη παρούσα διαδικασία εγγραφής και εκτέλεσης της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης εναντίον μας. β. Η Αίτηση είναι ενοχλητική, εκδικητική, καταπιεστική και κακόπιστη και αποσκοπεί στο να εξυπηρετήσει αλλότριους ή αντικανονικούς σκοπούς (EXTRANEOUS OR IMPROPER PURPOSES), και επιχειρείται καθ' όλα άδικα και εκδικητικά εναντίον μου και της περιουσίας μας. γ. Στη παρούσα υπόθεση εγείρεται μείζον ζήτημα δόλου διαπραχθέντος από τη πλευρά των αιτητών και καθ' ον χρόνο και έκταση το παρών Δικαστήριο έχει την εξουσία και διακριτική ευχέρεια και ακόμα επιβάλλεται υπό τις περιστάσεις όπως διατάξει όπως η οποιαδήποτε υπάρχουσα συμφωνία μεταξύ μας και των αιτητών για παραπομπή σε διαιτησία και οιοδήποτε τέτοιου είδους και συνεπακόλουθο συνυποσχετικό μεταξύ μας και ακολούθως η ούτω προωθηθείσα και αποπερατωθείσα διαδικασία διαιτησίας και η έκδοση της επίδικης Διαιτητική Απόφασης ακυρωθούν και η ισχύς τους παύσει αναδρομικά. δ. Η παρούσα υπόθεση χρήζει άμεσης αναπομπής και επανεξέτασης από άλλο Διαιτητή και επιδιαιτητή που το Δικαστήριο δύναται να ορίσει υπό τις περιστάσεις. ε. Εν πάσει περιπτώσει η Διαιτησία που οδήγησε στην έκδοση της επίδικης Απόφασης διεξάχθηκε παράνομα και παράτυπα και η επίδικη Διαιτητική Απόφαση εκδόθηκε παράνομα και αυθαίρετα, παράτυπα και δη καθ' ον χρόνο και τρόπο μας στερήθηκε το δικαίωμα να τύχουμε ακροαματικής και ανεπηρέαστης διαδικασίας καθώς επίσης ουδέποτε η εν λόγω Διαιτητική Απόφαση μας επεδόθηκε έγκαιρα και κανονικά ώστε οι όλες συνθήκες της υπόθεσης επιβάλλουν όπως το Δικαστήριο εν πάσει περιπτώσει ακυρώσει και παραμερίσει αυτές. στ. Η παρούσα υπόθεση αποτελεί περίπτωση στην οποία το Δικαστήριο δύναται και υποχρεούται υπό τις περιστάσεις όπως διατάξει τη παραπομπή στο Δικαστήριο με υπόμνημα για σκοπούς εκδίκασης της υπόθεσης ως ειδικής υπόθεσης και αναφορικά με το νομικό ζήτημα που ανακύπτει συνεπεία της ήδη υπαρχούσας συμφωνίας μεταξύ εμένα και των δανειστών μας, Αιτητών, για τον τρόπο και χρόνο εξόφλησης του επικαλουμένου από τους αιτητές ως χρέος μας και ένεκα του ισχύοντος δόγματος του εμποδισμού (estoppel) που συνεπάγεται ή διαγωγή και υπάρχουσα δέσμευση των αιτητών και η σχετική μεταξύ μας συμφωνία, ακύρωσης της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης και διευθέτησης τους χρέους μας.
  14. Ευσεβάστως περαιτέρω εισηγούμαι ότι περιστάσεις της υπόθεσης είναι τέτοιες που καταδεικνύουν ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλείνει φανερά υπέρ της υπόθεσης μας και εν πάσει περιπτώσει αποδεικνύουν ότι ουδόλως είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθούν τα ζητούμενα Διατάγματα, λαμβανομένου περαιτέρω σοβαρά υπόψιν και της αξίας του όλου ενυπόθηκου ακινήτου που ανέρχεται σήμερα περί της €350,000, ώστε βάσιμα ανάγεται ότι η προτιθέμενη από τα ακίνητα δια δημόσιου πλειστηριασμού εκποίηση του θα επιφέρει κατάφορη αδικία εμάς, νοουμένου μάλιστα ότι σ' αυτό ευρίσκεται η μόνη και μόνιμη μας κατοικία στην οποία ζούμε και διαμένουμε επί σειράν ετών, ενώ παράλληλα στερούμαστε εισοδημάτων και εργασίας πέραν από μια πενιχρή μηνιαία σύνταξη.
  15. Είναι λοιπόν με βάση όλα τα' ανωτέρω που αποδεικνύεται ότι ουδόλως είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα, αντίθετα η αίτηση θα πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη, αχρείαστη και ενοχλητική με έξοδα υπέρ μας και εναντίον των αιτητών. » Η ΑΚΡΟΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ Η Ακρόαση της αίτησης έγινε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρήθηκαν από τις δύο πλευρές. ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ Οι θέσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών περιλαμβάνονται αναφέρω στις γραπτές αγορεύσεις που παρέδωσαν στο Δικαστήριο, οι οποίες σημειώνω έχουν τύχει ενδελεχούς μελέτης. Δεν κρίνω όμως σκόπιμο αναφέρω εδώ να παραθέσω ότι οι συνήγοροι αναφέρουν με τις αγορεύσεις τους. Θα αναφερθώ σημειώνω σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων αυτών κατωτέρω εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με το άρθρο 52
(1)(α) του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου (Ν.22/85), όταν προκύπτει διαφορά μεταξύ Συνεργατικής Εταιρείας και μελών, καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους, η διαφορά αυτή θα παραπέμπεται από την εταιρεία ή από οποιοδήποτε από τα πιο πάνω πρόσωπα στον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών. Τα εδάφια
(2)&
(4)δε του ίδιου άρθρου προνοούν τα ακόλουθα: «
(2)Ο Έφορος δύναται, με τη λήψη της δυνάμει του εδαφίου
(1)παραπομπής: (α) να επιχειρήσει συνδιαλλαγή της διαφοράς ή (β) να παραπέμπει τη διαφορά προς επίλυση σε διαιτησία η οποία διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις των Θεσμών που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου
(6)ή, μέχρι την έκδοση τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Διαιτησίας Νόμου και τις διατάξεις των Θεσμών 78 και 79 των Περί Συνεργατικών εταιρειών Θεσμών του 1987 έως 2012 .» «
(4)Οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση οποιουδήποτε διαιτητή ή διαιτητών δύναται να υποβάλει Έφεση στο Δικαστήριο εντός 21 ημερών από την ημερομηνία γνωστοποίησης προς αυτόν της απόφασης.» Σε περίπτωση δε που η απόφαση δεν εφεσιβληθεί, σύμφωνα με το εδάφιο 5 του άρθρου 52 πιο πάνω καθίσταται τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως οι αποφάσεις του πολιτικού δικαστηρίου. Εδώ θα πρέπει επίσης να γίνει αναφορά στο άρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, που είναι απόλυτα σχετικό και προνοεί τα εξής: « 21. Διαιτητική απόφαση που εκδίδεται με βάση συνυποσχετικό δύναται, με άδεια του Δικαστηρίου, να εκτελεστεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως δικαστική απόφαση ή διάταγμα με την ίδια ισχύ και σε τέτοια περίπτωση δύναται να καταχωρηθεί δικαστική απόφαση με περιεχόμενο εκείνο της διαιτητικής απόφασης. » Σύμφωνα με τη Νομολογία οι αρχές οι οποίες διέπουν την έκδοση Διατάγματος ως το αίτημα στην παρούσα Αίτηση, μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Στην Πολιτική Έφεση 188/06 Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας ν. Άντη Κυριακίδη κ.α.,
(2008)1 ΑΑΔ 716 αναφέρθηκε ότι: «Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί" δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι΄αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο στο επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης.» Περαιτέρω στην υπόθεση αναφορικά με την αίτηση της Σωτηρούλας Κωνσταντινίδου
(1995)1 Α.Α.Δ. 827, το Δικαστήριο ανέφερε ότι: «. Δεν είναι αντικείμενο αυτής της διαδικασίας η απόφαση του Διαιτητή και, εν πάση περιπτώσει, επισημαίνω πως το άρθρο 52
(4)του Ν. 22/85 παρέχει σε όποιον θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του Διαιτητή δικαίωμα έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο που πρέπει να ασκείται μέσα στην προθεσμία που τάσσει. Δεν έχει ασκηθεί έφεση εναντίον της απόφασης του Διαιτητή, η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη και δεν έχει εξηγηθεί πώς θα μπορούσε να εκδηλωθεί τώρα, στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας που, επαναλαμβάνω, αναφέρεται μόνο στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου που ακολούθησε, τέτοιο παράπονο. ..» Στην Ανδρέας Χατζηγεωργίου-Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς Πολιτική Έφεση 357/08, ημερομηνίας 11/4/2012, αποφασίστηκε ότι: «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται». Τέλος, στην ΜΑΝΩΛΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΑΤΣΙΩΝ , ECLI:CY:AD:2014:A413, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 87/11, 20 Ιουνίου 2014, καθορίστηκαν περιοριστικά ποια ζητήματα εξετάζει το Δικαστήριο κατά την εξέταση Αίτησης ως η παρούσα, επιτάσσοντας μάλιστα ότι η εξέταση οποιονδήποτε άλλων παραμέτρων δεν αρμόζει σε τέτοιες περιπτώσεις ως η παρούσα. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα ακόλουθα: «Το πρωτόδικο δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης ημερ.3/12/2007, γι' εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, όφειλε μόνο να διαπιστώσει κατά πόσο αυτή επιδόθηκε, ότι η απόφαση έφερε τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στον εφεσείοντα.» ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ Το Δικαστήριο εξ' αρχής αναφέρει ότι η αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί. Έχοντας υπόψη την Νομολογία πιο πάνω είναι προφανές ότι στην προκειμένη περίπτωση πληρούνται όλα τα στοιχεία που πρέπει να συντρέχουν για την έγκριση της αίτησης. Πιο συγκεκριμένα αναφέρεται κατ' αρχήν ότι είναι προφανές πως η διαιτητική απόφαση ημερ.24/02/2014 (τεκμ. 1 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση) φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης. Η απόφαση είναι διατυπωμένη με ξεκάθαρο και σαφέστατο τρόπο, χωρίς να αφήνει κενά ερμηνείας ή αβεβαιότητας αναφορικά με οτιδήποτε ή για τα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται δηλαδή τους Αιτητές και τους καθ' ων η Αίτηση. Ας σημειωθεί εδώ ότι δεν απαιτείται η διαιτητική απόφαση να είναι διατυπωμένη με κάποιο συγκεκριμένο τρόπο. Αρκεί να είναι διατυπωμένη με ξεκάθαρο και σαφή τρόπο. Αυτό προκύπτει και από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 2, σελ. 42, παρ. 96, όπου δίνεται περιγραφή μιας απαιτούμενης διαιτητικής απόφασης. Αναφέρεται ότι: «No particular form of words is requisite for the validity of an award; it may be expressed in such language as the arbitrator or umpire thinks fit provided its meaning is clear. An ambiguous or uncertain award is bad and cannot be enforced». Σε ότι αφορά το κατά πόσο γνωστοποιήθηκε η διαιτητική απόφαση στους καθ' ων η αίτηση, παρατηρώ ότι με βάση τα τεκμήρια 2 και 3 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, που αποτελούν ένορκες δηλώσεις επίδοσης του ιδιώτη επιδότη Χρίστου Χ''Κωνσταντή, η εν λόγω διαιτητική απόφαση επιδόθηκε κανονικά στους καθ' ων η αίτηση στις 13/10/14, κάτι που βεβαίως οφείλω να σημειώσω δεν αμφισβητείται. Ερχόμενος τώρα στο θέμα του κατά πόσο η επίδικη αίτηση επιδόθηκε στους καθ' ων η αίτηση, παρατηρώ ότι στον φάκελο της διαδικασίας υπάρχουν οι ένορκες δηλώσεις επίδοσης της αίτησης στους καθ' ων η αίτηση η οποία έγινε στις 23/03/15. Όμως η επίδοση της αίτησης δεν αμφισβητείται, και δεν θα μπορούσε εξάλλου με δεδομένο ότι οι καθ' ων η αίτηση εμφανίστηκαν εξ' αρχής στη διαδικασία μέσω των δικηγόρων τους κάτι που δείχνει σαφώς τη γνώση τους περί της διαδικασίας, και συνεπώς το θέμα αυτό δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω. Με αυτά υπόψη και έχοντας πάντα κατά νου την Νομολογία πιο πάνω το Δικαστήριο έχει εξετάσει όλα τα στοιχεία που όφειλε να εξετάσει και που πρέπει να συντρέχουν για να αποφανθεί αν θα εγκρίνει ή όχι την επίδικη αίτηση. Εξετάζοντας τώρα τους λόγους ένστασης διαπιστώνω τα εξής: 1. Λόγος ένστασης Α - Ούτε οι Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμοί του 1987 όπως έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα αλλά ούτε και οι Περί Συνεργατικών Εταιρειών Κανονισμοί που εξακολουθούν να ισχύουν με βάση το άρθρο 59
(2)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985 (22/85) εφόσον δεν αντίκεινται στις διατάξεις του Νόμου, προνοούν συγκεκριμένο τύπο αίτησης για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης. Με δεδομένο λοιπόν αυτό, καταλήγω ότι μπορούσε να γίνει χρήση του τύπου της δια κλήσεως αίτησης με βάση τη Δ.48 ως εναρκτήριου μέσου. Στην αίτηση 473/11, Αναφορικά με την Εταιρεία G. Paraskevaides
(1966)Ltd, ημερ.03/03/2015, ο έντιμος Πρόεδρος του Ε.Δ.Λευκωσίας κ.Πογιατζής, ανέφερε τα εξής με τα οποία συμφωνώ: « Δύναται η Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας να χρησιμοποιηθεί ως εναρκτήριο δικονομικό μέσο; Η δική μου απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα, είναι καταφατική. Όπου ένας νόμος ή κανονισμός προβλέπει για κάποιου είδους διαδικασία προς επίτευξη συγκεκριμένου σκοπού και δεν κάνει ρητή πρόνοια για τη διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθηθεί, θεωρώ ότι ορθή πορεία είναι η καταχώριση αίτησης με βάση τη Δ.48 η οποία να αποτελεί εναρκτήρια διαδικασία. Κάτι τέτοιο, πρέπει να πω, γίνεται ήδη στην πράξη και για την εν λόγω διαδικασία έχει επικρατήσει η χρήση του όρου «γενική αίτηση» ακόμη «πρωτογενής αίτηση». Οι δικηγόροι που έχουν να καταχωρίσουν διαδικασία προς συγκεκριμένο στόχο και δεν έχουν ρητή νομοθετική πρόνοια για χρήση συγκεκριμένου δικονομικού μέσου, βρίσκονται σε δίλημμα ως προς τη φύση της διαδικασίας που θα πρέπει να ακολουθήσουν. Ορθά, κατά τη γνώμη μου, πολλές φορές χρησιμοποιούν τον Τύπο της Δ.48 ως εναρκτήρια κλήση. Παραθέτω πιο κάτω τις απόψεις που υποστηρίζουν και την άποψη αυτή, αλλά και την αντίθετη. Παλαιότερα υπήρχε η άποψη ότι η Δ.48 μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μόνο σε ενδιάμεσες αιτήσεις. Στην HjiChambis v. Attorney General of the Republic and others
(1986)1 C.L.R. 386, 390-391, που αφορούσε σε αίτηση Εκλογοδικείου, ο Λοϊζου Δ., αφού αντιπαρέβαλε τον ορισμό του όρου «action» (αγωγή) που περιέχεται στη Δ.1, θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας με αυτόν που απαντάται στο Άρθρο 2 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, 14/60, προχώρησε να αναφέρει ότι αίτηση με βάση τη Δ.48 πρέπει να είναι παρεμπίπτουσα («incidental») του σκοπού για τον οποίο ενυπάρχει ήδη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου. Το εν λόγω απόσπασμα υιοθετήθηκε στην υπόθεση In re Fileleftheros Ltd
(1988)1 C.L.R. 344, 347. Περαιτέρω στην Χαραλαμπίδης ν. (Μελωδία) Χαραλαμπίδου
(1997)1(Β) Α.Α.Δ.724, με αίτηση δυνάμει της Δ.48 επιδιώχθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο η έκδοση διατάγματος για διακοπή της διαδικασίας που είχε αρχίσει στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και είχε διαταχθεί επανεκδίκασή της λόγω διορισμού του ενός δικαστή που αποτελούσε το Πλήρες Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, στο Ανώτατο Δικαστήριο. Λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η Δ.48 διέπει την υποβολή ενδιάμεσων αιτήσεων. Η επίδικη αίτηση συνιστούσε εναρκτήρια πρωτογενή αίτηση, γι΄ αυτό και το Ανώτατο Δικαστήριο διατηρούσε επιφυλάξεις για το παραδεκτό της αίτησης ενόψει του μέσου με το οποίο είχε υποβληθεί. Βλ. επίσης Udruzena Beogradska Banka v. Westacre Investment Inc
(1999)1(A) A.A.Δ. 124, 131-132. Προσωπικά, διατηρώ αντίθετη άποψη και θεωρώ ότι πρόσφατες εξελίξεις και νομολογία υποστηρίζουν ότι η Δ.48 μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εναρκτήριο δικονομικό μέσο. Κατ΄ αρχήν στο ίδιο το λεκτικό της Δ.48 δεν φαίνεται περιορισμός των προνοιών της σε ενδιάμεσες αιτήσεις. Αυτό, παρά το γεγονός ότι γίνεται ρητή αναφορά σε μεγάλο αριθμό ενδιάμεσων αιτήσεων που μπορούν να καταχωριστούν είτε μονομερώς, είτε διά κλήσεως, είτε με ένορκη δήλωση, είτε χωρίς ένορκη δήλωση. Περαιτέρω, στη Δ.63 η οποία τιτλοφορείται « Title of Proceedings, File of Proceedings, and Record of Appeal», γίνεται ρητή αναφορά σε «writ of summons», «originating summons», «application» και «petition», εννοώντας ότι αυτά αποτελούν εναρκτήρια δικονομικά μέσα και γίνεται πρόνοια ως προς τον τίτλο της κάθε διαδικασίας. Η διαδικασία στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd
(1998)1 (Δ) Α.Α.Δ. 1978, αφορούσε σε απομάκρυνση διαιτητή με βάση τον Περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ.
  1. Το Ανώτατο Δικαστήριο θεώρησε ότι η Δ.48 μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εναρκτήριο δικονομικό μέσο εφόσον το ίδιο το Κεφ.4 προνοεί για υποβολή «αίτησης». Λέχθηκαν σχετικά (Πικής, Δ. στη Σελ. 1982), (η υπογράμμιση είναι δική μου): «Εφόσον δεν εκδοθεί Διαδικαστικός Κανονισμός, ρυθμιστικός των διαβημάτων που μπορεί να ληφθούν βάσει του Νόμου, το Άρθρο 30 του Νόμου καθιστά, τηρουμένων των αναλογιών, τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας εφαρμοστέους για την υποβολή και εκδίκαση αιτημάτων, θεμελιωμένων στις πρόνοιές του. Η υποβολή αίτησης, βάσει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, διέπεται από τη Δ.
  2. Η Δ.48 είναι, κατ΄ εξοχήν, προσαρμοσμένη στην υποβολή ενδιάμεσων αιτήσεων. Όπως προκύπτει από τους τύπους, οι οποίοι θεσμοθετούνται (Τύπος 45, Τύπος 46), η αίτηση υποβάλλεται στο πλαίσιο υφιστάμενης δικαιοδοσίας. Παρέχεται, όμως, η δυνατότητα προσαρμογής της σε εναρκτήρια αίτηση.» Υπάρχουν και περιπτώσεις όπου η ίδια η νομολογία φαίνεται να καθορίζει τη Δ.48 ως το εναρκτήριο δικονομικό μέσο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμος, 121 (Ι)/
  3. Το Άρθρο 5, το οποίο για την ακολουθητέα διαδικασία, αναφέρει ότι «η διαδικασία αρχίζει με καταχώριση στο δικαστήριο αίτησης δια κλήσεως που συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών.» Θεωρώ ότι προκύπτει σαφώς από το πιο πάνω λεκτικό ότι η ακολουθητέα διαδικασία θα πρέπει να είναι δυνάμει της Δ.
  4. Βλ. Αναφορικά με την Αίτηση της Gratio Holdings Ltd, Πολιτική ECLI:CY:AD:2014:D304, Αίτηση 32/2014, ημερομηνίας 9.5.2014, Μιχαηλίδου, Δ. Έχουν αναφερθεί πιο πάνω οι επιδράσεις που επήλθαν στο νομικό μας σύστημα και διαδικασία από την ένταξη μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί η διαδικασία που προνοείτο από τον Κανονισμό (Ε.Κ.) 44/2001 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία αναφορικά με την κήρυξη εκτελεστότητας Απόφασης Δικαστηρίου που εκδόθηκε σε ένα κράτος μέλος, στο άλλο κράτος μέλος (Άρθρα 38-52). Ο εν λόγω Κανονισμός προνοούσε για καταχώριση αίτησης η οποία μπορεί να υποβληθεί μονομερώς κατά το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης (Άρθρο 40). Ελλείψει ειδικών δικονομικών κανόνων, ορθά κατά τη γνώμη μου, επικράτησε η χρήση μονομερώς αίτησης στον τύπο της Δ.
  5. Το ίδιο συμβαίνει και όταν επιχειρείται η ακύρωση της κήρυξης εκτελεστότητας. Σε τέτοια περίπτωση καταχωρίζεται αίτηση δια κλήσεως και αναλόγως και ένστασης και πάλι με βάση τις πρόνοιες της Δ.
  6. Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι από τις 10.1.2015, ο Ε.Κ.44/2001 έχει καταργηθεί και αντικατασταθεί από τον Κανονισμό (ΕΕ) 1215/2012, ο οποίος πλέον προνοεί για κήρυξη εκτελεστότητας αυτόματα χωρίς οποιαδήποτε διαδικασία (Άρθρο 39). Οι πιο πάνω πρόνοιες φαίνεται να αναιρούν την άποψη που είχε εκφραστεί στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση την Cyllenius Holding Ltd κ.α.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 136, ότι οι μονομερείς γενικές αιτήσεις είναι άγνωστες στο δικονομικό μας σύστημα. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε ότι η «γενική αίτηση» είναι τρόπος έναρξης διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου και πρέπει να επιδίδεται στον αντίδικο για να έχει την ευκαιρία να ακουσθεί. Πρέπει όμως να τονισθεί ότι η διαδικασία στην υπόθεση αυτή, αφορούσε σε καθορισμό εξωδικαστηριακής δικηγορικής αμοιβής. Κατά συνέπεια η διαδικασία με βάση τον Κανονισμό ΕΚ 44/2001, αποτελούσε ένα ακόμη παράδειγμα όπου η Δ.48 δύναται να χρησιμοποιηθεί ως εναρκτήριο δικονομικό μέσο. » Ως εκ των ανωτέρω δεν θα συμφωνήσω με την συνήγορο των καθ' ων η αίτηση αφού κρίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση συντάχθηκε με τον ορθό τύπο.
  1. Λόγος ένστασης Β - Ο ενόρκως δηλών στην αίτηση, υπάλληλος των αιτητών, έχει εξηγήσει κατά τρόπο ικανοποιητικό την γνώση του επί των θεμάτων που ορκίζεται, και εν πάση περιπτώσει έχει παραθέσει στην ένορκη δήλωση του όλους εκείνους τους ουσιαστικούς ισχυρισμούς και στοιχεία που είναι απαραίτητα για να μπορέσει να εξετάσει το Δικαστήριο αν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Συνεπώς απορρίπτεται ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης.
  2. Λόγος ένστασης Γ - Μελετώντας τον συγκεκριμένο λόγο ένστασης, την αιτιολογία που δίνεται εν σχέση με αυτόν στο σώμα της ένστασης και όσα σχετικά αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, διαπιστώνω κατ' αρχήν ότι όσα αναφέρονται μόνον γενικά και αόριστα μπορούν να χαρακτηριστούν. Δεν έχει δοθεί καμία απολύτως μαρτυρία ή λεπτομέρεια εν σχέση με την ισχυριζόμενη συμφωνία, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που σε κάθε περίπτωση θεωρώ πως δεν υφίσταται οιονδήποτε θέμα για εξέταση. Εν πάση όμως περιπτώσει πρόκειται θεωρώ για θέμα που οι καθ' ων η αίτηση όφειλαν να εγείρουν στην διαδικασία της διαιτησίας ή εν πάση περίπτωση στα πλαίσια έφεσης εναντίον της διαιτητικής απόφασης εντός της προθεσμίας που είχαν για τούτο και εφόσον δεν το έπραξαν το θέμα δεν μπορεί να εξεταστεί εδώ.
  3. Λόγος ένστασης Δ - Το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι συγκεκριμένο και η Νομολογία επί του θέματος πιο πάνω ξεκάθαρη. Συνεπώς σαφώς και το Δικαστήριο δεν θα υπεισέλθει στην ουσία της διαφοράς. Οι καθ' ων η αίτηση είχαν την ευκαιρία να εγείρουν όλα τα θέματα που αφορούν την ουσία ενώπιον του Διαιτητή, όπου κλήθηκαν και όπως προκύπτει παρουσιάστηκαν, ή ακολούθως στα πλαίσια έφεσης εναντίον της διαιτητικής απόφασης.
  4. Λόγος ένστασης Ε - Έχει ως βάση θεωρώ την ίδια γενική και αόριστη θέση περί ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των μερών που αναφέρθηκε στο λόγο ένστασης Γ πιο πάνω. Γενικότερα κρίνεται παντελώς αβάσιμος και απορρίπτεται.
  5. Λόγος ένστασης Στ - Δεν έχει καταδειχθεί κατάχρηση της διαδικασίας και εν πάση περιπτώσει όσα αναφέρονται για να στηρίξουν το λόγο αυτό είναι γενικά και αόριστα. Επιπλέον όσα αναφέρονται περί εξόφλησης και συμφωνίας δεν μπορούν να εξεταστούν εδώ για τον ίδιο λόγο που έχει αναφερθεί κατ' επανάληψη πιο πάνω αφού αυτά έπρεπε να τεθούν στα πλαίσια της διαδικασίας διαιτησίας ή στα πλαίσια έφεσης εναντίον της διαιτητικής απόφασης ως προνοεί η ισχύουσα Νομοθεσία.
  6. Λόγος ένστασης Ζ - Ο ισχυρισμός περί δόλου από πλευράς αιτητών είναι σε κάθε περίπτωση γενικός και αόριστος σε βαθμό που να μην μπορεί να εξεταστεί.
  7. Λόγος ένστασης Η - Ο ισχυρισμός περί estoppel έχει ως βάση την ίδια γενική και αόριστη θέση των καθ'ων η αίτηση περί συμφωνίας με τους αιτητές.
  8. Λόγος ένστασης Θ - Η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε στις 24/02/14, και ακολούθως επιδόθηκε στους καθ'ων η αίτηση στις 13/10/14 ενώ η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε στις 16/03/
  9. Ουδεμία καθυστέρηση κρίνω ότι παρατηρείται στην προώθηση της αίτησης ούτε και είναι αντιληπτό αναφέρω ποια είναι τα ιδιαίτερα περιστατικά που αναφέρουν γενικά οι καθ'ών η αίτηση.
  10. Λόγοι ένστασης Ι, Κ και Ν - Τα θέματα που εγείρουν με τους συγκεκριμένους λόγους οι καθ'ων η αίτηση, αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση ή σχετικά με τη διαδικασία διαιτησίας αυτή καθ' αυτή και το χειρισμό του διαιτητή, οι καθ' ων η αίτηση όφειλαν να τα εγείρουν ενώπιον του διαιτητή στα πλαίσια της διαδικασίας διαιτησίας όπου με βάση τη διαιτητική απόφαση προκύπτει ότι ειδοποιήθηκαν να παρευρεθούν και πράγματι παρουσιάστηκαν, ή στα πλαίσια έφεσης που είχαν δικαίωμα να υποβάλουν ενώπιον του αρμόδιου Επαρχιακού Δικαστηρίου εντός 21 ημερών από την γνωστοποίηση σε αυτούς της διαιτητικής απόφασης, ως προνοεί το άρθρο 52
(4)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, κάτι που δεν έπραξαν. Παρεμβάλλω βέβαια εδώ ανεξάρτητα των ανωτέρω ότι σε κάθε περίπτωση η θέση των καθ' ων η αίτηση περί δήθεν εξόφλησης του οφειλόμενου χρέους εκτός από γενική και αόριστη, δείχνει περαιτέρω την ευκολία με την οποία οι καθ' ων η αίτηση ψεύδονται. Διότι εν αντιθέσει με την σαφή μαρτυρία Δημητρίου ο οποίος αναφέρει ότι μετά την έκδοση της διαιτητικής απόφασης οι καθ' ων η αίτηση δεν έχουν καταβάλει κανένα ποσό έναντι της οφειλής των €57.208,87.- πλέον τόκους, η οποία παραμένει αναντίλεκτη αφού ο μάρτυρας αυτός ουδέποτε αντεξετάστηκε και εν πάση περιπτώσει οι καθ'ών η αίτηση έναντι αυτού του ισχυρισμού δεν έχουν θέσει κάτι συγκεκριμένο, οι καθ'ων η αίτηση δεν έχουν παρουσιάσει έστω μια απόδειξη ή ένα έγγραφο που να δείχνει πληρωμή μετά την έκδοση της διαιτητικής απόφασης κάτι που οδηγεί το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι ο ενόρκως δηλών στην ένσταση και κατ' επέκταση οι καθ'ών η αίτηση ψεύδονται.
  1. Λόγοι ένστασης Λ και Μ - Όπως έχει αναφερθεί και στα πλαίσια άλλου λόγου ένσταση δεν προκύπτει δόλος από πλευράς αιτητών, αλλά σε κάθε περιπτώσει το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης δεν έχει εξουσία ούτε να υπεισέλθει στην ουσία της διαιτητικής απόφασης και να την ακυρώσει αλλά ούτε και να διατάξει την παραπομπή της υπόθεσης σε άλλο διαιτητή.
  2. Λόγος ένστασης Ξ - Καλύπτεται θεωρώ από όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω και επίσης απορρίπτεται. Πέραν των ανωτέρω επαναλαμβάνω εδώ ακόμη μια φορά ότι με βάση όσα λέχθηκαν στην υπόθεση ΣΠΕ Αγίας Νάπας ν Άντυ Κυριακίδη ανωτέρω η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφασης Δικαστηρίου είναι ζήτημα τύπου. Ως εκ τούτου η διαιτητική απόφαση ελλείψει έφεσης ως ανωτέρω αναφέρεται κατέστη τελική και εφόσον πληρούνται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία δύναται να εγγραφεί και να εκτελεστεί σαν να ήταν απόφαση πολιτικού Δικαστηρίου (βλ. άρθρο 52
(5)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και άρθρο 21 του Περί Διαιτησίας Νόμου). ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ως εκ των ανωτέρω η αίτηση εγκρίνεται και εκδίδεται Διάταγμα αναφορικά με τους καθ' ων η αίτηση 1 και 2 ως η αιτούμενη θεραπεία υπό α) της Αίτησης. Τα έξοδα επιδικάζονται προς όφελος των Αιτητών και εις βάρος των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ..................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Final Αναφορά: Αστικές/Αίτηση για εγγραφή και πρωτοκόλληση διαιτητικής απόφασης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.